ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΉΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ SIMONE ROZÈS
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 22 ΙΟΥΝΊΟΥ 1983 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έχει ασκήσει ενώπιον σας προσφυγή λόγω παραβάσεως κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας σχετικά με την απόφαση της Επιτροπής της 15ης Σεπτεμβρίου 1980, περί του συστήματος μερικής αναλήψεως από το κράτος των εργοδοτικών εισφορών στο σύστημα ασφαλίσεως κατά των κινδύνων ασθένειας στην Ιταλία.
Ι — Τα πραγματικά περιστατικά έχουν ως εξής:
Το άρθρο 22 του ιταλικού Decret Loi (νομοθετικού διατάγματος) 663 της 30ής Δεκεμβρίου 1979 θέσπισε για ορισμένους κλάδους της ιταλικής οικονομίας μόνιμη μείωση του ποσοστού των εργοδοτικών εισφορών στο σύστημα ασφαλίσεως κατά των κινδύνων ασθένειας κατά 4 μονάδες για τους άνδρες μισθωτούς και κατά 10 μονάδες για τις γυναίκες μισθωτούς, το σύνολο δε της μειώσεως αυτής ανέλαβε να το καλύψει το κράτος.
Το καθεστώς αυτό επικυρώθηκε από το νόμο 33 της 29ης Φεβρουαρίου 1980.
Η διάταξη αυτή συνιστούσε την πρώτη φάση μιας μεταρρυθμίσεως της οποίας ο στόχος ήταν να απαλλάξει όλες wc, επιχειρήσεις από το σύνολο των εισφορών για ασφάλιση κατά των κινδύνων ασθένειας.
Κατά το στάδιο αυτό, όμως, από την παρέμβαση αυτή του κράτους επωφελήθηκαν κυρίως οι βιομηχανικές επιχειρήσεις και ορισμένες επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών που πραγματοποιούν άνω του 40 % του κύκλου εργασιών από εξαγωγές.
Κατά το άρθμο 92, παράγραφος 1, της συνθήκης
«ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να voêeboovv τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την Κοινή Αγορά, κατά νο μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές, εκτός αν η παρούσα συνθήκη ορίζει άλλως».
Κατά συνέπεια, ένα τέτοιο σύστημα δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ενίσχυση ασυμβίβαστη με την Κοινή Αγορά παρά μόνο αν είχε εφαρμογή στο σύνολο των κλάδων της οικονομίας.
Η Επιτροπή εντούτοις δέχτηκε ότι, με την προοπτική της επεκτάσεως σε όλους τους κλάδους της ιταλικής οικονομίας του συστήματος της αναλήψεως από το κράτος των εργοδοτικών εισφορών για ασφάλιση κατά των κινδύνων ασθένειας, οι διατάξεις που θεσπίστηκαν από το νόμο 33 της 23ης Φεβρουαρίου 1980 αποτελούσαν απλώς μια πρώτη φάση και εμφάνιζαν αρκετά γενικό χαρακτήρα έτσι ώστε να μην εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 92, παράγραφος 1, πλην του σημείου περί εγκρίσεως μεγαλύτερης μειώσεως υπέρ του γυναικείου εργατικού δυναμικού. Η μείωση αυτή είχε ως αποτέλεσμα να ευνοηθούν ορισμένοι κλάδοι ιδιαίτερα δυναμικοί στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών οι οποίοι χρησιμοποιούν εργατικό δυναμικό κυρίως γυναικείο και για το λόγο αυτό η μείωση αποτελούσε ενίσχυση ασυμοίοαστη προς την Κοινή Αγορά.
II —
Με βάση τις διατάξεις του άρθρου 93, παράγραφος 2, εδάφιο 1, της συνθήκης ( 2 ), η Επιτροπή με την απόφαση 80/932 της 15ης Σεπτεμβρίου 1980, η οποία κοινοποιήθηκε στην ιταλική κυβέρνηση στις 17 Σεπτεμβρίου και δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 8 Οκτωβρίου του ίδιου έτους, ζήτησε από την ιταλική κυβέρνηση να της ανακοινώσει εντός προθεσμίας 6 μηνών, δηλαδή πριν από τις 15 Μαρτίου 1981, τα κατάλληλα μέτρα για την άρση της διαφοροποιήσεως αυτής.
Λίγο πριν από την απόφαση αυτή, στις 30 Αυγούστου 1980, εκδόθηκε το Decret Loi 503 ως μέτρο ενισχύσεως της οικονομίας. Πλην ορισμένων συμπληρωματικών μέτρων που αποσκοπούσαν στην ενίσχυση της ανταγωγιστικότητας των επιχειρήσεων και στην αύξηση της απασχολήσεως, το διάταγμα αυτό όχι μόνο δεν επέφερε καμία αλλαγή στην κατάσταση που είχε υπόψη της η απόφαση της Επιτροπής της 15ης Σεπτεμβρίου 1980, αλλά παρέτεινε, μέχρι τις 30 Ιουνίου 1981 την ισχύ του μέτρου το οποίο έπρεπε να είχε καταργηθεί πριν από τις 15 Μαρτίου 1981.
Μεταξύ της εκδόσεως και της δημοσιεύσεως της αποφάσεως αυτής στην Επίσημη Εφημερίδα, δηλαδή στις 6 Οκτωβρίου 1980, η ιταλική κυβέρνηση ειδοποίησε την Επιτροπή για τη λήξη της ισχύος του Decret Loi 503, συγχρόνως όμως την πληροφορούσε για τη δυνατότητα επαναθεσπίσεως ορισμένων διατάξεων του κατόπιν πρωτοβουλίας του ιταλικού κοινοβουλίου, χωρίς να διευκρινίζει για ποιες διατάξεις πρόκειται ούτε και να αναφέρει τους ακριβείς στόχους και λεπτομέρειες.
Πράγματι, ο νόμος 782 της 28ης Νοεμβρίου 1980 θέσπισε την πρόσθετη ανάληψη από το κράτος 2,54 μονάδων υπέρ του συνόλου της ιταλικής βιομηχανίας που βρίσκεται στο Mezzogiorno.
Η ιταλική κυβέρνηση θεωρούσε ότι η ενημέρωση αυτή συνιστούσε επίσημη κοινοποίηση υπό την έννοια του άρθρου 93, παράγραφος 3, της συνθήκης. Με έγγραφο της 16ης Δεκεμβρίου 1980 η Επιτροπή της γνωστοποίησε ότι θεωρούσε το κείμενο του νομοθετικού διατάγματος 503 — παρόλο που είχε καταργηθεί το επίμαχο μέτρο — ως σχέδιο που απέβλεπε να επεκτείνει ή να επαναχρηματοδοτήσει τα υφιστάμενα συστήματα ενισχύσεων και να θεσπίσει νέες ενισχύσεις, ότι είχε προβεί σε πρώτη εξέταση των σχεδιαζόμενων μέτρων και ότι βάσει της πρώτης αυτής εξετάσεως υπήρχαν ισχυρά τεκμήρια ότι ορισμένα από τα μέτρα αυτά δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την Κοινή Αγορά. Για τα μέτρα που προέβλεπαν τη μεγαλύτερη ανάληψη από το κράτος των εισφορών προς όφελος της βιομηχανίας, η Επιτροπή αναφέραηκε ρητά στην απόφαση της της 15ης Σεπτεμβρίου 1980 και ζήτησε από την ιταλική κυβέρνηση περισσότερα στοιχεία και της δήλωσε ότι είχε αποφασίσει να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2.
Υπενθυμίζω ότι η κίνηση της διαδικασίας αυτής έχει ως στόχο την αναστολή εκτελέσεως των σχεδιαζόμενων μέτρων μέχρις ότου εκδοθεί τελική απόφαση.
Η ιταλική κυβέρνηση απάντησε σε δύο φάσεις:
—
στις 31 Δεκεμβρίου 1980, δήλωσε στην Επιτροπή ότι για τα μέτρα που ήδη ίσχυαν, τα οποία είχε γνωστοποιήσει στην Επιτροπή με έγγραφο της 3ης Δεκεμβρίου 1980 (έγγραφο το οποίο δεν περιλαμβάνεται στη δικογραφία), θεωρούσε ότι η διαδικασία που είχε κινηθεί από την Επιτροπή βασιζόταν όχι στην παράγραφο 2 του άρθρου 93, αλλά στην παράγραφο 1 ·
—
στις 18 Φεβρουαρίου 1981, παρέσχε στην Επιτροπή ορισμένες διευκρινίσεις ως προς τα συμπληρωματικά μέτρα που περιέχονταν στο Deere: Loi 503. Ως προς το θέμα της αναλήψεως από το κράτος των κοινωνικών βαρών, περί της οποίας πραγματεύεται η απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 1980, η ιταλική κυβέρνηση δήλωσε ότι έλαβε γνώση της αποφάσεως αυτής και ότι «είχε την πρόθεση να συμμορφω9εί με αυτή στο πλαίσιο της αναθεωρήσεως των διατάξεων που διέπουν τις εισφορές για υγειονομική περίθαλψη».
Με έγγραφο της 12ης Μαΐου 1981, το οποίο φέρει την υπογραφή του επίτροπου Tugendhat, η Επιτροπή επανέλαβε στην ιταλική κυβέρνηση τις επιφυλάξεις που είχε για τα μέτρα που περιελάμβανε το Decret Loi 503 της 30ής Αυγούστου 1980.
Λόγω όμως της διαβεβαιώσεως που παρέσχε η ιταλική κυβέρνηση στις 18 Φεβρουαρίου 1981 ότι θα συμμορφωθεί με την απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 1980, η Επιτροπή επέτρεψε καν' εξαίρεοηττ\ν παράταση μέχρι τις 30 Ιουνίου 1981 (ημερομηνία που όριζε το Decret Loi 503) της προθεσμίας για την τροποποίηση της καταστάσεως την οποία αφορούσε η αρχική απόφαση, «εξυπακουομένου ότι από της ημερομηνίας αυτής θα καταργηθεί οριστικά οιαδήποτε διαφοροποίηση του ποσοστού της ανωτέρω μειώσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών, αλλιώς η Επιτροπή θα είναι υποχρεωμένη να απευθυνθεί στο Δικαστήριο».
Εντούτοις, το Decret Loi 395 της 28ης Ιουλίου 1981, το οποίο μετατράπηκε σε νόμο με το νόμο 534 της 25ης Σεπτεμβρίου 1981, παρέτεινε μέχρι την 31η Οκτωβρίου 1981 την προθεσμία που είχε παραχωρήσει κατ' εξαίρεση η Επιτροπή με το έγγραφο του επιτρόπου Tugendhat, της 12ης Μαΐου 1981.
Το νομοθετικό διάταγμα 646, της 16ης Νοεμβρίου 1981, που μετατράπηκε σε νόμο με το νόμο 3, της 15ης Ιανουαρίου 1982, παρέτεινε για μία ακόμη φορά την ανωτέρω προθεσμία μέχρι τις31 Δεκεμβρίου 1981.
III —
Η Επιτροπή ανέμενε μέχρι τις 23 Νοεμβρίου 1981 όταν με έγγραφο του γενικού διευθυντή της γενικής διευθύνσεως ανταγωνισμού υπενθύμισε στην ιταλική κυβέρνηση το κείμενο της «τελικής» αποφάσεως της της 15ης Σεπτεμβρίου 1980 και της γνωστοποίησε ότι «θα αναγκαστεί να προσφύγει στο Δικαστήριο αν δεν της κοινοποιηθούν αμελλητί τα κείμενα που θα υλοποιούν τις απαιτούμενες τροποποιήσεις».
Το Decret, όμως, 91 της 24ης Μαρτίου 1982 παρέτεινε την αμφισβητούμενη διαφοροποίηση για την περίοδο από 1ης Φεβρουαρίου έως 31ης Μαρτίου 1982.
Στις 10 Μαΐου 1982, με έγγραφο του ίδιου γενικού διευθυντή, η Επιτροπή γνωστοποίησε στην ιταλική κυβέρνηση ότι είχε «αποφασίσει» να προσφύγει στο Δικαστήριο αν η κυβέρνηση αυτή δεν συμμορφωθεί με την απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 1980 εντός προθεσμίας 2 μηνών, δηλαδή πριν από τις 10 Ιουλίου 1982 περίπου.
Όμως, ο νόμος 267 της 21ης Μαΐου 1982, ο οποίος μετέτρεψε σε νόμο το Decret της 24ης Μαρτίου 1982, παρέτεινε την περίοδο αυτή μέχρι τις 30 Ιουνίου 1982. Και στις 2 Αυγούστου 1982 το Decret Loi 492 μετέθεσε ακόμη την ημερομηνία αυτή για τις 31 Δεκεμβρίου 1982.
Γν — Με βάση τη διάταξη του άρθρου 93, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, σύμφωνα με την οποία
«αν το εν λόγω κράτος δεν συμμορφωθεί προς την απόφαση αυτή εντός της ταχθείσης προθεσμίας, η Επιτροπή ή οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο κράτος δύναται να προσφύγει απευθείας στο Δικαστήριο, κατά παρέκκλιση των άρθρων 169 και 170»,
η Επιτροπή άσκησε στις 5 Αυγούστου 1982 προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας να συμμορφωθεί εντός της προθεσμίας που της είχε ταχθεί (15 Μαρτίου 1981) με την απόφαση της της 15ης Σεπτεμβρίου 1980, παρέβη υποχρέωση που υπέχει από τη συνθήκη.
Έκτοτε, νέο Decret Loi, το 694, που εκδόθηκε την 1η Οκτωβρίου 1982, μετέθεσε για τις 30 Νοεμορίου 1982 τη λήξη της παρατάσεως που είχε αποφασιστεί από το νομοθετικό διάταγμα 492 της 2ας Αυγούστου του ίδιου έτους, του οποίου η ισχύς είχε στο μεταξύ λήξει.
Η ιταλική κυβέρνηση υπέβαλε υπόμνημα αντικρούσεως στις 14 Οκτωβρίου 1982 αλλά μετά την απάντηση της Επιτροπής γνωστοποίησε ότι δεν θα κατέθετε ανταπάντηση.
V —
Ενόψει του νομολογιακού προηγούμενου που αποτελεί η απόφαση του Δικαστηρίου, κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας κατά Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1974 ( 3 ), δεν αμφισβητείται ότι το εν λόγω ιταλικό μέτρο συνιστά ενίσχυση ασυμβίβαστη προς την Κοινή Αγορά. Οι ιταλικές αρχές και οι υπηρεσίες της Επιτροπής δεν διαφωνούν ως προς την κοινοποίηση και το νέο χαρακτήρα του καθεστώτος ενισχύσεων που έχει υπόψη της η απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 1980.
Αν και η απόφαση αυτή δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων μόλις στις 8 Οκτωβρίου 1980, η Επιτροπή είχε διαβιβάσει στην ιταλική κυβέρνηση το κείμενο της αποφάσεως με έγγραφο της 17ης Σεπτεμβρίου 1980, που έφερε την υπογραφή του επιτρόπου Haferkamp, το οποίο άλλωστε εξέθετε με λεπτομερή τρόπο τους λόγους του μέτρου αυτού.
Η ιταλική κυβέρνηση δεν ισχυρίστηκε ποτέ ότι η ίδια η απόφαση δεν ήταν ή ήταν ανεπαρκώς αιτιολογημένη και δεν ζήτησε την ακύρωση της.
Βέβαια, δεν υπάρχει πλέον τυπικά η διάταξη της οποίας την κατάργηση από την ιταλική κυβέρνηση είχε ζητήσει η Επιτροπή με την «τελική» απόφαση διότι το Decret Loi 503, της 30ής Οκτωβρίου 1980, έχει καταργηθεί, αλλά η ουσία της διατάξεως αυτής έχει επαναληφθεί σε μεταγενέστερα κείμενα χωρίς διακοπή της συνέχειας και, εσχάτως, στο Decret Loi 694 της 1ης Οκτωβρίου 1982. Η διάταξη αυτή επομένως διατήρησε την ισχύ της τουλάχιστον μέχρι τις 30 Νοεμβρίου 1982.
Η Επιτροπή θα μπορούσε να είχε προσφύγει στο Δικαστήριο νωρίτερα' μπορούσε ακόμη να προσφύγει ααευαείας στο Δικαστήριο χωρίς να τάξει ακόμη μία φορά προθεσμία στην ιταλική κυβέρνηση, όπως το έκανε στις 10 Μαΐου 1982, ούτε να της παραχωρήσει νέα προθεσμία δύο μηνών.
Η ιταλική κυβέρνηση, εξάλλου, στο υπόμνημα αντικρούσεως έκανε δεκτό a contrario ότι, ακόμη και από τυπική άποψη, έπρεπε να θεωρηθεί κατά την ημέρα της 30ής Ιουνίου 1981 ότι — τουλάχιστον pro parte δεν είχε συμορφωθεί με την απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 1980. Η ιταλική κυβέρνηση περιορίστηκε να εκφράσει την ευχή ότι κατά την ημέρα της προφορικής διαδικασίας η προσαρμογή της ιταλικής νομοθεσίας προς την απόφαση αυτή «να μπορέσει να θεωρηθεί ότι έχει επιτευχθεί πλήρως τόσο ως προς το περιεχόμενο και το πνέυμα της όσο και ως προς την τυπική μορφή της».
Επειδή παρέλκει να εξεταστεί κατά πόσο υλοποιήθηκαν οι ελπίδες αυτές, αλλά λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η ίδια η Επιτροπή μετέβαλε την προθεσμία που είχε αρχικά τάξει στην απόφαση της, της 15ης Σεπτεμβρίου 1980, προτείνω το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι:
η Ιταλική Δημοκρατία, διατηρώντας μετά τις 10 Ιουλίου 1982 διαφοροποίηση μεταξύ του ανδρικού και του γυναικείου εργατικού δυναμικού κατά την ανάληψη από το κράτος των εργοδοτικών εισφορών στην ασφάλιση, κατά των κινδύνων ασθένειας ορισμένων κλάδων της οικονομίας, παρέβη μία από τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη συνθήκη.
Προτείνω επίσης να την καταδικάσει στα δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
( 2 ) «Αν η Επιτροπή διαπιστώσει, αφού τάξει προηγουμένως στους ενδιαφερόμενους προδεσμία για να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους, ότι η ενίσχυση που χορηγείται από ένα κράτος ή με κρατικρύς πόρους δεν συμβιβάζεται με την Κοινή Αγορά κατά το άρ8ρο 92 ... αποφασίζει ότι το εν λόγω κράτος οφείλει να την καταργήσει ή να την τροποποιήσει εντός προθεσμίας που η ίδια καθορίζει.»
( 3 ) Υπό3εση 173/73, Recueil 1974, σσ. 709 και επ.
Full & Egal Universal Law Academy