ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
SIR GORDON SLYNN
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 22 ΙΟΥΝΊΟΥ 1983 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι σικαστές,
Το Finanzgericht του Αμβούργου, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, υπέβαλε στο Δικαστήριο αίτηση περί εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, δυνάμει του άρθρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ, στα ακόλουθα ερωτήματα:
«1.
Μία απόφαση της Επιτροπής που απευθύνεται στα κράτη μέλη, σύμφωνα με το άρορο 4, παράγραφος 6, εδάφιο 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3195/75 της Επιτροπής, της 2ας Δεκεμβρίου 1975, περί του ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο 6), του κανονισμού (ΕΟΚ) 1798/75 του Συμβουλίου, της 10ης Ιουλίου 1975, για την ατελή εισαγωγή ορισμένου οργάνου ή συσκευής, αφορά άμεσα και ατομικά εκείνον ο οποίος εισήγαγε το όργανο ή τη συσκευή που αποτελεί το αντικείμενο της αποφάσεως, οπότε το πρόσωπο αυτό μπορεί να ασκήσει προσφυγή κατά της αποφάσεως της Επιτροπής και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, από ποίου χρονικού σημείου και εντός ποιας προθεσμίας;
2.
Το πρόσωπο που αφορά μία απόφαση την οποία η Επιτροπή έλαβε σύμφωνα με το άρ9ρο 4, παράγραφος 6, εδάφιο 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3195/75 μπορεί να προβάλει το παράνομο της αποφάσεως μόνον εντός της προθεσμίας των δύο μηνών που ορίζεται στο άρθρο 173, παράγραφος 3, της συνθήκης ΕΟΚ με προσφυγή κατά της Επιτροπής, ή το παράνομο της αποφάσεως μπορεί να προβληθεί επίσης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου στο πλαίσιο προσφυγής κατά του καθορισμού του δασμού, με τη συνέπεια ότι ενδεχομένως το ζήτημα του κύρους της αποφάσεως μπορεί να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων από το εθνικό δικαστήριο στο πλαίσιο διαδικασίας περί εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως;
3.
Για την περίπτωση που το παράνομο της αποφάσεως μπορεί να προβληθεί κατά τη διαδικασία ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου: Είναι άκυρη η απόφαση 78/851/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 5ης Οκτωβρίου 1978, περί της συσκευής «Packard 2425 Tri-Carb Spectrometer» για το λόγο ότι μολονότι παρόμοιες συσκευές, όπως περιγράφονται στην απόφαση της Επιτροπής, κατασκευάζονται πράγματι μεν στην Κοινότητα, υπολείπονται όμως σε επίδοση έναντι της εισαχθείσης συσκευής, ιδιαιτέρως λαμβανομένων υπόψη των συγκεκριμένων προδιαγραφών του χρησιμοποιούντος;»
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν από την εισαγωγή στη Γερμανία, τον Αύγουστο του 1976, μιας ηλεκτρονικής συσκευής ελέγχου και μετρήσεως, που κατασκευάζεται στις ΗΠΑ, η οποία ονομάζεται «Packard 2425 Tri-Carb Spectrometer». Ο κανονισμός του Συμβουλίου 1798/75 της 10ης Ιουλίου 1975 (ΕΕ ειδ. έκδ., τόμ. 02/02, σ. 87) προβλέπει την ατελή, ως προς τους δασμούς του κοινού δασμολογίου, εισαγωγή αντικειμένων εκπαιδευτικού, επιστημονικού ή μορφωτικού χαρακτήρα. Η παρούσα υπόθεση αφορά την κατάσταση πριν από την τροποποίηση του κανονισμού, από 1ης Ιανουαρίου 1980, με τον κανονισμό του Συμβουλίου 1027/79, της 8ης Μαΐου 1979 (ΕΕ ειδ. έκδ., τόμ. 02/07, σ. 223).
Βάσει του άρθρου 3 του κανονισμού 1798/75, επιστημονικά όργανα και συσκευές, μη περιλαμβανόμενα στο άρθρο 2, τα οποία εισάγονται «αποκλειστικά για εκπαιδευτικούς σκοπούς ή για καθαρή επιστημονική έρευνα», μπορούν να εισαχθούν ατελώς, υπό την προϋπόθεση ότι «όργανα ή συσκευές ισοδύναμης επιστημονικής αξίας δεν κατασκευάζονται στην Κοινότητα». Δεν αμφισβητείται ότι το φασματόμετρο ήταν επιστημονική συσκευή, απαραίτητη για ένα πρόγραμμα επιστημονικής έρευνας του εισαγωγέα, του πανεπιστημίου του Αμβούργου.
«Η ισοδύναμη επιστημονική αξία», κατά το άρθρο 3, παράγραφος 3, «εκτιμάται διά συγκρίσεως μεταξύ των χαρακτηριστικών και των ιδιαίτερων γνωρισμάτων του οργάνου ή της συσκευής που αποτελεί το αντικείμενο της αιτήσεως ατελείας που αναφέρεται στο άρθρο 4 και εκείνο του αντιστοίχου οργάνου ή της συσκευής που κατασκευάζεται στην Κοινότητα, για να προσδιοριστεί αν το τελευταίο τούτο δύναται να χρησιμοποιηθεί για τους ίδιους επιστημονικούς σκοπούς με εκείνους για τους οποίους προορίζεται το όργανο ή η συσκευή που αποτελεί το αντικείμενο της αιτήσεως ατελείας και αν δύναται να αποδώσει συγκρίσιμες με τις αναμενόμενες από το τελευταίο αυτό υπηρεσίες».
Στις 2 Δεκεμβρίου 1975, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό 3195/75 (OJ L 316, σ. 17, της 6ης Δεκεμβρίου 1975), δυνάμει του άρθρου 9 του κανονισμού 1798/75. Τα άρθρα 3 έως 6 προβλέπουν τη διαδικασία που εφαρμόζεται στην περίπτωση επιστημονικών οργάνων ή συσκευών που εισάγονται ατελώς βάσει του άρθρου 3 του κανονισμού 1798/75. Για να τύχουν δασμολογικής ατέλειας τα εμπορεύματα, ο προϊστάμενος του ιδρύματος ή του οργανισμού που εισάγει τα εμπορεύματα (ή ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος του προϊσταμένου) πρέπει να υποβάλει αίτηση στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους όπου βρίσκεται το ίδρυμα ή ο οργανισμός (άρθρο 3, παράγραφος 1). Το άρθρο 3, παράγραφος 2, απαριθμεί τα στοιχεία που πρέπει να περιέχει η αίτηση. Η αρμόδια αρχή οφείλει να λάβει απόφαση επί της αιτήσεως αυτής «σε κάθε περίπτωση όπου τα στοιχεία που έχει στη διάθεση της, μετά από κάθε απαραίτητη διαβούλευση εντός των ενδιαφερομένων εμπορικών πηγών, την καθιστά σε θέση να εκτιμήσει κατά πόσον υπάρχουν ή όχι όργανα ή συσκευές ισοδύναμης επιστημονικής αξίας που κατασκευάζονται επί του παρόντος στην Κοινότητα» (άρθρο 4, παράγραφος 1). Αν η αρμόδια αρχή δεν μπορεί να λάβει τέτοια απόφαση, στέλνει το φάκελο στην Επιτροπή αναμένοντας την απόφαση της Επιτροπής, η αρμόδια αρχή μπορεί να επιτρέψει την προσωρινή ατελή εισαγωγή των εμπορευμάτων (άρθρο 4, παράγραφος 2).
Όταν της παραπεμφθεί το θέμα, η Επιτροπή ενημερώνει τα κράτη μέλη (άρθρο 4, παράγραφος 3). Αν, μετά δύο μήνες, δεν έχει σταλεί καμιά «δυσμενής» απάντηση στην Επιτροπή από ένα των κρατών μελών, τα εμπορεύματα θεωρούνται ότι πληρούν τους όρους του άρθρου 3, παράγραφος 1, εδάφιο 6), του κανονισμού 1798/75, δηλαδή τεκμαίρεται ότι δεν παράγονται μέσα στην Κοινότητα προϊόντα ισοδύναμης επιστημονικής αξίας. Όταν συμβαίνει αυτό, η Επιτροπή ενημερώνει τα κράτη μέλη (άρθρο 4, παράγραφος 4). Αν ληφθεί «δυσμενής» απάντηση, η Επιτροπή ενημερώνει μια ομάδα εμπειρογνωμόνων που εκπροσωπούν τα κράτη μέλη, οι οποίοι συνέρχονται «στο πλαίσιο της επιτροπής τελωνειακών ατελειών» (που έχει συσταθεί δυνάμει του άρθρου 7 του κανονισμού 1798/75), προς εξέταση του θέματος (άρθρο 4, παράγραφος 5). Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ελέχθη στο Δικαστήριο ότι η ομάδα αυτή περιλαμβάνει συνήθως τελωνειακούς και τεχνικούς εμπειρογνώμονες. Όταν ένα κράτος μέλος εκπροσωπείται μόνο από ένα τελωνειακό εμπειρογνώμονα, αυτός ενημερώνεται πάντοτε για τις τεχνικές πλευρές του θέματος που θα συζητηθεί. Αν από την εξέταση που έγινε προκύπτει ότι εμπορεύματα ισοδύναμης επιστημονικής αξίας κατασκευάζονται στην Κοινότητα, η Επιτροπή εκδίδει απόφαση, αποφαινόμενη ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 3, παράγραφος 1, εδάφιο 6), του κανονισμού 1798/75 και ενημερώνει τα κράτη μέλη' στην αντίθετη περίπτωση, η Επιτροπή αποφαίνεται ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτού (άρθρο 4, παράγραφος 6). Αν η Επιτροπή δεν λάβει απόφαση εντός έξι μηνών από της ημερομηνίας που της υποβλήθηκε η αίτηση, η προϋπόθεση θεωρείται ως πληρωθείσα (άρθρο 4, παράγραφος 7).
Στην παρούσα περίπτωση, το πανεπιστήμιο του Αμβούργου περιέγραψε, στην τελωνειακή διασάφηση, το πρόγραμμα ερευνών για τις οποίες ήταν απαραίτητο το φασματόμετρο ως «μέτρο της ραδιενέργειας στους ιστούς και στα οργανικά υγρά πειραματόζωων στο πλαίσιο μιας πειραματικής ανατομικής έρευνας, που αποβλέπει στην εντόπιση και στην ποσοτική διακρίβωση των χημικών διεργασιών μεταβολισμού του οργανισμού των θηλαστικών». Όσον αφορά την επιστημονική, εκπαιδευτική ή μορφωτική αξία του φασματόμετρου, το πανεπιστήμιο έδωσε την εξής περιγραφή: «Ανίχνευση των ουσιών του μεταβολισμού στον οργανισμό, διά της χρησιμοποιήσεως βασικών συστατικών ραδιενεργώς ιχνη-θετημένων που παρακολουθούνται με ακρίβεια μεγέθους μικρομορίου διά καθορισμού και μετρήσεως της ραδιενεργού διασπάσεως των ραδιενεργών ολιγοστοιχείων, φωτοηλεκτρική ενίσχυση των ωθήσεων των φαινομένων της ραδιενεργού διασπάσεως».
Τον Αύγουστο του 1976 το φασματόμετρο εκτελωνίστηκε ατελώς αρχικά, μολονότι εισπράχθηκε φόρος κύκλου εργασιών εισαγωγής. Σύμφωνα με την απόφαση περί παραπομπής, οι τελωνειακές αρχές παρέπεμψαν εν συνεχεία το θέμα στο Zolltechnische Prüflings- und Lehranstalt (Ίδρυμα Ερευνών και Εκπαιδεύσεως επί της δασμολογικής τεχνικής) του Βερολίνου, για να εξετάσει το ζήτημα κατά πόσο το φασματόμετρο θα μπορούσε να εισαχθεί ατελώς. Το εν λόγω ίδρυμα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι συσκευές ισοδύναμης επιστημονικής αξίας κατασκευάζονται στην Κοινότητα και επομένως οι τελωνειακές αρχές εξέδωσαν διορθωτική πράξη καταλογισμού στις 16 Αυγούστου 1977 (δηλαδή ένα χρόνο μετά την αρχική της απόφαση, στην οποία δεν είχε αναφερθεί ότι ήταν προσωρινή). Με την πράξη αυτή επιβλήθηκε αναδρομικός δασμός 5698,38 μάρκων και φόρος κύκλου εργασιών εισαγωγής 626,82 μάρκων. Κατά την εποχή αυτή βρισκόταν σε ισχύ η απόφαση της Επιτροπής, απευθυνόμενη προς όλα τα κράτη μέλη, με την οποία αναγνωρίστηκε ότι η εν λόγω συσκευή δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις ατελούς εισαγωγής, τουλάχιστον όταν χρησιμοποιείται για ιατρική έρευνα (βλ. την από 23 Μαΐου 1977 απόφαση της Επιτροπής 77/382, ΕΕ ειδ. έκδ., τόμ. 02/03). Το πανεπιστήμιο υπέβαλε ένσταση, στις 31 Αυγούστου 1977, κατά της πράξεως καταλογισμού. Στις 27 Απριλίου 1978, η γερμανική κυβέρνηση απέστειλε επιστολή προς την Επιτροπή, κατ' εντολή των τελωνειακών αρχών, ζητώντας την έκδοση αποφάσεως δυνάμει των άρθρων 4 και 5 του κανονισμού 3195/75, προκειμένου να προσδιοριστεί αν πληρούνταν οι προϋποθέσεις ατελούς εισαγωγής του φασματομέτρου. Η χρήση στην οποία επρόκειτο να τεθεί η εισαχθείσα συσκευή περιγράφηκε στην επιστολή κατά τον ίδιο τρόπο όπως είχε περιγραφεί στην τελωνειακή διασάφηση. Συνέχεια στην επιστολή αναφέρεται ότι η απόρριψη ατελούς εισαγωγής έγινε βάσει της αποφάσεως 77/382.
Εν συνεχεία η Επιτροπή ενημέρωσε τα κράτη μέλη με την από 18 Μαΐου 1978 εγκύκλιο. Η γερμανική κυβέρνηση ανέφερε, με την από 17 Ιουλίου επιστολή, στην Επιτροπή ότι στη Γερμανία κατασκευάζονταν δύο είδη συσκευών ισοδύναμης επιστημονικής αξίας, το Searle ISOCAP 300 και το Philips PW 4540. Η ομάδα των εμπειρογνωμόνων συνεδρίασε στις 14 Σεπτεμβρίου 1978. Κατά τη συνεδρίαση, η ολλανδική αντιπροσωπεία είπε ότι αμφότεροι οι ολλανδικοί τύποι συσκευής ήταν ισοδύναμης επιστημονικής αξίας προς τον τύπο Packard, η δε γαλλική αντιπροσωπεία αποκάλυψε ότι ισάξια συσκευή κατασκευαζόταν επίσης από μια εταιρεία που ονομάζεται Intertechnique. Μετά τη συνεδρίαση, η γαλλική αντιπροσωπεία προσκόμισε ένα κείμενο με μερικά σχόλια που έκανε η Intertechnique για τη μηχανή Packard. Η Επιτροπή Τελωνειακών Ρυθμίσεων αποφάνθηκε ότι η τελευταία δεν μπορούσε να τύχει ατελούς εισαγωγής, κυρίως διότι η συσκευή κατασκευάζεται από την Intertechnique.
Στις 5 Οκτωβρίου 1978, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 78/851 (ΕΕ ειδ. έκδ., τόμ. 02/06, σ. 242), με την οποία διαπίστωσε ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις ατελούς εισαγωγής. Στο προοίμιο αναφέρεται ότι το ερώτημα που έθεσε η γερμανική κυβέρνηση ήταν αν συσκευή ισοδύναμης επιστημονικής αξίας προς τον τύπο Packard 2425 κατασκευαζόταν τότε μέσα στην Κοινότητα, «λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές χρήσεις της που βασίζονται στη μέτρηση της ραδιενέργειας στους ιστούς και στα υγρά του σώματος των πειραματόζωων στα πλαίσια της ανατομικής πειραματικής έρευνας· ... βάσει των πληροφοριών που συλλέχθηκαν στα κράτη μέλη, συσκευές ισοδύναμης επιστημονικής αξίας με την εν λόγω συσκευή και κατάλληλες να χρησιμοποιηθούν στις αυτές χρήσεις κατασκευάζονται επί του παρόντος στην Κοινότητα».
Κατόπιν αυτών, οι τελωνειακές αρχές απέρριψαν την ένσταση του πανεπιστημίου ως αβάσιμη με την από 7 Μαίου 1979 απόφαση. Το πανεπιστήμιο προσέφυγε δικαστικώς προσβάλλοντας την εν λόγω απόφαση στις 11 Ιουνίου. Στη δίκη ενώπιον του Finanzgericht υποστηρίχθηκε ότι η απόφαση 78/851 ήταν εσφαλμένη, διότι το πρόγραμμα ερευνών, τις οποίες το πανεπιστήμιο ήθελε να διενεργήσει, δεν θα ήταν εφικτές, αν χρησιμοποιούνταν ολλανδικές ή γαλλικές συσκευές. Το πανεπιστήμιο διατύπωσε αμφιβολία περί του αν η Επιτροπή είχε εξετάσει με επιμέλεια τη φύση των ερευνών και επέκρινε την απόφαση της για το λόγο ότι με την απόφαση δόθηκε γενική περιγραφή των δυνατών χρήσεων της συσκευής, χωρίς να δοθεί λεπτομερής αιτιολογία. Οι τελωνειακές αρχές ανέφεραν ότι δεσμεύονταν από την απόφαση και ότι δεν μπορούσαν να ελέγξουν την πραγματική της ακρίβεια. Το Finanzgericht ζήτησε τη γνώμη δύο πραγματογνωμόνων, αμφότεροι δε κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή είχε σφάλει.
Το Finanzgericht είχε αμφιβολίες ως προς το αν η απόφαση της Επιτροπής μπορούσε να προσβληθεί με άλλη βάση πλην της βάσεως του άρθρου 173 της συνθήκης ή, τουλάχιστον, εντός της προθεσμίας που θέτει το άρθρο αυτό και ως προς τη σχέση μεταξύ των προσφυγών του άρθρου 173 και των προδικαστικών παραπομπών του άρθρου 177 της συνθήκης.
Με το πρώτο υποβληθέν ερώτημα ρωτάται, στην πραγματικότητα, αν ο εισαγωγέας συσκευής που καλύπτεται από αρνητική απόφαση της Επιτροπής δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 6, του κανονισμού 3195/75 μπορεί να ασκήσει προσφυγή βάσει του άρθρου 173 της συνθήκης προς ακύρωση της αποφάσεως αυτής. Μια τέτοια απόφαση πρέπει «να κοινοποιείται» στην προκειμένη δε περίπτωση απευθύνθηκε προς όλα τα κράτη μέλη. Το ζήτημα επομένως είναι αν η απόφαση «αφορά αμέσως και ατομικώς» τον εισαγωγέα. Στην παρούσα περίπτωση, η απόφαση προήλθε ειδικά από την αίτηση των γερμανικών αρχών, της 27ης Απριλίου 1978 σε σχέση με τη συσκευή εισήγαγε το πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Επομένως, το πανεπιστήμιο βρίσκεται σε μια θέση που δεν διαφέρει σημαντικά από τη Θέση του αιτούντος στην υπόθεση 294/81 Control Data Belgium NV SA κατά Επιτροπής (απόφαση που δημοσιεύ9ηκε στις 17 Μαρτίου 1983, Συλλογή 1983, σ. 911). Κατά τη γνώμη μου, σύμφωνα με τα κριτήρια που υιο9έτησε το Δικαστήριο, η απόφαση αυτή αφορούσε και «άμεσα» και «ατομικά» το πανεπιστήμιο, οπότε αυτό ενομιμοποιείτο να ασκήσει προσφυγή εντός δύο μηνών από της δεκάτης πέμπτης ημέρας μετά τη δημοσίευση της αποφάσεως στην Επίσημη Εφημερίδα (άρθρο 81, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου). Στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι απαραίτητο να αποφανθείτε αν άλλοι εισαγωγείς όμοιας συσκευής 9α βρίσκονταν στην ίδια θέση.
Το επόμενο θέμα είναι κατά πόσο μια τέτοια προσφυγή, βάσει του άρθρου 173, αποτελεί το μόνο ένδικο μέσο που διαθέτει ένας εισαγωγέας στη θέση του πανεπιστημίου ή κατά πόσο αυτός μπορεί να προσβάλει το νόμιμο των αποφάσεων της Επιτροπής σε δίκη όπου προσβάλλονται πράξεις των εθνικών τελωνειακών αρχών αν ναι, κατά πόσο αυτός μπορεί να το πράξει μετά την παρέλευση της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής του άρθρου 173. Τα ζητήματα αυτά ανέκυψαν στην υπόθεση 59/77 De Bloos κατά Bouyer (1977) ECR 2359, δεν υπήρξε όμως ανάγκη να αποφανθεί επ' αυτών το Δικαστήριο. Η σχέση μεταξύ των άρθρων 173 Kat 177 έχει συζητηθεί πάρα πολύ από τους συγγραφείς, πλην όμως η απάντηση στα ανακύψαντα ερωτήματα δεν φαίνεται να έχει διατυπωθεί με λεπτομέρειες σε απόφαση του Δικαστηρίου.
Καθώς έχει συχνά λεχθεί, η απαρχή, η έκταση εφαρμογής και οι σκοποί των δύο άρθρων είναι διαφορετικοί. Το άρθρο 173 υποχρεώνει το Δικαστήριο να εξετάζει τη νομιμότητα ορισμένων πράξεων του Συμβουλίου και της Επιτροπής ως προς συγκεκριμένους λόγους, όπως η έλλειψη αρμοδιότητας και παραβίαση της συνθήκης. Υπάρχει βραχεία προθεσμία ασκήσεως προσφυγής, τα φυσικά δε ή νομικά πρόσωπα μπορούν να προσφύγουν στο Δικαστήριο μόνο σε περιορισμένες περιπτώσεις. Αν αποδειχθεί το παράνομο της πράξεως, το Δικαστήριο ακυρώνει την πράξη και αποφαίνεται ότι δεν παράγει έννομο αποτέλεσμα. Αυτό ισχύει πλήρως, έστω και αν τα αποτελέσματα της ακυρώσεως μπορούν να περιοριστούν από πλευράς χρόνου ή εκτάσεως της εφαρμογής. Κατά το άρθρο 177, πέραν των ερωτημάτων ερμηνείας, στο Δικαστήριο έχει δοθεί δικαιοδοσία να αποφαίνεται προδικαστικώς επί της ισχύος των πράξεων των οργάνων. Δεν προβλέπεται καμιά προθεσμία δεν προσδιορίζεται δε ποια στοιχεία μπορούν να προκαλέσουν ακυρότητα' ο περιορισμός που περιέχεται στο άρθρο 173 σε αποφάσεις που απευθύνονται σε πρόσωπο ή σε κανονισμούς ή σε άλλες αποφάσεις που το αφορούν αμέσως και ατομικώς, δεν υπάρχει εν προκειμένω. Το εθνικό δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια ή την υποχρέωση να υποβάλει αίτηση περί εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως. Το αποτέλεσμα της διερευνήσεως στην οποία προβαίνει το Δικαστήριο επί των παραπεμπομένων ερωτημάτων δεν αποτελεί ακυρωτική απόφαση, αλλά προδικαστική ως προς την «ισχύ», όρος ο οποίος μπορεί να έχει διαφορετική έκταση εφαρμογής από τον όρο «νομιμότητα». Επομένως, η προσβληθείσα πράξη εξακολουθεί να υπάρχει, έστω και αν η απόφανση του Δικαστηρίου ότι είναι άκυρη δεσμεύει τα εθνικά δικαστήρια ενώπιον των οποίων εκκρεμεί η οικεία διαφορά και τα άλλα δικαστήρια ή θεσμικά όργανα πρέπει να την ακολουθούν, προκειμένου να επιτευχθεί κάποιο είδος ομοιομορφίας μέσα στην Κοινότητα.
Συνεπώς, μολονότι τα πρακτικά αποτελέσματα μιας αποφάσεως δυνάμει των δύο άρθρων ενδέχεται σε μερικές περιπτώσεις να είναι τα ίδια, οι δυο διαδικασίες και η μορφή ένδικης θεραπείας διαφέρουν ουσιωδώς. Το άρθρο 177 δεν αποκλείει ρητώς προδικαστικές παραπομπές ως προς την ισχύ μιας πράξεως, όταν υπάρχει ευχέρεια ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως, δεν υπάρχει δε κανένας εγγενής ισχυρός λόγος για να υποθέσουμε έναν τέτοιο αποκλεισμό. Αντιθέτως, όπως έχει αναγνωρίσει το Δικαστήριο, η ύπαρξη της διαδικασίας του άρθρου 177 παρέχει στον πολίτη τα αναγκαία μέσα θεραπείας, τα οποία δεν θα του ήταν άλλως πως διαθέσιμα. Καταρχήν, μου φαίνεται ότι ερώτημα όσον αφορά την ισχύ πράξεως είναι δυνατό να υποβάλλεται σε περίπτωση που είναι δυνατή η προσφυγή ακυρώσεως, όπως ακριβώς είναι δυνατό σε περίπτωση που ένα πρόσωπο δεν θα ενομιμοποιείτο να προσφύγει δυνάμει του άρθρου 173 (υπόθεση 16/65, Schwarze κατά EVStG (1965) ECR 877).
Το κατά πόσο είναι δυνατό να υποβληθεί προδικαστικό ερώτημα όσον αφορά την ισχύ πράξεως, σε περίπτωση που είναι δυνατή η άσκηση προσφυγής ακυρώσεως, η οποία δεν ασκήθηκε όμως εμπροθέσμως, είναι διαφορετικό ζήτημα. Η μη άσκηση εμπρόθεσμης προσφυγής κατά το άρθρο 173 «συνεπάγεται την απώλεια του πραγματικού δικαιώματος ασκήσεως προσφυγής» (υπόθεση 20/65, Collotti κατά Δικα-στηρίον (1965) ECR 847 σ. 850). Μετά ταύτα, η πράξη δεν είναι δυνατό να ακυρωθεί. Παρ' όλ' αυτά, δεν έπεται ότι σε δίκη ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, όπου η ακύρωση δεν αποτελεί την επιδιωκόμενη θεραπεία, ο διάδικος δεν μπορεί να προσβάλει την ισχύ πράξεως θεσμικού οργάνου ή μια πράξη ή διαδικασία εθνικής αρχής, που απορρέει από κοινοτική πράξη και εξαρτάται από την ισχύ της τελευταίας, μετά την πάροδο της δίμηνης προθεσμίας που τάσσεται από το άρθρο 173. Πράξεις των εθνικών αρχών, με τις οποίες τίθενται σε εφαρμογή κοινοτικά μέτρα, είναι πιθανό να θεσπιστούν μετά τη δίμηνο προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 173, θα ήταν δε υπερβολικό να υποστηριχθεί ότι η ανάγκη για ασφάλεια του δικαίου εμποδίζει κατά εντελώς γενικό τρόπο την ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων προσβολή της ισχύος τέτοιων πράξεων βάσει του ότι το κοινοτικό μέτρο ήταν άκυρο, αυτό καθεαυτό, και ως εκ τούτου να εμποδιστεί επίσης η προδικαστική παραπομπή δυνάμει το άρθρου 177, άπαξ και έχει παρέλθει η προθεσμία αιτήσεως ακυρώσεως.
Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι ένας προσφεύγων δεν μπορεί να επιδιώξει να αποφύγει το απαράδεκτο αιτήματος βάσει ενός άρθρου της συνθήκης, εισάγοντας το αίτημα με προσφυγή ασκούμενη βάσει διαφορετικού άρθρου. Έτσι, σε ορισμένες υποθέσεις, αίτημα αποζημιώσεως απορρίφθηκε όταν ήταν απαράδεκτο το αίτημα ακυρώσεως ή δεν είχε ασκηθεί εμπροθέσμως και όταν υπάρχει στενός σύνδεσμος μεταξύ του αιτήματος ακυρώσεως και του αιτήματος αποζημιώσεως (βλ. πχ. υπόθεση 4/67, Müller κατά Επιτροπής (1967) ECR 365 υπόθεση 11/72 Giordano κατά Επιτροπής (1973) ECR 417). Μια τέτοια πάντως υπόθεση περιλαμβάνει δύο δίκες ενώπιον του αυτού δικαστηρίου, του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Εντούτοις, στην παρούσα περίπτωση, η προσβολή της ισχύος έγινε σε δίκη ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, στην οποία δεν ζητείται ακύρωση πράξεως κοινοτικού οργάνου, εξουσία την οποία δεν έχουν τα εθνικά δικαστήρια.
Κατά συνέπεια, δεν μου φαίνεται ότι, ακόμη και ελλείψει ειδικής διατάξεως όπως αυτή του άρθρου 184 της συνθήκης (την οποία προφανώς μπορεί να επικαλεστεί κράτος μέλος που θα μπορούσε να προσφύγει βάσει του άρθρου 173, υπόθεση 32/65, Ιταλία κατά Ενμβουλίον και Επιτροπής (1966) ECR 389), διάδικος ο οποίος μπορούσε να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως βάσει του άρθρου 173 και δεν το έπραξε αποκλείεται να προσβάλει την ισχύ πράξεως διότι έχει παρέλθει η προθεσμία αιτήσεως ακυρώσεως. Εάν, όπως νομίζω, ένα τέτοιο ζήτημα μπορεί να εγερθεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, τότε, κατά τη γνώμη μου, το ζήτημα όσον αφορά την ισχύ της πράξεως μπορεί να παραπεμφθεί στο Δικαστήριο βάσει του άρθρου 177. Κατά τη γνώμη μου, το αντίθετο αποτέλεσμα θα ισοδυναμούσε με άγνοια της ουσιώδους δομής των διατάξεων της συνθήκης.
Ερχόμενος στο θέμα της ισχύος της αποφάσεως 78/851, είναι σαφές ότι, βάσει του κανονισμού 3195/75, η αρμόδια εθνική αρχή έχει την εξουσία να αποφαίνεται επί αιτήσεων χορηγήσεως δασμολογικής ατέλειας. Το θέμα παραπέμπεται στην Επιτροπή για απόφαση, αν η εθνική αρχή «δεν είναι δυνατό» να λάβει απόφαση. Στην παρούσα υπόθεση, οι τελωνειακές αρχές παρέπεμψαν το θέμα στο Ίδρυμα Δασμολογικής Τεχνικής και όχι στην Επιτροπή. Βάσει της εξετάσεως που διενήργησε το εν λόγω ίδρυμα, οι τελωνειακές αρχές νόμισαν ότι μπορούσαν να απορρίψουν την αίτηση και εξέδωσαν διορθωτική πράξη καταλογισμού, επιβάλλοντας δασμό ένα έτος αφότου είχαν επιτρέψει την εισαγωγή της συσκευής οριστικά. Αυτό κατέστη σαφές στην Επιτροπή με επιστολή που ο ομοσπονδιακός υπουργός οικονομικών παρέπεμψε το θέμα σ' αυτή. Το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 3195/75 ορίζει, επιπλέον, ότι, όταν η αρμόδια εθνική αρχή στέλνει την αίτηση περί δασμολογικής ατέλειας στην Επιτροπή, πρέπει επίσης να στέλνει «μια συνοπτική εξήγηση των λόγων γιατί η αρμόδια αρχή δεν μπόρεσε να λάβει απόφαση περί χορηγήσεως ή μη δασμολογικής απαλλαγής». Από τα λεγόμενα, η επιστολή, στην παρούσα υπόθεση, σαφώς αναφέρει ότι απορρίφθηκε η αίτηση. Επομένως, εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι η βασική προϋπόθεση για παραπομπή του θέματος στην Επιτροπή βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 2, δηλαδή αδυναμία λήψεως αποφάσεως βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 1, δεν πληρούνταν και η Επιτροπή δεν επελήφθη προσηκόντως του θέματος. Εντούτοις, είναι επίσης δυνατό να υποστηριχθεί ότι η παραπομπή του θέματος στην Επιτροπή μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε στάδιο λήψεως αποφάσεως της αρμόδιας εθνικής αρχής, οσάκις καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν είναι δυνατή η λήψη αποφάσεως και όχι ακριβώς στο πρώτο στάδιο. Δεδομένου ότι το ζήτημα δεν έχει παραπεμφθεί στο Δικαστήριο από το Finanzgericht, δεν χρειάζεται, κατά τη γνώμη μου, να ασχοληθώ μ' αυτό στην προκειμένη περίπτωση.
Η εξέταση που γίνεται βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 5, του κανονισμού 3195/75 διενεργείται συγκρίνοντας τα χαρακτηριστικά και τις προδιαγραφές των εν λόγω οργάνων ή συσκευών με σκοπό να προσδιοριστεί (1) κατά πόσο μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τους ίδιους επιστημονικούς σκοπούς και (2) κατά πόσον η επίδοση τους είναι παρεμφερής. Δεν χρειάζεται να αποδεικνύεται ότι τα χαρακτηριστικά και οι προδιαγραφές των εν λόγω οργάνων ή συσκευών είναι από κάθε άποψη πανομοιότυπα. Το ερώτημα που πρέπει να θέσουν στον εαυτό τους η ομάδα των πραγματογνωμόνων, εξετάζοντας το θέμα, είναι το εξής: είναι δυνατό να προβλεφθεί, βάσει των χαρακτηριστικών και προδιαγραφών των εν λόγω οργάνων ή συσκευών, ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τους ίδιους επιστημονικούς σκοπούς και ότι η επίδοση των οργάνων ή συσκευών που κατασκευάζονται μέσα στην Κοινότητα είναι παρεμφερής με εκείνη που μπορεί να αναμένεται από το εισαγόμενο όργανο ή συσκευή; Στο ερώτημα αυτό η απάντηση πρέπει να δοθεί, καθώς δέχεται ο πληρεξούσιος της Επιτροπής, με αναφορά στη συγκεκριμένη χρήση για την οποία προορίζεται το εισαγόμενο όργανο ή η συσκευή, καθώς εκτίθεται στην αίτηση περί χορηγήσεως δασμολογικής ατέλειας.
Η απόφαση εναπόκειται κατ'ουσία στους πραγματογνώμονες και δεν πρέπει να στηρίζονται απλώς σ' αυτά που λέγουν οι ανταγωνιζόμενοι κατασκευαστές. Στην παρούσα υπόθεση, κατέστη σαφές ότι οι πραγματογνώμονες εξέτασαν πράγματι τα στοιχεία που περιέχονται στην αίτηση, καθώς και τις συγκρίσεις που προσκόμισαν οι εταιρείες που φέρονται ότι κατασκευάζουν παρεμφερή εξοπλισμό, προκειμένου να αποφανθούν και στα δύο ερωτήματα, κατά πόσο ο εξοπλισμός θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τους ίδιους επιστημονικούς σκοπούς και κατά πόσο η επίδοση ήταν παρεμφερής. Επιπλέον αυτοί είχαν το δικαίωμα να κάνουν χρήση της δικής τους εμπειρίας και των τεχνικών γνώσεων που έχουν στη διάθεση τους για να καταλήξουν στην απόφαση τους, όπως πράγματι έπραξαν στην προκειμένη περίπτωση.
Στην παρούσα υπόθεση η διαφορά περιορίζεται κατ' ουσία στην έννοια της «παρεμφερούς επιδόσεως»· προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι το πρόγραμμα ερευνών, που το πανεπιστήμιο θέλει να εκτελέσει, δεν θα ήταν εφικτό αν χρησιμοποιούνταν εναλλακτικές συσκευές, διότι, καθώς αναφέρεται στο τρίτο από τα υποβληθέντα ερωτήματα, η ικανότητα αποδόσεως τους είναι κατώτερη από εκείνη του φασματόμετρου Packard.
«Παρεμφερής» επίδοση δεν σημαίνει «την ίδια από κάθε άποψη επίδοση» πρόκειται περί σχετικού όρου, που πρέπει να νοείται, σε κάθε περίπτωση, εν αναφορά προς το σκοπό για τον οποίο προσδιορίζεται η εισαγόμενη συσκευή. Παραδείγματος χάρη, ο βαθμός του «παρεμφερούς» που απαιτείται μπορεί να διαφέρει ανάλογα με το αν η εισαγόμενη συσκευή πρόκειται να χρησιμοποιηθεί για καθαρή και εφαρμοσμένη έρευνα και, αν πρόκειται για το τελευταίο, από την προβλεπόμενη εφαρμογή. Το ουσιώδες στοιχείο έγκειται στο αν είναι εύλογα δυνατό να γίνει υποκατάσταση των συσκευών που κατασκευάζονται μέσα στην Κοινότητα στις εισαγόμενες συσκευές. Κατά συνέπεια, διαφορά στην επίδοση, ή έστω το γεγονός ότι η εισαγόμενη συσκευή έχει ανώτερη επίδοση δεν είναι δυνατό, αυτό καθεαυτό, να αρκεί προς απόδειξη του ότι η επίδοση δεν είναι «παρεμφερής», προκειμένου να εκτιμηθεί η ισοδύναμη επιστημονική αξία.
Το Δικαστήριο μπορεί να αναγνωρίσει την ακυρότητα μιας αποφάσεως, αν μπορεί να αποδειχθεί ότι οι πραγματογνώμονες δεν έπραξαν το καθήκον τους σύμφωνα με τους κανονισμούς, ή διερεύνησαν εσφαλμένα ερωτήματα ή έλαβαν υπόψη θέματα τα οποία δεν έπρεπε να λάβουν ή παρέλειψαν να λάβουν υπόψη σχετικά θέματα ή αν καταχράστηκαν των εξουσιών τους ή κατέληξαν σε συμπέρασμα στο οποίο, βάσει του διαθέσιμου υλικού, καμιά ομάδα λογικών πραγματογνωμόνων δεν θα μπορούσε να καταλήξει. Υπό την επιφύλαξη αυτού, η απόφαση εναπόκειται προεχόντως στους πραγματογνώμονες.
Μολονότι έχει προσκομιστεί γνώμη εμπειρογνώμονα αντίθετη προς την άποψη που κατέθεσε η Επιτροπή των πραγματογνωμόνων, μολονότι το αποτέλεσμα έχει επικριθεί και μολονότι μπορεί να γίνει δεκτό ότι υπάρχουν διαφορές απόψεως ως προς τον παρεμφερή χαρακτήρα της συσκευής, για τους ειδικούς σκοπούς του πανεπιστημίου, δεν μου φαίνεται ότι έχει αποδειχθεί στην παρούσα υπόθεση ότι εμφιλοχώρησε πρόδηλο νομικό σφάλμα ή σφάλμα προσεγγίσεως, ή ότι δεν υπήρξε υλικό πάνω στο οποίο οι πραγματογνώμονες θα μπορούσαν να καταλήξουν στο συμπέρασμά τους, όπως έπραξαν, όσον αφορά την καταλληλότητα της εν λόγω συσκευής. Επομένως, φρονώ ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι η απόφαση ήταν άκυρη.
Κατά συνέπεια, για τους λόγους που εξέθεσα, φρονώ ότι στα ερωτήματα που υπέβαλε το Finanzgericht πρέπει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:
1.
Το πρόσωπο το οποίο μια απόφαση που η Επιτροπή έλαβε δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 6, του κανονισμού 3195/75 αφορά αμέσως και ατομικώς μπορεί να προσβάλει την ισχύ της ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου στο πλαίσιο προσφυγής κατά της πράξεως επιβολής δασμού, το εθνικό δε δικαστήριο μπορεί, όπου χρειάζεται, να υποβάλει το ζήτημα της ισχύος της αποφάσεως στο Δικαστήριο υπό μορφή αιτήσεως περί εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, έστω και αν το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν έχει προσβάλει το νόμιμο της αποφάσεως με προσφυγή ασκηθείσα εμπροθέσμως βάσει του άρθρου 173 της συνθήκης.
2.
Εξέταση του ερωτήματος δεν απεκάλυψε κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι η απόφαση 78/851 της Επιτροπής είναι άκυρη.
( 1 ) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy