ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 27 ΟΚΤΩΒΡΊΟΥ 1983 ( 1 )
Κύριε Πρόεάρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Εισαγωγή
Όπως είναι γνωστό, στο Βέλγιο και στο Λουξεμβούργο υφίστανται δύο κανονιστικές ρυθμίσεις για την αγορά ξένων νομισμάτων. Υφίσταται αφενός η ελεύθερη αγορά, όπου η συναλλαγματική ισοτιμία διαμορφώνεται ανάλογα με την προσφορά και τη ζήτηση χωρίς περιορισμούς. Αφετέρου, υφίσταται η ρυθμιζόμενη αγορά, όπου τα περιθώρια διακύμανσης δεν υπερβαίνουν ορισμένα όρια, λόγω της παρεμβάσεως της Εθνικής Τράπεζας του Βελγίου. Χάρη στις παρεμβάσεις αυτές στη ρυθμιζόμενη αγορά, η τιμή του φράγκου Βελγίου και Λουξεμβούργου είναι συχνά υψηλότερη από την τιμή που διαμορφώνεται στην ελεύθερη αγορά. Για την ορθή λειτουργία του συστήματος αυτού της αγοράς συναλλάγματος που καθιέρωσε η εν λόγω διπλή κανονιστική ρύθμιση, τόσο η αγορά όσο και η πώληση ξένων νομισμάτων υπόκεινται σε περιορισμούς στη ρυθμιζόμενη αγορά.
Για τους υπαλλήλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων οι αρμόδιες αρχές του Βελγίου και του Λουξεμβούργου ελάττωσαν με την πάροδο του χρόνου τους περιορισμούς αυτούς. 'Ετσι, κατά τη δεκαετία του 60 παρεσχέθη η δυνατότητα σύστασης ειδικών μετατρέψιμων λογαριασμών μέσω των οποίων ήταν δυνατή η αγορά ξένων νομισμάτων στη ρυθμιζόμενη αγορά. Αρχικά, η δυνατότητα αυτή παρεσχέθη υπό τη μόνη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι έπρεπε να είναι υπάλληλοι των Κοινοτήτων που δεν έχουν την ιθαγένεια του Βελγίου ή του Λουξεμβούργου. Πάντως, στη συνέχεια η δυνατότητα αυτή κατέληξε στην ακόλουθη τακτική: να αγοράζονται τακτικά ξένα νομίσματα που μεταπωλούνταν αμέσως στην ελεύθερη αγορά με αποτέλεσμα την προσπόριση κέρδους («πρόκριση νομισματικής συναλλαγής» [arbitrage] που συνεπάγεται «συναλλαγματικό κέρδος»). Χαρακτηρίζοντας τις συναλλαγές αυτές ως καταχρηστική χρησιμοποίηση των ειδικών μετατρέψιμων λογαριασμών, οι αρχές του Βελγίου και του Λουξεμβούργου περιόρισαν το Δεκέμβριο του 1981 τη δυνατότητα διενέργειας των πληρωμών μέσω των λογαριασμών αυτών ή μέσω λογαριασμών σε ξένο συνάλλαγμα στο 25 ο/ο των αποδοχών. Τον Ιούνιο του 1982 ο περιορισμός αυτός καταργήθηκε και πάλι μετά από διαβήματα των κοινοτικών οργάνων, έτσι ώστε το σύνολο των αποδοχών κατεβάλλετο στον ειδικό μετατρέψιμο λογαριασμό συναλλάγματος υπό την προϋπόθεση ότι τα όργανα θα προσυπέγραψαν δήλωση, σύμφωνα με την οποία οι δικαιούχοι των λογαριασμών αυτών θα ανελάμβαναν μεταξύ άλλων την υποχρέωση να μην προβαίνουν στην παραπάνω πρόκριση νομισματικής συναλλαγής. Πάντως, η καταβολή των αποδοχών στους εν λόγω μετατρέψιμους λογαριασμούς απεκλείετο για τους υπαλλήλους που είχαν υπηκοότητα Βελγίου ή Λουξεμβούργου.
Η προσφυγή του Depoortere, ο οποίος έχει βελγική ιθαγένεια, αφορά την εξαίρεση αυτή. Για το λόγο αυτό υπέβαλε στις 17 Νοεμβρίου 1981 ένσταση κατά το άρθρο 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων, ένσταση που η Επιτροπή απέρριψε στις 18 Μαίου 1982. Ακολούθησε στις 12 Αυγούστου 1982 προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου εντός της προθεσμίας που τάσσει το άρθρο 91, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Δεδομένου ότι η εξαίρεση αυτή δεν καθιερώθηκε με αυτοτελή απόφαση της Επιτροπής, αλλ' είναι άμεση συνέπεια των σχετικών αποφάσεων των αρχών Βελγίου και Λουξεμβούργου που προανέφερα (και που παρατίθενται διεξοδικότερα στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση), το πρώτο ζήτημα που θέτει η εν λόγω προσφυγή είναι φυσικά το παραδεκτό της.
2. Η προσφυγή
Ο προσφεύγων ζητεί από το δικαστήριο:
1.
Να κρίνει την προσφυγή παραδεκτή και βάσιμη·
2.
Κατά συνέπεια:
2.1.
να κρίνει άκυρη και χωρίς έννομο αποτέλεσμα την απάντηση που επεφύλαξε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 18 Μαΐου 1982 στην ένσταση που υπέβαλε ο προσφεύγων στις 17 Νοεμβρίου 1981·
2.2.
να διατάξει την εξαφάνιση της διάκρισης, όσον αφορά την καταβολή, καθώς και των σχετικών μηχανισμών, εντέλλοντας ιδίως την Επιτροπή να διενεργεί τις πληρωμές σε όμοιους λογαριασμούς με τις ίδιες δυνατότητες χρησιμοποίησης για όλους τους υπαλλήλους·
2.3.
να διατάξει την παύση της παράβασης του άρθρου 12 του πρωτοκόλλου περί προνομίων και ασυλιών
2.4.
να διατάξει την καταβολή στον προσφεύγοντα του διαφυγόντος κέρδους του από το Φεβρουάριο 1981, δηλαδή 125500 βελγικά φράγκα, ποσό που μπορεί ενδεχομένως να αυξηθεί κατά τη διάρκεια της δίκης·
2.5.
να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
Οι ισχυρισμοί και τα κύρια επιχειρήματα που προβάλλονται με την προσφυγή αφορούν την παράβαση, και/ή την κακή εκτίμηση:
α)
του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων και ιδίως του άρθρου 63 και του άρθρου 17, παράγραφος 1, του παραρτήματος VII, του εν λόγω κανονισμού ·
6)
των γενικών αρχών για την ίση μεταχείριση των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στο Βέλγιο, στο μέτρο που υφίσταται διάκριση λόγω της ιθαγένειας και μόνο στο θέμα της καταβολής των αποδοχών μεταξύ υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
γ)
του άρθρου 48, παράγραφος 2, της συνθήκης ΕΟΚ και του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 1612, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στην Κοινότητα, στο μέτρο που η Επιτροπή δεν αντιτάσσεται στη διάκριση σχετικά με τις αποδοχές των υπαλλήλων της·
δ)
των γενικών αρχών που αφορούν την εφαρμογή των άρθρων 1 και 2 της πρώτης οδηγίας του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 1960, περί της εφαρμογής του άρθρου 67 της συνθήκης ΕΟΚ, στο μέτρο που η Επιτροπή ανέχεται, κατά παράβαση των διατάξεων αυτών, «σημαντικές και διαρκείς αποκλίσεις» μεταξύ των τιμών της επίσημης αγοράς συναλλάγματος και των τιμών της ελεύθερης αγοράς, πράγμα που σημαίνει ότι η εν λόγω διάκριση συνεπάγεται σημαντικές επιπτώσεις οικονομικής φύσης·
ε)
των γενικών αρχών για την ίση μεταχείριση των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στο Βέλγιο, στο μέτρο που η Επιτροπή δεν απήτησε υπέρ του προσφεύγοντος, επιδεικνύοντας την απαιτούμενη επιμέλεια και σύμφωνα με το καθήκον της να μεριμνά για την τήρηση των συνθηκών — όπως όφειλε να πράξει σύμφωνα με το άρθρο 12, στοιχείο γ), του πρωτοκόλλου της 8ης Απριλίου 1965 περί των προνομίων και ασυλιών και σύμφωνα με το άρθρο 1 του κανονισμού 549/69 του Συμβουλίου, της 25ης Μαρτίου 1969, σχετικά με τους υπαλλήλους στους οποίους εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 12, 13 και 14 του πρωτοκόλλου — τη διατήρηση των συνήθων διευκολύνσεων που κατακτήθηκαν με την πάροδο του χρόνου που ήδη ενέκριναν τόσο η ίδια, όσο και η βελγική κυβέρνηση και αφορούν τη μετατρεψιμότητα που καθιέρωσε το Ινστιτούτο Συναλλάγματος Βελγίου και Λουξεμβούργου·
στ)
των γενικότερων συνεπειών ipso facto ευνοϊκών για τους αλλοδαπούς που διαμένουν στο Βέλγιο) που απορρέουν από την απόφαση περί των «ιδίων πόρων», οι οποίοι θεσπίστηκαν υπέρ της Κοινότητας με την απόφαση της 21ης Απριλίου 1970 περί αντικαταστάσεως των χρηματικών εισφορών των κρατών μελών από ιδίους πόρους των Κοινοτήτων, καθώς και της αρχής σύμφωνα με την οποία οι πιστώσεις εγγράφονται για το ολικό ποσό τους στον προϋπολογισμό (άρθρο 3 του δημοσιονομικού κανονισμού της 21ης Δεκεμβρίου 1977), η οποία αποκλείει τη δυνατότητα διάθεσης των συναλλαγματικών εισφορών των κρατών μελών για ειδικούς σκοπούς και a fortiori για πολιτική μισθών που διαφέρει ανάλογα με την ιθαγένεια.
Κατά την άποψη μου, από τα αιτήματα και τους ισχυρισμούς προκύπτει σαφώς ότι ο προσφεύγων προσάπτει ειδικότερα στην Επιτροπή ότι δεν προέβη σε αποτελεσματικές ενέργειες ενώπιον των αρχών του Βελγίου και του Λουξεμβούργου σχετικά με τη διάκριση που ισχυρίζεται ότι γίνεται εις βάρος την υπαλλήλων που έχουν την ιθαγένεια του Βελγίου (ή του Λουξεμβούργου). Παραπέμπω υπό την έννοια αυτή ειδικότερα στους ισχυρισμούς υπό στοιχεία γ), δ) και ε), πρέπει όμως να τονίσω ότι ακόμη και με τον ισχυρισμό υπό στοιχείο 6) δεν γίνεται λόγος για πράξη της Επιτροπής που δημιουργεί διάκριση, αλλ' αποκλειστικά για το ότι «υφίσταται διάκριση» χωρίς να διευκρινίζεται ποιος φέρει την ευθύνη. Ακόμη και το αίτημα για αποκατάσταση της ζημίας προϋποθέτει λογικά ότι οι υπάλληλοι που έχουν την ιθαγένεια του Βελγίου ή του Λουξεμβούργου πρέπει να τυγχάνουν των ιδίων διευκολύνσεων που παρέχονται στους υπαλλήλους που έχουν άλλες ιθαγένειες. Πράγματι αν τα πλεονεκτήματα που χορηγούνται στους υπαλλήλους που έχουν άλλη ιθαγένεια πρέπει να θεωρηθούν παράνομα, στην πραγματικότητα φαίνεται ότι πρέπει λιγότερο να γίνεται λόγος για παράνομη ζημία εις βάρος του προσφεύγοντος (καθώς και των άλλων υπαλλήλων των Κοινοτήτων που έχουν την ιθαγένεια του Βελγίου ή του Λουξεμβούργου), παρά για ευνοϊκότερη μεταχείριση υπέρ των υπαλλήλων που έχουν άλλη ιθαγένεια, μεταχείριση η οποία μπορεί να θεωρηθεί ως παράνομη.
3. Το ζήτημα του παραδεκτού
Σύμφωνα με το άρθρο 91, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, η προσφυγή είναι παραδεκτή μόνο αν υποβλήθηκε «στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή ένσταση κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, εντός της προβλεπομένης εκεί προθεσμίας». Στο βαθμό που ενδιαφέρει την παρούσα υπόθεση, το άρθρο 90, παράγραφος 2, ορίζει ότο «οι υπάλληλοι που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος κανονισμού μπορούν να υποβάλλουν στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή ένσταση κατά βλαπτικής πράξεως υπό μορφή είτε αποφάσεως που έλαβε η αρχή, είτε επιβαλλόμενου από τον κανονισμό μέτρου το οποίο δεν έλαβε».
Συνεπώς, το παραδεκτό της προσφυγής εξαρτάται από τον ατομικό χαρακτήρα της απόφασης ή του επιβαλλόμενου από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης αλλά μη ληφθέντος μέτρου, που ο ενδιαφερόμενος ισχυρίζεται ότι τον έβλαψε.
Πάντως, ο ατομικός αυτός χαρακτήρας δεν ανευρίσκεται ούτε στην προσφυγή, ούτε στην προηγηθείσα ένσταση, ούτε στην απάντηση του προσφεύγοντος. Όπως έχω ήδη παρατηρήσει, από τα εν λόγω έγγραφα εκείνο που μπορεί να συναχθεί το πολύ είναι ότι ο προσφεύγων προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν προέβη σε αποτελεσματικές ενέργειες κατά rav προαναφεθέντων μέτρων που έλαβαν οι αρχές του Βελγίου και Λουξεμβούργου. Πάντως, μια τέτοια ενέργεια δεν μπορεί να στηριχΜ σε καμία διάταξη του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων αλλά στο άρθρο 169 της συνθήκης ΕΟΚ. Ο προσφεύγων 9α μπορούσε ενδεχομένως να στραφεί κατά της Επιτροπής με βάση το άρ9ρο 175 της συνθήκης ΕΟΚ. Τόσο όμως από τη διατύπωση της προσφυγής, όσο και από την ένσταση σε καμία περίπτωση το αίτημα δεν είναι δυνατό να ερμηνευτεί υπό την έννοια αυτή. Αντιθέτως, σε αμφότερα τα έγγραφα υποδεικνύεται ότι το παραδεκτό της προσφυγής πρέπει να εκτιμη9εί αποκλειστικά με βάση τα άρ9ρα 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων. Εξάλλου, στην παράγραφο 30 του υπομνήματος αντικρούσεως της, η Επιτροπή παρατηρεί ορ9ά ότι με την απόφαση του στην πρώτη υπό9εση Lütticke (υπό9εση 48/65, Jurispr. XII (1966), σ. 27), το Δικαστήριο έκρινε ότι ιδιώτης δεν μπορεί να υποχρεώσει την Επιτροπή να εφαρμόσει το άρθρο 169. Κατ' εμέ, στη συγκεκριμένη περίπτωση ο υπάλληλος των Κοινοτήτων πρέπει να εξομοιω9εί με οποιοδήποτε ιδιώτη.
Όπως 9α εν9υμείστε, το Δικαστήριο ζήτησε κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας περισσότερες διευκρινίσεις ως προς το αντικείμενο της προσφυγής σύμφωνα με τα εν λόγω άρ9ρα και συνεπώς ως προς το παραδεκτό της ίδιας της προσφυγής.
Με την ευκαιρία αυτή, η Επιτροπή δήλωσε κατά τη συνεδρίαση ότι, διατηρώντας ορισμένες επιφυλάξεις ως προς το παραδεκτό, θεώρησε τελικά ότι η ένσταση στρεφόταν κατά της παραλείψεως να παράσχει βοήθεια όπως προβλέπει το άρθρο 24 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Για το λόγο αυτό, προσέθεσε η Επιτροπή, δεν επεδίωξε να προβάλει ένσταση απαραδέκτου, διότι απέδιδε μεγάλη σημασία στο γεγονός να εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας για τα ζητήματα που έθεσε ο Depoortere. Στο θέμα αυτό ακόμα απόψεις που αφορούν την «οικονομία της δίκης», είχαν επίσης σημασία, υπό την έννοια ότι σε περίπτωση που η υπό κρίση προσφυγή 9εωρηθεί απαράδεκτη, άλλοι υπάλληλοι, υπήκοοι Βελγίου ή Λουξεμβούργου, 9α μπορούσαν να ασκήσουν νέα προσφυγή, ζητώντας την αυστηρότερη εφαρμογή των διατάξεων του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Κρίνοντας επί της ουσίας της διαφοράς, το Δικαστήριο μπορεί να καταστήσει κάθε νέα προσφυγή άνευ αντικειμένου.
Κατ' εμέ, για διαφόρους λόγους, η άποψη που υπεστήριξε η Επιτροπή στο θέμα του παραδεκτού δεν μπορεί να γίνει δεκτή από το Δικαστήριο και θεωρώ ότι πρέπει να προτείνω την αυτεπάγγελτη απόρριψη της προσφυγής ως απαράδεκτης.
Πρώτον, τόσο από την προσφυγή όσο και από την απάντηση προκύπτει ότι ο προσφεύγων δεν προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν του παρέσχε βοήθεια στο θέμα της αγωγής που άσκησε κατά του βελγικού δημοσίου. Αντιθέτως, προβάλλει ότι η Επιτροπή «υπεύθυνη για την τήρηση των συνθηκών, δεν προέβλεψε η ίδια την ισότητα αμοιβών των υπαλλήλων της Βέλγων ή μη», όπως προκύπτει από τη συνοπτική εξέταση του αντικειμένου της προσφυγής που ο εκπρόσωπος του προσφεύγοντος εξέθεσε περιληπτικά κατά τη συνεδρίαση. Σε καμία όμως περίπτωση με τον τρόπο αυτό δεν διευκρινίζεται επαρκώς η απόφαση ή η παράλειψη κατά της οποίας στρέφεται η προσφυγή, σύμφωνα με το άρ9ρο 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
Δεύτερον, ούτε από την προσφυγή ούτε από την απάντηση μπορεί να συναχθεί με επαρκή σαφήνεια το αντικείμενο της προσφυγής, εκτός ίσως από το αίτημα για αποκατάσταση της ζημίας, το οποίο, για παρόμοιους λόγους που προτίθεμαι να εκθέσω σε λίγο, θεωρώ επίσης ότι είναι απαράδεκτο. Όπως ήδη έχω παρατηρήσει, από την προσφυγή εμφαίνεται ότι ο προσφεύγων προσάπτει ιδίως στην Επιτροπή ότι δεν προέοη σε αποτελεσματικές ενέργειες ενώπιον των αρχών Βελγίου-Λουξεμβούργου στο θέμα της διάκρισης την οποία ισχυρίζεται ότι υπάρχει. Έχω ήδη παρατηρήσει ότι ένας τέτοιος ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει δεκτός στο πλαίσιο των άρθρων 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, δεδομένου ότι ο τελευταίος δεν επιβάλλει καμία σχετική υποχρέωση προς ενέργεια. Αν είχε την πρόθεση να προσάψει στην Επιτροπή το γεγονός ότι παρέλειψε να ενεργήσει κατά του Βελγίου δυνάμει του άρθρου 169 της συνθήκης ΕΟΚ, ο προσφεύγων θα έπρεπε όπως ήδη έχω πει να το διευκρινίσει με την προσφυγή του. Αν πάλι είχε την πρόθεση να προσάψει στην Επιτροπή αποκλειστικά ότι δεν θέσπισε μέτρα, τα οποία είχε τη δυνατότητα να θεσπίσει αυτοτελώς — ή ενδεχομένως μετά από διαβούλευση με τα άλλα όργανα — ο προσφεύγων δεν θα έπρεπε να στηρίζεται στο άρθρο 63 του κανονισμού και στο άρθρο 17, παράγραφος 1, του παραρτήματος VII του ιδίου κανονισμού, αλλά στο άρθρο 17, παράγραφος 2, του εν λόγω παραρτήματος, πράγμα το οποίο παρέλειψε να πράξει. Αλλ' ούτε διευκρίνισε ποια κατά τη γνώμη του είναι τα άλλα μέτρα που θα μπορούσε να θεσπίσει αυτοτελώς ως προς αυτόν η Επιτροπή και δεν τα θέσπισε. Η θεμελίωση στο άρθρο 63 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και στο άρθρο 17, παράγραφος 1, του παραρτήματος VII του ιδίου κανονισμού δεν στηρίζεται στην προκειμένη περίπτωση επαρκώς, δεδομένου ότι αφενός ο προσφεύγων δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι οι αποδοχές του καταβάλλονται σε βελγικά φράγκα, ενώ αφετέρου οι εν λόγω διατάξεις δεν αναφέρουν τίποτε ως προς τον τρόπο, σύμφωνα με τον οποίο οι υπάλληλοι μπορούν να διαθέτουν τις αποδοχές τους για την αγορά ξένων νομισμάτων. Οι δυνατότητες αυτές χρησιμοποιήσεως των αποδοχών εντάσσονται από τη φύση τους στην ισχύουσα επί συναλλαγματικών θεμάτων εθνική νομοθετική ρύθμιση.
Τρίτον, από πρακτική πλευρά επίσης είναι εκ των πραγμάτων αδύνατη η εξέταση της ουσίας ακόμη και των σημαντικότερων ισχυρισμών και επιχειρημάτων του προσφεύγοντος, δεδομένου ότι η απόφαση, κατά της οποίας στρέφεται η προσφυγή, δεν αφορά ατομικά, κατά το άρθρο 90, παράγραφος 2, τον προσφεύγοντα. Πράγματι, ανάλογα με τη φύση της πράξης που περέλειψε η Επιτροπή, ποικίλλουν σημαντικά και τα εφαρμοστέα προς εκτίμηση της υποθέσεως κριτήρια.
Τέταρτον, προτείνω να απορριφθεί και το αίτημα για «καταβολή του διαφυγόντος κέρδους». Το αίτημα αυτό πρέπει να θεωρηθεί ως απαράδεκτο ακόμη και στην περίπτωση που, όπως διευκρινίζεται στην απάντηση θεωρηθεί ως αίτημα για αποκατάσταση της ζημίας κατά το άρθρο 215, δεύτερη παράγραφος, της συνθήκης ΕΟΚ. Προκειμένου να προσδιορίσει τις παράνομες πράξεις ή παραλείψεις που προσάπτει στην Επιτροπή, ο προσφεύγων παραπέμπει με την απάντηση του κυρίως στη σελίδα 18 της ενστάσεως του. Από τις διευκρινίσεις που παρέχονται εκεί συμπεραίνω ότι προσάπτει στην Επιτροπή το γεγονός ότι δεν έλαβε, κατά το άρθρο 169 της συνθήκης ΕΟΚ, κανένα μέτρο κατά του βελγικού κράτους για τις προβαλλόμενες παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου. Πάντως, όπως ήδη έχω παρατηρήσει, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι υπάλληλοι δεν μπορούν κατά νόμο να απαιτούν από την Επιτροπή την εφαρμογή του άρθρου 169. Αλλ' ούτε στην απάντηση ή στις διευκρινίσεις που παρεσχέθησαν κατά τη συζήτηση στάθηκε δυνατό να ανεύρω σαφή καθορισμό των άλλων παρανόμων πράξεων τις οποίες ο προσφεύγων προσάπτει στην Επιτροπή. Επ' αυτού παραπέμπω στην προηγούμενη επιχειρηματολογία μου.
Τέλος, σε αντίθεση με την Επιτροπή, φρονώ ότι δεν ενδείκνυται για την ορθή και αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης η μη εξέταση του ζητήματος του παραδεκτού και η κρίση επί της ουσίας της εν λόγω προσφυγής. Πράγματι, είναι δύσκολο να γίνει μια ικανοποιητική εξέταση της ουσίας, όταν το πρόβλημα που θέτει η προσφυγή έχει τεθεί εσφαλμένα. Επιπλέον, η συνέπεια που φοβάται η Επιτροπή, η άσκηση δηλαδή της νέας προσφυγής, τη φορά αυτή στηριζόμενη στην παράβαση του άρθρου 24 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων, έχει στο μεταξύ ήδη λάβει χώρα εν μέρει με την υπόθεση 28/83 (Forcheri κατά Επιτροπής), έτσι ώστε απόφαση επί της ουσίας να μην είναι δυνατό να αποτρέψει μια τέτοια συνέπεια. Όπως γνωρίζετε, στη νέα αυτή υπόθεση παρενέβη και η βελγική κυβέρνηση, γεγονός που επιτρέπει να γίνει με τρόπο ικανοποιητικό η εκτίμηση της κανονιστικής ρύθμισης Βελγίου-Λουξεμβούργου, στο πλαίσιο της οποίας εντάσσεται κατ' ουσία και η προσφυγή με την οποία ασχολούμαι σήμερα.
4. Τελικές παρατηρήσεις και συμπέρασμα
Με τις προεκτεθείσες σκέψεις μου δεν έχω την πρόθεση να αγνοήσω την εύλογη ανησυχία που αισθάνονται ιδίως, αλλ' όχι αποκλειστικά, οι υπάλληλοι των Κοινοτήτων που είναι υπήκοοι Βελγίου και Λουξεμβούργου λόγω των περιορισμών που συνεπάγεται για την ελεύθερη διάθεση των αποδοχών τους η κανονιστική ρύθμιση Βελγίου-Λουξεμβούργου στο θέμα των συναλλαγών σε ξένο νόμισμα. Κατ' ανάγκη, πρέπει κανείς να τηρήσει στάση αναμονής προκειμένου να διαπιστώσει αν η λύση που, όπως ανακοίνωσαν κατά την προφορική διαδικασία της υπόθεσης, επέλεξαν πρόσφατα τα όργανα για το ζήτημα αυτό θα είναι αρκετά ικανοποιητική. Αν αυτό δεν συμβεί, δεν θα απέκλεια τη δυνατότητα άσκησης ενώπιον του Δικαστηρίου νέας προσφυγής, προκειμένου να κρίνει κατά κάποιο τρόπο επί της ουσίας, όσον αφορά τις συνέπειες της κανονιστικής ρύθμισης Βελγίου-Λουξεμβούργου επί του δικαιώματος των υπαλλήλων που είναι υπήκοοι Βελγίου και Λουξεμβούργου να διαθέτουν ελεύθερα τις αποδοχές τους. Πάντως πρέπει το Δικαστήριο να αποφανθεί βάσει σαφούς καθορισμού των αιτημάτων και ισχυρισμών που, όπως έχω ήδη πει, δεν συνέβη στην υπό κρίση υπόθεση. Επ' αυτού, η παρούσα δίκη μπορεί να θεωρηθεί ότι συμβάλλει επωφελώς στη διευκρίνιση των ζητημάτων που τίθενται στην προκειμένη περίπτωση, στο μέτρο που έδωσε στην Επιτροπή την ευκαιρία να εκθέσει με σαφήνεια τις απόψεις που υποστηρίζει από νομική άποψη στα υπό κρίση γενικά ζητήματα.
Από την εξέταση της παρούσας υπόθεσης προτείνω το Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
1)
να απορρίψει την προσφυγή αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη·
2)
κάθε διάδικος να φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση από τα ολλανδικά.
Full & Egal Universal Law Academy