ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΉΣ ΕΙΣΑΓΕΛΈΑ SIMONE ROZÈS
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 20 ΣΕΠΤΕΜΒΡΊΟΥ 1983 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι όικασνες,
Με την παρούσα υπόθεση επελήφθητε, κατ'εφαρμογή του άρθρου 177, δεύτερη και τρίτη παράγραφος, της συνθήκης ΕΟΚ, διαφόρων προδικαστικών ερωτημάτων, τα οποία υπέβαλε ο δικαστής Brian Grant του Tunbridge Wells County Court και τα οποία αφορούν τις δραστηριότητες του «Apple and Pear Development Council» [Συμβούλιο Ανάπτυξης στον τομέα των μήλων και αχλαδιών], οργανισμού που διέπεται από το αγγλικό δίκαιο.
Ι —
Η εν λόγω αίτηση για έκδοση προδικαστικής απόφασης εντάσσεται στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του εν λόγω οργανισμού και τριών καλλιεργητών μήλων και αχλαδιών, και συγκεκριμένα των Κ. & J. Lewis Ltd, Leighton Fruit Ltd και R. Μ. O. Capper. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του νόμου του 1947 (νόμου περί βιομηχανικής οργανώσεως και αναπτύξεως), εξουσιοδοτεί τον αρμόδιο υπουργό να εκδίδει απόφαση «για την ίδρυση συμβουλίου ανάπτυξης» σε τομέα της βιομηχανίας που θεωρεί πρόσφορο, προκειμένου ιδίως «να αυξηθεί η αποτελεσματικότητα ή η παραγωγικότητα» στον οικονομικό αυτό τομέα. Πριν από την ίδρυση της οργάνωσης αυτής, ο υπουργός οφείλει να εξακριβώνει με τη διενέργεια σχετικών ερευνών, στη συνέχεια δε κάθε πέντε τουλάχιστον έτη, αν την ίδρυση του οργανισμού αυτού επιθυμεί σημαντικός αριθμός των απασχολούμενων στον τομέα αυτό προσώπων.
Μετά από αίτηση καλλιεργητών μήλων και αχλαδιών, ο βρετανός υπουργός γεωργίας εξέδωσε, δυνάμει των διατάξεων αυτών, το 1966 το «Apple and Pear Development Council Order». Ύστερα από διαβουλεύσεις για τη σκοπιμότητα της διατήρησης του «Council», οι οποίες απέβησαν καρποφόρες, το εν λόγω Order τροποποιήθηκε με άλλο Order του 1980, το οποίο φέρει τον ίδιο τίτλο.
Κατ' αυτόν, οι καλλιεργητές που κατέχουν στην Αγγλία ή στην Ουαλία έκταση δύο ή περισσοτέρων εκταρίων, φυτευμένων με πενήντα ή περισσότερες μηλιές ή αχλαδιές, οφείλουν να εγγράφονται στα οικεία βιβλία του «Council» και να του καταβάλλουν ετήσια εισφορά, το ανώτατο ύψος της οποίας καθορίζει ο υπουργός το άρθρο 9, παράγραφος 1, του Order του 1980 ( 2 ) καθόρισε το ύψος του ποσού αυτού σε 29 λίρες ανά εκτάριο, στη συνέχεια δε το τροποποιητικό του πρώτου Order ( 3 ) σε 40 λίρες ανά εκτάριο.
Το «Council» άσκησε ενώπιον του Tunbridge Wells County Court αγωγή, ζητώντας να καταδικάσει τους τρεις καλλιεργητές να του καταβάλουν την οφειλόμενη για το λήγον στις 31 Μαρτίου 1981 οικονομικό έτος εισφορά.
Οι μη συμμορφούμενοι καλλιεργητές ισχυρίζονται ότι τόσο η ίδρυση, όσο και οι δραστηριότητες οργανισμού όπως το «Council», είναι ασυμβίβαστες προς την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα των οπωροκηπευτικών και έχουν αποτέλεσμα ισοδύναμο με ποσοτικούς περιορισμούς στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Θεωρούν συνεπώς ότι το «Council» δεν είχε εξουσία επιβολής εισφοράς, προορισμός της οποίας ήταν η χρηματοδότηση αθέμιτων δραστηριοτήτων. Αξιώνουν λοιπόν την επιστροφή της εισφοράς από την 1η Φεβρουαρίου 1973.
Όπως είναι εύλογο, το «Council» αντικρούει την άποψη αυτή: θεωρεί ότι η ίδρυση και η άσκηση των δραστηριοτήτων του συνάδουν απόλυτα προς το κοινοτικό δίκαιο αλλά, ακόμη και για την αντίθετη περίπτωση, ο οργανισμός αυτός αμφισβητεί τη δυνατότητα των εναγόντων να αρνηθούν την αξίωση για καταβολή της εισφοράς ή να επιτύχουν επιστροφή των εισφορών που έχουν ήδη καταβληθεί.
Προκειμένου να αποφανθεί επί της διαφοράς, το επιληφθέν δικαστήριο σας ζητεί να κρίνετε προδικαστικά επί σειράς ερωτημάτων, προς διευκόλυνση της ανάπτυξης των οποίων ας μου επιτραπεί να συνοψίσω ως εξής:
1.
Αντιτίθενται στα άρθρα 30 και 34 ή 38 μέχρι 47 της συνθήκης ΕΟΚ., στα άρθρα 42 και 60 της Πράξης Προσχώρησης ή στον κανονισμό περί κοινής οργάνωσης των αγορών στον τομέα των οπωροκηπευτικών τα ακόλουθα περιστατικά και μέτρα:
α)
Η ίδρυση οργανισμού με τη σύνθεση και τις δραστηριότητες του «Council»,
6)
η καταρχήν υποχρέωση που επιβάλλεται στους άγγλους και ουαλούς καλλιεργητές μήλων και αχλαδιών να εγγράφονται στα οικεία βιβλία του «Council» και η αναγωγή σε ποινικό αδίκημα της παράλειψης συμμόρφωσης προς την εν λόγω υποχρέωση;
γ)
η υποχρέωση που επιβάλλεται στους εγγεγραμμένους καλλιεργητές να προσκομίζουν δηλώσεις και να παρέχουν πληροφορίες για τις επαγγελματικές δραστηριότητες τους και η αναγωγή σε ποινικό αδίκημα της παράλειψης συμμόρφωσης προς την υποχρέωση αυτή;
δ)
η υποχρέωση καταβολής ετήσιας εισφοράς στο «Council»;
ε)
η απαλλαγή από τα μέτρα αυτά των παραγωγών που κατέχουν έκταση μικρότερη των δύο εκταρίων ή λιγότερα από πενήντα οπωροφόρα δέντρα;
2.
Σε περίπτωση που η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι τουλάχιστον εν μέρει καταφατική, αυτό επηρεάζεται από το γεγονός ότι η πλειοψηφία των καλλιεργητών τάχθηκε t j της διατήρησης του «Council»;
3.
Οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου προς τις οποίες τα περιγραφόμενα στο πρώτο ερώτημα μέτρα είναι ενδεχομένως ασυμβίβαστα έχουν άμεση εφαρμογή, υπό την έννοια ότι απονέμουν στους ιδιώτες δικαιώματα, που οι τελευταίοι μπορούν να προβάλλουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων;
Αν ναι,
α)
έχουν ως συνέπεια την απαλλαγή καλλιεργητή από την καταβολή της εισφοράς;
6)
μπορούν να στηρίξουν αξίωση για επιστροφή των καταβληθεισών εισφορών, ολικώς ή μερικώς α), μετά ή και πριν από την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου 6);
γ)
αποφασίζοντας να διατάξει την επιστροφή των εισφορών, το δικαστήριο κράτους μέλους μπορεί να λάβει υπόψη του το γεγονός ότι το προϊόν της εισφοράς χρησιμοποιήθηκε από το «Council» για δραστηριότητες που απέβησαν ή μπορούσαν να αποβούν προς όφελος των καλλιεργητών;
4.
Το ενδεχόμενο ασυμβίβαστο ενός από τα περιγραφόμενα στο πρώτο ερώτημα μέτρα προς το άρθρο 30 ή προς το άρθρο 34 της συνθήκης υφίσταται από την 1η Ιανουαρίου 1975, ημερομηνία που αναφέρει το άρθρο 42 της Πράξης Προσχώρησης, ή από την 1η Φεβρουαρίου 1973, που αναφέρει το άρθρο 60 της ιδίας πράξης;
Τα ερωτήματα αυτά παρουσιάζουν δυσχέρειες διαφορετικής φύσης. Εκείνο με το οποίο θα ασχοληθώ ιδιαίτερα είναι το πρώτο ερώτημα. Πράγματι, απαντώντας στο ερώτημα αυτό θα υπεισέλθω σε δύο από τα μόνα τρία θέματα που αποτέλεσαν αντικείμενο πραγματικών συζητήσεων μεταξύ αυτών που παρενέβησαν στη δίκη.
Τα εν λόγω δύο θέματα αφορούν:
—
το αν συμβιβάζονται προς το κοινοτικό δίκαιο τα διαφημιστικά δημοσιεύματα για τα βρετανικά μήλα και αχλάδια,
α)
γενικά,
6)
για ορισμένες ποικιλίες·
—
το αν συμβιβάζεται προς το κοινοτικό δίκαιο η δράση του «Council» στο θέμα των κανόνων ποιότητας.
Το τρίτο κύριο θέμα των συζητήσεων που διεξήχθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου αφορά το νομικό χαρακτηρισμό ως ενίσχυσης, κατά την έννοια των άρθρων 92 και 93 της συνθήκης, της καταβαλλόμενης από τους καλλιεργητές στο «Council» εισφοράς. Επειδή το ερώτημα αυτό δεν συμπεριλαμβάνεται μεταξύ εκείνων που υπέβαλε το παραπέμπον δικαστήριο, διερωτώμαι αν το Δικαστήριο μπορεί να απαντήσει αυτεπάγγελτα.
II —
Λόγω της προκαταρκτικής φύσης του, προτίθεμαι να εξετάσοο πρώτα το σημείο αυτό.
1.
Κατά τη συνεδρίαση, το «Council» διατύπωσε σοβαρές επιφυλάξεις ως προς αν είναι σκόπιμη η εξέταση του εν λόγω σημείου. Τόνισε ότι το ερώτημα αυτό, το οποίο τέθηκε για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας, είναι εντελώς νέο και χωρίς συνάφεια με τα ζητήματα που είχε να επιλύσει ο εθνικός δικαστής. Θεωρεί ότι η απάντηση του θα έθετε σε κίνδυνο την ισορροπία μεταξύ των αντίστοιχων εξουσιών επί προδικαστικών θεμάτων των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου. Φρονεί ότι είναι δυνατό να θιγούν τα δικαιώματα των διαδίκων στην κύρια δίκη που θα μπορούσαν να καταθέσουν παρατηρήσεις ή τουλάχιστον εκτενέστερες παρατηρήσεις επί των εν λόγω ερωτημάτων ενώπιον του εθνικού δικαστή και ενώπιον του Δικαστηρίου, αν τα ερωτήματα αυτά είχαν εγερθεί σε φάση προγενέστερη της κατάθεσης των γραπτών παρατηρήσεων ενός οργάνου και ενός κράτους μέλους — απλών τρίτων στη δίκη — στο πλαίσιο της προκειμένης διαδικασίας.
Οι παρατηρήσεις αυτές, ασφαλώς πρόσφορες, 9α μας έπειθαν αν, επιπλέον, το ζήτημα του νομικού χαρακτηρισμού των επίδικων εισφορών ως ενισχύσεων είχε αποφασιστική κατ'εμάς σημασία για την επίλυση της διαφοράς.
Δεν νομίζω όμως ότι το πράγμα έχει έτσι. Πράγματι, όπως προκύπτει από τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 29ης Νοεμβρίου 1978 ( 4 ) και της 26ης Ιουνίου 1979 ( 5 ), όταν πρόκειται για διαφορά, που αφορά γεωργικό τομέα διεπόμενο από κοινή οργάνωση αγοράς, πρέπει κατά προτεραιότητα να εξεταστεί το ζήτημα που ανακύπτει υπ'αυτό το πρίσμα. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από το άρθρο 38, παράγραφος 2, της συνθήκης, οι γενικοί κανόνες που προβλέπονται για την εγκαθίδρυση της κοινής αγοράς δεν μπορούν να υπερισχύουν αντιθέτων ειδικών διατάξεων που θεσπίζονται στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής. Μεταξύ των τελευταίων αυτών, συγκαταλέγονται, για τους λόγους που έχουν ήδη εκτεθεί στην απόφαση Pigs Marketing Board ( 6 ) οι διατάξεις της συνθήκης που αφορούν την κατάργηση των δασμολογικών και εμπορικών εμποδίων στο ενδοκοινοτικό εμπόριο ( 7 ). Επιβάλλεται ειδικότερα η κατά προτεραιότητα εξέταση των κανόνων δικαίου που αφορούν τη γεωργία σε σχέση με τις διατάξεις του κεφαλαίου της συνθήκης που αφορούν τον ανταγωνισμό, το σύνολο δηλαδή των άρθρων 85 μέχρι 94. Πράγματι, όπως προκύπτει από το άρθρο 31 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1035/72 περί κοινής οργανώσεως της αγοράς στον τομέα των οπωροκηπευτικών, οι διατάξεις των άρθρων 92 μέχρι 94 σχετικά με τις ενισχύσεις που επικαλείται κράτος μέλος δεν μπορούν να υπερισχύσουν των διατάξεων του κανονισμού για την οργάνωση στον τομέα αυτό της αγοράς ( 8 ).
Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν προτίθεμαι να εξετάσω αν συμβιβάζεται η εισπραττόμενη από τους καλλιεργητές εισφορά προς τα άρθρα 92 μέχρι 94 της συνθήκης παρά συνοπτικά και επικουρικά για την περίπτωση που δεν συμμερίζεσθε την ανάλυση μου.
2.
Το ερώτημα αυτό προσέλαβε μεγάλη σημασία κατά τη διάρκεια των συζητήσεων, προφανώς λόγω της θέσης της Επιτροπής. Πράγματι, η τελευταία θεωρεί ότι οι δραστηριότητες του «Council» αντίκεινται στο κοινοτικό δίκαιο.
Η άποψη της εκκινεί από την αναμφισβήτητη διαπίστωση ότι υπηρεσίες, όπως αυτές που προσφέρει το «Council», συνιστούν ενίσχυση, κατά την έννοια του άρθρου 92 της συνθήκης, έστω και αν χρηματοδοτούνται μέσω εισπραττόμενης από τους καλλιεργητές εισφοράς. Με την απόφαση του της 22ας Μαρτίου 1977 ( 9 )το Δικαστήριο έκρινε επ' ευκαιρία μέτρων όμοιων προς τα επίδικα ότι, «όσον αφορά μέτρο της δημόσιας αρχής που ευνοεί ορισμένες επιχειρήσεις ή ορισμένα προϊόντα, το γεγονός ότι το μέτρο αυτό χρηματοδοτείται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου από εισφορές που η δημόσια αρχή επιβάλλει και εισπράττει από τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις, δεν αλλοιώνει το νομικό χαρακτηρισμό του ως άνευ απαλλάγματος πλεονεκτήματος» ( 10 ). Άρα, οι παρεχόμενες από το «Council» υπηρεσίες στους καλλιεργητές μήλων και αχλαδιών συνιστούν πράγματι ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92 της συνθήκης ΕΟΚ.
Εξάλλου, από το φάκελο της δικογραφίας μπορεί να διαπιστωθεί ότι το ανώτατο ύψος της εισφοράς αυξήθηκε τρεις φορές από την προσχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου στις Κοινότητες, και συγκεκριμένα την_ 1η Απριλίου 1975, καθώς και στις 7 Μαΐου και 18 Δεκεμβρίου 1980. Συμφωνώ με την άποψη που εξέφρασε ο γενικός εισαγγελέας Warner με τις προτάσεις του στην υπόθεση Pigs and Bacon Commission ( 11 ) ότι η αύξηση μιας επιβάρυνσης φορολογικού χαρακτήρα που προορίζεται να χρηματοδοτήσει ενίσχυση μπορεί να συνιστά τροποποίηση της ενίσχυσης κατά την έννοια του άρθρου 93, παράγραφος 3. Η Επιτροπή λοιπόν αναφέρει ότι δεν ενημερώθηκε προηγουμένως για την τροποποίηση αυτή σε καμία από τις τρεις περιπτώσεις, αντίθετα προς όσα απαιτεί το άρθρο 93, παράγραφος 3. Κατ' αυτήν, από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η ενίσχυση είναι αθέμιτη από την 1η Απριλίου 1975, ημερομηνία της πρώτης τροποποίησης του ύψους της εισφοράς.
Την άποψη αυτή αμφισβητεί έντονα η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου. Θεωρεί ότι ενημέρωνε σταθερά την Επιτροπή για τις δραστηριότητες του «Council» και ιδίως για τις τροποποιήσεις του ύψους της εισφοράς, κατ' εφαρμογή των διατάξεων της συνθήκης περί των κρατικών ενισχύσεων. Προσκόμισε σχετικά αντίγραφα αποσπασμάτων της απογραφής των ενισχύσεων που παρασχέθηκαν στο Ηνωμένο Βασίλειο στον τομέα των οπωροκηπευτικών, αντίγραφα τα οποία κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή. Τα προσκομισθέντα αποσπάσματα αφορούν τα έτη 1973, 1974, 1976, 1979, 1980 και 1981. Πράγματι, διαπιστώνει κανείς ότι κάθε φορά αναφέρεται το ποσό της ενίσχυσης ( 12 ). Πάντως, η Επιτροπή ορθώς απαντά ότι οι πληροφορίες αυτές διαφέρουν, λόγω της φύσεως τους, από την κοινοποίηση που απαιτεί το άρθρο 93, παράγραφος 3, της συνθήκης: στην πραγματικότητα, έπονται της χορήγησης της ενίσχυσης, ενώ το άρθρο 93, παράγραφος 3, επιτάσσει η κοινοποίηση να προηγείται.
Πάντως, η παρατήρηση αυτή δεν νομίζω ότι είναι ικανή να επιλύσει το ζήτημα. Πράγματι, θεωρώ ότι η προβλεπόμενη από το άρθρο 93, παράγραφος 3, διαδικασία, δεν ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση. Μολονότι συμμερίζομαι την άποψη του γενικού εισαγγελέα Warner, σύμφωνα με την οποία «δεν συντρέχει ... κανένας λόγος ώστε το άρθρο 93, παράγραφος 3, να μην ερμηνευτεί αυστηρά» ( 13 ), συμφωνώ και με την άποψη του γενικού εισαγγελέα Trabucchi ότι εξαιρούνται από την υποχρέωση κοινοποίησης ( 14 )«τροποποιήσεις δευτερεύουσας σημασίας σύμφωνα με όσα ... προβλέπονταν από το βασικό καθεστώς». Στη συγκεκριμένη περίπτωση φρονώ ότι η τροποποίηση του ύψους της ενίσχυσης που κατά το Ηνωμένο Βασίλειο δεν έγινε παρά προκειμένου να ληφθεί υπόψη ο πληθωρισμός, πρέπει να θεωρηθεί ως δευτερεύουσα, μάλιστα δε αμελητέα.
III —
Έρχομαι τώρα στην εξέταση του πρώτου ερωτήματος που υπέβαλε το παραπέμπον δικαστήριο, και το οποίο θα μου επιτρέψει να ασχοληθώ, με το αν συμβιβάζονται προς το κοινοτικό δίκαιο οι διαφημιστικές εκστρατείες για τα αγγλικά και ουαλικά φρούτα, καθώς και προς τις δραστηριότητες του «Council» σε θέματα κανόνων ποιότητας.
Προτίθεμαι επίσης να απαντήσω στα ερωτήματα που υπέβαλε ειδικότερα ο εθνικός δικαστής και αφορούν ιδίως τη σύνθεση του «Council», την υποχρέωση εγγραφής στα οικεία βιβλία, την υποχρέωση προσκόμισης δηλώσεων και παροχής πληροφοριών, καθώς και την υποχρέωση καταβολής εισφοράς.
A — Όσον αφορά ra όιαφημιοτίκά δημοοιεύματα για τα αγγλικά και οναλικά φρούτα
Θεωρώ χρήσιμο να κάνω διάκριση μεταξύ των διαφημιστικών εκστρατειών που οργανώνονται για τα φρούτα γενικότερα και εκείνων που αφορούν βασικά ορισμένες ιδιαίτερες ποικιλίες.
Οι κανόνες του κοινοτικού δικαίου που έχουν εφαρμογή είναι αφενός εκείνοι σχετικά με την κοινή οργάνωση των αγορών και αφετέρου εκείνοι σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, οι οποίοι, όπως προανέφερα, πρέπει να θεωρούνται ότι αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της κοινής οργάνωσης.
1.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν χωρεί αμφιβολία ότι οι επίδικες διαφημιστικές εκστρατείες έχουν ως σκοπό να επιτρέψουν στους βρετανούς παραγωγούς να επανακτήσουν τη συμμετοχή τους στην αγορά ( 15 ). Ορισμένα στοιχεία της δικογραφίας καταδεικνύουν πράγματι σαφώς ότι η εν λόγω συμμετοχή μειώ9ηκε τα τελευταία έτη υπέρ καλλιεργητών που προέρχονται από άλλες χώρες της Κοινότητας (ιδίως υπέρ των γάλλων καλλιεργητών), ακόμη δε και υπέρ καλλιεργητών από τρίτες χώρες (Νότια Αφρική, Νέα Ζηλανδία).
Για το λόγο αυτό, οι σχετικές εκστρατείες είναι δυνατό να θεωρηθούν ότι αντίκεινται στο άρθρο 30 της συνθήκης, αν ληφθεί υπόψη ο εξαιρετικά ευρύς ορισμός, σύμφωνα με τη Νομολογία του Δικαστηρίου, της έννοιας του μέτρου ισοδύναμου με ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών αποτελέσματος. Στο παραπέμπον δικαστήριο εναπόκειται λοιπόν να εξακριβώσει αν οι προϋποθέσεις που τίθενται με τις αποφάσεις του Δικαστηρίου πληρούνται πράγματι, σχετικά με τις δραστηριότητες προώθησης του «Council».
Πάντως, μου είναι δύσκολο να δεχθώ ότι οι επίδικες δραστηριότητες του «Council» συνίστανται στην πραγματικότητα στην «καθιέρωση εθνικής πρακτικής που εισήγαγε η (...) κυβέρνηση και που εφηρμόσθη με τη συνδρομή της, της οποίας το αποτέλεσμα που ηδύνατο να επέλθει επί των εισαγωγών προελεύσεως άλλων κρατών μελών, να είναι όμοιο με το αποτέλεσμα που θα προέκυπτε από δεσμευτικού χαρα-κτήρος κυβερνητικές πράξεις» ( 16 ). Πράγματι, το Apple and Pear Development Council, σε αντίθεση με το Irish Goods Council, δεν χρηματοδοτήθηκε με κρατικές επιχορηγήσεις προς κάλυψη των διαφημιστικών εκστρατειών του, τη μορφή και τους σκοπούς των οποίων δεν προσδιόρισε η βρετανική κυβέρνηση ( 17 ).
2.
Οι ετήσιες εκθέσεις του «Council» καταδεικνύουν ότι το τελευταίο ανέπτυξε δραστηριότητες εμπορικής προώθησης υπέρ ορισμένων ποικιλιών φρούτων. Αναφέρομαι στις πράξεις προώθησης των μήλων τύπου Cox και Bramley ( 18 ).
Πρέπει να εξεταστεί το αν συμβιβάζονται οι εν λόγω ενέργειες προς τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1035/72, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των οπωροκηπευτικών, καθώς και προς το άρθρο 40, παράγραφος 3, της συνθήκης.
α)
Όπως προκύπτει από τον προαναφερθέντα κανονισμό, ο ίδιος προσδιορίζει, με βάση κριτήρια που καθορίζονται σε κοινοτικό επίπεδο, το ύψος της υποστήριξης που μπορεί να παρασχεθεί στις διάφορες ποικιλίες των παραγομένων στην Κοινότητα μήλων, στο πλαίσιο του καθεστώτος των κρατικών παρεμβάσεων. Η εύνοια που επιδεικνύεται υπέρ ορισμένων ποικιλιών με τις εκστρατείες εμπορικής προώθησης μπορεί να επηρεάσει την καλή λειτουργία των μηχανισμών της κοινής οργάνωσης στο μέτρο που οι εκστρατείες αυτές οργανώνονται εσκεμμένα με σκοπό τον αποκλεισμό των άλλων ποικιλιών από την αγορά. Ο αποκλεισμός αυτός συνεπάγεται τον κίνδυνο ανισορροπίας των τιμών των άλλων ποικιλιών όχι μόνο στην αγορά του Ηνωμένου Βασιλείου, αλλ' επίσης και στο σύνολο των αγορών της Κοινότητας. Κατ' αυτόν τον τρόπο άλλα κράτη μέλη ενδέχεται να αναγκαστούν να προβούν σε αγορές μήλων διαφορετικών ποικιλιών, η διάθεση των οποίων καθίσταται δυσχερέστερη λόγω των μέτρων αυτών και αυτό εις βάρος του κοινοτικού προϋπολογισμού.
Στον εθνικό δικαστή, ο οποίος έχει άμεση επίγνωση των περιστατικών της υπόθεσης και μπορεί ενδεχομένως να διατάξει τη διενέργεια οιασδήποτε πρόσφορης απόδειξης, εναπόκειται, στο πλαίσιο της δικαστικής συνεργασίας που καθιερώνει το άρθρο 177 της συνθήκης ΕΟΚ, να προσδιορίσει το ακριβές περιεχόμενο των πράξεων προώθησης του «Council» υπέρ των ποικιλιών Cox και Bramley. Αν πρόκειται μόνο για συγκεκριμένες διαφημιστικές εκστρατείες πολύ περιορισμένης έκτασης, όπως βεβαιώνεται, μπορεί να γίνει δεκτό ότι δεν συνεπάγονται αποκλεισμό σε αντίθεση προς την κοινή οργάνωση των αγορών.
6)
Οι διαφημιστικές εκστρατείες προώθησης υπέρ των ποικιλιών Cox και Bramley θα αντέκειντο επίσης στην αρχή περί απαγορεύσεως των διακρίσεων μεταξύ παραγωγών που εξαγγέλλει το άρθρο 40, παράγραφος 3, της συνθήκης, αν διενεργούντο με σκοπό και αποτέλεσμα τον αποκλεισμό από την αγορά των άλλων ποικιλιών που παράγονται στο Ηνωμένο Βασίλειο. Υπό την έννοια αυτή, εναπόκειται επίσης στον εθνικό δικαστή να εξετάσει κατά πόσο συντρέχει η περίπτωση αυτή.
Β — Όσον αφορά τις δραστηριότητες σε δέματα κανόνων ποιότητας
Το «Council» εκδίδει «συστάσεις» που απευθύνονται σε βρετανούς επαγγελματίες, με σκοπό οι τελευταίοι να μη διαθέτουν στην αγορά παρά φρούτα που ανταποκρίνονται σε ορισμένους κανόνες ποιότητας.
Ο κανονισμός περί της κοινής οργανώσεως των οπωροκηπευτικών επιτρέπει την εμπορία φρούτων που ανταποκρίνονται σε άλλους κανόνες ποιότητας (στην πραγματικότητα φρούτων κατώτερης ποιότητας).
Επομένως, έχει σημασία να προσδιοριστεί αν οι «συστάσεις» είχαν επιτακτικό χαρακτήρα, διότι στην περίπτωση αυτή αντίκεινται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 1035/72 και συγκεκριμένα στον τίτλο Ι: κοινοί κανόνες ( 19 ).
Δυστυχώς όμως, δεν διαθέτουμε παρά μία μόνο ένδειξη. Σε ένα χωρίο της έκθεσης του 1981, το «Council»«είναι στην ευχάριστη θέση να αναφέρει ότι, μολονότι στις αγορές χονδρικής πώλησης βρέθηκαν φρούτα μικρότερα του ελάχιστου μεγέθους που είχε συσταθεί, είναι σπάνιο καλλιεργητής να εμπορεύεται εκ νέου τα φρούτα αυτά, αφότου του επισημάνθηκε η εκτροπή» ( 20 ), για να προσθέσει ότι εξετάστηκαν επίσης αναφορές σχετικά με την πώληση από χονδρεμπόρους φρούτων μικρότερου μεγέθους από το ελάχιστο τυποποιημένο μέγεθος, ενώ τα ονόματα των χονδρεμπόρων που περιλαμβάνονται σε περισσότερες αναφορές γνωστοποιήθηκαν στην National Federation of Fruit and Potato Trades» ( 21 ).
Και στο σημείο αυτό, αρμόδιος να εξετάσει το ακριβές περιεχόμενο των συστάσεων, είναι μόνο ο εθνικός δικαστής: η διατύπωση απλώς γνώμης δεν νομίζω ότι μπορεί να θεωρηθεί αντίθετη προς τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 1035/72.
IV —
Έρχομαι τώρα να εξετάσω τα ζητήματα που θίγονται ρητά από τον εθνικό δικαστή, στο πλαίσιο του ερωτήματος αυτού.
1.
Δεν χωρεί αμφιβολία ότι η σύνθεση του «Council» στην οποία αναφέρεται το παραπέμπον δικαστήριο, ήδη με το πρώτο σκέλος του πρώτου ερωτήματος, σε καμία περίπτωση δεν είναι ασυμβίβαστη προς το κοινοτικό δίκαιο. Διευκρινίζω ότι ως σύνθεση του Συμβουλίου (Constitution of Council), νοούνται τα μέλη του «Council» (καλλιεργητές, μισθωτοί, ανεξάρτητα μέλη και μέλη που διαθέτουν ειδικές γνώσεις σε θέματα εμπορίας και διανομής), τα οποία διορίζει ο υπουργός ( 22 ).
Το αυτό ισχύει και για άλλες δραστηριότητες του οργανισμού που πράγματι ασκούνται όπως οι μελέτες της αγοράς και σε περισσότερο περιορισμένη κλίμακα η διενέργεια ή η προαγωγή επιστημονικών ερευνών.
Φαίνεται ότι το «Council» δεν άσκησε ποτέ και εξακολουθεί να μην ασκεί τις άλλες δραστηριότητες που απαριθμούνται στο παράρτημα 1 των «Orders» του 1966 και 1980.
2.
Κατ' εμέ, η υποχρέωση εγγραφής στα οικεία βιβλία (δεύτερο σκέλος του πρώτου ερωτήματος του δικαστηρίου παραπομπής) συνιστά απλώς μέσο διασφάλισης της είσπραξης της υποχρεωτικής εισφοράς, που αποτελεί αντικείμενο του τέταρτου σκέλους του πρώτου ερωτήματος. Πράγματι, φαίνεται ότι είναι αναγκαίο να επιβάλλεται στους καλλιεργητές η υποχρέωση να εγγράφονται στα οικεία βιβλία του Συμβουλίου, γεγονός που επιτρέπει την αποτελεσματική είσπραξη της εισφοράς που οφείλουν να καταβάλουν. Φρονώ ότι η αναγωγή σε ειδικό ποινικό αδίκημα της παράβασης της εν λόγω υποχρέωσης δεν αρκεί για να την αποδεσμεύσει από την είσπραξη της εισφοράς.
3.
Η ευχέρεια που παρέχεται στο «Council» να απαιτεί από τους καλλιεργητές την υποβολή δηλώσεων και παροχή πληροφοριών για τις δραστηριότητες που ασκούν και η αναγωγή σε ποινικό αδίκημα της παράβασης της εν λόγω υποχρέωσης δεν νομίζω ότι αντιτίθεται σε οιοδήποτε κανόνα ή αρχή κοινοτικού δικαίου.
4.
Αντίθετα, είναι περισσότερο περίπλοκη η εκτίμηση της νομιμότητας της ετήσιας υποχρεωτικής εισφοράς που καταβάλλουν οι καλλιεργητές στο «Council», ώστε να καταστεί δυνατό να αντιμετωπίσει τα έξοδα που συνεπάγονται οι δραστηριότητες του.
Διευκρινίζω ότι στο σημείο αυτό θα περιοριστώ να διατυπώσω την άποψη μου ως προς τη νομιμότητα της εισφοράς αυτής καθαυτής και όχι υπό την έννοια ότι επιτρέπει τη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων του «Council», οι οποίες είναι ενδεχομένως ασυμβίβαστες προς το κοινοτικό δίκαιο. Η ενδεχόμενη διαπίστωση εκ μέρους του παραπέμποντος δικαστηρίου του ασυμβίβαστου των δραστηριοτήτων που αναπτύσσονται τόσο σε θέματα διαφημιστικών δημοσιευμάτων όσο και σε θέματα κανόνων ποιότητας, πρέπει προφανώς να συμπεριλάβει και την εισφορά που προορίζεται για τη χρηματοδότηση του.
Στη συνέχεια, διαπιστώνω χωρίς καμία αμφιβολία ότι η εισφορά, ως μέτρο χρηματικής φύσης, δεν είναι δυνατό να εξεταστεί υπό το πρίσμα των άρθρων 30 και επόμενα της συνθήκης ( 23 ).
Όπως προκύπτει επίσης από τη νομολογία του Δικαστηρίου, η εισφορά αυτή δεν μπορεί να εξεταστεί ως φόρος ισοδύναμου προς εισαγωγικούς ή εξαγωγικούς δασμούς αποτελέσματος, που απαγορεύονται αντίστοιχα από τα άρθρα 13 και 16 της συνθήκης, δεδομένου ότι δεν πλήττει τα μήλα και τα αχλάδια λόγω της διέλευσης από ενδοκοινοτικά σύνορα ( 24 ).
Το αν συμβιβάζεται η εισφορά πρέπει επίσης να εξεταστεί σε συνάρτηση με τους κανόνες περί κοινής οργάνωσης των αγορών. Με την απόφαση της 13ης Μαρτίου 1981 ( 25 ), το δικαστήριο έκρινε ότι εισφορά επί της αξίας ορισμένων γεωργικών προϊόντων που εμπίπτουν στην κοινή οργάνωση των αγορών, η οποία προορίζεται να πλήξει τους γεωργούς, δεν είναι καταρχήν ασυμβίβαστη προς τους κανόνες περί κοινής οργανώσεως των αγορών, εκτός αν έχει «ως αποτέλεσμα να παρακωλύεται η ομαλή λειτουργία των μηχανισμών που προβλέπονται, στο πλαίσιο των οικείων κοινών οργανώσεων, για το σχηματισμό κοινών τιμών και για τη ρύθμιση του εφοδιασμού της αγοράς» ( 26 ). Στην προκειμένη περίπτωση, νομίζω ότι είναι σαφές ότι η εισφορά δεν έχει παρόμοια αποτελέσματα. Πάντως, διευκρινίζω ευθύς εξαρχής, όπως έχω ήδη εκθέσει, ότι παραμένει πιθανό ορισμένες από τις δραστηριότητες που προορίζεται να χρηματοδοτήσει να έχουν τα αποτελέσματα αυτά.
5.
Τέλος, σε απάντηση του τελευταίου σκέλους του πρώτου ερωτήματος του βρετανού δικαστή, τονίζω ότι θεωρώ λογικό να απαλλάσσονται από τις περιγραφόμενες με τα προηγούμενα σκέλη του ερωτήματος υποχρεώσεις οι μικροκαλλιεργητές. Υποτίθεται ότι καλλιεργητές που κατέχουν λιγότερο από δύο εκτάρια γης, φυτευμένα με μηλιές ή αχλαδιές ή λιγότερα από πενήντα μηλιές ή αχλαδιές, δεν εμπορεύονται την παραγωγή τους ή το έχουν ως δευτερεύουσα δραστηριότητα.
V —
Επί του δευτέρου ερωτήματος:
Νομίζω ότι είναι προφανές ότι, σε περίπτωση που τα επίδικα μέτρα είναι ασυμβίβαστα προς το κοινοτικό δίκαιο, ούτε το γεγονός ότι τα θεσπίζει ο οργανισμός, η ίδρυση του οποίου αποφασίστηκε ύστερα από πρωτοβουλία της πλειοψηφίας των ενδιαφερομένων παραγωγών, ούτε η διατήρηση του, υπέρ της οποίας τάχτηκαν οι τελευταίοι, τα καθιστούν νόμιμα. Είναι σχεδόν αυτονόητο ότι ούτε η συναίνεση αυτή ούτε κατά μείζονα λόγο η διαβούλευση με άλλα ενδιαφερόμενα μέρη συνεπάγεται τα εν λόγω μέτρα να συμβιβάζονται προς το κοινοτικό δίκαιο.
VI —
Όπως και το πρώτο, το τρίτο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου αποτελείται από περισσότερα σκέλη.
1.
Το δικαστήριο αυτό ερωτά αν οι κοινοτικοί κανόνες δικαίου που παραβίασε ενδεχομένως το «Council» παράγουν άμεσα αποτελέσματα, υπό την έννοια ότι απονέμουν στους ιδιώτες δικαιώματα, που οι τελευταίοι μπορούν να προβάλλουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
Απαντώντας στο πρώτο ερώτημα, αντιμετώπισα το ενδεχόμενο ορισμένες δραστηριότητες του «Council» να είναι ασυμβίβαστες αφενός προς τον κανονισμό περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των οπωροκηπευτικών, αφετέρου δε προς το άρθρο 40, παράγραφος 3, της συνθήκης.
Το άμεσο αποτέλεσμα των κανόνων της κοινής οργάνωσης των αγορών απορρέει από το ότι ενσωματώνονται σε κανονισμό, ο οποίος «ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος» ( 27 ) δυνάμει του άρθρου 189 της συνθήκης.
Στο πλαίσιο της αγοράς των οπωροκηπευτικών, το άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 40, παράγραφος 3, επιτυγχάνεται με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΟΚ) 1035/72 ( 28 ).
2.
Επίσης δεν χωρεί αμφιβολία ότι, αν η εισφορά αποδεικνυόταν ότι προορίζεται να χρηματοδοτεί δραστηριότητες ασυμβίβαστες προς τις εν λόγω διατάξεις, οι καλλιεργητές 9α είχαν τη δυνατότητα να επικαλεστούν το γεγονός αυτό ως συνεπαγόμενο κατά απόλυτο τρόπο την απαλλαγή έναντι οιουδήποτε αιτήματος για είσπραξη της εισφοράς ( 29 ).
3.
Το άμεσο αποτέλεσμα των διατάξεων που ενδεχομένως παραβιάστηκαν επιτρέπει επίσης καταρχήν τη στήριξη αγωγής για επιστροφή των ετήσιων εισφορών που κατέβαλαν οι καλλιεργητές. Η αγωγή αυτί] για επιστροφή πρέπει να περιορίζεται στο τμήμα εκείνο της εισφοράς που προορίζεται να χρηματοδοτήσει δραστηριότητες αντίθετες προς το κοινοτικό δίκαιο. Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να προσδιορίσει με αυτή τη βάση και σύμφωνα με τον τρόπο που ορίζει το εθνικό του δίκαιο πώς πρέπει να γίνει η επιστροφή αυτή ( 30 ).
4.
Στη συνέχεια ο εθνικός δικαστής ερωτά αν αγωγή για την επιστροφή των εισφορών περιλαμβάνει και τις εισφορές που έχουν καταβληθεί πριν από την έκδοση της προδικαστικής απόφασης ή αν περιορίζεται στις πληρωμές που είναι δυνατό να γίνουν μετά την έκδοση της απόφασης αυτής.
α)
Στο ερώτημα αυτό, η νομολογία του Δικαστηρίου απαντά καταρχήν ότι η ερμηνεία στο πλαίσιο της ενάσκησης της αρμοδιότητας που του απονέμει το άρθρο 177, και που «το Δικαστήριο δίνει σε κανόνα του κοινοτικού δικαίου, φωτίζει και διευκρινίζει, εκεί όπου απαιτείται, τη σημασία και το περιεχόμενο του κανόνα αυτού όπως πρέπει ή &α έπρεπε να εννοείται και να εφαρμόζεται από τη οτιγμή της έναρξης ισχύος τους. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι ο κατ' αυτόν τον τρόπο ερμηνευθείς κανόνας μπορεί και πρέπει να εφαρμόζεται από το δικαστή ακόμη και σε έννομες σχέσεις που έχουν γεννηθεί και δημιουργηθεί πριν από την έκδοση της απόφασης επί της αιτήσεως για ερμηνεία, αν παράλληλα συγκεντρώνονται οι προϋποθέσεις που καθιστούν εφικτή την εκδίκαση της διαφοράς σχετικά με την εφαρμογή του εν λόγω κανόνα από το αρμόδιο δικαστήριο» ( 31 ).
Πάντως, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, το Δικαστήριο μπορεί λόγω «επιτακτικών αναγκών ασφάλειας του δικαίου που αφορούν το σύνολο των διακυβευόμενων συμφερόντων, τόσο δημοσίων όσο και ιδιωτικών», να περιορίσει την αναδρομικότητα μιας τέτοιας απόφασης στα πρόσωπα «που προσέφυγαν προγενέστερα στη δικαιοσύνη ή ήγειραν ισοδύναμη αξίωση» ( 32 ).
6)
Γεγονός είναι ότι η επιλογή μεταξύ της αρχής και της εξαίρεσης, είναι λεπτό ζήτημα. Αφενός, νομίζω ότι πρέπει να διατηρείται σταθερά το ex tunc αποτέλεσμα των προδικαστικών αποφάσεων. Αφετέρου, φρονώ ότι συγκεντρώνονται οι προϋποθέσεις εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση της εξαίρεσης που θέσπισε η απόφαση Defrenne II και διατήρησε η απόφαση στην υπόθεση Ariete ( 33 ).
Η παρούσα υπόθεση ομοιάζει με την υπόθεση Defrenne, επειδή πρόκειται για την ίδια στάση που τήρησε επί μακρόν η Επιτροπή έναντι του τεθέντος ζητήματος. Πράγματι, δεν πρέπει να λησμονείται ότι οργανισμοί όμοιοι με το Apple and Pear Development Council υφίστανται και σε άλλα κράτη μέλη και ότι η Επιτροπή ποτέ δεν αμφισβήτησε το κύρος των δραστηριοτήτων τους έναντι του κοινοτικού δικαίου, ούτε a fortiori κίνησε τη διαδικασία παραβάσεως κράτους λόγω των δραστηριοτήτων αυτών. Αντιθέτως, όπως προκύπτει από την απάντηση που απηύθυνε στις 17 Αυγούστου 1981 ο Dalsager, μέλος της Επιτροπής αρμόδιος για τη γεωργία, προς τον Scott Hopkins, μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, οι δραστηριότητες του «Council» και ειδικότερα η είσπραξη της εισφοράς θεωρούνταν τότε ότι συμβιβάζονται προς το κοινοτικό δίκαιο.
5.
Τέλος, το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν, διατάσσοντας την επιστροφή εισφορών, τα δικαστήρια κράτους μέλους μπορούν να λάβουν υπόψη το γεγονός ότι το προϊόν των εισφορών χρησιμοποιήθηκε για σκοπούς που επέφεραν ή μπορούσαν να επιφέρουν όφελος στους καλλιεργητές.
Και στο σημείο αυτό η νομολογία του Δικαστηρίου είναι σταθερή. Πράγματι, έχετε αποφανθεί ότι «από άποψη κοινοτικού δικαίου τίποτε δεν εμποδίζει τα εθνικά δικαστήρια να λάβουν υπόψη, σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο, το γεγονός ότι φόροι που κατεβλήθησαν αχρεωστήτως ενσωματώθηκαν στις τιμές της επιχείρησης που οφείλει το φόρο και μετακυλίστηκαν στους αγοραστές» ( 34 ). Διευκρινίσατε μάλιστα ότι «η προστασία των δικαιωμάτων που εγγυάται συναφώς η κοινοτική έννομη τάξη (τα δικαιώματα που τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να διαφυλάττουν) δεν επιβάλλει την επιστροφή φόρων που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως υπό όρους που συνεπάγονται αδικαιολόγητο πλουτισμό των δικαιούχων» ( 35 ).
Νομίζω ότι η λύση αυτή μπορεί να υιοθετηθεί και στις περιπτώσεις που εξαγγέλλει το παραπέμπον δικαστήριο, όπου η εισφορά χρησιμοποιήθηκε για σκοπούς υπέρ αυτών που την κατέβαλαν.
VII —
Επί του τετάρτου ερωτήματος:
Το ερώτημα αυτό αφορά τον προσδιορισμό της ημερομηνίας από την οποία πρέπει να διαπιστωθεί ότι ισχύει το ασυμβίβαστο ενός από τα περιγραφόμενα στο πρώτο ερώτημα μέτρα προς το άρθρο 30 ή το άρθρο 34 της συνθήκης ΕΟΚ.
Έχω ήδη αναφέρει ότι καμία από τις δραστηριότητες του «Council» δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ασυμβίβαστη προς το άρθρο 34 της συνθήκης ΕΟΚ. Έχω όμως ήδη αναφέρει ότι ενέργειες του εν λόγω οργανισμού υπέρ ορισμένων ποικιλιών, καθώς και σε θέματα κανόνων ποιότητας, είναι δυνατόν «να παρεμποδίσουν άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά το ενδοκοινοτικό εμπόριο» ( 36 ). Επομένως, το ερώτημα αυτό με κανένα τρόπο δεν είναι θεωρητικό.
Ο εθνικός δικαστής διστάζει μεταξύ δύο ημερομηνιών: της 1ης Ιανουαρίου 1975 και της 1ης Φεβρουαρίου 1973. Η επιλογή της 1ης Ιανουαρίου 1975 συνιστά εφαρμογή του άρθρου 42, παράγραφος 2, της Πράξης Προσχώρησης' η διάταξη αυτή περιέχεται στον τίτλο Ι (ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων) του τετάρτου τμήματος (μεταβατικά μέτρα) της «Πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως και των προσαρμογών των συνθηκών». Η διάταξη αυτή ορίζει ότι τα μέτρα ισοδύναμου προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών και των εξαγωγών αποτελέσματος καταργούνται το αργότερο την 1η Ιανουαρίου 1975.
Το άρθρο 60, παράγραφος 1, αποτελεί μέρος του τίτλου II (γεωργία) του ίδιου τετάρτου τμήματος. Ορίζει ότι το καθεστώς που εφαρμόζεται στην Κοινότητα υπό την αρχική της σύνδεση σε θέματα ιδίως μέτρων ισοδύναμου προς ποσοτικούς περιορισμούς αποτελέσματος, εφαρμόζεται στα νέα κράτη μέλη από την 1η Φεβρουαρίου 1973, υπό την επιφύλαξη εξαιρέσεων που δεν αφορούν την παρούσα περίπτωση.
Δεν χωρεί αμφιβολία ότι το τελευταίο αυτό κείμενο ως «lex specialis» και επομένως η 1η Φεβρουαρίου 1973 είναι αυτά που εφαρμόζονται για τα γεωργικά προϊόντα στην προκειμένη περίπτωση.
Για το σύνολο των λόγων που εξετέθηκαν, προτείνω να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στα ερωτήματα που υπέβαλε ο δικαστής Brian Grant του Tunbridge Wells County Court:
Ι.
α)
Οργανισμός με τη σύνθεση του Apple and Pear Developmenent Council δεν αντίκεινται στο κοινοτικό δίκαιο.
Τα διαφημιστικά δημοσιεύματα υπέρ ορισμένων ποικιλιών φρούτων, στα οποία προβαίνει οργανισμός όπως το «Council» δεν συμβιβάζονται:
—
με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1035/72, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των οπωροκηπευτικών αν συνεπάγονται τον αποκλεισμό των άλλων ποικιλιών,
—
με το άρθρο 40, παράγραφος 3, της συνθήκης, αν διενεργούνται με σκοπό και αν συνεπάγονται τον αποκλεισμό άλλων ποικιλιών από την αγορά.
Οι «συστάσεις» του «Council» σε θέματα κανόνων ποιότητας είναι ασυμβίβαστες προς τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1035/72, αν έχουν επιτακτικό χαρακτήρα.
6)
Η υποχρέωση των καλλιεργητών να εγγράφονται στα οικεία βιβλία του «Council» δεν είναι καθαυτή ασυμβίβαστη προς το κοινοτικό δίκαιο.
γ)
Η ίδρυση οργανισμού που εξουσιοδοτείται να επιβάλει στους καλλιεργητές μήλων και αχλαδιών την υποχρέωση υποβολής δηλώσεων icat παροχής άλλων πληροφοριών συμβιβάζεται προς το κοινοτικό δίκαιο.
δ)
Εισφορά, όπως η επίδικη στην υπό κρίση υπόθεση, δεν είναι καθαυτή ασυμβίβαστη προς το κοινοτικό δίκαιο. Καθίσταται ασυμβίβαστη αν χρησιμοποιείται για τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων που και οι ίδιες είναι αντίθετες προς το κοινοτικό δίκαιο.
ε)
Η απαλλαγή από τα μέτρα αυτά των καλλιεργητών που κατέχουν λιγότερο από δύο εκτάρια γης ή γης φυτευμένης με λιγότερες από πενήντα μηλιές ή αχλαδιές, συμβιβάζεται προς το κοινοτικό δίκαιο.
Π.
Αν τα επίδικα μέτρα είναι ασυμβίβαστα προς το κοινοτικό δίκαιο, ούτε η συναίνεση της πλειοψηφίας των καλλιεργητών ούτε κατά μείζονα λόγο οι διαβουλεύσεις με άλλα ενδιαφερόμενα μέρη συνεπάγονται άρση του ασυμβιβάστου αυτού.
III.
Το άρθρο 40, παράγραφος 3, της συνθήκης και ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1035/72 του Συμβουλίου παράγουν άμεσο αποτέλεσμα, υπό την έννοια ότι παρέχουν στους ιδιώτες δικαιώματα, που οι τελευταίοι μπορούν να προβάλλουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων:
—
οι τελευταίοι μπορούν να επικαλεστούν ως μέσο άμυνας το ασυμβίβαστο προς το κοινοτικό δίκαιο δραστηριοτήτων που χρηματοδοτούνται με την είσπραξη από το «Council» εισφοράς που καταβάλλουν οι καλλιεργητές, γεγονός που συνεπάγεται απόλυτη απαλλαγή έναντι οιουδήποτε αιτήματος για είσπραξη της εν λόγω εισφοράς,
—
αντίστροφα, οι καλλιεργητές έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν επιστροφή του συνόλου των ποσών που καταβλήθηκαν κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου,
—
το εθνικό δίκαιο καθορίζει τον τρόπο της εν λόγω επιστροφής. Το εθνικό δικαστήριο μπορεί ειδικότερα να λάβει υπόψη του, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, το πλεονέκτημα που απεκόμισαν ή μπορούσαν να αποκομίσουν οι καλλιεργητές από το προϊόν της εισφοράς,
—
στην προκειμένη περίπτωση, για επιτακτικούς λόγους ασφάλειας του δικαίου, οι επιστροφές των καταβεβλημένων αχρεωστήτως εισφορών δεν επιτρέπονται παρά μόνο σε περίπτωση άσκησης αγωγών που αφορούν πληρωμές διενεργηθείσες μετά την έκδοση της απόφασης, εκτός αν πρόκειται για πρόσωπα που προσέφυγαν προγενέστερα στη δικαιοσύνη ή ήγειραν ισοδύναμη αξίωση.
IV.
Εφόσον μία από τις δραστηριότητες του Συμβουλίου αποδεικνύεται αντίθετη προς το άρθρο 30 της συνθήκης, και έμμεσα του κανονισμού (ΕΟΚ) 1035/72, το ασυμβίβαστο αυτό πρέπει να θεωρηθεί ότι άρχισε από την 1η Φεβρουαρίου 1973, δυνάμει του άρθρου 60, παράγραφος 1, της Πράξης Προσχώρησης.
( 1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
( 2 ) Statutory Instrument, αρι9. 623 του 1980.
( 3 ) Statutory Instrument, αριθ. 2001 του 1980, άρθρο 2.
( 4 ) pigs Marketing Board (Βόρειος Ιρλανδία) κατά Redmond, υπόθεση 83/78. Recueil σ. 2347.
( 5 ) Pigs and Bacon Commission κατά McCarren, υπόθεση 177/78. Recueil σ. 2161.
( 6 ) Σκέψεις 52 μέχρι 55. Recueil1978. σα 2372 και 2373.
( 7 ) Ιδίως τα άρθρα 13 και 16 και τα άρθρα 30 και 34.
( 8 ) Pigs and Bacon Commission κατά McCarren, σκέψεις 9 μέχρι 11. Recueil 1979. σσ. 2186 και 2187.
( 9 ) Sicinike und W'einlig κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, υπόθεση 78/76. Recueil σ. 585.
( 10 ) Σκέψη 22' G/.έπε επίσης σκέψη 21 αμφότερες στο Recueil σ. 613.
( 11 ) Recueil 1979, σσ. 2203 και 2204.
( 12 ) Πάντως, από το φάκελο της δικογραφίας δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί αν η τελευταία αύξηση της εισφοράς, εκείνη δηλαδή που έλαβε χώρα το Δεκέμβριο του 1980, γνωστοποιήθηκε στην Επιτροπή.
( 13 ) Προτάσεις στην υπόθεση Pigs and Bacon Commission που προαναφέρθηκε, Recueil 1979, σ. 2204.
( 14 ) Προτάσεις στην υπόθεση 51/74, Van der Hulst, Recueil 1975, σ. 107.
( 15 ) 'Εκθεση imi 1981. σημείο 11, προοπτικές ο. 18.
( 16 ) Απόφαση τη; 24ης Νοεμβρίου 1082. Επιτροπή κατ Ιρλανδία:, υπόθεση 249 81. γνωστή ως εκστρατεία «Bu> Inşii», σκέψη 27. Συλλογή 1982. σ. 4005
( 17 ) 'Ιδια απόφαση, σκέψη 15.
( 18 ) Εκθέσεις και ετήσιοι λογαριασμοί για το οικονομικό έτος που έληςε στις 31 Μαρτίου 1981. σ. 17.
( 19 ) Άρ8ρα 2 μέχρι 12.
( 20 ) Σελίδα 11.
( 21 ) Σελίδες 11 και 1 Ια.
( 22 ) Άρ9ρο 4 των «Apple and Pear Development Council Orders» του 1966 και 1980.
( 23 ) Υπό την έννοια αυτή βλέπε ιδίως σκέψη 9 της απόφασης της 22. 3. 1977 στην υπόθεση Iannelli, 74/76, Recueil σ. 574, και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Warner στην υπόθεση Pigs and Bacon Commission κατά McCarren, 177/78, Recueil σσ. 2209 και 2210.
( 24 ) Απόφαση της 12. 7. 1973 στην υπόθεση Geddo, 2/73, σκέψεις 5 και 6, Recueil σσ. 878 και 879' απόφαση της 17ης Μαίου 1983 στην υπόθεση Επιτροπή κατά Βελγίου, 132/83, σκέψη 8, Συλλογή σ. 1649, και υπόθεση 133/82, Επιτροπή κατά Λουξεμθουργου, σκέψη 9, Συλλογή σ. 1669.
( 25 ) Irish Creamery Milk Suppliers Association και λοιποί κατά Ιρλανδίας και λοιπών Martin Doyle και λοιποί κατά An Taoiseach και λοιπών, συνεκδικα-σθείσες υποθέσεις 36 και 71/80, Recueil σ. 735.
( 26 ) Ίδια απόφαση, σκέψη 24, Συλλογή 1981, σ. 753.
( 27 ) Απόφαση της 29. 11. 1978, Pigs Marketing Board κατά Redmond, υπόθεση 83/78, σκέψη 67, Recueil σ. 2375.
( 28 ) Απόφαση στην υπόθεση Gcddo που προαναφέρθηκε. σκέψεις 2 μέχρι 4, Recueil σ. 878.
( 29 ) Απόφαση στην υπόθεση Pigs and Bacon Commission που προαναφέρθηκε, σκέψη 24, Recueil σσ. 2191 και 2192.
( 30 ) 'Ιδια απόφαση, σκέψη 25, Recueil σ, 2192.
( 31 ) Απόφαση της 27. 3. 1980, Amministrazione delle Finanze dello Siato κατά Denkavii, υπόθεση 61/79, σκέψη 16, Recueil σ. 1223' απόφαση που φέρει την ίδια ημερομηνία στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 66. 127 και 128/79. Salumi και λοιποί, σκέψη 9. Recueil 1260.
( 32 ) Απόφαση της 8. 4. 1976, Defrenne κατά Sabena (Defrenne II), υπόθεση 43/75, σκέψεις 69 μέχρι 75 και ειδικότερα σκέψεις 74 και 75, Recueil σσ. 481 και 482' απόφαση του τρίτου τμήματος του Δικαστηρίου της 10ης Ιουλίου 1980. Amministrazione delle Finanze dello Stato κατά Ariete, υπό3εση SII'79. σκέψη 6, Recueil σ. 2553.
( 33 ) Απόφαση που προαναφέρθηκε, σκέψη 7. Recueil 1980, σ. 2553.
( 34 ) Απόφαση της 10. 7. 1980, Ariete, που προαναφέρθηκε, διατακτικό, Recueil σ. 2557 υπό την αυτή έννοια, παλαιότερη απόφαση στην υπόθεση Pigs and Bacon Commission κατά McCarren, που προανα-φέρ3ηκε, σκέψη 25, και σημείο 3 του διατακτικού, Recueil 1979, σσ. 2192 και 2194 αντίστοιχα.
( 35 ) Απόφαση Ariete που έχει ήδη αναφερθεί, σκέψη 13, Recueil 1980, σ. 2555.
( 36 ) Στερεότυπη έκφραση μετά την απόφαση της 11. 7. 1974 στην υπό9εση Dassonville, 8/74, σκέψη 5, Recueil σ. 852.
Full & Egal Universal Law Academy