ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ GERHARD REISCHL
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 26 ΟΚΤΩΒΡΊΟΥ 1983 ( 1 )
Κνριε πρόεορε,
Κύριοι δικαστές,
Η προσφεύγουσα στην υπόθεση που εξετάζουμε σήμερα είναι μια ιταλική επιχείρηση, σχετικά μικρή, που παράγει σχεδόν αποκλειστικά ράβδους οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής και αυτό — τουλάχιστον για την εποχή που πρέπει να ληφθεί υπόψη — με μεταποίηση ημιπροϊόντων για λογαριασμό τρίτων.
Όπως προέβλεπε η απόφαση 1831/81 (ΕΕ L 180 της 1. 7. 1981, σ. 1 επ.) — που τροποποιήθηκε με την απόφαση 1832/82 (ΕΕ L 184 της 4. 7. 1981, σ. 1 επ.) —, η Επιτροπή πληροφόρησε την προσφεύγουσα στις 6 Αυγούστου 1981 ότι η ποσόστωση της παραγωγής για το τρίτο τρίμηνο 1981 καθορίστηκε σε 12729 τόνους για τα προϊόντα των κατηγοριών V και VI. Επ' ευκαιρία ελέγχου στον οποίο υποβλήθηκε η προσφεύγουσα, διαπιστώθηκε πάντως ότι η τελευταία παρήγαγε κατά το προαναφερόμενο τρίμηνο 13741 τόνους, δηλαδή 1012 τόνους επιπλέον.
Η Επιτροπή επέσυρε την προσοχή της προσφεύγουσας επί του σημείου αυτού με έγγραφο της 25ης Φεβρουαρίου 1982, με το οποίο η προσφεύγουσα κλήθηκε να διατυπώσει την άποψη της.
Με τις παρατηρήσεις ως προς την αιτίαση που αφορούσε την υπέρβαση της ποσόστωσης παραγωγής, τις οποίες υπέβαλε στις 4 Μαρτίου 1982, η προσφεύγουσα προέβαλε ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι η προσφεύγουσα είχε εφαρμόσει το άρθρο 11, παράγραφοι 2 και 3, της απόφασης 1831/81, κατά το οποίο:
«Όσον αφορά τις επιχειρήσεις των οποίων η παραγωγή ανήκει σε μία μόνο κατηγορία, επιτρέπεται στο πλαίσιο της ποσοστώσεως παραγωγής η κατά 30 ο/ο υπέρβαση του τμήματος της ποσοστώσεως παραγωγής τους που δύναται να διατεθεί στην κοινή αγορά.
Οι επιχειρήσεις που δεν έχουν εξαντλήσει τις ποσοστώσεις παραγωγής τους ή το τμήμα ποσοστώσεων τους που δύναται να διατεθεί στην κοινή αγορά έχουν τη δυνατότητα να τις μεταφέρουν, για την ίδια κατηγορία προϊόντος, στο επόμενο τρίμηνο, μέχρι ποσοστό 5 ο/ο, αντίστοιχα, των ποσοστώσεων τους ή του τμήματος των ποσοστώσεων.»
Αν θεωρηθεί ότι στην περίπτωση της προσφεύγουσας η ποσόστωση παραγωγής για το δεύτερο τρίμηνο 1981 καθορίστηκε σε 13789 τόνους, ενώ η πραγματική παραγωγή ανήλθε σε 11277 τόνους, παρατηρείται — σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 3, της απόφασης 1831/81 — αύξηση της ποσόστωσης παραγωγής του τρίτου τριμήνου 1981 κατά 636 τόνους (=5θ/ο επί συνόλου 12729 τόνων). Εξάλλου, θα πρέπει ακόμη να προστεθεί στο ποσό αυτό το περιθώριο ανοχής που προβλέπει το άρθρο 11, παράγραφος 2 (3 °/ο επί συνόλου 12729 τόνων), πράγμα που ισοδυναμεί συνολικά με ανώτατη επιτρεπόμενη παραγωγή 13746 τόνων και, κατά συνέπεια, δεν υπήρξε υπέρβαση της ποσόστωσης.
Κατά την ακρόαση της από την Επιτροπή στις 4 Ιουνίου 1982, η προσφεύγουσα δέχτηκε ότι έσφαλε στην εφαρμογή του προαναφερόμενου άρθρου 11, θεωρώντας πάντως ότι έπρεπε να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, σχετικά, είχε ενεργήσει καλόπιστα και ότι, εξάλλου, προείχε επίσης να διαπιστωθεί ότι η υπέρβαση παραγωγής είχε αποθεματοποιηθεί. Τέλος, η προσφεύγουσα, με επιστολή της 21ης Ιουνίου 1982, υπενθύμισε ακόμη ότι δεν υπήρξε υπέρβαση των ποσοστώσεων για ολόκληρο το 1981, ότι αντίθετα η παραγωγή της ήταν κατώτερη κατά 1131 τόνους από την ποσόστωση που της είχε χορηγηθεί και ότι το γεγονός αυτό έπρεπε να ληφθεί επίσης υπόψη στην εφαρμογή των κανόνων περί κυρώσεων της απόφασης 1831/81.
Πάντως, η Επιτροπή δεν δέχτηκε ότι η επιχειρηματολογία αυτή ήταν πειστική και, στις 13 Αυγούστου 1982, κατ' εφαρμογή του άρθρου 12 της απόφασης 1831/81, έλαβε απόφαση επιβολής κυρώσεων για υπέρβαση κατά 1012 τόνους της ποσόστωσης παραγωγής που χορηγήθηκε για τα προϊόντα των κατηγοριών V και VI. Με την απόφαση αυτή επιβλήθηκε — κατ' εφαρμογή του γενικού κανόνα: 75 ECU ανά τόνο υπέρβασης — πρόστιμο 75900 ECU (= 100284393 λιρέτες) και διευκρινίστηκε ότι το πρόστιμο έπρεπε να πληρωθεί εντός 2 μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης. Εξάλλου, η απόφαση όριζε ότι το πρόστιμο επαυξάνεται κατά 1 ο/ο για κάθε αρχόμενο μήνα καθυστέρησης της πληρωμής.
Η εταιρεία Roè Volciano άσκησε κατά της απόφασης αυτής στις 17 Σεπτεμβρίου 1982 προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου, με την οποία ζήτησε από το Δικαστήριο, κυρίως, να αναγνωριστεί ότι η προσφεύγουσα δεν όφειλε το πρόστιμο που της επιβλήθηκε με την απόφαση της 13ης Αυγούστου 1982 και, επικουρικώς, να μειωθεί το ποσό του προστίμου κατά την κρίση του Δικαστηρίου. Εξάλλου, με την ανταπάντηση της ζητεί, επίσης επικουρικώς, από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι το επιτόκιο 1 “/ο μηνιαίως αρκούσε για τα πρόστιμα που επιβλήθηκαν κατά το 1982.
Με διάταξη του προέδρου του Δικαστηρίου της 15ης Μαρτίου 1983, διατάχτηκε η αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης μέχρι την έκδοση της δικαστικής απόφασης και αυτό, χωρίς η προσφεύγουσα να υποχρεούται — όπως συμβαίνει συνήθως — να συστήσει τραπεζική εγγύηση.
1.
Η προσφεύγουσα υπενθυμίζει πρώτον ότι κατά το 1981 όεν υπερέβη συνολικά τις ποσοστώσεις παραγωγής
Σύμφωνα με τους διαθέσιμους αριθμούς, αυτό είναι ακριβές κατά το μέτρο που παρέμεινε, κατά το πρώτο και το δεύτερο τρίμηνο του 1981, για τα προϊόντα της κατηγορίας IV στην οποία υπάγονται, μεταξύ άλλων, οι ράβδοι οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής, κάτω από το όριο παραγωγής — δηλαδή κατά 29 τόνους στο πρώτο τρίμηνο και κατά 2512 τόνους στο δεύτερο τρίμηνο —, ενώ αυτό δεν ισχύει προφανώς για το τέταρτο τρίμηνο του 1981.
Πάντως, πρέπει καταρχήν να λεχθεί ότι η σφαιρική προσέγγιση της προσφεύγουσας — το έχω ήδη διευκρινίσει με τις προτάσεις μου στην υπόθεση 179/82 ( 2 ) — δεν επιτρέπει να διαπιστωθεί ότι εκφεύγει από την παράβαση του συστήματος ποσοστώσεων πράγματι, το σύστημα ποσοστώσεων στηρίζεται σαφώς στις τριμηνιαίες ποσοστώσεις και η εκάστοτε χρησιμοποίηση των χορηγούμενων ποσοστώσεων είναι επομένως καθοριστική.
Αλλά ούτε και είναι δυνατό να αιτιολογηθεί η υπέρβαση της ποσόστωσης, που διαπιστώθηκε στην περίπτωση της προσφεύγουσας, με απλή αναφορά στη μη εξαντληθείσα ποσόστωση του προηγούμενου τριμήνου.
Σχετικά, το άρθρο 8, παράγραφος 2, της απόφασης 2794/80 (ΕΕ L 291, της 31. 10. 1980, σ. 1), κατά το οποίο:
«Οι επιχειρήσεις που δεν έχουν εξαντλήσει τις ποσοστώσεις τους δύνανται να μεταφέρουν μέχρι ποσοστού 50 ο/ο, στο επόμενο τρίμηνο, την μη πραγματοποιηθείσα παραγωγή»,
δεν μπορεί ασφαλώς να ληφθεί υπόψη.
Πράγματι, η δυνατότητα αυτή υπήρχε προφανώς μόνο στο πλαίσιο της απόφασης 2794/80 και, επομένως, εξέλιπε με τη λήξη της ισχύος της απόφασης της 30ής Ιουνίου 1981 (βλέπε άρθρο 15 της απόφασης 2794/80).
Σχετικά — αντίθετα προς ό,τι υποθέτει η προσφεύγουσα με την ανταπάντηση της και που διαφέρει από την άποψη την οποία υποστήριξε κατά την ακρόαση της — ούτε το άρθρο 11, παράγραφος 3, της απόφασης 1831/81 που ανέφερα προηγουμένως ασκεί επιρροή. Ήδη, από τη διατύπωση του άρθρου 11 και από την οικονομία της απόφασης προκύπτει ότι η προαναφερόμενη κανονιστική ρύθμιση αφορά μόνο τις ποσοστώσεις που χορηγήθηκαν βάσει της απόφασης 1831/81, δηλαδή ότι είχε εφαρμογή μόνον από το τέταρτο τρίμηνο του 1981. Η άποψη ότι αυτό μόνο επιδίωξε η απόφαση επιβεβαιώνεται εξάλλου από το γεγονός ότι το σύστημα ποσοστώσεων μεταβλήθηκε σημαντικά σε σχέση με την προηγούμενη απόφαση 2794/80, όσον αφορά τα αναφερόμενα προϊόντα και τις σχετικές καθορισθείσες ποσοστώσεις. Πράγματι, μολονότι δυνάμει της απόφασης 2794/80 οι ποσοστώσεις καθορίστηκαν, αφενός μεν, για τα προϊόντα της κατηγορίας Ι (ρόλοι και φύλλα ελασματοποιη-θέντα εν θερμώ σε σειρές ειδικών ελάστρων), αφετέρου δε, για τα προϊόντα της κατηγορίας IV [ελαφρείς μορφοχάλυβες (χονδρόσυρμα σε κουλούρες, ράβδοι οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής και άλλοι εμπορικοί χάλυβες)], αυτό έγινε δυνάμει της απόφασης 1831/81 για διάφορα παράγωγα των προϊόντων της κατηγορίας Ι (όπως αυτά απαριθμούνται στο άρθρο 1 της απόφασης) και τα προϊόντα της κατηγορίας IV κατατάχτηκαν στις τρεις κατηγορίες IV, V και VI, για τις οποίες είχαν κάθε φορά καθοριστεί χωριστά ποσοστώσεις. Αυτό απέκλειε πραγματικά το ότι προβλεπόταν απλή μεταφορά στο τρίτο τρίμηνο του 1981 ποσοστώσεων που είχαν καθοριστεί για το δεύτερο τρίμηνο του 1981 και οι οποίες δεν είχαν εξαντληθεί.
Επομένως, η μόνη σκέψη που μπορεί να γίνει — αν η υπέρβαση της ποσόστωσης για το τρίτο τρίμηνο του 1981 δεν μπορεί να δικαιολογηθεί με απλή αναφορά στην μικρότερη παραγωγή των σχετικών προϊόντων κατά το δεύτερο τρίμηνο του 1981 — είναι να ληφθούν υπόψη οι πραγματικές συνθήκες παραγωγής ως, κατά κάποιο τρόπο, ελαφρυντικές περιστάσεις και να ληφθούν υπόψη στον υπολογισμό του προστίμου — ακριβώς επειδή η μεταβολή του συστήματος απέκλειε τη διατήρηση του κανόνα του άρθρου 8 της απόφασης 2794/80 για το επόμενο τρίμηνο, ενώ η δυνατότητα αυτή αναβίωσε με την εφαρμογή της απόφασης 1831/81 για το δεύτερο τρίμηνο του 1981. Θα επανεξετάσω το ζήτημα αυτό αργότερα σε διαφορετικό πλαίσιο.
2.
Εν συνεχεία, η προσφεύγουσα επικαλέστηκε επίσης το γεγονός — και προσήψε στην Επιτροπή ότι δεν το έλαβε υπόψη — ότι δεν διέθεσε, αλλά αποθεματοποίησε το πλεόνασμα της μη επιτραπείσας παραγωγής, διότι, ως επιχείρηση που εργάζεται αποκλειστικά για λογαριασμό τρίτων οι οποίοι παραμένουν κύριοι των προϊόντων, δεν έχει πρόσβαση στην αγορά.
Κατά τη γνώμη μου πάντως, ούτε κι αυτό αποτελεί λόγο μη επιβολής προστίμου.
Το σύστημα ποσοστώσεων συνδέεται σαφώς με τη διαδικασία της παραγωγής και προβλέπει, όπως ήδη ορίζει το άρθρο 58 της συνθήκης ΕΚΑΧ, σχετικούς περιορισμούς. Εξαλλου, αυτό στηρίζεται σε βάσιμους λόγους, εφόσον η αποτελεσματικότητα της κανονιστικής ρύθμισης είναι περισσότερο εξασφαλισμένη από ό,τι θα συνέβαινε αν έπρεπε να ελέγχεται και η διακίνηση αποθεμάτων. Επομένως, για την επιβολή του προστίμου αρκεί καταρχήν η διαπίστωση ότι η παραγωγή ήταν μεγαλύτερη από την ποσόστωση που χορήγησε η Επιτροπή, οπότε η κατόπιν τύχη της παραγωγής είναι χωρίς σημασία.
Καίτοι η προσφεύγουσα υπογράμμισε επίσης στην ίδια αυτή αλληλουχία ότι δεν είχε πρόσβαση στην αγορά και ότι, για το λόγο αυτόν, αντιμετώπισε δυσκολίες, δεν πρέπει ασφαλώς να ληφθεί υπόψη το σημείο αυτό για το τρίτο τρίμηνο του 1981. Πράγματι, επειδή η προσφεύγουσα εργαζόταν αποκλειστικά για λογαριασμό τρίτων, το περιορισμένο τμήμα της παραγωγής που μπορούσε να διαθέσει στην κοινή αγορά δεν είχε ακόμη, και ορθώς, καθοριστεί για την προσφεύγουσα, κατά τον κρίσιμο χρόνο. Αυτό έγινε μόλις κατά το βέρος του 1982, όταν η προσφεύγουσα εξήγησε σαφώς στην Επιτροπή ότι αντιμετώπιζε προβλήματα λόγω του ότι στο εξής οι πελάτες της προέβαιναν οι ίδιοι στη μεταποίηση: αυτό οδήγησε την Επιτροπή το Νοέμβριο του 1982 — όπως προέβλεπε το άρθρο 8, παράγραφος 3, της απόφασης 1696/82 — να καθορίσει συμπληρωματικές ποσοστώσεις παράδοσης για την προσφεύγουσα.
3.
Τρίτον, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι αν αναγκαζόταν να πληρώσει το πρόστιμο, θα περιερχόταν σε κατάσταση παύσης των πληρωμών και êa υποχρεωνόταν να κλείσει την επιχείρηση της. Η συνέπεια αυτή, την οποία η Επιτροπή έπρεπε να εμποδίσει, ασφαλώς δεν συμβιβάζεται με το άρθρο 3 της συνθήκης ΕΚΑΧ, το οποίο εν συνεχεία επικαλέστηκε με την ανταπάντηση της, ειδικότερα δε τα εδάφια α) και δ). Εξάλλου, με την ανταπάντηση της προέβαλε επίσης ότι έπρεπε να ληφθούν υπόψη και οι δυσκολίες που δημιουργεί το πρόστιμο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 14 και 15 της απόφασης 1831/81.
Όσον αφορά την επιχειρηματολογία αυτή, μπορώ αναμφίβολα να παρακάμψω το ζήτημα του αν η προσφεύγουσα απέδειξε επαρκώς ότι η πληρωμή του προστίμου θα συνεπαγόταν οπωσδήποτε τις συνέπειες που φοβάται. Ως γνωστό, η προσφεύγουσα αναφέρεται — και η Επιτροπή δεν το θεωρεί επαρκές — στον ισολογισμό της για το 1981, σε μια επιστολή της 18ης Νοεμβρίου 1982 κατά την οποία οι τράπεζες δεν ήταν διατεθειμένες να εγγυηθούν την πληρωμή του προστίμου, καθώς και στη συνέλευση των μετόχων κατά την οποία περιγράφηκε η κατάσταση της προφεύ-γουσας το Δεκέμβριο του 1982. Θεωρώ ότι οι ακόλουθες σκέψεις, από τις οποίες προκύπτει ότι η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας δεν μπορεί να οδηγήσει στην ακύρωση ή στη μεταρρύθμιση της απόφασης με την οποία επιβλήθηκε το πρόστιμο, είναι ουσιώδεις.
α)
Η απόφαση με την οποία επιβλήθηκε το πρόστιμο ασφαλώς δεν αποτελεί παράβαση του άρθρου 3 της συνθήκης ΕΚΑΧ.
Δεν βλέπω για ποιο λόγο το άρθρο 3, στοιχείο α) θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη στην προκειμένη περίπτωση. Εξάλλου, ακόμη κι αν η αναφορά στο εδάφιο δ) δεν φαίνεται εντελώς εσφαλμένη, πάντως, η Επιτροπή δικαίως αντέταξε, παραπέμποντας στη σχετική νομολογία, ότι δεν ήταν δυνατό να επιδιώκεται συγχρόνως η πραγματοποίηση του συνόλου των στόχων του άρθρου 3' αντίθετα η Επιτροπή είναι ελεύθερη, ανάλογα με τις οικονομικές περιστάσεις, να παρέχει προτεραιότητα σε ορισμένους από τους στόχους αυτούς και, εν πάση περιπτώσει, δεν έχει αποδειχτεί ότι διέπραξε κατάχρηση εξουσίας ενόψει των διατάξεων που επικαλείται η προσφεύγουσα.
β)
Πρέπει επίσης να αναγνωριστεί ότι η αποτελεσματικότητα του συστήματος ποσοστώσεων, με το οποίο επιδιώκεται να αντιμετωπιστεί σοβαρή κρίση και, επομένως, να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις λογικής πραγματοποίησης των στόχων του άρθρου 3, συνεπάγεται σοδαρά πρόστιμα. Από την άποψη αυτή, δεν είναι ασφαλώς δυνατό να απαιτείται η μη επιβολή κυρώσεων σε περίπτωση σοβαρών δυσκολιών μιας επιχείρησης ή να επιβάλλονται μόνο πολύ χαμηλά πρόστιμα, εφόσον οι επιχειρήσεις αυτές — και αυτό θα ενείχε χαρακτήρα δυσμενών διακρίσεων — θα μπορούσαν, στην αντίθετη περίπτωση, να παραβαίνουν στην πράξη ατιμωρητί το σύστημα ποσοστώσεων. Εξάλλου, δεν θα ήταν καθόλου πρακτικό να υπολογίζονται κάθε φορά τα πρόστιμα αναλόγως των οικονομικών δυνατοτήτων της οικείας επιχείρησης. Η κύρωση και, επομένως, η εφαρμογή του συστήματος ποσοστώσεων θα καθίσταντο ασφαλώς εξαιρετικά πολύπλοκες.
Επομένως, στην αλληλουχία αυτή φαίνεται καταρχήν να αρκεί το ότι η Επιτροπή αναφέρει ότι είναι διατεθειμένη να παρέχει τις προσήκουσες προθεσμίες πληρωμής ή να επιτρέπει πληρωμές με δόσεις σε περίπτωση δυσχερειών στην πληρωμή των προστίμων.
γ)
Εξάλλου, όσον αφορά τα άρθρα 14 και 15 της απόφασης 1831/81, τα οποία επικαλείται η προσφεύγουσα, είναι προφανέστατο ότι δεν ασκούν επιρροή στην προκειμένη περίπτωση.
Πράγματι, το πρώτο από τα αναφερόμενα άρθρα εφαρμόζεται μόνον όταν ο καθορισμός των ποσοστώσεων παραγωγής δημιουργεί εξαιρετικές δυσκολίες στην επιχείρηση. Η προσφεύγουσα όμως δεν προέβαλε κάτι τέτοιο” επικαλέστηκε τις δυσκολίες που προκύπτουν από την πληρωμή του προστίμου. Εξάλλου, δεν υπέβαλε αίτηση στην Επιτροπή — όπως προβλέπει το άρθρο 14 — στηριζόμενη στην εν λόγω διάταξη.
Αφετέρου, το άρθρο 15 αναφέρεται στην περίπτωση κατά την οποία οι επιχειρήσεις τροποποίησαν τις συνήθεις παραδόσεις τους σε σημείο που να μην είναι πλέον δυνατός ο επαρκής εφοδιασμός των μεταποιητών που εξαρτώνται από αυτές. Επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, θα μπορούσε το πολύ να χορηγηθούν και, εξάλλου, μόνο βάσει καταγγελίας που δεν φαίνεται τουλάχιστο να περιέχεται στην επιστολή της προσφεύγουσας της 4ης Μαρτίου 1982, συμπληρωματικές ποσοστώσεις για τον προμηθευτή της προκειμένου να εξασφαλιστεί η μεταποίηση και χωρίς να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι τα ημιπροϊ-όντα τα οποία χρειάζεται η προσφεύγουσα για τη μεταποίηση δεν περιελαμβάνοντο προφανώς στο σύστημα ποσοστώσεων.
4.
Εξάλλου, η προσφεύγουσα προέβαλε — όπως ήδη το έπραξε κατά την ακρόαση της από την Επιτροπή — ότι καίτοι το άρθρο 11, παράγραφοι 2 και 3, της απόφασης 1831/81 δεν μπορούσε αντικειμενικά να εφαρμοστεί στην περίπτωση της πάντως θα έπρεπε να αναγνωριστεί τουλάχιστον ότι καλόπιστα θεώρησε ότι μπορούσε να υπερβεί την ποσόστωση της σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές. 'Ετσι, ισχυρίζεται ότι υπέπεσε μόνο σε νομική πλάνη υπερβαίνοντας την ποσόστωση, πράγμα που αποκλείει το πταίσμα και, επομένως, εμποδίζει την επιβολή του προστίμου.
Αυτό δεν μπορεί ασφαλώς να γίνει δεκτό ως προς το άρθρο 11, παράγραφος 2. Από τη διατύπωση του προκύπτει σαφώς ότι αναφέρεται εν προκειμένω όχι στην υπέρβαση των ποσοστώσεων παραγωγής, αλλά — εντός των ορίων των εν λόγω ποσοστώσεων — στην υπέρβαση των ποσοστώσεων παράδοσης, οι οποίες δεν είχαν ακόμη καθοριστεί για την προσφεύγουσα, λόγω της αποκλειστικής της δραστηριότητας στη μεταποίηση για λογαριασμό τρίτων. Η έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 2, είναι επίσης πολύ σαφής: απέβλεπε κατά τον τρόπο αυτό να επιφυλάξει, όσον αφορά τις ποσοστώσεις παράδοσης, ορισμένο περιθώριο στις επιχειρήσεις που παράγουν μια μόνο κατηγορία προϊόντων και για τις οποίες δεν λαμβανόταν υπόψη ο συμψηφισμός, κατ' εφαρμογή του άρθρου 11, παράγραφος 1, σε περίπτωση υπέρβασης των ποσοστώσεων. Επιπλέον, είναι σαφές ενόψει του άρθρου 11, παράγραφος 1, που αναφέρεται στην υπέρβαση των ποσοστώσεων παραγωγής, ότι καίτοι επιτρεπόταν ένα περιθώριο υπέρβασης για τις ειδικές κατηγορίες παραγωγής, η ολική παραγωγή όλων των κατηγοριών δεν μπορούσε πάντως να υπερβεί το ποσό των χορηγούμενων ποσοστώσεων. Επομένως, δεν μπορεί ασφαλώς να γίνεται λόγος για συγγνωστή νομική πλάνη όσον αφορά το άρθρο 11, παράγραφος 2.
Όσον αφορά το άρθρο 11, παράγραφος 3, δεν επιτρέπει τη μεταφορά των ποσοστώσεων, που δεν έχουν εξαντληθεί, από το δεύτερο τρίμηνο του 1981 στο τρίτο τρίμηνο του 1981. Ούτε μου φαίνεται ότι μπορούσαν να υπάρξουν σοβαρές αμφιβολίες ως προς αυτό, ούτε επομένως σημαντική νομική πλάνη. Εντούτοις, ακόμη κι αν αυτό δεν της φαινόταν αρκετά σαφές, η προσφεύγουσα θα μπορούσε εύκολα να λάβει τις αναγκαίες διευκρινίσεις απευθυνόμενη απλώς στην Επιτροπή. Τουλάχιστον, λόγω της παράλειψης αυτής — το γεγονός ότι η άποψη της προσφεύγουσας ως προς το άρ9ρο 11 υποστηρίχτηκε από τους ελεγκτές της Επιτροπής δεν αποδείχτηκε — 8α 'πρεπε να καταλογιστεί κάποια πταισμα-τική συμπεριφορά και να αποκλειστεί η σκέψη ότι, απλώς και μόνον ενόψει του άρθρου 11, παράγραφος 3, της απόφασης 1831/81, η υπέρβαση της ποσόστωσης ήταν ασήμαντη.
Πάντως, στην αλληλουχία αυτή προσθέτω — και επανέρχομαι έτσι σε ό,τι προανέφερα — ότι μου φαίνεται σκόπιμο να θεωρηθεί τουλάχιστον ως ελαφρυντική περίοταση το γεγονός ότι η προσφεύγουσα δεν εξάντλησε την ποσόστωση της παραγωγής κατά το δεύτερο τρίμηνο του 1981, πράγμα που δικαιολογεί μείωση του προστίμου, αν όχι σύμφωνα με τη μεγάλη δυνατότητα μεταφοράς που προβλέπει το άρθρο 8, παράγραφος 2, της απόφασης 2794/80, τουλάχιστον βάσει της δυνατότητας που προβλέπει το άρθρο 11, παράγραφος 3, της απόφασης 1831/81. Η μείωση του προστίμου πρέπει να εξεταστεί, διότι η δυνατότητα μεταφοράς συνιστά σύνηθες στοιχείο όλων των συστημάτων ποσοστώσεων και ότι, από την άποψη αυτή, ήταν δυνατό να γεννηθούν ορισμένες ελπίδες ότι ανάλογη λύση μπορούσε να ληφθεί υπόψη και στην περίπτωση μετάβασης από το αρχικά εφαρμοσθέν στο μετέπειτα σύστημα ποσοστώσεων. Εξάλλου, μια τέτοια προσέγγιση φαίνεται ιδιαίτερα ενδεδειγμένη σε περίπτωση μετατροπής της παραγωγής, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα παράγει ένα μόνο προϊόν, ενόψει του γεγονότος ότι η απόφαση 1831/81 αφορά εν μέρει διαφορετικές κατηγορίες προϊόντων από εκείνες της προηγούμενης απόφασης περί ποσοστώσεων.
5.
Τέλος, απομένουν ακόμη να εξεταστούν δύο σημεία, τα οποία η προσφεύγουσα δεν ανέφερε με το δικόγραφο της και δεν επικαλέστηκε με την ανταπάντηση της. Αφορούν τα επιτόκια που η προσφεύγουσα θεωρεί ως προσδιοριστικά και το ανώτατο επιτρεπόμενο ποσό του προστίμου, ιδίως ενόψει του άρθρου 58, παράγραφος 4, της συνθήκης ΕΚΑΧ κατά το οποίο:
«Η Ανωτάτη Αρχή δύναται να επιβάλλει στις επιχειρήσεις που παραβιάζουν τις αποφάσεις που λαμβάνει κατ' εφαρμογή του παρόντος άρθρου πρόστιμα, το ύψος των οποίων είναι κατ' ανώτατο όριο ίσο προς την αξία των ποσοτήτων που παρήχθησαν αντικανονικά.»
α)
Όσον αφορά το πρώτο σημείο το οποίο, όπως έχω αποδείξει, υπήρξε αντικείμενο ρητού αιτήματος της προσφεύγουσας, η τελευταία θεωρεί ότι δεν υπήρχε σαφής σχετική απόφαση και ότι έπρεπε να υποτεθεί ότι η Επιτροπή ήθελε να εφαρμόζει μεταβλητό επιτόκιο ανάλογα με τη χώρα για την οποία πρόκειται, δηλαδή να μεταχειρίζεται διαφορετικά τις επιχειρήσεις στα διάφορα κράτη μέλη.
Επί του σημείου αυτού, η άποψη μου θα είναι σύντομη. Η προσβαλλόμενη απόφαση ορίζει ρητά ότι το ποσό του προστίμου επαυξάνεται κατά 1 Vo για κάθε αρχόμενο μήνα καθυστέρησης της πληρωμής, πράγμα που ισούται με ετήσιο επιτόκιο 12 ο/ο και όχι 22 ο/ο, όπως φοβάται η προσφεύγουσα για τις ιταλικές επιχειρήσεις. Αυτό μόνο έχει σημασία για την προσφεύγουσα και δεν διακρίνω σχετικά κανένα συμφέρον όπως το Δικαστήριο επιβεβαιώσει ότι η Επιτροπή δεσμεύεται από τη δήλωση αυτή. Εξάλλου, καίτοι οι υπηρεσίες της Επιτροπής εξετάζουν τη δυνατότητα εφαρμογής μεταβλητού επιτοκίου ανάλογα με τις χώρες, πάντως το ζήτημα αυτό δεν πρέπει να συζητηθεί τώρα, διότι πρόκειται προφανώς για σχέδιο απόφασης που βρίσκεται ακόμη υπό εξέταση και του οποίου το περιεχόμενο δεν έχει, εν πάση περιπτώσει, επίπτωση στην παρούσα υπόθεση.
Επομένως, μπορεί να διαπιστωθεί πλήρως ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος ώστε το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του αιτήματος που διατύπωσε η προσφεύγουσα.
β)
Όσον αφορά το δεύτερο σημείο, η προσφεύγουσα προέβαλε ήδη, με την επιστολή της που απηύθηνε στο Δικαστήριο στις 5 Οκτωβρίου 1982, στη συνέχεια δε με την ανταπάντηση της, ότι το πρόστιμο που επιβλήθηκε δεν ήταν σύμφωνο προς το προαναφερόμενο άρθρο 58, παράγραφος 4, της συνθήκης ΕΚΑΧ, κατά το οποίο προέχει η αξία των ποσοτήτων που παρήχθησαν αντικανονικά. Πράγματι, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η υπέρβαση παραγωγής που προσάπτεται στην προσφεύγουσα, όπως εξάλλου ολόκληρη η παραγωγή της, πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό τρίτων, οι οποίοι παρέμειναν κύριοι της με-ταποιηθείσας πρώτης ύλης.
Επομένως, το πρόστιμο δεν μπορούσε στην περίπτωση της να υπερβεί το ύψος του ποσού που εισπράττει ως μεταποιητής, δηλαδή θα μπορούσε να εφαρμοστεί το πολύ συντελεστής 57 ECU ανά τόνο υπέρβασης, αν ληφθεί υπόψη η μέση αξία της μεταποίησης η οποία, στην περίπτωση της προσφεύγουσας, ανήλθε το 1981 σε 75307 λιρέτες ανά χιλιόγραμμο.
Επί του σημείου αυτού επίσης — και χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το ζήτημα αν ο ισχυρισμός που προβλήθηκε με την ανταπάντηση είναι απαράδεκτος καθότι όψιμος, διότι η προαναφερόμενη επιστολή που απηύθυνε στο Δικαστήριο δεν είχε υπογραφεί από το δικηγόρο της — μου φαίνεται δύσκολο να δεχτώ την άποψη της προσφεύγουσας.
Δεν βλέπω παράβαση του άρθρου 58 της συνθήκης ΕΚΑΧ, που προβλέπει ανώτατο όριο για τα πρόστιμα, διότι ήδη, από την εννοιολογική άποψη των λέξεων, η «αξία των ποσοτήτων που παρήχθησαν» δεν αφορά την προστιθέμενη αξία που δημιουργεί κάθε φορά ο μεταποιητής, αλλά την εμπορική αξία των τελικών προϊόντων τα οποία υπόκεινται στο σύστημα ποσοστώσεων πριν από τη διάθεση τους στην αγορά. Υπέρ της ερμηνείας αυτής συνηγορούν και ορθοί λόγοι πρακτικής εφαρμογής του συστήματος. Πράγματι, η εν λόγω πρακτική εφαρμογή θα δυσχεραινόταν σημαντικά αν η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να προσδιορίζει εκάστοτε την προστιθέμενη αξία που δημιουργείται, εφόσον αυτό συνεπάγεται ότι τα διάφορα στάδια μεταποίησης θα έπρεπε να εξετάζονται και ότι θα έπρεπε επίσης να λαμβάνεται υπόψη η διαφορετική παραγωγικότητα των επιχειρήσεων. Αλλά εφόσον η αξία των προϊόντων για τα οποία γίνεται λόγος στην παρούσα υπόθεση υπερβαίνει κατά πολύ, όπως απέδειξε η Επιτροπή, το ύψος του προστίμου που προβλέπει το άρθρο 12 της απόφασης 1831/81, δεν μπορεί να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι η απόφαση επιβολής του προστίμου είναι ασυμβίβαστη προς το άρθρο 58 της συνθήκης ΕΚΑΧ.
Εξάλλου, αναμφίβολα δεν μπορεί να απαιτείται από την Επιτροπή να λαμβάνει υπόψη σε κάθε περίπτωση, όταν επιβάλλει ατομικές κυρώσεις, το γεγονός ότι επιχειρήσεις όπως η προσφεύγουσα εργάζονται μόνο για λογαρισμό τρίτων, προκειμένου να λαμβάνει έτσι υπόψη, για παράδειγμα, την αρχή της επιείκειας ανεξάρτητα από το ανώτατο όριο που επιβάλλει το άρθρο 58 της συνθήκης ΕΚΑΧ. Τίποτε δεν το δικαιολογεί εφόσον τα πρόστιμα που κατά γενικό κανόνα επιβάλλονται, ανακοινώθηκαν με τη γενική απόφαση περί ποσοστώσεων, οπότε κάθε επιχείρηση πληροφορήθηκε αμέσως τον κίνδυνο που συνεπάγεται η υπέρβαση των ποσοστώσεων. Για το λόγο αυτό προέχει επίσης να παρατηρηθεί ότι θα δημιουργούνταν κατ' άλλο τρόπο δυσμενής διάκριση εις βάρος των επιχειρήσεων που παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες με τις υπηρεσίες των αποκλειστικά μεταποιητικών επιχειρήσεων, για τις οποίες όμως η επικαλούμενη συλλογιστική θα αποκλειόταν, διότι αγοράζουν ημιπροϊόντα και διαθέτουν οι ίδιες τα τελικά προϊόντα στην αγορά. Τέλος, πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ο κίνδυνος υπονόμευσης της αποτελεσματικότητας του συστήματος ποσοστώσεων από ελιγμούς που θα μπορούσαν, για παράδείγμα, να συνίστανται στη συνεννόηση πελατών και μεταποιητών ώστε την πρόσθετη επιθυμητή παραγωγή να πραγματοποιούν όχι οι πρώτοι αλλά μόνο οι δεύτεροι, διότι στην περίπτωση αυτή θα ήταν εκτεθειμένοι σε λιγότερο βαριά πρόστιμα.
6.
Συνοπτικά: αν γίνει δεκτή η άποψη σύμφωνα με την οποία πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η παραγωγή της προσφεύγουσας κατά το δεύτερο τρίμηνο του 1981 ήταν κατώτερη κατά 2512 τόνους από την ποσόστωση που της χορηγήθηκε, από την οποία δεν επωφελήθηκε κατά το επόμενο τρίμηνο λόγω, αποκλειστικά, της μεταβολής του συστήματος ποσοστώσεων και αν ληφθεί, εξάλλου, υπόψη ότι, σύμφωνα με πάγια πρακτική, η Επιτροπή δεν επιβάλλει πρόστιμο στην περίπτωση που η πρώτη υπέρβαση ποσοστώσεων είναι κάτω των 500 τόνων, πρέπει, στην προκειμένη περίπτωση, όχι μόνο να μειωθεί αισθητά το καθορισθέν πρόστιμο, αλλά και ο καθορισμός του προστίμου να χαρακτηριστεί ως μη προσήκων. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό το κύριο αίτημα της προσφεύγουσας και, κατά συνέπεια, η Επιτροπή να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων της διαδικασίας με την οποία ζητήθηκε η αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης.
( 1 ) Μετάφραση από τα γερμανικά.
( 2 ) Προτάσεις στην υπό8εση 179/82, Lucchini Siderurgica SpA, Brescia, κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή 1983, σ. 3083.
Full & Egal Universal Law Academy