ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ10 ΙΑΝΟΥΑΡΊΟΥ 1984 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Εισαγωγή
1.1. Αντικείμενο των προοφυγών
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 239/82 και 275/82, οι προσφεύγοντες (Allied Corporation, με έδρα το Morristown, New Jersey, Ηνωμένες Πολιτείες, δικηγόρος Morelle ως σύνδικος της πτώχευσης της ανώνυμης εταιρείας Demufert, Βρυξέλλες, Transcontinental Fertilizer Company, με έδρα τη Φιλαδέλφεια, Ηνωμένες Πολιτείες και Kaiser Aluminium and Chemical Corporation, με έδρα το Wilmington, Delaware, Ηνωμένες Πολιτείες) ζητούν αφενός μεν την ακύρωση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1976/82 της 19ης Ιουλίου 1982 (ΕΕ L 214, 1982, σ. 7), περί επιβολής προσωρινού δασμού αντιντά-μπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων χημικών λιπασμάτων καταγωγής Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής και του κανονισμού (ΕΟΚ) 2302/82 της 18ης Αυγούστου 1982 (ΕΕ L 246, 1982, σ. 5), που τροποποιεί τον πιοπάνω κανονισμό, αφετέρου δε ζητούν αποζημίωση.
Η Επιτροπή, πέρα από τα ερωτήματα και τις αντικρούσεις που διατυπώνει στο υπόμνημά της σχετικά με το παραδεκτό, την τήρηση της υποχρέωσης για αιτιολόγηση και τη συνδρομή των αναγκαίων πραγματικών προϋποθέσεων για τη θέσπιση προσωρινών μέτρων όσον αφορά την προκειμένη περίπτωση έθιξε κατά την έγγραφη διαδικασία και κυρίως κατά την προφορική διαδικασία ένα σοβαρό γενικό ζήτημα σχετικά με την πολιτική παροχής έννομης προστασίας (Rechtsbeschermingsbeleid) ( 2 ).
Κατά την προφορική ιδίως διαδικασία, η Επιτροπή είχε μια έξοχη αγόρευση υπέρ μιας ευρείας ερμηνείας του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ σχετικά με το παραδεκτό των προσφυγών που ασκούνται κατά μέτρων αντιντάμπινγκ από εξαγωγείς τρίτων χωρών οι οποίοι υφίστανται ζημία λόγω των εξαγωγών τους προς την ΕΟΚ. Η Επιτροπή θεωρεί ότι αυτή η ευρεία ερμηνεία ενδείκνυται όχι μόνο για οριστικά μέτρα αντιντάμπινγκ αλλά επίσης και για προσωρινά.
Προς υποστήριξη της άποψης αυτής η Επιτροπή προβάλλει κυρίως δύο επιχειρήματα. Το πρώτο είναι η αρχή της αμοιβαιότητας. Το επιχείρημα αυτό έχει πράγματι ως ρητή βάση την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΟΚ) 3017/79 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1979 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/017, σ. 67), συγκεκριμένα την ακόλουθη διατύπωση: «εκτιμώντας ... ότι κατά την εφαρμογή αυτών των κανόνων ( 3 ), είναι ουσιώδες, προκειμένου να διατηρηθεί η ισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που αυτές οι συμφωνίες επιδίωκαν να θεσπίσουν, να λάβει υπόψη της η Κοινότητα την ερμηνεία που δίδεται σ' αυτούς τους κανόνες από τους βασικούς εμπορικούς εταίρους της, όπως αυτή εμφανίζεται στη νομοθεσία ή την καθιερωμένη πρακτική». Η Επιτροπή παρατηρεί ακόμη επί του θέματος αυτού ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής παρέχεται επίσης ευρεία έννομη προστασία των συμφερόντων των εξαγωγέων άλλων χωρών, στην οποία περιλαμβάνεται επίσης αποτελεσματική έννομη προστασία κατά προσωρινών μέτρων.
Το δεύτερο επιχείρημα που επικαλείται η Επιτροπή υπέρ μιας ευρύτερης αρμοδιότητας του Δικαστηρίου προς όφελος των εξαγωγέων τρίτων χωρών που έχουν υποστεί ζημία αποτελεί η διαπίστωση ότι οι εξαγωγείς αυτοί δεν μπορούν να προσβάλουν απευθείας ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων των κρατών μελών τους δασμούς αντιντάμπινγκ που εφαρμόζονται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Έχω αναλύσει και έχω κρίνει ουσιαστικά ορθή τη διαπίστωση αυτή. Μόνο στο Βέλγιο και στις Κάτω Χώρες φαίνεται καταρχή να μην αποκλείεται εντελώς ένα τέτοιο ένδικο μέσο, αλλά ουσιαστικά ακόμη και σε αυτά τα κράτη μέλη, εξ όσων γνωρίζω, δεν φαίνεται ακόμη ότι το ένδικο μέσο αυτό είναι επίσης πρακτικά δυνατό. Η σημασία της διαπίστωσης αυτής έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι εν προκειμένω δεν έχουν καμιά θέση σκέψεις που αφορούν τον ορθολογικό καταμερισμό αρμοδιοτήτων μεταξύ κοινοτικού και εθνικών δικαστηρίων. Υπό τις συνθήκες αυτές, σε αντιδιαστολή με ό,τι συμβαίνει στην πλειονότητα των περιπτώσεων, αν κηρυχτούν απαράδεκτες οι προσφυγές που ασκούν εξαγωγικές επιχειρήσεις τρίτων χωρών κατά'μέτρων αντιντάμπινγκ βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, συνέπεια δεν θα είναι η παραπομπή των εξαγωγικών αυτών επιχειρήσεων ενώπιον του αρμόδιου εθνικού δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα αντίθετα είναι ότι δεν τους παρέχεται καμιά έννομη προστασία, ενώ απεναντίας, όπως έχω ήδη παρατηρήσει, οι επιχειρήσεις της Κοινότητας που εξάγουν προς τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής απολαύουν πλήρως στη χώρα αυτή έννομης προστασίας.
Δέχομαι αβίαστα ευθύς εξαρχής ότι τα δύο επιχειρήματα της Επιτροπής — κυρίως όταν εξετάζονται από κοινού — είναι λυσιτελή. Κατανοώ πλήρως επίσης ότι η Επιτροπή, στο πλαίσιο των σχέσεων της με τις αμερικανικές αρχές, χρειάζεται μια σαφή και γενικού περιεχομένου απόφαση του Δικαστηρίου επί του ζητήματος του παραδεκτού, επομένως μια απόφαση που δεν περιορίζεται σε λίγο ή πολύ τυχαία γεγονότα της συγκεκριμένης περίπτωσης. Από τη φύση τους τα δυο επιχειρήματα που προβάλλει η Επιτροπή συνεπάγονται επίσης ότι μια τέτοια γενική απόφαση δεν πρέπει να συνιστά προηγούμενο για τους εσωτερικούς κανονισμούς της Κονότητας (παραδείγματος χάρη στον τομέα της κοινής αγροτικής πολιτικής) όπου άλλωστε υπάρχει πλήρης δυνατότητα για την άσκηση ένδικου μέσου ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου κατά αποφάσεων ατομικής ισχύος. Στα επιχειρήματα αυτά μπορώ να προσθέσω ακόμη ότι το ντάμπινγκ είναι φαινόμενο που από τη φύση του προσομοιάζει με μορφές αθέμιτου ανταγωνισμού οι οποίες πατάσσονται συνήθως στο σύστημα της Συνθήκης ΕΟΚ με αποφάσεις. Το ντάμπινγκ ειδικότερα συνιστά διάκριση στις τιμές εκτός των συνόρων (την οποία έχει καταστήσει δυνατή η ύπαρξη τελωνειακών συνόρων) ( 4 ) και το οποίο από τη φύση του προσομοιάζει στενά με τις πρακτικές που εισάγουν διακρίσεις και οι οποίες απαγορεύονται δυνάμει του άρθρου 85, παράγραφος 1, δ, και του άρθρου 86, γ,
της Συνθήκης ΕΟΚ. Ως προς τα αποτελέσματά του το ντάμπινγκ μπορεί να συγκριθεί κατά τα λοιπά με τη χορήγηση ενισχύσεων που έχουν κριθεί ασυμβίβαστες με την Κοινή Αγορά, δυνάμει του άρθρου 92, ιδίως ενισχύσεων λόγω εξαγωγής, των οποίων η αποτροπή επιτυγχάνεται επίσης με αποφάσεις. Η ευρεία ερμηνεία όμως που υποστηρίζει η Επιτροπή για τις ειδικές αυτές περιπτώσεις πρέπει βέβαια να διευκρινιστεί καλύτερα υπό το φως του κειμένου του άρθρου 173, της φύσης των υπό κρίση μέτρων αντιντάμπινγκ και της προηγούμενης νομολογίας του Δικαστηρίου. Αυτά θα τα εξετάσω στο δεύτερο μέρος των προτάσεων μου.
Κατόπιν αυτού, είναι βέβαια προφανές ότι θα εξετάσω επίσης το παραδεκτό της προσφυγής του συνδίκου της πτώχευσης της ανώνυμης εταιρείας Demufert, όπου έχουν πολύ μικρότερη σημασία οι παραπάνω γενικές σκέψεις. Η ανώνυμη εταιρεία Demufert, ως εισαγωγική επιχείρηση εγκαταστημένη εντός της Κοινότητας, είχε βέβαια τη δυνατότητα να προσφύγει ενώπιον του αρμοδίου εθνικού δικαστηρίου της χώρας εισαγωγής σε ορισμένες συγκεκριμένες περιπτώσεις.
1.2. Τα σημαντικότερα πραγματικά περιστατικά και στάδια της διαδικασίας
Για την ορθή κατανόηση της προκειμένης υπόθεσης νομίζω ότι είναι χρήσιμο να συνοψίσω καταρχάς χρονολογικά τα διάφορα στάδια της διαδικασίας πριν και μετά την άσκηση των προσφυγών.
—
Στις 26 Φεβρουαρίου 1980 δημοσιεύτηκε στο τεύχος PB L 47, 1980, μια ανακοίνωση της Επιτροπής για την κίνηση διαδικασίας αντιντάμπινγκ σχετικά με ορισμένα χημικά λιπάσματα καταγωγής Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής. Η διαδικασία αυτή κινήθηκε κατόπιν καταγγελίας που κατέθεσε το Δεκέμβριο 1979η κοινοτική βιομηχανία λιπασμάτων.
—
Στις 15 Αυγούστου 1980 ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2182/80 (PB L 212, 1980) , θέσπισε προσωρινό δασμό αντιντάμπινγκ.
—
Στις 12 Φεβρουαρίου 1981 ο κανονισμός (ΕΟΚ) 349/81 (EE L 39, 1981, σ. 4) επέβαλε οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ μέσου ύψους 6,5 °/ο. Θα επανέλθω επί των αιτιολογικών σκέψεων του κανονισμού αυτού οι οποίες έχουν σημασία για την κρίση της διαφοράς.
—
Στις 9 Φεβρουαρίου 1981 οι ενδιαφερόμενες αμερικανικές επιχειρήσεις ανέλαβαν δεσμεύσεις έναντι της Επιτροπής για την τήρηση [των τιμών που συμφωνήθηκαν] και την απαλλαγή [καταβολής δασμού αντιντάμπινγκ] δυνάμει του άρθρου 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 349/81 (6λ. παραρτήματα 6 και 9 του δικογράφου της προσφυγής στην υπόθεση 239/82 και την απόφαση 81/35, EEL 39, 1981, σ. 35).
—
Στις 24 Μαρτίου 1982 η εταιρεία Allied Corporation επικαλέστηκε μεταβολή των πραγματικών περιστατικών και ζήτησε επανεξέταση όπως προβλέπεται από το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3017/79 ( 5 ).
—
Στις 18 Μαΐου 1982, η αρμόδια υπηρεσία της Επιτροπής απάντησε και ζήτησε να γνωστοποιηθούν τα στοιχεία που μπορούν να αποδείξουν την ύπαρξη των επικαλουμένων νέων πραγματικών περιστατικών προτού λάβει απόφαση για την ανάγκη επανεξέτασης ( 5 ),
—
Στις 7 Ιουνίου 1982 η εταιρεία Allied Corporation, τηρώντας την 20ήμερη προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 9 της σύμβασης περί αναλήψεως της υποχρεώσεως της, υπανεχώρησε της υποχρεώσεως της ( 6 ).
—
Προηγουμένως, ήδη από τις 5 Μαΐου 1982, η ανώνυμη εταιρεία Demufert άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγή κατά της απόφασης της Επιτροπής, που κοινοποιήθηκε με έγγραφο της 22ας Μαρτίου 1982, η οποία δεν έκανε δεκτή παρόμοια αίτηση για επανεξέταση η οποία είχε υποβληθεί από το Φεβρουάριο 1982. 'Οταν όμως η Επιτροπή έλαβε αργότερα απόφαση για επανεξέταση, η προσφυγή αυτή αποσύρθηκε.
—
Στις 2 Ιουλίου και στις 23 Ιουλίου 1982 οι εταιρείες Transcontinental και Kaiser υπανεχώρησαν επίσης των υποχρεώσεων τους.
—
Στις 16 Ιουλίου 1982 η Επιτροπή δημοσίευσε στην ΕΕ C 179, 1982, ανακοίνωση για επανεξέταση του ντάμπινγκ σε ορισμένα χημικά λιπάσματα.
—
Στις 19 Ιουλίου 1982, όσον αφορά τις εταιρείες Allied Corporation και Transcontinental, και στις 18 Αυγούστου 1982, όσον αφορά επίσης την εταιρεία Kaiser, θεσπίστηκε προσωρινός δασμός αντι-ντάμπινγκ (κανονισμοί (ΕΟΚ) 1976/82, ΕΕ L 214, 1982, σ. 7, και 2302/82, ΕΕ L 246, 1982, σ. 3). Οι προσφεύγουσες ζητούν την ακύρωση των κανονισμών αυτών.
—
Στις 18 Νοεμβρίου 1982, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3044/82 (ΕΕ 1982, L 322, σ. 4) παρέτεινε επί δίμηνο την ισχύ των κανονισμών αυτών.
—
Στις 17 Ιανουαρίου 1983, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 101/83 (ΕΕ L 15, 1983, σ. 1) θέσπισε για τις παραπάνω τρεις επιχειρήσεις οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ. Ως γνωστό, οι προσφεύγουσες άσκησαν προσφυγή κατά του οριστικού αυτού κανονισμού στο πλαίσιο της υπόθεσης 53/83.
Όσον αφορά τα υπόλοιπα σχετικά πραγματικά περιστατικά, περιορίζομαι εδώ να σας παραπέμψω στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
2. Τα ζητήματα του παραδεκτού
2.1.
Θα εξετάσω τώρα διαδοχικά το παραδεκτό των προσφυγών των τριών αμερικανικών εξαγωγικών επιχειρήσεων γενικά (2.2.), του αιτήματος της Επιτροπής για τη θέσπιση γενικών κριτηρίων επί του θέματος (2.3.), το παραδεκτό τέτοιων προσφυγών που αφορούν προσωρινά μέτρα όπως στην προκειμένη περίπτωση (2.4.) και το παραδεκτό της προσφυγής του σύνδικου της πτώχευσης της ενώνυμης εταιρείας Demufert (2.5.).
2.2.
Λόγω της πολύ μεγάλης ομοιότητας με την υπόθεση 113/77 («ένσφαιροι τριβείς», Jurispr. 1979, σ. 1185), είναι απλό να προτείνω το παρδεκτό των προσφυγών των εταιρειών Allied Corporation, Transcontinental Fertilizer Company και Kaiser Aluminium and Chemical Corporation. Ανεξάρτητα από το ζήτημα του παραδεκτού προσφυγής κατά προσωρινών μέτρων, όπως εν προκειμένω, το οποίο θα εξετάσω ακόμη παρακάτω ξεχωριστά, το άρθρο 1 του προσβαλλόμενου κανονισμού (ΕΟΚ) 1976/82 επιβάλλει ρητά προσωρινό δασμό αντιντάμπινγκ στα λιπάσματα διαλύματος ουρίας και νιτρικού αμμωνίου τα οποία εξάγουν οι εταιρείες Allied Corporation και Transcontinental Fertilizer Company. Ο τροποποιητικός κανονισμός 23.02/82 επεκτείνει σαφώς επίσης στην τρίτη προσφεύγουσα (Kaiser Aluminium) την ισχύ αυτού του προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ.
Αν ληφθούν επίσης υπόψη οι σκέψεις 8, 9, 11 και 12 της απόφασης του Δικαστηρίου στην πιοπάνω υπόθεση «ένσφαιροι τριβείς», δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι προσβαλλόμενοι κανονισμοί αφορούν άμεσα και ατομικά τις προσφεύγουσες. Το συμπέρασμα αυτό δεν μεταβάλλεται καθόλου από το γεγονός ότι οι κανονισμοί αυτοί εμφανίζουν έναντι των ανεξάρτητων εισαγωγέων των εν λόγω προϊόντων το χαρακτήρα κανονισμού και υπό την έννοια αυτή παρουσιάζουν διπλό χαρακτήρα. Τέτοια περίπτωση συνέτρεχε επίσης στην υπόθεση 113/79, όπως προκύπτει συγκεκριμένα από τις σχετικές παρατηρήσεις του γενικού εισαγγελέα Warner στις προτάσεις του (Jurispr. 1979, σσ. 1244 και 1245). Ο διπλός αυτός εντούτοις χαρακτήρας του κανονισμού που είχε τότε εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση δεν εμπόδισε το Δικαστήριο να κρίνει παραδεκτή την προσφυγή που άσκησαν οι ενδιαφερόμενοι εξαγωγείς. Όταν ένας κανονισμός αφενός μεν απευθύνεται σε ορισμένα άτομα (εν προκειμένω, ιδίως στους εν λόγω αμερικανούς εξαγωγείς, στην υπόθεση των «ένσφαιρων τριβέων» τόσο στους ιάπωνες παραγωγείς όσο και στις εισαγωγικές θυγατρικές εταιρείες τους), αφετέρου δε απευθύνεται σε μια ομάδα που προσδιορίζεται μόνο από αφηρημένα και αντικειμενικά χαρακτηριστικά (σε όλους τους ανεξάρτητους εισαγωγείς τόσο στην υπόθεση 113/77 όσο και εν προκειμένω), ο διπλός αυτός χαρακτήρας είναι αυτονόητος. Στις περιπτώσεις αυτές δεν έχει προφανώς εφαρμογή, σύμφωνα με την προηγούμενη νομολογία του Δικαστηρίου στις υποθέσεις ντάμπινγκ, η σκέψη 18 της απόφασης του τρίτου τμήματος του Δικαστηρίου στην υπόθεση Moksel (υπόθεση 45/81, Συλλογή 1982, σ. 1129) στην οποία παραπέμπουν τα υπομνήματα της Επιτροπής. Σχετικά με τον κανονισμό που εξετάζεται εν προκειμένω, στη σκέψη αυτή γίνεται δεκτό ότι «η ίδια διάταξη δεν δύναται βεβαίως να αποτελεί συγχρόνως πράξη γενικής ισχύος και ατομική πράξη». Κατά τα λοιπά, μπορούν να βρεθούν εύκολα και άλλα παραδείγματα τέτοιων πράξεων με διπλό χαρακτήρα. Όταν, παραδείγματος χάρη, χορηγείται σε μια επιχείρηση ένα αποκλειστικό δικαίωμα, όπως αυτό που έχει υπόψη του το άρθρο 90, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, η χορήγηση αυτή φέρει προφανώς το χαρακτήρα απόφασης. Η πιοπάνω απόφαση όμως έχει επίσης εξ ορισμού γενική εφαρμογή υπό την έννοια ότι όλες οι άλλες επιχειρήσεις οφείλουν να απέχουν από την άσκηση των εν λόγω δραστηριοτήτων.
2.3.
Όπως έχω ήδη παρατηρήσει, η Επιτροπή επιθυμεί βέβαια, για πολιτικούς λόγους που επικαλείται, μια γενικότερη κρίση του Δικαστηρίου στο θέμα του παραδεκτού προσφυγών που ασκούν εξαγωγικές επιχειρήσεις τρίτων χωρών κατά μέτρων αντιντάμπινγκ της Κοινότητας. Στην υπόθεση των «ένσφαιρων τριβέων», ο γενικός εισαγγελέας Warner περιορίστηκε να δηλώσει επί αυτού του γενικού χαρακτήρα σημείου, στη σελίδα 1245 των προτάσεων του, ότι στο ζήτημα αυτό είναι ισοδύναμα τα επιχειρήματα που προβάλλονται εν προκειμένω υπέρ μιας θετικής ή αρνητικής απάντησης.
Με βάση το κείμενο του κανονισμού (ΕΟΚ) 3017/79 του Συμβουλίου και του κώδικα αντιντάμπινγκ της GATT στον οποίο στηρίζεται ο κανονισμός, θεωρώ ότι εν τω μεταξύ έχει πράγματι καταστεί δυνατό να ληφθούν σαφείς αποφάσεις επί του θέματος και μάλιστα ανεξάρτητα από τον καταρχήν ατομικό χαρακτήρα της πρακτικής του ντάμπινγκ για την οποία έχω ήδη αναφέρει τα αναγκαία στις εισαγωγικές μου παρατηρήσεις.
Τα άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3017/79 προβλέπει ότι «δύναται να υπαχθεί σε δασμό αντιντάμπινγκ κάάε προϊόν που αποτελεί αντικείμενο ντάμπινγκ, όταν η διάθεση του στην κατανάλωση εντός της Κοινότητας προξενεί ζημία». Η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου προσθέτει «ένα προϊόν θεωρείται ότι αποτελεί αντικείμενο ντάμπινγκ όταν η τιμή του κατά την εξαγωγή προς την Κοινότητα είναι κατώτερη της κανονικής αξίας ενός ομοειδούς προϊόντος». Σχετικά με τους όρους που υπογραμμίζω, το γερμανικό κείμενο χρησιμοποιεί, σύμφωνα με το άρθρο VI της GATT, τη διατύπωση «Der gleichartigen Art». Το άρθρο VI της GATT αναφέρει «the comparable price in the ordinary course of trade, for the like product when destined for consumption in the exporting country». To αγγλικό κείμενο του κανονισμού αναφέρει επίσης: «The like product». Οι λέξεις που υπογραμμίζω και τα συμφραζόμενα του ( 7 ) αποδεικνύουν ήδη νομίζω ότι οι δασμοί αντιντάμπινγκ πρέπει να επιβάλλονται σε εξατομικευμένα προϊόντα και όχι σε όλα τα ομοειδή προϊόντα (παραδείγματος χάρη στην αντίστοιχη κατηγορία του δασμολογίου). Στις χώρες με ελεύθερη οικονομία, τουλάχιστο, η κανονική αξία ενός προϊόντος στην εγχώρια αγορά καθώς και η τιμή εξαγωγής του προϊόντος αυτού μπορεί πράγματι να διαφέρει από παραγωγό σε παραγωγό. Έτσι, το άρθρο 2Α του υπό κρίση κανονισμού παρέχει ήδη το σημαντικό στοιχείο ότι δασμοί αντιντάμπινγκ μπορούν να θεσπίζονται καταρχή μόνο επί προϊόντων εξαγωγής εξατομικευμένων επιχειρήσεων. Βασικές εξαιρέσεις βέβαια της αρχής αυτής αποτελούν οι εξαγωγές από χώρες κρατικού εμπορίου και οι εξαγωγές για τις οποίες επιτυγχάνεται κατώτερη τιμή εξαγωγής λόγω επιδοτήσεων σε ολόκληρο τομέα. Για τις περιπτώσεις αυτές όμως το άρθρο 2, παράγραφος 5, και το άρθρο 3
προβλέπουν επίσης παρεκκλίσεις που επιβεβαιώνουν έμμεσα της αρχή που συνάγεται από το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2.
Σαφέστερες ακόμα ενδείξεις που συνηγορούν υπέρ της ύπαρξης της αρχής αυτής ανευρίσκονται στο γενικό κανόνα του άρθρου 2, παράγραφος 3 (στοιχείο α). Σύμφωνα με το γενικό αυτό κανόνα, ως κανονική αξία νοείται «η συγκρίσιμη τιμή, η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις για ένα ομοειδές προϊόν (ένα σύμφωνα με το ολλανδικό κείμενο, ενώ το ελληνικό και το αγγλικό κείμενο αναφέρουν:“τo ομοειδές προϊόν” και “The like product”) που προορίζεται για την κατανάλωση στη χώρα εξαγωγής ή καταγωγής». Ομοίως, το άρθρο 2, παράγραφος 4 (το οποίο κατά τα λοιπά ως κανόνας που εισάγει εξαίρεση δεν φαίνεται να έχει ακριβή θάση με τη μορφή αυτή στον κώδικα της GATT) έχει προφανώς υπόψη του εξατομικευμένες επιχειρήσεις. Πράγματι, μόνο για εξατομικευμένες επιχειρήσεις (παραδείγματος χάρη βάσει των ζημιών τους όπως προκύπτουν από τους ετήσιους λογαριασμούς τους) θα υπάρχουν «σοβαροί λόγοι για να πιστέψει ή να υποπτευθεί κανείς ότι η τιμή στην οποία πραγματικά πωλείται ένα προϊόν, ενόψει της καταναλώσεως στη χώρα καταγωγής, είναι κατώτερη από κάθε κόστος, τόσο πάγιο όσο και μεταβλητό, το οποίο ανακύπτει συνήθως κατά τη διάρκεια της παραγωγής του» (άρθρο 2, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο).
Οι παράγραφοι 7, 8, 9 και 10 του άρθρου 2 αναφέρουν επίσης σαφώς την αρχή της ατομικής εξέτασης της κατάστασης διαφόρων εξαγωγέων και των ατομικών συνθηκών εξαγωγής.
Η πρακτική της πολιτικής αντιντάμπινγκ, όπου συχνά συμβαίνει για διαφορετικές επιχειρήσεις να θεσπίζονται διαφορετικοί δασμοί, επιβεβαιώνει επίσης τελικά τον καταρχή ατομικό χαρακτήρα της πρακτικής αντιντάμπινγκ.
Καταλήγω επομένως στο συμπέρασμα ότι — πλην ειδικών περιστατικών που πρέπει να αποδεικνύονται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση — μπορεί πράγματι να θεωρηθεί ότι όλες οι εξαγωγικές επιχειρήσεις τρίτων χωρών που επιβαρύνονται με δασμούς αντιντάμπινγκ θίγονται άμεσα και ατομικά υπό την έννοια του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ. Η παράγραφος 14 του υπομνήματος αντικρούσεως της Επιτροπής δείχνει κατά τα λοιπά ότι η Επιτροπή δεν αποκλείει επίσης ένα τέτοιο συμπέρασμα — παρόλο που χρησιμοποιεί μια επιχειρηματολογία κάπως διαφορετική και συντομότερη. Συμφωνώ επίσης με την Επιτροπή, με βάση τις σκέψεις της κατά την προφορική διαδικασία, ότι είναι πολύ σημαντικό η απόφαση του Δικαστηρίου να θέσει ένα γενικό κανόνα και μετά τις ειδικές σκέψεις για την επιβεβαίωση της ακρίβειας του γενικού αυτού κανόνα στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η σημασία ενός τέτοιου γενικού κανόνα δεν έγκειται αποκλειστικά στη σκέψη που εκφράζει η Επιτροπή σύμφωνα με την οποία, σε αντίθετη περίπτωση, οι αποφάσεις του Δικαστηρίου θα είχαν πολύ στενή ομοιότητα με τον τρόπο που είναι διατυπωμένος ένας τέτοιος κανονισμός και που εξαρτάται από τυχαία περιστατικά.
Η σημασία έγκειται επιπλέον στη διαπίστωση ότι με τον τρόπο αυτό η Κοινότητα παρέχει στους εξαγωγείς τρίτων χωρών έννομη προστασία παρόμοια με αυτή που υπάρχει στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, πράγμα το οποίο ανταποκρίνεται στην αρχή της αμοιβαιότητας της GATT.
2.4.
Στην ανταπάντηση της μόνο, η Επιτροπή αντιμετώπισε το ζήτημα, όσον αφορά τους προσωρινούς δασμούς αντιντάμπινγκ, αν υπάρχουν ειδικοί λόγοι να αμφισβητηθεί το παραδεκτό προσφυγών, όπως η προσφυγή στην προκειμένη περίπτωση.
Αντίθετα προς την Επιτροπή, νομίζω ότι για να δικαιολογηθεί η αμφιβολία αυτή κακώς η Επιτροπή στηρίζεται κυρίως στη σκέψη 6 της απόφασης του Δικαστηρίου στην υπόθεση Alusuisse (υπόθεση 307/81, Συλλογή 1982, σ. 3463). Κατά τη γνώμη μου, από τη δεύτερη και τρίτη φράση της σκέψης αυτής συνάγεται μάλλον ότι στην απόφαση αυτή το Δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα του παραδεκτού έναντι προσωρινών και οριστικών μέτρων υπό το φως των ίδιων κριτηρίων.
Στη συνέχεια η Επιτροπή επικαλείται υπέρ των αμφιβολιών της τη σκέψη 10 της απόφασης IBM (υπόθεση 60/81, Συλλογή 1981, σ. 2639). Η σκέψη αυτή όμως πρέπει να εξεταστεί σε σχέση με την προηγούμενη σκέψη 9. Το αποφασιστικό κριτήριο διατυπώνεται εν προκειμένω με τον ακόλουθο τρόπο:
«Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, συνιστά πράξη ή απόφαση, η οποία δύναται να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως κατά την έννοια του άρθρου 173, κάθε μέτρο του οποίου τα έννομα αποτελέσματα είναι δεσμευτικά και ικανά να επηρεάσουν να συμφέροντα του προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας κατά τρόπο σαφή τη νομική του θέση.»
Στην υπόθεση IBM, σύμφωνα με τις σκέψεις 19 και 20, το ζήτημα ήταν αν η κίνηση διαδικασίας σχετικά με συμφωνίες, αποφάσεις και περιπτώσεις εναρμονισμένης πρακτικής καθώς και η ανακοίνωση των αιτιάσεων συνιστούν τέτοιο μέτρο, και για τις πράξεις αυτές το Δικαστήριο, βάσει των αρχών που τίθενται στις σκέψεις 9 και 10, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη. Όσον αφορά όμως τον κανονισμό που προσβάλλεται εν προκειμένω, με βάση την ακριβή διατύπωση του άρθρου 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1976/82 όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 2302/82, είναι αδύνατο να αμφισβητηθεί ότι παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα υπό την έννοια της σκέψης 9 της απόφασης IBM. Όσον αφορά το τελευταίο αυτό σημείο, θα ήταν πιο εύστοχο να γίνει σύγκριση με την απόφαση του Δικαστηρίου στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 8 έως 11/66 (Cementbedrijven NV, Jurispr. 1967, σ. 92) στην οποία παραπέμπει ο γενικός εισαγγελέας Sir Gordon Slynn στις προτάσεις του στην υπόθεση IBM.
Από αυτά συνάγω επομένως ότι το γεγονός ότι η προσφυγή που έχουν ασκήσει οι εν λόγω αμερικανικές επιχειρήσεις στρέφεται κατά κανονισμών που έχουν το χαρακτήρα προσωρινών μέτρων δεν συνιστά λόγο απαραδέκτου της προσφυγής αυτής.
2.5.
Αντίθετα προς την Επιτροπή, τέλος φρονώ ότι η προσφυγή του συνδίκου της πτώχευσης της ανώνυμης εταιρείας Demufert είναι και αυτή παραδεκτή. Δεν αμφισβητείται ότι η ανώνυμη εταιρεία Demufert ήταν από το 1971 ο αποκλειστικός εισαγωγέας της προσφεύγουσας Allied Corporation και, κατά συνέπεια, παρόλο που ήταν νομικά ανεξάρτητη, σε οικονομικό επίπεδο ήταν πλήρως εξαρτημένη από τις δυνατότητες εξαγωγής της προσφεύγουσας. Δεν ανήκε επομένως σε αόριστο αριθμό ανεξάρτητων εξαγωγέων που καθορίζεται αποκλειστικά σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια υπό την έννοια των σκέψεων 9 και 11 της απόφασης του Δικαστηρίου στην απόφαση Alusuisse (υπόθεση 307/81, Συλλογή 1982, σ. 3462). Όπως έχω παρατηρήσει, η ανώνυμη εταιρεία Demufert αντίθετα θίγεται από τον κανονισμό που προσβάλλει ως αποκλειστικός εισαγωγέας ενός από τους αμερικανούς εξαγωγείς τους οποίους αφορά ατομικά ο κανονισμός. Η ιδιότητα αυτή τη διέκρινε έναντι όλων των μη αποκλειστικών εισαγωγέων κατά το χρόνο της προσωρινής επιβολής δασμών αντιντάμπινγκ. Επομένως, η ανώνυμη εταιρεία Demufert, επίσης — αντίθετα προς ό,τι συνέβαινε με τους άλλους εισαγωγείς — θίγεται άμεσα και ατομικά από τα μέτρα αντιντάμπινγκ, υπό την έννοια του άρθρου 173, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ.
Για περισσότερη σαφήνεια προσθέτω ακόμη μια παρατήρηση, δηλαδή ότι η Επιτροπή αναγνωρίζει επίσης ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, στο θέμα του παραδεκτού πρέπει να γίνει πράγματι διάκριση μεταξύ των ανεξάρτητων και των εξαρτημένων εισαγωγέων (από έναν εξαγωγέα) — παρόλο που οι ίδιοι οι κανονισμοί αντιντάμπινγκ δεν κάνουν τη διάκριση αυτή. Ως προς την Alusuisse, η έννοια «ανεξάρτητος εισαγωγέας» ορίζεται ως εξής στην τρίτη σκέψη της απόφασης Alusuisse: «χωρίς να είναι συνδεδεμένη προς καμιά επιχείρηση παραγωγής ή εξαγωγών». Όπως έχω ήδη αναφέρει, η ανώνυμη εταιρεία Demufert είναι συνδεδεμένη υπό την έννοια αυτή. Στην υπόθεση των «ένσφαιρων τριβέων» — παρά τη νομική τους ανεξαρτησία — οι θυγατρικές εταιρείες των ιαπωνικών επιχειρήσεων παραγωγής ένσφαιρων τριβέων, που ήσαν και αυτές εγκατεστημένες εντός της Κοινότητας, θεωρήθηκε ότι θίγονται άμεσα και ατομικά όπως και οι ιαπωνικές επιχειρήσεις παραγωγής διότι «η ΝΤΝ και οι θυγατρικές της συνδέονται αρκετά στενά» (σκέψη 9). Επί του ισχυρισμού αντίκρουσης που προβάλλει το Συμβούλιο και σύμφωνα με τον οποίο «οι εισαγωγείς θέγονται άμεσα από τις εκτελεστικές πράξεις των εθνικών αρχών και οφείλουν επομένως, κατά περίπτωση, να τις προσβάλουν ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων», η σκέψη 11 προσθέτει το εξής σημαντικό: «ο ισχυρισμός αυτός αγνοεί ότι η εκτέλεση αυτή γίνεται αυτόματα, εξάλλου δε όχι δυνάμει των ενδιάμεσων εθνικών διατάξεων αλλά μόνο δυνάμει της κοινοτικής κανονιστικής ρύθμισης».
Η σκέψη 12 της απόφασης στην υπόθεση των «ένσφαιρων τριβέων» καταλήγει στο ότι «το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1778/77 αφορά άμεσα και ατομικά τους εισαγωγείς αυτούς και επομένως η προσφυγή των θυγατρικών εταιρειών που εισάγουν προϊόντα της ΝΤΝ είναι παραδεκτή».
3. Λόγοι επί της ουσίας
3.1.
Ot προσφυγές στηρίζονται κυρίως στο άρθρο 173 και επικουρικώς στο άρθρο 215, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ.
Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν κυρίως ότι οι κανονισμοί (ΕΟΚ) αριθ. 1976/82 και 2302/82 έχουν ανεπαρκή αιτιολογία διότι δεν αναφέρουν την προϋπόθεση που θέτουν τα άρθρα 4, 7 και 11 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3017/79, ακόμη και για την επιβολή προσωρινών δασμών, δηλαδή την πρόκληση (ή την απειλή) «σημαντικής ζημίας σε υφιστάμενο κλάδο παραγωγής της Κοινότητας» (άρθρο 4, παράγραφος 1). Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί διότι ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1976/82 (όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2302/82) στη δεύτερη αιτιολογική σκέψη που παραπέμπει στον κανονισμό (ΕΟΚ) 349/81 και αιτιολογεί πλήρως την πρόκληση ζημίας υπό την έννοια του άρθρου 4 του βασικού κανονισμού. Ως προς το σημείο αυτό παραπέμπω στην τελευταία αιτιολογική σκέψη (σελίδα 5) και στις τρεις πρώτες αιτιολογικές σκέψεις (σελίδα 6) της ΕΕ L 39, 1981 στην οποία έχει δημοσιευτεί ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 349/81. Δέχομαι ότι εν προκειμένω η αιτιολόγηση ήταν συνοπτική και αγνοούσε ιδίως τους λόγους που είχαν επικαλεστεί αντίστοιχα οι προσφεύγουσες υπέρ της αίτησης τους για επανεξέταση και της υπαναχώρησης τους από τις δεσμεύσεις τους. Δυνάμει όμως της νομολογίας του Δικαστηρίου που αναφέρεται στην παράγραφο 10 των προτάσεων μου και στη σκέψη 19 της απόφασης του Δικαστηρίου στις συνεκ-δικασθείσες υποθέσεις 292 και 293/81 (Lion, Loiret και Haentjens, Συλλογή 1982, σ. 3887), οι προσφεύγουσες δεν μπορούν επίσης να αρυσθούν επιχείρημα από το γεγονός αυτό. Ο λόγος επομένως για ανεπαρκή αιτιολογία πρέπει να απορριφθεί.
3.2.
Πρέπει να απορριφθεί επίσης το επιχείρημα των προσφευγουσών, κατά το οποίο οι δύο κανονισμοί συνεπάγονται αυτόματη εφαρμογή του άρθρου 10, παράγραφος 6, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3017/79. Από την τελευταία αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1976/82 προκύπτει σαφώς ότι επιβλήθηκαν προσωρινοί δασμοί αφού η Επιτροπή επανακίνησε τη διαδικασία για νέα έρευνα. Ακριβές είναι μόνο το γεγονός ότι η προτελευταία αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού, όπως επίσης και η προτελευταία αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΟΚ) 2302/82, δίνουν την εντύπωση ότι η απαλλαγή των προσφευγουσών από τον πιοπάνω δασμό αντιντάμπινγκ ανακλήθηκε πράγματι για το μοναδικό λόγο ότι υπαναχώρησαν από τις υποχρεώσεις που είχαν αναλάβει. Επί του σημείου αυτού θεωρώ σημαντική τη διαπίστωση ότι η υπαναχώρηση από δέσμευση, όπως εν προκειμένω, τηρώντας τις προθεσμίες για καταγγελία που προβλέπονται ρητά κατά την ανάληψη της υποχρέωσης αυτής, δεν μπορεί πράγματι αυτή η ίδια να αποτελέσει λόγο για προσωρινό μέτρο υπό την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 6, του βασικού κανονισμού. Σύμφωνα με το κείμενο της παραγράφου αυτής του πιοπάνω άρθρου, όταν τα συμφέροντα της Κοινότητας επιβάλλουν μια τέτοια ενέργεια, η Επιτροπή εφαρμόζει αμέσως «αν είναι ανάγκη» ( 8 ), προσωρινά μέτρα χρησιμοποιώντας τις διαθέσιμες πληροφορίες. Η τελευταία αυτή προϋπόθεση παραπέμπει προφανώς στις τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 11 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινών δασμών αντιντάμπινγκ, μεταξύ των οποίων και τα επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για ζημία που προκάλεσε το ντάμπινγκ που διαπιστώθηκε. Θεωρώ ιδιαίτερα σημαντική τη διαπίστωση αυτή για το λόγο ότι τόσο οι προσβαλλόμενοι κανονισμοί που παραπέμπουν συγκεκριμένα στο άρθρο 10 του βασικού κανονισμού όσο και η προτελευταία αιτιολογική σκέψη των δύο προσβαλλόμενων κανονισμών όπως και το υπόμνημα αντίκρουσης της Επιτροπής έδωσαν την εντύπωση ότι αρχικά, πράγματι, η Επιτροπή είχε ως αποκλειστικό έρεισμα των προσωρινών της μέτρων την υπαναχώρηση από τις υποχρεώσεις που είχαν αναλάβει οι προσφεύγουσες αμερικανικές εταιρείες. Κατά την προφορική διαδικασία ορθώς οι προσφεύγουσες επέστησαν την προσοχή επί του σημείου αυτού. Κατά την ανάληψη υποχρεώσεων, από την έννοια του άρθρου 10 του βασικού κανονισμού, πρέπει να είναι δυνατή επίσης η υπαναχώρηση από τις υποχρεώσεις αυτές, σύμφωνα με όσα προβλέπονται σ' αυτές, χωρίς αυτή η ίδια η υπαναχώρηση να μπορεί να δικαιολογήσει μόνη της προσωρινά μέτρα υπό την έννοια των άρθρων 10, παράγραφος 6, και 11. Εν τω μεταξύ όμως από το υπόμνημα ανταπάντησης της Επιτροπής και από τις επεξηγήσεις της στη συνεδρίαση φάνηκε ότι η εντύπωση που δόθηκε δεν αντικατόπτριζε την πραγματικότητα και ότι πράγματι η Επιτροπή έδωσε επίσης προσοχή στις άλλες προϋποθέσεις.
3.3.
Οι σπουδαιότεροι συνεπώς λόγοι των προσφευγουσών αφορούν τα νέα πραγματικά περιστατικά τα οποία επικαλούνται που ρίχνουν νέο φως στην υποτιθέμενη ζημία. Αυτά τα πραγματικά περιστατικά είναι τα ακόλουθα:
α)
τρεις αποφάσεις που δημοσίευσε στις 12 Δεκεμβρίου 1981 το γαλλικό υπουργείο οικονομικών εναντίον συμφωνιών, αποφάσεων και περιπτώσεων εναρμονισμένης πρακτικής των κλάδων της παραγωγής και της εμπορίας χημικών λιπασμάτων οι αιτήσεις των προσφευγουσών, που βασίζονταν στα μέτρα αυτά, της 1ης Φεβρουαρίου 1982, 22ας Φεβρουαρίου 1982 και 24ης Μαρτίου 1982 με τις οποίες ζητούσαν επανεξέταση των μέτρων αντιντάμπινγκ που είχαν ληφθεί, απορρίφθηκαν στις 22 Μαρτίου 1982 με έγγραφο της Επιτροπής προς την ανώνυμη εταιρεία Demufert και στη συνέχεια επίσης με μεταγενέστερο έγγραφο (βλ. δικόγραφο της προσφυγής και αντίστοιχο παράρτημα στην υπόθεση 239/82)
6)
η σημαντική ανατίμηση του δολαρίου που είχε επέλθει μετά την κίνηση της διαδικασίας αντιντάμπινγκ στις 26 Φεβρουαρίου 1980
γ)
η σημαντική πτώση των εισαγωγών των εν λόγω λιπασμάτων στην ΕΟΚ (από 50 % το 1979/80 το τμήμα της αγοράς μειώθηκε στο 28,5 ο/ο το 1981/82)
δ)
το νέο πραγματικό περιστατικό που πρόβαλαν οι προσφεύγουσες στην απάντηση τους: τα μέτρα που έλαβε το γαλλικό υπουργείο οικονομικών στις 14 Ιουνίου 1982 για τη συγκράτηση των τιμών μετά από τα μέτρα αυτά οι τιμές των προσφευγουσών ήταν ανώτερες του επιπέδου των τιμών των γαλλικών χημικών λιπασμάτων κατά το δεύτερο εξάμηνο του 1982.
Όσον αφορά το πρώτο νέο πραγματικό περιστατικό που αναφέρεται υπό στοιχείο α, η Επιτροπή έχει βέβαια ήδη διευκρινίσει στο υπόμνημα αντίκρουσης ότι τα μέτρα της στηρίζονταν στις δικές της αναλύσεις της αγοράς κατά την περίοδο που συνέπεσε ή ακόμη ακολούθησε την περίοδο που αφορούσαν οι γαλλικές αποφάσεις εναντίον των συμφωνιών, αποφάσεων και περιπτώσεων εναρμονισμένης πρακτικής. Οι προσφεύγουσες άλλωστε δεν έχουν αποδείξει ότι τα μέτρα αυτά αφορούσαν επίσης τα λιπάσματα διαλύματος ουρίας και νιτρικού αμμωνίου που αφορά η προκειμένη περίπτωση. Αυτό το μέσο άμυνας προκαλεί φυσικά το ερώτημα αν η ίδια η Επιτροπή δεν έχει αμφιβολίες για το γεγονός ότι οι γάλλοι παραγωγοί λιπασμάτων παρήγαγαν πράγματι το συγκεκριμένο αυτό προϊόν για το οποίο έχουν ληφθεί μέτρα αντιντά-μπινγκ. Ερωτηματικά μου προκαλεί επίσης η απάντηση της Επιτροπής στην ανώνυμη εταιρεία Demufert, στις 22 Μαρτίου 1982, κατά την οποία, εάν εξέλειπαν οι πιοπάνω συμφωνίες, αποφάσεις ή περιπτώσεις εναρμονισμένης πρακτικής, οι τιμές της γαλλικής βιομηχανίας που ήδη δεν ήταν αρκετά υψηλές θα ήταν ακόμη χαμηλότερες και επομένως οι ζημίες που έχει υποστεί η βιομηχανία αυτή θα ήταν ακόμη πω σημαντικές (παράρτημα 7 του δικογράφου της προσφυγής στην υπόθεση 239/82 στο οποίο παραπέμπει το υπόμνημα αντίκρουσης — σελίδα 6). Αμφιβάλλω αν το πνεύμα του κώδικα της GATT και του βασικού κανονισμού επιτρέπουν το συσχετισμό ανάμεσα στο μέγεθος της ζημίας και το επίπεδο τιμών στη χώρα εισαγωγής το οποίο έχει ανέλθει τεχνητά λόγω της ύπαρξης συμφωνιών αποφάσεων ή περιπτώσεων εναρμονισμένης πρακτικής.
Όσον αφορά το δεύτερο νέο πραγματικό περιστατικό που αναφέρεται στο στοιχείο 6, η Επιτροπή ορθώς παρατηρεί καταρχάς ότι οι τιμές εξαγωγής εκφράζονταν σε δολάρια και ότι για το λόγο αυτό η ανατίμηση του δολαρίου δεν είχε καμιά επίπτωση στο περιθώριο ντάμπινγκ που είχε διαπιστωθεί. Όσον αφορά τη σημασία της ανατίμησης του δολαρίου για την ύπαρξη αναγκαίας ζημίας, η Επιτροπή παρατηρεί στην ανταπάντηση της ότι παρόλη την ανατίμηση αυτή οι εισαγωγές των εν λόγω λιπασμάτων από τις Η ΠΑ είχαν αυξηθεί ακόμη κατά 60 % κατά τους τέσσερις πρώτους μήνες του έτους 1982. Σε ερώτηση που υπέβαλε το Δικαστήριο, η Επιτροπή προσέθεσε ακόμη κατά την προφορική διαδικασία ότι η ανατίμηση του νομίσματος μιας χώρας εξαγωγής έχει καταρχή σημασία μόνο αν είναι πολύ σημαντική, αν δεν έχει διακοπεί αρκετά μακρά περίοδο από κάποια υποτίμηση και αν είχε σημαντικές συνέπειες για τη ζημία που έχει υποστεί η κοινοτική παραγωγή. Όσον αφορά τη ζημία, η Επιτροπή είχε καταρχάς διαπιστώσει ότι οι μέσες τιμές εισαγωγής αμερικανικών χημικών λιπασμάτων, παρόλη την ανατίμηση του δολαρίου, κυμαίνονταν περίπου 10 °/ο κάτω των τιμών πώλησης των τεσσάρων σημαντικότερων γάλλων παραγωγών λιπασμάτων. Στη συνέχεια η Επιτροπή διαπίστωσε ότι οι εισαγωγές των εν λόγω λιπασμάτων από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, μετά από πτώση το 1981, σημείωσαν αύξηση κατά τους πρώτους μήνες του 1982 άνω του 60 °/ο σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 1981. Στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επίσης, οι εν λόγω εισαγωγές από τις ΗΠΑ αυξήθηκαν αισθητά από τον Ιούνιο 1981 έως το Μάιο 1982, μετά από αρχική πτώση.
Με την επιχειρηματολογία αυτή, που σκοπός της ήταν να αντικρούσει την άποψη των αντιδίκων, η Επιτροπή εξέφρασε επίσης τη γνώμη της για το τρίτο νέο πραγματικό περιστατικό που αναφέρουν οι προσφεύγουσες στο σημείο γ, δηλαδή την υποτιθέμενη μείωση των εξαγωγών.
Όσον αφορά το τέταρτο νέο πραγματικό περιστατικό που αναφέρεται στο δ, δηλαδή τα μέτρα της 14ης Ιουνίου 1982 για τη συγκράτηση των τιμών, η Επιτροπή παρατηρεί στην ανταπάντηση της ότι, κατά την εποχή των προσωρινών μέτρων, τα μέτρα της 14ης Ιουνίου 1982 δεν μπορούσαν να επηρεάσουν ακόμη το επίπεδο τιμών των γαλλικών χημικών λιπασμάτων.
Δεν αρνούμαι ότι χρειάζονται ορισμένα σχόλια και ορισμένα ερωτήματα σχετικά με την επιχειρηματολογία της Επιτροπής. Το σημαντικότερο σχόλιο είναι ότι από τα στατιστικά στοιχεία που προσκόμισαν οι προσφεύγουσες κατά τη συζήτηση — μετά από εξακρίβωση τους — μπορεί να προκύψει ότι η ζημία που υπολογίζει η Επιτροπή για τους γάλλους παραγωγούς το 1982 και επίσης το 1983 οφείλεται μάλλον στις εισαγωγές από τις Κάτω Χώρες και λιγότερο στις εισαγωγές από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτό προκαλεί ορισμένα ερωτήματα λόγω της δεύτερης φράσης του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3017/79. Υποβάλλω επίσης το ερώτημα αν η Επιτροπή ορθώς εντόπισε την έρευνα σχετικά με «ζημία σε υφιστάμενο κλάδο παραγωγής» στη ζημία που υπέστησαν οι γάλλοι παραγωγοί, δεδομένου ότι τα στατιστικά στοιχεία (και επίσης μέρος της υπεράσπισης της Επιτροπής) ίσως αποκαλύψουν ότι κατά την κρίσιμη περίοδο οι ολλανδοί παραγωγοί κατείχαν σημαντικότερο τμήμα της αγοράς λιπασμάτων διαλύματος ουρίας και νιτρικού αμμωνίου (UAN) από όσο οι γάλλοι παραγωγοί.
Θεωρώ ωστόσο ότι για την παρούσα δίκη τα σχόλια και τα ερωτήματα αυτά δεν έχουν αποφασιστικό ενδιαφέρον. Δυνάμει του άρθρου 11 του βασικού κανονισμού, μπορούν να επιβληθούν γενικά προσωρινοί δασμοί ήδη βάσει προσωρινής έρευνας και με την ευκαιρία αυτή η Επιτροπή διαθέτει ήδη γενικά μεγάλη διακριτική ευχέρεια. Είναι δε βέβαιο ότι η ευχέρεια αυτή διευρύνεται ακόμη κατά την υπαναχώρηση από υποχρέωση που έχουν αναλάβει τα συμβαλλόμενα μέρη υπό την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 6. Σύμφωνα με τη δεύτερη φράση της εν λόγω παραγράφου, όταν επιβάλλεται από τα συμφέροντα της Κοινότητας, η Επιτροπή εφαρμόζει αμέσως προσωρινά μέτρα, εφόσον πεισθεί, χρησιμοποιώντας τις διαθέσιμες πληροφορίες, ότι είναι ανάγκη (αυτό σημαίνει, κατά τη γνώμη μου, ότι συντρέχουν οι τρεις προϋποθέσεις που τίθενται στην πρώτη φράση του άρθρου 11, παράγραφος 1, για τη λήψη προσωρινών μέτρων). ( 9 )
Η υπεράσπιση της Επιτροπής αποδεικνύει εν πάση περιπτώσει ότι απέδωσε πράγματι σημασία στα νέα πραγματικά περιστατικά που πρόβαλαν οι προσφεύγουσες. Νομίζω ότι η Επιτροπή έχει καταστήσει επίσης εύλογο το γεγονός ότι στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει κατά τη θέσπιση προσωρινών μέτρων — βάσει του άρθρου 10, παράγραφος 6, του κανονισμού — δεν έπρεπε να προσδώσει αποφασιστική σημασία σ' αυτά τα νέα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με τα στοιχεία που τότε διέθετε από άλλες πηγές. Όπως προκύπτει από την αλληλογραφία που προσκομίστηκε μετά τη συζήτηση, οι προσφεύγουσες δεν απάντησαν τελικά στην Επιτροπή που τους είχε ζητήσει να φέρουν συμπληρωματικές αποδείξεις για τα επικαλούμενα νέα πραγματικά περιστατικά όπως παραδέχονται και οι ίδιες οι προσφεύγουσες. Θεωρώ ότι η Επιτροπή στο πλαίσιο της διακριτικής της ευχέρειας ορθώς έκρινε ότι σε περίπτωση υπαναχώρησης από υποχρέωση υπό τις συνθήκες αυτές, το συμφέρον της Κοινότητας επέβαλλε αμέσως τη λήψη προσωρινών μέτρων προκειμένου να αποφευχθεί κενό δικαίου.
Φρονώ επομένως ότι οι προσφυγές των προσφευγουσών με τις οποίες ζητούν την ακύρωση των προσβαλλόμενων κανονισμών πρέπει να απορριφθούν.
4. Τα επικουρικά αιτήματα για αποζημίωση
Εφόσον, κατά τη γνώμη μου, τα κύρια αιτήματα των προσφευγουσών για ακύρωση των κανονισμών (ΕΟΚ) 1976/82 και 2302/82 είναι μεν παραδεκτά αλλά πρέπει να απορριφθούν, θεωρώ προφανές ότι πρέπει να απορριφθούν επίσης τα επικουρικά αιτήματα για αποζημίωση. Δεν είναι δυνατό, κατά τη γνώμη μου, να αναγνωριστεί η εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας για ενδεχόμενη ζημία που προκαλείται από προσωρινά μέτρα τα οποία έχουν ληφθεί κανονικά, όπως στην προκειμένη περίπτωση. Για το λόγο αυτό δεν θεωρώ πλέον αναγκαία την εξέταση της ένστασης του απαραδέκτου που προτείνει σχετικά η Επιτροπή ούτε βέβαια και του ζητήματος κατά πόσο τα προσωρινά μέτρα, όπως εν προκειμένω, μπορούν να προκαλέσουν οριστική και συγκεκριμένη ζημία.
5. Συμπέρασμα
Προτείνω συνοπτικά:
1)
να απορριφθούν ως αβάσιμα, αν και είναι παραδεκτά, τα αιτήματα των Allied Corporation, Morelle, υπό την ιδιότητα του συνδίκου της πτώχευσης της ανώνυμης εταιρείας Demufert, Transcontinental Fertilizer Company και Kaiser Aluminium and Chemical Corporation για ακύρωση των κανονισμών (EOK) 1976/82 και 2302/82 της Επιτροπής'
2)
να απορριφθούν επίσης, στο μέτρο που είναι παραδεκτά, τα επικουρικά αιτήματα των προσφευγουσών για αποζημίωση
3)
καθεμιά από τις προσφεύγουσες να φέρει το ένα τέταρτο των δικαστικών εξόδων.
( 1 ) Μετάφραση από τα ολλανδικά.
( 2 ) Κατά τη συζήτηση, η Επιτροπή χρησιμοποίησε σχετικά την έκφραση «politique juridictionnelle» (δικαστική πολιτική), η οποία δεν αποδίδει με τόση σαφήνεια το σκοπό της επιχειρηματολογίας της όσο η λέξη «Rechtsbeschermingsbeleid» (πολιτική παροχής έννομης προστασίας).
( 3 ) Κατά την τρίτη και τέταρτη αιτιολογική σκέψη, πρόκειται εν προκειμένω για κανόνες που τροποποιούν τους κανόνες αντιντάμπινγκ που ίσχυαν προηγουμένως στην Κοινότητα υπό το φως του κώδικα αντιντάμπινγκ του 1979 που θεσπίστηκε το ίδιο έτος στο πλαίσιο της GATT και της συμφωνίας που έχει συναφθεί στο ίδιο πλαίσιο σχετικά με τις επιδοτήσεις και τα αντισταθμιστικά μέτρα.
( 4 ) Λόγω αυτής της πραγματικής εξάρτησης από την ύπαρξη τελωνειακών συνόρων, οι εσωτερικοί κανόνες του ντάμπινγκ του άρ9ρου 91 της Συνθήκης ΕΟΚ ίσχυαν μόνο κατά τη μεταβατική περίοδο.
( 5 ) Μετά από ερώτηση που υπέβαλε το Δικαστήριο κατά την προφορική διαδικασία, η Επιτροπή υποσχέθηκε και απέστελε μετά την προφορική διαδικασία στις 15 Νοεμβρίου 1983, αντίγραφα των τριών αυτών εγγράφων. Με έγγραφο της 16ης Νοεμβρίου 1983, ένας από τους δικηγόρους της προσφεύγουσας διαβεβαίωσε το Δικαστήριο ότι η εν λόγω προσφεύγουσα δεν είχε συντάξει πράγματι κανένα έγγραφο κατά την περίοδο αυτή.
( 6 ) Μετά από ερώτηση που υπέβαλε το Δικαστήριο κατά την προφορική διαδικασία, η Επιτροπή υποσχέθηκε και απέστειλε μετά την προφορική διαδικασία, στις 15 Νοεμβρίου 1983, αντίγραφα των τριών αυτών εγγράφων. Με έγγραφο της 16ης Νοεμβρίου 1983, ένας από τους δικηγόρους της προσφεύγουσας διαβεβαίωσε το Δικαστήριο ότι η εν λόγω προσφεύγουσα δεν είχε συντάξει πράγματι κανένα έγγραφο κατά την περίοδο αυτή.
( 7 ) Τα συμφραζόμενα στον κανονισμό είναι πράγματι πολύ διαφορετικά από τα συμφραζόμενα των λέξεων «the like product» στα άρ9ρα Ι. 1. και II. 2., στοιχείο α της GATT. Βλ. επίσης σχετικά το άρθρο 2, παράγραφος 12, του εν λόγω κανονισμού.
( 8 ) Στα ολλανδικά: «wanneer dat gewettigd is», στα αγγλικά: «where warranted». To ολλανδικό και το αγγλικό κείμενο επιβεβαιώνουν ότι εδώ πρόκειται σαφώς για δεύτερη προϋπόθεση για την εφαρμογή των εν λόγω προσωρινών μέτρων, η οποία δεν συγχέεται με την πρώτη προϋπόθεση ότι τα συμφέροντα της Κοινότητας πρέπει να επιβάλλουν ένα τέτοιο προσωρινό μέτρο. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την έννοια «δικαιολογούνται» στο άρ8ρο 36 της Συνθήκης ΕΟΚ, νομίζω άλλωστε ότι η έκφραση «αν είναι ανάγκη» (αν επιτάσσεται) στο πλαίσιο αυτό ισοδυναμεί με την έκφραση «gewettigd» (δικαιολογούνται) του ολλανδικού κειμένου ή με την έκφραση «where warranted» του αγγλικού.
( 9 ) Βλ. ανωτ. σημ. 7.
Full & Egal Universal Law Academy