ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
SIR GORDON SLYNN
που αναπτύχθηκαν στις 30 Νοεμβρίου 1983 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικασνες,
Η παρούσα υπόθεση αφορά προσφυγή μιας ολλανδικής εταιρείας παραγωγής χάλυβα (της Estel), μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως Βιομηχανιών Σιδήρου και Χάλυβα («Eurofer»), με την οποία ζητείται η ακύρωση αποφάσεως της Επιτροπής, της 13ης Αυγούστου 1982, που επέβαλε στην Estel πρόστιμο 3655590 ECU. Η απόφαση στηρίχθηκε στο γεγονός ότι κατά το τρίτο τρίμηνο του 1981η Estel παρέβη την απόφαση 1831/81 της Επιτροπής, της 24ης Ιουνίου 1981 (ΕΕ L 180/1, της 1. 7. 1981), υπερβαίνοντας κατά 30909 τόνους την ποσόστωση παραγωγής για την κατηγορία Ια, κατά 13842 τόνους την ποσόστωση παραγωγής για την κατηγορία 16 και κατά 19951 τόνους το μέρος της ποσοστώσεως παραγωγής για τα προϊόντα της κατηγορίας Ια που μπορούσε να παραδοθεί μέσα στην κοινή αγορά. Επικουρικά προς το αίτημα της ακυρώσεως η Estel ζητεί μείωση του προστίμου.
Ως προς τα πραγματικά περιστατικά δεν υπάρχουν παρά μόνο μικρές ή και καθόλου διαφωνίες. Η διαφορά αφορά την ερμηνεία και ορθή εφαρμογή της αποφάσεως.
Σύμφωνα με το άρθρο 5 της αποφάσεως, η Επιτροπή καθορίζει ανά τρίμηνο, για κάδε ενδιαφερόμενη επιχείρηση, τις ποσοστώσεις παραγωγής και το μέρος των ποσοστώσεων αυτών που μπορεί να παραδοθεί μέσα στην κοινή αγορά, 6άσει της μεθόδου υπολογισμού που ορίζει η απόφαση. Το άρθρο 12 προβλέπει τα πρόστιμα που επιβάλλονται σε περίπτωση παραβιάσεως των ποσοστώσεων που ορίζει η Επιτροπή.
Ως προς το αίτημα της ακυρώσεως, ο πρώτος λόγος που προβάλλει η Estel είναι ότι η Επιτροπή εσφαλμένα περιέλαβε στη συνολική ποιότητα από την οποία προέκυψε ότι Estel υπερέβη την ποσόστωση για τα προϊόντα της κατηγορίας Ια, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 1 της αποφάσεως, περίπου 10548 τόνους που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή μικρών συγκολλημένων σωλήνων, οι οποίοι εμπίπτουν στο άρθρο 10 της αποφάσεως 1831/81. Το άρθρο αυτό ορίζει:
«Όσον αφορά τα προϊόντα της κατηγορίας Ια, τα οποία χρησιμοποιούνται σε κατάσταση θερμής ελάσεως για την παραγωγή στην Κοινότητα συγκολλημένων σωλήνων διαμέτρου μικρότερης ή ίσης προς 406,4 mm, η Επιτροπή, κατόπιν αιτήσεως της επιχειρήσεως, συνοδευομένης από την απόδειξη χρησιμοποιήσεως προς το σκοπό αυτό, προσαρμόζει την ποσόστωση και επιτρέπει τις ανάλογες παραδόσεις.»
Με έγγραφο της 29ης Ιουλίου 1981 η Επιτροπή ανακοίνωσε στην Estel τις ποσοστώσεις παραγωγής που καθορίστηκαν γι' αυτήν και το μέρος των ποσοστώσεων αυτών που μπορούσε να παραδοθεί μέσα στην κοινή αγορά κατά το τρίτο τρίμηνο του 1981. Τα αριθμητικά στοιχεία αναφέρονται εκτενώς στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και δεν θα τα επαναλάβω εδώ. Με έγγραφο της, της 24ης Νοεμβρίου, η Estel ζήτησε αναπροσαρμογή βάσει του άρθρου 10. Η Επιτροπή προέβη στην αναπροσαρμογή με απόφαση που περιεχόταν σε έγγραφο της 3ης Φεβρουαρίου 1982. Η αναπροσαρμογή υπολειπόταν κατά 10548 τόνους από την ποσότητα που είχε ζητήσει η Estel. Η διαφορά οφείλεται στο γεγονός ότι η Estel και η Επιτροπή χρησιμοποίησαν διαφορετικές μεθόδους υπολογισμού της αναπροσαρμογής που έπρεπε να γίνει. Ωστόσο, η Estel δεν προσέβαλε την απόφαση περί αναπροσαρμογής. Κατά συνέπεια η απόφαση αυτή την δεσμεύει και πρέπει να θεωρηθεί ότι υπερέβη την ποσόστωση που της είχε καθοριστεί, ανεξάρτητα από την αξία της ερμηνείας που αυτή δίνει στο άρθρο 10.
Υποστηρίχθηκε ότι εφόσον υπήρχε κατά την εποχή εκείνη σημαντική αβεβαιότητα ως προς την ορθή ερμηνεία του άρθρου 10, δεν θα ήταν σωστό, υπό το φως της αρχής «nullum crimen sine lege», να θεωρηθεί ότι η Estel παραβίασε την απόφαση. Δεν μπορώ να δεχθώ το επιχείρημα αυτό. Είναι σαφές ότι η μη τήρηση της ποσοστώσεως, όπως αρχικά είχε καθοριστεί, αποτελεί παράβαση της αποφάσεως, εκτός αν γίνει μια εκ των υστέρων αναπροσαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο 10. Υπήρξε ίσως διαφορά απόψεων ως προς τον ακριβή τρόπο κατά τον οποίο έπρεπε να εφαρμοστεί το άρθρο 10: η Estel είχε τη γνώμη ότι η αναπροσαρμογή έπρεπε να καλύψει όλο το ποσό της υπερβάσεως, κατόπιν όμως διαπίστωσε ότι η ερμηνεία που έδινε η Επιτροπή στο άρθρο 10, σύμφωνα με την οποία τα αριθμητικά δεδομένα έπρεπε να ληφθούν υπόψη συνολικά και όχι, όπως θεωρούσε η Estel, να εξεταστεί η ατομική περίπτωση κάθε πελάτη, οδηγούσε σε διαφορετικό αποτέλεσμα. Νομίζω ότι το στοιχείο αυτό δεν αρκεί για να τεθεί ζήτημα εφαρμογής της προαναφερθείσας αρχής, εφόσον υποτεθεί ότι αποτελεί μέρος του κοινοτικού δικαίου, όπως πιστεύω ότι συμβαίνει. Εν πάση περιπτώσει, η Estel έπρεπε να φροντίσει να προστατεύσει τη θέση της προσβάλλοντας την απόφαση με την οποία η Επιτροπή προέβη σε αναπροσαρμογή της ποσοστώσεως. Το αν η ενέργειά της αυτή θα στεφόταν από επιτυχία αποτελεί ένα άλλο θέμα, η εξέταση του οποίου δεν είναι αναγκαία στην παρούσα περίπτωση.
Ο δεύτερος ισχυρισμός της Estel είναι ότι η Επιτροπή εσφαλμένα περιέλαβε στη συνολική ποσότητα, βάσει της οποίας προέκυψε ότι η Estel υπερέβη την ποσόστωση παραγωγής της για τα προϊόντα της κατηγορίας Ια καθώς και το μέρος της ποσοστώσεως αυτής που μπορούσε να παραδοθεί μέσα στην κοινή αγορά, μια συμπληρωματική ποσότητα 18525 τόνων. Υποστηρίζει ότι η ποσότητα αυτή αφορούσε προϊόντα της κατηγορίας Ια τα οποία παραδόθηκαν σε άλλες επιχειρήσεις μέσα στην Κοινότητα για επανέλαση. Η Επιτροπή δεν φαίνεται να αμφισβητεί το γεγονός αυτό. Απ' ό,τι φαίνεται η υπέρβαση προέκυψε διότι:
1)
ο Eurofer εφαρμόζει για τα μέλη του ένα σύστημα ποσοστώσεων ανεξάρτητο από το σύστημα ποσοστώσεων που θέσπισε η απόφαση·
2)
το σύστημα του Eurofer δεν λαμβάνει υπόψη του παραδόσεις προς επανέλαση, αντίθετα με το σύστημα που θέσπισε η Επιτροπή·
3)
ο Eurofer ζητεί από τα μέλη του να προσαρμόσουν τις ποσοστώσεις που καθορίζει η Επιτροπή στις ποσοστώσεις του Eurofer με τη μέθοδο της πωλήσεως και ανταλλαγής ποσοστώσεων, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 4, της αποφάσεως 1831/81·
4)
για τη διευκόλυνση των ενεργειών αυτών τα μέλη του Eurofer ανακοινώνουν τις προβλέψεις τους σχετικά με τις ποσότητες που θα παραδοθούν για επανέλαση κατά τη διάρκεια του επόμενου τριμήνου·
5)
η Estel δεν κατανόησε τη σημασία των προβλέψεων της και άφησε τις πραγματικές της παραδόσεις να τις υπερβούν·
6)
αν δεν είχε υποχρεωθεί από τον Eurofer να πωλήσει ή να ανταλλάξει ένα μέρος από τις ποσοστώσεις της, θα παρουσίαζε μικρή μόνο ή και καθόλου υπέρβαση.
Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι η παράλειψη της Estel να συμμορφωθεί προς τις ποσοστώσεις παραγωγής και να περιορίσει τις παραδόσεις της μέσα στην κοινή αγορά μπορούν να αποδοθούν αφενός μεν στις εσωτερικές συμφωνίες του Eurofer και αφετέρου στις αβεβαιότητες της Estel ως προς την αμοιβαία σχέση μεταξύ των συμφωνιών αυτών και του συστήματος των ποσοστώσεων που θέσπισε η απόφαση 1831/81. Αυτό όμως δεν αποδεικνύει ότι η Επιτροπή εσφαλμένα έκρινε ότι η Estel παρέβη την απόφαση. Από την άποψη αυτή η απόφαση είναι σαφής και ο Eurofer και τα μέλη του είχαν την υποχρέωση να προσαρμοστούν προς το σύστημα που θεσπίζει.
Κατά συνέπεια, δεν νομίζω ότι η Estel μπόρεσε να αποδείξει το βάσιμο κανενός από τα δύο πρώτα κύρια αιτήματά της. Οι υπόλοιποι ισχυρισμοί της αφορούν κυρίως την επιβολή προστίμου.
Υπενθυμίζεται ότι το σύστημα των ποσοστώσεων της παραγωγής που θέσπισε η απόφαση 1831/81 στηρίζεται στο άρθρο 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Η εξουσία της Επιτροπής να επιβάλλει πρόστιμα προκύπτει από το άρθρο 58, παράγραφος 4, το οποίο προβλέπει ότι «δύναται να επιβάλλει στις επιχειρήσεις που παραβιάζουν τις αποφάσεις που λαμβάνει κατ' εφαρμογή του παρόντος άρθρου πρόστιμα, το ύψος των οποίων είναι κατ' ανώτατο όριο ίσο προς την αξία των ποσοτήτων που παρήχθησαν κανονικά». Μετά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της παρούσας υπόθεσης σχημάτισα την πεποίθηση ότι το άρ9ρο 58, παράγραφος 4, παρέχει στην Επιτροπή διακριτική εξουσία ως προς την επιβολή προστίμων (βλ. επίσης υπόθεση 188/82, Thyssen κατά Επιτροπής, απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 1983, στο σημείο 20 του σκεπτικού). Ο μόνος ρητός περιορισμός της διακριτικής αυτής εξουσίας αφορά το ανώτατο όριο του ποσού του προστίμου που μπορεί να επιβληθεί, αν και η άσκηση της διακριτικής αυτής εξουσίας μπορεί επίσης να περιοριστεί από τις γενικές αρχές του δικαίου επί των οποίων στηρίζεται η κοινοτική έννομη τάξη (βλ. για παράδειγμα, υπόθεση 179/82, Lucchini κατά Επιτροπής, απόφαση της 19. 10. 1982, όπως και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Reischl, στη σελίδα 9 του δακτυλογραφημένου κειμένου).
Το άρθρο 12 της αποφάσεως 1831/81 καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή μπορεί να ασκήσει τη διακριτική εξουσία που της παρέχει το άρθρο 58, παράγραφος 4, σε ό,τι αφορά τις παραβάσεις της εν λόγω αποφάσεως. Πιο συγκεκριμένα, για το θέμα που μας απασχολεί, το εν λόγω άρθρο προβλέπει:
«Στις επιχειρήσεις που υπερβαίνουν τις ποσοστώσεις παραγωγής τους ή το τμήμα των ποσοστώσεων αυτών που είναι δυνατόν να διατεθεί στην κοινή αγορά επιβάλλεται κατά κανόνα πρόστιμο 75 ECU ανά τόνο υπερβάσεως.
Στην περίπτωση που η παραγωγή μιας επιχειρήσεως υπερβαίνει την ποσόστωση της κατά 10 ο/ο ή περισσότερο, ή στην περίπτωση που μια επιχείρηση έχει ήδη υπερβεί κατά τη διάρκεια προηγούμενου τριμήνου την ή τις ποσοστώσεις της, τα πρόστιμα ανά τόνο δύνανται να διπλασιαστούν. Οι ίδιοι κανόνες ισχύουν και για την υπέρβαση των ποσοτήτων που είναι δυνατόν να διατεθούν στην κοινή αγορά ...».
Στο σημείο 9 του προοιμίου της αποφάσεως η Επιτροπή εξηγεί ως εξής τους λόγους για τους οποίους θέσπισε το άρθρο 12:
«Προκειμένου να εξασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα του συστήματος ποσοστώσεων, είναι αναγκαίο να επιβάλλεται πρόστιμο για κάθε τόνο που έχει παραχθεί καθ υπέρβαση.
Για τον καθορισμό των προστίμων πρέπει να ληφθεί υπόψη το επίπεδο υπερβάσεως και ο αριθμός των υπερβάσεων που σημειώθηκαν κατά το χρόνο εφαρμογής των ποσοστώσεων της παραγωγής.»
Η απόφαση με την οποία επιβλήθηκε το πρόστιμο ορίζει ότι σε περίπτωση υπερβάσεως τόσο της ποσοστώσεως παραγωγής όσο και της ποσότητας που μπορεί να παραδοθεί μέσα στην κοινή αγορά, το πρόστιμο πρέπει να υπολογιστεί βάσει της ποσότητας σε τόνους της μεγαλύτερης υπέρβασης και του 20 °/ο των τόνων της μικρότερης. Ο συνήγορος της Estel υποστήριξε ότι η ποσότητα κατά την οποία υπερέβη τις παραδόσεις της μέσα στην κοινή αγορά αποτελεί μέρος της ποσότητας κατά την οποία υπερέβη τις ποσοστώσεις παραγωγής της για τα προϊόντα της κατηγορίας Ια. Επιβάλλοντας πρόστιμα και για τις δύο παραβιάσεις της αποφάσεως 1831/81, η Επιτροπή επέβαλε, στην πραγματικότητα, διπλή κύρωση για την ίδια ποσότητα η οποία, συνολικά, υπερβαίνει το ανώτερο ποσοστό προστίμου που επιτρέπει το άρθρο 12. Αυτό αντίκειται προς το άρθρο 12 της αποφάσεως 1831/81, προς το άρθρο 58 της Συνθήκης και προς τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου. Υποστηρίχθηκε επίσης ότι η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε επαρκώς τον τρόπο αυτό ενέργειας στην απόφαση με την οποία επέβαλε το πρόστιμο. Κατά τη γνώμη μου από το άρθρο 5 καθώς και από τις άλλες διατάξεις της αποφάσεως (πχ. άρθρο 11, παράγραφοι 1 έως 3) προκύπτει ότι οι επιχειρήσεις υπέχουν δύο υποχρεώσεις:
1)
να μην υπερβούν τις ποσοστώσεις παραγωγής και,
2)
να μην παραδώσουν μέσα στην κοινή αγορά ποσότητες μεγαλύτερες από τις επιτρεπόμενες.
Η Estel δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι επιβάλλονται όρια τόσο ως προς την ποσότητα που μπορεί να παραχθεί όσο και ως προς την ποσότητα που μπορεί να παραδοθεί μέσα στην κοινή αγορά. Το άρθρο 12 καθορίζει τα κριτήρια με τα οποία υπολογίζεται το πρόστιμο που πρέπει να επιβληθεί σε περίπτωση παραβιάσεως μιας από τις δύο υποχρεώσεις. Ο συνήγορος της Estel επισημαίνει ιδίως τη χρησιμοποίηση της λέξεως «ή» στην πρώτη πρόταση του άρθρου 12. Κατά την άποψη του η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνευθεί εναλλακτικά, αποκλείει δηλαδή την επιβολή δύο προστίμων σε περίπτωση παραβιάσεως και των δύο υποχρεώσεων. Διαφορετικά θα επιβαλλόταν για την ίδια ποσότητα χάλυβα πρόστιμο ανώτερο των 75 ECU — στην προκειμένη πρίπτωση 75 + 15 ECU για τα ίδια προϊόντα.
Το επιχείρημα αυτό φαίνεται να αγνοεί το βασικό σκοπό της αποφάσεως. Στόχος της είναι να αποτρέψει δυο εντελώς διαφορετικές παραβιάσεις του συστήματος των ποσοστώσεων. Η υπέρβαση των ποσοτήτων που μπορούν να παραδοθούν μέσα στην κοινή αγορά δεν μπορεί να θεωρηθεί απλώς ως μια παρεπόμενη συνέπεια της υπερβάσεως των ποσοστώσεων παραγωγής, σε περίπτωση που συντρέχουν και οι δύο παραβιάσεις. Οι λόγοι για τους οποίους επιβάλλεται ο περιορισμός των παραδόσεων που μπορούν να γίνουν μέσα στην κοινή αγορά είναι διαφορετικοί — όπως εξηγείται στο σημείο 5 του προοιμίου, σκοπός του περιορισμού αυτού είναι η αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ της προσφοράς και της ζητήσεως με την απο-θάρρυση των επιχειρήσεων να προσανατολίσουν σε πολύ μεγάλο βαθμό την παραγωγή τους στην κοινή αγορά. Ο σκοπός αυτός δεν επιτυγχάνεται αν δεν υπάρξει αυτοτελής κύρωση για την περίπτωση που η επιχείρηση, η οποία έχει υπερβεί τις ποσοστώσεις παραγωγής της, παραδίδει την επιπλέον παραγωγή της μέσα στην κοινή αγορά αντί να την εξαγάγει.
Κατά τη γνώμη μου, το άρθρο 12 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι μπορεί να επιβληθεί πρόστιμο για καθεμία από τις παραβιάσεις που αναφέρει. Αν συντρέχουν και οι δύο, μπορεί να επιβληθεί πρόστιμο και για τις δύο. Δεν υποστηρίχθηκε ότι η πλήρης ή, όπως στην προκειμένη περίπτωση, μερική σώρευση θα μπορούσε να οδηγήσει σε υπέρβαση του ανώτατου ορίου προστίμου που καθορίζει το άρθρο 58, παράγραφος 4. Κατά συνέπεια δεν συντρέχει παράβαση του εν λόγω άρθρου. Κατά τη γνώμη μου, η σώρευση των προστίμων δεν αντίκειται στις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, τις οποίες επικαλέστηκε η προσφεύγουσα, καθόσον, στην προκειμένη περίπτωση, επιβλήθηκαν δύο κυρώσεις για δύο αυτοτελείς παραβάσεις της αποφάσεως· το γεγονός αυτό δεν συνιστά επιβολή διπλής κυρώσεως για την ίδια πράξη.
Ο συνήγορος της Estel υποστήριξε ότι η Επιτροπή, μέσω ορισμένων υπαλλήλων της, άφησε τον Eurofer να πιστέψει ότι δεν θα επιβαλλόταν διπλή κύρωση. Η άποψη της Επιτροπής διατυπώθηκε επίσημα στο άρθρο 12. Για να θεωρηθεί η Επιτροπή δεσμευμένη από κάποια άλλη εκδοχή ως προς την άποψή της, πρέπει να προσκομιστούν αποδείξεις για κάποια ρητή δήλωση (πχ. υπόθεση 21/64 Macchiorlati Dalmas κατά Ανωτάτης Αρχής (1965) ECR 175, σ. 189), εφόσον δεν υπάρχουν βέβαια περιστάσεις που να θεμελιώνουν την ένσταση προσβολής της καλής πίστεως, για την οποία δεν μπορεί να γίνει λόγος στην παρούσα υπόθεση.
Τα επιχειρήματα που εκτίθενται ατην απόφαση της 13ης Αυγούστου 1982 εξηγούν το πώς η Επιτροπή υπολόγισε το πρόστιμο που επέβαλε και έτσι η Estel μπόρεσε να προσβάλει τη νομιμότητα της μεθόδου υπολογισμού που χρησιμοποιήθηκε. Νομίζω ότι η αιτιολογία ήταν επαρκής.
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται κατόπιν ότι εσφαλμένα η Επιτροπή παρέλειψε να λάβει υπόψη της, κατά τον υπολογισμό του προστίμου, τις περιστάστεις υπό τις οποίες έγινε η παράβαση της αποφάσεως 1831/81 και παρέλειψε να αιτιολογήσει επαρκώς την απόφαση της αυτή. Η άποψη της Επιτροπής είναι ότι, σύμφωνα με το άρθρο 12 της αποφάσεως 1831/81, τα πρόστιμα καθορίζονται αποκλειστικά βάσει του βαθμού υπερβάσεως της ποσοστώσεως και όχι ανάλογα με την ειδική κατάσταση της κάθε επιχειρήσεως· δεν υπήρχε λόγος να μνημονευθεί το γεγονός αυτό στην απόφαση περί επιβολής του προστίμου. Η επιβολή προστίμου είναι αυτόματη.
Στις προτάσεις του επί της υποθέσεως 188/82, Thyssen κατά Επιτροπής (στη σελίδα 5 του δακτυλογραφημένου κειμένου), ο γενικός εισαγγελέας VerLoren van Themaat ανέφερε ότι η αρχή «nulla poena sine culpa» έχει επίσης εφαρμογή και στα πρόστιμα που επιβάλλονται βάσει της Συνθήκης. Συμφωνώ μαζί του. Πιστεύω ότι η αρχή αυτή είναι επαρκώς καθιερωμένη στις έννομες τάξεις των κρατών μελών ώστε να αποτελεί μέρος των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου. Ωστόσο η αρχή αυτή δεν εμποδίζει καθαυτή την Επιτροπή να επιβάλλει πρόστιμα βάσει ορισμένου συντελεστή. Μπορεί μόνο να εμποδίσει την Επιτροπή να επιβάλει πρόστιμο βάσει του συντελεστή αυτού στην περίπτωση, για παράδειγμα, κατά την οποία η παράβαση της αποφάσεως οφείλεται εν όλω ή εν μέρει σε ενέργεια της ίδιας της Επιτροπής. Εάν, όπως στην υπόθεση Lucchini κατά Επιτροπής (βλ. σκέψεις 7 και 8), η Επιτροπή εφαρμόζει ορισμένο συντελεστή ως γενικό κανόνα, αλλά δεν αποκλείει τη δυνατότητα αποκλίσεως από το συντελεστή αυτό σε περίπτωση που η υπέρβαση έγινε υπό εξαιρετικές περιστάσεις, δεν υποχρεούται να εκθέσει τους λόγους για τους οποίους επέβαλε ένα πρόστιμο βάσει του συντελεστή που αποτελεί τον κανόνα. Αντίθετα, επιβάλλεται να εκθέσει τους λόγους όταν δεν εφαρμόζει το συντελεστή αυτό.
Στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή ρητώς ανέφερε ότι ο συντελεστής των 75 ECU ανά τόνο εφαρμόζεται «κατά κανόνα»· στις περιπτώσεις που καθορίζονται στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 12 το πρόστιμο «δύναται» να είναι το διπλάσιο του ποσού αυτού. Η Επιτροπή επέμεινε στην άποψη της ότι το πρόστιμο των 75 ECU ανά τόνο επιβάλλεται «αυτόματα». Εάν «αυτόματα» σημαίνει ότι ο βασικός συντελεστής επιβάλλεται ανεξάρτητα από τις περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η υπέρβαση, νομίζω ότι βρίσκεται σε αντίφαση με το σαφές γράμμα του άρθρου 12. Η διάταξη αυτή, όπως και η διάταξη για την οποία επρόκειτο στις υποθέσεις Lucchini και Thyssen, αναγνωρίζει ότι μπορεί να υπάρξουν εξαιρέσεις από τη συνήθη πρακτική που είναι η επιβολή του ορισμένου προστίμου. «Κατά κανόνα» δεν σημαίνει «σε όλες τις περιπτώσεις»· σημαίνει «συνήθως». Εξάλλου η ίδια η Επιτροπή δεν χρησιμοποίησε «αυτόματα» τον εν λόγω συντελεστή στην παρούσα υπόθεση. Το άρθρο 12 προβλέπει ότι ο συντελεστής των 75 ECU ανά τόνο εφαρμόζεται επίσης και για κάθε υπέρβαση των ποσοτήτων που μπορούν να παραδοθούν μέσα στην κοινή αγορά. Η Επιτροπή επέβαλε πρόστιμο ίσο προς 15 ECU ανά τόνο. Σε μια περίπτωση κατά την οποία συνέτρεχε τόσο υπέρβαση των ποσοστώσεων παραγωγής όσο και υπέρβαση των ποσοτήτων που μπορούσαν να παραδοθούν μέσα στην κοινή αγορά, η Επιτροπή αποφάσισε να επιβάλει πρόστιμο για τη μία παραβίαση με 6άση το συντελεστή των 75 ECU και για την άλλη με βάση συντελεστή ίσο με το 20 ο/ο, δηλαδή 15 ECU. Αυτό αποδεικνύει ότι η Επιτροπή, κατά την επιβολή του προστίμου, είναι διατεθειμένη να λάβει υπόψη και άλλους παράγοντες εκτός από την ποσότητα της υπερβάσεως.
Από ό,τι αντιλαμβάνομαι, η Estel ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή εσφαλμένα αρνήθηκε να λάβει υπόψη της, κατά τον καθορισμό του προστίμου, τις περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η υπέρβαση. Όπως προέκυψε από τη διαδικασία, η Επιτροπή παραδέχεται το γεγονός αυτό σε ό,τι αφορά την υπέρβαση των ποσοστώσεων παραγωγής. Ωστόσο, ακόμα και αν από μια ορθή ανάλυση προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν έκρινε τις περιστάσεις τόσο εξαιρετικές ώστε να δικαιολογούν απόκλιση από το βασικό συντελεστή των 75 ECU ανά τόνο, εκτός σε ό,τι αφορά την υπέρβαση του ορίου της ποσότητας που μπορούσε να παραδοθεί μέσα στην κοινή αγορά, το Δικαστήριο έχει ως προς τα πρόστιμα πλήρη δικαιοδοσία, σύμφωνα με το άρθρο 36 της Συνθήκης, και μπορεί να προβεί στη δική του εκτίμηση των περιστάσεων, ανεξάρτητα από την εκτίμηση της Επιτροπής.
Μια κατηγορία περιστατικών που επικαλέστηκε η προσφεύγουσα αφορά τα προϊόντα της κατηγορίας Ια που παραδόθηκαν σε άλλες επιχειρήσεις της Κοινότητας για επανέλαση. Με τις εξηγήσεις της η Estel υποστηρίζει ότι η υπέρβαση των ποσοστώσεων δεν έγινε από πρόθεση, αλλά οφείλεται κατά ένα μέρος σε λάθος και κατά ένα μέρος στις υποχρεώσεις της έναντι του Eurofer.
Δεν νομίζω ότι οι περιστάσεις αυτές είναι τόσο εξαιρετικές ώστε να δικαιολογούν τη μείωση του προστίμου. Μετά τον καθορισμό των ποσοστώσεων και την πραγματοποίηση των πωλήσεων και ανταλλαγών ποσοστώσεων που επέβαλε ο Eurofer, μπορούσε να πραβλεφθεί ότι αν η Estel αναλάμβανε περισσότερες υποχρεώσεις θα υπερέβαινε τις ποσοστώσεις και θα υπέκειτο σε πρόστιμο, εκτός αν αγόραζε ποσοστώσεις ή μέρος ποσοστώσεων από άλλες επιχειρήσεις. Προβαίνοντας στην παραγωγή και παράδοση υπερβολικών ποσοτήτων προς επανέλαση, χωρίς να βεβαιωθεί αν οι ποσότητες αυτές καλύπτονταν από την ποσόστωση κατά το τρίτο ή κάποιο επόμενο τρίμηνο, η Estel παρέβη σαφώς την απόφαση 1831/81. Το επιχείρημα ότι οι παραδόσεις προς επανέλαση δεν διατάραξαν την αγορά δεν συνιστά λόγο για μείωση του προστίμου. Η επιπλέον παραγωγή δεν παύει να είναι επιπλέον παραγωγή απλώς και μόνο επειδή παραδίδεται προς επανέλαση: οι επιχειρήσεις που υπερβαίνουν την ποσόστωση τους παραδίδοντας την επιπλέον παραγωγή τους για επανέλαση ανταγωνίζονται εκείνες που παράγουν για τον ίδιο σκοπό, τηρώντας όμως τις ποσοστώσεις τους. Ο ισχυρισμός της Estel ότι παραβιάστηκε η αρχή της αναλογικότητας δεν μου φαίνεται βάσιμος· δεν προσθέτει τίποτα στη διακριτική εξουσία που είναι συμφυής με το άρθρο 12 και η οποία δεν μπορεί να υποστηριχθεί, στην παρούσα υπόθεση, ότι ασκήθηκε εσφαλμένα. Θεωρώ ότι ορθώς η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη της το επιχείρημα αυτό.
Υποστηρίχθηκε επίσης ότι η επιπλέον παραγωγή προϊόντων των κατηγοριών Ια και Iβ, εκτός από την επιπλέον ποσότητα που παραδόθηκε μέσα στην κοινή αγορά (δηλαδή τους 24800 τόνους), οφείλεται στα ειδικά προβλήματα που συνδέονται με τις παραδόσεις στην αγορά της Βόρειας Αμερικής. Η Estel υποστηρίζει ότι είναι ο κυριότερος προμηθευτής της βορειοαμερικανικής αγοράς. Οι παραγγελίες γίνονται έξι έως εννέα μήνες πριν από την ημερομηνία παραδόσεως, το μισό δε των παραδόσεων πραγματοποιείται μόνο κατά το τρίτο τρίμηνο του έτους, εν μέρει επειδή οι κυριότεροι πελάτες της Estel βρίσκονται στην περιοχή των Μεγάλων Λιμνών, όπου για κλιματολογικούς λόγους οι παραδόσεις μπορούν να γίνουν μεταξύ του τέλους του δευτέρου τριμήνου και της αρχής του τετάρτου. Οι παραγγελίες για την αγορά της Βόρειας Αμερικής πραγματοποιήθηκαν στην αρχή του 1981, πριν θεσπιστεί η απόφαση 1831/81. Η Estel επιχείρησε να καλυφθεί ανταλλάσσοντας και αγοράζοντας ποσοστώσεις, δεν υπήρχαν όμως αρκετές ποσοστώσεις διαθέσιμες ώστε να καλυφθεί πλήρως. Για το θέμα αυτό υπάρχουν βάσιμα επιχειρήματα τόσο υπέρ όσο και κατά. Από τη μια πλευρά η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η Estel έπρεπε να προβλέψει το πρόβλημα και να περιορίσει τις πωλήσεις της προς άλλους πελάτες κατά το τρίτο τρίμηνο. Το επιχείρημα αυτό έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Από την πλευρά της η Estel φαίνεται να περιόρισε πράγματι τις άλλες εξαγωγές της κατά το τρίτο τρίμηνο, αν και δεν υπάρχουν αρκετά αποδεικτικά στοιχεία προκειμένου να κριθεί αν τις περιόρισε όσο ήταν δυνατό. Μπορεί επίσης να υποστηριχθεί ότι το 1981 ήταν εξαιρετικό έτος υπό την έννοια ότι το σύστημα ποσοστώσεων που θέσπισε η Επιτροπή με την απόφαση 2794/80, της 31ης Οκτωβρίου 1980 (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/010, σ. 50), θα έληγε στις 30 Ιουνίου 1981. Το πρόγραμμα παραγωγής της Estel για το τρίτο τρίμηνο του 1981, σε ό,τι αφορά τις εξαγωγές προς τη Βόρεια Αμερική, έπρεπε προφανώς να καθοριστεί με βάση το γεγονός ότι το υφιστάμενο σύστημα ποσοστώσεων επρόκειτο να λήξει και πριν ακόμα πληροφορηθεί τις υποχρεώσεις που θα είχε στο πλαίσιο ενός ενδεχόμενου νέου συστήματος ποσοστώσεων.
Ωστόσο, μετά από στάθμιση των επιχειρημάτων αυτών δεν νομίζω ότι τα περιστατικά των οποίων έγινε επίκληση είναι τόσο εξαιρετικά ώστε να δικαιολογήσουν απόκλιση από το σύνηθες πρόστιμο, έστω και αν στο πλαίσιο της διαδικασίας διαιτησίας του Eurofer η πλειοψηφία κατέληξε σε διαφορετικό συμπέρασμα. Η εφαρμογή του συστήματος πρέπει να είναι αυστηρή προς το συμφέρον του συνόλου της βιομηχανίας, η δε Estel, η οποία σαφώς φέρει το βάρος της αποδείξεως, δεν με έπεισε ότι μετά τη σύναψη των συμβάσεων με τους πελάτες της Βόρειας Αμερικής έλαβε όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε να παραμείνει μέσα στα όρια των ποσοστώσεων κατά τη σύναψη των μεταγενέστερων συμβάσεων. Δεν νομίζω ότι είναι δικαιολογημένο και έντιμο, έναντι των άλλων παραγωγών, να επιδειχθεί επιείκεια ως προς το τμήμα αυτό της υπερβάσεως.
Τέλος, υποστηρίχθηκε ότι η Estel σχημάτισε γνώμη ως προς την ορθή μέθοδο υπολογισμού της αναπροσαρμογής που έπρεπε να γίνει σύμφωνα με το άρθρο 10, την οποία ειλικρινά θεώρησε ως ορθή και η οποία, ακόμα και αν δεν ήταν ορθή, μπορούσε τουλάχιστον να υποστηριχθεί για τους λόγους που εκτέθηκαν κατά την ανταλλαγή των επιστολών με την Επιτροπή και κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην πραγματικότητα η Επιτροπή, κατά τις αναπροσαρμογές βάσει του άρθρου 10, εφάρμοσε κατ' αναλογία το άρθρο 6 της αποφάσεως: το 1982η Estel αποδέχθηκε τη μέθοδο της Επιτροπής για την αναπροσαρμογή και, αφού δε χρειάζεται να εξεταστεί το θέμα αυτό, είμαι διατεθειμένος να δεχθώ ότι ο τρόπος που ενήργησε η Επιτροπή είναι ο ορθός ή ότι εν πάση περιπτώσει είναι ένας από τους τρόπους ενέργειας που μπορεί να επιλέξει. Ωστόσο, δεν νομίζω ότι μπορεί να υποστηριχθεί ότι η άποψη της Estel αποτελεί σοφιστεία ή είναι αστήρικτη. Αντίθετα, νομίζω ότι μπορούσε σαφώς να υποστηριχθεί, σε σχέση με την ανάγκη προσκομίσεως αποδείξεων ότι η ποσότητα χάλυβα που παρήχθη χρησιμοποιήθηκε πράγματι για ειδικούς σκοπούς. Γεγονός είναι ότι το άρθρο 10 δεν ορίζει πώς πρέπει να γίνονται οι αναπροσαρμογές και, έστω και αν για τους εμπειρογνώμονες της Επιτροπής είναι προφανές ότι έπρεπε να εφαρμοστεί κατ' αναλογία το άρθρο 6, αυτό δεν προκύπτει με σαφήνεια από την απόφαση.
Όπως συνάγεται από το έγγραφο του Eurofer της 12ης Νοεμβρίου 1981, η Επιτροπή του έδωσε προφορικές εξηγήσεις ως προς τις μεθόδους με τις οποίες θα εφάρμοζε το άρθρο 10 και ο Eurofer ενημέρωσε αμέσως τα μέλη του με τηλετύπημα της 2ας Νοεμβρίου. Δεν υπάρχει διαφωνία ως προς το ότι η Επιτροπή επιβεβαίωσε επίσημα και εγγράφως τη μέθοδό της με έγγραφο της 10ης Νοεμβρίου. Βέβαια, το τρίτο τρίμηνο είχε τελειώσει στο τέλος του Σεπτεμβρίου. Ο εκπρόσωπος της Επιτροπής υποστήριξε ότι οι επιχειρήσεις που επιθυμούσαν να επωφεληθούν από το άρθρο 10 έπρεπε να φροντίσουν να πληροφορηθούν από την Επιτροπή το πώς σχεδίαζε να πραγματοποιήσει τις αναπροσαρμογές. Η Επιτροπή έδωσε σχετικές εξηγήσεις στις επιχειρήσεις που τη ρώτησαν κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου. Εν πάση περιπτώσει, είναι πολύ πιθανό ο Eurofer (και κατά συνέπεια τα μέλη του) πράγματι να νόμιζε αρχικά ότι η Επιτροπή θα εφάρμοζε το άρθρο 10 κατά τον τρόπο που θεωρούσε ορθό η Estel και έτσι ζήτησε διευκρινίσεις μόνο μετά το τρίτο τρίμηνο, όταν αμφισβητήθηκε η ερμηνεία που ο ίδιος έδινε στην απόφαση.
Θα ήταν φρονιμότερο εκ μέρους του Eurofer και της Estel να ζητήσουν έγγραφη επιβεβαίωση νωρίτερα από ό,τι έπραξαν. Ωστόσο, δεν νομίζω ότι η άποψη αυτή είναι εντελώς ικανοποιητική. Θα ήταν απλούστερο να περιληφθεί στο άρθρο 10 κάποια ένδειξη για τον τρόπο με τον οποίο θα πραγματοποιούνταν οι αναπροσαρμογές. Εφόσον ελλείπει μια τέτοια ένδειξη, η ορθή διοικητική πρακτική θα ήταν να ενημερωθούν εκ των προτέρων οι επιχειρήσεις για τον τρόπο εφαρμογής του άρθρου 10. Αν και το ζήτημα δεν είναι τόσο εύκολο, δεν νομίζω ότι είναι ορθό να θεωρηθεί η Estel ως μοναδική υπεύθυνη για ό,τι συνέβη, ενόψει της επιβολής του προστίμου. Κατά συνέπεια, νομίζω ότι οι περιστάσεις που αναφέρθηκαν δικαιολογούν κάποια μείωση του προστίμου. Κατά την άποψη μου θα ήταν σκόπιμο να μειωθεί το πρόστιμο κατά 25 ECU για καθέναν από τους 10548 τόνους. 'Ετσι θα μειωνόταν το πρόστιμο κατά 263700 ECU και θα διαμορφωνόταν σε 3391890 ECU.
Για τους λόγους αυτούς, η γνώμη μου είναι ότι πρέπει να απορριφθεί το αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως της 13ης Αυγούστου 1982, αλλ' ότι πρέπει να μειωθεί και το ποσό του προστίμου. Εν προκειμένω, είναι σκόπιμο να μειωθεί το πρόστιμο σε 3391890 ECU. Θεωρώ ορθό, αντί να επιμεριστούν τα δικαστικά έξοδα, να φέρει κάθε διάδικος τα δικά του δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy