ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 6 ΟΚΤΩΒΡΊΟΥ 1983 ( 1 )
Κύριε πρόεορε,
Κύριοι οικαοτες,
1. Εισαγωγή
Για μια ακόμη φορά το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, που αναφέρεται στην προσωρινή αναστολή του προκαθορισμού των επιστροφών λόγω εξαγωγής βουτύρου και βουτυρελαίου κατά την περίοδο από 20 μέχρι 27 Νοεμβρίου 1980 με τον κανονισμό 2993/80 της Επιτροπής, της 19ης Νοεμβρίου 1980 (PB L 310, 1980, σ. 18).
Στις δύο προηγούμενες υποθέσεις 217/81 και 109/82 (Interagra, Jurispr. 1982, σ. 2233, και Jurispr. 1983, σ. 127), επρόκειτο ιδίως περί του αν, για τη χορήγηση πιστοποιητικού εξαγωγής για τη συμμετοχή σε διαγωνισμό προκηρυσσόμενο σε τρίτη χώρα, υπάρχει ειδική διάταξη ή ισχύει ο γενικός κανόνας του άρθρου 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 2044/75 της Επιτροπής, της 25ης Ιουλίου 1975 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 94), όπως είχε η διατύπωση του στις 17 Νοεμβρίου 1980 κατά το χρόνο των περιστατικών. Στην τελευταία από τις προαναφερθείσες υποθέσεις, το Δικαστήριο έκρινε ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται πράγματι εφ' όλων των αιτήσεων χορηγήσεως πιστοποιητικού εξαγωγής με προκαθορισμό της επιστροφής, για τα προϊόντα τα οποία αναφέρει καθώς και επί των αιτήσεων που έχουν κατατεθεί στο πλαίσιο διαγωνισμών που έχουν προκηρυχτεί σε τρίτη χώρα εισαγωγής.
Στην παρούσα υπόθεση όμως πρόκειται για διαφορετικό ζήτημα, το οποίο δεν είχε τεθεί στις προηγούμενες υποθέσεις. Συνοπτικώς, πρόκειται περί του αν μπορούσε να απορριφθεί στις 24 Νοεμβρίου 1980 αίτηση προκαθορισμού που υποβλήθηκε στις 17 Νοεμβρίου 1980, λόγω αναστολής του συστήματος προκαθορισμού από 20 μέχρι 27 Νοεμβρίου, κατά τη διάρκεια δηλαδή της περιόδου αναμονής που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 2044/75 της Επιτροπής.
2. Περιστατικά
Η επιχείρηση Roomboterfabriek «De beste boter» BV υπέβαλε στις 17 Νοεμβρίου 1980 προς τον Produktschap voor Zuivel τρεις αιτήσεις προκαθορισμού των επιστροφών λόγω εξαγωγής βουτύρου και βουτυρελαίου στο πλαίσιο συμμετοχής της στις ακόλουθες δημοπρασίες:
«α)
του Prodintorg Moscou, USSR (Soviet Foreign Trade Organisation Prodintorg) της 13ης Νοεμβρίου 1980, με τελευταία ημερομηνία υποβολής προσφοράς την 25η Νοεμβρίου 1980, για την προμήθεια
—
10000 τόνων (10 εκατομμυρίων κιλών) βουτύρου,
—
25000 τόνων (25 εκατομμυρίων κιλών) βουτύρου'
6)
της Empresa Cubana Importadora de Alimentos, Αβάνα, Κούβα, της 10ης Νοεμβρίου 1980, με τελευταία ημερομηνία υποβολής προσφοράς την 21η Νοεμβρίου 1980, για την προμήθεια
—
9000 τόνων (9 εκατομμυρίων κιλών) βουτύρου.»
Η τρίτη αίτηση αφορούσε συμμετοχή σε δημοπρασία στην Πορτογαλία, πλην όμως δεν ενδιαφέρει στην παρούσα υπόθεση.
Με εγκύκλιο της 20ής Νοεμβρίου 1980 (αριθ. ΕΟΚ 958), ο Produktschap ανακοίνωσε στους εξαγωγείς γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε να αναστείλει τη δυνατότητα προκαθορισμού επιστροφών λόγω εξαγωγής βουτύρου και δουτυρελαίου (δασμολογική κλάση 04.03), που προορίζεται για τρίτες χώρες κατά την περίοδο από 20 μέχρι 27 Νοεμβρίου 1980. Η απόφαση αυτή σημαίνει ότι αιτήσεις προκαθορισμού που υποβλήθηκαν κατά την περίοδο μεταξύ 17ης και 19ης Νοεμβρίου 1980 συμπεριλαμβανομένης και οι οποίες, ενόψει της περιόδου αναμονής των πέντε ημερών, κανονικά θα ικανοποιούνταν από τις 24 Νοεμβρίου 1980, απορρίπτονται.»
Κατά συνέπεια, ο Produktschap απέρριψε τις αιτήσεις στις 24 Νοεμβρίου 1980. Ως αιτιολογία της αποφάσεως του έναντι της επιχειρήσεως «De beste boter» προέβαλε το ότι η αναστολή της δυνατότητας προκαθορισμού επιστροφών λόγω εξαγωγής πρέπει να θεωρηθεί ως «ειδικό μέτρο» κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 2044/75 της Επιτροπής.
Το άρθρο 3, παράγραφος 3, σε ό,τι αφορά την παρούσα υπόθεση ορίζει:
«Τα πιστοποιητικά εξαγωγής για τα προϊόντα των δασμολογικών διακρίσεων ... χορηγούνται την πέμπτη εργάσιμη ημέρα που ακολουθεί την ημέρα υποβολής της αιτήσεως, εφόσον κατά τη διάρκεια της προθεσμίας δεν ελήφθησαν ειδικά μέτρα.»
Η επιχείρηση «De beste boter» άσκησε, κατά της αποφάσεως αυτής, προσφυγή ενώπιον του College van Beroep voor het Bedrijfsleven. Κατόπιν αυτού το College υπέβαλε προς το Δικαστήριο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως επί των ακολούθων ερωτημάτων:
«1.
Πρέπει το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 2044/75 της Επιτροπής, της 25ης Ιουλίου 1975, να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι απόφαση περί αναστολής της δυνατότητας προκαθορισμού των επιστροφών αναγνωριζόμενης από τον κανονισμό 876/68 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1968, πρέπει να θεωρηθεί (επίσης) ως “ειδικό μέτρο”;
2.
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, η ορθή ερμηνεία του εν λόγω άρθρου 3, παράγραφος 3, συνεπάγεται την απόρριψη και των αιτήσεων προκαθορισμού που υποβλήθηκαν μεν πριν από την περίοδο αναστολής, περί των οποίων, όμως, θα ληφθεί απόφαση κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής;
3.
Σε περίπτωση καταφατικής επίσης απαντήσεως και στο ερώτημα αυτό, πρέπει το εν λόγω άρθρο 3, παράγραφος 3, να θεωρηθεί αντίθετο προς το κοινοτικό δίκαιο, ιδίως προς το άρθρο 5, παράγραφος 4, του κανονισμού 876/68 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1968, ή προς την αρχή της ασφάλειας του δικαίου, η οποία πρέπει να θεωρείται ότι αποτελεί τμήμα του κοινοτικού δικαίου;»
3. Σχετικά περί αναστολής
Πριν από την αναστολή του συστήματος προκαθορισμού, για το βούτυρο και άλλα πρϊόντα, που αφορά την παρούσα υπόθεση, το εν λόγω σύστημα είχε ήδη ανασταλεί πέντε φορές κατά το 1980 (συμπεριλαμβανομένων και των παρατάσεων). Σύμφωνα με τη συνοπτική έκθεση που περιέχεται στις γραπτές παρατηρήσεις της Επιτροπής, το σύστημα προκαθορισμού ανεστάλη κατά τις εξής περιόδους: από 12 Ιανουαρίου μέχρι 1η Φεβρουαρίου, από 13 Μαΐου μέχρι 15 Μαΐου, από 12 Νοεμβρίου μέχρι 14 Νοεμβρίου και από 20 Νοεμβρίου μέχρι 11 Δεκεμβρίου 1980.
Ως προς την επίδικη αναστολή, της 20ής Νοεμβρίου, η Επιτροπή ανέφερε ακόμη ότι επρόκειτο για αιτήσεις αφορώσες μεγάλη ποσότητα, που άφησαν να εννοηθεί ότι δεν έπρεπε να αποκλείεται η αναστολή. Επρόκειτο για ποσότητες μεγαλύτερες από τη συνολική εξαγωγή δουτύρου προς τρίτες χώρες κατά το 1980. Ήταν πρόδηλος ο κερδοσκοπικός χαρακτήρας των αιτήσεων. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της επιχειρήσεως «De beste boter» αμφισβήτησε, κατά την προφορική διαδικασία, την ακρίβεια των αριθμών που παρέθεσε η Επιτροπή' ταυτόχρονα, όμως, προσέθεσε ότι δεν θεωρεί πως έχουν, από νομικής απόψεως, σημασία για την απάντηση που πρέπει να δοθεί στα υποβληθέντα ερωτήματα.
Εξάλλου, ούτε η προσφεύγουσα αμφισβήτησε, κατά τη διαδικασία αυτή καθαυτή την αναστολή.
4. Οι κοινοτικές διατάξεις
Για να κατανοηθεί ορθότερα η υπόθεση, θεωρώ ενδεδειγμένη μια συνοπτική παρουσίαση του όχι και τόσο σαφούς κοινοτικού συστήματος κανόνων που ενδιαφέρει την παρούσα υπόθεση.
Πρόκειται για αίτηση εκ των προτέρων καθορισμού επιστροφών λόγω εξαγωγής ορισμένων γαλακτοκομικών προϊόντων προς τρίτες χώρες. Προς τούτο απαιτείται η χορήγηση πιστοποιητικού εξαγωγής που να αναφέρει το ποσό της προκαθορισμένης επιστροφής. Η δυνατότητα προκαθορισμού εξαρτάται από τον τρόπο κατά τον οποίο ρυθμίζεται η χορήγηση του πιστοποιητικού.
Οι βάσεις του συστήματος τέθηκαν με τον κανονισμό 804/68, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 83).
Τη χορήγηση των πιστοποιητικών προβλέπει το άρθρο 13. Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου αυτού, τις λεπτομέρειες εφαρμογής του συστήματος θεσπίζει η αποκαλούμενη επιτροπή διαχειρίσεως.
Τις επιστροφές ρυθμίζει το άρθρο 17, το οποίο εισάγει ένα διαφοροποιημένο σύστημα. Το Συμβούλιο θεσπίζει «τους γενικούς κανόνες που αφορούν τη χορήγηση των επιστροφών, τον καθορισμό του ύψους τους και τον εκ των προτέρων καθορισμό τους» (παράγραφος 3), ενώ οι «λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου» θα καθοριστούν κατά τη διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως (παράγραφος 4).
Κατ' εφαρμογή του άρθρου 17, παράγραφος 3, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό 876/68, της 28ης Ιουνίου 1968, περί καθορισμού στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων των γενικών κανόνων για τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή και τα κριτήρια καθορισμού του ύψους τους (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 105).
Τα άρθρα 2, 3 και 4 του εν λόγω κανονισμού ορίζουν τα κριτήρια σύμφωνα με τα οποία γίνεται ο καθορισμός των επιστροφών.
Σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 3, η επιστροφή μπορεί να καθοριστεί εκ των προτέρων. Η διάταξη αυτή προβλέπει ακόμη, σε ό,τι ενδιαφέρει την παρούσα υπόθεση, ότι: «Στην περίπτωση αυτή, η επιστροφή που ισχύει κατά την ημέρα της υποβολής της αιτήσεως για τη χορήγηση πιστοποιητικού εξαγωγής εφαρμόζεται, κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου,... στις εξαγωγές που πρόκειται να πραγματοποιηθούν κατά τη διάρκεια της ισχύος του πιστοποιητικού.»
Η παράγραφος 4 του άρθρου 5 αφορά την αναστολή του συστήματος προκαθορισμού και έχει ιδιάζουσα σημασία για την παρούσα υπόθεση. Η παράγραφος αυτή παρεμβλήθηκε με τον κανονισμό 2429/72, της 21ης Νοεμβρίου 1972, περί αναστολής της εφαρμογής των διατάξεων που προβλέπουν τον εκ των προτέρων καθορισμό των εισφορών και των επιστροφών σε διαφόρους τομείς της κοινής οργανώσεως αγοράς.
Στις αιτιολογικές σκέψεις του εν λόγω κανονισμού, μεταξύ άλλων, ορίζεται: «... Η πείρα έχει αποδείξει ότι σε ορισμένες περιστάσεις και ιδίως σε περίπτωση ασυνήθους προσφυγής των ενδιαφερομένων στο σύστημα αυτό, (δηλαδή του προκαθο ρισμού των επιστροφών), ήταν δυνατό ve δημιουργηθούν δυσχέρειες στη σχετική αγορά. Σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να είναι δυνατό να λαμβάνονται ταχύτατο μέτρα. Ως εκ τούτου, πρέπει να προβλεφθεί η δυνατότητα για την Επιτροπή να θεσπίζει τέτοια μέτρα».
Το άρθρο 5, παράγραφος 4 ορίζει:
«Όταν η εξέταση της καταστάσεως της αγοράς επιτρέπει τη διαπίστωση της υπάρξεως δυσχερειών που οφείλονται στην εφαρμογή διατάξεων σχετικών με τον εκ των προτέρων καθορισμό της επιστροφής, ή αν υπάρχει κίνδυνος να προκύψουν τέτοιες δυσχέρειες, είναι δυνατό να αποφασισθεί, κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 30 του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68, η αναστολή της εφαρμογής των διατάξεων αυτών για το απολύτως αναγκαίο χρονικό διάστημα ...
Οι αιτήσεις πιστοποιητικού, συνοδευόμενες από τις αιτήσεις για τον εκ των προτέρων καθορισμό, που υποβάλλονται κατά τη διάρκεια της αναστολής, δεν γίνονται δεκτές.»
Η επίδικη αναστολή του προκαθορισμού για το βούτυρο και το βουτυρέλαιο από 20 έως 27 Νοεμβρίου πραγματοποιήθηκε με τον κανονισμό 2993/80, της 19ης Νοεμβρίου 1980 (PB L 310, σ. 18), ο οποίος ρητώς στηρίζεται στους κανονισμούς του Συμβουλίου 804/68 και 876/68, ιδίως δε στο άρθρο 5, παράγραφος 4, αυτού.
Την παρούσα υπόθεση ενδιαφέρει επίσης ο κανονισμός 2044/75 περί ειδικών διαδικασιών εφαρμογής του καθεστώτος των πιστοποιητικών εισαγωγής και εξαγωγής και του καθεστώτος προκαθορισμού των επιστροφών στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, ο οποίος στηρίζεται στον κανονισμό 804/68 του Συμβουλίου «... και ιδίως στο άρθρο 13, παράγραφος 3, και στο άρθρο 17, παράγραφος 4» αυτού.
Στο επίκεντρο της παρούσας υποθέσεως βρίσκεται το προαναφερθέν άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού της Επιτροπής, που προβλέπει, σχετικά με τον προκαθορισμό των επιστροφών λόγω εξαγωγής βουτύρου, «περίοδο αναμονής» για τη χορήγηση πιστοποιητικών, που εισήχθη με τον κανονισμό της Επιτροπής 445/77, της 2ας Μαρτίου 1977. Ο κανονισμός αυτός στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 13, παράγραφος 3, και 17, παράγραφος 4, του κανονισμού 804/68 του Συμβουλίου. Στις αιτιολογικές του σκέψεις αναφέρεται, μεταξύ άλλων:
«... υπό το φως της αποκτηθείσης πείρας σε θέματα προκαθορισμού της επιστροφής για το βούτυρο, πρέπει να προβλεφθεί η έκδοση των αιτηθέντων πιστοποιητικών εξαγωγής γι' αυτό το προϊόν μόνο μετά την παρέλευση χρονικού διαστήματος τριών ημερών με σκοπό να εκτιμηθεί η κατάσταση της αγοράς και να λαμβάνονται, ενδεχομένως, τα κατάλληλα μέτρα σχετικά με τις αιτήσεις που εκκρεμούν ...».
Αναφέρω, τέλος, χάριν πληρότητας τον «οριζόντιο» κανονισμό 193/75 της Επιτροπής, της 17ης Ιανουαρίου 1975, περί κοινών λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος πιστοποιητικών εισαγωγής, εξαγωγής και προκαθορισμού για τα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/011, σ. 161). Το άρθρο 2 ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι ο προκαθορισμός μπορεί ενδεχομένως να γίνει σύμφωνα με την ισχύουσα για το κάθε προϊόν ρύθμιση. Σε ό,τι αφορά τα προϊόντα που ενδιαφέρουν την παρούσα υπόθεση, δηλαδή το βούτυρο και το βουτυρέλαιο, έχω ήδη παραθέσει τη ρύθμιση αυτή. Σχετικά με τη συμμετοχή σε διαγωνισμό υποβολής προσφορών σε τρίτες χώρες, αναφέρω το άρθρο 19 του γενικού αυτού κανονισμού της Επιτροπής. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, το πιστοποιητικό χορηγείται μόνο για τις ποσότητες για τις οποίες ο αιτών έχει κηρυχθεί υπερθεματιστής. Η εγγύηση που αντιστοιχεί στις επί πλέον ποσότητες ελευθερώνεται.
5. Εξέταση των υποβληθέντων ερωτημάτων
Μια προκαταρκτική παρατήρηση της προσφεύγουσας στις γραπτές της παρατηρήσεις μου δίνει την αφορμή να αναφέρω — όπως ήδη έχω πράξει — ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση του της 27ης Ιανουαρίου 1983, στην υπόθεση 109/82 (Interagra) έκρινε ότι το άρθρο 3, παράγραφος 3, αφορά όλες τις αιτήσεις προκαθορισμού επιστροφών για εξαγωγές των προϊόντων που αναφέρει, περιλαμβανομένων των αιτήσεων που αφορούν διαγωνισμούς σε τρίτες χώρες.
Κατά συνέπεια, προκειμένου να δοθεί απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι αφορούν μια κατάσταση που ανέκυψε από τη σύμπτωση δύο ρυθμίσεων — αφενός της προαναφερθείσας ρύθμισης περί «περιόδου αναμονής» πέντε ημερών για τη χορήγηση του πιστοποιητικού με τη δυνατότητα, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 2044/75 της Επιτροπής, λήψεως «ειδικών μέτρων» και αφετέρου της αναστολής του προκαθορισμού, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 4, του κανονισμού 876/68 του Συμβουλίου, σε συνδυασμό με τον κανονισμό 2993/80 της Επιτροπής, που στηρίζεται στον ανωτέρω κανονισμό και εκδόθηκε κατά τη διάρκεια του εν λόγω χρόνου αναμονής.
6. Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
Με το πρώτο ερώτημα του, το College van Beroep ερωτά αν μπορεί να θεωρηθεί ως ειδικό μέτρο, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 2044/75, μια απόφαση αναστολής του προκαθορισμού, όπως αυτή του κανονισμού 876/68.
Νομίζω ότι στην ερώτηση αυτή η απάντηση πρέπει να είναι καταφατική.
Είναι αληθές — όπως υποστήριξε και η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη — ότι δεν υπάρχει ορισμός της έννοιας «ειδικό μέτρο». Κατά συνέπεια, το νόημα της πρέπει να αναζητηθεί στο σύστημα των κοινοτικών κανόνων. Υποστηρίζει σχετικά ότι η αναστολή αποτελεί μέρος της καθημερινής διοικητικής εργασίας της Επιτροπής και, επομένως, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «ειδικό» μέτρο. Εξάλλου, η προσφεύγουσα αναφέρει τα μέτρα προστασίας τα οποία λαμβάνονται μόνο σε «εξαιρετικές» περιστάσεις και μπορούν, συνεπώς, να χαρακτηριστούν ως «ειδικά».
Προκειμένου, ωστόσο, να ερμηνευτεί η έννοια «ειδικό μέτρο» του άρθρου 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 2044/75, πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να αναζητηθεί πρώτα ο σκοπός και η σημασία της διατάξεως αυτής, καθώς και της διατάξεως περί αναστολής του συστήματος προκαθορισμού, η οποία στηρίζεται στο άρθρο 5, παράγραφος 4, του κανονισμού 876/68, σε συνδυασμό με τον κανονισμό 2993/80.
Σκοπός του άρθρου 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 2044/75 και ιδίως της περιόδου αναμονής που θεσπίζει, όπως σαφώς προκύπτει από τις προαναφερθείσες αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 445/77 με τον οποίο εισήχθη, είναι να παράσχει τη δυνατότητα εκτιμήσεως της καταστάσεως της αγοράς κατά τη διάρκεια της περιόδου αναμονής, προκειμένου να ληφθούν ενδεχομένως, ανάλογα με τις εκκρεμούσες αιτήσεις, τα επιβαλλόμενα μέτρα.
Λογική συνέπεια των ανωτέρω είναι ότι η απόφαση αναστολής του συστήματος προκαθορισμού λαμβάνεται εφόσον η κατάσταση επιβάλλει τη λήψη παρόμοιου μέτρου. Σχετικά, αναφέρω το άρθρο 5, παράγραφος 4, του κανονισμού 876/68 του Συμβουλίου, σύμφωνα με το οποίο η αναστολή αποφασίζεται «όταν η εξέταση της καταστάσεως της αγοράς επιτρέπει τη διαπίστωση της υπάρξεως δυσχερειών που οφείλονται στην εφαρμογή διατάξεων σχετικών με τον εκ των προτέρων καθορισμό της επιστροφής ή αν υπάρχει κίνδυνος να προκύψουν τέτοιες δυσχέρειες». Θεωρώ ότι η αναστολή πρέπει φυσικά να χαρακτηριστεί ως «ειδικό μέτρο», δεδομένου ότι συνδέεται κυρίως με την κανονική λειτουργία του συστήματος προκαθορισμού. Παραπέμπω ακόμη, αν και ίσως παρέλκει στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 2429/72, με τον οποίο εισήχθη η διάταξη περί αναστολής, όπου αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι απαιτείται η λήψη μέτρων σε περίπτωση απειλής εμφανίσεως δυσχερειών στη σχετική αγορά «... ιδίως σε περίπτωση ασυνήθους προσφυγής των ενδιαφερομένων στο σύστημα αυτό...»
Πρέπει, τέλος, να παρατηρηθεί ότι προς αιτιολογία της επίδικης αναστολής, 6άσει του κανονισμού 2993/80, προβλήθηκε το γεγονός ότι η επιστροφή λόγω εξαγωγής των σχετικών προϊόντων μπορούσε να οδηγήσει σε κερδοσκοπικής φύσεως προκαθορισμούς.
Από τα ανωτέρω προκύπτει, κατά τη γνώμη μου, ότι η αναστολή, όπως αυτή που θέσπισε ο κανονισμός 2993/80, πρέπει να θεωρηθεί ως «ειδικό μέτρο» κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 2044/75.
7. Επί του δεύτερου ερωτήματος
Με το δεύτερο ερώτημα του College van Beroep, ερωτάται, ουσιαστικώς, αν το άρθρο 3, παράγραφος 3, έχει την έννοια ότι οι αιτήσεις προκαθορισμού πρέπει να απορριφθούν στην περίπτωση που το σύστημα προκαθορισμού έχει ανασταλεί μετά την υποβολή της αιτήσεως, αλλά πριν από την πάροδο προθεσμίας αναμονής.
Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει αφενός να εξεταστούν στο γράμμα και η έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 2044/75 και αφετέρου οι συνέπειες που έχει η απόφαση αναστολής.
Το άρθρο 3, παράγραφος 3, ορίζει ότι τα πιστοποιητικά εξαγωγής για τα προϊόντα που αναφέρει χορηγούνται πέντε ημέρες μετα την ημέρα υποβολής της αιτήσεως, εφόσον κατά τη διάρκεια της προθεσμίας αυτής δεν ελήφθησαν ειδικά μέτρα. Η σημασία του άρθρου αυτού έγκειται στη διάταξη σύμφωνα με την οποία, κατά τη διάρκεια του πενθημέρου, μπορούν να ληφθούν ειδικά μέτρα σχετικά με την αίτηση.
Αυτό σημαίνει ότι η υποβολή αιτήσεως δημιουργεί μόνο ένα προσδωκόμενο δικαίωμα χορηγήσεως του πιστοποιητικού ή, με άλλα λόγια, δικαίωμα εξαρτώμενο από την αναβλητική αίρεση ότι κατά την περίοδο των πέντε ημερών μετά την υποβολή της δεν θα ληφθεί κανένα αποσβεστικό του εν λόγω δικαιώματος μέτρο.
Ο σκοπός της διατάξεως αυτής προκύπτει, καθόσον δεν γίνεται εκ πρώτης όψεως αντιληπτός, από το προοίμιο του κανονισμού 445/77 που την εισήγαγε, όπου αναφέρεται ότι σκοπός της περιόδου αναμονής για ορισμένα προϊόντα είναι «... να εκτιμηθεί η κατάσταση της αγοράς και να ληφθούν, ενδεχομένως, τα κατάλληλα μέτρα...».
Στην παρούσα υπόθεση, το σχετικό «ειδικό» ή κατάλληλο μέτρο, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 3, είναι η απόφαση περί αναστολής του προκαθορισμού. Ανακύπτει επομένως το ερώτημα, ποιες συνέπειες μπορεί να έχει η εν λόγω αναστολή σε μια αίτηση προκαθορισμού που εκκρεμεί λόγω της πενθήμερης προθεσμίας αναμονής.
Το ποιες είναι οι συνέπειες της αναστολής συνάγεται σαφώς, κατά τη γνώμη μου, από το άρθρο 5, παράγραφος 4, τελευταίο εδάφιο, του κανονισμού 876/68, το οποίο ορίζει ότι δεν γίνονται δεκτές αιτήσεις κατά τη διάρκεια της περιόδου αναστολής. Κατά συνέπεια, η αναστολή καθιστά ανενεργό το σύστημα προκαθορισμού. Συνεπώς η αίτηση προκαθορισμού καθίσταται άνευ αντικειμένου και εντεύθεν απορριπτέα.
Πρέπει, ωστόσο, να γίνει δεκτό ότι από το γράμμα του άρθρου 5, παράγραφος 4, δεν μπορεί να συναχθεί ότι η αναστολή του προκαθορισμού έχει τις ίδιες έννομες συνέπειες και για τις αιτήσεις που είχαν υποβληθεί πριν από την αναστολή.
Αυτό δεν προκύπτει, επίσης, σαφώς από το γράμμα του άρθρου 3, παράγραφος 3, του κανονισμού της Επιτροπής. Ωστόσο, θεωρώ αυτονόητο ότι δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί ο προφανής σκοπός της περιόδου αναμονής, αν η αναστολή δεν είχε τις ίδιες συνέπειες για όλες τις υποβληθείσες αιτήσεις.
Όσον αφορά την αίτηση που έχει ήδη υποβληθεί, η αναστολή, εφόσον επέρχεται κατά το πενθήμερο διάστημα αναμονής, σημαίνει, κατά, τη γνώμη μου, ότι καθίσταται επίσης άνευ αντικειμένου, εφόσον το σύστημα προκαθορισμού έχει ανασταλεί. Συνεπώς, η αίτηση δεν είναι πλέον παραδεκτή και πρέπει να απορριφθεί.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το άρθρο 3, παράγραφος 3, έχει την έννοια ότι αιτήσεις προκαθορισμού που έχουν υποβληθεί προ της αναστολής, για τις οποίες, όμως, δεν έχει παρέλθει ο χρόνος αναμονής των πέντε ημερών κατά τη στιγμή της αναστολής, πρέπει να απορριφθούν.
8. Επί του τρίτου ερωτήματος
Με το τελευταίο ερώτημα, το College van Beroep ζητεί να μάθει αν, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα, το προαναφερθέν άρθρο 3, παράγραφος 3, αντίκειται στο κοινοτικό δίκαιο, ιδίως στο άρθρο 5, παράγραφος 4, του κανονισμού 876/68 ή στην αρχή της ασφαλείας του δικαίου που αποτελεί τμήμα του κοινοτικού δικαίου.
Είναι προφανές ότι το ερώτημα αυτό σχετίζεται στενά με το δεύτερο ερώτημα. Κατά την άποψη της προσφεύγουσας στην κύρια δίκη, η ερμηνεία που δόθηκε πιο πάνω στο άρθρο 3, παράγραφος 3, σύμφωνα με την οποία η αναστολή του συστήματος του προκαθορισμού αφορά και τις αιτήσεις για τις οποίες έτρεχε ο χρόνος αναμονής, οι οποίες, κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν, αντίκειται στο κοινοτικό δίκαιο και ιδίως στο άρθρο 5, παράγραφος 4, του κανονισμού 876/68. Η άποψη αυτή στηρίζεται στο γεγονός ότι το τρίτο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης ρυθμίζει ρητώς μόνο τις έννομες συνέπειες για τις αιτήσεις προκαθορισμού που υποβάλλονται κατά τη διάρκεια της αναστολής. Είναι σαφές ότι οι αιτήσεις αυτές είναι απαράδεκτες.
Όπως ήδη ανέφερα, οι έννομες συνέπειες της αναστολής του συστήματος για τις εκκρεμούσες αιτήσεις δεν ρυθμίζονται πράγματι πουθενά. Κατά την άποψη της προσφεύγουσας της κύριας δίκης, η διάταξη του άρθρου 5, παράγραφος 4, δεν μπορεί να περιλάβει και τις εκκρεμούσες αιτήσεις. Κατά συνέπεια, οι αιτήσεις αυτές δεν είναι δυνατό να απορριφθούν.
Κατόπιν των όσων ανέπτυξα σχετικά με το δεύτερο ερώτημα, δεν θα εκπλαγείτε που δεν θα συμφωνήσω τελικώς με αυτή την άποψη της προσφεύγουσας, αν και θεωρώ λυπηρό ότι ο νομοθέτης δεν μπόρεσε να διατυπώσει κατάλληλα τις σαφείς, καθαυτές, προθέσεις του. Σχετικά με το θέμα αυτό, έχω πράγματι να προσθέσω λίγα μόνο στα όσο ανέφερα κατά την εξέταση του δεύτερου ερωτήματος.
Είναι αληθές ότι η ανωτέρω ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 2044/75 της Επιτροπής, σε σχέση με ένα μέτρο αναστολής, δεν στηρίζεται ρητώς σε καμία διάταξη. Πιστεύω, ωστόσο, όπως προανέφερα, ότι η ερμηνεία αυτή συμβιβάζεται με το σκοπό και τη σημασία του προαναφερθέντος άρθρου 3, παράγραφος 3, καθώς και με τη φύση του μέτρου της αναστολής, όπως τα εξέθεσα κατά την εξέταση του προηγούμενου ερωτήματος. Παραπέμπω και πάλι στην αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 445/77, με την οποία εισήχθη το εν λόγω άρθρο, όπου ρητώς αναφέρεται ότι σκοπός της «περιόδου αναμονής» είναι να καταστήσει δυνατή τη λήψη, ενδεχομένως, των κατάλληλων μέτρων σχετικά με «τις εν λόγω αιτήσεις».
Η ερμηνεία αυτή δεν αντίκειται στο άρθρο 5, παράγραφος 4, τελευταίο εδάφιο, του κανονισμού 876/68, για τον απλό λόγο ότι η εν λόγω κατάσταση δεν ρυθμίζεται από το άρθρο αυτό, αλλά από το συνδυασμό του άρθρου 3, παράγραφος 3, του προαναφερθέντος κανονισμού της Επιτροπής και του μέτρου αναστολής του προκαθορισμού.
Όπως ήδη ανέφερα, έχει σημασία να κατανοηθεί ότι πρόκειται για το συνδυασμένο αποτέλεσμα των δύο αυτών διατάξεων, δηλαδή τις συνέπειες της αναστολής του προκαθορισμού στο πλαίσιο του συστήματος των υπό αναβλητική αίρεση δικαιωμάτων προς λήψη του πιστοποιητικού εξαγωγής σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 3.
Το δεύτερο σκέλος του ερωτήματος αυτού αφορά το αν αυτή η ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 3, αντίκειται στην αρχή της ασφαλείας του δικαίου.
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το σύστημα του προκαθορισμού παρέχει μία ασφάλεια στους εξαγωγείς ως προς τα ποσά που θα λάβουν κατά την εξαγωγή. Συνάπτουν τις συμοάσεις τους βάσει των επιστροφών που ισχύουν κατά το χρόνο υποδολής της αιτήσεως. Η προτεινόμενη ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 3, μπορεί να περιαγάγει τους εξαγωγείς σε δυσκολία εκπληρώσεως των συμβατικών τους υποχρεώσεων. Κατά συνέπεια, τέτοια ερμηνεία του άρθρου αυτού αντίκειται στην αρχή της ασφαλείας του δικαίου.
Κατά την προφορική διαδικασία, ο εκπρόσωπος της προσφεύγουσας ανέφερε ακόμη ότι η επιχείρηση «De beste boter» υπέβαλε στις 17 Νοεμβρίου 1980 τις αιτήσεις για χορήγηση πιστοποιητικών από τον productschap και, ταυτόχρονα, τις προσφορές της για τις σχετικές δημοπρασίες. Επί του σημείου αυτού διευκρίνισε ότι οι δημοπρασίες δεν προβλέπουν ρήτρα επιφυλάξεως για την περίπτωση μεταβολής του ποσού των επιστροφών. Από τα ανωτέρω υποθέτω ότι το ζήτημα που μας αποσχολεί σχετίζεται κυρίως με το τελευταίο αυτό σημείο, αν και δεν αναφέρθηκε πουθενά ότι η προσφεύγουσα έχει εμπλακεί σε δίκη με τους φορείς που οργάνωσαν τους διαγωνισμούς.
Κατά τη γνώμη μου, η επίκληση της αρχής της ασφαλείας του δικαίου δεν μπορεί να βοηθήσει την προσφεύγουσα.
Διερωτώμαι κατά πόσο το κείμενο του άρθρου 3, παράγραφος 3, θα έπρεπε να καταστήσει προσεκτικό έναν επιχειρηματία που ασχολείται με τα σχετικά προϊόντα. Πέρα από τα ειδικά ζητήματα που ανακύπτουν στο πλαίσιο της υποθέσεως αυτής, από τη φράση «εφόσον ... δεν ελήφθησαν ειδικά μέτρα» καθίσταται ήδη σαφές ότι η χορήγηση των πιστοποιητικών συνδέεται με κάποια αβεβαιότητα. Επιπλέον, δεν μπορεί να έχει διαφύγει από την προσοχή ενός επιχειρηματία, που ασχολείται με τα εν λόγω προϊόντα, ότι κατά το 1980 ο προκαθορισμός είχε ήδη ανασταλεί πέντε φορές, γεγονός που αποτελεί επαρκή ένδειξη της αβέβαιης καταστάσεως που επικρατούσε κατά το 1980, ως προς τα εν λόγω προϊόντα. Νομίζω ότι οι επιχειρηματίες θα μπορούσαν να λάβουν υπόψη τους την αβεβαιότητα αυτή, συνάπτοντας τις συμβάσεις τους υπό την αναβλητική αίρεση ότι μετά πέντε ημέρες θα λάβουν το πιστοποιητικό με το ποσοστό επιστροφής που είχαν υπολογίσει. Λόγω των προθεσμιών που ήδη αναφέρθηκαν, η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη δεν ήταν πράγματι σε δεδομένου ότι το Δικαστήριο επανειλημθέση να αναμένει να υποβάλει την προ- μένα έχει κρίνει ότι οι επιχειρηματίες, επισφορά της στη δημοπρασία, ιδίως στη καλούμενοι την αρχή της προστασίας της δημοπρασία της Κούβας, μέχρι τη λήξη της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, δεν μποπεριόδου αναμονής. Αυτό, όμως, δεν ρουν να απαιτήσουν τη διατήρηση αμεσημαίνει ότι αποκλειόταν η σύναψη ανα- τάβλητης της υπάρχουσας ρύθμισης, όταν βλητικής ρήτρας υπό την έννοια που προ- μπορεί να προβλεφθεί ότι ήταν πιθανή η αναφέρθηκε. Σύμφωνα, εξάλλου, και με την τροποποίηση της (υπόθεση 146/77, British πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το επι- Beef Company, Jurispr. 1978, σ. 1355, σκέχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό, ψεις 11 ώς 15).
9. Συμπέρασμα
Κατά συνέπεια, προτείνω να απαντήσετε ως εξής στα υποβληθέντα ερωτήματα:
α)
Το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 2044/75 της Επιτροπής, της 25ης Ιουνίου 1975, πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι ως «ειδικό μέτρο» κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως πρέπει επίσης να θεωρηθεί η απόφαση αναστολής του συστήματος προκαθορισμού σύμφωνα με τον κανονισμό 876/68 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1968, σε συνδυασμό με τον κανονισμό 2993/80 της Επιτροπής, της 19ης Νοεμβρίου 1980.
6)
Το άρθρο 3, παράγραφος 3, σε συνδυασμό με απόφαση αναστολής του συστήματος προκαθορισμού έχει την έννοια ότι αιτήσεις προκαθορισμού των επιστροφών που υποβλήθηκαν πριν από την περίοδο αναστολής, για τις οποίες, όμως, δεν είχε λήξει η περίοδος αναμονής κατά το χρόνο της αναστολής, πρέπει να απορριφθούν μετά την πάροδο της περιόδου αναμονής και εφόσον διαρκεί η αναστολή του συστήματος προκαθορισμού.
γ)
Η απόρριψη αυτή δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 5, παράγραφος 4, του κανονισμού του Συμβουλίου 876/68 ούτε στην αρχή της ασφαλείας του δικαίου, η οποία αναγνωρίζεται από το κοινοτικό δίκαιο.
( 1 ) Μετάφραση από τα ολλανδικά.
Full & Egal Universal Law Academy