ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 30 ΙΟΥΝΊΟΥ 1983 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Περιστατικά
Ο Jerzak εργάστηκε από τα μέσα του 1937 μέχρι τις αρχές του 1948 σε γερμανικά και από τις αρχές 1948 μέχρι τέλος του 1967 σε βελγικά ανθρακωρυχεία. Από το 1961 μέχρι το 1973 υπαγόταν στο γερμανικό σύστημα ασφαλίσεως εργατών ορυχείων, ως εργαζόμενος στην εξαγωγή οπτάνθρακα. Επειδή προσβλήθηκε από επαγγελματική ασθένεια, το βελγικό Fonds voor de Beroepsziektes [Ταμείο Επαγγελματικών Ασθενειών] του χορήγησε από το 1964 σύνταξη λόγω επαγγελματικής ασθένειας, η οποία αυξήθηκε το 1973 και το 1977, αναδρομικά από το τέλος του 1975, κατόπιν αυξήσεως του βαθμού αναπηρίας του. Σύμφωνα με το άρθρο 57, παράγραφος 3, στοιχείο γ, του κανονισμού 1408/71 (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73), ένα μέρος των παροχών αυτών (περίπου το 51 %) καταβάλλεται από τον αρμόδιο γερμανικό ασφαλιστικό φορέα. Περί το τέλος του 1975 το Nationaal Pensioenfonds (το βελγικό Εθνικό Ταμείο Συντάξεων) ανακοίνωσε στον Jerzak ότι δεν θα του καταβαλλόταν πλέον η ούνναξη αναπηρίας που του χορηγούνταν από τον Απρίλιο του 1974, διότι η αναπηρία του είχε προέλθει από επαγγελματική ασθένεια και οι παροχές λόγω αναπηρίας εξαιτίας της ασθένειας αυτής υπερέβαιναν τη σύνταξη αναπηρίας.
Μαζί με τις βελγικές παροχές λόγω αναπηρίας ο Jerzak λαμβάνει, από το 1973, γερμανική σύνταξη εργάτη ορυχείων λόγω αναπηρίας. Η σύνταξη αυτή υπολογίστηκε, σύμφωνα με το άρθρο 46, παράγραφος 1 του κανονισμού 1408/71, μόνο βάσει των διατάξεων του γερμανικού δικαίου, διότι από το συνυπολογισμό των περιόδων ασφαλίσεως που είχαν διανυθεί στα δύο κράτη μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 46, παράγραφος 2, προέκυπτε μικρότερο ποσό. Το 1977 μειώθηκε η σύνταξη εργάτη ορυχείων που λάμβανε ο Jerzak από τη Γερμανία, από την ημερομηνία κατά την οποία είχε πραγματοποιηθεί η τελευταία αύξηση των βελγικών ασφαλιστικών παροχών. Αυτό έγινε βάσει του άρθρου 75 του Reichsknappschaftsgesetz [νόμου περί ασφαλίσεως των εργαζομένων στα ορυχεία]. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει τη σώρευση συντάξεως αναπηρίας που χορηγείται βάσει του υποχρεωτικού συστήματος ασφαλίσεως κατά ατυχημάτων με σύνταξη εργάτη ορυχείων.
2. Το πρόβλημα
Το κύριο πρόβλημα που ανέκυψε στη δίκη που ακολούθησε ήταν το ζήτημα αν η προαναφερθείσα γερμανική διάταξη περί μη σωρεύσεως μπορεί επίσης να εφαρμοστεί και στην περίπτωση σωρεύσεως γερμανικών και βελγικών παροχών. Ως προς τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν στο πλαίσιο της εν λόγω δίκης, καθώς και ως προς την πρωτοβάθμια απόφαση του Sozialgericht του Ααχεν, παραπέμπω στις σελίδες 6 μέχρι 11 της διατάξεως περί παραπομπής του Landessozialgericht.
Ως προς την εφαρμογή του άρθρου 75 του Reichsknappschaftsgesetz στην προκειμένη περίπτωση, το Landessozialgericht του Έσσεν παρατηρεί καταρχάς ότι, σύμφωνα με τη νομολογία των ανώτατων γερμανικών δικαστηρίων, αποκλείεται η άμεση εφαρμογή του εν λόγω άρθρου, διότι με το χρησιμοποιούμενο όρο της συντάξεως λόγω ατυχήματος νοείται μόνο η σύνταξη από την κατά νόμο γερμανική ασφάλιση κατά ατυχημάτων. Κατόπιν ανακύπτει επίσης το ερώτημα αν η εν λόγω διάταξη μπορεί να εφαρμοστεί 6άσει των διατάξεων του κοι- voτικoύ δικαίου στη σώρευση συντάξεων και παροχών από ασφάλιση κατά ατυχημάτων δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών. Τόσο το παραπέμπον δικαστήριο, όσο και η Επιτροπή, συμφωνούν ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό εξαρτάται από την ερμηνεία του άρθρου 12, παράγραφος 2, πρώτη φράση του κανονισμού 1408/71. Για το πώς ακριβώς διατύπωσε το παραπέμπον δικαστήριο το κρίσιμο σχετικά με το πρόβλημα αυτό πρώτο ερώτημά του, παραπέμπω στη διάταξη περί παραπομπής και στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Από αυτό προκύπτει ότι το ερώτημα που σας έχει υποβληθεί περιορίζεται στις περιπτώσεις στις οποίες οι παροχές από άλλο κράτος μέλος που πρέπει να ληφθούν υπόψη για τον υπολογισμό των παροχών που οφείλει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος βαρύνουν εν μέρει, σύμφωνα με το άρθρο 57, παράγραφος 3, στοιχείο γ, του κανονισμού 1408/71, τον ασφαλιστικό φορέα του ενδιαφερόμενου αυτού κράτους μέλους. Στο πλαίσιο αυτό ανακύπτουν επίσης ζητήματα ως προς τη σημασία του εκάστοτε ύψους του τμήματος της παροχής και των πρακτικών συνεπειών της εφαρμογής του άρθρου 57, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 για τον ασφαλισμένο.
Το ίδιο το παραπέμπον δικαστήριο παρέχει στις σελίδες 14 μέχρι 17 της διατάξεως του λεπτομερείς εξηγήσεις για το κατ' αυτό τον τρόπο διατυπωμένο ερώτημά του, που συμβάλλουν σημαντικά στην κατανόηση των περιστάσεων υπό τις οποίες ανέκυψε. Το δεύτερο και τρίτο ερώτημα του παραπέ-μποντος δικαστηρίου έχουν σημασία μόνο εφόσον το άρθρο 12, παράγραφος 2, πρώτη φράση, του κανονισμού 1408/71 δεν έχει την έννοια ότι αποκλείεται η αναλογική εφαρμογή των εθνικών διατάξεων περί μη σωρεύσεως σε περιπτώσεις όπως η παρούσα.
3. Η άποψη της Επιτροπής
Η Επιτροπή ορθά παρατηρεί, στις γραπτές της παρατηρήσεις, ότι για το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 υπάρχει ήδη πλούσια νομολογία ( 2 ). Σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, το προαναφερθέν άρθρο επιτρέπει τη διασταλτική ή αναλογική εφαρμογή μιας εσωτερικής διατάξεως ενός κράτους μέλους περί μη σωρεύσεως, σε περίπτωση που υπάρχει σώρευση παροχών από δύο κράτη μέλη, μόνο εφόσον οι παροχές του εν λόγω κράτους μέλους χορηγήθηκαν λόγω της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου. Επειδή πράγματι το κοινοτικό δίκαιο επιβάλλει την υποχρέωση σ' ένα κράτος μέλος να λαμβάνει υπόψη του, κατά τον υπολογισμό των εθνικών παροχών προς τους διακινούμενους εργαζομένους, και τις διατάξεις άλλων κρατών μελών, πρέπει να δοθεί η δυνατότητα στο πρώτο κράτος μέλος να εφαρμόζει τις δικές του εσωτερικές διατάξεις περί μη σωρεύσεως και στις παρόμοιες περιπτώσεις σωρεύσεως παροχών που χορηγεί το ίδιο και ένα άλλο κράτος μέλος. Σχετικά η Επιτροπή παραπέμπει ιδιαίτερα στις προαναφερθείσες αποφάσεις στις υποθέσεις Kaufmann (184/73) και Duffy (34/69). Αντίθετα, το Δικαστήριο απέκλεισε την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένου του άρθρου 12, παράγραφος 2 του κανονισμού 1408/71, εφόσον αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα να περιορίσει ένα κράτος μέλος απαιτήσεις για παροχές που αποκτήθηκαν βάσει της εσωτερικής νομοθεσίας του και μόνο. Η Επιτροπή παραπέμπει σχετικά στη σκέψη 13 της πρώτης σας αποφάσεως Baccini (υπόθεση 79/81).
Η Επιτροπή ορθά παρατηρεί κατόπιν ότι σύμφωνα με τη νομολογία αυτή αποκλείεται στην προκειμένη περίπτωση η εφαρμογή των εθνικών διατάξεων περί μη σωρεύσεως. Πράγματι, οι παροχές που θέλει να περιορίσει ο αρμόδιος γερμανικός ασφαλιστικός φορέας, λόγω σωρεύσεως τους με βελγικές παροχές, καθορίστηκαν αποκλειστικά βάσει του γερμανικού δικαίου. Το ίδιο δέχεται και το παραπέμπον δικαστήριο. Όπως όμως προκύπτει από τα ερωτήματα και τις σχετικές διευκρινίσεις που έδωσε, θεωρεί ότι μπορεί επίσης να υπάρξει βάσιμος λόγος για την εφαρμογή των εθνικών διατάξεων περί μη σωρεύσεως, στην περίπτωση που ο ασφαλιστικός φορέας του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους συμμετέχει βάσει του κοινοτικού δικαίου (στην παρούσα περίπτωση κατά ποσοστό ελαφρά μεγαλύτερο από το μισό) στην καταβολή των παροχών του άλλου κράτους μέλους που πρέπει να ληφθούν υπόψη, οι οποίες χορηγούνται κατ' εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου. Το γεγονός, πράγματι, ότι οι ίδιες οι σχετικές βελγικές παροχές (δηλαδή όχι μόνο η κατανομή του βάρους τους) είναι στην παρούσα περίπτωση συνέπεια της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου είναι αναμφισβήτητο. Δεν αμφισβητείται, επίσης, ότι οι βελγικές παροχές είναι στην ουσία παρόμοιες με τις γερμανικές παροχές λόγω ατυχήματος οι οποίες μπορούν να ληφθούν υπόψη κατά τον υπολογισμό της συντάξεως εργάτη ορυχείων.
Η Επιτροπή τονίζει στο σημείο 14 των γραπτών της παρατηρήσεων, βάσει λεπτομερούς αναλύσεως της νομολογίας σας, ότι αντίκειται προς το άρθρο 51 της συνθήκης ΕΟΚ κάθε συνυπολογισμός παροχών από άλλα κράτη μέλη για τη μείωση μιας εθνικής παροχής, όταν η εθνική αυτή παροχή χορηγείται βάσει εσωτερικών μόνο διατάξεων. Σχετικά παραπέμπει ιδίως στις αποφάσεις σας Manzoni (υπόθεση 112/76, Jurispr. 1977, σ. 1647) και Petroni (υπόθεση 24/75, Jurispr. 1975, σ. 1149). Πράγματι, στη σκέψη 10 της αποφάσεως Manzoni αναφέρονται τα εξής, κατά το πρότυπο της σκέψεως 13 της αποφάσεως Petroni: «Δεν θα επιτυγχανόταν ο σκοπός των άρθρων 48 μέχρι 51, αν η άσκηση του δικαιώματος τους για ελεύθερη κυκλοφορία είχε ως συνέπεια για τους εργαζομένους την απώλεια ευεργετημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως που τους διασφαλίζει εν πάση περιπτώσει η νομοθεσία ενός μόνο κράτους μέλους». Αναφέρω ακόμα τη σκέψη 21 της αποφάσεως Petroni, όπου διαπιστώνεται ότι «είναι ασυμβίβαστος με το άρθρο 51 ο περιορισμός της σωρεύσεως των παροχών που έχει ως συνέπεια τη μείωση των δικαιωμάτων που έχουν ήδη αποκτήσει οι ενδιαφερόμενοι σ' ένα κράτος μέλος από την εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας και μόνο».
Ωστόσο, οι δύο αποφάσεις αυτές αναφέρονται στο ερώτημα αν ο κοινοτικός νομοθέτης μπορεί να προβλέψει έναν τέτοιο περιορισμό της σωρεύσεως παροχών από δύο ή περισσότερα κράτη μέλη. Όπως παρατηρεί η Επιτροπή, το κοινοτικό δίκαιο δεν εμποδίζει τον εθνικό νομοθέτη να περιορίσει, εντός ορισμένων ορίων, παράλληλα με τη σώρευση εθνικών παροχών και τη σώρευση παροχών από διάφορα κράτη μέλη. Η Επιτροπή αναφέρει σχετικά την απόφαση σας στις συνεκδίκασθείσες υποθέσεις 116 μέχρι 121/80 (Celestre και λοιποί, Συλλογή 1981, σ. 1737). Το σημαντικότερο όριο που θέτει το κοινοτικό δίκαιο, κατά την απόφαση αυτή, στους εθνικούς περιορισμούς της σωρεύσεως παροχών από διαφορετικά κράτη είναι, σύμφωνα με τη σκέψη 9 της αποφάσεως, ότι «... αν η εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας αποδεικνύεται λιγότερο ευνοϊκή για τον εργαζόμενο από την εφαρμογή των κανόνων του άρθρου 46 του κανονισμού 1408/71, θα πρέπει να εφαρμοστούν οι διατάξεις του άρθρου αυτού». Όπως όμως σωστά παρατηρεί η Επιτροπή στις γραπτές παρατηρήσεις της, από την προαναφερθείσα νομολογία σας μπορούν ακόμα να συναχθούν και άλλοι περιορισμοί για τον ε9νικό νομοθέτη.
Αντίθετα από την Επιτροπή, νομίζω ότι, αν ληφθεί υπόψη η εξουσία που καταρχήν έχουν τα κράτη μέλη να θεσπίζουν διατάξεις κατά της σωρεύσεως με παροχές από άλλα κράτη μέλη, τα «αδικαιολόγητα οφέλη», για τα οποία ομιλεί το παρα-πέμπον δικαστήριο σχετικά με τη σώρευση παροχών η οποία εξετάζεται στην παρούσα υπόθεση, οφείλονται όχι τόσο στην έλλειψη εναρμονίσεως των εθνικών συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως των κρατών μελών, όσο στην έλλειψη μιας σύμφωνης με το κοινοτικό δίκαιο εθνικής διατάξεως περί μη σωρεύσεως που να αφορά τη σώρευση εθνικών παροχών με παροχές από άλλα κράτη μέλη. Πράγματι, η σχετική γερμανική διάταξη αφορά μόνο τη σώρευση εθνικών παροχών και σύμφωνα με τη νομολογία σας το κοινοτικό δίκαιο δεν είναι σε θέση να πληρώσει το κενό αυτό. Δεδομένου ότι τα προβλήματα που με σαφήνεια εξέθεσε το παραπέμπον δικαστήριο υπάρχουν πράγματι, θεωρώ ενδεδειγμένο να τονιστεί ρητά στην απάντηση σας ότι τα προβλήματα αυτά ανακύπτουν λόγω του εσωτερικού δικαίου και ότι είναι αδύνατη η επίλυση τους με τη βοήθεια του υπάρχοντος κοινοτικού δικαίου. Αν αντιλαμβάνομαι σωστά το νόημα του άρθρου 21, παράγραφος 12 του νόμου zur Wiederbelebung der Wirtschaft und Beschäftigung und zur Entlastung des Bundeshaushalts [περί τονώσεως της οικονομίας και της απασχολήσεως και ελαφρύνσεως του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού], της 20ής Δεκεμβρίου 1982 (BGBl. Ι, της 23ης Δεκεμβρίου 1982, αριθ. 54), το σχετικό κενό έχει πράγματι καλυφθεί εν τω μεταξύ από το γερμανό νομοθέτη.
4. Συμπέρασμα
Προτείνω επομένως να δώσετε την ακόλουθη απάντηση στο ερώτημα του Landessozialgericht του Έσσεν:
«Όταν μια εθνική διάταξη περί μη σωρεύσεως αφορά αποκλειστικά εθνικές παροχές και η παροχή της οποίας αντιμετωπίζεται η μείωση λόγω σωρεύσεως της με άλλες παροχές χορηγείται αποκλειστικά 6άσει της εθνικής νομοθεσίας του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, το άρθρο 12, παράγραφος 2, πρώτη φράση του κανονισμού 1408/71 έχει την έννοια ότι αποκλείεται επίσης η εφαρμογή της εθνικής διατάξεως περί μη σωρεύσεως, όταν οι παροχές που πρέπει να ληφθούν υπόψη χορηγούνται σε άλλο κράτος μέλος κατ' εφαρμογή του άρθρου 57 του εν λόγω κανονισμού. Η απάντηση αυτή δεν αποκλείει τη δυνατότητα του εθνικού νομοθέτη να επεκτείνει την εθνική διάταξη περί μη σωρεύσεως σε περιπτώσεις σωρεύσεως με παροχές από άλλο κράτος μέλος, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι η επέκταση και η εφαρμογή γίνονται σύμφωνα με τις αρχές του κοινοτικού δικαίου.»
( 1 ) Μετάφραση από τα ολλανδικά.
( 2 ) Υπόθεση 34/69. Duffy, Jurispr. 1969, σ. 597 υπόθεση 184/73, Kaufmann, Jurispr. 1974, σ. 517 υπόθεση 75/76, Kaucic, Jurispr. 1977, σ. 495· συνεκδ. υποθέσεις 22 και 37/77, Mura-Greco, Jurispr. 1977. σ. 1699 και 171 υπόθεση 98/77, Schaap, Jurispr. 1978. σ. 707· υπόθεση 105/77, Boerboom Kersjes, Jurispr. 1978, σ. 717· υπόθεση 26/78, Viola, Jurispr. 1978, σ. 1771· υπόθεση 181/78, Broirwer-Kaunc, Jurispr. 1979. σ. 2111· υπόθεση 4/80. d'Amico, Jurispr 1980, σ. 2951·υπόθεση 79/81, Baccini, Συλλογή 1982, σ. 1063.
Full & Egal Universal Law Academy