ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΉΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ SIMONE ROZÈS
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 17 ΝΟΕΜΒΡΊΟΥ 1983 ( 1 )
Κύριε πρόεορε,
Κύριοι δικαανές,
Το Raad van Beroep, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177, πρώτη και δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης, σας υπέβαλε τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα. Το ολλανδικό δικαστήριο σας ζητεί να αποφανθείτε ως προς την ερμηνεία διαφόρων διατάξεων του κανονισμού του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς και τις οικογένειες τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας ( 2 ) και του εκτελεστικού κανονισμού της 21ης Μαρτίου 1972 ( 3 ). Τα ερωτήματα αυτά αφορούν κυρίως το άρθρο 15, παράγραφος 1, στοιχεία 6 και γ, του εκτελεστικού κανονισμού, το οποίο καθορίζει τον τρόπο, με τον οποίο λαμβάνονται υπόψη οι περίοδοι ασφάλισης που συμπίπτουν προκειμένου να εφαρμοστεί το άρθρο 46, παράγραφος 2, στοιχείο 6, του βασικού κανονισμού.
Η διαφορά στην κύρια δίκη μεταξύ ενός πρώην γερμανού εργάτη, ο οποίος εργάστηκε στις Κάτω Χώρες, τον Wilhelm J. Derks και ενός ολλανδικού οργανισμού κοινωνικής ασφάλισης (το Nieuwe Algemene Bedrijfsvereniging, εφεξής NAB), αφορά τον τρόπο υπολογισμού και συνεπώς το ύψος παροχής δυνάμει του ολλανδικού νόμου περί ασφαλίσεως κατά ανικανότητας προς εργασία (Wet op de Arbeidsongeschiktheidsverzekering, εφεξής WAO), την οποία καταβάλλει το ΝΑΒ στο Wilhelm J. Derks κατ' εφαρμογή των προαναφερθέντων κανονισμών. Η μια από τις αιτίες αυτής της διαφοράς έγκειται στο γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος συμπλήρωσε ένα μέρος των περιόδων ασφάλισης που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της παροχής δυνάμει του νόμου περί της ασφάλισης αναπηρίας-γήρατος των εργατών (το «Invaliditeitswet »), που σήμερα έχει αντικατασταθεί από το WAO, το οποίο διαφέρει σημαντικά από εκείνο. Έχετε ήδη μια ιδέα για τις δυσκολίες που δημιουργούνται λόγω αυτής της νομοθετικής μεταβολής από την υπόθεση Blottner κατά ΝΑΒ, την οποία επίσης είχε φέρει ενώπιον σας το Raad van Beroep του Άμστερνταμ ( 4 ).
Ι —
Ας συνοψίσω τα πραγματικά περιστατικά.
Ο Wilhelm J. Derks εργάστηκε στις Κάτω Χώρες ως εργάτης από τις 7 Ιουνίου 1955 μέχρι την 1η Απριλίου 1971.
Από την αρχή μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου του 1964 κατέβαλε κατ' εφαρμογή του «Invaliditeitswet» πεντακόσιες εβδομαδιαίες εισφορές, οι οποίες κάλυψαν πλήρως αυτή την περίοδο ( 5 ). Ο νόμος αυτός εξαρτούσε το ύψος την παροχής από τον αριθμό των περιόδων ασφάλισης που είχε συμπληρώσει ο εργαζόμενος. Επομένως, αποτελούσε νομοθεσία τύπου Β, για να επαναλάβω τη διατύπωση του κανονισμού 3 ( 6 ) που εξακολουθεί ακόμα να χρησιμεύει.
To σύστημα ασφάλισης που είχε έτσι οργανωθεί βάσει του «Invaliditeitswet» καταργήθηκε με το νόμο περί «εκκαθαρίσεως των δικαιωμάτων βάσει των νόμων περί ασφαλίσεως αναπηρίας» («Liquidatiewet Invaliditeitswetten», όπως τροποποιήθηκε, της 10ης Δεκεμβρίου 1964. Σύμφωνα με τον τελευταίο αυτό νόμο ( 7 ) η καταβολή εισφορών βάσει του «Invaliditeitswet», δεν ήταν πλέον δυνατή μετά την 1η Ιανουαρίου 1965, αλλά οι μισθωτοί, όπως ο Wilhelm J. Derks, εξακολουθούσαν να είναι ασφαλισμένοι κατά του κινδύνου αναπηρίας μέχρι την έναρξη ισχύος του WAO ( 8 ).
Ο νόμος αυτός άρχισε να ισχύει από την 1η Ιουλίου 1967. Ο Wilhelm j. Derks ασφαλίστηκε δυνάμει αυτού του νόμου μέχρι την 31η Μαρτίου 1971. Το WAO αποτελεί νομοθεσία τύπου Α, σύμφωνα με την έκφραση που έχει ληφθεί από τον κανονισμό 3, διότι το ύψος της παροχής που καταβάλλεται δυνάμει αυτού του νόμου είναι ανεξάρτητο από τη διάρκεια της ασφάλισης κατά το χρονικό σημείο της πραγματοποίησης του κινδύνου.
Ο Wilhelm J. Derks, κατά τη διάρκεια του μεγαλύτερου μέρους της περιόδου κατά την οποία εργάστηκε στις Κάτω Χώρες, κατέβαλε επίσης εισφορές, που κάλυπταν τον κίνδυνο αναπηρίας, στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Οι καταβολές αυτές πραγματοποιήθηκαν κατ' εφαρμογή του νόμου περί μεταρρυθμίσεως των διατάξεων των σχετικών με την ασφάλιση αναπηρίας-γήρατος των εργαζομένων («Arbeiterrentenversicherungs-Neurege-lungsgesetz»), ο οποίος αποτελεί νομοθεσία τύπου Β ( 9 ). Οι εισφορές αυτές ήταν προαιρετικές. Ο Wilhelm J. Derks ασφαλίστηκε στην πατρίδα του, διότι θεώρησε ότι κατ' αυτόν τον τρόπο θα λάμβανε μεγαλύτερη σύνταξη παρά αν υπήγετο στην επικουρική ασφάλιση του ολλανδού εργοδότη του ( 10 ). Η προαιρετική ασφάλιση του Wilhelm J. Derks στη Γερμανία καλύπτει δύο περιόδους: από την 1η Ιανουαρίου 1957 μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1966 και από την 1η Ιανουαρίου μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 1968.
Μετά την 1η Απριλίου 1971 ( 11 ), ο Wilhelm J. Derks υπαγόταν πλέον μόνο στο γερμανικό σύστημα υποχρεωτικής ασφάλισης κατά της αναπηρίας.
Στις 8 Οκτωβρίου 1976, o Derks υπέστη βλάβη της υγείας του με αποτέλεσμα να καταστεί ανίκανος προς εργασία.
Ζήτησε, επομένως, και έλαβε από το ΝΑΒ σύνταξη αναπηρίας δυνάμει του WAO, η οποία του χορηγήθηκε με απόφαση της 31ης Μαΐου 1978 αναδρομικά από τις 7 Οκτωβρίου 1977. Η απόφαση αυτή βασίζεται στο άρθρο 45, παράγραφος 3, του κανονισμού 1408/71, ο οποίος ρυθμίζει την περίπτωση, κατά την οποία νομοθεσίες, όπως το WAO, δεν επιβάλλουν κανέναν όρο ως προς τη διάρκεια της ασφάλισης, αλλά απαιτούν να υπάγεται σ' αυτές ο εργαζόμενος κατά το χρονικό σημείο της πραγματοποίησης του κινδύνου. Αν ο μισθωτός, κατά το εν λόγω χρονικό σημείο, υπάγεται, ιδίως, στη νομοθεσία ενός άλλου κράτους μέλους, όπως ο Wilhelm J. Derk που υπήγετο στην γερμανική νομοθεσία, η διάταξη αυτή προβλέπει ότι η προϋπόθεση υπαγωγής σε ασφάλιση λογίζεται ως πληρωθείσα.
Δεδομένου ότι ο ενδιαφερόμενος δεν δικαιούνταν ολλανδική σύνταξη παρά μόνο αν λαμβάνονταν υπόψη οι περίοδοι ασφάλισης που είχαν συμπληρωθεί στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το ΝΑΒ εφάρμοσε το άρθρο 46, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71. Για τον υπολογισμό του πραγματικού ύψους αυτής της παροχής, κατά την έννοια του στοιχείου 6 αυτής της παραγράφου, το ΝΑΒ προσδιόρισε τη διάρκεια των περιόδων ασφάλισης που είχαν συμπληρωθεί στις Κάτω Χώρες ( 12 ) σε σχέση με τη συνολική διάρκεια των περιόδων ασφάλισης που είχαν συμπληρωθεί στις Κάτω Χώρες και στη Γερμανία ( 12 ).
Οι περίοδοι από 1ης Ιανουαρίου 1957 μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1966 και από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1968, οι οποίες καλύπτονται ταυτόχρονα τόσο από ασφάλιση δυνάμει της ολλανδικής νομοθεσίας όσο και από ασφάλιση δυνάμει της γερμανικής νομοθεσίας, αποτελούν περιόδους που συμπίπτουν ως προς την εφαρμογή των κανόνων υπολογισμού της παροχής που χορηγεί το ΝΑΒ. Κατά συνέπεια, αυτό, εφάρμοσε τους κανόνες του άρθρου 15 του κανονισμού 574/72, όπως επιβάλλει το στοιχείο δ της παραγράφου 2 του άρθρου 46 ( 13 ).
Το ΝΑΒ, για το έτος 1968, κατά το οποίο ο Wilhelm J. Derks ήταν προαιρετικώς ασφαλισμένος στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και υποχρεωτικώς στις Κάτω Χώρες, έλαβε υπόψη μόνο την τελευταία ασφάλιση, όπως επιβάλλει το στοιχείο 6 της παραγράφου 1 του άρθρου 15. Το στοιχείο αυτό της απόφασης του δεν αμφισβητείται.
Επομένως, η διαφωνία μεταξύ των διαδίκων στην κύρια δίκη αφορά την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 1957 μέχρι το τέλος του έτους 1966. Για την περίοδο αυτή, το ΝΑΒ έλαβε υπόψη του μόνο τις περιόδους ασφάλισης στη Γερμανία, εξαιρώντας τις περιόδους που είχαν συμπληρωθεί στις Κάτω Χώρες. Η απόφαση του βασίστηκε στο στοιχείο γ της παραγράφου 1 του άρθρου 15, το οποίο προβλέπει ότι σε περίπτωση που περίοδος ασφάλισης που δεν είναι εξομοιούμενη περίοδος συμπληρωμένη κατά τη νομοθεσία κράτους μέλους συμπίπτει με εξομοιούμενη περίοδο που έχει συμπληρωθεί δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους, λαμβάνεται υπόψη μόνο η μη εξομοιούμενη περίοδος.
Επομένως, ο συλλογισμός του ΝΑΒ βασίζεται επί δύο προτάσεων:
η περίοδος ασφάλισης που συμπληρώθηκε υπό του «Invaliditeitswet» είναι εξομοιούμενη περίοδος·
σε περίπτωση που περίοδος προαιρετικής ασφάλισης, που δεν είναι εξομοιούμενη, συμπίπτει με εξομοιούμενη περίοδο αναγκαστικής ασφάλισης, η πρώτη πρέπει να έχει την προτεραιότητα.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το ύφος της ολλανδικής παροχής που χορηγήθηκε στον ενδιαφερόμενο είναι κατώτερο των δύο τρίτων του ποσού, στο οποίο αυτή θα ανερχόταν αν είχε ληφθεί υπόψη η ολλανδική περίοδος ασφάλισης.
Το ΝΑΒ ανέφερε επίσης ότι η εν λόγω απόφαση ήταν απόφαση που αποτελεί πρότυπο.
Ο Wilhelm J. Derks αποκρούει την ανωτέρω ανάλυση. Συνεπώς, άσκησε προσφυγή ενώπιον του Raad van Beroep, στις 6 Ιουλίου 1978, με την οποία διατείνεται, κυρίως, ότι η περίοδος από 1ης Ιανουαρίου 1957 μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1966, καθώς επίσης και το έτος 1968, αποτελεί περίοδο, κατά την οποία ήταν υποχρεωτικώς ασφαλισμένος στις Κάτω Χώρες.
Το εν λόγω δικαστήριο, κρίνοντας ότι η επίλυση της διαφοράς εξαρτάται από την ερμηνεία των κοινοτικών κανονισμών σχετικά με την κοινωνική ασφάλιση των διακινούμενων εργαζόμενων ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και σας υποβάλλει τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
1.
Κατά την εφαρμογή του άρθρου 46, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου πρέπει να θεωρηθεί η περίοδος εισφορών βάσει του ολλανδικού νόμου περί ασφαλίσεως αναπη-ρίας-γήρατος των εργατών ότι συμπληρώθηκε 6άσει νόμου ή νομικής ρυθμίσεως κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος ι, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, παράγραφος ιη, και του άρ8ρου 94, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού;
2.
Πρέπει να λογισθούν περίοδοι εισφορών βάσει νόμου κατά την έννοια, όπως ειπώθηκε, του άρθρου 1, παράγραφος ι, σε συνδυασμό με την παράγραφο ιη ως μη εξομοιούμενες περίοδοι κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο γ, του κανονισμού ΕΟΚ 574/72 του Συμβουλίου ή αντιθέτως ως εξομοιούμενες περίοδοι δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους κατά την έννοια αυτής της διάταξης;
3.
Πρέπει να λογισθούν περίοδοι που τοποθετούνται πριν από την Ιη Ιουλίου 1967, για τις οποίες δεν καταβλήθηκε καμία εισφορά δυνάμει του νόμου περί ασφαλίσεως κατά αναπηρίας-γήρατος των εργατών, αλλά κατά τη διάρκεια των οποίων υπήρξε μισθωτή δραστηριότητα κατά την έννοια του παραρτήματος V, τμήμα ΣΤ, ψηφίο 4α, του κανονισμού 1408/71 (όπως ίσχυε κατά το χρόνο που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση) ως μη εξομοιούμενες περίοδοι κατά την évvota του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο γ, του κανονισμού ΕΟΚ 574/72 ή ως εξομοιούμενες περίοδοι δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους κατά την έννοια αυτής της διάταξης;
4.
Σε περίπτωση που εξομοιούμενες περίοδοι υποχρεωτικής ασφαλίσεως δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους συμπίπτουν με προαιρετικές εξομοιούμενες περιόδους ασφαλίσεως πρέπει να εξεταστεί, στο πλαίσιο του άρθρου 15 του κανονισμού ΕΟΚ 574/72, προηγουμένως το ζήτημα αν οι εν λόγω περίοδοι είναι περίοδοι ασφαλίσεως «υποχρεωτικής ή προαιρετικής» (παράγραφος 1, στοιχείο δ) ή αν συνιστούν ή όχι περιόδους «εξομοιούμενες που συμπληρώθηκαν κατά τη νομοθεσία κράτους μέλους» (παράγραφος 1, στοιχείο γ);
Σημειώνω ότι κοινό χαρακτηριστικό των τριών πρώτων από τα παραπάνω ερωτήματα είναι ότι αφορούν το χαρακτηρισμό των περιόδων έμμισθης εργασίας που συμπληρώθηκαν στις Κάτω Χώρες πριν από την 1η Ιουλίου 1967.
II —
Με το πρώτο ερώτημα επιδιώκεται να προσδιοριστεί αν οι περίοδοι εισφοράς που συμπληρώθηκαν υπό τον «Invalidi-teitswet» πρέπει να θεωρούνται ως περίοδοι που συμπληρώθηκαν δυνάμει νομοθεσίας ή νομικής ρυθμίσεως κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο ι, του κανονισμού 1408/71 σε συνδυασμό με το άρθρο 1, στοιχείο ιη, και το άρθρο 94, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού.
Για να δοθεί κατάλληλη απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός ότι το ερώτημα αυτό υποβλήθηκε όχι κατά γενικό τρόπο αλλά για την εφαρμογή και μόνο του άρθρου 46, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 και ότι η εφαρμογή αυτή γίνεται τη στιγμή που έχει παύσει να ισχύει ο εν λόγω νόμος. Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι το εν λόγω ερώτημα δεν αφορά ολόκληρη την περίοδο πριν από την έναρξη ισχύος του WAO, αλλά μόνο το τμήμα αυτής της περιόδου, κατά το οποίο ήταν δυνατή η καταβολή εισφορών βάσει του «Invalidi-teitswet», δηλαδή μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1964.
1.
Το ΝΑΒ φρονεί ότι για να ληφθούν ενδεχομένως υπόψη για την εφαρμογή του άρθρου 46, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, περίοδοι εισφορών δυνάμει του «Invaliditeitswet », πρέπει οι περίοδοι αυτές να είναι οι «περίοδοι μισθωτής εργασίας και οι εξομοιούμενες περίοδοι που συμπληρώθηκαν στις Κάτω Χώρες προ της 1ης Ιουλίου 1967» όπως ορίζει το παράρτημα V, τμήμα ΣΤ, ψηφίο 4, στοιχείο α, του κανονισμού αυτού. Ο ολλανδικός οργανισμός ασφάλισης τονίζει ότι η έννοια αυτή αντικατέστησε την έννοια «περίοδοι ασφάλισης» που ήταν εν χρήσει όταν ίσχυε ο νόμος.
Δεν είναι πλέον δυνατό να γίνεται λόγος για περιόδους εισφορών, διότι οι εισφορές που καταβλήθηκαν κατ' εφαρμογή του «Invaliditeitswet» εξαγοράσθηκαν πλήρως και οι περίοδοι που συμπληρώθηκαν δυνάμει αυτού του νόμου κεφαλαιοποιήθηκαν, στο μέτρο επίσης όπου ήταν δυνατό να δώσουν δικαίωμα για παροχές αναπηρίας.
Ήταν, όμως, ανάγκη, στο πλαίσιο των διεθνών σχέσεων και, ιδίως, για την εφαρμογή του άρθρου 46, παράγραφος 2, στοιχείο β, του κανονισμού 1408/71 ( 14 ), να προσδιορισθούν οι περίοδοι ασφάλισης που είχαν συμπληρωθεί πριν από την έναρξη ισχύος του WAO. Ο σχετικός προσδιορισμός έγινε με την εγκύκλιο 315 της 8ης Μαρτίου 1967, του Sociale Verzekeringsraad (εφεξής: SVR ), τα κύρια σημεία της οποίας συμπεριελήφθησαν στην προαναφερθείσα διάταξη του παραρτήματος V. Κατ' αυτό τον τρόπο η έννοια περίοδοι εισφορών αντικαταστάθηκε από την έννοια περίοδοι έμμισθης εργασίας και εξομοιούμενες περίοδοι που συμπληρώθηκαν στις Κάτω Χώρες πριν από την 1η Ιουλίου 1967. Η τελευταία αυτή έννοια είναι σαφώς ευρύτερη από την προηγούμενη.
Πράγματι, υπό τον «Invaliditeitswet» ένα σημαντικό μέρος περιόδων έμμισθης εργασίας δεν θεωρούνταν ως περίοδοι ασφάλισης: η ασφάλιση δυνάμει αυτού του νόμου υπέκειτο σε ένα ανώτατο όριο μισθών άνω των 35 ετών οι μισθωτοί δεν μπορούσαν πλέον να ασφαλιστούν οι περίοδοι, γενικά, για τις οποίες δεν είχε καταβληθεί καμία εισφορά δεν μπορούσαν να λαμβάνονται υπόψη ως περίοδοι ασφάλισης. Επί πλέον, δυνάμει της προαναφερθείσας εγκυκλίου του SVR, οι περίοδοι κατοικίας στις Κάτω Χώρες θεωρήθηκαν ως περίοδοι ασφάλισης, εκτός αν αποδεικνύεται ότι κατά τη διάρκεια των παραπάνω περιόδων ο ενδιαφερόμενος δεν είχε εργασθεί ως μισθωτός στο εν λόγω κράτος. Είναι βέβαιο ότι ο όρος «εξομοιούμενες περίοδοι» του παραρτήματος V, τμήμα ΣΤ, στοιχείο 4, ψηφίο α, αφορά αυτές τις τελευταίες περιόδους.
2.
Κατά τη γνώμη μου, οι παρατηρήσεις του ΝΑΒ είναι ορθές: για την εφαρμογή του άρθρου 46, παράγραφος 2, δεν λαμβάνονται πλέον υπόψη οι περίοδοι εισφορών δυνάμει του «Invaliditeitswet» — οι οποίες αντιστοιχούν σε διατάξεις της ολλανδικής νομοθεσίας οι οποίες από πολλού χρόνου δεν ισχύουν — αλλά αντίθετα οι περίοδοι έμμισθης εργασίας και οι εξομοιούμενες περίοδοι που έχει θεσπίσει η εγκύκλιος 315 του SVR και συμπεριλάβει η αναφερθείσα διάταξη του παραρτήματος V.
3.
Επομένως, το πρώτο ερώτημα του Raad va Beroep πρέπει να νοηθεί ως εξής:
Για την εφαρμογή του άρθρου 46, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, πρέπει οι «περίοδοι έμμισθης εργασίας και οι εξομοιούμενες περίοδοι που συμπληρώθηκαν στις Κάτω Χώρες πριν από την 1η Ιουλίου 1967» να θεωρηθούν ότι συμπληρώθηκαν δυνάμει νομοθεσίας κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο ι, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, στοιχείο ιη, και το άρθρο 94, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού;
3.1.
Ως προς το πρώτο σκέλος αυτού του ερωτήματος, νομίζω ότι η νομολογία σας έχει ήδη δώσει απάντηση.
Υπενθυμίζω ότι το άρθρο 1, στοιχείο ι, του κανονισμού 1408/71 αναφέρει ότι
«Ο όρος “νομοθεσία” προσδιορίζει, για κάθε κράτος μέλος, τους υφισταμένους ή μελλοντικούς νόμους, τις κανονιστικές πράξεις, κανονισμούς και κάθε άλλο μέτρο εφαρμογής, που αφορούν τους κλάδους και τα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2 ( 15 ).»
Όμως στην απόφαση Blottner της 9ης Ιουνίου 1977 ( 16 ) δεχθήκατε ότι:
«Το ζήτημα είναι αν οι λέξεις “υφιστάμενοι ή μελλοντικοί” έχουν ως αποτέλεσμα να αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής αυτού του ορισμού διατάξεις, οι οποίες είχαν πάψει να ισχύουν όταν θεσπίστηκαν (...) ο επίμαχος κανονισμός και ο κανονισμός εφαρμογής του ...
Το άρθρο 51 της Συνθήκης, προβλέπει τη θέσπιση ενός συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, το οποίο να διασφαλίζει στους εργαζόμενους που διακινούνται το συνυπολογισμό όλων των περιόδων που λαμβάνονται υπόψη από τις διάφορες εθνικές νομοθεσίες, για την κτήση και τη διατήρηση του δικαιώματος προς λήψη παροχής όπως και για τον υπολογισμό του ύψους αυτών
ο σκοπός του άρθρου αυτού δε θα επιτυγχά-νετο, αν ο εργαζόμενος έχανε την ιδιότητα του ασφαλισμένου, κατά την έννοια των εν λόγω κανονισμών, από το γεγονός και μόνο ότι κατά το χρόνο που οι κανονισμοί αυτοί θεσπίστηκαν η εθνική νομοθεσία που ίσχυε κατά την εποχή που ο εργαζόμενος ήταν ασφαλισμένος είχε αντικατασταθεί από άλλη νομοθεσία διαφορετική ·
από τα παραπάνω συνάγεται ότι η έκφραση “υφιστάμενοι ή μελλοντικοί” δεν πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο που να αποκλείονται διατάξεις, οι οποίες, μολονότι ίσχυαν προηγουμένως, είχαν πάψει να ισχύουν όταν θεσπίστηκαν οι εν λόγω κοινοτικοί κανονισμοί» ( 17 ).
3.2.
Έχω τη γνώμη ότι και από τη δεύτερη διάταξη, στην οποία αναφέρεται το ερώτημα, δηλαδή το άρθρο 1, στοιχείο ιη, του κανονισμού 1408/71, επιβάλλεται να δοθεί καταφατική απάντηση.
Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή «ως “περίοδοι ασφαλίσεως” νοούνται οι περίοδοι εισφορών ή απασχολήσεως, που καθορίζονται ή αναγνωρίζονται ως περίοδοι ασφαλίσεως από τη νομοθεσία, υπό την οποία
επραγματοποιήθησαν ή θεωρούνται ότι επραγματοποιήθησαν, καθώς και κάθε εξομοιούμενη προς αυτές περίοδος, κατά το μέτρο που αναγνωρίζεται από τη νομοθεσία αυτή ως ισοδύναμη προς περίοδο ασφαλίσεως».
Λόγω της αντικαταστάσεως, χάριν της εφαρμογής του άρθρου 46, παράγραφος 2, των όρων που ίσχυαν κατά την εποχή του «Invaliditeitswet » από τους όρους της εγκυκλίου του SVR και του παραρτήματος V, τμήμα ΣΤ, παράγραφος 4, ψηφίο α, δεν είναι πλέον δυνατό να γίνεται παραπομπή στους όρους του «Invaliditeitswet», εθνικής νομοθεσίας υπό την οποία συμπληρώθηκαν οι επίδικες περίοδοι, αλλά στις δυο μεταγενέστερες πηγές που έχω αναφέρει.
Η αντικατάσταση αυτή συνεπάγεται και μια σαφή απάντηση στο ερώτημα που υποβλήθηκε: περίοδοι έμμισθης εργασίας και εξομοιούμενες περίοδοι που συμπληρώθηκαν στις Κάτω Χώρες πριν από την 1η Ιουλίου 1967, κατά την έννοια του παραρτήματος, είναι, αντίστοιχα, περίοδοι απασχόλησης, που προσδιορίζει το παράρτημα αυτό καθώς και εξομοιούμενες περίοδοι που το παράρτημα αναγνωρίζει ως ισοδύναμες προς περιόδους ασφάλισης.
3.3.
Τέλος, η εκτίμηση αυτή επιβεβαιώνεται από το τρίτο κείμενο που αναφέρει το Raad van Beroep, δηλαδή το άρθρο 94, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71. Νομίζω ότι η διατύπωση του κειμένου αυτού είναι αρκούντως πειστική:
«Κάθε περίοδος ασφαλίσεως ... η οποία επραγματοποιήθη υπό τη νομοθεσία κράτους μέλους προ της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του παρόντος κανονισμού, λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό των δικαιωμάτων που γεννώνται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.»
III —
Δεδομένου ότι από τις προηγούμενες διευκρινίσεις προκύπτει ότι οι περίοδοι εισφορών δεν λαμβάνονται πλέον υπόψη για την εφαρμογή του άρθρου 46, παράγραφος 2, σε περιπτώσεις όπως η προκειμένη, το δεύτερο ερώτημα, το οποίο αναφέρεται σ' αυτή την έννοια καθίσταται άνευ αντικειμένου.
IV —
Επομένως, η εξέταση του τρίτου μόνο ερωτήματος είναι αρκετή για να προσδιοριστεί αν οι περίοδοι έμμισθης εργασίας, κατά την έννοια του παραρτήματος V, τμήμα ΣΤ, παράγραφος 4, στοιχείο α, πρέπει να θεωρούνται ως μη εξομοιούμενες περίοδοι ή ως εξομοιούμενες περίοδοι σύμφωνα με τη νομοθεσία κράτους μέλους, κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο γ, του κανονισμού 574/72.
1.
Η Επιτροπή υιοθετεί την πρώτη εκδοχή.
Πρώτα απ' όλα, υποστηρίζει ότι οι περίοδοι έμμισθης εργασίας που συμπληρώθηκαν στις Κάτω Χώρες πριν από την 1η Ιουλίου 1967 δεν ανταποκρίνονται στην έννοια των εξομοιούμενων περιόδων, όπως αυτή προκύπτει από το άρθρο 1, στοιχείο ιη, του κανονισμού 1408/71. Στον τριμερή ορισμό των «περιόδων ασφάλισης», που θεσπίζει αυτή η διάταξη, οι περίοδοι έμμισθης εργασίας αποτελούν μέρος της κατηγορίας των μη εξομοιούμενων περιόδων ασφάλισης. Οι περίοδοι αυτές, όπως αναφέρθηκε, είναι κυρίως οι «περίοδοι ... απασχολήσεως που καθορίζονται ή αναγνωρίζονται ως περίοδοι ασφαλίσεως από τη νομοθεσία υπό την οποία πραγματοποιήθηκαν».
Η Επιτροπή παρατηρεί επίσης ότι σύμφωνα με το άρθρο 1, στοιχείο ιη, ο χαρακτηρισμός μιας περιόδου ως «εξομοιούμενης περιόδου» πρέπει να γίνεται από την εθνική νομοθεσία που εφαρμόζεται, όπως δεχθήκατε στην απόφαση Weichner της 5ης Δεκεμβρίου 1967 ( 18 ). Επομένως, η παράγραφος 4, τμήμα ΣΤ, του παραρτήματος V εφαρμόζεται μόνο στο σύστημα συνυπολογισμού και κατανομής κατ' αναλογίαν που ορίζει ο κανονισμός 1408/71.
Τέλος, η Επιτροπή τονίζει ότι οι περίοδοι έμμισθης εργασίας που συμπληρώθηκαν στις Κάτω Χώρες πριν από την 1η Ιουλίου 1967 δεν μπορούν να είναι εξομοιούμενες περίοδοι κατά την έννοια του άρθρου 15 του κανονισμού εφαρμογής, δεδομένου ότι το άρθρο 1, στοιχείο ιη, προβλέπει ήδη ότι οι εξομοιούμενες περίοδοι λογίζονται ως περίοδοι ασφάλισης. Κατά συνέπεια, αν η σχέση, που το παράρτημα V θεσπίζει μεταξύ των περιόδων έμμισθης εργασίας που συμπληρώθηκαν στις Κάτω Χώρες πριν από τον Ιούλιο 1967 και των περιόδων που συμπληρώθηκαν υπό τον WAO ήταν μια απλή σχέση εξομοίωσης, το παράρτημα αυτό θα ήταν περιττό. Επομένως η παραπάνω σχέση είναι διαφορετικής φύσεως. Οι εν λόγω περίοδοι πρέπει μάλλον να θεωρούνται ως περίοδοι που συμπληρώθηκαν δυνάμει του WAO, κατά την έννοια της δεύτερης κατηγορίας του ορισμού του άρθρου 1, στοιχείο ιη ( 19 ).
Κατά τη γνώμη μου, τα επιχειρήματα αυτά, που όλα τους στηρίζονται σε παραπομπή στη νομοθεσία, υπό την οποία οι επίδικες περίοδοι συμπληρώθηκαν ή θεωρούνται ότι συμπληρώθηκαν, δηλαδή την ολλανδική νομοθεσία που ίσχυε πριν από την 1η Ιουλίου 1967, δεν λαμβάνουν υπόψη τους το γεγονός ότι η παραπομπή αυτή δεν έχει πλέον νόημα ( 20 ) ως προς την εφαρμογή του άρθρου 46, παράγραφος 2.
Επομένως πρέπει να γίνει αναφορά μόνο στο παράρτημα V, τμήμα ΣΤ, παράγραφος 4, στοιχείο α.
2.
Προκειμένου να καθορισθεί αν οι περίοδοι έμμισθης εργασίας που συμπληρώθηκαν στις Κάτω Χώρες πριν από την 1η Ιουλίου 1967 αποτελούν ή όχι εξομοιούμενες περιόδους κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο γ, του κανονισμού 547/72, θα αναφερθώ στον τριμερή ορισμό των περιόδων ασφάλισης του άρθρου 1, στοιχείο ιη, του βασικού κανονισμού ( 21 ).
Είναι χρήσιμο να παραθέσω εδώ την ακριβή διατύπωση του παραρτήματος V, τμήμα ΣΤ, παράγραφος 4, στοιχείο α, του κανονισμού 1408/71 το οποίο αναφέρει ότι
«για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 46, παράγραφος 2, του κανονισμού θεωρούνται επίσης ως περίοδοι ασφαλίσεως που συνεπληρώθησαν δυνάμει της ολλανδικής νομοθεσίας περί της ασφαλίσεως κατά της ανικανότητας προς εργασία ( 22 ), οι περίοδοι μισθωτής εργασίας και οι εξομοιούμενες περίοδοι που συνεπληρώθησαν στις Κάτω Χώρες προ της 1ης Ιουλίου 1967».
Από τη σύγκριση της διατύπωσης αυτής με τη διατύπωση του προαναφερθέντος άρθρου 1, στοιχείο ιη, συνάγεται αναγκαία το εξής συμπέρασμα: η σχέση που το παράρτημα V θεσπίζει ανάμεσα στις περιόδους εργασίας στις Κάτω Χώρες που έχουν συμπληρωθεί πριν από την Ιη Ιουλίου 1967 και του WAO δεν είναι σχέση εξομοίωσης κατά την έννοια του τρίτου σκέλους του ορισμού των περιόδων ασφάλισης. Δεδομένου ότι οι εν λόγω περίοδοι θεωρούνται ότι συμπληρώθηκαν δυνάμει του WAO, αποτελούν μέρος της δεύτερης κατηγορίας περιόδων ασφάλισης που ορίζει το άρθρο 1, στοιχείο ιη, του κανονισμού 1408/71.
V —
Το τέταρτο ερώτημα του Raad van Beroep τίθεται μόνο αν οι περίοδοι εργασίας που συμπληρώθηκαν στις Κάτω Χώρες πριν από την Ιη Ιουλίου 1967, λογίζονται ως εξομοιούμενες περίοδοι κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο γ, του κανονισμού εφαρμογής. Δεδομένου ότι, κατά τη γνώμη μου, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, δεν ασχολούμαι με αυτό το ερώτημα παρά μόνο για την περίπτωση που δεν θα συμμεριζόσαστε την άποψη μου.
Το ολλανδικό δικαστήριο ρωτά αν, σε περίπτωση σύμπτωσης εξομοιούμενης περιόδου (κατά την έννοια του στοιχείου γ, της παραγράφου 1, του άρθρου 15) υποχρεωτικής ασφάλισης (κατά την έννοια του στοιχείου 6 της ίδιας παραγράφου) με μη εξομοιούμενη περίοδο (κατά την έννοια του στοιχείου γ) προαιρετικής ασφάλισης (κατά την έννοια του στοιχείου 6), υπερισχύει ο χαρακτήρας της εξομοιούμενης ή της υποχρεωτικής ασφάλισης.
Πρέπει να υπενθυμίσω ότι, στην προκείμενη περίπτωση, η μη εξομοιούμενη περίοδος προαιρετικής ασφάλισης είναι η περίοδος ασφάλισης του Wilhelm J. Derks στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η δε λογιζόμενη ως εξομοιούμενη περίοδος αναγκαστικής ασφάλισης είναι η περίοδος έμμισθης εργασίας του εν λόγω ασφαλισμένου στις Κάτω Χώρες. Οι δύο αυτές περίοδοι εκτείνονται από την Ιη Ιανουαρίου 1957 μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 1966.
1.
Κατά την άποψη του ΝΑΒ, η σειρά προτεραιότητας μεταξύ των περιόδων που μπορεί να ληφθούν υπόψη σε παρόμοια περίπτωση είναι η ακόλουθη:
—
περίοδοι αναγκαστικής ασφάλισης,
—
περίοδοι προαιρετικής ασφάλισης, για τις οποίες καταβάλλονται εισφορές, ακριβώς όπως και για τις περιόδους υποχρεωτικής ασφάλισης,
κοινό δε χαρακτηριστικό των δύο παραπάνω κατηγοριών είναι ότι και οι δύο αποτελούν περιόδους πραγματικής ασφάλισης,
—
εξομοιούμενες περίοδοι.
Επομένως, ο ολλανδικός οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης θεωρεί ότι η πιο σημαντική διάκριση μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών περιόδων ασφάλισης δεν είναι η διάκριση μεταξύ αναγκαστικών και προαιρετικών περιόδων, αλλά η διάκριση μεταξύ περιόδων πραγματικής ασφάλισης ( 23 ) — η οποία μπορεί να είναι είτε υποχρεωτική είτε προαιρετική — και εξομοιούμενων περιόδων.
Στο σύστημα του άρθρου 15, παράγραφος 1, του κανονισμού 574/72, το εδάφιο 6 αφορά τη συμπλήρωση δυο πραγματικών περιόδων ασφάλισης, υποχρεωτικής σε ένα κράτος μέλος και προαιρετικής σε ένα άλλο. Κατά την άποψη του ΝΑΒ, η διάταξη αυτή δεν αφορά κατά κανένα τρόπο εξομοιούμενες περιόδους.
Κατά τη γνώμη του ΝΑΒ, το εδάφιο γ της ίδιας παραγράφου ρυθμίζει μια κατάσταση όλως διόλου διαφορετική από αυτή του προηγούμενου εδαφίου. Τα δυο αυτά εδάφια πρέπει να αναλυθούν εντελώς ανεξάρτητα το ένα από το άλλο. Το εδάφιο γ αφορά τη συμπλήρωση εξομοιούμενων και πραγματικών περιόδων ασφάλισης — η οποία μπορεί να είναι είτε υποχρεωτική είτε προαιρετική, δεδομένου ότι οι λέξεις «... και δεν είναι εξομοιούμενη περίοδος» καλύπτουν και τις δύο αυτές κατηγορίες.
Άλλη απόδειξη της υπεροχής της διάκρισης «μη εξομοιούμενη-εξομοιούμενη» έναντι της διάκρισης «υποχρεωτικής-προαιρε-τικής» ανευρίσκεται στο εδάφιο δ της ίδιας παραγράφου, το οποίο ρυθμίζει τη σύμπτωση δύο εξομοιούμενων περιόδων. Πράγματι, ο χαρακτήρας μιας περιόδου ασφάλισης ως υποχρεωτικής ή προαιρετικής δεν παίζει κανένα ρόλο προκειμένου να καθορισθεί ποια από τις περιόδους αυτές πρέπει να ληφθεί υπόψη. Εξάλλου, κατά την άποψη του ΝΑΒ, ο όρος «υποχρεωτική ασφάλιση», τόσο στο εδάφιο δ όσο και στο εδάφιο 6, αφορά περιόδους που δεν είναι εξομοιούμενες.
2.
Κατά τη γνώμη μου, η αντίληψη αυτή δεν πρέπει να γίνει δεκτή.
Όπως και το ίδιο το ΝΑΒ αναγνωρίζει, η αντίληψη αυτή μπορεί να είναι ορθή μόνο στην περίπτωση που ο όρος περίοδοι ασφάλισης θα ελαμβάνετο στο άρθρο 15, παράγραφος 1, εδάφιο 6 και δ, του κανονισμού 574/72 υπό στενότερη έννοια — ότι, δηλαδή, δεν καλύπτει τις εξομοιούμενες περιόδους ασφάλισης — από ό,τι στο άρθρο 1, στοιχείο ιη, του κανονισμού 1408/71.
2.1.
Κατά τη γνώμη μου, όμως, μια τέτοια ερμηνεία πρέπει να αποκλεισθεί.
Πρώτον, όπως γνωρίζετε, για την εφαρμογή του κανονισμού 574/72, οι όροι που χρησιμοποιούνται στον κανονισμό αυτό και προσδιορίζονται στο άρθρο 1 του κανονισμού 1408/71 έχουν την έννοια που τους δίνει το τελευταίο αυτό άρθρο ( 24 ).
Περαιτέρω, τίποτα δεν δικαιολογεί το να έχουν οι ίδιες λέξεις (περίοδοι ασφάλισης), που αναφέρονται στο σύστημα της παραγράφου 1 του άρθρου 15, διαφορετική έννοια στα εδάφια 6 και δ της παραγράφου αυτής απ' ό,τι στο εδάφιό της γ.
2.2.
Τέλος, η αντίληψη αυτή προσκρούει στη συστηματική ανάλυση του άρθρου 15, παράγραφος 1, ο λογικός συνειρμός του οποίου αποκαλύπτει ότι δίνει την υπεροχή στη διάκριση «περίοδοι υποχρεωτικής ασφάλισης — περίοδοι προαιρετικής ασφάλισης».
Γενικά, από την άποψη του κριτηρίου «περίοδοι πραγματικής ασφάλισης — περίοδοι προαιρετικής ασφάλισης» είναι δυνατό να διακριθούν τρεις περιπτώσεις σύμπτωσης περιόδου ασφάλισης: σύμπτωση περιόδου υποχρεωτικής ασφάλισης, είτε εξομοιούμενης είτε μη εξομοιούμενης, με περίοδο προαιρετικής ασφάλισης' σύμπτωση δύο περιόδων υποχρεωτικής ασφάλισης και σύμπτωση δύο περιόδων προαιρετικής ασφάλισης.
Όσον αφορά την πρώτη περίπτωση, το εδάφιο 6 της παραγράφου 1 του άρθρου 15 δίνει την προτεραιότητα στις περιόδους που συμπληρώθηκαν δυνάμει υποχρεωτικής ασφάλισης.
Όσον αφορά τη σύμπτωση δύο περιόδων υποχρεωτικής ασφάλισης, τρεις περιπτώσεις είναι θεωρητικά δυνατές· σύμπτωση δυο μη εξομοιούμενων περιόδων ασφάλισης· σύμπτωση μη εξομοιούμενης περιόδου με εξομοιούμενη περίοδο και σύμπτωση δυο εξομοιούμενων περιόδων. Αλλά μόνο οι δύο τελευταίες περιπτώσεις είναι δυνατό να συμπίπτουν στην πραγματικότητα, δεδομένου ότι το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, ορίζει ότι ο εργαζόμενος, στον οποίο εφαρμόζεται ο κανονισμός, δεν υπόκειται παρά στη νομοθεσία ενός μόνο κράτους μέλους. Στις δύο αυτές περιπτώσεις αναφέρονται ακριβώς τα εδάφια γ και δ της παραγράφου που αναλύθηκε.
Τέλος, η σύμπτωση δυο περιόδων προαιρετικής ασφάλισης έχει επίσης θεωρητική αξία, δεδομένου ότι το άρδρο 15, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 1408/71 υποχρεώνει τον ενδιαφερόμενο να επιλέξει τη μια από αυτές.
2.3.
Επιπροσθέτως, και ίσως προπάντων, η άποψη του ΝΑΒ φαίνεται ασυμβίβαστη με το σκοπό που επιδιώκουν τα άρθρα 48 έως 51 της Συν9ήκης και των κοινοτικών κανονισμών κοινωνικής ασφάλισης. Πράγματι, αν, σε περίπτωση που περίοδος έμμισ9ης εργασίας στις Κάτω Χώρες πριν την 1η Ιουλίου 1967, έστω και αν 9εωρη9εί ως εξομοιούμενη περίοδος, συμπίπτει με περίοδο προαιρετικής ασφάλισης στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, έπρεπε να ληφθεί υπόψη η τελευταία, οι ενδιαφερόμενοι εργαζόμενοι 9α εισέπρατταν λιγότερα από όσα 9α δικαιούνταν όχι μόνο αν ελαμδάνετο υπόψη η ολλανδική περίοδος αλλά ακόμα και αν δεν είχαν καταβάλει προαιρετικές εισφορές στη Γερμανία.
Μια τέτοια συνέπεια φαίνεται να προσκρούει στις αρχές της νομολογίας σας, όσον αφορά την κοινωνική ασφάλιση των διακινούμενων εργαζόμενων, από την οποία 9α αναφέρω μόνο την πιο πρόσφατη απόφαση: Στην απόφαση σας Baccini της 10ης Μαρτίου 1983 ( 25 ), τονίσατε ότι «σύμφωνα με τα άρθρα 48 και 51 της Συνθήκης, οι κανονισμοί 1408/71 και 574/72 του Συμβουλίου έχουν κυρίως ως σκοπό να αποφεύγεται ο διακινούμενος εργαζόμενος, λόγω της διακινήσεως του από ένα κράτος μέλος σε άλλο,... να βρίσκεται σε μειονεκτικότερη 9έση σε σχέση με τη 9έση, στην οποία 9α ήταν, αν είχε εργαστεί σε ένα μόνο κράτος μέλος» ( 26 ).
Ομοίως στην απόφαση σας Jerzak της 15ης του περασμένου Σεπτεμβρίου ( 27 ) δεχθήκατε ότι «δεν 9α πραγματωνόταν ο σκοπός των άρ9ρων 48 έως 51 της Συν9ήκης, αν αποτέλεσμα της εφαρμογής των εν λόγω κανονισμών ( 28 ) ήταν η άρση ή ο περιορισμός των ευεργετημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως που απολαύουν οι εργαζόμενοι βάσει της νομοθεσίας ενός μόνο κράτους μέλους» ( 29 ).
Για τους λόγους αυτούς η απάντηση που δίνω επικουρικά στο τέταρτο ερώτημα είναι ότι σε περίπτωση που εξομοιούμενη περίοδος υποχρεωτικής ασφάλισης συμπίπτει με μη εξομοιούμενη περίοδο προαιρετικής ασφάλισης, υπερισχύει ο υποχρεωτικός χαρακτήρας.
Βάσει των ανωτέρω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Raad van Beroep του Άμστερνταμ, στο πλαίσιο της διαφοράς μεταξύ του Wilhelm J. Derks και του Nieuwe Algemene Bedrijfsvereniging, πρέπει να δοθεί απάντηση ότι
1.
για την εφαρμογή του άρθρου 46, παράγραφος 2, που κανονισμού 1408/71, οι περίοδοι έμμισθης εργασίας και οι εξομοιούμενες περίοδοι που συμπληρώθηκαν στις Κάτω Χώρες πριν από την 1η Ιουλίου 1967 πρέπει να λογίζονται ότι συμπληρώθηκαν υπό νομοθεσία κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο ι, του αναφερθέντος κανονισμού σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, στοιχείο ιη, και 94, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού·
2.
οι περίοδοι έμμισθης εργασίας που συμπληρώθηκαν στις Κάτω Χώρες πριν από την 1η Ιουλίου 1967 είναι περίοδοι ασφάλισης που δεν είναι εξομοιούμενες κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο γ, του κανονισμού 574/72
3.
παρέλκει η απάντηση στο τελευταίο ερώτημα του Raad van Beroep.
Πάντως, προσθέτω επικουρικά ότι:
Σε περίπτωση σύμπτωσης εξομοιούμενης περιόδου (κατά την έννοια του στοιχείου γ της παραγράφου 1 του άρθρου 15 του κανονισμού 574/72) υποχρεωτικής ασφάλισης (κατά την έννοια του στοιχείου 6 της ίδιας παραγράφου) με εξομοιούμενη περίοδο (κατά την έννοια του στοιχείου γ) προαιρετικής ασφάλισης (κατά την έννοια του στοιχείου 6) υπερισχύει ο υποχρεωτικός χαρακτήρας.
( 1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
( 2 ) Κανονισμός 1408/71 (CEE ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73) όπως κωδικοποιήθηκε στη JO C 138 της 9. 6. 1980, σ. 1.
( 3 ) Κανονισμός 574/72, JO L 74 της 27. 3. 1972, σ. 1 (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/007, σ. 138) όπως κωδικοποιήθηκε στη JO C 138 της 9. 6.1980, σ. 65.
( 4 ) Απόφαση της 9. 6. 1977, υπόθεση 109/76, Recueil σ. 1141.
( 5 ) Απάντηση του ΝΑΒ σε ερώτηση που τέθηκε κατά τη συνεδρίαση.
( 6 ) 0 οποίος αφορά την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων και έχει θεσπισθεί από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας στις 25. 9. 1958.
( 7 ) Άρθρο 3, παράγραφος 1.
( 8 ) Πράγματι, δυνάμει του άρθρου 10 του «Liquidatiewet Invaliditeitsweuen», καταργήθηκε το άρθρο 71 του «Invaliditeitswet», εκτός των περιπτώσεων, στις οποίες, αφενός παρείχε δικαίωμα σύνταξης αναπηρίας, λόγω αναπηρίας που είχε επέλθει πριν από την 1η Ιουλίου 1967, αφετέρου η αίτηση για σύνταξη αναπηρίας είχε υποβληθεί το βραδύτερο μέχρι την 1η Ιουλίου 1969.
( 9 ) Παράρτημα 111 του κανονισμού 1408/71.
( 10 ) Η προσφυγή του κατά της αποφάσεως του ΝΑΒ.
( 11 ) Η ημερομηνία αυτή είναι προφανώς η ημερομηνία, κατά την οποία άρχισε να εργάζεται ως μισθωτός στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.
( 12 ) Ή των περιόδων που εξομοιώνονται προς αυτές.
( 13 ) Το οποίο αναφέρει: «για την εφαρμογή των κανόνων υπολογισμού που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο, ο τρόπος που λαμβάνονται υπόψη οι περίοδοι που συμπίπτουν καθορίζεται στον κανονισμό εφαρμογής που αναφέρεται στο άρ9ρο 97».
( 14 ) Εγκύκλιος tou SVR, σελίδα 2, στοιχείο 2.
( 15 ) Όπως γνωρίζετε, οι παράγραφοι 1 και 2 tou άρθρου 4 περιγράφουν τους κλάδους κοινωνικής ασφάλισης, στους οποίους εφαρμόζεται ο κανονισμός.
( 16 ) Που αναφέρθηκε προηγουμένως.
( 17 ) Σκέψεις 10 μέχρι 13, Recueil 1977, σ. 1149-1150.
( 18 ) Landesversicherungsanstalt Rheinland-Pfalz κατά Joseph Weichner, υπόθεση 14/67, Recueil σ. 427, ιδιαίτερα σ. 436.
( 19 ) «Περίοδοι... αποσχολήσεως που καθορίζονται ή αναγνωρίζονται ως περίοδοι ασφαλίσεως από τη νομοθεσία οπό την οποία.. θεωρούνται ότι επραγ-ματοποιήθησαν».
( 20 ) Γεγονός το οποίο εξηγεί γιατί προτείνω διαφορετική λύση από αυτή που δόθηκε στην απόφαση Welchner, απόφαση η οποία, αφενός, ερμήνευσε τον κανονισμό 3, ο οποίος δεν περιελάμβανε διάταξη παρόμοια με αυτή του παραρτήματος V, τμήμα ΣΤ, παράγραφος 4, στοιχείο α, του κανονισμού 1408/71 και, αφετέρου, δεν αφορούσε την ολλανδική αλλά τη γερμανική νομοθεσία.
( 21 ) Αντιλαμβάνομαι 6ε6αίως ότι η παραπομπή που η διάταξη αυτή κάνει στη νομοθεσία, υπό την οποία συμπληρώθηκαν οι περίοδοι ασφάλισης, εν προκειμένω στον «Invalidiieitswei», αναφέρεται στο παράρτημα V, τμήμα ΣΤ, παράγραφος 4, ψηφίο α.
( 22 ) Δηλαδή του WAO.
( 23 ) Με άλλα λόγια: μη εξομοιούμενες περίοδοι.
( 24 ) Άρθρο 1, εδάφιο γ, του κανονισμού 574/72.
( 25 ) Τρίτο τμήμα, η Bacini κατά Office national de l'em-ploi, υπό8εοη 232/82, Συλλογή 1983, σ. 596.
( 26 ) 17η σκέψη.
( 27 ) Τρίτο τμήμα, Leo Jerzak κατά Bundesknappschaft, Verwaltungsstelle Aachen, υπόθεση 279/82, Συλλογή 1983, σ. 2603.
( 28 ) Ot κοινοτικοί κανονισμοί περί της κοινωνικής ασφαλίσεως των διακινούμενων εργαζόμενων.
( 29 ) 11η σκέψη. Στην προκειμένη περίπτωση τα ευεργετήματα που θα περιορίζονταν κατ' αυτό τον τρόπο είναι αυτά που ο Derks 9α είχε από την περίοδο εργασίας που συμπλήρωσε στις Κάτω Χώρες από την Ιη Ιανουαρίου 1957 μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1966, αν δεν είχε καταθάλει προαιρετικές εισφορές στην πατρίδα του κατά την ίδια περίοδο.
Full & Egal Universal Law Academy