ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
SIR GORDON SLYNN
της 16ης Ιανουαρίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεορε,
Κύριοι οικαστές,
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις επί των οποίων αναπτύσσω σήμερα τις προτάσεις μου, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών και η εταιρία περιορισμένης ευθύνης Leeuwarder Papierwarenfabriek BV ( κατωτέρω: « LPF » ) αμφισβητούν τη νομιμότητα αποφάσεως της Επιτροπής της 22ας Ιουλίου 1982 κατά την οποία η κυβέρνηση των Κάτω Χωρών χορήγησε στην LPF ενίσχυση που δεν συμβιβάζεται με το άρθρο 92 της Συνθήκης ΕΟΚ. Υπέρ της καθής παρενέβησαν ορισμένοι ανταγωνιστές της LPF.
Πριν από τα επίδικα πραγματικά περιστατικά, η Leeuwarder Papierwarenfabriek (στο εξής: « Leeuwarder » ) ήταν εταιρία ιδρυθείσα το 1907 που κατασκεύαζε υλικά συσκευασίας στο ολλανδικό διαμέρισμα Fries. Στην απόφαση χαρακτηρίζεται ως « επιχείρηση μεταποιήσεως χαρτονιού ». Το 1968 κατέστη θυγατρική κατά 100 % της εταιρίας Papierfabrieken Van Gelder Zonen NV (στο εξής: «Van Gelder»). Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, η Van Gelder αντιμετώπισε οικονομικές δυσκολίες που είχαν αντίκτυπο στη Leeuwarder. Μετά την πραγματοποίηση αναδιαρθρώσεως το 1977, η Leeuwarder βελτίωσε κάπως την οικονομική της κατάσταση το 1979 και 1980, ενώ η Van Gelder αντιμετώπιζε και πάλι οικονομικές δυσκολίες. Δυνάμει συμφωνίας με το « Noordelijke Ontwikkelingsmaatschappij » (στο εξής: «ο NOM » ), φορέα περιφερειακής ανάπτυξης αρμόδιο για το διαμέρισμα Fries, προβλέφθηκε η σύσταση νέας εταιρίας στην οποία η Van Gelder και ο NOM θα είχαν από 50 ο/ο του κεφαλαίου. Ο NOM κατέβαλε για το μερίδιο του έξι εκατομμύρια ολλανδικά φιορίνια από χρήματα που έθεσε στη διάθεση του η ολλανδική κυβέρνηση.
Οι παρεμβαίνουσες στην υπόθεση 318/82 πληροφορήθηκαν για τη μελετώμενη συναλλαγή πριν πραγματοποιηθεί, οι δε εκπρόσωποι τους συνήντησαν τους αρμόδιους υπαλλήλους της Επιτροπής στις 16 Οκτωβρίου 1983. Στις 22 Οκτωβρίου 1980 υπέβαλαν γραπτή καταγγελία στην Επιτροπή. Ο τότε γενικός διευθυντής ανταγωνισμού, Schlieder, με τηλετύπημα προς τις ολλανδικές αρχές, ζήτησε συμπληρωματικές πληροφορίες τονίζοντας ότι οι ενισχύσεις έπρεπε να κοινοποιηθούν δυνάμει του άρθρου 93, παράγραφος 3. Οι ολλανδικές αρχές απάντησαν μόλις στις 5 Δεκεμβρίου 1981. Με την απάντηση αυτή επιδίωξαν να δικαιολογήσουν τη μελετώμενη αγορά μετοχών υποστηρίζοντας ότι δεν αποτελεί ενίσχυση. Με τις γραπτές παρατηρήσεις της η ολλανδική κυβέρνηση παραδέχτηκε ότι ουδέποτε προέβη στην κατά το άρθρο 93, παράγραφος 3, κοινοποίηση, δικαιολογήθηκε όμως ισχυριζόμενη ότι δεν απαιτείται κοινοποίηση διότι δεν πρόκειται για ενίσχυση.
Η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, μόλις κατά το θέρος του 1981. Η διαδικασία αυτή την οδήγησε τελικά στην έκδοση της απόφασης 82/653 ( ΕΕ 1982, L 277, σ. 15). Η εν λόγω απόφαση, καίτοι φέρει ημερομηνία 22 Ιουλίου 1982, κοινοποιήθηκε στην ολλανδική κυβέρνηση μόλις στις 20 Σεπτεμβρίου 1982. Με την απόφαση η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η καταβολή τεσσάρων εκατομμυρίων φιορινιών ( στην πραγματικότητα επρόκειτο για έξι εκατομμύρια φιορίνια ) για την απόκτηση εταιρικών μεριδίων στην εταιρία LPF συνιστά ενίσχυση που δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά. Δυνάμει του άρθρου 2 οι Κάτω Χώρες όφειλαν να λάβουν μέτρα ώστε η χορηγούμενη ενίσχυση να μην εξακολουθήσει να προκαλεί στρέβλωση του ανταγωνισμού στο μέλλον. Η ολλανδική κυβέρνηση και η LPF ζητούν με τις προσφυγές τους την ακύρωση της απόφασης αυτής.
Είναι σαφές ότι η προσφυγή της ολλανδικής κυβέρνησης είναι παραδεκτή δυνάμει του άρθρου 173, η δε Επιτροπή ορθώς ομολόγησε ότι η αμφισβητούμενη απόφαση αφορά άμεσα και ατομικά την LPF κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, οπότε και η δεύτερη προσφυγή είναι παραδεκτή.
Το κύριο επιχείρημα των προσφευγουσών είναι ότι η παρέμβαση των ολλανδικών αρχών δεν συνιστά ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1. Επικουρικώς οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι η αιτιολογία στο προοίμιο της απόφασης είναι ανεπαρκής οπότε συντρέχει παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης.
Στην υπόθεση 323/82, SA Intermitís κατά Επιτροπής ( απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 1984, Συλλογή 1984, σ. 3809), το Δικαστήριο δέχτηκε ότι η συμμετοχή του κράτους στο κεφάλαιο εταιρίας μπορεί να συνιστά ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης καίτοι δεν κρίθηκε αναγκαίο να προσδιοριστεί υπό ποιες συνθήκες. Με τις προτάσεις του στην υπόθεση εκείνη ο γενικός εισαγγελέας VerLoren van Themaat τάχθηκε με την άποψη ότι η συμμετοχή στο κεφάλαιο εταιρίας μπορεί να συνιστά ενίσχυση στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει διαθέσιμο κεφάλαιο στην ιδιωτική αγορά κεφαλαίων. Δεν νομίζω ότι η θέση αυτή αφίσταται στην ουσία των προτάσεων που ανέπτυξε στην υπόθεση 84/82, Ομοοπονοιακή Αιτιοκρατία της Γερμανίας κατά Επιτροπής (απόφαση της 20ής Μαρτίου 1984, Συλλογή 1984, σ. 1451 ). Το ζήτημα είναι αν η συμμετοχή του κράτους στο κεφάλαιο μπορεί να θεωρηθεί ως επένδυση με σκοπό την πραγματοποίηση εσόδων ή την υπεραξία κεφαλαίου, που είναι και ο στόχος του συνήθους επενδύοντος ή αν είναι απλώς μέσο οικονομικής ενίσχυσης μιας συγκεκριμένης εταιρίας.
Η LPF και η ολλανδική κυβέρνηση ισχυρίζονται ότι πρόκειται για πραγματική επένδυση. Τα οικονομικά προβλήματα της Leeuwarder πήγαζαν από τις σχέσεις της με τη van Gelder. Αν αποχωριζόταν η επιχείρηση θα γινόταν βιώσιμη. Το τίμημα που καταβλήθηκε δεν ήταν κατώτερο της πραγματικής αξίας των μεριδίων δεδομένου ότι η παλιά εταιρία είχε εκτιμηθεί σε 15,4 εκατομμύρια φιορίνια. Δεν υπήρχε επείγουσα ανάγκη επενδύσεων σε κεφάλαιο με εξαίρεση ένα ποσό τεσσάρων εκατομμυρίων φιορινιών για την αγορά νέου πιεστηρίου offset. Οι λοιπές ενέργειες εκσυγχρονισμού ή αντικατάστασης του εξοπλισμού μπορούσαν να αναμένουν, για να τις αντιμετωπίσει δε η LPF είχε επαρκείς δυνατότητες πιστώσεων πέραν του εταιρικού της κεφαλαίου. Δεδομένου ότι η Leeuwarder άρχισε το 1979 να ειδικεύεται στην παραγωγή προϊόντων υψηλής ποιότητας, η υπερδυναμικότητα στον τομέα δεν την έθιξε στον ίδιο βαθμό που έθιξε αναμφιβόλως άλλους παραγωγούς χαρτονιού. Εξάλλου η LPF είχε μειώσει το προσωπικό της αυξάνοντας έτσι την αποτελεσματικότητα της και τις δυνατότητες αποδοτικότητας της. Επίσης είχε μειώσει την ικανότητα παραγωγής της. Και οι δύο αυτές ενέργειες απέδωσαν, όπως φαίνεται από το γεγονός ότι η εταιρία πραγματοποίησε κέρδη κατά το 1979 και 1980. Από το NOM ζητήθηκε να συμμετάσχει διότι δεν επιθυμούσε να αναμιχθεί στη διαχείριση της επιχείρησης. Ένας ιδιώτης επενδυτής θα ήθελε να ασκεί έλεγχο, τον οποίο ακριβώς ήθελε να αποφύγει η LPF. Εξάλλου ο NOM παρενέβαινε μόνο σε περιπτώσεις όπου μελετώνταν νέες δραστηριότητες και υπήρχε πραγματική πιθανότητα αποδοτικότητας. Εν προκειμένω και ο NOM και η Van Gelder ανέλαβαν τον ίδιο εμπορικό κίνδυνο με τη συμμετοχή τους στο κεφάλαιο.
Καίτοι τα επιχειρήματα αυτά έχουν κάποιο βάρος, νομίζω ότι υπήρχαν στοιχεία που επέτρεπαν στην Επιτροπή να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν επρόκειτο για επένδυση αλλά πράγματι για κρατική ενίσχυση. Καταρχάς η μελέτη που πραγματοποίησε ο NOM τον Ιούνιο του 1980, σχετικά με το κατά πόσο είναι βιώσιμη η εταιρία, δείχνει ότι τα μηχανήματα της LPF ήταν παλαιά, θα χρειαζόταν δε ποσό 25 εκατομμυρίων φιορινιών για να προσαρμοστούν στην τεχνολογική ανάπτυξη και για να πραγματοποιηθεί η επένδυση που έπρεπε να έχει γίνει νωρίτερα για τη βελτίωση των μηχανών και του εξοπλισμού. Η εταιρία είχε σημαντικά χρέη. Κατά την εν λόγω περίοδο, το προσωπικό της ήταν αναμφισβήτητα υπεραρκετό ενώ υπήρχε σοβαρή υπερδυναμικότητα στον τομέα του χαρτονιού η οποία δεν έχει ακόμη εκλείψει. Η εταιρία είχε απώλειες 400000 φιορινιών το 1978 και το 1979 κέρδος, προ της φορολογίας, 400000 φιορινιών ενώ το 1980 κέρδος 600000 φιορινιών που μειώθηκε σε 115000 φιορίνια μετά τη φορολόγηση. Δεν υπάρχει καμιά πραγματική απόδειξη ότι άλλα άτομα ήταν διατεθειμένα να επενδύσουν υπό συνήθεις εμπορικούς όρους και δεν είναι, νομίζω, πειστικό το επιχείρημα ότι η έλλειψη πρόθυμων ιδιωτών επενδυτών δεν αποτελεί ένδειξη για το βιώσιμο της εταιρίας αλλά μάλλον οφείλεται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της δομής της ολλανδικής αγοράς κεφαλαίων. Το γεγονός ότι δεν υπήρχε προθυμία για επένδυση κεφαλαίων σε περιοχές όπως η εν προκειμένω, αν βεβαίως έχει κάποια σημασία, επιρρωνύει την άποψη ότι πρόκειται μάλλον για ενίσχυση παρά για κοινή επένδυση. Εξάλλου η Επιτροπή ορθώς μπορεί να προβάλει ότι αν η κατασκευή προϊόντων υψηλής ποιότητας φαινόταν αποδοτική, και άλλοι ανταγωνιστές, θύματα της κρίσης, θα ειδικεύονταν σ' αυτό το είδος προϊόντων.
Αν ληφθούν υπόψη τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία καθώς και τα καθήκοντα που ασκεί ο NOM, η Επιτροπή, ευλόγως, κατά τη γνώμη μου, θεώρησε ότι πρόκειται για κρατικούς πόρους που καταβλήθηκαν προς ενίσχυση της εταιρίας μάλλον παρά για κοινή επένδυση. Καμιά νομική πλάνη δεν αποδεικνύεται στο χειρισμό αυτού του τμήματος της υπόθεσης.
Εξάλλου οι προσφεύγουσες δεν απέδειξαν, νομίζω, ότι συντρέχει παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης καθότι η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε το συμπέρασμα της ότι πρόκειται πράγματι για κρατική ενίσχυση.
Τα ουσιώδη στοιχεία της αιτιολογίας της Επιτροπής ως προς αυτό το σημείο εκτίθενται στο προοίμιο, καίτοι λακωνικά. Στην όγδοη αιτιολογική σκέψη αναφέρεται ότι η απαγόρευση των ενισχύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ μπορεί να εφαρμοστεί στις εισφορές σε κεφάλαιο. Η ένατη αιτιολογική σκέψη έχει ως εξής: « Η οικονομική διάρθρωση της επιχείρησης, που είχε άμεση ανάγκη να προβεί σε επενδύσεις αντικατάστασης και η υπερδυναμικότητα στον τομέα της μεταποίησης του χαρτονιού συνιστούσαν μειονέκτημα που δεν επέτρεπε να πιθανολογηθεί το γεγονός ότι η επιχείρηση μπορεί να βρει τα απαραίτητα ποσά για την επιβίωση της στις ιδιωτικές αγορές κεφαλαίων ». Τέλος η δέκατη αιτιολογική σκέψη αναφέρει ότι: « Η κατάσταση της εν λόγω αγοράς δεν επιτρέπει, λογικά, την ελπίδα ότι μια επιχείρηση που βρίσκεται στην ανάγκη να προβεί επειγόντως σε σημαντική αναδιάρθρωση θα μπορεί να επιτύχει επαρκή ροή κεφαλαίων ( cashflow ), για να χρηματοδοτήσει τις επενδύσεις αντικατάστασης που είναι απαραίτητες, ακόμη και αν της χορηγείται η προβλεπόμενη ενίσχυση ».
Τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία όσον αφορά αυτό το τμήμα της υπόθεσης αναφέρονται λοιπόν, καίτοι λακωνικά. Δεν νομίζω ότι είναι αναγκαίο να αναφέρονται λεπτομερώς στην απόφαση όλα τα στοιχεία που στηρίζουν αυτά τα συμπεράσματα εφόσον, βεβαίως, σε περίπτωση αμφισβητήσεως της αποφάσεως ενώπιον του Δικαστηρίου, τα τελευταία μπορούν να αποδειχτούν.
Ωστόσο η υπόθεση δεν τελειώνει εδώ.
Η ολλανδική κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν αιτιολογεί επαρκώς στο προοίμιο της απόφασης τη διαπίστωση της ότι η συμμετοχή στο κεφάλαιο στρεβλώνει ή απειλεί να στρεβλώσει τον ανταγωνισμό και επηρεάζει το ενδοκοινοτικό εμπόριο κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1. Η απόφαση δεν συμβιβάζεται προς το άρθρο 190 και κατά τούτο.
Σύμφωνα με την έκθεση του NOM του Ιουνίου 1980, από το 1977 μέχρι και το 1980η LPF είχε ποσοστό 11,7o/ο της αγοράς χαρτονιού στην Ολλανδία και 9,5 % της ολλανδικής αγοράς μαλακών ή χάρτινων συσκευασιών. Η ολλανδική κυβέρνηση παρατηρεί με την προσφυγή της ότι στο τέλος της δεκαετίας του 1970 εξαγόταν το 6 % της παραγωγής της εταιρίας ενώ κατά το τέλος του 1982 οι εξαγωγές είχαν μειωθεί στο 2,5 %. Οι κύριες αγορές γι' αυτές τις εξαγωγές ήταν το Βέλγιο, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και το Ηνωμένο Βασίλειο. Ωστόσο από τα αριθμητικά στοιχεία της LPF προκύπτει ότι σε καμιά περίπτωση το μερίδιο της στην αγορά σε κάποια από αυτές τις χώρες δεν υπερέβη το 0,3 % σε κάποιο από τα εν λόγω δύο είδη προϊόντων, το 1979 ή το 1980. Μάλιστα στις περισσότερες περιπτώσεις επρόκειτο για ποσοστό χαμηλότερο του 0,05 %.
Η πέμπτη και η έκτη αιτιολογική σκέψη της απόφασης απλώς αναφέρονται στους ισχυρισμούς δύο κρατών μελών και δύο εμπορικών οργανώσεων ως προς την επίπτωση επί του ανταγωνισμού της ενισχύσεως που παρέσχε ο ΝΟΜ. Στην έβδομη αιτιολογική σκέψη απλώς αναφέρεται ότι: « η ενίσχυση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, μπορεί να επηρεάσει τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών και να νοθεύσει ή να απειλήσει να νοθεύσει τον ανταγωνισμό κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ ευνοώντας την εν λόγω επιχείρηση ή την παραγωγή της ».
Έτσι η Επιτροπή περιορίστηκε στον ισχυρισμό ότι η ενίσχυση νοθεύει ή απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό εντός της Κοινότητας και δεν δίνει κανένα στοιχείο ως προς το πώς έφτασε σ' αυτό το συμπέρασμα. Ο γενικός αυτός ισχυρισμός ούτε αιτιολογείται ούτε στηρίζεται σε πραγματικά στοιχεία. Αυτό διακρίνεται σαφώς από τη διαπίστωση της Επιτροπής ως προς το αν επρόκειτο πράγματι για κρατική ενίσχυση. Δεν νομίζω ότι αρκεί να αναφέρεται απλώς η Επιτροπή σε ισχυρισμούς τρίτων χωρίς να εκθέτει τις δικές της διαπιστώσεις. Εξάλλου η διατύπωση των αντίστοιχων αιτιολογικών σκέψεων της επίδικης στην υπόθεση Intermills αποφάσεως ήταν η ίδια απ' όλες τις ουσιαστικές πλευρές, το δε Δικαστήριο έκρινε, στις σκέψεις 38 και 40 της αποφάσεως του στην υπόθεση εκείνη, ότι η απόφαση πρέπει να ακυρωθεί γι' αυτούς τους λόγους.
Οι ίδιες σκέψεις ισχύουν, νομίζω, και για το ζήτημα αν η ενίσχυση επηρέαζε το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1. Βεβαίως στη δέκατη έβδομη αιτιολογική σκέψη, αναφέρεται ότι « οι Κάτω Χώρες ανήκουν στις κεντρικές περιοχές της Κοινότητας... όπου κάθε ενίσχυση θα μπορούσε να επηρεάσει τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών ». Αυτό πάντως δεν εξηγεί επαρκώς τον κατηγορηματικό ισχυρισμό στην έβδομη αιτιολογική σκέψη, ότι δηλαδή η ενίσχυση επηρέασε το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Εξάλλου με το υπόμνημα αντικρούσεως στην υπόθεση 296/82η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, όταν μια εταιρία έχει το 10 ο/ο της οικείας εθνικής αγοράς, η ενίσχυση που έχει ως σκοπό να τη βοηθήσει να επιπλεύσει επηρεάζει αυτόματα το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Ανεξαρτήτως του αν αυτό ευσταθεί, δεν είναι τόσο αυτονόητο ώστε να μπορεί να παραλειφθεί από το προοίμιο οποιαδήποτε αιτιολόγηση της άποψης ότι η. ενίσχυση αυτού του είδους επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, όπως φαίνεται να ισχυρίζεται η Επιτροπή.
Νομίζω λοιπόν ότι η απόφαση πρέπει να ακυρωθεί λόγω παραβάσεως των διατάξεων του άρθρου 190 της Συνθήκης, δεδομένου ότι δεν αιτιολογείται το συμπέρασμα της Επιτροπής στο προοίμιο, δηλαδή
α)
ότι η ενίσχυση επηρέασε το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και
β)
ότι νόθευε ή απειλούσε να νοθεύσει τον ανταγωνισμό.
Ένα άλλο επιχείρημα των προσφευγουσών είναι ότι η Επιτροπή όφειλε, ασκώντας τη σχετική διακριτική εξουσία της, να εξαιρέσει την επίδικη ενίσχυση δυνάμει του άρθρου 92, παράγραφος 3. Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται συγκεκριμένα ότι η δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη είναι προφανώς αβάσιμη αφού αναφέρει ότι « η ολλανδική κυβέρνηση δεν μπόρεσε να δώσει και η Επιτροπή δεν μπόρεσε να βρει καμιά δικαιολογία που να επιτρέπει τον ισχυρισμό ότι η εν λόγω ενίσχυση πληροί τους όρους που απαιτούνται για την εφαρμογή των παρεκκλίσεων που προβλέπει το άρθρο 92, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ ».
Ως προς το άρθρο 92, παράγραφος 3, εδάφιο α), η δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη αναφέρει ότι η περιοχή Leeuwarder δεν είναι περιοχή « στην οποία επικρατεί ασυνήθως χαμηλό βιοτικό επίπεδο ή σοβαρή υποαπασχόληση κατά την έννοια του παραπάνω εδαφίου ». Στην ίδια αιτιολογική σκέψη αναφέρεται ότι το ποσοστό ανεργίας σ' αυτή την περιοχή αντιστοιχεί γενικά στο μέσο ποσοστό που υπάρχει στην Κοινότητα. Οι προσφεύγουσες δεν αμφισβήτησαν αυτούς τους ισχυρισμούς. Στην υπόθεση 730/79, Philip Morris κατά Επιτροπής, ECR 1980, σ. 2671, το Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή έπραξε ορθά εκτιμώντας το βιοτικό επίπεδο και το ποσοστό ανεργίας ενόψει της εφαρμογής του άρθρου 92, παράγραφος 3, α), με αναφορά στην Κοινότητα ως σύνολο και όχι αποκλειστικά στο συγκεκριμένο κράτος μέλος. Βάσει αυτής της απόφασης είναι απορριπτέο το επιχείρημα των προσφευγουσών σχετικά με το εδάφιο α).
Σύμφωνα με τη δέκατη έβδομη αιτιολογική σκέψη, το επίδικο μέτρο δεν περιέχει κανένα στοιχείο που να το χαρακτηρίζει « σχέδιο κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος » κατά την έννοια του εδαφίου β). Αυτό δεν αμφισβητήθηκε σοβαρά από τις προσφεύγουσες και δεν θα μπορούσε άλλωστε κατά τη γνώμη μου. Στην ίδια αιτιολογική σκέψη αναφέρεται ότι το επίδικο μέτρο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ικανό « να επανορθώσει μια σοβαρή διατάραξη της οικονομίας ενός κράτους μέλους », εν μέρει διότι τα διαθέσιμα κοινωνικοοικονομικά στοιχεία για τις Κάτω Χώρες δεν δείχνουν ότι υπάρχει τέτοια διατάραξη σ' αυτή τη χώρα. Ούτε και αυτός ο ισχυρισμός αμφισβητείται σοβαρά από τις προσφεύγουσες. Μάλιστα στην υπόθεση Philip Morris το Δικαστήριο έκρινε ότι για την εφαρμογή αυτής της περιόδου του εδαφίου β) πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η σοβαρότητα της κρίσης σε ολόκληρη την Κοινότητα.
Σχετικά με το άρθρο 92, παράγραφος 3, γ), νομίζω, όπως ανέφερα και στις προτάσεις μου στην υπόθεση 84/82, Ομοσπονόιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά Επιτροπής, ότι η διατήρηση στη ζωή μιας προβληματικής εταιρίας σε περίοδο κρίσεως δεν αποτελεί « προώθηση της αναπτύξεως ». Αυτό ακριβώς νομίζω ότι συνέβη εν προκειμένω.
Επιπλέον, οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι η απόφαση πρέπει να ακυρωθεί λόγω του ότι είναι ασαφής η υποχρέωση που επιβάλλει το άρθρο 2. Η εν λόγω διάταξη έχει ως εξής: « το Βασίλειο των Κάτω Χωρών ενημερώνει την Επιτροπή εντός προθεσμίας τριών μηνών από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης σχετικά με τα μέτρα που έχει λάβει για να αποφύγει ώστε η χορηγούμενη ενίσχυση να συνεχίσει να έχει συνέπειες που οδηγούν σε στρέβλωση του ανταγωνισμού στο μέλλον, ιδίως απέναντι στις επιχειρήσεις των άλλων κρατών μελών ». Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η έννοια του άρθρου 2 είναι σαφής. Το άρθρο αυτό ορίζει ότι η παρεχόμενη από το νόμο ενίσχυση πρέπει να τερματιστεί. Οι ολλανδικές αρχές μπορούσαν να συμμορφωθούν μ' αυτή την υποχρέωση είτε αποσυρόμενες τελείως από την LPF είτε πωλώντας τα μερίδια και χορηγώντας στην LPF δάνειο προς το σύνηθες εμπορικό επιτόκιο ή κατ' άλλον τρόπο. Η διατύπωση του άρθρου 2 επιλέχτηκε με την προοπτική να δοθεί στην ολλανδική κυβέρνηση η μεγαλύτερη δυνατή ευχέρεια προκειμένου να αποφασίσει με ποιον τρόπο θα τερματιστεί η ενίσχυση.
Νομίζω ότι, όταν η Επιτροπή απευθύνει εντολή σε κάποιο πρόσωπο, πρέπει να είναι σε λογικό βαθμό σαφές το τι απαιτείται να πράξει το πρόσωπο αυτό. Αυτό πρέπει να προκύπτει από την ίδια την εντολή καίτοι είναι δυνατόν να παρέχεται κάποιο περιθώριο στο συγκεκριμένο κράτος μέλος ως προς τον τρόπο εκτελέσεως της εντολής και μάλιστα σε τομέα όπως ο εν προκειμένω. Η απάντηση της Επιτροπής δεν ευσταθεί εν προκειμένω, ότι δηλαδή διευκρίνισε εκ των υστέρων στην ολλανδική κυβέρνηση την έννοια του άρθρου 2 ( βλ. απόφαση στην υπόθεση 70/72, Επιτροπή κατά Ομοοπονοιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, ECR 1973, σ. 813, ιδίως σκέψεις 22 και 23 ).
Για να κριθεί αν η απόφαση είναι αρκούντως σαφής πρέπει να ληφθεί υπόψη όχι μόνο το διατακτικό αλλά και το προοίμιο της (υπόθεση 70/72, Επιτροπή κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, σκέψη 21 ). Εν προκειμένω η έννοια της υποχρέωσης που επιβάλλει το άρθρο 2 δεν προκύπτει με επαρκή σαφήνεια από το ίδιο το άρθρο 2. Ούτε άλλωστε από το προοίμιο. Αυτό συμβαίνει ακριβώς επειδή η Επιτροπή παρέλειψε να προσδιορίσει στο προοίμιο τους λόγους που στηρίζουν τη διαπίστωση της ότι η χορηγούμενη από το NOM ενίσχυση νοθεύει ή απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1. Μάλιστα, οι τελευταίες λέξεις του άρθρου 2 [ « ιδίως ( του ανταγωνισμού) απέναντι στις επιχειρήσεις των άλλων κρατών μελών » ] είναι ιδιαίτερα ασαφής διότι η Επιτροπή δεν απέδειξε στο προοίμιο ότι η ενίσχυση επηρέασε το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Κατά τη γνώμη μου, οι προσφεύγουσες βασίμως υποστηρίζουν ότι η απόφαση πρέπει να ακυρωθεί και γι' αυτό το λόγο.
Τέλος, με το απαντητικό υπόμνημα η ολλανδική κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή όφειλε να λάβει θέση σχετικά με τις ενισχύσεις εντός δύο μηνών. Η ολλανδική κυβέρνηση επικαλείται την απόφαση στην υπόθεση 120/73, Lorenz κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, ECR 1973, σ. 1471. Στο δικόγραφο της προσφυγής όπου η ολλανδική κυβέρνηση απλώς επικρίνει σε γενικές γραμμές την εν προκειμένω καθυστέρηση της Επιτροπής, δεν υπάρχει τέτοιο επιχείρημα. Είναι επομένως απαράδεκτο. Εν πάση περιπτώσει δεν λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι η υπόθεση Lorenz αφορούσε ενισχύσεις που είχαν κοινοποιηθεί, η δε σχετική απόφαση δεν εφαρμόζεται σε υποθέσεις όπως η υπό κρίση όπου η ενίσχυση δεν κοινοποιήθηκε.
Καταλήγοντας προτείνω να ακυρωθεί η απόφαση λόγω παραβάσεως του άρθρου 190 δεδομένου ότι στο προοίμιο δεν αιτιολογείται o ισχυρισμός της Επιτροπής ότι η ενίσχυση που παρέσχε ο NOM επηρέασε το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και νόθευσε ή απείλησε να νοθεύσει τον ανταγωνισμό· και λόγω του ότι το άρθρο 2 της αποφάσεως δεν είναι αρκούντως σαφές και ορισμένο.
Η γνώμη μου είναι ότι η Επιτροπή πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των προσφευγουσών, οι δε παρεμβαίνουσες πρέπει να φέρουν τα δικά τους δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy