ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ G. FEDERICO MANCINI ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ6 ΟΚΤΩΒΡΊΟΥ 1983 ( 1 )
Κνριε πρόεορε,
Κύριοι οικαονές,
1.
Η προσφυγή της 1ης Δεκεμβρίου 1982 στην παρούσα υπόθεση έχει ως αντικείμενο την αίτηση του Horst W. Steinfort, υπαλλήλου της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, προς το όργανο αυτό για προαγωγή του στο βαθμό Α 2.
Συνοψίζω τα πραγματικά περιστατικά. Η Επιτροπή προσέλαβε τον προσφεύγοντα στις 27 Μαρτίου 1961 ως κύριο υπάλληλο διοίκησης με βαθμό Α 4. Από τις 9 Σεπτεμβρίου 1964 έως τις 5 Ιουλίου 1967 αποσπάστηκε ως προϊστάμενος στο ιδιαίτερο γραφείο του Margulies, μέλους της Επιτροπής Ευρατόμ κατέχοντας θέση βαθμού Α 2. Μετά τη λήξη της απόσπασης εργάστηκε στη γενική διεύθυνση ερευνών Ευρατόμ και από το 1968, αφού προάχθηκε στο βαθμό A3, ασκεί τα καθήκοντα του στη γενική διεύθυνση XIII «Αγορά πληροφοριών και καινοτομία».
Με έγγραφο της 18ης Φεβρουαρίου 1982 ο προσφεύγων υπέβαλε στον πρόεδρο της Επιτροπής αίτηση για προαγωγή στο βαθμό Α 2. Έρεισμα για την αίτηση του αποτέλεσε η απόφαση της Επιτροπής περί «επανένταξης των αποσπασμένων σε ιδιαίτερα γραφεία υπαλλήλων συνεπεία προαγωγής που ελήφθη στις 28 Ιουλίου 1981 (έγγραφο COM(81)'PV 615)». Ο προσφεύγων αναφέρθηκε στην παράγραφο 1 που ορίζει: «οι μόνιμοι υπάλληλοι της κατηγορίας Α που προάγονται σε θέση διαφορετικής σταδιοδρομίας κατά τη διάρκεια του χρόνου απόσπασης σε ιδιαίτερο γραφείο 9α επανεντάσσονται στην υπηρεσία τους όπου τους έχει εξασφαλιστεί η προαγωγή εντός ορισμένης προθεσμίας: προαγωγή στο βαθμό ΑΙ, Α2 ή A3: 3 μήνες· προαγωγή στο βαθμό Α 5: κατά τη λήξη της παρούσας θητείας της Επιτροπής».
Κατά τον προσφεύγοντα, η παράγραφος αυτή κωδικοποίησε την πρακτική, βάσει της οποίας οι πρώην προϊστάμενοι των ιδιαίτερων γραφείων, μετά τη λήξη της απόσπασης τους, προάγονταν σε βαθμό τουλάχιστον αντίστοιχο με το βαθμό που προβλέπεται για την εκτέλεση υπηρεσίας σε γραφείο μέλους της Επιτροπής.
Ο προσφεύγων δεν έλαβε απάντηση στην αίτηση του και υπέβαλε ένσταση κατά της σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως (24 Ιουνίου 1982). Η αρμόδια, όμως, για τους διορισμούς αρχή την απέρριψε με πράξη της 9ης Νοεμβρίου 1982. Η πράξη που επικαλείται ο προσφεύγων — τόνισε — έχει στόχο διαφορετικό από αυτόν που της αποδίδει. Στην πραγματικότητα αποβλέπει να ρυθμίσει τις προθεσμίες, εντός των οποίων οι μόνιμοι υπάλληλοι που προάγονται κατά τη διάρκεια της απόσπασης τους στο ιδιαίτερο γραφείο μέλους της Επιτροπής επιστρέφουν στις αντίστοιχες υπηρεσίες τους.
2.
Εξετάζω την άποψη του προσφεύγοντος. Όπως είπα, θεωρεί ότι η εν λόγω απόφαση παρέχει στους πρώην προϊσταμένους ιδιαίτερων γραφείων δικαίωμα προαγωγής μετά τη λήξη της περιόδου απόσπασης ορίζοντας επίσης τις περιόδους, εντός των οποίων το κοινοτικό όργανο οφείλει να τους προαγάγει. Η άποψη αυτή ενισχύεται από τη διατύπωση της απόφασης και προπάντων από την παρενθετική φράση «où la promotion leur est assurée» («όπου τους έχει εξασφαλιστεί η προαγωγή»). Είναι επομένως παράνομη η άρνηση προαγωγής διότι: α) παραβιάζει την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης 6) συνιστά άνιση μεταχείριση σε σχέση με άλλους μόνιμους υπαλλήλους που έχουν αποσπαστεί στα ιδιαίτερα γραφεία· γ) συγκεντρώνει στοιχεία που συνιστούν κατάχρηση εξουσίας.
Η ερμηνεία αυτή όμως είναι εντελώς αβάσιμη. Όπως παρατηρεί η υπεράσπιση του καθού κοινοτικού οργάνου, η απόφαση της 28ης Ιουλίου 1981 έχει σκοπό να τροποποιήσει προηγούμενη απόφαση, που είχε εκδώσει η Επιτροπή στις 20 Ιουνίου 1979, σχετική επίσης με την επανένταξη κατόπιν προαγωγής των μονίμων υπαλλήλων που έχουν αποσπασθεί σε ιδιαίτερο γραφείο. Το νέο μέτρο αποβλέπει κυρίως να συντμήσει τις προθεσμίες που προέβλεπε η παλιά απόφαση για την τοποθέτηση στη νέα υπηρεσία. Η μέγιστη προθεσμία των τριών μηνών που ορίζει η απόφαση για την προαγωγή σε Α 1, Α2 και A3 αποσκοπεί στην ικανοποίηση δύο σημαντικών αναγκών: ταχεία πλήρωση των διευθυντικών θέσεων με ευρείες αρμοδιότητες και δυνατότητα των ιδιαίτερων γραφείων να αναδιοργανωθούν και να επιλέξουν το νέο προσωπικό.
Από τις προπαρασκευαστικές εργασίες της απόφασης (έγγραφο PERS (81) 171) και, εξετάζοντας το προσεκτικά, από το ίδιο το κείμενο της απόφασης επιβεβαιώνεται η άποψη της Επιτροπής. Είναι προφανές ότι είναι κακώς διατυπωμένη (και η παρενθετική φράση που επικαλείται ο προσφεύγων, ακατανόητη μέχρι του σημείου να οδηγεί στη σκέψη μήπως πρόκειται για τυπογραφικό λάθος, το αποδεικνύει per tabulas). Η έννοια όμως που δίνει στην απόφαση ο Steinfort — σύμφωνα με την οποία ο μόνιμος υπάλληλος που προάγεται, ενώ είναι αποσπασμένος, πρέπει, μόλις επανενταχτεί στην υπηρεσία του, να τύχει μιας «δεύτερης» προαγωγής που «του εξασφαλίζει» το κοινοτικό όργανο — είναι παράλογη και σε προφανή αντίθεση προς τον κανονισμό. Με προσεκτικότερη ανάγνωση του κειμένου γίνεται αντιληπτό ότι υπάρχει σαφής συνάρτηση μεταξύ των όρων «dans un certain délai» («εντός ορισμένης προθεσμίας») και «réintégreront leur service» («επανεντάσσονται στην υπηρεσία τους») από αυτό έπεται ότι η προθεσμία των τριών μηνών δεν μπορεί να σημαίνει παρά την περίοδο, εντός της οποίας ο μόνιμος υπάλληλος οφείλει να καταλάβει τη νέα του θέση. Εν πάση περιπτώσει, είναι βέβαιο ότι το εν λόγω κείμενο αφορά ρητά την περίπτωση υπαλλήλου κατηγορίας Α που προάγεται κατά τη διάρκεια της απόσπασης του σε ιδιαίτερο γραφείο. Ως γνωστό όμως, ο Steinfort προάχθηκε αργότερα: Επομένως, και αν ακόμα είναι ορθή η ερμηνεία του, από την απόφαση δεν μπορεί να αποκομίσει κανένα όφελος.
3.
Επομένως, η απόφαση της 28ης Ιουλίου 1981 δεν παρέχει ούτε προσδοκία ούτε, κατά μείζονα λόγο, δικαίωμα για προαγωγή στον υπάλληλο που έχει αποσπαστεί σε ιδιαίτερο γραφείο μέλους της Επιτροπής. Κατά τα λοιπά, όπως έχει τονίσει το Δικαστήριο κατ' επανάληψη, το κοινοτικό υπαλληλικό δίκαιο αγνοεί το δικαίωμα αυτό διότι η προαγωγή εξαρτάται από τη διακριτική ευχέρεια της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής.
Από τα παραπάνω έπεται ότι όλες οι αιτιάσεις του προσφεύγοντος είναι αλυσιτελείς. Εφόσον στην απόφαση δεν περιέχεται υπόσχεση για προαγωγή, δεν είναι δυνατό να γίνεται λόγος ότι παραβιάζεται η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Περαιτέρω είναι αβάσιμη η αιτίαση περί άνισης μεταχείρισης σε σχέση με τους υπαλλήλους που έχουν αποσπαστεί στα ιδιαίτερα γραφεία: οι ενδεχόμενες προαγωγές τους, πράγματι, δεν έρχονται σε αντίθεση με την αρχή της ισότητας κατά την εξέλιξη της σταδιοδρομίας (άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων), στο μέτρο τουλάχιστον που η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή τήρησε τις διατάξεις του κανονισμού αυτού. Αβάσιμη είναι, τέλος, η μομφή για κατάχρηση εξουσίας. Ούτε από τη δικογραφία ούτε από την προφορική διαδικασία έχουν προκύψει στοιχεία, από τα οποία η άρνηση προαγωγής να μπορεί να θεωρηθεί έναντι του Steinfort ως συγκεκαλυμμένη κύρωση ή ως αποτέλεσμα κακοβουλίας.
4.
Κατόπιν όλων των παραπάνω σκέψεων που ανέπτυξα, συμπεραίνω ότι πρέπει να απορριφθεί η προσφυγή που άσκησε την 1η Δεκεμβρίου 1982 ο Horst W. Steinfort κατά της Επιτροπής. Όσον αφορά τα δικαστικά έξοδα, θεωρώ ότι, σύμφωνα με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας, κάθε διάδικος πρέπει να φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση από τα ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy