ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 22 ΣΕΠΤΕΜΒΡΊΟΥ 1983 ( 1 )
Κύριε πρόεορε,
Κύριοι δικαστές,
1. Εισαγωγή
Σας υποβλήθηκε και πάλι προδικαστικό ερώτημα σχετικά με την ατελή ως προς τους δασμούς του κοινού δασμολογίου εισαγωγή αντικειμένων επιστημονικού χαρακτήρα, εισαγωγή που ρυθμίζει ο κανονισμός 1798/75 του Συμβουλίου «περί της ατελούς ως προς τους δασμούς του κοινού δασμολογίου εισαγωγής αντικειμένων εκπαιδευτικού, επιστημονικού ή μορφωτικού χαρακτήρα» (EE ειδ. έκδ. 02/002, σ. 87). Όπως προκύπτει από την αναφερόμενη στη διάταξη περί παραπομπής ημερομηνία εισαγωγής Kat σε αντίθεση με την απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Μαρτίου 1983 στην υπόθεση 294/81, ο τροποποιητικός κανονισμός 1027/79 του Συμβουλίου, της 8ης Μαίου 1979 (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 223), δεν ίσχυε ακόμα ως προς την προκειμένη υπόθεση. Φρονώ, πάντως, ότι το γεγονός αυτό δεν πρέπει να σας εμποδίσει να λάβετε υπόψη την αυθεντική ερμηνεία που συνάγεται από τον τροποποιητικό κανονισμό του 1979, καθώς και από το νέο κανονισμό του 1983, στον οποίο προτίθεμαι να αναφερθώ στη συνέχεια. Μόνο οι ουσιώδεις τροποποιήσεις του συστήματος ατελούς εισαγωγής του 1975 δεν μπορούν φυσικά να ληφθούν υπόψη.
Η διαφορά έχει ως αντικείμενο τη φορά αυτή την εισαγωγή πλαστικών ράβδων από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας, προέκυψε ότι οι ράβδοι που παραγγέλθηκαν και παραδόθηκαν, έχουν διαστάσεις κατάλληλες για τους σκοπούς της έρευνας. Το υλικό αυτό χρησιμοποιείται στη βιολογία και στην ιατρική για τη δοσιμετρία των νετρονίων. Λόγοι ηθικής και δικαίου δεν επιτρέπουν οι επιπτώσεις και η δόση των ακτινοβολιών του νετρονίου να μελετώνται με πειράματα πάνω σε ανθρώπους. Το υλικό παρουσιάζει προφανώς τα βασικά χαρακτηριστικά του ανθρώπινου μυϊκού ιστού και για το λόγο αυτό είναι ιδιαίτερα κατάλληλο για πειράματα με ακτινοβολίες νετρονίου. Επιπλέον, χρησιμοποιείται σε όλο τον κόσμο ως ουσία αναφοράς για τη μέτρηση των εν λόγω ακτινοβολιών. Δεν προορίζεται για κανένα άλλο σκοπό. Είναι γνωστό με το όνομα «υλικό εξομοιώσεως Α-150». Το κατασκευάζει μία μόνο επιχείρηση που βρίσκεται εκτός της Κοινότητας και συγκεκριμένα στις Ηνωμένες Πολιτείες πρόκειται για την «Physical Sciences Laboratory, Illinois, Benedictine Colege, Lisle».
To εμπόρευμα εισήχθη για λογαριασμό του τμήματος «πυρηνική ιατρική» της πανεπιστημιακής κλινικής της Έσσης στο πλαίσιο προγράμματος ερευνών για τη «θεραπεία των όγκων με ταχέα νετρόνια», προγράμματος που καταρτίστηκε ύστερα από εντολή του ομοσπονδιακού υπουργείου επιστημονικής έρευνας και τεχνολογίας.
2. Τα επιχειρήματα των διαδίκων
Στη σχετική αίτηση εισαγωγής, η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε ότι το εμπόρευμα έπρεπε να εισαχθεί ατελώς, κυρίως λόγω του επιστημονικού χαρακτήρα του. Το τελωνείο είχε αμφιβολίες κατά πόσο το υλικό μπορούσε να θεωρηθεί ως «όργανο ή συσκευή», κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1798/75, δεδομένου ότι συνιστούσε όχι το υποκείμενο αλλά το αντικείμενο των μετρήσεων. Η έρευνα δεν πραγματοποιείται με το υλικό, αλλά επί του υλικού και για το λόγο αυτό, κατά το Hauptzollamt, δεν μπορεί να χορηγηθεί ατέλεια.
Το Finanzgericht, ενώπιον του οποίου ήχθη η υπόθεση, κλίνει υπέρ της ευρείας ερμηνείας της έννοιας «όργανο», την οποία άλλωστε δεν καθορίζει το άρθρο 3 του κανονισμού 1798/75. Το εν λόγω δικαστήριο στηρίζεται στην ετυμολογική σημασία της λέξης στα γερμανικά, που σημαίνει «μέσο» προς επίτευξη συγκεκριμένου σκοπού, στη συγκεκριμένη δε περίπτωση επιστημονικού σκοπού. Αναφέρεται, εξάλλου, και στην πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού, όπου αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι «... για να διευκολυνθεί ... η επιστημονική έρευνα εντός της Κοινότητος, πρέπει, κατά το δυνατόν, να εισάγονται ατελώς, ως προς τους δασμούς του κοινού δασμολογίου, τα αντικείμενα ... επιστημονικού χαρακτήρα ...».
Εκτιμώντας ορθά ότι εναπόκειται στο Δικαστήριο να ερμηνεύσει τον όρο «όργανο» του προαναφερθέντος κανονισμού και ότι δεν πρέπει το ίδιο να τον ερμηνεύσει, το Finanzgericht υπέβαλε το ακόλουθο ερώτημα:
«Πρέπει ο όρος επιστημονικό όργανο, που αναφέρεται στον κανονισμό ΕΟΚ 1798/75 του Συμβουλίου, της 10ης Ιουλίου 1975, να ερμηνευτεί υπό ευρύτερη έννοια, ώστε να καλύπτει και τα βοηθητικά επιστημονικά μέσα, καθώς και τα μέσα για την εκτέλεση επιστημονικών εργασιών, όπως πχ. το υλικό εξομοιώσεως Α-150, το οποίο αποτελείται από πλαστικές ράβδους και προορίζεται για την έρευνα στον τομέα τών ακτινοβολιών;»
Ως προς τις παρατηρήσεις της Επιτροπής και του Gesamthochschule παραπέμπω στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
Συνοψίζοντας, το Gesamthochschule υπογραμμίζει με τις παρατηρήσεις του την ουσιώδη επιστημονική λειτουργία του υλικού. Κατά τη συνεδρίαση, ο εμπειρογνώμονας του προσέθεσε ότι το υλικό, το οποίο παραγγέλθηκε και παραδόθηκε με συγκεκριμένες διαστάσεις, προορίζεται για την ίδια ακριβώς επιστημονική χρήση όπως ένα οπτικό πρίσμα και αποτελεί μέσο απαραίτητο για τη μέτρηση των επιπτώσεων ορισμένων ακτινοβολιών. Σημειώνω ότι η Επιτροπή δεν απέκρουσε με τρόπο πειστικό την ορθότητα της παραπάνω σύγκρισης. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το υλικό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως όργανο, δεδομένου ότι αποτελείται αποκλειστικά από χημικά στοιχεία ή χημικά συστατικά. Παραδέχεται, όμως, ότι το υλικό έχει μεγάλη σημασία για την επιστημονική έρευνα. Νομίζω ότι ο βασικός ορισμός των εννοιών «επιστημονικό όργανο και συσκευή», όπως παρατίθεται στο υπόμνημα αντίκρουσης της, σελίδα 5, παράγραφος 2, έχει σημασία για την άποψη της Επιτροπής. Οι έννοιες αυτές αναφέρονται κατ' ουσία σε τεχνικές κατασκευές που προορίζονται λόγω της δομής και της λειτουργίας τους για να χρησιμοποιηθούν στο πεδίο της επιστημονικής έρευνας, αντικείμενα δηλαδή, τα οποία κατασκευάζονται με συγκεκριμένα υλικά μέσω μιας τεχνικής διαδικασίας και τα οποία λόγω της λειτουργίας τους αποτελούν κατά κάποιο τρόπο «όργανα» έρευνας. Όπως θα φανεί στη συνέχεια, νομίζω ότι μπορεί να γίνει χρήση κατ' ουσία του βασικού αυτού ορισμού της Επιτροπής. Πάντως, με βάση έναν ανάλογο ορισμό, καταλήγω σε διαφορετικό αποτέλεσμα για το εν λόγω προϊόν. Για να στηρίζει το βασικό αυτό ορισμό, η Επιτροπή επικαλείται Kat το άρθρο 3, παράγραφος 3, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1027/79, ο οποίος στην πραγματικότητα επαναλαμβάνει τα ίδια στοιχεία.
3. Εκτίμηση του ερωτήματος
Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα που υποβλήθηκε παρατηρώ καταρχάς ότι ανεξάρτητα από το αν είναι δυνατό το εν λόγω προϊόν να θεωρηθεί ως «όργανο», είναι γεγονός ότι συγκεντρώνονται οι λοιπές προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 3 σχετικά με την ατέλεια δασμών εισαγωγής. Είναι προφανές ότι το προϊόν προορίζεται για την καθαρή επιστημονική έρευνα σε ένα ίδρυμα, το οποίο αναφέρεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο α, και ότι κανένα υλικό ισοδύναμης επιστημονικής αξίας δεν κατασκευάζεται στην Κοινότητα, όπως απαιτείται από το άρθρο 3, παράγραφος 1, περίπτωση 6.
Εφιστώ περαιτέρω την προσοχή σας στο γεγονός ότι το παραπέμπον δικαστήριο ερωτά μόνο ως προς την ερμηνεία του όρου «όργανο» Kat όχι επίσης ως προς την ερμηνεία του όρου «συσκευή». Κατά τα λοιπά, μόνο στο γερμανικό κείμενο του κανονισμού γίνεται τριπλή διάκριση μεταξύ «Instrumente, Apparate und Geräte». Στις άλλες γλώσσες γίνεται λόγος μόνο για «όργανα και συσκευές». Κατ' εμέ, δεν πρέπει να αποδοθεί σημασία στη διαφορά αυτή, τουλάχιστον στην παρούσα υπόθεση, δεδομένου ότι αφορά κυρίως την έννοια του «οργάνου». Στις παρατηρήσεις της, στο πλαίσιο της υπόθεσης 45/83, Ludwig-Maximilian-Universität München, η Επιτροπή διατυπώνει εξάλλου την άποψη ότι η έννοια «Geräte» απαλείφτηκε στο μεταξύ από τον κανονισμό 918/83 του Συμβουλίου, «για τη θέσπιση του κοινοτικού καθεστώτος τελωνειακών ατελειών» (ΕΕ L 105, 1983, σ. 1).
Πέραν αυτών, σημειώνεται ότι η διπλή έννοια του «οργάνου και συσκευής» δεν ορίζεται αυτή καθεαυτή ούτε στον κανονισμό 1798/75 ούτε στη Συμφωνία της Φλωρεντίας, η οποία συνιστά, όπως προκύπτει από την πρώτη αιτιολογική σκέψη του οικείου κανονισμού, κατ' ουσία τη βάση του. Αλλ' ούτε το άρθρο 3 του κανονισμού 1027/79 (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 223) ο οποίος τροποποίησε τον κανονισμό 1798/75 και άρχισε να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 1980 περιλαμβάνει οιοδήποτε ορισμό, δεδομένου ότι ορίζει τα ακόλουθα :
«για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου:
—
ως “όργανο ή επιστημονική συσκευή”, νοείται όργανο ή συσκευή, το οποίο κατά τα αντικειμενικά του τεχνικά χαρακτηριστικά και τα αποτελέσματα που αυτό επιτρέπει να επιτευχθούν, είναι κατάλληλο αποκλειστικώς ή κυρίως για την πραγματοποίηση επιστημονικών δραστηριοτήτων.»
Μετά από τις παρατηρήσεις αυτές, παραπέμπω καταρχάς στο στόχο της Συμφωνίας της Φλωρεντίας και, συνεπώς, του κανονισμού 1798/75.
Κατά τη Συμφωνία, οι διάφορες μορφές διάδοσης των γνώσεων και της επιστήμης έχουν εξαιρετικά μεγάλη σημασία για την πνευματική πρόοδο και τη διεθνή κατανόηση και, επομένως, για τη διατήρηση της παγκόσμιας ειρήνης. Η διάδοση αυτή επιτυγχάνεται κυρίως με βιβλία, δημοσιεύματα και αντικείμενα εκπαιδευτικού, επιστημονικού ή μορφωτικού χαρακτήρα. Σύμφωνα με το άρθρο 1, τα συμβαλλόμενα κράτη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να μην επιβάλλουν δασμούς, ούτε άλλες επιβαρύνσεις κατά την εισαγωγή ή επ' ευκαιρία αυτής, μεταξύ άλλων, στα αντικείμενα επιστημονικού χαρακτήρα που διαλαμβάνονται στο παράρτημα Δ. Στο παράρτημα αυτό, που τιτλοφορείται «επιστημονικά όργανα και συσκευές» απαριθμούνται στη συνέχεια οι προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η ατελής εισαγωγή. Με την πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1798/75 καθορίζεται ο σκοπός του κανονισμού αυτού ως εξής: «για να διευκολυνθεί η ελεύθερη ανταλλαγή των ιδεών, καθώς και η άσκηση μορφωτικών δραστηριοτήτων και η επιστημονική έρευνα εντός της Κοινότητος, πρέπει, κατά το δυνατόν να εισάγονται ατελώς, ως προς τους δασμούς του κοινού δασμολογίου, τα αντικείμενα εκπαιδευτικού, επιστημονικού ή μορφωτικού χαρακτήρα».
Τα άρθρα 1 και 2 ορίζουν ότι «τα αντικείμενα εκπαιδευτικού, επιστημονικού ή μορφωτικού χαρακτήρα», που διαλαμβάνονται αντιστοίχως στο παράρτημα 1 και 2, εισάγονται ατελώς, ως προς τους δασμούς του κοινού δασμολογίου, υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Το δε άρθρο 3, για το οποίο πρόκειται, ορίζει επιπλέον, καθόσον ενδιαφέρει εδώ, ότι
«Για τα επιστημονικά όργανα και συσκευές που δεν αναφέρονται στο άρθρο 2 και που εισάγονται αποκλειστικά για σκοπούς εκπαιδευτικούς ή καθαρής επιστημονικής έρευνας, χορηγείται ατέλεια ως προς τους δασμούς του κοινού δασμολογίου ...» (ακολουθεί η απαρίθμηση των προϋποθέσεων που εν προκειμένω, όπως έχει ήδη λεχθεί, συγκεντρώνονται εν πάση περιπτώσει).
Η διαφορά μεταξύ των συστημάτων που θεσπίζουν αφενός μεν τα άρθρα 1 και 2, αφετέρου δε το άρθρο 3 δεν έχει, κατ' εμέ, καμιά σημασία για το υπό κρίση ερώτημα. Μπορεί να συναχθεί με βεβαιότητα το συμπέρασμα ότι το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3 είναι ευρύ, δεδομένου ότι το άρθρο αυτό αφορά τη ρύθμιση της ατέλειας για όργανα και συσκευές που δεν αναφέρονται στο άρθρο 2.
Δεν μπορώ να συμμεριστώ τη συσταλτική ερμηνεία της έννοιας «όργανο» που υποστηρίζει το Hauptzollamt και η Επιτροπή. Κατ' εμέ, η ερμηνεία αυτή δεν συνάγεται κατ' ανάγκη ούτε από το βασικό ορισμό της Επιτροπής που ανέφερα. Εντούτοις, συμφωνώ με την Επιτροπή ότι δεν προσφέρεται το κριτήριο, στο οποίο παραπέμπει το Zollamt (κατ' εμέ και για λόγους επιστημονικούς), σύμφωνα με το οποίο πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ του υλικού με το οποίο και του υλικού επί του οποίον πραγματοποιείται η έρευνα.
Όπως προαναφέρα, η έννοια «όργανο» δεν καθορίζεται αυτή καθεαυτή ούτε στον εν λόγω κανονισμό ούτε στη Συμφωνία της Φλωρεντίας.
Η έρευνα διαφόρων λεξικών επιβεβαιώνει την έννοια του «οργάνου» ως «μέσου» για την επίτευξη συγκεκριμένου σκοπού, όπως τόνισε και το Finanzgericht.
Ως προς τη γαλλική γλώσσα, το λεξικό «Petit Roben» ορίζει το «instrument» ως εξής: «objet fabriqué servant a exécuter quelque chose» το «Shorter Oxfort English Dictionary» περιέχει ακόμη ευρύτερο ορισμό: «instrument — a thing with or through which something is done or effected».
Ο ορισμός της εννοίας στις δύο αυτές γλώσσες έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή πρόκειται για τις γλώσσες, στις οποίες το κείμενο της Συμφωνίας της Φλωρεντίας είναι αυθεντικό. Πάντως, συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής ότι το ερμηνευτικό πρόβλημα που σας υποβλήθηκε δεν μπορεί να επιλυθεί αποκλειστικά μέσω κριτηρίων που στηρίζονται στα λεξικά. Πρέπει να ληφθεί υπόψη το συγκεκριμένο πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται οι έννοιες.
Ενόψει αυτού, θεωρώ ότι έχει κυρίως σημασία το γεγονός ότι σύμφωνα με το προοίμιο της Συμφωνίας, καθώς και με τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού, οι προϋποθέσεις για την ατελή εισαγωγή δεν πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικά. Ακόμη και η νομολογία του Δικαστηρίου υπέρ της ευρείας ερμηνείας. Συγκεκριμένα, παραπέμπω στις αποφάσεις 72/77, Universiteitskliniek Utrecht, Jurispr. 1978, σ. 196, και 294/81, Control Data, της 17ης Μαρτίου 1983, σκέψη 23, παρόλο που οι υποθέσεις αυτές δεν αφορούσαν τόσο τη φύση του οργάνου, αλλά το αν τα όργανα και οι συσκευές προορίζονταν για την επιστημονική έρευνα. Κατ' εμέ, πάντως, είναι δυνατό να συναχθεί από την πρώτη αιτιολογική σκέψη και από το γενικό πνεύμα του κανονισμού ότι και η έννοια του «οργάνου» πρέπει να ερμηνευτεί ευρέως. Πράγματι, όχι μόνο η αιτιολογική σκέψη αναφέρει ότι πρέπει, κατά το δυνατό, να εισάγονται ατελώς τα «αντικείμενα επιστημονικού χαρακτήρα», σχετικά με τα οποία υπογραμμίζεται όχι η ιδιαίτερη φύση τους, αλλά ο επιστημονικός χαρακτήρας τους (στην προκειμένη περίπτωση ο προορισμός), αλλά από την τρίτη αιτιολογική σκέψη καθώς και από το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο 6, μπορεί να συναχθεί ότι, εκτός από τη θετική αυτή προϋπόθεση του επιστημονικού χαρακτήρα ή προορισμού, έχει σημασία για τον περιορισμό της επιτρεπόμενης ατελούς εισαγωγής και η προϋπόθεση ότι δεν κατασκευάζονται στην Κοινότητα αντικείμενα ισοδύναμης επιστημονικής αξίας.
Στη συνέχεια επιθυμώ να τονίσω ότι το υλικό εξομοιώσεως δεν είναι δυνατό να υποκατασταθεί αναφορικά με τη μέτρηση των επιπτώσεων των ακτινοβολιών νετρονίου. Δέχομαι την άποψη της Επιτροπής ότι η σημαντική επιστημονική αξία του υλικού απορρέει από τη σύνθεση του. Πάντως, δεν αντιλαμβάνομαι πώς είναι δυνατό να μην μπορεί να θεωρηθεί το προϊόν ως όργανο έρευνας στον τομέα των νετρονίων. Προφανώς, μόνο με τη χρησιμοποίηση του καθίσταται δυνατή η επιτυχία των ερευνών.
Θεωρώ ότι είναι χρήσιμο να κάνω μερικές πιο συγκεκριμένες παρατηρήσεις, όσον αφορά τη διάκριση μεταξύ οργάνου (ή συσκευής) υπό ευρεία έννοια και των «βιολογικών ή χημικών ουσιών». Πράγματι, κατά την προφορική διαδικασία, η Επιτροπή υποστήριξε ορθώς ότι το άρθρο 60 του κανονισμού 918/83 του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983 (ΕΕ L 105, 1983), προβλέπει ειδική τελωνειακή ατέλεια για τις βιολογικές ή χημικές ουσίες που εισάγονται για μη εμπορικούς σκοπούς, όπως είναι, μεταξύ άλλων, η επιστημονική έρευνα. Το εν λόγω άρθρο εκκινεί προφανώς από την αρχή ότι οι σχετικές βιολογικές ή χημικές ουσίες δεν εμπίπτουν στην έννοια των «επιστημονικών οργάνων ή συσκευών» σύμφωνα με τον πρώτο ορισμό που δίδεται με το άρθρο 54. Στην προκειμένη περίπτωση νομίζω ότι επαρκούν τα ακόλουθα καθοριστικά κριτήρια. Πρώτο, από την πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού ΕΟΚ 1798/75, που έχει επανειλημμένα αναφερθεί, συνάγεται ότι ένα όργανο πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να είναι και «αντικείμενο». Σύμφωνα με την τρέχουσα γλωσσική σημασία τους, υγρές ή στερεές ουσίες που πωλούνται όχι σε καθορισμένες διαστάσεις, αλλά σε ποσότητες που καθορίζονται σύμφωνα με το βάρος ή τον όγκο τους, σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν ως «αντικείμενα», ακόμα και όταν χρησιμοποιούνται ως «όργανα» στον τομέα της επιστημονικής έρευνας. Δεύτερο, από την τρίτη αιτιολογική σκέψη, που έχει επίσης αναφερθεί, καθώς και από το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο 6, του εν λόγω κανονισμού συνάγεται ότι πρέπει να θεωρούνται ως αντικείμενα προϊόντα (που παράγονται στη βιοτεχνία, τη βιομηχανία ή στο εργαστήριο). Αν εισάγονταν πίθηκοι ή άλλα ζώα για να χρησιμοποιηθούν σε έρευνες επί των ακτινοβολιών, τα ζώα αυτά δεν θα μπορούσαν να εισαχθούν ατελώς ήδη για το λόγο αυτό. Ούτε οι πρώτες ύλες, καθώς και τα ημιτελή βιολογικά ή ορυκτά προϊόντα δεν συγκεντρώνουν τη δεύτερη αυτή προϋπόθεση. Αυτό επιβεβαιώνεται, όσον αφορά τα ημιτελή προϊόντα, από τη ρητή απόφαση που θεσπίστηκε συναφώς και αναφέρεται στο υπόμνημα της Επιτροπής (σελίδα 8, τελευταία παράγραφος). Τρίτο, νομίζω ότι από το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο 6, συνάγεται έμμεσα ότι πρέπει να πρόκειται για αντικείμενα (τελικά προϊόντα) μάλλον υψηλής ποιότητας από τεχνική άποψη. Πράγματι, η προϋπόθεση ότι «δεν κατασκευάζεται στην Κοινότητα κανένα όργανο ή συσκευή ισοδύναμης επιστημονικής αξίας», στηρίζεται στο ότι τα εν λόγω προϊόντα δεν είναι εύκολο να αποτελέσουν αντικείμενο απομίμησης, παραδείγματος χάρη, επειδή προστατεύονται με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ή είναι αποτέλεσμα μιας περίπλοκης τεχνικής know-how.
Ενόψει των πιο πάνω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ένα αντικείμενο με σταθερές διαστάσεις που επιτελεί ουσιαστική επιστημονική λειτουργία στον τομέα της επιστημονικής έρευνας και κατασκευάζεται για το σκοπό αυτό σε εργαστήριο, βιομηχανία ή βιοτεχνία πρέπει να θεωρηθεί ως όργανο κατά την έννοια του άρθρου 3, του κανονισμού 1798/75. Όπως έχει ήδη λεχθεί, η περιγραφή αυτή δεν διαφέρει κατ' ουσία από τη γενική περιγραφή, στην οποία προβαίνει αυτή η ίδια η Επιτροπή. Πάντως, για να μην προδικάσετε άσκοπα και άλλες υποθέσεις, σας προτείνω να περιορίσετε την απόφαση σας στο προϊόν, για το οποίο πρόκειται.
Σας προτείνω λοιπόν να δώσετε την ακόλουθη απάντηση στο ερώτημα:
Η έννοια του επιστημονικού οργάνου, κατά το άρθρο 3 του κανονισμού 1798/75 πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει και το υλικό εξομοιώσεως Α-150, το οποίο συνίσταται σε πλαστικές ράβδους και προορίζεται για τις έρευνες επί των ακτινοβολιών, εφόσον το υλικό αυτό επιτελεί βασική επιστημονική λειτουργία στον τομέα των σχετικών ερευνών για τις οποίες και είναι αναγκαίο λόγω των σταθερών του διαστάσεων ενόψει του σκοπού αυτού.
( 1 ) Μετάφραση οπό τα ολλανδικά.
Full & Egal Universal Law Academy