ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 20 ΟΚΤΩΒΡΊΟΥ 1983 ( 1 ).
Κύριε πρόεορε,
Κύριοι άκαοτές,
1. Πραγματικά περιστατικά
Για μια εικόνα των πραγματικών περιστατικών και των γραπτών παρατηρήσεων, επιτρέψτε μου να παραπέμψω στην πολύ λεπτομερή ανάπτυξη τους στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
Συνοπτικά, τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως έχουν ως εξής.
Μία ολλανδή υπήκοος, κάτοικος Κάτω Χωρών, ενεπλάκη στο Βέλγιο σε ατύχημα οδικής κυκλοφορίας, κατά το οποίο υπέστη τραυματισμούς. Η ολλανδική ασφαλιστική της εταιρεία ασθενείας, η NV Tiel-Utreclit Schadeverzekeringsmaatschappij, της κατέβαλε αποζημίωση 94069 6ελγικών φράγκων (BRF ) ως νοσηλεία.
Κατά το πέρας της ποινικής δίκης που ακολούθησε, διαπιστώ9ηκε ότι το ατύχημα προκλήθηκε από τρίτον που παρέμεινε άγνωστος. Η NV Tiel-Utrecht άσκησε τότε στο Βέλγιο, υπό την ιδιότητα της ως υποκατάστατου, αγωγή περί αποδόσεως του ποσού που κατέβαλε, κατά του βελγικού Gemeenschappelijke Motorwaarborgfonds [Κοινού Ταμείου Εγγυήσεως Αυτοκινήτων], το οποίο έχει δημιουργηθεί ακριβώς για τέτοιου είδους περιπτώσεις (άρθρο 70 του νόμου της 9ης Αυγούστου 1963, περί συστήματος υποχρεωτικής ασφαλίσεως κατά ασθενείας και αναπηρίας). Το Κοινό Ταμείο θεώρησε ωστόσο ότι δεν υποχρεούνταν να αποδώσει το επίδικο ποσό, υποστηρίζοντας ότι οι οικείες εθνικές διατάξεις, που παρέχουν αξίωση κατά του Ταμείου, έπρεπε να ερμηνευτούν υπό την έννοια ότι ο νόμος εννοεί ως «ασφαλιστικούς οργανισμούς» αποκλειστικά βελγικούς και όχι ολλανδικούς φορείς.
Επιπλέον, η NV Tiel-Utrecht επικαλέστηκε ενώπιον του εθνικού δικαστή το άρθρο 93 του κανονισμού 1408/71, υποστηρίζοντας ότι βάσει της διατάξεως αυτής, η εθνική διάταξη έπρεπε να ερμηνευτεί «κατ' αναλογία». Κατά την άποψη μου, με αυτό εννοεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 93 του κανονισμού 1408/71, ο ολλανδός ασφαλιστής υπεκαθίστατο, ή έπρεπε να θεωρηθεί ως εξομοιούμενος προς βελγικό ασφαλιστικό οργανισμό κατά την έννοια των οικείων εθνικών διατάξεων. Εξάλλου, η ολλανδική ασφαλιστική εταιρεία έπρεπε, κατά τη γνώμη της, να θεωρηθεί ως «φορέας» κατά την έννοια του κανονισμού.
Το Κοινό Ταμείο ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων ότι ο κανονισμός δεν είχε εφαρμογή, διότι μεταξύ της ασφαλιστικής εταιρείας, της NV Tiel-Utrecht, και της ασφαλισμένης υφίστατο συμβατική σχέση και διότι εθνική νομοθεσία δεν μπορούσε να εφαρμοστεί «κατ' αναλογία».
Όπως και να έχει το πράγμα, ο εθνικός δικαστής υπέβαλε δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 93 του κανονισμού 1408/71.
2. Τα προδικαστικά ερωτήματα
Τα προδικαστικά ερωτήματα έχουν ως εξής:
«1.
Ot “φορείς” που αναφέρονται στο άρθρο 93 [του κανονισμού 1408/71] πρέπει να ερμηνευθούν, ανεξάρτητα από το αν θα θεωρηθούν ως “εθνικές ενώσεις” ή “επικουρικό ταμείο” κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο d, του βελγικού νόμου της 9ης Αυγούστου 1963, ως περιλαμβανόμενοι στους “ασφαλιστικούς οργανισμούς” κατά την έννοια του άρθρου 70, τελευταίο εδάφιο, του εν λόγω βελγικού νόμου της 9ης Αυγούστου 1963 ;
2.
Οι όροι “τρίτος υπεύθυνος” και “τρίτος, ο οποίος υποχρεούται σε αποκατάσταση της ζημίας”, που αναφέρονται στο άρθρο 93 του κανονισμού, πρέπει να ερμηνευθούν ως αφορώντες τα πρόσωπα που ευθύνονται για ζημία και υποχρεούνται σε αποζημίωση, κατά την έννοια του άρθρου 1382 επ. του βελγικού αστικού κώδικα, ή πρέπει, αντίθετα, να ερμηνευθούν ευρύτερα, υπό την έννοια οιουδήποτε ή κάθε άλλου δυνατού δικαιώματος αναζητήσεως;»
Ο εθνικός δικαστής θεωρεί, στο σκεπτικό της απόφασης του, ότι, για να μπορέσει να επιλύσει την επίδικη διαφορά, πρέπει να ερμηνευθεί το άρθρο 93 υπό δύο απόψεις. Σχετικώς, εκκινεί από την υπόθεση, ότι ο ολλανδός ασφαλιστής πρέπει «προφανώς» να θεωρηθεί ως «φορέας» κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71. Στο προφανές αυτό συμπέρασμα καταλήγει βάσει του άρθρου 1, στοιχείο ιδ, του κανονισμού, κατά το οποίο ως «φορέας» νοείται «ο οργανισμός ή η αρχή που επιφορτίζεται με την εφαρμογή του συνόλου η μέρους της νομοθεσίας». Διερωτάται, ωστόσο, αν ο ολλανδός ασφαλιστής μπορεί να θεωρηθεί ως βελγικός ασφαλιστικός οργανισμός κατά την έννοια του άρθρου 70 του προαναφερθέντος νόμου. Νομίζω, λοιπόν, ότι ακολουθείται ο εξής συλλογισμός: εφόσον ο ολλανδός ασφαλιστής πρέπει να νοηθεί ως «φορέας» κατά την έννοια του κανονισμού, τίθεται το ερώτημα αν ο εν λόγω βελγικός ασφαλιστικός οργανισμός μπορεί επίσης να θεωρηθεί ως «φορέας» κατά την έννοια του κανονισμού, έτσι ώστε να δικαιολογείται η εξομοίωση του ολλανδικού ασφαλιστικού οργανισμού προς τον βελγικό, ή η υποκατάσταση του στη θέση του τελευταίου. Η έννοια του δευτέρου ερωτήματος προκύπτει σαφώς από το κείμενο του.
3. Προκαταρκτικά ζητήματα σχετικά με το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71
Προτού εισέλθει στη συζήτηση των προδικαστικών ερωτημάτων αυτών καθαυτών, η Επιτροπή εφιστά την προσοχή, με τις γραπτές παρατηρήσεις της, στο κατά πόσο η επίδικη διαφορά γεννά όντως ζήτημα κοινοτικού δικαίου, ενόψει του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού 1408/71.
Αναρωτιέται, πρώτον, όσον αφορά το προσωπικό πεδίο εφαρμογής, δεδομένου ότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι η ολλανδή παθούσα ενέπιπτε στον κανονισμό, είτε ως εργαζομένη είτε ως μέλος της οικογένειας εργαζομένου.
Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, διατυπώθηκαν, πάντως, αντιρρήσεις κατά της εφαρμογής του κανονισμού κατά την κύρια δίκη, όπως ήδη επεσήμανα, λόγω του συμβατικού δεσμού που υφίσταται μεταξύ της ολλανδής υπηκόου και της ασφαλιστικής της εταιρείας έτσι ώστε δεν μπορεί να γίνεται λόγος περί «νομοθεσίας», όπως ορίζεται από το άρθρο 4, παράγραφος 1. Υπό την επικεφαλίδα «Πεδίο εφαρμογής καθ' ύλη», το άρθρο αυτό ορίζει ότι ο κανονισμός ισχύει «για όλες τις νομοθεσίες που αφορούν τους ... κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως». Ομοίως, το επίδικο άρθρο 93 ομιλεί περί παροχών που χορηγούνται «δυνάμει της νομοθεσίας» κράτους μέλους. Σύμφωνα με το άρθρο 1, στοιχείο ι, ο όρος «νομοθεσία» χαρακτηρίζει «τους υφισταμένους ή μελλοντικούς νόμους, τις κανονισπκές κράξεις, κανονισμούς και κάθε άλλο μέτρο εφαρμογής ...». Η περίοδος που ακολουθεί ορίζει ρητά ότι «ο όρος αυτός αποκλείει τις υφιστάμενες ή μελλοντικές συμβατικές διατάξεις ...».
Τόσο σύμφωνα με το φάκελο της δικογραφίας (συμπληρωματική απόφαση υπ' αριθ. 14), όσο και απαντώντας σε ερώτηση του Δικαστηρίου, η NV Tiel-Utrecht επιβεβαίωσε ότι η σχέση της με την παθούσα ήταν καθαρά συμβατικής φύσεως.
Βάσει του στοιχείου αυτού και ενόψει της διατάξεως του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού, πρέπει, κατά πι γνώμη μου, να συναχ9εί ότι το ερώτημα του εθνικού δικαστή που αφορά το άρθρο 93 του κανονισμού 1408/71 βρίσκεται εκτός του πεδίου εφαρμογής καθ' ύλη του κανονισμού. Πράγματι, στην υπό κρίση διαφορά δεν τίθεται κανένα ζήτημα κοινοτικού δικαίου. Υπ' αυτές τις περιστάσεις, το προδικαστικό ερώτημα είναι στην πραγματικότητα άνευ αντικειμένου. Στην περίπτωση αυτή, η απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο παρέκλει, όπως έκρινε το Δικαστήριο στην υπόθεση 132/81, Vlaeminck, Συλλογή 1982, σ. 2953.
Αποτελεί, ωστόσο, πάγια νομολογία του Δικαστηρίου να μην αποφαίνεται, στο πλαίσιο προδικαστικής διαδικασίας, επί των εθνικών διατάξεων ή επί των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν την ιστορική βάση της διαφοράς, αλλά να περιορίζεται στην ερμηνεία των διατάξεων κοινοτικού δικαίου (πρβλ. για παράδειγμα υπόθεση 117/77, Picrik, Jurispr. 1978, σ. 834). Επιτρέπεται όμως, στο πλαίσιο αυτό, να αναδιατυπώσει το ερώτημα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε η απάντηση που περιέχει ερμηνεία της σχετικής διάταξης κοινοτικού δικαίου να παρέχει ένα καλύτερο συνδετικό στοιχείο για την επίλυση της διαφοράς από τον εθνικό δικαστή (πρβλ. για παράδειγμα την υπόθεση 111/76, van den Hazel, Jurispr. 1977, σ. 901).
Και στην υπό κρίση υπόθεση μπορείτε να εφαρμόσετε τον κανόνα αυτό, υπενθυμίζοντας όμως, στο σκεπτικό της απόφασης, ιδίως τις προϋποθέσεις του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού, προτού απαντήσετε στα ερωτήματα (πρβλ. για παράδειγμα υπόθεση 130/78, Salumificio di Cornuda, Jurispr. 1979, σ. 991, αιτιολογικές σκέψεις 17 και 18), ή να κρίνετε ότι είναι αλυσιτελείς για την επίλυση της διαφοράς στην κύρια δίκη.
Αυτός ο τρόπος απάντησης δεν νομίζω ότι βρίσκεται σε αντίφαση με την προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση 132/81, Vlaemick, εφόσον και σ' εκείνη τη διαδικασία το Δικαστήριο ανέλυσε πρώτα τις διατάξεις κοινοτικού δικαίου που ήσαν προς εξέταση, προτού καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το προδικαστικό ερώτημα ήταν άνευ αντικειμένου.
4. Απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα
Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, ο εθνικός δικαστής ερωτά ποια έννοια πρέπει να δοθεί στον όρο «φορέας» που περιέχεται στο άρθρο 93 του κανονισμού και αν ο όρος αυτός πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι καλύπτει και τους «ασφαλιστικούς οργανισμούς» κατά την ένδικη βελγική διάταξη.
Σύμφωνα με τη νομολογία σας, στην οποία παρέπεμψα προ ολίγου, το Δικαστήριο δεν μπορεί φυσικά να αποφανθεί επί των εθνικών διατάξεων αυτών καθαυτών, αλλά οφείλει να περιοριστεί στην ερμηνεία της αναφερόμενης κοινοτικής διάταξης.
Ο όρος «φορέας», που χρησιμοποιείται στο άρθρο 93, ορίζεται ως εξής στο άρθρο 1, στοιχείο ιδ, του κανονισμού: «Ως ‘φορέας’ νοείται, για κάθε κράτος μέλος, ο οργανισμός ή η αρχή που επιφορτίζεται με την εφαρμογή του συνόλου ή μέρους της νομοθεσίας».
Ενόψει του ορισμού αυτού, υπενθυμίζω και πάλι ότι ο εθνικός δικαστής εκκίνησε από την υπόθεση ότι ο ολλανδός ασφαλιστής πρέπει να θεωρηθεί ως «φορέας» κατά την έννοια του κανονισμού. Αυτό είναι αμφίβολο, δεδομένου ότι πρόκειται προφανώς για ασφάλιση βάσει συμβάσεως, πράγμα που συνεπάγεται ότι ο οικείος φορέας δεν μπορεί, συνεπώς, να αποτελεί οργανισμό επιφορτισμένο με την εφαρμογή της νομοθεσίας. Η δυσχέρεια έγκειται, ωστόσο, στο γενονός ότι ο δικαστής δεν ζητεί την ερμηνεία της κοινοτικής διάταξης σε σχέση με τον ολλανδό ασφαλιστή, αλλά σε σχέση με τους βελγικούς οργανισμούς που αναφέρει. Ενόψει του βελγικού νόμου που προαναφέρθηκε, που αφορά το σύστημα της υποχρεωτικής ασφαλίσεως κατά ασθενείας και αναπηρίας, μπορεί πράγματι να υφίσταται αμφιβολία, υπ' αυτό το πρίσμα, ως προς την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου. Στον παραπέμποντα δε δικαστή εναπόκειται να εκτιμήσει τη χρησιμότητα της ερμηνείας αυτής.
Για να δοθεί στον εθνικό δικαστή μια απάντηση στο πρώτο του ερώτημα, που να του παρέχει και τη δυνατότητα να εκτιμήσει το χαρακτήρα του ολλανδικού ασφαλιστικού οργανισμού, μπορεί να αναζητηθεί ένα συνδετικό στοιχείο ουσιαστικά στην απάντηση που πρότεινε σχετικά η Επιτροπή. Σύμφωνα όμως με το υποβληθέν ερώτημα, η απάντηση αυτή πρέπει να εντοπιστεί, αντίθετα με την πρόταση της Επιτροπής, στους βελγικούς οργανισμούς. Αν, ωστόσο, διατυπώσετε την απάντηση σας κατά τρόπο αφηρημένο, θα περιλάβει αυτομάτως και την ολλανδική ασφαλιστική εταιρεία.
Ως προς το δεύτερο ερώτημα, μπορώ να είμαι σύντομος. Στη νομολογία του Δικαστηρίου γίνεται διάκριση μεταξύ της γενέσεως της εξ υποκαταστάσεως αξιώσεως παροχής έννομης προστασίας αυτής καθαυτής και της ασκήσεως της αξιώσεως αυτής. Παραπέμπω σχετικά στς υποθέσεις 44/65, Hessische Knappschaft, Jurispr. 1965, σ. 1156 Entr'aide médicale, Jurispr. 1969, σ. 411 78/72, Ster — Algemeen Syndikaat κατά de Waal, Jurispr. 1973, σ. 504' 72/76, Landesversicherungsanstalt Rheinland-Pfalz κατά Töpfer, Jurispr. 1977, σ. 279.
Από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι το άρθρο 93 (ή παλιότερα το άρθρο 52 του προϊσχύσαντος κανονισμού 3) σημαίνει απλώς, ως κανόνας ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, ότι η εξ υποκαταστάσεως αξίωση διέπεται από τη νομοθεσία την οποία εφαρμόζει ο οφειλέτης φορέας και ότι, όταν η νομοθεσία αυτή αναγνωρίζει πράγματι δικαίωμα εξ υποκαταστάσεως, το δικαίωμα αυτό πρέπει να αναγνωρίζεται ως τέτοιο στα άλλα κράτη μέλη. Η άσκηση, αντιθέτως, της αξίωσης, το συγκεκριμένο δηλαδή περιεχόμενο της αξίωσης παροχής έννομης προστασίας, διέπεται από τους «κανόνες του εθνικού δικαίου» που αφορούν τη γένεση και τα όρια της αξίωσης αποζημιώσεως που ανήκει στον παθόντα ή στους δικαιοδόχους του. Τίποτε, λοιπόν, δεν αλλάζει ως προς το δίκαιο που είναι εφαρμοστέο ως προς τη γένεση και την έκταση της αξίωσης παροχής έννομης προστασίας.
Επί του ερωτήματος αυτού, παραπέμπω καθ' ολοκληρία στην απάντηση που προτείνει η Επιτροπή.
5. Συμπέρασμα
Συμπεραίνοντας, σας προτείνω να απαντήσετε ως εξής στα υποβληθέντα ερωτήματα:
«1.
Κατά το άρθρο 1, στοιχείο ιδ, του κανονισμού 1408/71, με τον όρο ‘φορέας’, που αναφέρεται ιδίως στο άρθρο 93 του κανονισμού 1408/71, νοείται, για κάθε κράτος μέλος, ο οργανισμός ή η αρχή που επιφορτίζεται με την εφαρμογή του συνόλου ή μέρους της νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφαλίσεως, στην οποία δεν εμπίπτουν, δυνάμει του άρθρου 1, στοιχείο ι, του ίδιου κανονισμού, συμβατικές διατάξεις. Ένας ασφαλιστικός οργανισμός μπορεί να θεωρηθεί ως φορέας κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71, μόνο κατά το μέτρο που είναι επιφορτισμένος με την εφαρμογή του συνόλου ή μέρους της νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφαλίσεως.
2.
Για την εφαρμογή του άρθρου 93 του κανονισμού 1408/71, το ζήτημα του κατά πόσον ο φορέας, ασκώντας αγωγή βάσει αμέσου ή εξ υποκαταστάσεως δικαιώματος, μπορεί να στραφεί μόνο κατά του υπαιτίου τρίτου ή αν μπορεί επίσης να ασκήσει αγωγή και κατά τρίτων μη υπαιτίων, που υποχρεούνται όμως σε αποζημίωση δυνάμει ειδικών διατάξεων νόμου, κρίνεται κατά το δίκαιο που, σύμφωνα με τη lex fori, είναι το εφαρμοστέο στην άσκηση αγωγής από τον παθόντα.»
6. Τελική παρατήρηση
Για να είμαι πλήρης, δα προσδέσω, ωστόσο, στο συμπέρασμα μου αυτό ότι, όπως διευκρίνισε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ο εκπρόσωπος της Επιτροπής, κατόπιν γραπτής ερωτήσεως που Θέσατε, οι απαντήσεις που πρότεινε η Επιτροπή άφηναν ανοικτό το ζήτημα κατά πόσον ο περιορισμός του δικαιώματος ασκήσεως αγωγής κατά του Ταμείου Εγγυήσεως στους βελγικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς, τον οποίο προβλέπει η βελγική νομο9εσία, συμβιβάζεται με τα άρθρα 7 και 59 επ. της Συνθήκης ΕΟΚ. Κατά την άποψη μου, και λαμβανομένης μάλιστα υπόψη της διευκρινίσεως αυτής, η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα, την οποία πρότεινε η Επιτροπή και την οποία υιοθέτησα στις παρούσες προτάσεις, δεν πρέπει να συμπληρωθεί υπ' αυτό το πρίσμα. Δεδομένου ότι οι προταθείσες απαντήσεις δεν υπεισέρχονται στο πρόβλημα αυτό και δεδομένου ότι ο παραπέμπων δικαστής δεν σας υπέβαλε χωριστό ερώτημα επί του Θέματος αυτού, είναι προφανές ότι ούτε η δική σας απάντηση μπορεί να αναφερθεί στα ερμηνευτικά ζητήματα που τίθενται απ' αυτή τη σκοπιά.
( 1 ) Μετάφραση από τα ολλανδικά.
Full & Egal Universal Law Academy