ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
G. FEDERICO MANCINI
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 7 ΦΕΒΡΟΥΑΡΊΟΥ 1984 ( 1 )
Κύριε πρόεορε,
Κύριοι όικαστές,
1.
Η υπό κρίση διαφορά αφορά το ζήτημα αν συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο οι βελγικές διατάξεις κερί των υγειονομικών ελέγχων επί των πουλερικών που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη. Σας ζητείται να αποφαν9είτε αν οι κανόνες αυτοί οι οποίοι υποβάλλουν την εισαγωγή των εν λόγω προϊόντων σε υγειονομικό έλεγχο, επιβαρύνοντας με το σχετικό τέλος τους εισαγωγείς, είναι σύμφωνες με τα άρθρα 9 και 12 της Συνθήκης ΕΟΚ, τα οποία απαγορεύουν την επιβολή τελωνειακών δασμών και επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος.
Θα περιγράψω με συντομία τη βελγική κανονιστική ρύδμιση την οποία άλλωστε γνωρίζετε ήδη, δεδομένου ότι αποτέλεσε το αντικείμενο δύο πρόσφατων διαφορών (υπόθεση 132/80, NV United Foods και PVBA, Aug. Van der Abeele κατά Βελγίου, απόφαση της 7. 4. 1981, Συλλογή 1981, σ. 995, και των συνεκδικασ9εισών υποθέσεων 2-4/82, SA Delhaize Frères «Le Lion» και λοιποί κατά Βελγίου, απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1983, Συλλογή 1983, σ. 2973). Ο βελγικός νόμος της 15ης Απριλίου 1965 επέβαλε ρυθμίσεις σχετικά με την υγειονομική επιθεώρηση και το εμπόριο των ιχθύων, πουλερικών, κουνελιών και θηραμάτων (Moniteur belge, 22. 5. 1965, σ. 6173), εξουσιοδοτώντας, ιδίως, το Βασιλέα να επιβάλλει ελέγχους για την προστασία της υγιεινής και της υγείας, κατά την εισαγωγή, εξαγωγή, σφαγή, μεταποίηση, διανομή και το εμπόριο των πουλερικών. Οι διατάξεις με τις οποίες αυτός ο νόμος τίθεται σε εφαρμογή, όσον αφορά την υγειονομική επιθεώρηση και το εμπόριο των κρεάτων πουλερικών, θεσπίστηκαν με το βασιλικό διάταγμα της 21ης Σεπτεμβρίου 1970 (Moniteur belge, 30 Οκτωβρίου 1980, σ. 10994).
Το διάταγμα αυτό ορίζει ότι τα πουλερικά που σφάζονται στο Βέλγιο υποβάλλονται σε υγειονομική εξέταση πριν και μετά τη σφαγή, ενώ η κανονιστική ρύθμιση όσον αφορά τα εισαγόμενα κρέατα διαφοροποιείται, ανάλογα με το αν τα κρέατα είναι νωπά, ή αποξηραμένα, αλίπαστα και καπνιστά. Για την εισαγωγή των τελευταίων απαιτείται η κατοχή πιστοποιητικού το οποίο χορηγείται από αρμόδια ανεγνωρισμένο κτηνίατρο της χώρας όπου έγινε η σφαγή ή μεταποίηση του κρέατος. Αντίθετα, όσον αφορά τα νωπά κρέατα, προβλέπεται κατά την εισαγωγή έλεγχος όσον αφορά τις συνθήκες υπό τις οποίες τα κρέατα αυτά μεταφέρθηκαν και εμφανίζονται κατά την εισαγωγή, την κατάσταση συντήρησης τους και τη συμμόρφωση τους προς τους όρους που επιβάλλουν οι σχετικοί με την υγειονομική επιθεώρηση κανόνες.
Το άρθρο 6 του νόμου της 15ης Απριλίου 1965 όριζε, επίσης, ότι ήταν δυνατό να επιβληθούν στους εισαγωγείς και τους ιδιοκτήτες τέλη που προορίζονται για την κάλυψη των εξόδων που θα προέκυπταν από την επίσκεψη και την επιθεώρηση των εγχώριων κρεάτων ή από τον έλεγχο επί των εισαγόμενων κρεάτων. Για τα εισαγόμενα πουλερικά αυτές οι φορολογικές επιβαρύνσεις θεσπίστηκαν με το προαναφερθέν βασιλικό διάταγμα της 21ης Σεπτεμβρίου 1970, όπως τροποποιήθηκε ακολούθως από το βασιλικό διάταγμα της 20ής Μαρτίου 1978, Moniteur belge, 26 Ιουλίου 1978, σ. 8518, και για τα κρέατα που σφάζονται στο Βέλγιο, με το βασιλικό διάταγμα της 28ης Αυγούστου 1981 (Moniteur belge, 1. 9. 1981, σ. 10851). Από το εν λόγω σύνολο κανόνων προκύπτει ότι:
α)
το τέλος υγειονομικού ελέγχου επί των εισαγομένων κρεάτων έχει καθοριστεί σε 80 φράγκα ανά 100 χιλιόγραμμα και καταβάλλεται από τους εισαγωγείς στα τελωνεία.
6)
το αντίστοιχο τέλος που επιβάλλεται στα εγχώρια πουλερικά υπολογίζεται βάσει του αριθμού των επισκέψεων και των κεφαλών των ζώων και καταβάλλεται στον κτηνίατρο από τον ιδιοκτήτη.
2.
Η Επιτροπή, με έγγραφο της 27ης Μαρτίου 1981, κίνησε κατά της βελγικής κυβερνήσεως τη διαδικασία του άρθρου 169, ισχυριζόμενη ότι το τέλος που εισπράττεται επί των εισαγόμενων κρεάτων αποτελεί επιβάρυνση ισοδύναμου αποτελέσματος προς τελωνειακό δασμό και, συνεπώς, εμπίπτει στις απαγορευτικές διατάξεις των άρθρων 9 και επόμενα. Η βελγική κυβέρνηση απάντησε στις 10 Ιουνίου 1981. Το τέλος που ορίζεται για τους ελέγχους — υποστήριξε — αφορά όχι την εισαγωγή των εμπορευμάτων, αλλά την επιθεώρηση που πραγματοποιείται σύμφωνα με την οδηγία του Συμβουλίου 71/118, της 15ης Φεβρουαρίου 1971, περί υγειονομικών προβλημάτων στον τομέα των συναλλαγών νωπών κρεάτων πουλερικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 116). Εν πάση περιπτώσει, είναι γεγονός ότι το τέλος που καταβάλλεται από τους εισαγωγείς είναι ίσο με αυτό που βαρύνει τους ιδιοκτήτες των πουλερικών που σφάζονται στο Βέλγιο επομένως, μπορεί να λεχθεί ότι με την επιβολή αυτού του τέλους αποφεύγονται διακρίσεις σε βάρος των εγχώριων προϊόντων.
Η Επιτροπή, μη έχοντας πεισθεί από τα επιχειρήματα αυτά, διατύπωσε αιτιολογημένη γνώμη (10 Φεβρουαρίου 1982), επιβεβαιώνοντας την άποψη που είχε εκφράσει αρχικά. Μερικούς μήνες αργότερα, (9 Δεκεμβρίου 1982), άσκησε προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου, με την οποία σας ζητεί να αναγνωρίσετε ότι το Βασίλειο του Βελγίου, επιβάλλοντας φορολογική επιβάρυνση για υγειονομικούς ελέγχους κατά την εισαγωγή πουλερικών, παρέβη τα άρδρα 9 και 12 της Συνθήκης ΕΟΚ.
3.
Από τα πιο πάνω στοιχεία προκύπτει σαφώς ότι με το ερώτημα που σας υποβάλλεται ερωτάται εάν είναι νόμιμος, ενόψει της κοινοτικής νομοθεσίας, ένας εθνικός κανόνας δικαίου, ο οποίος επιβάλλει στους εισαγωγείς τις δαπάνες που προκύπτουν από τον έλεγχο εμπορευμάτων προελεύσεως από άλλα κράτη μέλη. Επομένως, δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση το βελγικό σύστημα υγειονομικών ελέγχων, αλλά — το επαναλαμβάνω — αποκλειστικά και μόνο το σύννομο του τέλους που απαιτείται από τους εισαγωγείς.
Ανέφερα ότι η βελγική ρύθμιση έχει ήδη εξεταστεί από το Δικαστήριο στο πλαίσιο δύο προδικαστικών διαδικασιών. Επομένως, θεωρώ χρήσιμο να επαναλάβω τα συμπεράσματα στα οποία καταλήξατε σ' αυτές τις περιπτώσεις.
Στην υπό9εση 132/80, σας ζητήθηκε να κρίνετε τις διατάξεις περί των υγειονομικών ελέγχων που πραγματοποιούνται κατά την εισαγωγή ιχθύων, καθώς και την είσπραξη των σχετικών τελών υπό το φως των άρθρων 9 και επόμενων, 30 και επόμενων, 36 και 95 της Συνθήκης. Πρώτα απ' όλα, επαναλάβατε την αρχή, που έχετε ήδη διακηρύξει στην απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 1979, υπόθεση 251/78, Denkavit (Race. 1979, σ. 3369), κατά την οποία, υπό το φως του άρθρου 36, είναι δυνατό ο διττός έλεγχος, τόσο στη χώρα εξαγωγής όσο και στη χώρα εισαγωγής, να μην είναι δικαιολογημένος. Περαιτέρω, για να επανέλθω στην προκειμένη περίπτωση, δεχθήκατε ότι όταν τα ζώα έχουν ήδη υποστεί, στο κράτος εξαγωγής, έλεγχο ο οποίος διενεργείται σύμφωνα με τα κριτήρια που ισχύουν στο κράτος προορισμού, «ο έλεγχος κατά την εισαγωγή πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να περιοριστεί στα μέτρα εκείνα που αποβλέπουν στην αντιμετώπιση των κινδύνων από τη μεταφορά ή απορρέουν από τυχόν ενέργειες που έγιναν μετά τον έλεγχο που είχε διενεργηθεί κατά την αναχώρηση» (29η σκέψη).
Αντίθετα, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 2-4/82 σας ζητήθηκε να κρίνετε αν ήταν νόμιμοι οι πραγματοποιούμενοι στο Βέλγιο έλεγχοι, όσον αφορά την κατάσταση των κρεάτων μετά τη μεταφορά. Τους θεωρήσατε ως αδικαιολόγητες επαναλήψεις, παρατηρώντας ότι διάφορες διατάξεις της οδηγίας 71/118, περί ελέγχων πραγματοποιούμενων στη χώρα αποστολής εκτείνονται, επίσης, στην κατάσταση των εν λόγω κρεάτων καθ' όλη τη διάρκεια της διαδρομής (17η σκέψη).
4.
Η καθής υποστηρίζει τη νομιμότητα, από κοινοτική άποψη, του τέλους επίσκεψης επί των πουλερικών που εισάγονται από τα κράτη μέλη, στηριζόμενη σε τέσσερα επιχειρήματα. Το τέλος, αυτό — ισχυρίζεται — (1) αποτελεί εσωτερικό φόρο και, επομένως, εφαρμόζεται επ' αυτού το άρθρο 95' (2) εξαιρείται από την απαγόρευση του άρθρου 9 διότι αντιπροσωπεύει το αντάλλαγμα μιας υπηρεσίας που παρέχεται στον εισαγωγέα ατομικά' (3) αφορά ελέγχους που επιβάλλει η ίδια η κοινοτική ρύθμιση και ειδικότερα η οδηγία 71/118' (4) αφορά ελέγχους που δεν προβλέπει η προαναφερθείσα οδηγία, οι οποίοι, κατά συνέπεια, έχουν αφεθεί στην αρμοδιότητα των κρατών και αποβλέπουν στο να διαπιστωθεί αν τα κρέατα περιέχουν ιδιαίτερες επικίνδυνες ουσίες.
Το Βέλγιο, προς υποστήριξη του πρώτου επιχειρήματος — ότι, δηλαδή, το τέλος αποτελεί εσωτερικό φόρο, ισχυρίζεται
α)
ότι τα τέλη ελέγχου, τόσο όσον αφορά τα εισαγόμενα όσο και τα εγχώρια πουλερικά, στηρίζονται στον ίδιο νόμο
6)
ότι οι υγειονομικοί έλεγχοι που πραγματοποιούνται τόσο επί των εγχωρίων όσο και επί των εισαγομένων πουλερικών είναι της ίδιας φύσεως
γ)
ότι οι φόροι, που επιβάλλονται στους εισαγωγείς και τους ιδιοκτήτες των ζώων, αντίστοιχα, είναι λογιστικά ισοδύναμοι
δ)
ότι οι τυχόν διαφορές που μπορεί να ανακύψουν ως προς το ύψος των τελών οφείλονται σε ένα δευτερεύον γεγονός: το τέλος επί των βελγικών πουλερικών αφορά γενικά όλες τις φάσεις του ελέγχου.
Η θεωρία αυτή παρουσιάζεται έντεχνα, αλλά δεν με πείθει. Κατά την πάγια νομολογία σας, ένα τέλος, προκειμένου να εξαιρεθεί από την απαγόρευση του άρθρου 9 και να μην αντιβαίνει στις διατάξεις του άρθρου 95, πρέπει να αποτελεί μέρος ενός γενικού συστήματος εσωτερικών εισφορών, οι οποίες να επιβάλλονται, αδιακρίτως, και στα εγχώρια και στα εισαγόμενα προϊόντα του ίδιου τύπου. Ειδικότερα, οι φορολογικές επιβαρύνσεις πρέπει να εισπράττονται βάσει των ιδίων κριτηρίων και κατά τη διάρκεια παρόμοιας φάσης του κύκλου παραγωγής ή κατά τη διάρκεια της ίδιας φάσης διάθεσης στο εμπόριο (βλέπε αποφάσεις της 5. 2. 1976, υπόθεση 87/75, Bresciani, Race. 1976, σ. 129, σκέψη της 28. 6. 1978, υπόθεση 70/77, Simmenthal, Race. 1978, σ. 1453, πρώτη σκέψη- 31. 5. 1979, υπόθεση 132/78, Denkavit, Race. 1979, σ. 1923, 8η σκέψη της 28. 1. 1981, υπόθεση 32/80, Kortmann, Συλλογή 1981, σ. 251, 16η σκέψη). Υπό το φως αυτών των κριτηρίων, νομίζω ότι πρέπει να αποκλειστεί η περίπτωση υπαγωγής στην ίδια κατηγορία και του ζητούμενου από τους εισαγωγείς τέλους και αυτού που απαιτείται από τους ντόπιους παραγωγούς. Αλλά ας εξετάσω ένα προς ένα τα στοιχεία επί των οποίων στηρίζεται η βελγική άμυνα.
Στοιχείο α). Και τα δύο τέλη — βεβαιώνει η καθής — θεμελιώνονται στον ίδιο νόμο της 15ης Απριλίου 1965. Η παρατήρηση είναι ορθή, αλλά, όπως και οι ίδιοι έχετε δεχτεί, δεν είναι επαρκής. Το «τέλος πραγματογνωμοσύνης — αναφέρει η απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση 132/80 — είναι δυνατό να αποτελεί μέρος ενός συστήματος ... που προέρχεται από τον ίδιο βασικό νόμο». Εντούτοις, έστω και αν ληφθεί υπόψη αυτό το καθαρό τυπικό κριτήριο, «δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί αρκετό προκειμένου να εξεταστεί αν το εν λόγω τέλος συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο. Αυτή η εξέταση πρέπει να γίνει, ενόψει του περιεχομένου και των συνεπειών της ρύθμισης...».
Στοιχείο 6). Οι δύο τύποι ελέγχου είναι της ίδιας φύσης. Ο ισχυρισμός αυτός δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Μόλις πριν από λίγο υπέμνησα ότι για να αποτελούν οι φορολογικές επιβαρύνσεις μέρος ενός μοναδικού γενικού συστήματος, πρέπει να εισπράττονται κατά τη διάρκεια αντίστοιχης φάσης του κύκλου παραγωγής. Όμως αυτό δεν συμβαίνει στην περίπτωση των εν λόγω τελών. Πράγματι, το Βέλγιο, απαντώντας σε ερώτημα του Δικαστηρίου, διευκρίνισε ότι οι έλεγχοι επί των εγχωρίων πουλερικών πραγματοποιούνται σε τέσσερα χρονικά σημεία: συστηματικά κατά τη σφαγή' δειγματοληπτικά όταν τεμαχιστεί το κρέας, κατά τη στιγμή της μεταποίησης και κατά τη διάρκεια της διανομής. Αντίθετα, οι έλεγχοι επί των εισαγόμενων πουλερικών πραγματοποιούνται στα σύνορα ή στην πλησιέστερη προς τον τόπο προορισμού του εμπορεύματος αποθήκη.
Στοιχείο γ). Τα δύο τέλη είναι ισοδύναμα από λογιστική άποψη. Ειδικότερα, προσθέτει το Βέλγιο, κατά τον υπολογισμό των τελών που εισπράττονται από τους εισαγωγείς, λαμβάνονται υπόψη, έστω και αν ορίζονται κατ' αποκοπή, οι καταβληθέντες στη χώρα εξαγωγής φόροι. Από αυτό συνάγεται ότι καταβάλλουν το 60 ο/ο των τελών που πληρώνουν οι ντόπιοι παραγωγοί. Το επιχείρημα αυτό δεν ευσταθεί. Πράγματι, όπως είναι γνωστό, οι οδηγίες σχετικά με το ενδοκοινοτικό εμπόριο επί νωπών κρεάτων έχουν θεσπίσει ένα σύστημα το οποίο μετα9έτει τον έλεγχο στο κράτος εξαγωγής εντοπίζοντας τον στη φάση της σφαγής. Υπό αυτό το πρίσμα, οι επιθεωρήσεις πριν και μετά τη αφαγή που πραγματοποιούνται συστηματικά είναι οι περισσότερο δαπανηρές ενώ οι άλλοι ενδεχόμενοι έλεγχοι, οι οποίοι, για να είναι θεμιτοί, πρέπει να γίνονται σποραδικά, έχουν μικρότερο κόστος. Αυτή η διαφορετική επίπτωση 9α έπρεπε να κατοπτρίζεται με ακρίβεια στον υπολογισμό του τέλους που επιβάλλεται στους εισαγωγείς. Επομένως, η μείωση του τέλους αυτού κατά ποσοστό ίσο προς 40 ο/ο, σε σχέση με το τέλος που βαρύνει τους ντόπιους παραγωγούς, αποδεικνύει ότι, μεταξύ των δύο φορολογικών επιβαρύνσεων, δεν υφίσταται καθόλου η αντιστοιχία που η βελγική κυβέρνηση διακηρύσσει.
Στοιχείο ô). Το τέλος που εισπράττεται από τους εγχώριους παραγωγούς αφορά όλες συνολικά τις φάσεις του ελέγχου, με αποτέλεσμα η ενδεχόμενη διαφορά στο ύφος των δύο φορολογικών επιβαρύνσεων να μην είναι σημαντική. Και αυτός επίσης ο ισχυρισμός είναι ανακριβής. Κατά το άρ9ρο 1 του προαναφερθέντος βασιλικού διατάγματος της 28ης Αυγούστου 1981, το εν λόγω τέλος προορίζεται αποκλειστικά και μόνο για την κάλυψη των δαπανών επιθεωρήσεως πριν και μετά τη σφαγή των πουλερικών. Αποκλειστικά γι' αυτό το σκοπό και για αυτούς τους ελέγχους επιτρέπεται, σύμφωνα με τη βελγική έννομη τάξη, η είσπραξη τελών υγειονομικής επίσκεψης.
Επομένως, νομίζω ότι είναι προφανές ότι δεν συντρέχει περίπτωση ενός και μοναδικού γενικού συστήματος. Επιπλέον, υπάρχουν και άλλα στοιχεία που συνηγορούν υπέρ αυτής της άποψης. Έτσι, ο υπολογισμός των δύο τελών γίνεται με διαφορετικά κριτήρια: το τέλος, που βαρύνει τα εισαγόμενα πουλερικά υπολογίζεται ανάλογα με το βάρος τους (80 βελγικά φράγκα (BFR) ανά χιλιόγραμμο ή μέρος της ποσότητας αυτής) ενώ το τέλος που αφορά τα εγχώρια πουλερικά υπολογίζεται βάσει του αρι9μού των επισκέψεων και των ζώων. Η γενεσιουργός αιτία του φόρου είναι διαφορετική. Το άρθρο 59 του βασιλικού διατάγματος της 21ης Σεπτεμβρίου 1970, διαψεύδοντας τους ισχυρισμούς που προέβαλε η κα8ής κατά την προδικαστική φάση (πιο πάνω αρι9. 2), την τοπο9ετεί στο γεγονός της εισαγωγής. Το πρώτο άρ9ρο του βασιλικού διατάγματος της 28ης Αυγούστου 1981 την τοπο9ετεί στον έλεγχο που πραγματοποιείται πριν και μετά τη σφαγή. Οι οργανισμοί που εισπράττουν τις επιβαρύνσεις είναι διαφορετικοί: στην περίπτωση των εισαγόμενων πουλερικών είναι τα τελωνεία ενώ στην περίπτωση των εγχώριων πουλερικών εισπράττουν οι υγειονομικές υπηρεσίες.
Όλα αυτά αποδεικνύουν επαρκώς ότι το εν λόγω τέλος δεν αποτελεί εσωτερικό φόρο. Προσ9έτω ότι το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται από πλούσια νομολογία του Δικαστηρίου, η οποία συνοψίζεται ως εξής: όταν μια επιβάρυνση επιβάλλεται στα εισαγόμενα προϊόντα, εισπράττεται στα σύνορα και αφορά ειδικές εργασίες ελέγχου που πραγματοποιούνται επ' αυτών των προϊόντων, ενώ η επιβολή μιας άλλης φορολογικής επιβάρυνσης ανάλογης, από ορισμένες απόψεις, αλλά η οποία βασίζεται επί διαφορετικών κριτηρίων και η οποία βαρύνει τα αντίστοιχα εγχώρια προϊόντα, είναι χωρίς σημασία όσον αφορά την απαγόρευση του άρ9ρου 9 της Συνθήκης (αποφάσεις της 14. 12. 1972, υπό9εση 29/72, Marimex, Race. 1972, σ. 1309, η προαναφερθείσα απόφαση Bresciani και η απόφαση της 15. 12. 1976, υπό9εση 35/76, Simmenthal, Race. 1976, σ. 1871). Το χαρακτηριστικό στοιχείο είναι κυρίως το γεγονός της είσπραξης του φόρου στα σύνορα, τόσο ως στοιχείο που χαρακτηρίζει τα απαγορευόμενα από το άρ9ρο 9 τέλη σε σχέση με αυτά που καλύπτει το άρ9ρο 95 (βλέπε απόφαση Simmenthai, 3η και 4η σκέψη) όσο και σε σχέση με τον ειδικό σκοπό του πρώτου κανόνα («να αποφεύγεται — όπως δέχεται η απόφαση Bresciani, 9η σκέψη — κάθε χρηματική επιβάρυνση ... η οποία οφείλεται στο γεγονός ... της διέλευσης από τα σύνορα ενός κράτους εμπορευμάτων που κυκλοφορούν στο εσωτερικό της Κοινότητας»).
5.
Ας προχωρήσω στο υπό το στοιχείο 2 επιχείρημα. Η είσπραξη του επίδικου τέλους — βεβαιώνει το Βέλγιο — πρέπει να θεωρηθεί ότι εξαιρείται από την απαγόρευση του άρθρου 9, διότι ο έλεγχος αυτός έχει το χαρακτήρα υπηρεσίας που παρέχεται ατομικά στον εισαγωγέα. Προς υποστήριξη αυτής της άποψης, η καθής επικαλείται τις αποφάσεις της 1ης Ιουλίου 1969, υπόθεση 24/68, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Race. 1969, σ. 193, 11η σκέψη, της 11ης Οκτωβρίου 1973, υπόθεση 39/73, Rewę, Race. 1973, σ. 1039, 4η σκέψη, της 5ης Φεβρουαρίου 1976, Bresciani, που έχει ήδη μνημονευτεί, της 25ης Ιανουαρίου 1977, υπόθεση 46/76, Bauhuis, που έχει ήδη μνημονευτεί, της 25ης Ιανουαρίου 1977, υπόθεση 46/76, Bauhuis, που έχει ήδη μνημονευτεί, 7η και 11η σκέψη, της 12ης Ιουλίου 1977, υπόθεση 89/76, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, Race. 1977, σ. 1355.
Αλλά κακώς γίνεται αναφορά σ' αυτή τη νομολογία. Πράγματι, στην υπόθεση Bresciani δεχτήκατε ότι «οι ενέργειες της διοίκησης με τις οποίες επιδιώκεται η διατήρηση καθεστώτος υγειονομικού ελέγχου χάριν του γενικού συμφέροντος, δεν μπορούν να θεωρούνται ως υπηρεσία που παρέχεται στον εισαγωγέα και φύσεως τέτοιας ώστε να δικαιολογεί την είσπραξη χρηματικής επιβάρυνσης ως ανταλλάγματος» (10η σκέψη). Η κατάσταση δεν είναι διαφορετική στην προκειμένη περίπτωση: και εδώ επίσης ο έλεγχος αποβλέπει ρητώς (βλέπε νόμο της 15. 4. 1965) στην προστασία της υγείας, η οποία αποτελεί, εξ ορισμού, γενικό συμφέρον του κράτους.
6.
Τα δύο τελευταία επιχειρήματα στηρίζονται στην οδηγία 71/118 που έχει ήδη μνημονευτεί. Το Βέλγιο αναφέρει, κατ' αρχάς, ότι το άρθρο 9 της οδηγίας επιβάλλει στη χώρα εισαγωγής την οργάνωση της επιθεώρησης των εισαγόμενων κρεάτων προκειμένου να διαπιστωθεί αν έχουν καταστεί ακατάλληλα για κατανάλωση και αν έχουν τηρηθεί οι προδιαγραφές που έχουν θεσπιστεί στη χώρα εισαγωγής. Περαιτέρω, επικαλείται τη νομολογία σας, κατά την οποία τα τέλη που εισπράττονται ως αντάλλαγμα ελέγχου ο οποίος προβλέπεται από τους κοινοτικούς κανόνες δεν αποτελούν επιβαρύνσεις ισοδύναμου αποτελέσματος (προαναφερθείσα απόφαση της 25. 1. 1977, υπόθεση 46/76, Bauhuis).
Αλλά ούτε αυτές οι παρατηρήσεις μπορούν να γίνουν δεκτές. Πρώτον, δεν είναι ακριβές — αντίθετα είναι εμφανέστατα αναληθές — ότι το άρθρο 9 επιβάλλει στα κράτη μέλη τη θέσπιση υγειονομικών ελέγχων στα σύνορα. Απλώς τους επιτρέπει «να απαγορεύουν την εισαγωγή κρεάτων ... που θα αποδεικνύονταν ακατάλληλα για κατανάλωση ... ή που δεν θα ανταποκρίνονταν στις κοινοτικές διατάξεις περί υγιεινής» (ένατη αιτιολογική σκέψη).
Περαιτέρω, η διάταξη πρέπει να εκτιμηθεί υπό το φως του συστήματος που έχει θεσπιστεί επί κοινοτικού επιπέδου με διάφορες οδηγίες εναρμόνισης, μεταξύ των οποίων, ακριβώς και η οδηγία 71/118. Όπως έχω ήδη αναφέρει, το σύστημα αυτό αποβλέπει στη μετατόπιση του ελέγχου προς το κράτος εξαγωγής κατά τρόπο ώστε να καθίσταται περιττή η συστηματική πραγματοποίηση επιθεωρήσεων στα σύνορα, αφήνοντας στο κράτος προορισμού τη δυνατότητα να μεριμνά για την αποτελεσματική τήρηση των εγγυήσεων που του προσφέρονται (βλέπε την προαναφερθείσα απόφαση της 6. 10. 1983,11η σκέψη). Ερμηνεύοντας αυτές ακριβώς τις οδηγίες — διευκρινίσατε ότι η προσέγγιση που απεργάζονται συνεπάγεται την τήρηση ομοιόμορφων υγειονομικών διατάξεων όσον αφορά την αποθήκευση και τη μεταφορά. Από αυτά συνάγεται ότι ο πολλαπλός συνοριακός έλεγχος, σχετικά με την κατάσταση των κρεάτων κατά τη διάρκεια της μεταφοράς και την κατάσταση συντήρησης τους, δεν είναι αναγκαίος (προαναφερθείσα απόφαση Simmenthai) πράγματι δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός ότι η διέλευση από τα σύνορα επαυξάνει τον κίνδυνο να καταστούν τα νωπά κρέατα ανθυγιεινά (απόφαση της 12. 7. 1979, υπόθεση 153/78, Επιτροπή κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Race. 1979, σ. 2555).
Κατόπιν των προηγουμένων, επαναλαμβάνω ότι, στην απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1983, απορρίψατε ρητά το αντλούμενο από το άρθρο 9 της οδηγίας 71/118 επιχείρημα. Πράγματι, 9εωρήσατε ότι ορισμένες προδιαγραφές, οι οποίες περιλαμβάνονται στην οδηγία (άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχεία ε, στ και ζ και παράρτημα 1, κεφάλαια VII —XI) έχουν ως αντικείμενο ελέγχους που πραγματοποιούνται στη χώρα εξαγωγής και αφορούν τη μεταφορά των προϊόντων. Οι έλεγχοι αυτοί διενεργούνται επίσης προς διακρίβωση «της κατάστασης συντήρησης (των κρεάτων) κα9' όλη τη διάρκεια της διαδρομής» (17η σκέψη) από το κράτος εξαγωγής προς τον τόπο προορισμού.
7.
Και το υπό στοιχείο 4 επιχείρημα στηρίζεται επίσης στην οδηγία 71/118, αλλά από μια διαφορετική, για να μην πω αντίθετη, άποψη. Το Βέλγιο παρατηρεί ότι η εναρμόνιση που πραγματοποιείται από αυτό το κείμενο είναι μερική. Ειδικότερα, η οδηγία αυτή δεν προβλέπει ελέγχους όσον αφορά την ύπαρξη καταλοίπων αντιβιοτικών και ορισμένων ουσιών με βακτηριοστατικό αποτέλεσμα και με ορμονική ή αντιορμονική ενέργεια.
Η παρατήρηση — η οποία επανεπιβεβαιώνει τη νομιμότητα όχι του τέλους, αλλά του ελέγχου — είναι ορ3ή, αυτή κα9αυτή. Εντούτοις βαίνει πέραν του σκοπού της. Το γεγονός ότι ορισμένοι βελγικοί κανόνες είναι ξένοι προς το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας δεν δικαιολογεί, από μόνο του, την πραγματοποίηση συστηματικών ελέγχων κατά την εισαγωγή. Πράγματι, το σύννομο τους 9α έπρεπε να εκτιμάται στο πλαίσιο της προστασίας της υγείας, άποψη επί της οποίας η βελγική κυβέρνηση δεν σας ζήτησε ρητώς να αποφανθείτε. Εντούτοις, είναι σκόπιμο να σημειω9εί ότι μια τέτοια ενέργεια δεν 9α του ήταν χρήσιμη: διότι, όπως φάνηκε όταν ανέφερα την απόφαση Bresciani, δεν είναι δυνατό, προκειμένου να δικαιολογηθεί ένας έλεγχος, να γίνεται επίκληση της εξαίρεσης του άρ9ρου 36, το οποίο προστατεύει ένα γενικό συμφέρον, και ταυτόχρονα να επιβαρύνονται με τις δαπάνες οι εισαγωγείς.
8.
Προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί επί της προσφυγής που άσκησε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά του Βασιλείου του Βελγίου, με δικόγραφο που κατατέθηκε στις 10 Δεκεμβρίου 1982, ως εξής:
Να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο του Βελγίου, εισπράττοντας τέλη για υγειονομικό έλεγχο επί κρεάτων πουλερικών που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη, παρέβη τα άρθρα 9 και 12 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Βάσει του κριτηρίου που ισχύει σε περίπτωση ήττας, το Βασίλειο του Βελγίου πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση από τα ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy