ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 11 ΙΟΥΛΊΟΥ 1984 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Εισαγωγή
1.1. Το αντικείμενο της προσφυγής
Στην υπόθεση 323/82 επί της οποίας αναπτύσσω σήμερα τις απόψεις μου το Δικαστήριο πρέπει, κυρίως, να αποφανθεί για το πώς πρέπει να κριθεί η συμμετοχή του κράτους στο εταιρικό κεφάλαιο επιχειρήσεων, σε σχέση με το άρθρο 92 της Συνθήκης ΕΟΚ. Βέβαια, με την προσφυγή της προσφεύγουσας και των παρεμβαινουσών που την υποστηρίζουν ζητείται απλώς η ακύρωση της αποφάσεως 82/670/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 22ας Ιουλίου 1982, σχετικά με τις ενισχύσεις που χορήγησε η κυβέρνηση του Βελγίου σε επιχείρηση του τομέα χάρτου (ΕΕ 1982 L 280, σ. 30). Ωστόσο, με την προσφυγή ζητείται στην πραγματικότητα μόνο η ακύρωση του άρθρου 1, εδάφιο 2, της προαναφερθείσης αποφάσεως, το οποίο κρίνει ως ασυμβίβαστες με την Κοινή Αγορά, κατά την έννοια του άρθρου 92 της Συνθήκης ΕΟΚ, τις ενισχύσεις υπό μορφή συμμετοχής της βελγικής κυβερνήσεως στο κεφάλαιο της ενδιαφερόμενης επιχειρήσεως καθώς και το άρθρο 2 της αποφάσεως. Το άρθρο 2 ορίζει ότι: «το Βασίλειο του Βελγίου ενημερώνει την Επιτροπή, εντός προθεσμίας τριών μηνών από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης, σχετικά με τα μέτρα που έχει λάβει για να αποφύγει ώστε οι ενισχύσεις για τις οποίες γίνεται λόγος στο άρθρο 1, δεύτερο εδάφιο, να συνεχίσουν να έχουν συνέπειες που οδηγούν σε στρέβλωση του ανταγωνισμού στο μέλλον». Με τις υπόλοιπες διατάξεις της αποφάσεως θα ασχοληθώ εκτενέστερα κατά την εξέταση των ισχυρισμών της προσφεύγουσας.
Το Δικαστήριο, απ' ό,τι γνωρίζω, δεν είχε την ευκαιρία να εξετάσει στη μέχρι τώρα νομολογία του το ζήτημα της συμμετοχής κράτους στο εταιρικό κεφάλαιο επιχειρήσεων. Εξάλλου ο γενικός εισαγγελέας Sir Gordon Slynn είχε την ευκαιρία να εξετάσει εκτενώς το ζήτημα αυτό στις προτάσεις του της 25ης Ιανουαρίου 1984 στην υπόθεση 84/82 (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 1492).
Επί του ζητήματος αυτού, που είναι ωστόσο πολύ σημαντικό, υπάρχουν λίγα μόνο αξιοσημείωτα στοιχεία στα πρόσφατα σχόλια επί του άρθρου 92 της Συνθήκης ΕΟΚ ( 2 ). Βέβαια η Επιτροπή από τον καιρό της σχεδόν πλήρους γενικής της εκθέσεως επί του προβλήματος και στη δεύτερη ετήσια έκθεση της για την πολιτική του ανταγωνισμού (έκθεση για το 1972, σ. 120 έως 125) στις ετήσιες εκθέσεις της αναφέρεται κανονικά, στο πλαίσιο της εξετάσεως της πολιτικής ανταγωνισμού, στην πολιτική της στον τομέα αυτό. Παραπέμπω σχετικά ιδίως στην έβδομη έκθεση για το 1977 (σ. 190 έως 193), στην όγδοη έκθεση (για το 1979, σ. 175 έως 180) καθώς και, ως προς τις επίδικες στην παρούσα υπόθεση αποφάσεις, στη δωδέκατη έκθεση (για το 1982, σ. 139 επ.). Στη 13η έκθεση που δήμοσιεύτηκε πρόσφατα (σ. 145) αναγγέλλεται ότι η Επιτροπή θα απευθύνει ανακοίνωση προς τα κράτη μέλη «προκειμένου να διευκρινίσει τα σχετικά ζητήματα και να διασφαλίσει την αυστηρή εφαρμογή των κανόνων που ρυθμίζουν τις κρατικές ενισχύσεις». Από την εν λόγω έκθεση προκύπτει ότι ιδίως στο Βέλγιο, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ολλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο χορηγούνται ενισχύσεις υπό μορφή — ενδεχομένως χρονικώς περιορισμένης — συμμετοχής στο εταιρικό κεφάλαιο. Από τις εκθέσεις αυτές συνάγονται, εξάλλου, ορισμένες βασικές κατευθύνσεις της πολιτικής της Επιτροπής. Σύμφωνα με την όγδοη αιτιολογική σκέψη της επιδίκου αποφάσεως, τρία κράτη μέλη υποστηρίζουν ρητώς την πολιτική που ακολούθησε η Επιτροπή στην παρούσα υπόθεση.
1.2. Επί του παραδεκτού της προσφυγής
Αν και η απόφαση αφορά, χωρίς αμφιβολία, την προσφεύγουσα κατά τρόπο άμεσο και ατομικό, ωστόσο από το δικόγραφο της προσφυγής ανακύπτουν ορισμένα προβλήματα παραδεκτού. Πράγματι, η απόφαση αφορά ενισχύσεις υπέρ μιας επιχειρήσεως του τομέα χάρτου (βλέπε την πρώτη και τρίτη αιτιολογική σκέψη). Κατά την προσφεύγουσα προσφανώς νοείται η δική της επιχείρηση. Οι ισχυρισμοί, όμως, που προβάλλονται στην προσφυγή αναφέρονται, στην πραγματικότητα, κυρίως στη συμμετοχή της περιφέρειας Βαλλονίας στο εταιρικό κεφάλαιο τριών επιχειρήσεων, για τις οποίες η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι είναι εντελώς ανεξάρτητες και ότι σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν ως θυγατρικές της επιχειρήσεις. Εάν αυτό αληθεύει η προσφυγή πρέπει βέβαια να θεωρηθεί ως απαράδεκτη, σε ό,τι αφορά τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν στις τρεις αυτές επιχειρήσεις. Το γεγονός ότι οι τρεις επιχειρήσεις δεν άσκησαν αυτόνομη προσφυγή αλλά παρενέβησαν υπέρ των αιτημάτων της προσφεύγουσας δεν μπορεί βεβαίως να άρει το ενδεχόμενο ζήτημα απαραδέκτου που γεννάται.
Τα σχετικά επιχειρήματα της προσφεύγουσας τα αποδυνάμωσε σε σημαντικό βαθμό ο εισηγητής δικαστής κατά την προφορική διαδικασία, καθόσον προκάλεσε την ομολογία της προσφεύγουσας, ότι η περιφέρεια Βαλλονίας δεν ελέγχει μόνο τις παρεμβαίνουσες επιχειρήσεις αλλά και την ίδια την προσφεύγουσα, λόγω κατοχής της πλειοψηφίας στο εταιρικό της κεφάλαιο. Λόγω αυτής της συμμετοχής στο εταιρικό κεφάλαιο όλες οι επιχειρήσεις αυτές πρέπει να θεωρηθούν ως ένας όμιλος ή ως μία επιχείρηση, κατά την έννοια της αποφάσεως. Την ίδια άποψη διατυπώνει και η Επιτροπή. Δεν νομίζω ότι μπορεί να διατυπωθεί καμία σημαντική αντίρρηση κατά του δικαιώματος της προσφεύγουσας να εκπροσωπεί όλο τον όμιλο των επιχειρήσεων. Αμφιβολίες θα μπορούσαν να προκύψουν σχετικά από τον ισχυρισμό της ίδιας της προσφεύγουσας ότι δεν ασκεί καμία επιρροή στις παρεμβαίνουσες επιχειρήσεις. Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός αντικρούεται από τα αναφερόμενα στη σελίδα 60 των απόψεων της περιφέρειας Βαλλονίας που υπέβαλε στο Δικαστήριο η Επιτροπή. Στο κείμενο αυτό αναφέρεται ότι η προσφεύγουσα καθορίζει τη βιομηχανική και εμπορική πολιτική του ομίλου και ότι μπορεί να παρεμβαίνει σε υποθέσεις της κάθε μιας από τις θυγατρικές επιχειρήσεις. Με την αναγνώριση του παραδεκτού της προσφυγής πρέπει, λογικά, να απορριφθούν όλα εκείνα τα επιχειρήματα που στηρίζονται στην πλήρη αυτονομία των λοιπών παραγωγικών επιχειρήσεων του ομίλου. Οι ισχυρισμοί που αναφέρονται στο ουσιαστικό δίκαιο και από τους οποίους θα μπορούσε να προκύψει το απαράδεκτο της προσφυγής, δύσκολα θα μπορούσαν να θεωρηθούν βάσιμοι. Κατά την εξέταση των διαφόρων αιτιάσεων που προβάλλει η προσφεύγουσα και οι παρεμβαίνουσες θα έχω την ευκαιρία να επανέλθω στο πρόβλημα αυτό.
1.3. Επί των προβαλλομένων λόγων ακυρώσεως
Οι επτά λόγοι ακυρώσεως που προβάλλει η προσφεύγουσα καθώς και οι αντίστοιχες επτά αιτιάσεις των παρεμβαινουσών, οι οποίες, όμως, δεν ανταποκρίνονται πλήρως προς αυτούς, μπορούν, κατά τη γνώμη μου, να καταταγούν κατά τον τρόπο που ακολουθεί. Κατά την κατάταξη αυτή προσπάθησα, σε ό,τι αφορά τις αιτιάσεις που αναφέρονται στο ουσιαστικό δίκαιο, να ακολουθήσω όσο γίνεται πιστότερα την οικονομία του άρθρου 92 και την οικονομία της αποφάσεως που στηρίζεται σ' αυτό.
Στη δεύτερη παράγραφο των προτάσεων μου θα ασχοληθώ πρώτα με τους τρεις (τυπικούς) λόγους ακυρώσεως και τις αντίστοιχες δύο αιτιάσεις των παρεμβαινουσών. Αυτοί οι λόγοι ακυρώσεως, με τους οποίους προβάλλεται διπλή παράβαση του άρθρου 93, παράγραφος 2, καθώς και παράβαση του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως περί των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αφορούν όλοι τους τον τύπο.
Στην τρίτη παράγραφο θα εξετάσω τις τρεις πρώτες αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεως, οι οποίες αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά, καθώς και τις απόψεις που διατύπωσαν σχετικά η προσφεύγουσα και οι παρεμβαίνουσες (μεταξύ άλλων την έβδομη αιτίαση των παρεμβαινουσών η οποία δεν αναπτύχθηκε χωριστά στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση).
Στην τέταρτη παράγραφο θα εξετάσω τους λόγους ακυρότητας που αναφέρονται σε έλλειψη αιτιολογίας σχετικά με τις προϋποθέσεις του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ: στο σημείο 4.1 τον όρο «ενισχύσεις» (στον οποίο αναφέρεται ο έκτος λόγος ακυρώσεως καθώς και η τέταρτη και πέμπτη αιτίαση των παρεμβαινουσών) και στο σημείο 4.2 την προϋπόθεση της δυσμενούς επιρροής των ενισχύσεων στις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές (πέμπτος λόγος ακυρώσεως).
Στην πέμπτη παράγραφο θα αναφερθώ στους σημαντικότερους για την παρούσα περίπτωση λόγους ακυρώσεως με τους οποίους προσάπτεται στην Επιτροπή ανεπαρκής αιτιολόγηση του τρόπου με τον οποίο εφήρμοσε το άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο γ (τέταρτος και έβδομος λόγος ακυρώσεως και τρίτη και έκτη αιτίαση των παρεμβαινουσών).
Τέλος, στην έκτη παράγραφο θα εκθέσω το αποτέλεσμα αυτής της εξετάσεως.
1.4. Σύγκριση με τα έγγραφα της δικογρα-φίας
Η εξέταση της νέας δομής των λόγων ακυρώσεως τους οποίους παρουσιάζω με σειρά διαφορετική από εκείνη που τους παρουσίασαν η προσφεύγουσα και οι παρεμβαίνουσες, μπορεί να γίνει με βάση μια σύγκριση με την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση στην οποία οι λόγοι αυτοί παρουσιάστηκαν με την αρχική τους σειρά. Η δικονομική εγγυητική λειτουργία της εκθέσεως για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, όπου κατά παράδοση εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά της αποφάσεως, ενέχει, βεβαίως, ιδιαίτερη σημασία, καθόσον οι προβληθέντες ισχυρισμοί παρουσιάζονται με διαφορετική σειρά, ή υπό συνοπτική μορφή στις προτάσεις ή στην απόφαση. Κατά την προφορική διαδικασία οι προβληθέντες λόγοι ακυρώσεως εξετάστηκαν με άλλη πάλι σειρά, έτσι ώστε μια συστηματικά νέα παρουσίαση τους να είναι επιβεβλημένη.
2. Οι τρεις τυπικοί λόγοι ακυρώσεως
2.1. Επί του πρώτου λόγου
Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως η προσφεύγουσα, υποστηριζόμενη από τις παρεμβαίνουσες, αιτιάται την Επιτροπή ότι παρέβη τον ουσιώδη τύπο του άρθρου 93, παράγραφος 2, διότι, πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν έταξε ονομαστικά προθεσμία στις ενδιαφερόμενες να υποβάλλουν τις παρατηρήσεις τους. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί. Σύμφωνα με τη μακρόχρονη παγία πρακτική της, η Επιτροπή και στην παρούσα περίπτωση, με ανακοίνωση της στην Επίσημη Εφημερίδα (ΕΕ C 61, 1981, σ. 3), έδωσε την ίδια ευκαιρία σε όλους τους αναφερομένους στο άρθρο 93, παράγραφος 2, ενδιαφερομένους (με εξαίρεση των κρατών μελών) να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους. Στην κατηγορία των ενδιαφερομένων περιλαμβάνονται όχι μόνο εκείνοι που λαμβάνουν τη σχετική ενίσχυση αλλά επίσης και εκείνες οι επιχειρήσεις οι οποίες ενδεχομένως θίγονται, από πλευράς ανταγωνισμού, καθώς και οι καταναλωτές, οι προμηθευτές, οι εργαζόμενοι και οι επαγγελματικές οργανώσεις. Είναι πρακτικά αδύνατο για την Επιτροπή και ούτε προβλέπεται από το άρθρο 93, παράγραφος 2, να ταχθεί σε όλους αυτούς τους δυνητικούς ενδιαφερόμενους ονομαστικά προθεσμία για να υποβάλλουν τις παρατηρήσεις τους. Η προνομιακή μεταχείριση των επιχειρήσεων εκείνων που λαμβάνουν τη σχετική ενίσχυση, καθόσον η Επιτροπή είναι σε θέση να τους γνωρίζει, θα αντέβαινε, άλλωστε, προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως όλων των ενδιαφερομένων. Ορθώς αναφέρει η Επιτροπή στην απάντηση της ότι, για τους πιο πάνω λόγους, μόνο μία ανακοίνωση μέσω της Επίσημης Εφημερίδας μπορεί να αποτελέσει επαρκή εγγύηση για όλους τους ενδιαφερόμενους. Μόνο για τα κράτη μέλη τίθεται συνήθως, σε σχέση, βέβαια, και με την προβλεπόμενη στο άρθρο 93, παράγραφος 1, από κοινού εξέταση των υφισταμένων καθεστώτων ενισχύσεων, ονομαστική προθεσμία για υποβολή παρατηρήσεων.
2.2. Επί νου δευτέρου λόγου
Με το δεύτερο λόγο ακυρώσεως η προσφεύγουσα, υποστηριζόμενη από τις παρεμβαίνουσες, αιτιάται την Επιτροπή ότι παρέβη την ίδια αυτή διάταξη καθώς και τη γενική αρχή της χρηστής διοικήσεως, καθόσον στην προαναφερθείσα ανακοίνωση δια-πιοτώνει την ύπαρξη της παραβάσεως η οποία υφίσταται μόνο κατά τους ισχυρισμούς της. Θα ήταν βέβαια προτιμότερο αν η Επιτροπή — σύμφωνα και με το γράμμα του άρθρου 93, παράγραφος 3, δεύτερη πρόταση — διατύπωνε απλώς τη γνώμη της, ότι συντρέχει περίπτωση ασυμβίβαστης με την Κοινή Αγορά ενισχύσεως. Ωστόσο, από το γράμμα της ανακοινώσεως και ιδίως από τη ρητή παραπομπή στο άρθρο 93, παράγραφος 2, πρώτη πρόταση, συνάγεται, χωρίς αμφιβολία, ότι πρόκειται, στην πράξη, μόνο για μια προσωρινή διαπίστωση, η οποία αποτελεί προϋπόθεση τόσο για την έκδοση της αποφάσεως όσο και για την εξέταση σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, κατά την έννοια του άρθρου 93, παράγραφος 1. Άλλωστε, η σαφής διατύπωση αυτής της προσωρινής διαπιστώσεως και η συνοπτική αιτιολόγηση της μάλλον αυξάνουν παρά περιορίζουν τη δυνατότητα των επιχειρήσεων που λαμβάνουν την ενίσχυση να διατυπώσουν τις αντιρρήσεις τους. Δεν πρέπει, τέλος, να παραβλέπεται ότι στην ίδια παράγραφο της ανακοινώσεως ακολουθεί η μη αμφισβητηθείσα διαπίστωση ότι το σχετικό καθεστώς ενισχύσεων δεν είχε κοινοποιηθεί εγκαίρως. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου (υποθέσεις 120 έως 122/73 και 141/73, Lorenz και λοιποί, Jurispr. 1973, σ. 1471) η εφαρμογή τους αντίκειται, για το λόγο αυτό και εν πάση περιπτώσει, προς το κοινοτικό δίκαιο. Εφόσον η Επιτροπή θεωρεί ως καθεστώς ενισχύσεων τη ρύθμιση η οποία δεν κοινοποιήθηκε εγκαίρως ασφαλώς αφήνει ανοικτή, χωρίς να είναι καθ' οιονδήποτε τρόπο υποχρεωμένη, τη δυνατότητα ακυρώσεως των αντιρρήσεων που διατυπώνει κατά του καθεστώτος αυτού. Κατά την άποψη μου και ο δεύτερος λόγος προσφυγής, παρά τις ατυχείς εκφράσεις της ανακοινώσεως που επεσήμανα, πρέπει επίσης να απορριφθεί.
2.3. Επί του τρίτον λόγου
Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως η προσφεύγουσα, υποστηριζόμενη από τις παρεμβαίνουσες, αιτιάται την Επιτροπή ότι παρέβη το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως περί Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ( 3 ), επειδή το άρθρο 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως προβλέπει την υποχρέωση λήψεως μέτρων «προκειμένου να αποφευχθεί ώστε οι ενισχύσεις για τις οποίες γίνεται λόγος στο άρθρο 1, δεύτερο εδάφιο, να συνεχίσουν να έχουν συνέπειες που οδηγούν σε στρέβλωση του ανταγωνισμού στο μέλλον». Οι ενισχύσεις για τις οποίες πρόκειται συνίστανται σε συμμετοχή του βελγικού κράτους στο εταιρικό κεφάλαιο των επιχειρήσεων. Καταρχάς, ο λόγος αυτός ακυρώσεως είναι αστήρικτος σε ό,τι αφορά τα πραγματικά περιστατικά. Ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας ότι το άρθρο 2 της αποφάσεως σημαίνει ότι η προσφεύγουσα οφείλει να επιστρέψει το ποσό των 1500 εκατομμυρίων βελγικών φράγκων που αντιπροσωπεύει τη συμμετοχή του βελγικού κράτους, δεν βρίσκει κανένα έρεισμα στο προαναφερθέν χωρίο της αποφάσεως. Αφενός μεν, η προαναφερθείσα διάταξη δεν επιβάλλει υποχρέωση στην προσφεύγουσα, αλλά αποκλειστικώς στη βελγική κυβέρνηση και, αφετέρου, επαφίεται στην κρίση της βελγικής κυβερνήσεως η επιλογή του τρόπου με τον οποίο θα αρθούν οι συνέπειες της εν λόγω ενισχύσεως στον τομέα του ανταγωνισμού. Όπως ανέφερε η Επιτροπή θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί περίπτωση μετατροπής της κρατικής συμμετοχής στο εταιρικό κεφάλαιο σε έντοκο δάνειο. Ο λόγος αυτός είναι, επίσης, αστήρικτος από νομικής απόψεως. Έστω και αν υποτεθεί ότι η Κοινότητα δεσμεύεται από το προαναφερθέν άρθρο της Συμβάσεως, η άποψη της προσφεύγουσας προϋποθέτει, προφανώς, τη συνδρομή δύο ακόμα όρων, αφενός μεν, ότι παρεμβάσεις διοικητικού δικαίου στις συμβατικές ή εμπράγματες σχέσεις πρέπει πάντοτε να κρίνονται βάσει του άρθρου 6 της Συμβάσεως και ότι μια διοικητική νομολογία σύμφωνα με την οποία επιτρέπεται μόνο ο έλεγχος της νομιμότητας παρομοίων παρεμβάσεων, που πραγματοποιούνται σε όλα τα κράτη μέλη, αντίκειται προς το άρθρο 6. Ούτε στο γράμμα της εν λόγω διατάξεως, ούτε στη νομολογία που επικαλέστηκε η προσφεύγουσα προς στήριξη του ισχυρισμού της, δεν μπόρεσα να βρω κάποιο έρεισμα ότι συντρέχουν οι δύο αυτοί όροι ( 4 ). Κατά συνέπεια και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.
3. Τα πραγματικά περιστατικά και οι λόγοι ακυρώσεως που στηρίζονται σ' αυτά
Όπως προκύπτει από τις τρεις πρώτες αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεως, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι εν λόγω ενισχύσεις εμφανίζονται υπό τις ακόλουθες μορφές:
α)
Υπό μορφή «προνομιακού δανείου ύψους 1076 εκατομμυρίων βελγικών φράγκων που προορίζεται να χρηματοδοτήσει επενδυτικό πρόγραμμα 1314 εκατομμυρίων βελγικών φράγκων και υπό μορφή δύο επιστρεφόμενων προκαταβολών συνολικού ύψους 510 εκατομμυρίων βελγικών φράγκων». Οι ενισχύσεις αυτές, σύμφωνα με τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη «συνδέονται ειδικότερα με την πραγματοποίηση πράξεων αναδιαρθρώσεως που περιλαμβάνουν το κλείσιμο δύο μονάδων εκμεταλλεύσεως επί συνόλου πέντε και την παύση παραγωγής χαρτομάζας εις όφελος της ενισχύσεως παραγωγής ειδικών χαρτιών».
δ)
Υπό μορφή «συμμετοχής του Εκτελεστικού της περιφέρειας Βαλλονίας εκ 2,35 δισεκατ. βελγικών φραγκων, που έχει σαν κύριο στόχο τη διάσωση της επιχειρήσεως, η οποία ευρίσκεται σε ιδιαίτερα δυσχερή οικονομική κατάσταση» (τρίτη αιτιολογική σκέψη).
Οι παρεμβαίνουσες αμφισβητούν με την έβδομη αιτίαση τους το ανωτέρω σημείο 6 αυτής της εκθέσεως των πραγματικών περιστατικών. Ισχυρίζονται ότι από το αναφερθέν ποσό μόνο 1,5 δισεκατ. βελγικά φράγκα χρησιμοποιήθηκαν για τη συμμετοχή στο κεφάλαιο της προσφεύγουσας. Τα υπόλοιπα 850 εκατομμύρια βελγικά φράγκα χρησιμοποιήθηκαν, στην πραγματικότητα, για τη συμμετοχή της περιφέρειας Βαλλονίας στο σχηματισμό του κεφαλαίου των προσφευγουσών. Κατά συνέπεια, οι παρεμβαίνουσες επιχειρήσεις, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, ιδρύθηκαν, στην πραγματικότητα, από την περιφέρεια Βαλλονίας. Και ο τρίτος Kat ο τέταρτος λόγος προσφυγής στηρίζονται, προφανώς, στο ίδιο επιχείρημα χωρίς, ωστόσο, η προσφεύγουσα να προβάλλει χωριστό λόγο ακυρώσεως ( 5 ). Στις εισαγωγικές μου παρατηρήσεις έχω ήδη αναφέρει ότι η αιτίαση αυτή (καθώς και όλα τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας και των παρεμβαινουσών που στηρίζονται σ' αυτήν) πρέπει να θεωρηθεί ως απαράδεκτη, έστω και αν από απόψεως περιεχομένου είναι βάσιμη. Είχα, επίσης, τονίσει ότι όπου η απόφαση ομιλεί για επιχείρηση εννοεί, προφανώς, όχι μόνο την προσφεύγουσα αλλά όλο τον όμιλο των επιχειρήσεων που ελέγχει η περιφέρεια Βαλλονίας μέσω της συμμετοχής στο εταιρικό τους κεφάλαιο. Κατά συνέπεια, και η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί.
Κυρίως κατά την προφορική διαδικασία τόσο η προσφεύγουσα όσο και οι παρεμβαίνουσες που την υποστηρίζουν διατύπωσαν αιτιάσεις κατά των αναφερθεισών τριών αιτιολογικών σκέψεων που αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά και από μία άλλη άποψη.
Σε ό,τι αφορά την επαναλαμβανόμενη άποψη ότι ως επιχείρηση η απόφαση εννοεί αποκλειστικά και μόνο την προσφεύγουσα και όχι όλο τον όμιλο των επιχειρήσεων δεν χρειάζεται να προσθέσω τίποτε άλλο μετά τα όσα ήδη ανέφερα. Κατά την προφορική διαδικασία, ωστόσο, αμφισβητήθηκε επίσης η διαπίστωση που περιέχεται στην τρίτη αιτιολογική σκέψη ότι «κύριος στόχος» της συμμετοχής της περιφέρειας Βαλλονίας, ύψους 2,35 δισεκατ. βελγικών φράγκων, «είναι η διάσωση της επιχειρήσεως η οποία ευρίσκεται σε ιδιαίτερα δυσχερή οικονομική κατάσταση». Κατά την άποψη της προσφεύγουσας και των παρεμβαινουσών τόσο από νομικής απόψεως όσο και από πλευράς λογιστικής, οι συμμετοχές στις οποίες αναφέρεται η τρίτη αιτιολογική σκέψη δεν μπορούν να διακριθούν, από αυτή την άποψη, από τα δάνεια τα οποία αναφέρονται στην πρώτη αιτιολογική σκέψη. Τόσο τα δάνεια όσο και οι συμμετοχές στο κεφάλαιο κατέστησαν μέρος των περιουσιακών στοιχείων της προσφεύγουσας. Και τα δύο προορίζονται, χωρίς διάκριση, να εξυπηρετήσουν το σκοπό της αναδιαρθρώσεως, επομένως προορίζονται για επενδύσεις, για το κλείσιμο δύο από τα πέντε συνολικά εργοστάσια, για τη διακοπή της παραγωγής χαρτομάζας προς ενίσχυση της παραγωγής ειδικού χάρτου καθώς και προς κάλυψη των χρεών και των ζημιών. Αυτή η πραγματική κατάσταση που παρουσιάστηκε κατ' αυτόν τον τρόπο χωριστά και επί της οποίας στηρίζονται οι λόγοι ακυρώσεως 4, 5, 6 και 7, που θα εξεταστούν κατωτέρω, είναι αντίθετοι προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που παρουσιάστηκε κατά την προφορική διαδικασία στο υπόμνημα της περιφέρειας Βαλλονίας. Από το λεπτομερές αυτό έγγραφο (σ. 62) προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι τα δάνεια που χορηγήθηκαν πρέπει να θεωρηθούν αποκλειστικώς ως επενδυτικές πιστώσεις, οι δε προκαταβολές πρέπει να θεωρηθεί ότι προορίζονται αποκλειστικώς να καλύψουν τις κοινωνικές επιπτώσεις της αναδιαρθρώσεως. Προκύπτει, επομένως, ότι τα χρέη και οι ζημίες του ομίλου μπορούσαν να καλυφθούν αποκλειστικά και μόνο από τα ποσά που αντιπροσωπεύουν συμμετοχή στο εταιρικό κεφάλαιο. Αν αφαιρεθεί το κόστος της επενδύσεως το οποίο ανέφερε η ίδια η προσφεύγουσα στην προφορική διαδικασία (400 εκατομμύρια βελγικά φράγκα) και το κόστος του κλεισίματος (510 εκατομμύρια βελγικά φράγκα) τα χρέη και οι ζημίες απαιτούν προς κάλυψη τους το μεγαλύτερο μέρος του ποσού που αντιπροσωπεύει τη συμμετοχή του κράτους. Πρέπει, επίσης, να προστεθεί ότι, όπως ανέφεραν η προσφεύγουσα και οι παρεμβαίνουσες στην προφορική διαδικασία, τα δύο εργοστάσια που εξακολουθούν ακόμα να λειτουργούν εργάζονται με ζημία. Ακόμα και αυτές οι ζημίες που εξακολουθούν να εμφανίζονται μετά τη χορήγηση της ενισχύσεως, καίτοι κατά πληροφορίες της προσφεύγουσας παρουσιάζουν μείωση, μπορούν να καλυφθούν μόνο με τη συμμετοχή στο εταιρικό κεφάλαιο. Κατά συνέπεια, ορθώς διαπιστώνει η Επιτροπή στην τρίτη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεώς της ότι «κύριος στόχος» της συμμετοχής αυτής στο εταιρικό κεφάλαιο είναι «η διάσωση της επιχειρήσεως η οποία ευρίσκεται σε ιδιαίτερα δυσχερή οικονομική κατάσταση». Αυτό ισχύει ιδίως για τη συμμετοχή στο κεφάλαιο της προσφεύγουσας επιχειρήσεως πάντως, σύμφωνα και με αυτούς ακόμη τους αριθμούς που παρέθεσε η προσφεύγουσα στην επ' ακροατηρίου συζήτηση το ίδιο επίσης ισχύει για το ήμισυ σχεδόν του ποσού που αντιπροσωπεύει τη συμμετοχή στο κεφάλαιο των παρεμβαινουσων.
Θα αναφερθώ τώρα χωριστά στις νομικές πλευρές των υπολοίπων λόγων ακυρώσεως.
4. Επί της εφαρμογής του άρθρου 92, παράγραφος 1
4.1. Ο όρος ενίσχυση
Πρώτη προϋπόθεση για την εφαρμογή του άρθρου 92 είναι η ύπαρξη «ενισχύσεων που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους» οι οποίες «νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής». Σ' αυτήν τη βασική προϋπόθεση του άρθρου 92, παράγραφος 1, αναφέρεται ο έκτος λόγος ακυρώσεως καθώς και η τέταρτη και πέμπτη αιτίαση των παρεμβαινουσών.
Με τον έκτο λόγο ακυρώσεως και την τέταρτη αιτίαση των παρεμβαινουσών αμφισβητούνται, από της απόψεως αυτής, η 26η και 27η αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως, όπου διαπιστώνεται ότι η συμμετοχή στο εταιρικό κεφάλαιο συνιστά «ενίσχυση διασώσεως που προορίζεται να επιτρέψει στην επιχείρηση να αντιμετωπίσει τις οικονομικές υποχρεώσεις της», και ότι η ενίσχυση αυτή «που προορίζεται να επιτρέψει τη διατήρηση σε δραστηριότητα μονάδων παραγωγής ... είναι φύσεως τέτοιας που να βλάπτει με σοβαρό τρόπο τις συνθήκες ανταγωνισμού, γιατί η ελεύθερη λειτουργία της αγοράς θα απαιτούσε κανονικά το κλείσιμο της επιχειρήσεως επιτρέποντας έτσι στους περισσότερο αποδοτικούς ανταγωνιστές να αναπτυχθούν». Οι παρεμβαίνουσες αμφισβητούν τη διαπίστωση αυτή ιδίως σε ό,τι αφορά τη συμμετοχή στο δικό τους εταιρικό κεφάλαιο. Ωστόσο, έχω ήδη εξηγήσει ότι ο διαχωρισμός αυτός των διαπιστώσεων της Επιτροπής πρέπει να θεωρηθεί απαράδεκτος και ότι οι παρεμβαίνουσες, στην περίπτωση που θα έπρεπε να θεωρηθούν ως αυτόνομες επιχειρήσεις, (quod no) δεν άσκησαν χωριστή προσφυγή αλλά, απλώς, παρενέβησαν υπέρ της προσφεύγουσας. Κατά συνέπεια είναι απαράδεκτο να προβάλλουν αυτόνομα αιτήματα ως προς την απόφαση. Η τέταρτη, επομένως, αιτίαση τους μπορεί να ληφθεί υπόψη μόνο καθόσον συμβάλλει στην υποστήριξη των αιτημάτων της προσφεύγουσας. Από την άποψη αυτή, όμως, δεν παρέχει νέα στοιχεία.
Σημαντικότερη από τον έκτο λόγο ακυρώσεως, είναι η πέμπτη αιτίαση των παρεμβαινουσών. Με την αιτίαση αυτή προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η απόφαση παρέβη το άρθρο 222 της Συνθήκης ΕΟΚ διότι αρνείται, τελικώς, σε ένα κράτος ή σε ένα όργανο του το δικαίωμα να ιδρύσει νέες επιχειρήσεις, ενώ το άρθρο 222 της Συνθήκης ΕΟΚ ορίζει ότι: «η παρούσα συνθήκη δεν προδικάζει με κανέναν τρόπο το καθεστώς της ιδιοκτησίας στα κράτη μέλη». Αν με τη διατύπωση της αιτιάσεως αυτής το ζήτημα του παραδεκτού της συμμετοχής της περιφέρειας της Βαλλονίας στο εταιρικό κεφάλαιο περιορίζεται, και πάλι, κατά ανεπίτρεπτο τρόπο στην συμμετοχή στο κεφάλαιο των παρεμβαινουσών, ζητείται από το Δικαστήριο με την αιτίαση αυτή ρητώς να αποφανθεί σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 92 σε περιπτώσεις συμμετοχής του κράτους στο κεφάλαιο επιχειρήσεων.
«Ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής», υπάρχουν, μεταξύ άλλων, όταν οι ενισχύσεις μειώνουν κατά τρόπο τεχνητό το κόστος επενδύσεως ή το κόστος παραγωγής ή το κόστος διαθέσεως στην αγορά των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων, καθώς και όταν το κράτος αναλαμβάνει καθ' οιονδήποτε τρόπο την κάλυψη των ζημιών της επιχειρήσεως. Από την ανάλυση των πραγματικών περιστατικών που έκανα καθώς και από τα σχετικά επιχειρήματα της προσφεύγουσας που παρέθεσα στην τρίτη ενότητα των προτάσεων μου αυτών προκύπτει ότι η συμμετοχή της περιφέρειας Βαλλονίας σκοπεύει, κυρίως, στην κάλυψη των ζημιών του ομίλου Intermitís. Ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας ότι αυτό δεν συμβαίνει στηρίζεται, κατά ένα μέρος, στην άποψη της η οποία ήδη (στην τρίτη παράγραφο) κρίθηκε ως αβάσιμη, ότι τα δάνεια, οι προκαταβολές και οι συμμετοχές στο κεφάλαιο συνιστούν ένα σύνολο το οποίο ες ολοκλήρου προορίζεται να ενισχύσει τη μία και αδιαίρετη προσπάθεια αναδιαρθρώσεως. Το επιχείρημα αυτό στηρίζεται επίσης στην άποψη, η οποία επίσης κρίθηκε αβάσιμη προηγουμένως (στην παράγραφο 1.2) και η οποία θέτει ζήτημα παραδεκτού της προσφυγής, ότι, στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται για ενίσχυση προς μία επιχείρηση αλλά για ενίσχυση προς διαφορετικές αυτόνομες επιχειρήσεις (προς την προσφεύγουσα και τις τρεις παρεμβαίνουσες). Εξάλλου, έχω ήδη διαπιστώσει ότι η συμμετοχή στο κεφάλαιο των παρεμβαινουσών χρησιμοποιείται επίσης, κατά μέγα μέρος, προς κάλυψη ζημιών. Κατά συνέπεια, και ο έκτος ισχυρισμός της προσφυγής πρέπει να απορριφθεί.
Απομένει να εξεταστεί η σημαντική πέμπτη αιτίαση των παρεμβαινουσών, η οποία θίγει το ζήτημα των σχέσεων του άρθρου 92 με το άρθρο 222 της Συνθήκης ΕΟΚ. Το γεγονός ότι το 1963η Επιτροπή σε απάντηση της προς κοινοβουλευτικό ερώτημα, την οποία προσκόμισε η προσφεύγουσα, δεν περιέλαβε ρητώς στον κατάλογο παραδειγμάτων πιθανών μορφών ενισχύσεων τη συμμετοχή στο εταιρικό κεφάλαιο, δεν μπορεί βεβαίως να αποκλείσει ότι η Επιτροπή, βασιζόμενη στη μετέπειτα πείρα της, θα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι υπό ορισμένες περιστάσεις και η συμμετοχή του κράτους στο εταιρικό κεφάλαιο επιχειρήσεων μπορεί να συνιστά ενισχύσεις υπό την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1. Στις προαναφερθείσες προτάσεις του της 25ης Ιανουαρίου 1984, στην υπόθεση 84/82 (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά Επιτροπής) ο γενικός εισαγγελέας Sir Gordon Slynn καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ακόμα και μια χρονικώς περιορισμένη συμμετοχή στο κεφάλαιο βιώσιμων επιχειρήσεων με δυνατότητα διανομής μερισμάτων μπορεί να αποτελέσει ενίσχυση όταν γίνεται σε τέτοια έκταση που θα ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθεί υπό κανονικές συνθήκες στην αγορά κεφαλαίου. Στην προκειμένη υπόθεση δεν μπορεί να γίνει λόγος για μια τέτοια οριακή περίπτωση.
Στην υπό κρίση υπόθεση υπάρχει σαφώς συμμετοχή στο εταιρικό κεφάλαιο μιας προβληματικής επιχειρήσεως την οποία η Επιτροπή θεώρησε ως ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92 επίσης και σε σχέση με την υπόθεση 84/82. Όπως ήδη αναφέρθηκε κύριος σκοπός της επίδικης συμμετοχής στο κεφάλαιο των επιχειρήσεων του ομίλου Intermills είναι η κάλυψη των ζημιών. Νομίζω ότι δεν χωρεί αμφιβολία ότι και σε μια τέτοια περίπτωση καλύψεως ζημιών σε μεγάλη έκταση χάρις στην οποία διατηρείται τεχνητά σε λειτουργία μια επιχείρηση, πρέπει να θεωρηθεί ως ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92. Αυτό ισχύει ακόμα περισσότερο, εφόσον λόγω ελλείψεως χρονικού περιορισμού αυτής της συμμετοχής στο εταιρικό κεφάλαιο καθώς επίσης και λόγω του γεγονότος ότι τέσσερα ήδη έτη μετά τη χορήγηση της ενισχύσεως αυτής δεν έχει ακόμα αποκατασταθεί η ανταγωνιστικότητα των εργοστασίων που εξακολουθούν να λειτουργούν, μπορεί να συναχθεί ότι το κεφάλαιο αυτό θα ήταν αδύνατο να εξευρεθεί στην ιδιωτική κεφαλαιαγορά. Το ίδιο συνάγεται και από το σχέδιο εξυγιάνσεως που υπέβαλε η περιφέρεια Βαλλονίας. Πολύ λιγότερο θα ήταν δυνατό να επιτευχθεί το αποτέλεσμα αυτό σε ό,τι αφορά τη συμμετοχή στο κεφάλαιο της προσφεύγουσας ύψους 1,5 δισεκατ. βελγικών φράγκων, καθόσον η προσφεύγουσα τόνισε με έμφαση κατά την προφορική διαδικασία ότι δεν εξακολουθεί πλέον με κανένα τρόπο τη βιομηχανική της παραγωγή. Μια τέτοια μορφή καλύψεως ζημιών, χάρη στην οποία ένας όμιλος επιχειρήσεων (οι οποίες, όπως ελέχθη, είναι συνδεδεμένες μεταξύ τους) διατηρείται τεχνητά σε λειτουργία νοθεύει, χωρίς αμφιβολία, τον ανταγωνισμό με τις υπόλοιπες επιχειρήσεις του ιδίου τομέα. Σύμφωνα με την ένατη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως δύο επαγγελματικές ενώσεις και μία ανταγωνιστική επιχείρηση υποστήριξαν την άποψη ότι αυτό συμβαίνει ιδίως επειδή ο οικείος τομέας χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη πλεονάσματος παραγωγικής ικανότητας.
Το συμπέρασμα αυτό δεν μπορεί να μεταβληθεί σε τίποτα από το άρθρο 222. Στη νομολογία τη σχετική με τα δικαιώματα βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας, στο πλαίσιο του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΟΚ, το Δικαστήριο έχει ήδη επανειλημμένα τονίσει ότι η αναγνώριση της υπάρξεως των δικαιωμάτων αυτών δεν σημαίνει με κανέναν τρόπο ότι επιτρέπεται επίσης η οποιαδήποτε εκμενάλλευοή τους. Από μία διαφορετική ερμηνεία του άρθρου 222 θα μπορούσε να συναχθεί το αντίθετο συμπέρασμα, ότι δηλαδή καμία σύμβαση ή άλλη νομική πράξη που αναφέρεται στη μεταβίβαση ή την εκμετάλλευση κυριότητος επί κινητών ή ακινήτων, υλικών ή άυλων αγαθών (στην παρούσα περίπτωση στο σχηματισμό του μετοχικού κεφαλαίου), δεν επηρεάζεται από το πρωτογενές ή παράγωγο κοινοτικό δίκαιο. Ήδη από το άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΟΚ προκύπτει σαφώς ότι η γνώμη αυτή είναι αβάσιμη. Σε ό,τι αφορά τη συγκεκριμένη περίπτωση θεωρώ ως προφανές ότι δεν αντίκειται στο άρθρο 222η απαγόρευση συμμετοχής στο εταιρικό κεφάλαιο που γίνεται με σκοπό τη σε μεγάλη έκταση κάλυψη χρεών ή λειτουργικών ζημιών. Κατά συνέπεια, πρέπει επίσης να απορριφθεί ως αβάσιμη η πέμπτη αιτίαση των παρεμβαινουσών, αν βεβαίως θεωρηθεί ως παραδεκτή.
4.2. Το κριτήριο της επιρροής επί νου εμπορίου
Με τον πέμπτο λόγο ακυρώσεως η προσφεύγουσα προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η άποψη της Επιτροπής σύμφωνα με την οποία η επίδικη ενίσχυση μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη και, στην πραγματικότητα, αβάσιμη. Επικαλούμενη την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 730/79 (Philip Morris, Slg. 1980, σ. 2671) η προσφεύγουσα ισχυρίζεται στο δικόγραφο της προσφυγής της ότι μπορεί να γίνει λόγος για επιρροή επί του εμπορίου μόνο στην περίπτωση κατά την οποία «η οικονομική ενίσχυση που χορηγεί ένα κράτος μέλος ενισχύει τη θέση μιας επιχειρήσεως έναντι άλλων ανταγωνιστριών της στο ενδοκοινοτικό εμπόριο» (σκέψη 11, πρώτη πρόταση), δηλαδή, «συμβάλλει στην αύξηση της παραγωγικής της ικανότητας και, κατά συνέπεια, στην αύξηση της ικανότητας της να τροφοδοτεί τα εμπορικά ρεύματα, περιλαμβανομένων εκείνων που υφίστανται μεταξύ κρατών μελών» (σκέψη 11, τρίτη πρόταση). Επί του ισχυρισμού αυτού' παρατηρείται καταρχάς ότι δημιουργείται αναληθώς η εντύπωση ότι η τρίτη πρόταση της σχετικής σκέψεως περιλαμβάνει μία στενότερη διευκρίνιση της πρώτης προτάσεως που είναι διατυπωμένη κατά τρόπο γενικότερο. Στην πραγματικότητα στην τρίτη αυτή φράση εξετάζεται η συγκεκριμένη περίπτωση της Philip Morris σε σχέση με όσα αναφέρει η πρώτη πρόταση.
Το ζήτημα αν το Δικαστήριο θέλησε πράγματι στην πρώτη φράση της αναφερθείσας σκέψεως να δώσει ένα πλήρη ορισμό των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 92, παράγραφος 1, δεν χρειάζεται να εξεταστεί στην προκειμένη περίπτωση. Από την εξέταση της επίδικης ενίσχυσης σε σχέση με την παράγραφο αυτή προκύπτει, πράγματι, σαφώς ότι η ενίσχυση αυτή εμπίπτει στα όρια της εν λόγω διατάξεως. Η περιφέρεια Βαλλονίας με τη συμμετοχή στο εταιρικό κεφάλαιο κατέστησε δυνατή την εξόφληση των χρεών και την κάλυψη των τρεχουσών ζημιών γεγονός που ενίσχυσε ασφαλώς τη θέση των επιχειρήσεων του ομίλου Intermills, οι οποίες, όπως προαναφέρθηκε, ορθώς χαρακτηρίζονται στην απόφαση ως μία επιχείρηση, στο πλαίσιο του ενδοκοινοτικού εμπορίου.
Όπως ορθώς διαβεβαιώνει η Επιτροπή στην απάντηση της η εν λόγω επιχείρηση χωρίς την ενίσχυση αυτήν (στην οποία πρέπει να προστεθεί η μαζική ενίσχυση των επενδύσεων υπό τη μορφή προνομιακών πιστώσεων) θα είχε ασφαλώς διακόψει τη λειτουργία της. Εξάλλου η συμμετοχή στο εταιρικό κεφάλαιο οδήγησε μέρος των επιχειρήσεων (τις βιομηχανίες των παρεμβαι-νουσών) στο να παράγουν σε τιμές μη αποδοτικές.
Υπό το φως της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση Philip Morris και σε σύγκριση με την επίδικη απόφαση στην παρούσα υπόθεση οι αιτιολογικές σκέψεις 8 έως 10 μπορούν να θεωρηθούν, λαμβανομένου υπόψη, μεταξύ άλλων, του γεγονότος ότι οι αποδέκτες της αποφάσεως και η προσφεύγουσα εγνώριζαν βεβαίως τη θέση του ομίλου στο διεθνές εμπόριο, ως επαρκής αιτιολογία του ότι συντρέχει η προϋπόθεση της επιρροής επί του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών. Βεβαίως, ο ρόλος της αποφάσεως ως παραδείγματος για επιχειρήσεις άλλων οικονομικών κλάδων, καθώς και η δυνατότητα εκτιμήσεως της από κατά οιονδήποτε τρόπο ενδιαφερόμενους τρίτους θα ήταν πολύ μεγαλύτερες αν η απόφαση ανέφερε ρητώς τα πραγματικά περιστατικά που εγνώριζαν οι άμεσα ενδιαφερόμενοι.
5. Η εφαρμογή του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο γ
Στις αιτιολογικές σκέψεις 14 έως 29 της αποφάσεως εκτίθενται οι λόγοι για τους οποίους δεν πρέπει να γίνει δεκτό ότι συντρέχει περίπτωση χρησιμοποιήσεως των δυνατοτήτων που προβλέπει το άρθρο 92, παράγραφος 3, να θεωρηθεί ότι συμβιβάζεται με την κοινή αγορά ενίσχυση η οποία εμπίπτει στο άρθρο 92, παράγραφος 1. Ιδιαίτερη σημασία έχει στην παρούσα περίπτωση το άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο γ. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή μπορούν να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την Κοινή Αγορά: «ενισχύσεις για την προώθηση της αναπτύξεως ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων ή οικονομικών περιοχών, εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα χντέκειτο προς το κοινό συμφέρον».
Με τον τέταρτο και έβδομο λόγο ακυρώσεως και τις αντίστοιχες τρίτη και έκτη αιτιάσεις των παρεμβαινουσών προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η απόφαση, σε ό,τι αφορά την άρνηση χρησιμοποιήσεως της δυνατότητας αυτής, είναι αντιφατικώς και ανεπαρκώς αιτιολογημένη ότι, δηλαδή, αντιβαίνει προς την προαναφερθείσα διάταξη. Η αντιφατικότητα της αιτιολογίας προκύπτει από το γεγονός ότι στην απόφαση αφενός μεν αναφέρεται ότι «οι χορηγούμενες ενισχύσεις υπό τη μορφή επιδοτημένων προνομιακών πιστώσεων ... συνδέονται» με την αναδιάρθρωση της επιχειρήσεως και «δεν μπορούν να αλλοιώσουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο αντίθετο προς το κοινό συμφέρον». Θα ήθελα σχετικά να παρατηρήσω ότι οι φράσεις αυτές είναι αποσπάσματα από τις αιτιολογικές σκέψεις 22 έως 24 της αποφάσεως που πρέπει να κριθούν εν σχέσει με το πλήρες κείμενο. Εξάλλου η ενίσχυση υπό μορφή συμμετοχής στο κεφάλαιο της ενδιαφερόμενης επιχειρήσεως δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι συνδέεται άμεσα με την αναδιάρθρωση της επιχειρήσεως. (Παραπέμπω σχετικά στις αιτιολογικές σκέψεις 26 και 27 της αποφάσεως, όπου προς πληρέστερη διευκρίνιση της διαπιστώσεως αυτής αναφέρεται ότι: «πρόκειται για ενίσχυση διασώσεως που προορίζεται να επιτρέψει στην επιχείρηση να αντιμετωπίσει τις οικονομικές υποχρεώσεις της. Ότι μια τέτοια ενίσχυση που προορίζεται να επιτρέψει τη διατήρηση σε δραστηριότητα μονάδων παραγωγής, είναι φύσεως τέτοιας που να βλάπτει με σοβαρό τρόπο τις συνθήκες ανταγωνισμού, γιατί η ελεύθερη λειτουργία της αγοράς θα απαιτούσε κανονικά το κλείσιμο της επιχειρήσεως επιτρέποντας έτσι στους περισσότερο αποδοτικούς ανταγωνιστές να αναπτυχθούν».)
Αντίθετα, κατά την άποψη της προσφεύγουσας και των παρεμβαινουσών οι ενισχύσεις υπό μορφή πιστώσεων και προκαταβολών τις οποίες ορθώς η Επιτροπή θεωρεί ως επιτρεπόμενες υπηρετούν τους ίδιους ακριβώς σκοπούς και έχουν τις ίδιες επιπτώσεις με τις αμφισβητούμενες ενισχύσεις. Πρόκειται για μια ενέργεια η οποία δεν δύναται να διαχωριστεί και η οποία περιλαμβάνει τα εξής επιμέρους μέτρα: κλείσιμο μη αποδοτικών μονάδων παραγωγής, ίδρυση τριών νέων εταιριών οι οποίες αναλαμβάνουν τις αποδοτικές μονάδες παραγωγής της προσφεύγουσας και η προσφεύγουσα μετατρέπεται σε «Société immobilière» [κτηματική εταιρία] εξάλλου η προσφεύγουσα, αφενός μεν, με τις προκαταβολές που όφειλε να επιστρέψει, και αφετέρου, με τη συμμετοχή στο εταιρικό της κεφάλαιο, αφενός μεν, έπρεπε να καλύψει τις ζημίες από τη μειωμένη απόδοση της μονάδας παραγωγής του Saint-Servais, και αφετέρου, το κόστος της διακοπής λειτουργίας της εν λόγω μονάδος.
Με τον έβδομο λόγο ακυρώσεως η προσφεύγουσα αιτιάται την Επιτροπή ότι παρέβη το άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο γ, καθόσον δεν εφήρμοσε τη διάταξη αυτή λαμβάνοντας υπόψη ότι η μείωση της παραγωγής χαρτομάζας και ο προσανατολισμός της παραγωγής προς τους ειδικούς χάρτες εξυπηρετεί τα συμφέροντα της Κοινότητας. Αυτό δεν συμβιβάζεται με το γεγονός ότι η παραβιασθείσα διάταξη επιτρέπει «ενισχύσεις για την προώθηση της αναπτύξεως ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων, εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον». Εξάλλου η μη εφαρμογή της διατάξεως αυτής είναι ασυμβίβαστη με το γεγονός ότι η αμφισβητούμενη ενίσχυση είχε ακριβώς σαν στόχο της τον περιορισμό της παραγωγής χαρτομάζας και την προώθηση της παραγωγής ειδικών χάρτων.
Προκειμένου να εξεταστεί το βάσιμο του λόγου αυτού ακυρώσεως πρέπει να εξεταστεί σε σχέση με τους υπόλοιπους λόγους. Δεδομένου ότι η άποψη που υποστηρίχθηκε με τον έβδομο λόγο ακυρώσεως ότι το άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο γ, περιέχει νομοθετική εξουσιοδότηση για χορήγηση ορισμένων ενισχύσεων είναι σαφώς ασυμβίβαστη με την εισαγωγική φράση του άρθρου 92, παράγραφος 3, ο λόγος αυτός ακυρώσεως έχει σημασία μόνο ως προσθήκη του τέταρτου λόγου ακυρώσεως. Στην απάντηση της η προσφεύγουσα, προς διευκρίνιση του λόγου αυτού ακυρώσεως, ανέφερε ότι, αντίθετα προς την άποψη της Επιτροπής, η συμμετοχή στο εταιρικό κεφάλαιο δεν αφορά μία μόνο επιχείρηση, αλλά διάφορες επιχειρήσεις και συγκεκριμένα την προσφεύγουσα και τις παρεμβαίνουσες. Το μόνο ερώτημα στο οποίο πρέπει να απαντήσει το Δικαστήριο, κατά την άποψη της προσφεύγουσας, είναι αν η συμμετοχή στο εταιρικό κεφάλαιο της προσφεύγουσας συνδέεται με την αναδιάρθρωση κατά τον ίδιο τρόπο όπως και οι άλλες ενισχύσεις. Καταρχάς η ίδρυση των επιχειρήσεων των παρεμβαινουσών, καθώς και η χρηματοδότηση των μέτρων αυτών, αποτελούν τον κεντρικό πυρήνα του προγράμματος αναδιαρθρώσεως. Εξάλλου είναι αδύνατον να διαφοροποιηθεί η χρησιμοποίηση του ποσού που αντιπροσωπεύει τη συμμετοχή στο κεφάλαιο της προσφεύγουσας και η χρησιμοποίηση των πιστώσεων που χορηγήθηκαν προς κάλυψη των ζημιών. Χωρίς την κάλυψη αυτή των ζημιών θα διακινδύνευε ολόκληρο το πρόγραμμα αναδιαρθρώσεως.
Όπως ορθώς τόνισε η Επιτροπή στο πλαίσια μιας άλλης συζητήσεως, συγκεκριμένα κατά τη συζήτηση της πέμπτης αιτιάσεως των παρεμβαινουσών (βλέπε έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση), ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας περιέχει μια εσωτερική αντίφαση διότι, αφενός μεν, κάνει λόγο για την ίδρυση νέων αυτόνομων επιχειρήσεων με συμμετοχή στο κεφάλαιο τους της περιφέρειας Βαλλονίας, αφετέρου δε, ομιλεί για ένα και μοναδικό πρόγραμμα αναδιαρθρώσεως το οποίο επρόκειτο να προωθηθεί με τη βοήθεια Kat των τριών ενισχύσεων. Τα ζητήματα παραδεκτού της προσφυγής που ανακύπτουν από την αντίφαση αυτή τα έχω ήδη εξετάσει στην παράγραφο 1.2 των προτάσεων μου. Όπως είχα τονίσει η προσφυγή θα πρέπει να θεωρηθεί παραδεκτή μόνο εφόσον απαλειφθούν από τους λόγους ακυρώσεως όλα εκείνα τα επιχειρήματα που στηρίζονται στην αυτονομία της προσφεύγουσας και των παρεμβαινουσών. Όπως επίσης ανέφερα στην τρίτη παράγραφο των προτάσεων μου έρχεται σε αντίφαση με τα πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά προκύπτουν από τη δικογραφία, το να θεωρηθούν οι πιστώσεις, οι προκαταβολές και η συμμετοχή στο εταιρικό κεφάλαιο ως μία μοναδική και αδιαίτερη ενίσχυση. Η συμμετοχή στο κεφάλαιο της προσφεύγουσας καθώς επίσης και στο κεφάλαιο των παρεμβαινουσών έγινε κυρίως προς κάλυψη ζημιών και χρησιμοποιήθηκε πράγματι προς το σκοπό αυτό. Κατά συνέπεια, και το σημαντικότερο μέρος του ισχυρισμού που αφορά τον αβάσιμο ισχυρισμό ότι δεν μπορεί να γίνει διάκριση μεταξύ των πιστώσεων, των προκαταβολών και της συμμετοχής στο κεφάλαιο και ότι όλες αυτές οι ενισχύσεις χορηγήθηκαν για τον ίδιο σκοπό πρέπει να απορριφθεί.
Εκείνο που μένει να εξεταστεί είναι το ζήτημα αν η κάλυψη των ζημιών μέσω της ευρύτατης συμμετοχής στο κεφάλαιο αποτελούσε απαραίτητη προϋπόθεση για την αναδιάρθρωση της όλης επιχειρήσεως. Μετά την απόρριψη ως αβασίμων όλων των επιχειρημάτων που προέβαλε η προσφεύγουσα προκειμένου να στηρίξει καταφατική απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν απομένει πλέον σχεδόν τίποτε από τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας που θα μπορούσε να δικαιολογήσει θετική απάντηση στο ερώτημα. Νομίζω λοιπόν ότι στο ερώτημα πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση. Νομίζω ότι εκείνο που έχει σημασία σύμφωνα, εξάλλου, και με το άρθρο 2 της αποφάσεως και τις σχετικές διευκρινίσεις της Επιτροπής, είναι η μορφή που όπως ετόνισα έλαβε η κάλυψη αυτή των ζημιών. Αν η κάλυψη αυτή των ζημιών γινόταν, πχ., με τη χορήγηση δανείων υπό τους συνήθεις όρους της αγοράς ή με τη συμφωνία καταβολής μερισμάτων μετά από μια ορισμένη μεταβατική περίοδο ή αν η συμμετοχή στο κεφάλαιο ήταν χρονικά περιορισμένη (βλέπε σχετικά επίσης σ. 132 της δεύτερης εκθέσεως περί της πολιτικής του ανταγωνισμού), η Επιτροπή θα είχε διαμορφώσει διαφορετική κρίση, σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο της αποφάσεως και τις σχετικές με αυτό αιτιολογικές σκέψεις. Ακόμα και με μια εκ των υστέρων μετατροπή της συμμετοχής στο εταιρικό κεφάλαιο σε μία από τις μορφές αυτές ενισχύσεως θα μπορούσε να άρει το ασυμβίβαστο της ενισχύσεως αυτής με την Κοινή Αγορά. Δεν νομίζω ότι στερείται σημασίας, στο πλαίσιο αυτό, ότι το βελγικό κράτος που περιλαμβάνεται στους αποδέκτες της αποφάσεως δεν την προσέβαλε ούτε παρενέβη στη δίκη υπέρ της προσφεύγουσας. Νομίζω, λοιπόν, ότι πρέπει να απορριφθεί και ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως που υποστήριξαν και οι παρεμβαίνουσες.
Ο έβδομος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί διότι η Επιτροπή στο πλαίσιο της διακριτικής εξουσίας που της αναγνωρίζει το άρθρο 92, παράγραφος 3, ορθώς κατέληξε στη γνώμη την οποία και θεμελίωσε με τις αιτιολογικές σκέψεις 26, 27, 28 και 29 της αποφάσεως της ότι η μορφή αυτή ενισχύσεως, επειδή, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει αντιπαροχή αλλοιώνει τους όρους των συναλλαγών, σε κοινοτικό επίπεδο ( 6 ), κατά τρόπο που αντίκειται προς το κοινό συμφέρον. Η Επιτροπή ορθώς υποστηρίζει την απάντηση της ότι υπάρχει άμεση σχέση μεταξύ της εκτάσεως και της πυκνότητας της χορηγήσεως ενισχύσεων, αφενός, και της προαναφερθείσης αντιπαροχής αφετέρου. Είναι αξιοσημείωτο^ ότι στο πλαίσιο του έβδομου αυτού λόγου ακυρώσεως δεν έγινε προσπάθεια να αποδειχθεί ότι συντρέχουν επίσης οι αρνητικές αυτές προϋποθέσεις του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο γ, και ότι η Επιτροπή δεν κατέληξε ευλόγως στην άποψη ότι δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις εφαρμογής.
6. Συμπέρασμα
Συνοψίζοντας καταλήγω στο συμπέρασμα ότι πρέπει να απορριφθούν όλοι οι λόγοι ακυρώσεως καθώς και οι αιτιάσεις που διατύπωσαν οι παρεμβαίνουσες προς υποστήριξη των λόγων αυτών, καθώς και ότι, κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί και η ίδια η προσφυγή, η δε προσφεύγουσα να καταδικαστεί, σύμφωνα με τον κανονισμό διαδικασίας, στα δικαστικά έξοδα. Ως προς το επικουρικό αίτημα που προέβαλε η προσφεύγουσα στην απάντηση της να της δοθεί η επίσημη διαβεβαίωση ότι η Επιτροπή δεν θα απαιτήσει επιστροφή των ποσών που χορηγήθηκαν υπό μορφή συμμετοχής στο κεφάλαιο αυτής και των παρεμ-βαινουσών, αναφέρθηκα ήδη στις προτάσεις μου. Κατά την άποψη μου το επικουρικό αυτό αίτημα μπορεί να ληφθεί υπόψη μόνο στο πλαίσιο του σκεπτικού της αποφάσεως.
Ως επίλογο των προτάσεων αυτών 9α ήθελα ακόμα να προσδέσω τις εξής παρατηρήσεις σχετικά με τη θέση της επίδικης αποφάσεως στην όλη πολιτική της Επιτροπής σχετικά με τη χορήγηση ενισχύσεων: σε σχέση με την πολιτική που ακολούθησε σχετικά με τη χορήγηση ενισχύσεων λόγω κρίσεως την οποία ακολούθησε αρχικά η Επιτροπή, σύμφωνα με τις εκθέσεις της περί πολιτικής ανταγωνισμού μετά την πρώτη πετρελαϊκή κρίση του έτους 1973, η επίδικη απόφαση εκφράζει μία σχετικά αυστηρότερη πολιτική ( 7 ).
Η Επιτροπή δεν δέχεται πλέον «μέτρα εξυγιάνσεως», του είδους αυτών για τα οποία πρόκειται στην υπό κρίση υπόθεση, τόσο εύκολα όπως τα δεχόταν κατά τα έτη 1975 έως 1978. Σε ό,τι αφορά τα επίδικα μέτρα εξυγιάνσεως η αυστηρότερη αυτή πολιτική — την οποία, σύμφωνα με την όγδοη αιτιολογική σκέψη, υποστηρίζουν ρητώς τρία κράτη μέλη — επεξηγείται στη δέκατη όγδοη αιτιολογική σκέψη. Τόσο από την αιτιολογική αυτή σκέψη όσο και από τις λογικά επόμενες 19η και 20ή προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν θεωρεί πλέον την κρίση στον τομέα του χάρτου ως δομική κρίση, αλλά μάλλον ως κρίση συγκυριακή. Για παρόμοιους λόγους διαρθρωτικής πολιτικής η Επιτροπή ακολουθεί πλέον, όπως είναι γνωστό, μεταξύ άλλων σε ό,τι αφορά τις ενισχύσεις στον τομέα της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα, μία σχετικά αυστηρότερη πολιτική. Από γενικής απόψεως η σκλήρυνση αυτή της πολιτικής της Επιτροπής ως προς τις ενισχύσεις εκτίθεται κατά τρόπο σαφή στον πίνακα της σελίδας 157 της 13ης εκθέσεως περί πολιτικής ανταγωνισμού. Από τον πίνακα αυτό προκύπτει ότι ο αριθμός των υποθέσεων για τις οποίες κινήθηκε η διαδικασία αυξήθηκε σημαντικά από το 1978 και έφθασε το υψηλότερο σημείο το 1982 με 129 υποθέσεις. Τέλος από τις παραγράφους 222 έως 227 της εκθέσεως αυτής προκύπτει ότι η Επιτροπή θεωρεί ιδίως την υπό κρίση υπόθεση καθώς και την υπόθεση 318/82 (Leeuwarder Papierfabriek) ως «υποθέσεις τεστ» για την εφαρμογή της πολιτικής της, σχετικά με τη συμμετοχή των κρατών στο κεφάλαιο επιχειρήσεων η οποία αποτελεί μία συνεχώς ευρύτερα χρησιμοποιούμενη μορφή ενισχύσεως κατά τα τελευταία έτη.
( 1 ) Μετάφραση από τα ολλανδικά.
( 2 ) Στην τέταρτη έκδοση του έργο των Goldman και Lyon-Caen, «Droit commercial européen» (Παρίσι 1983, σ. 1057 επ.) και στον μεγάλο τόμο σχολίων επί της Συνθήκης ΕΟΚ των Smit και Herzog (μέρος 3, σ. 392) και των Groeben/Boeckh/Thiesing/Enlermann (τρίτη έκδοση, σ. 1590) λίγα μόνο στοιχεία αναφέρονται σχετικά με το ζήτημα αυτό. Η πρόσφατη τρίτη έκδοση των Frignani/Waelbroeck, «Disciplina della concorrenza nella CEE», δεν αναφέρει τίποτα για το θέμα. Ο J. Α. Winter, «Nationale steunmaatregelen en het gemeenschapsrecht», είναι o μοναδικός συγγραφέας που αναφέρει κάτι περισσότερο για το θέμα (στις παραγράφους 76,77, 89, 181 επ., 208, 397, 413 και 485 του σημαντικού του βιβλίου), κυρίως, όμως, σε σχέση με το άρθρο 90 της Συνθήκης ΕΟΚ, το οποίο δεν αφορά την παρούσα υπόθεση.
( 3 ) Σύμβαση διά την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών που υπεγράφη στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, όπως τροποποιήθηκε από το τρίτο και πέμπτο πρωτόκολλο που τέθηκαν σε ισχύ στις 21 Σεπτεμβρίου 1970 και 20 Δεκεμβρίου 1971 αντίστοιχα.
( 4 ) Παραπέμπω σχετικά και στην ολοκληρωμένη γνωμοδότηση που ετοίμασε ο Ρ. van Dijk το 1983 για την ένωση ολλανδών νομικών, ειδικότερα στις σελίδες 7I-80 όπου αναφέρεται στα επιστημονικά συγγράμματα και στη νομολογία του Δικαστηρίου του Στρασβούργου. Σύμφωνα με τη γνωμάτευση αυτή το Δικαστήριο του Στρασβούργου θεωρεί ως αποφασιστικό στοιχείο το αν με τη δίκη «πρόκειται να καθοριστεί, σύμφωνα με το αστικό δίκαιο, δικαίωμα ή υποχρέωση και των δύο διαδίκων ή ενός των διαδίκων». Εξάλλου κατά την κρίση πράξεων των διοικητικών αρχών και μια περιθωριακή εξουσία ελέγχου (έλεγχος νομιμότητας) ενός διοικητικού δικαστηρίου θεωρείται ως αρκετή σε σχέση με τις απαιτήσεις του άρθρου 6 (όπ. ανώτ., σ. 79 επ.).
( 5 ) Στον τρίτο λόγο ακυρώσεως αναφέρεται ρητώς ότι η προσφεύγουσα υποχρεούται ενδεχομένως να επιστρέψει το ποσό που αντιπροσωπεύει η συμμετοχή της περιφέρειας Βαλλονίας στο εταιρικό της κεφάλαιο, ύψους 1,5 δισεκατομμυρίων βελγικών φράγκων. Στον τέταρτο λόγο ακυρώσεως συνδέεται η αμφισβήτηση των πραγματικών περιστατικών που διαπιστώνει η απόφαση με τους λοιπούς ισχυρισμούς.
( 6 ) Σχετικά με την έννοια αυτή βλέπε, εκτός από τα υπομνήματα της Επιτροπής όπως τα συνοψίζει η έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, και τις αιτιολογικές σκέψεις 14 έως 16 της αποφάσεως καθώς και τη 10η έκθεση περί πολιτικής ανταγωνισμού, παράγραφος 213 (σσ. 168 και 169).
( 7 ) Μία αξιόλογη έκθεση για την πολιτική που ακολούθησε η Επιτροπή ως προς τη χορήγηση ενισχύσεων λόγω κρίσεως γίνεται στο 6ι6λίο του J. Α. Winter, Nationale steunmaatregelen en het gemeenschapsrecht, σσ. 372 έως 378.
Full & Egal Universal Law Academy