ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ GERHARD REISCHL
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 23 ΝΟΕΜΒΡΊΟΥ 1983 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαοτές,
Το 1976η προσφορά φθηνής γαλλικής αιθυλικής αλκοόλης γεωργικής προέλευσης είχε ως αποτέλεσμα διαταραχές και κίνδυνο διαταραχών των αγορών αιθυλικής αλκοόλης της Γερμανίας, του Βελγίου, του Λουξεμβούργου και των Κάτω Χωρών. Η προσφορά αυτή ήταν κυρίως συνέπεια της πολιτικής τιμών που εφάρμοζε η Γαλλία μέσω του εθνικού της μονοπωλίου οινοπνεύματος, βάσει της οποίας η αιθυλική αλκοόλη που προοριζόταν για εξαγωγή επωλείτο σε μέση τιμή σημαντικά κατώτερη, τόσο από την τιμή που εφαρμοζόταν στην εσωτερική αγορά της Γαλλίας όσο και από την τιμή που ίσχυε στις αναφερθείσες αγορές. Λόγω της κατάστασης αυτής, το Βασίλειο του Βελγίου, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών ζήτησαν από την Επιτροπή τη λήψη μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 46 της Συνθήκης ΕΟΚ, το οποίο προβλέπει ότι σε περίπτωση που σε ένα κράτος μέλος ένα προϊόν αποτελεί αντικείμενο εθνικής οργάνωσης αγοράς ή εσωτερικής ρύθμισης ισοδύναμου αποτελέσματος που επηρεάζει την ανταγωνιστική θέση ομοειδούς παραγωγής σε άλλο κράτος μέλος, τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν εξισωτική εισφορά, της οποίας το ύψος καθορίζει η Επιτροπή για να αποκατασταθεί η ισορροπία.
Η Επιτροπή, που τότε θεωρούσε ότι στις εξαγωγές που γίνονταν σε χαμηλές τιμές δεν εφαρμοζόταν ούτε το άρθρο 37 της Συνθήκης ΕΟΚ, που αφορά τα κρατικά μονοπώλια εμπορικού χαρακτήρα, ούτε οι διατάξεις περί ενισχύσεων της Συνθήκης, θέσπισε τελικά τον κανονισμό ΕΟΚ 851/76, της 9ης Απριλίου 1976 περί καθορισμού εξισωτικής εισφοράς επί των εισαγωγών, στο Βέλγιο, την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το Λουξεμβούργο και τις Κάτω Χώρες, αιθυλικής αλκοόλης γεωργικής προελεύσεως που έχει παραχθεί στη Γαλλία (ABl. L 96, της 10ης Απριλίου 1976, σ. 41), με τον οποίο εξουσιοδότησε τις χώρες που αναφέρθηκαν, να εισπράττουν από 15ης Απριλίου 1976 εξισωτική εισφορά κατά τον εκτελωνισμό της γαλλικής αιθυλικής αλκοόλης, για να τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία.
Ο κανονισμός αυτός, μετά από πολλές τροποποιήσεις, αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό της Επιτροπής 1407/78, της 26ης Ιουνίου 1978 (ΕΕ ειδ. έκδ., 03/021, σ. 198), που και αυτός καταργήθηκε από τον κανονισμό της Επιτροπής 841/80, της 2ας Απριλίου 1980 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/028, σ. 99), όταν η Επιτροπή έκρινε ότι η Γαλλία ανέστειλε αυτή την πολιτική ενισχύσεων.
Στις 21 Απριλίου 1976, κατά το χρονικό διάστημα που ίσχυε ο κανονισμός 851/76, η επιχείρηση St. Nikolaus Brennerei und Likörfabrik, Gustav Kniepf-Melde GmbH, προσφεύγουσα στην κύρια δίκη εισήγαγε στη Γερμανία 24617 λίτρα οινοπνεύματος, προ-εχρχόμενου από γαλλική αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προέλευσης, που είχε υποστεί ζύμωση. Με οριστική πράξη επιβολής φόρου που εξέδωσε το Δεκέμβριο του 1977, το αρμόδιο τελωνείο καθόρισε την εξισωτική εισφορά που έπρεπε να καταβληθεί για την εισαγωγή, σύμφωνα με τον κανονισμό που αναφέρθηκε, σε 11166,70 γερμανικά μάρκα (DM).
Μετά από ένσταση που απορρίφθηκε, η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή κατά του Hauptzollamt Krefeld ενώπιον του Finanzgericht του Ντύσελντορφ, με την οποία ζητεί την απαλλαγή από την εξισωτική αυτή εισφορά ισχυριζόμενη ότι ο κανονισμός ΕΟΚ 851/76, που βασίζεται στο άρθρο 46 της Συνθήκης ΕΟΚ είναι άκυρος, επειδή, μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, στις 31 Δεκεμβρίου 1969, το νόμιμο έρεισμα ήταν πλέον άνευ αντικειμένου.
Επειδή το τέταρτο τμήμα του Finanzgericht του Ντύσελντορφ είχε επίσης αμφιβολίες αν εξακολουθεί να ισχύει το νόμιμο αυτό έρεισμα, με διάταξη της 8ης Δεκεμβρίου 1982 ανέστειλε την πρόοδο της δίκης και σύμφωνα με το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ υπέβαλε για έκδοση προδικαστικής απόφασης τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1.
Είναι άκυρος ο κανονισμός ΕΟΚ 851/76 της Επιτροπής, της 9ης Απριλίου 1976 (ABl. L 96/41 της 10ης Απριλίου 1976), δεδομένου ότι στηρίζεται στο άρθρο 46 της Συνθήκης ΕΟΚ, το οποίο μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου δεν έχει πλέον εφαρμογή;
2.
Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα, ποιες έννομες συνέπειες απορρέουν από την ακυρότητα;»
Επί των ερωτημάτων αυτών η άποψη μου είναι η ακόλουθη.
Ι — Επί του πρώτου ερωτήματος
Ο προσβαλλόμενος κανονισμός θα ήταν άκυρος, αν κατά το χρονικό σημείο της έκδοσης του, δηλαδή περισσότερο από έξι χρόνια μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου που προβλέπει η Συνθήκη, τα αναφερθέντα κράτη μέλη δεν είχαν το δικαίωμα πλέον να επιβάλλουν τέτοιες εξισωτικές εισφορές βάσει του άρθρου 46 της Συνθήκης ΕΟΚ. Αν και το ερώτημα περιορίζεται πράγματι μόνο στη χρονική ισχύ του άρθρου 46, από το σκεπτικό της διάταξης περί παραπομπής συνάγεται εντούτοις ότι το παραπέμπον δικαστήριο θέλει να ξέρει, αν η Επιτροπή, βασιζόμενη στη διάταξη αυτή, μπορούσε να επιτρέψει την επιβολή τέτοιων επιβαρύνσεων, οι οποίες αποσκοπούν στην αντιστάθμιση των διαταραχών στην αγορά που προξενούνται από αντίθετη προς τη Συνθήκη συμπεριφορά των κρατών μελών. Το παραπέμπον τμήμα εκκινεί εν προκειμένω από το ότι οι γαλλικές επιδοτήσεις λόγω εξαγωγής που είχαν χορηγηθεί για την αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προέλευσης είναι από νομική άποψη μέτρα κατά την έννοια του άρθρου 37 της Συνθήκης ΕΟΚ, τα οποία μέχρι τη λήξη της μεταβατικής περιόδου έπρεπε να αναμορφωθούν και ότι ενόψει της υποχρέωσης αυτής δεν ήταν πλέον δυνατό να υπάρχει πρακτική ανάγκη εφαρμογής του άρθρου 46 της Συνθήκης ΕΟΚ μετά την 31η Δεκεμβρίου 1969. Το παραπέμπον δικαστήριο αμφιβάλλει αν οι αναφερθέντες κανονισμοί είναι έγκυροι και για τον κύριο λόγο ότι η Επιτροπή δεν κίνησε τη διαδικασία λόγω αυτής ακριβώς της παράβασης, σύμφωνα με τα άρθρα 155 και 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, αλλά απλώς εξουδετέρωσε έμμεσα τις συνέπειές της και συνεπώς, κατά το παραπέμπον τμήμα, παρέτεινε την αντίθετη προς τη Συνθήκη συμπεριφορά της Γαλλίας.
Συνεπώς, πρέπει καταρχάς να εξεταστεί, αν το άρθρο 46, το οποίο, όπως σωστά τονίζει το παραπέμπον δικαστήριο, αποτελεί τη μόνη νόμιμη βάση της εξουσιοδότησης για τη θέσπιση τέτοιων κανονισμών, έχει ακόμη έννοια μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου. Μόνο σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο ερώτημα αυτό πρέπει να εξεταστεί το ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής της διάταξης αυτής.
1.
Όσον αφορά τη χρονική ισχύ του άρθρου 46 συμφωνώ με την κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, την προσφεύγουσα στην κύρια δίκη και την Επιτροπή, οι οποίες έχουν εκφράσει την άποψη τους επί της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής απόφασης, ότι η διάταξη αυτή έχει καταρχήν, ακόμη και σήμερα, κάποια σημασία, μολονότι εκ πρώτης όψεως, μια συστηματική και τελολογική θεώρηση μπορεί να συνηγορεί κατά της συνέχισης της ισχύος της μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου.
Κατά μιας τέτοιας εκδοχής συνηγορεί ιδίως, και αυτό το επισημαίνει επίσης και η Επιτροπή, η θέση της διάταξης αυτής στον τίτλο II της Συνθήκης, ο οποίος αναφέρεται στη γεωργία. Σύμφωνα με τα άρθρα 40 και 43 της Συνθήκης έπρεπε, κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, να αναπτυχθεί κοινή γεωργική πολιτική, η οποία μεταξύ άλλων να προβλέπει την αντικατάσταση των εθνικών οργανώσεων αγοράς από κοινές μορφές οργάνωσης, οι οποίες να λαμβάνουν υπόψη τους άλλους στόχους της Συνθήκης. Συνεπώς, μετά τη μεταβατική περίοδο δεν θα έπρεπε πλέον να υπάρχουν εσωτερικές οργανώσεις αγοράς, για τις οποίες γίνεται λόγος στο άρθρο 46. Εφόσον η κοινή αγορά στον τομέα της γεωργίας, όπως περιγράφεται στα άρθρα 38 μέχρι 43, θα έπρεπε να εγκαθιδρυθεί βαθμιαία, τα επόμενα άρθρα 44 και 45, που ρητά χαρακτηρίζονται ως μεταβατικές διατάξεις, προβλέπουν ότι κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής τα κράτη μέλη έχουν ακόμη ορισμένα δικαιώματα και υποχρεώσεις. Αμέσως μετά από τις διατάξεις αυτές και πριν από το τελευταίο άρθρο αυτού του τίτλου ακολουθεί το άρθρο 46, το οποίο, χωρίς να χαρακτηρίζεται ως μεταβατική διάταξη, βασίζεται επίσης στην προσωρινή συνέχιση εθνικών οργανώσεων αγοράς μέχρις ότου αντικατασταθούν από τις κοινές οργανώσεις αγοράς. Υπέρ αυτής της περιορισμένης ισχύος του άρθρου 46 συνηγορεί ακόμη και το γεγονός ότι η απεριόριστη εφαρμογή των τελωνειακών εξισωτικών επιβαρύνσεων καταρχή δύσκολα συμβιβάζεται με τις απαιτήσεις της Κοινής Αγοράς, η οποία, όπως αναφέρεται στο άρθρο 43, παράγραφος 3, στοιχείο 6, μεταξύ άλλων, πρέπει να εξασφαλίζει συνθήκες ανάλογες με τις συνθήκες που επικρατούν σε μια εθνική αγορά. Τελικά και το Δικαστήριο με τη νομολογία του — αναφέρω τις υποθέσεις Charmasson ( 2 ), 231/78 — γεώμηλα — ( 3 ) και Rammel ( 4 ) — δέχεται σταθερά ότι το άρθρο 40 προβλέπει τη λήξη της μεταβατικής περιόδου ως το τελικό χρονικό σημείο για την πραγματοποίηση της κοινής γεωργικής πολιτικής και, συνεπώς, τα άρθρα 43 και 46 επιτρέπουν στα κράτη μέλη να διατηρήσουν προσωρινά τις εσωτερικές τους οργανώσεις αγοράς. Στις υποθέσεις Charmasson ( 2 ) και 231/78 ( 3 ) διευκρίνισε ότι μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, τα κράτη μέλη δεν μπορούν, εν πάση περιπτώσει, να λαμβάνουν μονομερώς εθνικά μέτρα, τα οποία είναι ασυμβίβαστα με τις διατάξεις της Συνθήκης σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και με τη γεωργία. Τελικά, με την απόφαση Rammel ( 4 ) κηρύχτηκε για τους ίδιους λόγους άκυρη μια κοινοτική διάταξη που αποτελούσε εξουσιοδοτικό έρεισμα για τέτοια μέτρα. Από τις αποφάσεις αυτές συνάγεται ότι παράνομα είναι τα μέτρα που συνιστούν παράβαση της Συνθήκης. Αντίθετα, στις ανωτέρω αποφάσεις δεν αναφέρεται τίποτα σχετικά με το αν επιτρέπονται μέτρα, τα οποία, ελλείψει κοινής οργάνωσης αγοράς, εκδίδονται μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου ονμφωνα με τη Συνθήκη. Αν τα μέτρα αυτά επηρεάζουν τον ανταγωνισμό, είναι δυνατό λογικά, όπως θα καταδειχτεί παρακάτω, το άρθρο 46 να εφαρμόζεται λογικά ακόμη και μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου.
Πράγματι, αν βάσει της νομολογίας που αναφέρθηκε θεωρηθεί δεδομένο ότι μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, αφενός εφαρμόζονται πλήρως οι διατάξεις περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων ως προς τα γεωργικά προϊόντα και αφετέρου ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η Συνθήκη προβλέπει, ιδίως στα άρθρα 39 και 43, ορισμένες εγγυήσεις για τους παραγωγούς γεωργικών προϊόντων, οι εγγυήσεις όμως αυτές δεν έχουν επιτευχθεί μέσω κοινών οργανώσεων αγοράς, πρέπει να υπάρχει δυνατότητα για τα κράτη μέλη να εξασφαλίζουν στους γεωργούς παραγωγούς αυτές τις εγγυήσεις που προβλέπονται από τη Συνθήκη.
Όπως ορθά τονίζουν η Επιτροπή και η βρετανική κυβέρνηση, το Δικαστήριο, ιδίως με την απόφαση 232/78 — κρέας αμνών — ( 5 ) έκρινε ότι πριν από την εγκαθίδρυση μιας κοινής οργάνωσης αγοράς, μπορεί να είναι αναγκαία και ευκταία τέτοια επικουρικά μέτρα προστασίας των παραγωγών ακόμη και μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, εφόσον τα μέτρα αυτά λαμβάνονταιαπό την Κοινότητα Kac όχι μονομερώς από τα κράτη μέλη, δεχόμενο ότι:
«Η παρέλευση των μεταβατικών προθεσμιών συνεπάγεται επομένως ότι οι τομείς και τα θέματα που έχουν ρητά υπαχθεί στην Κοινότητα εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Κοινότητας, ώστε να μην είναι πλέον δυνατό να λαμβάνονται ειδικά μέτρα — σε περίπτωση που η λήψη των μέτρων αυτών είναι ακόμη αναγκαία — μονομερώς από τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, αλλά στο πλαίσιο της κοινοτικής έννομης τάξης, η οποία έχει ως σκοπό να εξασφαλίζει την προστασία του κοινοτικού αγαθού.»
Αν όμως επιτρέπονται τέτοια εθνικά μέτρα υποστήριξης των γεωργών παραγωγών κράτους μέλους, είναι προφανές ότι τα μέτρα αυτά μπορούν να έχουν ως συνέπεια διαταραχές στην αγορά των άλλων κρατών μελών.
Σύμφωνα όμως με τη σαφή διατύπωση του άρθρου 42 της Συνθήκης ΕΟΚ και του άρθρου 4 του κανονισμού 26, οι διατάξεις του άρθρου 92 επ. της Συνθήκης περί κρατικών ενισχύσεων εφαρμόζονται μόνο περιορισμένα σε περίπτωση που δεν υπάρχει κοινή οργάνωση αγοράς υπό την έννοια ότι ναι μεν η Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 3, πρώτη φράση, της Συνθήκης ΕΟΚ πρέπει να ενημερώνεται για την προβλεπόμενη θέσπιση ή τροποποίηση ενισχύσεων, αλλά, αντίθετα απ'ό, τι συμβαίνει στην περίπτωση των γεωργικών προϊόντων που εμπίπτουν στην κοινή οργάνωση αγοράς, δεν διαθέτει τα μέσα που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3, δεύτερη φράση, του άρθρου 93 ώστε να εμποδίσει αποτελεσματικά από την αρχή τις ενισχύσεις που δεν συμβιβάζονται με την Κοινή Αγορά. Επιπλέον δύσκολα μπορούν να νοηθούν ενισχύσεις, που δεν εμπίπτουν στην απαγόρευση των διακρίσεων του άρθρου 37, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ ή δεν έχουν σχέση με το ειδικό αντικείμενο ενός μονοπωλίου. Επειδή η Συνθήκη δεν προβλέπει, εκτός από το άρθρο 46, άλλο κανόνα που να εφαρμόζεται σε τέτοια νόμιμα μέτρα που μπορούν να προκαλέσουν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, συμφωνώ, συνεπώς, με την Επιτροπή και τη βρετανική κυβέρνηση, ότι η διάταξη αυτή επιτελεί σημαντική λειτουργία για τον αναφερόμενο τομέα και ότι θα πρέπει κατά το μέτρο αυτό να εφαρμόζεται και μετά τη λήξη της συμβατικής περιόδου.
Τη συνέχιση της ισχύος μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου μέχρι την εγκαθί-δρυοη κοινής οργάνωσης αγοράς δεν εμποδίζει ιδίως ούτε το άρθρο 46, το οποίο, σε αντίθεση με τα προηγούμενά του άρθρα 44 και 45 δεν περιορίζει τη διάρκεια της ισχύος της διάταξης στη μεταβατική περίοδο.
Τέλος, στην υπόθεση Kind ( 6 ) το Δικαστήριο δέχτηκε ότι ακόμη και αν υφίσταται κοινή οργάνωση αγοράς υπάρχει καταρχήν η δυνατότητα κατάλληλων μηχανισμών εξισορρόπησης κατά το διασυνοριακό εμπόριο όταν λόγω των διαφορετικών γεωργικών διαρθρώσεων σε μεμονωμένες περιοχές της Κοινότητας, προβλέπονται διαφορετικά μέτρα παρεμβάσεως.
2.
Αντίθετα, νομίζω ότι είναι κάτι περισσότερο από αμφίβολο αν, όπως υποστηρίζει η βρετανική κυβέρνηση, η διάταξη αυτή είναι δυνατό, μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, να χρησιμεύσει ως εξουσιοδοτικό έρεισμα για τη θέσπιση εθνικών μέτρων, τα οποία προορίζονται να εξουδετερώσουν την επίδραση αντίθετων προς τη Συνθήκη κρατικών παρεμβάσεων που λαμβάνονται μονομερώς από τα κράτη μέλη. Όσο και αν φαίνεται ελκυστική η εφαρμογή του άρθρου 46 για το σκοπό αυτό, εφόσον η επιβολή εξισωτικών εισφορών είναι αναμφισβήτητα κατάλληλη για την ταχεία εξάλειψή των συνεπειών μιας αντίθετης προς τη Συνθήκη συμπεριφοράς που προκαλεί στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, έχω εντούτοις σοβαρότατους ενδοιασμούς, από άποψη κυρίως συστηματικής, να αποδώσω στη διάταξη αυτή μια τέτοια σημασία.
Σχετικά με αυτό, ας μου επιτραπεί να υπενθυμίσω μια ακόμη φορά ότι ήδη στην υπόθεση Charmasson ( 7 ) το Δικαστήριο όφειλε, μεταξύ άλλων, να κρίνει αν, μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου «... η ύπαρξη εθνικής οργάνωσης αγοράς κατά την έννοια των άρθρων 43, 45 και 46 της Συνθήκης», είναι δυνατό να αποκλείσει σε κράτος μέλος την εφαρμογή διάταξης που εντάσσεται στις διατάξεις περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί του ζητήματος αυτού ότι εθνική οργάνωση αγοράς είναι δυνατό να αποκλείσει την εφαρμογή των διατάξεων περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων μόνο μέχρι τη λήξη της μεταβατικής περιόδου και ότι μετά τη λήξη της περιόδου αυτής οι εν λόγω διατάξεις πρέπει να ισχύσουν πλήρως. Αυτό όμως σημαίνει ότι μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου δεν πρέπει να διατηρηθεί καμία ρύθμιση σχετικά με εθνικές οργανώσεις αγοράς και καμία ρύθμιση ισοδύναμου αποτελέσματος, όταν αντιβαίνει προς τις διατάξεις της Συνθήκης σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Αν οι επιδοτήσεις λόγω εξαγωγής που χορηγήθηκαν για την αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προέλευσης κατά το 1976 στο πλαίσιο του γαλλικού μονοπωλίου οινοπνεύματος θεωρηθούν ως οργανισμός κατά την έννοια του άρθρου 37, παράγραφος 1, εδάφιο 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, μέσω του οποίου κράτος μέλος άμεσα ή έμμεσα κατευθύνει ή εν πάση περιπτώσει επηρεάζει αισθητά τις ανταλλαγές μεταξύ των κρατών μελών, θα έπρεπε οι επιδοτήσεις αυτές λόγω εξαγωγής, λαμβανομένων υπόψη των αποφάσεων Manghera ( 8 ), Rewę ( 9 ) και Miritz ( 10 ), να αναμορφωθούν το αργότερο κατά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου που αναφέρεται στο άρθρο 37 της Συνθήκης ΕΟΚ, εφόσον από το χρονικό αυτό σημείο άρχισε να ισχύει πλήρως η απαγόρευση διακρίσεων του άρθρου 37, η οποία πρέπει να εφαρμόζεται πλήρως και στον τομέα της γεωργίας, ακόμη και αν δεν υπάρχει ακόμη κοινή οργάνωση αγοράς. Επειδή συνεπώς, κατά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, ακόμη και αν δεν υπάρχει κοινή οργάνωση αγοράς, δεν επιτρέπεται πλέον να υπάρχει καμία εθνική οργάνωση αγοράς ή ρύθμιση ισοδύναμου αποτελέσματος που δεν συμβιβάζεται με τη Συνθήκη, το άρθρο 46, σύμφωνα με το σκοπό που είχε από την αρχή, έχει χάσει πλέον την κατά τούτο σημασία του από το χρονικό αυτό σημείο.
Βάσει της νομολογίας που παρατέθηκε, η διάταξη αυτή δεν μπορεί ιδίως να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι κατά παρέκκλιση από το άρθρο 38, παράγραφος 2, βάσει του οποίου «οι κανόνες που προβλέπονται για την εγκαθίδρυση της κοινής αγοράς εφαρμόζονται στα γεωργικά προϊόντα» μπορεί να επιτρέπεται στα κράτη μέλη, ακόμη και μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, να διατηρούν ρυθμίσεις που αντιβαίνουν στη Συνθήκη. Με αυτό το πνεύμα επίσης το Δικαστήριο στις υποθέσεις Chramasson 1, Ramel ( 11 ) και 231/78 — πατάτες — ( 12 ) έκρινε τελικώς, σχετικά με τα μέτρα που δεν συμβιβάζονται με την κοινή γεωργική πολιτική, ότι το άρθρο 46 αφορά ρητώς μόνο την περίπτωση της προσωρινής διατήρησης εθνικών οργανώσεων αγοράς κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου. Αντίθετα, είναι δυνατό να συναχθεί το συμπέρασμα, παρόλο που παραδεδεγμένα το ζήτημα αυτό δεν βρίσκεται στο επίκεντρο των υποθέσεων αυτών, ότι το άρθρο 46, αντίθετα από την άποψη της βρετανικής κυβέρνησης, δεν μπορεί πλέον να χρησιμεύσει για την αντιστάθμιση των ενισχύσεων που έχουν χορηγηθεί σε αντίθεση προς τη Συνθήκη.
Τέλος, υπέρ της απόψεως αυτής, την οποία υποστηρίζει η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη και συμμερίζεται η Επιτροπή, συνηγορούν ορισμένα σοβαρά επιχειρήματα. Αφενός πρέπει να υπενθυμιστεί ότι το άρθρο 38, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ. ορίζει ότι οι διατάξεις περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων καταρχήν εφαρμόζονται και στον τομέα της γεωργίας, εφόσον τα άρθρα 39 μέχρι 46 δεν προβλέπουν εξαίρεση. Όπως όμως έκρινε το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις 90 και 91/63 ( 13 ), καθώς και στην υπόθεση Ramel ( 14 ), κάθε εξαίρεση από την αρχή αυτή πρέπει να ερμηνεύεται στενά και πρέπει να προβλέπεται σαφώς Kac επακριβώς.
Αφετέρου, αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, όπως το Δικαστήριο αποφάνθηκε, μεταξύ άλλων, στην απόφαση Charmasson ( 15 ), οι παρεκκλίσεις από γενικούς κανόνες της Συνθήκης, που μπορεί να εμπεριέχει μία εθνική οργάνωση αγοράς, επιτρέπονται μόνο προσωρινά και κατά το μέτρο που αυτό είναι αναγκαίο για την ακώλυτη λειτουργία της οργάνωσης αγοράς και εφόσον δεν εμποδίζουν τις αναγκαίες προσαρμογές που συνεπάγεται η εγκαθίδρυση της κοινής γεωργικής πολιτικής, θεωρώ απαράδεκτο να ερμηνευτεί το άρθρο 46 πέραν του γράμματος του, υπό την έννοια δηλαδή ότι η διάταξη αυτή μπορεί, από άποψη ουσίας, να εφαρμοστεί και σε περίπτωση αντίθετης προς τη Ιννθήκη συμπεριφοράς των κρατών μελών.
Περαιτέρω, κατά της διασταλτικής αυτής ερμηνείας συνηγορεί η γενική οικονομία της Συνθήκης, δηλαδή η κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών μελών, όπως εκφράζεται ιδίως με τις διαδικασίες λόγω παραβάσεως της Συνθήκης. Σύμφωνα με το άρθρο 155, η Επιτροπή είναι ο φύλακας της Συνθήκης· οφείλει δυνάμει του άρθρου 169 να κινήσει τη διαδικασία αυτή, όταν θεωρεί ότι ένα κράτος μέλος παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη. Αντίθετα από τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 46, η τυπική αυτή διαδικασία περιέχει διαδικαστικές εγγυήσεις για τα κράτη μέλη, στα οποία προσάπτεται η παράβαση. Αν το Δικαστήριο διαπιστώσει παράβαση της Συνθήκης, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος οφείλει, σύμφωνα με το άρθρο 171 να λάβει τα μέτρα, που συνεπάγεται η αναγνωριστική αυτή απόφαση του Δικαστηρίου. Αντίθετα, αν δεν απατώμαι, δεν προβλέπεται καταρχήν η λήψη μέτρων αυτοάμυνας εκ μέρους της Επιτροπής ή των άλλων κρατών μελών κατά της αντίθετης προς τη Συνθήκη συμπεριφοράς.
Αν γινόταν δεκτή η εφαρμογή του άρθρου 46 σε περίπτωση αντίθετης με τη Συνθήκη συμπεριφοράς των κρατών μελών, αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα την εξουδετέρωση των συνεπειών κατά τρόπο που δεν προβλέπεται από τη Συνθήκη. Για να υποστηριχτεί η αντίθετη άποψη, με την ευκαρία δε αυτή θα εξεταστεί ένα άλλο επιχείρημα της βρετανικής κυβέρνησης, δεν είναι δυνατό ιδίως να χρησιμοποιηθεί το άρθρο 115 της Συνθήκης ΕΟΚ, το οποίο προβλέπει μεν ότι η Επιτροπή μπορεί να επιτρέψει στα κράτη μέλη να λάβουν τα αναγκαία μέτρα προστασίας, υπό την προϋπόθεση, πάντως, ότι υφίσταται κίνδυνος εκτροπών των εμπορικών ρευμάτων συνεπεία των μέτρων των κρατών μελών, που λαμβάνονται «κατά νην παρούσα Συνθήκη».
Εξάλλου, και τελείως γενικά, δεν γίνεται αντιληπτό γιατί για ορισμένα γεωργικά προϊόντα, για τα οποία το Συμβούλιο, αντίθετα από τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη, δεν δημιούργησε ακόμη οργάνωση αγοράς, θα πρέπει, σε περίπτωση που χορηγούνται κρατικές ενισχύσεις, να ευνοούνται, ιδιαίτερα από την εφαρμογή του άρθρου 46, ενώ για τα γεωργικά προϊόντα που υπόκεινται σε κοινή οργάνωση αγοράς και για όλα τα βιομηχανικά προϊόντα αποκλείεται παρόμοια μεταχείριση. Δύσκολα μπορεί να εξηγηθεί επίσης το γεγονός ότι ακριβώς υπό τις συνθήκες που αναφέρθηκαν η Επιτροπή διαθέτει ιδιαίτερα ευρείες αρμοδιότητες και ότι τα κράτη μέλη, στα οποία επιτρέπεται η επιβολή των εξισωτικών εισφορών βρίσκονται σε ευνοϊκότερη θέση, απ'αυτήν που έχουν βάσει της Συνθήκης. Επειδή μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου δεν πρέπει πλέον να υπάρχει οργάνωση αγοράς αντίθετη προς τη Συνθήκη, δεν είναι επίσης δυνατό να υποστηριχτεί ότι είναι αναγκαία για την εφαρμογή της κατά τους γενικούς κανόνες της Συνθήκης η διαδικασία που βασίζεται στο άρθρο 46.
Τέλος, δεν είναι δυνατό να μη ληφθεί υπόψη ο κίνδυνος που επισημαίνει η Επιτροπή και η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, ότι δηλαδή η εφαρμογή του άρθρου 46 σε περίπτωση αντίαειτης προς τη Συν-θήκη συμπεριφοράς των κρατών μελών είναι δυνατό να εμποδίσει τις αναγκαίες προσαρμογές που συνεπάγεται η εγκαθίδρυση κοινής γεωργικής πολιτικής, κατά το μέτρο που ορισμένα κράνη μέλη δείχνουν λιγότερο ενδιαφέρον για τη δημιουργία κοινής οργάνωσης αγοράς, εφόσον όταν υπάρχει η αγορά αυτή, σε περίπτωση εθνικών ενισχύσεων που έχουν χορηγηθεί κατά παράβαση της Συνθήκης, το νόμιμο έρεισμα για τις ενέργειες κατά των ενισχύσεων αυτών δεν μπορεί να είναι παρά το άρθρο 92 ή το άρθρο 169 της Συνθήκης και όχι πλέον το άρθρο 46. Αν, επιπλέον, αναγνωριζόταν στην Επιτροπή το δικαίωμα να εξουδετερώνει τις συνέπειες μιας παράβασης της Συνθήκης με τα μέσα που προβλέπει το άρθρο 46, αυτό θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα ότι η υποχρέωση των κρατών μελών, που τους επιβάλλεται χάριν της εύρυθμης λειτουργίας της Κοινότητας και που συνίσταται στο ότι τα κράτη μέλη πρέπει το συντομότερο δυνατό να παύουν οποιαδήποτε παράβαση της Συνθήκης, θα έχανε σε μεγάλο βαθμό τη σημασία της λόγω αυτής της άλλης δυνατότητας.
Η άποψη που υποστηρίζει η βρετανική κυβέρνηση, σύμφωνα με την οποία το άρθρο 46 εφαρμόζεται πάντοτε, όταν πρόκειται να εξαλειφθούν διαταραχές της αγοράς που προέρχονται από εθνικά μέτρα, δεν βρίσκει τελικά κανένα έρεισμα στην απόφαση Kind ( 16 ). Στην υπόθεση αυτή το Δικαστήριο απλώς αναγνώρισε τη νομιμότητα μιας επιβάρυνσης που επιβαλλόταν λόγω εξαγωγής, η οποία προοριζόταν ως αντιστάθμισμα για πριμοδότηση σφαγής που χορηγούνταν βάσει κοινοτικής ρύθμισης και συνεπώς ήταν σύμφωνη με τη Συνθήκη. Όπως καταδείχτηκε όμως, το άρθρο 46 δεν επιτρέπει συγκεκριμένα στα κράτη μέλη να διατηρούν μετά τη μεταβατική περίοδο μέτρα που αντιβαίνουν τις διατάξεις περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
Βάσει των συλλογισμών αυτών συμφωνώ συνεπώς με το παραπέμπον τμήμα, ότι το άρθρο 46 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν είναι δυνατό να χρησιμεύσει ως νόμιμο έρεισμα για την εξουδετέρωση των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού που είναι δυνατό να προκύψουν από αντίθετη προς τη Συνθήκη συμπεριφορά των κρατών μελών.
3.
Συνεπώς τίθεται το περαιτέρω ερώτημα, πώς πρέπει να εκτιμηθεί ο κανονισμός 851/76 που επιτρέπει στα κράτη μέλη να εισπράττουν εξισωτικές εισφορές, ο οποίος, όπως παραδέχεται η Επιτροπή σύμφωνα με την άποψη που υποστηρίζει τώρα, δεν μπορεί πλέον να στηρίζεται στο άρθρο 46. Εντούτοις το 1976η Επιτροπή είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι κατά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου το άρθρο 37 της Συνθήκης ΕΟΚ είχε μόνο περιορισμένη εφαρμογή. Επειδή θεώρησε τις γαλλικές ενισχύσεις λόγω εξαγωγής ως νόμιμα μέτρα στο πλαίσιο εθνικής οργάνωσης αγοράς δεν κίνησε τη διαδικασία λόγω παραβάσεως και αντί γι' αυτό, στηριζόμενη στο άρθρο 46 της Συνθήκης ΕΟΚ, εξέδωσε τον επίδικο κανονισμό. Αφότου όμως το Δικαστήριο με την απόφαση του Hansen II ( 17 ) έκρινε ότι το άρθρο 37 και μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου αποτελεί σε σχέση με το άρθρο 92 επ. της Συνθήκης, ειδική διάταξη με πλήρη εφαρμογή, η Επιτροπή θεωρεί τώρα ότι οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν τότε συνιστούν διάκριση ως προς τους όρους διάθεσης και εφοδιασμού κατά την έννοια του άρθρου 37, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ. Για το λόγο αυτό, τον Απρίλιο του 1980 θέσπισε τον κανονισμό 841/80 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/028, σ. 99) περί καταργήσεως του βασιζόμενου στο άρθρο 46 κανονισμού 1407/78 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/021, σ. 198) που ίσχυε τότε και είχε αντικαταστήσει τον κανονισμό 851/76, στη συνέχεια δε αρνήθηκε να εφαρμόσει το άρθρο 46 σε παρόμοιες περιπτώσεις. Βάσει της άποψης που υποστηρίζει τώρα, η Επιτροπή συμφωνεί με την προσφεύγουσα στην κύρια δίκη ότι για τους λόγους που εκτέθηκαν ο κανονισμός πρέπει να θεωρηθεί άκυρος.
Μια τέτοια λύση, όσο κι αν σήμερα φαίνεται συνεπής, δε λαμβάνει, κατά τη γνώμη μου, υπόψη το γεγονός ότι η εκτίμηση της νομιμότητας εξουσιοδότησης για λήψη μέτρων που βασίζεται στο άρθρο 46 δεν είναι δυνατό να εξαρτάται από τη νομική κατάσταση, όπως εμφανίζεται οήμερα, αλλά πρέπει να ληφθεί υπόψη μόνο η νομική κατάσταση, στην οποία δασίστηκε η Επιτροπή κατά το χρονικό σημείο της έκδοσης της αμφισβητούμενης πράξεως. Πράγματι, η άποψη αυτή έχει ως συνέπεια, όπως τονίζει και η βρετανική κυβέρνηση, ότι, τουλάχιστον όσο δεν έχει διαπιστωθεί αναμφισβήτητα η παρανομία των μέτρων που έχουν λάβει τα κράτη μέλη, εξαρτάται μόνο από την εκτίμηση της Επιτροπής, αν θα αντιμετωπίσει μια διαταραχή της αγοράς κινώντας τη διαδικασία λόγω παραβάσεως της Συνθήκης ή μέσω εξουσιοδοτήσεως βάσει του άρθρου 46. Ως προς το σημείο αυτό, δεν είναι δυνατό να αμφισβητηθεί ότι συχνά είναι δύσκολο να εκτιμηθεί η νομιμότητα ενός εθνικού μέτρου πριν το Δικαστήριο αποφανθεί οριστικά. Η Επιτροπή όμως αντιμετωπίζει συνεχώς τέτοιου είδους προβλήματα, όταν ασκώντας, όπως είναι το καθήκον της, την εξουσία εκτίμησης που διαθέτει, πρέπει να αποφασίσει αν θα κινήσει ή όχι τη διαδικασία λόγω παραβάσεως της Συνθήκης. Αν όμως η έναρξη της διαδικασίας λόγω παραβάσεως της Συνθήκης εξαρτάται από την κατά καθήκον εκτίμηση της πραγματικής και νομικής κατάστασης εκ μέρους της Επιτροπής, νομίζω ότι πρέπει να γίνει δεκτό ότι σε περίπτωση που δεν κίνησε την εν λόγω διαδικασία, μπορεί, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις, να κάνει χρήση της εξουσιοδότησης που προβλέπει το άρθρο 46.
Αν, όπως στην προκειμένη περίπτωση, λόγω της νομικής καταστάσεως που μέχρι σήμερα δεν έχει ακόμη διευκρινιστεί, επιλέξει, ασκώντας την κατά καθήκον εξουσία εκτίμησης, ένα τέτοιο μέτρο και όχι τη διαδικασία λόγω παραβάσεως της Συνθήκης και η μετέπειτα διευκρίνιση της νομικής καταστάσεως έχει ως αποτέλεσμα την ακύρωση του κανονισμού, αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε κατά καθήκον ενέργεια της Επιτροπής κατά μονομερούς συμπεριφοράς κράτους μέλους που προκαλεί διαταραχή της αγοράς, θα αίρεται μετέπειτα και, συνεπώς, λόγω της εσφαλμένης επιλογής του μέσου που έκανε η Επιτροπή θα παρέμενε ατιμώρητη και η αντίθετη προς τη Συνθήκη ενέργεια. Επειδή όμως ένα τέτοιο αποτέλεσμα δεν είναι δυνατό να είναι ηθελημένο από τη Συνθήκη, θεωρώ ότι επιβάλλεται να μην κηρυχτεί άκυρος ο κανονισμός που εκδόθηκε υπό τις συνθήκες που αναφέρθηκαν και ο οποίος τουλάχιστον εξουδετέρωσε τις συνέπειες από την παράβαση της Συνθήκης.
II — Επί του δεύτερου ερωτήματος
Μετά από το συμπέρασμα αυτό, πρέπει να εξεταστεί μόνο επικουρικά και πολύ σύντομα το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα σχετικά με τις έννομες συνέπειες της ακυρότητας.
Επειδή για το παραπέμπον δικαστήριο είναι αναμφισβήτητα σαφές ότι η επιβάρυνση που εισπράττεται χωρίς έγκυρη νόμιμη βάση δημιουργεί καταρχήν αξίωση απόδοσης υπέρ του ενδιαφερόμενου, συμφωνώ με την Επιτροπή ότι με το ερώτημα αυτό φαίνεται ότι επιδιώκεται να διασαφηνιστεί το ζήτημα, αν σε περίπτωση ακυρότητας του επίδικου κανονισμού πρέπει να θεωρηθεί δυνατή μια εξαίρεση από την αρχή αυτή. Μια τέτοια εξαίρεση είναι δυνατή αν το Δικαστήριο εφαρμόζοντας κατ 'αναλογία το άρθρο 174, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ στην προκειμένη περίπτωση, που περιορίζεται αποκλειστικά στο παρελθόν, κρίνει ότι η νομική ισχύς του εν λόγω κανονισμού εξακολουθεί να υφίσταται παρά την ακύρωση του.
Η Επιτροπή, η οποία βασίζεται στο ότι ο κανονισμός 851/76 αφορά μόνο μικρό αριθμό εισαγωγέων, είναι υπέρ της εφαρμογής της διάταξης που αναφέρθηκε, κυρίως επειδή η κήρυξη της ακυρότητας του κανονισμού θα έχει μόνο ως συνέπεια το ότι παραχωρείται στους ενδιαφερόμενους αδικαιολόγητο πλεονέκτημα ανταγωνισμού, που οφείλεται αποκλειστικά σε λάθος της.
Όπως όμως παραδέχεται και η Επιτροπή, το Δικαστήριο δεν έκανε μέχρι τώρα χρήση της δυνατότητας που του παρέχει το άρθρο 174, παράγραφος 2, παρά μόνο κατ' εξαίρεση, ιδίως όταν σοβαροί λόγοι που ανάγονται στην ασφάλεια του δικαίου επέβαλαν τη διατήρηση μιας διάταξης που είχε κηρυχτεί άκυρη. Από συστηματική άποψη θεωρώ άστοχο να γίνει χρήση της δυνατότητας αυτής, για να διατηρηθεί σε 6άρος ορισμένων προσώπων, όπως, στην προκειμένη περίπτωση, ένας κανονισμός που θεωρείται άκυρος, κατά κάποιο τρόπο για λόγους επιείκειας που αφορούν μόνο τη συγκεκριμένη περίπτωση. Η διατήρηση της ισχύος ενός άκυρου κανονισμού με βάση την επιχειρηματολογία που προέβαλε η Επιτροπή θα σήμαινε ότι οι ενδιαφερόμενοι εισαγωγείς θα στερούνταν από την αξίωση τους απόδοσης, που θα προέκυπτε καταρχήν από την ακυρότητα της εν λόγω διάταξης.
III —
Βάσει των προηγούμενων συλλογισμών, προτείνω, ως συμπέρασμα, στα ερωτήματα που υποβλήθηκαν να δοθεί η απάντηση ότι από την εξέταση του κανονισμού της Επιτροπής 851/76 δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να επηρεάσουν το κύρος του.
( 1 ) Μετάφραση από τα γερμανικά.
( 2 ) Απόφαση της 10. 12. 1974 στην υπόθεση 48/74 — Charmasson κατά υπουργού οικονομικών — Slg. 1974, σ. 1383.
( 3 ) Απόφαση της 29. 3. 1979 στην υπόθεση 231/78 — Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας—, Slg. 1979, σ. 1447.
( 4 ) Απόφαση της 20. 4. 1978 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 80 και 81/77 — Soc. Les commissionnaires réunis S.àr.l. κατά Receveur des douanes και S.àr.l. Les Fils de Henri Ramel κατά Receveur des douanes —, Slg. 1978, σ. 927.
( 5 ) Απόφαση της 25. 9. 1979 στην υπόθεση 232/78 — Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Γαλλικής Δημοκρατίας—, Slg. 1979, σ. 2729.
( 6 ) Απόφαση της 15. 9. 1982 στην υπό9εση 106/81 — Julius Kind KG κατά Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας —, Συλλογή 1982. σ. 2885.
( 7 ) Απόφαση της 10. 12. 1974 στην υπό8εση 48/74 — Charmasson κατά υπουργού οικονομικών —, Slg. 1974, σ. 1383.
( 8 ) Απόφαση της 3. 2. 1976 στην υπόθεση 59/75 — Εισαγγελική αρχή κατά Flavia Manghera και λοιπών —, Slg. 1976, σ. 91.
( 9 ) Απόφαση της 17. 2. 1976 στην υπόθεση 45/75 — Rewe-Zentrale des Lebensmittel-Großhandels GmbH κατά Hauptzollamt Landau-Pfalz —, Slg. 1976, σ. 181.
( 10 ) Απόφαση της 17. 2. 1976 στην υπόθεση 91/75 — Hauptzollamt Göttingen κατά Wolfgang Miritz GmbH & Co. —, Slg. 1976, σ. 217.
( 11 ) Απόφαση της 29. 3. 1979 στην υπόθεση 231/78 — Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας—, Slg. 1979, σ. 1447.
( 12 ) Απόφαση της 20. 4. 178 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 80 και 81/77 — Soc. Les commissionnaires réunis S.à r.l. κατά Receveur des douanes και S.àr.l. Les Fils de Henri Ramel κατά Receveur des douanes —, Slg. 1978, σ. 927.
( 13 ) Απόφαση της 13. 11. 1964 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 90 και 91/63 — Επιτροπή της ΕΟΚ κατά Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου και Βασιλείου του Βελγίου —, Slg. 1964, σ. 1329.
( 14 ) Απόφαση της 20. 4. 1978 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 80 και 81/77 — Soc. Les commissionnaires réunis S.à r.l. κατά Receveur des douanes και S.à r.l. Les Fils de Henri Ramel κατά Receveur des douanes —, Slg. 1978, σ. 927.
( 15 ) Απόφαση της 10. 12. 1974 στην υπόθεση 48/74 — Charmasson κατά υπουργού οικονομικών —, Slg. 1974,σ.1383.
( 16 ) Απόφαση της 15. 9. 1982 στην υπόθεση 106/81 — Julius Kind KG κατά Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας —, Συλλογή 1982, σ. 2885.
( 17 ) Απόφαση της 13. 3. 1979 στην υπόθεση 91/78 — Hansen GmbH & Co. κατά Hauptzollamt Flensburg —, Slg. 1979, σ. 935.
Full & Egal Universal Law Academy