ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
G. FEDERICO MANCINI
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 5 ΑΠΡΙΛΊΟΥ 1984 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Η προσφυγή που άσκησαν στην παρούσα υπόθεση οι Carlo Albenini και Mario Montagnani, υπάλληλοι του επιστημονικού κλάδου στο Κοινό Κέντρο Πυρηνικών Ερευνών (ΚΚΠΕ) της Ίσπρα, κατά του εν λόγω Κέντρου και της Επιτροπής, περιλαμβάνει ορισμένα αιτήματα με αντικείμενο την ακύρωση διαφόρων αποφάσεων και την αποκατάσταση της ζημίας.
Από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, οι προσφεύγοντες διενεργούν έρευνες επί της δυναμικής συμπεριφοράς των υλικών στο τμήμα «εφαρμοσμένη μηχανική». Το 1976, διορίστηκε ως νέος προϊστάμενος τμήματος ο L. Η. Larsson. Σύμφωνα με τους προσφεύγοντες, από νωρίς ο τελευταίος φάνηκε ότι δεν απέδιδε στην εργασία τους την πραγματική της αξία και επέβαλε ανεπίτρεπτους περιορισμούς στη δραστηριότητά τους. Όσον αφορά τους Albertini και Montagnani, ο Larsson συγκεκριμένα:
α)
δεν ενέκρινε τη δημοσίευση επιστημονικής ανακοίνωσης (υπόμνημα της 7. 10. 1982 και έγγραφο της 5.11.1982)
δ)
δεν ενέκρινε τη συμμετοχή τους σε διεθνές συνέδριο (έγγραφο της 5. 11. 1982)
γ)
απαγόρευσε τη διατήρηση, στο πλαίσιο των υπηρεσιακών δραστηριοτήτων τους, σχέσεων με ορισμένους εξωυπηρεσια-κούς εμπειρογνώμονες (έγγραφα της 27. 9. και 6.10. 1982) και
δ)
τους αφαίρεσε την ευθύνη των ερευνών επί της δυναμικής συμπεριφοράς των υλικών (υπηρεσιακή εντολή της 10. 11. 1982).
Στις 10 Δεκεμβρίου 1982, οι δύο υπάλληλοι υπέβαλαν στην ιεραρχικά προϊστάμενη αρμόδια αρχή ενστάσεις βάσει του άρθρου 90 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, ενώ στις 23 Δεκεμβρίου άσκησαν, δυνάμει των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 90, παράγραφος 2, και 91, παράγραφος 4, προσφυγή, επικαλούμενοι παράβαση των άρθρων 17, 21 και 24 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Την ίδια ημέρα, ζήτησαν την αναστολή εκτελέσεως των μέτρων που προσέβαλαν με την εν λόγω προσφυγή τους. Εντούτοις, με διατάξεις της 23ης Δεκεμβρίου 1982 και 1ης Φεβρουαρίου 1983, ο πρόεδρος του Δικαστηρίου απέρριψε τις αιτήσεις τους. Τέλος, στις 17 Μαΐου 1983, ημερομηνία κατά την οποία, σύμφωνα με τις περί προθεσμιών διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, η διοικητική ένσταση θεωρείται ως σιωπηρώς απορριφθείσα, η Επιτροπή την απέρριψε και ρητώς.
Κατά την προφορική διαδικασία, ο εκπρόσωπος της Επιτροπής προσκόμισε τις εργασίες του συνεδρίου που προαναφέρθηκε υπό στοιχείο (δ). Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται και η ανακοίνωση — τη δημοσίευση της οποίας δεν ενέκρινε ο Larsson — με τις υπογραφές και την ιδιότητα των προσφευγόντων.
2.
Επομένως, η προσφυγή — που πρέπει να θεωρηθεί ότι στρέφεται μόνο κατά της Επιτροπής, δεδομένου ότι το Κέντρο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της διοικητικής της δομής — έχει ως κύριο αίτημα την ακύρωση διαφόρων αποφάσεων που έλαβε ο προϊστάμενος του τμήματος «εφαρμοσμένη μηχανική» του Κέντρου.
Καταρχάς, θα εξετάσω τις αποφάσεις της 7ης Οκτωβρίου και 5ης Νοεμβρίου 1982. Με αυτές ο Larsson δεν ενέκρινε τη δημοσίευση ανακοινώσεως με τίτλο «Constitutive Equations of Austenitic Stainless Steels in Dynamics: Experiments and Calibration Procedure», που οι προσφεύγοντες συνέταξαν από κοινού με δύο καθηγητές του πανεπιστημίου της Μπολώνια. Η ανακοίνωση 5α παρουσιαζόταν και θα αποτελούσε θέμα συζητήσεως στο δεύτερο συνέδριο με θέμα «Mechanical Disign and Production», που διοργάνωσε από 27 μέχρι 29 Δεκεμβρίου 1982 το πανεπιστήμιο του Καΐρου.
Από το φάκελο της υπόθεσης προκύπτει ότι:
—
στις 13 Ιουλίου 1982, οι προσφεύγοντες απέστειλαν το πρωτότυπο και ορισμένα αντίγραφα της ανακοίνωσης στον καθηγητή Eleiche, γενικό γραμματέα του συνεδρίου, για να υποβληθεί στην επιστημονική επιτροπή του τελευταίου·
—
με επιστολή της 30ής Ιουλίου 1982 ο καθηγητής Eleiche γνωστοποίησε στους προσφεύγοντες ότι η επιτροπή έκανε δεκτή την ανακοίνωση·
—
στις 31 Αυγούστου 1982, οι προσφεύγοντες υπέβαλαν αίτηση προκειμένου να λάβουν, σύμφωνα με το άρθρο 17 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, την άδεια δημοσιεύσεως του κειμένου τους·
—
στις 7 Οκτωβρίου 1982, ο προϊστάμενος του τμήματος τους απηύθυνε υπόμνημα, με το οποίο έλαβε αρνητική θέση στην αίτηση τους. Κατά το υπόμνημα αυτό, οι προσφεύγοντες, αποστέλλοντας την ανακοίνωση προτού, δοθεί η σχετική άδεια, παρέβησαν τους κανόνες διαδικασίας. Επιπλέον, επιστημονικώς η εργασία δεν φαινόταν κατάλληλη για δημοσίευση·
—
στις 19 Οκτωβρίου 1982, οι προσφεύγοντες απάντησαν στον προϊστάμενο του τμήματος, εξηγώντας τη σημασία της ανακοίνωσης τους, υπερασπιζόμενοι την επιστημονική της αξία·
—
στις 5 Νοεμβρίου 1982, ο προϊστάμενος του τμήματος απηύθυνε στον Montagnani υπηρεσιακό σημείωμα, με το οποίο επαναβεβαίωσε την άρνηση του να χορηγήσει την άδεια·
—
με έγγραφο της 30ής Νοεμβρίου 1982, οι προσφεύγοντες ζήτησαν από τον καθηγητή Eleiche να θεωρήσει ως αποσυρθέν το κείμενο τους, σε περίπτωση που η απαιτούμενη άδεια δεν έφθανε εμπρόθεσμα στους διοργανωτές. Την παράκληση τους αυτή επανέλαβαν οι προσφεύγοντες και κατά τη συνάντηση τους με τον καθηγητή Eleiche στην Ispra το καλοκαίρι του 1983·
—
στις 9 Μαρτίου 1983 οι προσφεύγοντες ζήτησαν την άδεια να δημοσιεύσουν ανακοίνωση με τίτλο «Dynamic Mechanical Properties of Austenitic Stainless Steels: Fitting of Experimental Data on Constitutive Equations», που είχαν για μια ακόμη φορά συντάξει από κοινού με δύο καθηγητές του Atheneo της Μπολώνια και που προόριζαν για συνέδριο το οποίο επρόκειτο να γίνει στο Σικάγο τον Αύγουστο του 1983 (SMIRT VII). Για την εργασία αυτή, το αντικείμενο της οποίας ήταν ανάλογο με εκείνο που πραγματεύονταν στην επίδικη ανακοίνωση, δόθηκε η σχετική άδεια·
—
στον τόμο «Current Advances in mechanical Design and Production Proceedings of the Second Cairo University MDP Conference, 27-29 December 1982», στις σελίδες 475 επ., δημοσιεύεται το κείμενο της ανακοίνωσης που προοριζόταν για το συνέδριο του Καΐρου, με τα ονόματα, και την ιδιότητα των τεσσάρων συγγραφέων. Εντούτοις, στο αντίγραφο που βρίσκεται στη βιβλιοθήκη της Ispra, τα ονόματα και η ιδιότητα των προσφευγόντων έχουν διαγραφεί με στυλογράφο.
Με τα δεδομένα αυτά έρχομαι στις αιτιάσεις. Οι Albertini και Montagnani διευκρινίζουν καταρχάς ότι, ζητώντας την άδεια δημοσιεύσεως, ακολούθησαν την τακτική που ίσχυε στο Κέντρο κατά το χρόνο των περιστατικών, όπως προκύπτει από το έγγραφο 13/79 της 15ης Μαΐου 1979 και από γνήσια δήλωση τριών υπαλλήλων του επιστημονικού κλάδου που υπηρετούσαν στην Ispra στις 20 Ιανουαρίου 1983. Όσον αφορά τη δημοσίευση της ανακοίνωσης, διαβεβαιώνουν ότι δεν έφεραν ευθύνη για το γεγονός αυτό, δεδομένου ότι είχαν ενημερώσει έγκαιρα τους διοργανωτές του συνεδρίου στο ότι δεν είχαν λάβει τη σχετική άδεια.
Προς υποστήριξη του αιτήματος ακυρώσεως, οι προσφεύγοντες προβάλλουν δύο αιτιάσεις: έλλειψη αρμοδιότητας και κατάχρηση εξουσίας. Όσον αφορά την πρώτη, αυτοί στηρίζονται στο παράρτημα 1 της απόφασης του γενικού διευθυντή του Κέντρου, της 20ής Νοεμβρίου 1979, σχετικά με την άσκηση των εξουσιών που απονέμει στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (ΑΔΑ) ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων: πράγματι, σύμφωνα με το εν λόγω έγγραφο, η προβλεπόμενη από το άρθρο 17, δεύτερη παράγραφος, (έγκριση για δημοσίευση) αρμοδιότητα απονέμεται στο διευθυντή του Κέντρου της Ispra και όχι στον προϊστάμενο τμήματος. Εν πάση περιπτώσει, το άρθρο 17 έχει εφαρμογή στις οριστικές δημοσιεύσεις και όχι στις εργασίες που αποστέλλονται σε επιστημονικά συνέδρια. Όσον αφορά την κατάχρηση εξουσίας, οι Albertini και Montagnani τονίζουν ότι η άδεια δημοσιεύσεως δεν αποτελεί τη βάση για την επιστημονική αξιολόγηση μιας συμβολής: εν πάση περιπτώσει, η δική τους δεν ήταν βέβαια δυνατό να θέσει σε κίνδυνο τα συμφέροντα της Κοινότητας.
Η Επιτροπή έχει φυσικά αντίθετη γνώμη. Από άποψη διαδικασίας — βεβαιώνει — δεν χωρεί αμφιβολία ότι οι προσφεύγοντες, έχοντας υποβάλει την αίτηση χορηγήσεως αδείας μετά την αποστολή της ανακοίνωσης στον καθηγητή Eleiche, παρέβησαν τους ισχύοντες επί του θέματος κανόνες και το άρθρο 17 στο οποίο στηρίζονται. Όσον αφορά την ουσία πρέπει επίσης να τονιστεί:
α)
ότι τη γνώμη του Larsson συμμερίστηκαν και άλλα στελέχη του τμήματος·
β)
από ένα σεμινάριο που έγινε μεταξύ των τμημάτων που ασχολούνται με τα υποδείγματα συμπεριφοράς των υλικών συνήχθησαν συμπεράσματα ενισχύοντα την άποψη του Larsson
γ)
ότι δύο εξωυπηρεσιακοί εμπειρογνώμονες, των οποίων ζητήθηκε διαδοχικά η γνώμη, διατύπωσαν αρνητική γνώμη για την επιστημονική αξία της ανακοίνωσης.
Η συμπεριφορά των προσφευγόντων πρέπει να εκτιμηθεί υπό το φως του στόχου του άρθρου 17, δεύτερη παράγραφος, το οποίο αποβλέπει: «στην εξασφάλιση της τήρησης της θεμελιώδους επιταγής... ότι το επίπεδο των δημοσιεύσεων είναι εκείνο που η Επιτροπή έχει το δικαίωμα να αναμένει από τους υπαλλήλους της και ότι δεν θίγεται η φήμη του Κέντρου».
3.
Λίγα λόγια περί των διατάξεων που επικαλούνται οι διάδικοι. Αυτές που αφορούν τη δημοσίευση άρθρων, τα οποία συντάσσουν υπάλληλοι των Κοινοτήτων, περιέχονται στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 17 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων. Το άρθρο αυτό ορίζει ότι «ο υπάλληλος έχει την υποχρέωση να μη δημοσιεύει ..., μόνος ή σε συνεργασία με άλλους οποιοδήποτε κείμενο, του οποίου το αντικείμενο συνδέεται με δραστηριότητα των Κοινοτήτων ... χωρίς την άδεια της ΑΔΑ. Η άδεια αυτή χορηγείται μόνο αν η προγραμματιζόμενη δημοσίευση είναι τέτοιας φύσεως, ώστε να μη θέτει σε κίνδυνο τα συμφέροντα των Κοινοτήτων». Για τους υπαλλήλους του επιστημονικού και τεχνικού κλάδου και ειδικότερα για εκείνους του Κέντρου ισχύει επίσης το άρθρο 94, η παράγραφος 2 του οποίου ορίζει: «κάθε δημοσίευση ή δημοσία ανακοίνωση που γίνεται από έναν υπάλληλο, προϋποθέτει την άδεια της ΑΔΑ και υπόκειται στις προϋποθέσεις που καθορίζονται από αυτήν, όταν το αντικείμενό της αφορά τη δραστηριότητα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενεργείας».
Για τους υπαλλήλους της Ispra που προτίθενται να κάνουν ανακοινώσεις σε διεθνή επιστημονικά συνέδρια, ισχύουν επίσης οι κανόνες που θέσπισε το ήδη αναφερθέν έγγραφο 13/79. Το εν λόγω έγγραφο ρυθμίζει «τη διαδικασία επιλογής ειδικών για συμμετοχή σε επιστημονικές και τεχνικές εκδηλώσεις, συνέδρια, συμπόσια, συναντήσεις και συσκέψεις, όπου η Επιτροπή καλείται επίσημα να λάβει μέρος». Στο έγγραφο αυτό ορίζεται ότι η άδεια για την παρουσίαση μιας ανακοίνωσης πρέπει να ζητείται, χρησιμοποιώντας ειδικό έντυπο, τουλάχιστον ένα μήνα πριν από την ημερομηνία που όρισαν οι διοργανωτές για την κατάθεση της προτεινόμενης ανακοίνωσης. Σε περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές δεν ανακοινώνουν στον αιτούντα την τύχη που είχε η αίτηση του, ο τελευταίος μπορεί να αποστείλει στους διοργανωτές τον τίτλο ή περίληψη του κειμένου του. Αντίθετα, σε καμία περίπτωση δεν είναι δυνατή η διαβίβαση κειμένων in extenso, εφόσον δε έχει δοθεί η δέουσα άδεια δημοσιεύσεως. Αν δεν δοθεί η σχετική άδεια, ο υπάλληλος οφείλει να αποσύρει την προτεινόμενη ανακοίνωση του από τους διοργανωτές (έγγραφο EUR/C-IS 202/79, σημείο 4.1).
4.
Όπως έχω ήδη αναφέρει, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση έγινε γνωστό ότι η επίδικη ανακοίνωση δημοσιεύτηκε στις εργασίες του συνεδρίου του Καΐρου με τα ονόματα και την ιδιότητα των προσφευγόντων. Από τα παραπάνω η Επιτροπή συνάγει ότι οι Albertini και Montagnani στερούνται πλέον εννόμου συμφέροντος για ακύρωση της απορρίψεως της αιτήσεως αδείας δημοσιεύσεως.
Το επιχείρημα νομίζω ότι είναι βάσιμο. Ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι οι προσφεύγοντες δεν το ζήτησαν ή δεν δόθηκε η άδεια, με τη δημοσίευση της ανακοίνωσης εξέλιπε ασφαλώς το συμφέρον τους προς άσκηση της παρούσας προσφυγής, τουλάχιστον όσον αφορά την υπό εξέταση αιτίαση. Πράγματι, ενδεχόμενη ακυρωτική απόφαση δεν θα μπορούσε πλέον να επηρεάσει λυσιτελώς τη νομική τους κατάσταση.
5.
Στο σημείο αυτό η εξέταση των αιτιάσεων που προέβαλαν οι προσφεύγοντες δικαιολογείται μόνο από λόγους πληρότητας. Όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση περί ελλείψεως αρμοδιότητας, η Επιτροπή τόνισε με το γραπτό υπόμνημά της ότι ο διευθυντής του Κέντρου δεν αντιτάχτηκε στην απόρριψη της αιτήσεως χορηγήσεως αδείας που του κοινοποίησε ο προϊστάμενος του τμήματος· κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση προσέθεσε ότι, κατά το χρόνο των περιστατικών, ο πρώτος είχε μεταβιβάσει επίσημα στον δεύτερο τις εξουσίες που του είχαν απονεμηθεί με την απόφαση του διεθυντή του Κέντρου της 20ής Νοεμβρίου 1979. Τα γεγονότα αυτά είναι αναμφισβήτητα: από αυτά συνάγω ότι ο Larsson εξέφρασε την άποψη της διοίκησης ή, τουλάχιστον, ότι η απόφαση του εγκρίθηκε σιωπηρά από τη διοίκηση.
Ως προς το αν η διαδικασία αυτή είναι νόμιμη, το ζήτημα κρίθηκε από το ίδιο το Δικαστήριο με την απόφαση της 30ής Μαΐου 1973 στην υπόθεση 46/72, De Greef κατά Επιτροπής, καθώς και στην υπόθεση 49/72, Drescig κατά Επιτροπής. Κρίνοντας μια απόφαση της Επιτροπής, όμοια με εκείνη της 20ής Νοεμβρίου 1979, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι πρόκειται όχι τόσο «για μια αυστηρή ανάθεση εξουσιών», όσο για «μια κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των διαφόρων υπηρεσιών». Συνεπώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί — έκρινε το Δικαστήριο — ότι αυτή «αποκλείει α Priori κάθε περίπτωση περαιτέρω εξουσιοδοτήσεως εκ μέρους του προσώπου που έχει οριστεί, ή παρεκκλίσεως ... από τα κριτήρια κατανομής ... Η περαιτέρω εξουσιοδότηση ή παρέκκλιση από τα εν λόγω κριτήρια μπορεί να επιφέρει ακυρότητα της διοικητικής πράξεως μόνο αν υπάρχει κίνδυνος να θιγεί μία από τις εγγυήσεις που παρέχει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως στους υπαλλήλους» (Race. 1973, σ. 543, σκέψεις 17 μέχρι 19 και 20 μέχρι 21). Υπογραμμίζω την τελευταία φράση που αρμόζει απόλυτα στην περίπτωση μας. Δεδομένου ότι η ανακοίνωση δημοσιεύτηκε χωρίς καθυστέρηση, δεν μπορεί να λεχθεί ότι διέτρεξαν οποιοδήποτε κίνδυνο οι υπέρ των υπαλλήλων εγγυήσεις.
Διαφορετικής φύσεως είναι η αιτίαση σχετικά με την κατάχρηση εξουσίας κατά την εφαρμογή του άρθρου 17, παράγραφος 2. Κατ' εμέ, η διάταξη είναι δυνατό να περιορίζει θεμελιώδες δικαίωμα, όπως είναι το της εξωτερίκευσης των σκέψεων, και επομένως πρέπει να ερμηνεύεται αυστηρά. Στην περίπτωση που θα έπρεπε να εξεταστεί εμπεριστατωμένα το ενδεχόμενο συγκρούσεως μεταξύ του εν λόγω δικαιώματος και των «συμφερόντων» της Επιτροπής — πράγμα που δεν δικαιολογεί η προαναφερθείσα έλλειψη συμφέροντος των προσφευγόντων — ο έλεγχος θα αφορούσε κατ' ανάγκη τις γενικές αρχές, οι οποίες είναι κοινές στις έννομες τάξεις των κρατών μελών σχετικά με την ελευθερία του λόγου (free speach Αμφιβάλλω αν η ευρεία ερμηνεία του άρθρου 17, παράγραφος 2 (πρβλ. supra αριθ. 2 in fine), στην οποία προέβη η Επιτροπή, αντέχει σε παρόμοιο test. Ας μου επιτραπεί να υπενθυμίσω στο Δικαστήριο το ακόλουθο αξίωμα του Immanuel Kant: «στον υπάλληλο, στον στρατιωτικό, στον ιερωμένο» πρέπει να αναγνωρίζεται το δικαίωμα να εκφράζει δημόσια τη σκέψη του. Ως μελετητής, ως μέλος της πολιτισμένης ανθρωπότητας έχει την απεριόριστη ελευθερία να υπηρετεί το λόγο του, να ομιλεί ιδίω ονόματι, να κάνει προτάσεις για βελτίωση της οργανώσεως του και της εκκλησίας όπου ανήκει (από το Che cos'è l'illuminismo [Τι πράγμα είναι ο διαφωτισμός], 1784).
6.
Το δεύτερο αίτημα αφορά την ακύρωση της απόφασης της 5ης Νοεμβρίου 1982, με την οποία δεν επετράπη η συμμετοχή, των προσφευγόντων στο συνέδριο του Καίρου. Όπως προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας, σχετικά με το θέμα των αιτήσεων των προσφευγόντων (της 31ης Αυγούστου και 19ης Οκτωβρίου 1982), ο προϊστάμενος τμήματος απηύθυνε στο Montagnani χειρόγραφο έγγραφο (5 Νοεμβρίου 1982), με το οποίο του ανακοίνωσε ότι, αφού εξέτασε το πρόγραμμα, έκρινε άσκοπη την αποστολή εκπροσώπων στο συνέδριο.
Ως προς το αίτημα αυτό η Επιτροπή προβάλλει επίσης την έλλειψη συμφέροντος των προσφευγόντων προς άσκηση της προσφυγής. Νομίζω ότι το επιχείρημα πρέπει να γίνει δεκτό. Το συνέδριο ανήκει ήδη στην ιστορία και οι προσφεύγοντες δεν θα μπορούσαν να προσδώσουν πρακτική αποτελεσματικότητα σε απόφαση ακυρώ-νουσα την άρνηση πραγματοποιήσεως της αποστολής. Επομένως, ο λόγος τους είναι αβάσιμος. Προϋποθέτει δικαίωμα του υπαλλήλου του επιστημονικού κλάδου να μετέχει σε διεθνή συνέδρια ή περαιτέρω δικαίωμα του υπαλλήλου να μετέχει σε αποστολές. Το δικαίωμα όμως αυτό δεν αναγνωρίζεται από καμία διάταξη ούτε προκύπτει από καμία γενική αρχή. Επομένως, η διοίκηση διαθέτει απόλυτη διακριτική ευχέρεια όταν αποφασίζει για τις αποστολές.
7.
Με το τρίτο αίτημα τους, οι προσφεύγοντες ζητούν την ακύρωση των εγγράφων της 27ης Σεπτεμβρίου και 6ης Οκτωβρίου 1982. Με το πρώτο, ο προϊστάμενος τμήματος απέρριψε το αίτημα τους περί προσκλήσεως ερευνητή — ξένου προς το Κέντρο — για το λόγο κυρίως ότι οι προηγούμενες επισκέψεις του είχαν απαγοητευ-τικά αποτελέσματα. Με το δεύτερο, ο εν λόγω ιεραρχικά προϊστάμενος κάλεσε τους προσφεύγοντες να τηρούν τους κανόνες λειτουργίας του Κέντρου.
Κατά τους Albertini και Montagnani, οι απαγορεύσεις και τα εμπόδια που τέθηκαν με τον τρόπο αυτό στις σχέσεις που προετί-θεντο να διατηρήσουν με εξωυπηρεασια-κούς εμπειρογνώμονες βλάπτουν τη σταδιοδρομία τους εντός της υπηρεσίας και θέτουν σε κίνδυνο την ελευθερία τους για επιστημονική έρευνα. Η Επιτροπή, αντίθετα, συμπεραίνει ότι μεταξύ των δικαιωμάτων που εγγυάται στους υπαλλήλους δεν περιλαμβάνεται το δικαίωμα προσκλήσεως εξωυπηρεσιακών εμπειρογνωμόνων. Εξάλλου, οι προσφεύγοντες δεν απέδειξαν ότι τους απαγορεύτηκε να διατηρούν επαφές με τους ερευνητές αυτούς.
Διατηρώ πολύ σοβαρές επιφυλάξεις περί του αν οι πράξεις στις οποίες αναφέρονται τα προσκομισθέντα έγγραφα μπορούν να θεωρηθούν βλαπτικές για τους προσφεύγοντες. Κατ' εμέ, ο προϊστάμενος τμήματος άσκησε μ' αυτές νομίμως τις εξουσίες που του έχουν ανατεθεί σχετικά με τον εσωτερικό συντονισμό για την εύρυθμη λειτουργία της υπηρεσίας.
8.
Με το τέταρτο αίτημα ζητείται η ακύρωση της υπηρεσιακής εντολής της 10ης Νοεμβρίου 1982, με την οποία ο προϊστάμενος του τμήματος εμπιστεύθηκε στον υπεύθυνο του τομέα, Verzelletti, την ευθύνη των ερευνών επί της δυναμικής συμπεριφοράς των υλικών.
Οι προσφεύγοντες προβάλλουν τρεις αιτιάσεις:
α)
έλλειψη αρμοδιότητας, διότι την απόφαση έπρεπε να λάβει όχι ο προϊστάμενος τμήματος αλλ' η ΑΔΑ·
β)
έλλειψη αιτιολογήσεως·
γ)
κατάχρηση εξουσίας, διότι η αφαίρεση από τους προσφεύγοντες — εφευρέτες και κατασκευαστές της «μεγάλης μηχανής» — της ευθύνης συνιστά «πράξη αδιαλλαξίας».
Η Επιτροπή απαντά καταρχάς ότι οι Albertini και Montagnani δεν υποβαθμίστηκαν, ούτε τους ανατέθηκαν καθήκοντα τα οποία δεν αντιστοιχούν στο βαθμό τους: επομένως, οι αιτιάσεις δεν ευσταθούν. Στη συνέχεια, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το μέτρο είναι νόμιμο: πράγματι η διοίκηση του προσωπικού εντός ενός επιστημονικού τμήματος εμπίπτει, όσον αφορά ορισμένα θέματα, στην αρμοδιότητα του προϊσταμένου τμήματος. Ειδικότερα, στον τελευταίο εναπόκειται η οργάνωση της εργασίας, με την ανάθεση καθηκόντων και ευθυνών με τις απαιτήσεις της υπηρεσίας.
Συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής. Αντικείμενο του επίδικου μέτρου δεν είναι η ανάθεση καθήκοντος που, κατά την έννοια του άρθρου 7 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, απαιτεί παρέμβαση της ΑΔΑ. Η πράξη αφορά την εσωτερική οργάνωση μιας μονάδας και την εξασφάλιση καλύτερης λειτουργίας της' υπό την έννοια αυτή, δεν χωρεί αμφιβολία ότι εμπίπτει στην αρμοδιότητα του προϊσταμένου του τμήματος.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η εν λόγω πράξη δεν πάσχει από κανένα ελάττωμα. Δεν συντρέχει περίπτωση ελλείψεως αιτιολογήσεως: πράγματι, οι προσφεύγοντες δεν αμφισβητούν ότι την παραμονή της εκδόσεως της υπηρεσιακής εντολής ο Larsson ενημέρωσε τον Albertini, εξηγώντας του διά μακρών τους λόγους. Αλλ' ακόμη περισσότερο σαθρό είναι το επιχείρημα ότι εκείνος που εφευρίσκει ή κατασκευάζει μια μηχανή έχει κατά κάποιο τρόπο το αποκλειστικό δικαίωμα χρησιμοποιήσεως της. Για να πειστεί κανείς επ' αυτού, αρκεί να υπενθυμίσω το άραρο 94, παράγραφος 3, το οποίο ορίζει ότι: «κάθε εφεύρεση που γίνεται ή επινοείται από υπάλληλο κατά την άσκηση των καθηκόντων του ή σε σχέση με αυτά, ... ανήκει αυτοδικαίως στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενεργείας».
9.
Τέλος, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα με το οποίο ζητείται να υποχρεωθεί η Επιτροπή σε αποκατάσταση των ζημιών που υπέστησαν οι προσφεύγοντες από την απόρριψη της αιτήσεως αδείας δημοσιεύσεως της ανακοίνωσης τους και συμμετοχής τους στο συνέδριο του Καΐρου. Πράγματι, όπως έχει ήδη λεχθεί, στην περίπτωση της ανακοίνωσης δεν υφίσταται ζημία, ενώ όσον αφορά τη συμμετοχή στο συνέδριο η συμπεριφορά της καθής παρίσταται καθόλα νόμιμη.
10.
Από όλες τις σκέψεις που ανέπτυξα μέχρις εδώ, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή που άσκησαν στις 23 Δεκεμβρίου 1982 οι Carlo Albertini και Mario Montagnani κατά της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Επίσης προτείνω κάθε διάδικος να φέρει τα δικά του έξοδα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που συνεπάγεται η διαδικασία λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, ως προς τα οποία το Δικαστήριο έχει επιφυλαχτεί.
( 1 ) Μετάφραση οπό τα ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy