ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
SIR GORDON SLVNN
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 27 ΟΚΤΩΒΡΊΟΥ 1983 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Στις 27 Νοεμβρίου 1981, μια επιτροπή αναπηρίας που είχε συσταθεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 9 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του παραρτήματος II του κανονισμού αυτού, διαπίστωσε ότι ο Cohen, που υπηρετούσε τότε στην Επιτροπή, με το βαθμό LA 4, είχε υποστεί μόνιμη ολική αναπηρία, που τον εμπόδιζε να εκτελέσει τα καθήκοντα που αντιστοιχούν στη θέση του, κατά την έννοια του άρθρου 78 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Η επιτροπή αναπηρίας έκρινε πάντως ότι η αναπηρία δεν οφείλεται σε κανένα από τους παράγοντες τους οποίους αναφέρει η δεύτερη παράγραφος του άρθρου αυτού. Κατόπιν αυτού η Επιτροπή εξέδωσε απόφαση στις 11 Δεκεμβρίου 1981, σύμφωνα με την οποία ο προσφεύγων έπρεπε να συνταξιοδοτηθεί την 1η Ιανουαρίου 1982, σύμφωνα με το άρθρο 53 του κανονισμού. Το ποσό της συντάξεως καθορίστηκε κατ' εφαρμογή της τρίτης παραγράφου του άρθρου 78 με βάση το ποσοστό της συντάξεως που θα ελάμβανε ο προσφεύγων με τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του αν είχε παραμείνει στην υπηρεσία. Το ποσό αυτό είναι μικρότερο εκείνου που έπρεπε να καταβληθεί κατ' εφαρμογή της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 78. Ο Cohen υπέβαλε ένσταση κατά της αποφάσεως της επιτροπής αναπηρίας, η οποία απορρίφθηκε από την Επιτροπή στις 5 Οκτωβρίου 1982. Τώρα ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως της επιτροπής αναπηρίας, κατά το μέρος που αναφέρει ότι η αναπηρία του δεν προήλθε από πράξη αυτοθυσίας η οποία έχει συντελεστεί προς δημόσιο όφελος, καθώς και την ακύρωση της από 11 Δεκεμβρίου 1981 αποφάσεως της Επιτροπής και της αποφάσεως του οργάνου αυτού με την οποία απορρίφθηκε η ένσταση του, προβάλλοντας ορισμένους τυπικούς και ουσιαστικούς λόγους ακυρώσεως. Επικουρικώς, ζητεί από το Δικαστήριο να κρίνει ότι το άρθρο 78, δεύτερη παράγραφος, έχει την έννοια ότι επιβάλλει τη χορήγηση υψηλότερης συντάξεως για πράξεις αυτοθυσίας που συντελέστηκαν προς δημόσιο όφελος πριν από την είσοδο τους στην υπηρεσία της Επιτροπής. Ζητεί επίσης τη σύσταση νέας επιτροπής αναπηρίας και, επικουρικώς, τη διεξαγωγή αποδείξεων προκειμένου να αποδειχτεί αν η επιτροπή αναπηρίας εξέτασε το ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της τωρινής του καταστάσεως και των πράξεων τις οποίες επικαλείται.
Ο βασικός ισχυρισμός του Cohen είναι ότι η αναπηρία του προέρχεται από τις δραστηριότητες του στο πλαίσιο της ολλανδικής αντίστασης κατά τη διάρκεια του πολέμου του 1939-1945, για τις οποίες δικαιούται συντάξεως στο υψηλότερο ποσοστό που προβλέπει η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 78.
Σχετικώς, ο προσφεύγων επικαλείται μια βεβαίωση του θεράποντα ιατρού του, Δρ. Gohdes, που τον είχε ορίσει ως μέλος της επιτροπής αναπηρίας, η οποία φέρει την ίδια ημερομηνία όπως και η έκθεση της επιτροπής. Η βεβαίωση αυτή αναφέρει ότι υπάρχει πιθανότατα σχέση μεταξύ της καταστάσεως της υγείας του Cohen και των ετών που διήνυσε στις τάξεις της ολλανδικής αντιστάσεως. Όπως αναφέρει μια βεβαίωση του νευροχειρουργού, Δρ. Langie, της 2ας Φεβρουαρίου 1982, είναι πιθανό η κατάσταση της υγείας που περιγράφει να σχετίζεται με τη συμμετοχή του Cohen στην αντίσταση. Ο Cohen επικαλείται επίσης το γεγονός ότι η αίτηση του, για χορήγηση έκτακτης συντάξεως από τις ολλανδικές αρχές λόγω του θάρρους που υπέδειξε στις τάξεις της αντιστάσεως και της καταστάσεως της υγείας του που προέκυψε, έγινε δεκτή στις 6 Δεκεμβρίου 1982.
Ο προσφεύγων προβάλλει ότι, κατά παράβαση του άρθρου 25, δεύτερη παράγραφος, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, οι εις βάρος του αποφάσεις που εξέδωσε η επιτροπή αναπηρίας και η Επιτροπή στερούνται αιτιολογίας. Επιπλέον, υποστηρίζει ότι δεν τηρήθηκαν οι όροι του άρθρου 78 και ορισμένοι γενικοί κανόνες του δικαίου που απαιτούν την αιτιολόγηση των αποφάσεων. Η επιτροπή αναπηρίας δεν εξέτασε το ζήτημα των αιτιών της ασθένειας του, ούτε καν του υπέβαλε ερωτήσεις στο θέμα αυτό. Σχετικά με την απόφαση της επιτροπής αυτής προβάλλει ότι είναι τελείως αδύνατο να εξακριβωθεί αν η επιτροπή αγνοούσε τις πράξεις αυτοθυσίας που επικαλείται ή δεν είχε πληροφορηθεί σχετικά ή αν τις απέρριψε, επειδή θεώρησε ότι δεν αποτελούσαν πράξεις αυτοθυσίας ή επειδή, από νομικής πλευράς, δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη. Κατά την άποψη του προσφεύγοντος, η επιτροπή αναπηρίας υπέπεσε σε πραγματική πλάνη αρνηθείσα την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των δραστηριοτήτων του και της καταστάσεως της υγείας του υπέπεσε σε νομική πλάνη κατά το ότι δεν τις έλαβε υπόψη διότι συντελέστηκαν πριν από την είσοδο του στην υπηρεσία της Επιτροπής.
Η Επιτροπή αντιτάσσει ότι η επιτροπή αναπηρίας δεν υποχρεούται να δώσει εκτενέστερη αιτιολογία από αυτήν που έδωσε, υπό το φως των διατάξεων του άρθρου 9, παράγραφος 3, του παραρτήματος II, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και ότι οι εργασίες της επιτροπής είναι απόρρητες. Επιπλέον προβάλλει ότι, επειδή επιστήθηκε η προσοχή του θεράποντα ιατρού Gohdes, συγκεκριμένα στην παράγραφο 2 του άρθρου 78, η επιτροπή αναπηρίας αποφάνθηκε ρητά ότι δεν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ κάποιας πράξεως αυτοθυσίας και της καταστάσεως της υγείας του προσφεύγοντος και η απόφαση αυτή είναι οριστική. Δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι άλλες αποδείξεις ιατρικής φύσεως ενδέχεται να μη συμφωνούν με την επιτροπή αναπηρίας. Εν πάση περιπτώσει, η επιτροπή έκρινε ότι οι πράξεις αυτές δεν μπορούν να προβληθούν κατά νόμο λόγω του χρόνου κατά τον οποίο συντελέστηκαν η συμμετοχή στην αντίσταση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πράξη αυτοθυσίας που συντελέστηκε προς δημόσιο όφελος κατά την έννοια των διατάξεων του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
Συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής, ότι δηλαδή το αίτημα περί ακυρώσεως της αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκε η ένσταση είναι απαράδεκτο. Αυτό πάντως δεν επιλύει το ουσιώδες ερώτημα αν είναι έγκυρες η απόφαση της επιτροπής αναπηρίας και η πρώτη απόφαση της Επιτροπής.
Η διαπίστωση της επιτροπής αναπηρίας, ότι δηλαδή η αναπηρία του προσφεύγοντος δεν προέρχεται από ατύχημα συμβάν κατά την άσκηση των καθηκόντων του, από επαγγελματική ασθένεια ή από πράξη αυτοθυσίας που έχει συντελεστεί προς δημόσιο όφελος ή από το γεγονός ότι εξέθεσε τη ζωή του σε κίνδυνο, προκειμένου να διασώσει ανθρώπινη ζωή, διατυπώνεται κατά τρόπο γενικό. Η διαπίστωση αυτή δεν αναφέρει αν η επιτροπή αναπηρίας εξέτασε τις δραστηριότητες του προσφεύγοντος κατά τη διάρκεια του πολέμου ή αν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των δραστηριοτήτων αυτών και της αναπηρίας του. Δεν προκύπτει καθόλου ότι είχε ζητηθεί ρητά από την επιτροπή αυτή να προβεί σ' αυτή την εξέταση, ούτε προσκομίστηκε κανένα έγγραφο που να αποδεικνύει ότι τέθηκε αυτό το πρόβλημα. Αν το πρόβλημα δεν τέθηκε και αν η προσοχή δεν επιστήθηκε επ' αυτού, νομίζω ότι η επιτροπή αναπηρίας καλώς εξέδωσε την απόφασή της κατά τρόπο γενικό (6λ. κατ' αναλογία υπόθεση 257/81, Κ. κατά Ινμδον-ÁÍOV, απόφαση της 12. 1. 1983, Συλλογή σ. 1). Αντιστρόφως, αν το πρόβλημα τέθηκε, νομίζω ότι η επιτροπή αναπηρίας όφειλε να αποφανθεί ως προς το αν υπήρχε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των δραστηριοτήτων του προσφεύγοντος και της καταστάσεως της υγείας του. Το επιχείρημα της Επιτροπής ότι δηλαδή, λόγω του ιατρικού απορρήτου, η επιτροπή αναπηρίας μπορεί να αρνηθεί να το πράξει, δεν νομίζω ότι ευσταθεί. Η διαπίστωση περί του αν υπάρχει ή όχι αιτιώδης συνάφεια μπορεί εύκολα να γίνει χωρίς να αποκαλυφθούν ιατρικά απόρρητα με την απόφαση της επιτροπής αναπηρίας. Εξάλλου, δεν δέχομαι το επιχείρημα της Επιτροπής, ότι δηλαδή η επιτροπή αναπηρίας εξέτασε το θέμα, διότι ο ιατρός του προσφεύγοντος, που ήταν μέλος της επιτροπής αυτής, γνώριζε τις δραστηριότητες του. Τέλος, δεν δέχομαι ούτε το επιχείρημα της Επιτροπής, ότι ο Cohen έχει στη διάθεση του μια ικανοποιητική διέξοδο κατά το ότι του είναι δυνατόν να ρωτήσει επί του θέματος αυτού τον ιατρό που επέλεξε για να τον εκπροσωπεί.
Πάντως, πέραν των σημείων αυτών, το βασικό ερώτημα είναι αν, στο πλαίσιο του' άρθρου 78, παράγραφος 2, μπορούν να προβληθούν πράξεις που συντελέστηκαν πριν από την είσοδο στην υπηρεσία. Προκειμένου να εξετάσω το ερώτημα αυτό, θεωρώ δεδομένο ότι οι εν λόγω πράξεις αποτελούν, από νομικής σκοπιάς, πράξεις αυτοθυσίας που έχουν συντελεστεί προς δημόσιο όφελος και ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των πράξεων αυτών και της καταστάσεως της υγείας του προσφεύ- γοντος.
Το πρόβλημα γίνεται λοιπόν ερμηνευτικό. Απορρίπτω το επιχείρημα που προβλήθηκε από την πλευρά του Cohen, ότι δηλαδή η διατύπωση είναι τόσο σαφής, ώστε δεν έχει παρά μία μόνο έννοια και δεν χρήζει ερμηνείας. Το κείμενο της διατάξεως έχει μια αοριστία η οποία πρέπει να διαλυθεί. Πάντως, δεν θα λάβω υπόψη την πρόταση κανονισμού της Επιτροπής που εκπόνησε η Επιτροπή και στην οποία παρέπεμψε ο πληρεξούσιος της. Νομίζω ότι το κύριο έργο είναι να εξεταστεί η διατύπωση στο πλαίσιο του κανονισμού και να τεθεί το ερώτημα αν, από πλευράς ερμηνείας, η πράξη αυτοθυσίας προς δημόσιο όφελος μπορεί να συντελεστεί καθ' οποιονδήποτε χρόνο ή μόνο κατά τη διάρκεια του χρόνου υπηρεσίας.
Πρέπει να σημειωθεί ότι στην πρώτη κατηγορία πράξεων στις οποίες αναφέρεται η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 78 εμπίπτουν τα ατυχυήματα που συμβαίνουν «κατά την άσκηση ή επ' ευκαιρία της ασκήσεως των καθηκόντων». Είναι σαφές ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται μόνο στα συμβάντα που επέρχονται κατά τη διάρκεια του χρόνου υπηρεσίας του υπαλλήλου. Πάντως, η διάταξη αυτή, έτσι όπως είναι διατυπωμένη και όπως την εννοώ εγώ, αποβλέπει στο να αποκλείσει τα ατυχήματα που συμβαίνουν υπό συνθήκες μάλλον άσχετες μ£ την υπηρεσία, παρά να προσδιορίζει τον κρίσιμο χρόνο. Κατά τη γνώμη μου, αυτό δεν σημαίνει ότι, αφού η πρώτη κατηγορία συνοδεύεται με ρητό περιορισμό, ενώ δεν διατυπώνεται περιορισμός για τις άλλες κατηγορίες, πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν υπάρχει χρονικός περιορισμός για τις τελευταίες.
Τη δεύτερη κατηγορία, στην οποία αναφέρεται η δεύτερη παράγραφος, αποτελεί η «επαγγελματική ασθένεια», η οποία προκαλεί αναπηρία και η τρίτη αφορά την πράξη αυτοθυσίας που έχει συντελεστεί προς δημόσιο όφελος ή το γεγονός ότι ο υπάλληλος εξέθεσε τη ζωή του σε κίνδυνο προκειμένου να διασώσει ανθρώπινη ζωή. Τέλος, η τρίτη παράγραφος αναφέρεται στην αναπηρία η οποία οφείλεται σε άλλο λόγο. Για καμιά από τις κατηγορίες αυτές δεν προσδιορίζεται ο χρόνος. Πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι, αντίθετα προς το άρθρο 73 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως το οποίο προβλέπει παροχές για την περίπτωση επαγγελματικής ασθένειας ή ατυχήματος, το άρθρο 78 απαιτεί όπως η αναπηρία εμποδίζει τον υπάλληλο να εκτελεί τα καθήκοντα του. Πρέπει επομένως να νοηθεί στο πλαίσιο μιας περιόδου υπηρεσίας.
Βεβαίως, όπως υποστηρίζει ο Cohen, η αξία της πράξεως μπορεί να είναι η ίδια, ανεξάρτητα από το χρόνο κατά τον οποίο συντελείται. Μια πράξη προ της εισόδου στην υπηρεσία μπορεί μάλιστα να είναι περισσότερο αξιέπαινη από μια διαφορετική πράξη που συντελείται κατά την υπηρεσία. Αυτό, πάντως, δεν αποτελεί κριτήριο. Το μόνο ερώτημα που τίθεται είναι η ερμηνεία του χρόνου κατά τον οποίο πρέπει να συμβούν τα γεγονότα για τα οποία έχει εφαρμογή το άρθρο 78.
Κατά κανόνα, η σύνταξη που καταβάλλεται σε υπάλληλο αποβλέπει να αντισταθμίσει αυτό που γίνεται ή που επέρχεται κατά την υπηρεσία. Η σύνταξη λόγω αποχωρήσεως από την υπηρεσία χορηγείται για μια συγκεκριμένη περίοδο υπηρεσίας και αποτελεί μορφή ετεροχρονισμένου μισθού. Η σύνταξη αναπηρίας καταβάλλεται ως αντιστάθμισμα μιας αναπηρίας που εκδηλώνεται κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας. Νομίζω ότι, από πλευράς ερμηνείας, η βασική αιτία της αναπηρίας, ενόψει της εφαρμογής της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 78, πρέπει να επέρχεται κατά την περίοδο της υπηρεσίας. Η αιτία της αναπηρίας μπορεί να αποτελεί ιδιαίτερο συμβάν ή μπορεί να αποτελεί επιδείνωση υπάρχουσας κατάστασης της υγείας. Όταν αναφέρεται ότι ένα γεγονός γεννά δικαίωμα για κάποιο άτομο, χωρίς να διευκρινίζεται το πότε πρέπει να συμβεί, ώστε να γεννάται το εν λόγω δικαίωμα, το γεγονός αυτό πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να συμβεί κατά τη διάρκεια του χρόνου υπηρεσίας. Έτσι, αν η δεύτερη παράγραφος περιείχε απλώς διάταξη δυνάμει της οποίας καταβάλλεται υψηλότερη σύνταξη όταν η αναπηρία προέρχεται από ατύχημα χωρίς να υπάρχει άλλη ένδειξη, θα την ερμήνευα υπό την έννοια ότι το ατύχημα πρέπει να επέρχεται κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας. Η επιδείνωση μιας υπάρχουσας ήδη καταστάσεως της υγείας, που οφείλεται σε ατύχημα το οποίο προκάλεσε την αναπηρία κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας, μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να αποτελέσει από νομικής πλευράς «άλλο λόγο» κατά την έννοια της τρίτης παραγράφου του άρθρου 78, ακόμη και αν το αρχικό ατύχημα επήλθε πριν από την είσοδο στην υπηρεσία. Ομοίως, η πράξη αυτοθυσίας που συντελείται προς δημόσιο όφελος ή το γεγονός της εκθέσεως της ζωής σε κίνδυνο προκειμένου να διασωθεί ανθρώπινη ζωή πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να επέρχονται κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας. Η επιδείνωση της καταστάσεως της υγείας κατά την υπηρεσία ή μια προϋπάρχουσα κατάσταση υγείας, που οφείλεται σε πράξη αυτοθυσίας η οποία έχει συντελεστεί προς δημόσιο όφελος πριν από την είσοδο στην υπηρεσία και η οποία προκαλεί την αναπηρία κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας, οφείλεται επίσης «σε άλλο λόγο» και, επομένως, εμπίπτει στην τρίτη παράγραφο του άρθρου 78.
Κατά συνέπεια, νομίζω ότι, επειδή εν προκειμένω τα συγκεκριμένα περιστατικά, αν υποτεθεί ότι αποτελούν πράξεις αυτοθυσίας που συντελέστηκαν προς δημόσιο όφελος, δεν επήλθαν κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας, δεν μπορούν να προβληθούν για την εφαρμογή του άρθρου 78, δεύτερη παράγραφος. Δεδομένου ότι δεν προβλήθηκε κανένα άλλο γεγονός που να συνέβη κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας, η επιτροπή αναπηρίας καθώς και η Επιτροπή κατέληξαν στο μόνο νομικώς δυνατό συμπέρασμα.
Επομένως, η προσφυγή πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να απορριφθεί και κάθε διάδικος να φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy