ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
Sir Gordon Slynn
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ23 ΦΕΒΡΟΥΑΡΊΟΥ 1984 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Ο προσφεύγων στην υπό κρίση υπόθεση έλαβε μέρος στο διαγωνισμό COM/Α/322 που διοργανώθηκε για την κατάρτιση εφεδρικού πίνακα μελλοντικών προσλήψεων υπαλλήλων διοικήσεως του βαθμού Α 7/6 που θα εργάζονταν στον τομέα των πυρηνικών εγκαταστάσεων και υλικού. Στο διαγωνισμό αυτό πέτυχε μεταξύ των πρώτων. Με σύμβαση που υπέγραψε στις 25 Σεπτεμβρίου 1981 με την Επιτροπή προσελήφθη ως έκτακτος υπάλληλος διοικήσεως, στη γενική διεύθυνση ενέργειας, έλεγχος ασφάλειας Euratom. Η σύμβαση αυτή, όπως ανέφερε, ήταν αόριστης διάρκειας εξαρτώμενης από τη διάρκεια προγράμματος πυρηνικού ελέγχου. Ωστόσο η εν λόγω σύμβαση περιείχε διάταξη που καθόριζε προθεσμία για την καταγγελία της, με έγγραφο δε της 4ης Νοεμβρίου 1982 γνωστοποιήθηκε στον προσφεύγοντα η καταγγελία της συμβάσεώς του από 31 Δεκεμβρίου 1982. Εφόσον έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί προθεσμίας καταγγελίας δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τηρήθηκαν.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο προσφεύγων υπέβαλε διοικητική ένσταση η οποία απορρίφθηκε. Κατόπιν αυτού άσκησε την υπό κρίση προσφυγή. Οι σχετικές προθεσμίες τηρήθηκαν και το παραδεκτό της προσφυγής δεν αμφισβητείται.
Ο Favre ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει την απόφαση περί απολύσεως που περιέχεται στο από 4 Νοεμβρίου 1982 έγγραφο και να παραπέμψει την υπόθεση ενώπιον της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής προς το σκοπό επανεξετάσεως της και συγκεκριμένα μεταθέσεως του προσφεύγοντος σε άλλη θέση αντίστοιχη του βαθμού και της επιστημονικής καταρτίσεως του. Επικουρικώς, ζήτησε από το Δικαστήριο να του επιτρέψει να αποδείξει ότι η απόλυση του δεν έγινε προς το συμφέρον της υπηρεσίας, άρα αντιβαίνει στο άρθρο 7 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, αλλά συνιστά κατάχρηση, άλλως, υπέρβαση εξουσίας.
Ο πρόεδρος του τμήματος απέρριψε αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων με την οποία ο προσφεύγων είχε ζητήσει την αναστολή εκτελέσεως της περί απολύσεως απόφασης, το δε Δικαστήριο δεν δέχτηκε το αίτημα του για κλήτευση μαρτύρων κατά τη συνεδρίαση.
Ο προσφεύγων ισχυρίζεται πρώτον ότι οι λόγοι που στηρίζουν την απόφαση του είναι ανύπαρκτοι ή ανεπαρκείς' άλλως, η απόλυση του είναι ανίσχυρη διότι δεν αιτιολογείται. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι έχει πλήρη διακριτική εξουσία ως προς την καταγγελία της εν λόγω συμβάσεως κατόπιν προειδοποιήσεως και δεν υποχρεούται να τη δικαιολογήσει ούτε και να την αιτιολογήσει. Προσθέτει εξάλλου ότι οι προϊστάμενοι του προσφεύγοντος δεν ήταν ικανοποιημένοι με την εργασία του και ότι ο Favre γνώριζε πολύ καλά ότι η καταγγελία της συμβάσεως του έγινε γι' αυτό ακριβώς το λόγο.
Πρέπει λοιπόν να εξεταστεί πρώτον αν η Επιτροπή είχε πράγματι τη διακριτική εξουσία που ισχυρίζεται ότι είχε.
Η σύμβαση προσλήψεως ενσωματώνει το σύστημα κανόνων που εφαρμόζονται στο λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Παραπέμπει έτσι μεταξύ άλλων στο «καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού» (που χάρη συντομίας θα ονομάζω «το καθεστώς»). Η σύμβαση αναφέρει ότι ο υπάλληλος υπάγεται στο καθεστώς αυτό το ίδιο πρέπει να ισχύει και για την Επιτροπή.
Στο άρθρο 5 της συμβάσεως αναφέρεται ρητά ότι δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 14 του καθεστώτος, ο υπάλληλος οφείλει να πραγματοποιήσει περίοδο δοκιμασίας 6 μηνών μετά τη λήξη της οποίας η σύμβαση του μπορεί να λυθεί αν δεν έχει τα απαιτούμενα επαγγελματικά προσόντα, κατά τους όρους που προβλέπει το άρθρο 14. 'Ετσι, όπως προκύπτει, ο υπάλληλος δικαιούται αποζημιώσεως ίσης με το ένα τρίτο του βασικού του μισθού για κάθε μήνα εργασίας στην περίπτωση λύσεως της συμβάσεως του. Επιπλέον, δυνάμει του άρθρου 15η σύμβαση μπορεί να λυθεί «για τους λόγους και κατά τους όρους» που αναφέρονται στα άρθρα 47 έως 52 του καθεστώτος. Αν πρόκειται για σύμβαση ορισμένου χρόνου η προθεσμία καταγγελίας είναι ενός μηνός κατά κατώτατο και τριών μηνών κατά ανώτατο όριο' για τις συμβάσεις αορίστου χρόνου ή προθεσμία καταγγελίας καθορίζεται σε τέσσερεις ημέρες ανά μήνα υπηρεσίας με κατώτατο όριο τις δεκαπέντε ημέρες και ανώτατο τους τρεις μήνες.
Δυνάμει του άρθρου 47η υπαλληλική σχέση του εκτάκτου υπαλλήλου λύεται κατά την ημερομηνία που έχει καθοριστεί, αν έχει καθοριστεί, ή μετά το τέλος της ημερομηνίας καταγγελίας που καθορίζεται από τη σύμβαση· για τις συμβάσεις αορίστου χρόνου η υπαλληλική σχέση λύεται μετά τη λήξη της περιόδου καταγγελίας που προβλέπεται στη σύμβαση. Και στις δύο περιπτώσεις η υπαλληλική σχέση λύεται μετά το τέλος του μήνα κατά τον οποίο ο υπάλληλος φθάνει στην ηλικία των 65 ετών.
Επιπλέον η Επιτροπή έχει το δικαίωμα δυνάμει του άρθρου 49 του καθεστώτος, να λύσει την υπαλληλική σχέση χωρίς προειδοποίηση για πειθαρχικούς λόγους σε περίπτωση σοβαρής παραλείψεως των υποχρεώσεων του υπαλλήλου. Κατά το άρθρο 52η πραγματική διάρκεια της υπαλληλικής σχέσεως δεν μπορεί να υπερβεί το ένα έτος, εκτός της περιπτώσεως όπου έκτακτος υπάλληλος αντικαθιστά προσωρινά άλλον. Από την ανάγνωση και μόνο την ρητών διατάξεων της συμβάσεως προκύπτει ότι η Επιτροπή έχει το δικαίωμα να λύσει την υπαλληλική σχέση τηρώντας προθεσμία καταγγελίας. Σε κανένα σημείο δεν αναφέρεται ότι η Επιτροπή οφείλει να έχει βάσιμους λόγους ή να αναφέρει για ποιο λόγο καταγγέλλει τη σύμβαση. Αν δεν υπήρχε απόφαση του Δικαστηρίου επ' αυτού του θέματος, θα υποστήριζα ότι οι υπάλληλοι της Επιτροπής, ακόμα και οι έκτακτοι δικαιούνται να γνωρίζουν για ποιους λόγους καταγγέλλεται η οικεία σύμβαση. Αυτό απαιτεί κατά τη γνώμη μου, πρώτον, η εντιμότητα. Αν ο υπάλληλος υπήρξε ανεπαρκής, δεν υπάρχει λόγος να μη το γνωρίζει. Αν η σύμβασή του λύεται διότι οι υπηρεσίες του δεν χρειάζονται πλέον, ο υπάλληλος θα διευκολυνθεί ενδεχομένως πολύ κατά την αναζήτηση νέας εργασίας αν μπορεί να προσκομίσει έγγραφο που να μαρτυρεί αυτό το γεγονός και να αίρει τις ενδεχόμενες υποψίες ότι η σύμβαση του λύθηκε λόγω μη ικανοποιητικής συμπεριφοράς του.
Δεύτερον, το άρθρο 11 του καθεστώτος ορίζει ότι οι διατάξεις των άρθρων 11 έως 26 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως εφαρμόζονται κατ' αναλογία στους έκτακτους υπαλλήλους, πλην του άρθρου 15 και με την επιφύλαξη τροποποιήσεως του άρθρου 22. Το εν λόγω άρθρο προβλέπει επίσης ότι «οι ατομικές αποφάσεις που αφορούν τους έκτακτους υπαλλήλους δημοσιεύονται σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 25». Δυνάμει της δευτέρας παραγράφου του άρθρου 25 κάθε ατομική απόφαση πρέπει να κοινοποιείται αμέσως στον ενδιαφερόμενο υπάλληλο.
Κάθε απόφαση σε βάρος υπαλλήλου πρέπει να είναι αιτιολογημένη. Η τρίτη παράγραφος προβλέπει την τοιχοκόληση στα κτίρια του αρμόδιου οργάνου και τη δημοσίευση στο μηνιαίο δελτίο του προσωπικού.
Η παραπομπή στη δεύτερη παράγραφο αποτελεί προφανώς πλάνη. Στις προηγούμενες μορφές του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως υπήρχαν μόνο δύο παράγραφοι στο άρθρο 25, η δεύτερη από τις οποίες είναι η τρίτη με την ήδη ισχύουσα μορφή του κανονισμού. Όταν θεσπίστηκε η σημερινή πρώτη παράγραφος, το άρθρο 11 δεν τροποποιήθηκε ούτε το άρθρο 54 που αποκλείει την υποχρέωση δημοσιεύσεως. Εν πάση περιπτώσει οι υποχρεώσεις που θέτει η τρίτη παράγραφος αφορούν μάλλον τη «δημοσίευση». Αν αυτό ευσταθεί, δεν θα ερμήνευα τη ρητή παραπομπή στην παράγραφο του άρθρου 25 ως αποκλείουσα σιωπηρώς την εφαρμογή της δεύτερης παραγράφου. Αν αυτή ήταν η πρόθεση του νομοθέτη θα μπορούσε εύκολα να αναφέρεται, αν δε υπάρχει αμφιβολία, θα εφήρμοζα τον ερμηνευτικό κανόνα contra proferentem. Αν, αντιθέτως, αυτό το «παράγραφος 2» σημαίνει πράγματι τη δεύτερη παράγραφο και αν η δημοσίευση έγκειται στην έγγραφη κοινοποίηση στον ενδιαφερόμενο υπάλληλο, τότε οι υποχρεώσεις που θέτει η δεύτερη παράγραφος ενσωματώνονται ρητά στο άρθρο 11 του καθεστώτος.
Δεν βλέπω για ποιο λόγο πρέπει να αποκλειστεί από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 11 του καθεστώτος η υποχρέωση που θέτει το άρθρο 25 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, δηλαδή της έγγραφης κοινοποίησης των ατομικών αποφάσεων προς τους έκτακτους υπαλλήλους. Δεχόμενος βεβαίως τις διαφορές μεταξύ των μονίμων και των εκτάκτων υπαλλήλων, θα έλεγα, αν δεν υπήρχε σχετική νομολογία, ότι οι διατάξεις του άρθρου 25 δυνάμει των οποίων κάθε απόφαση σε βάρος υπαλλήλου πρέπει να είναι αιτιολογημένη εφαρμόζονται επίσης και στους έκτακτους υπαλλήλους.
Υπάρχει όμως νομολογία του Δικαστηρίου επί του θέματος αυτού, γύρω από την οποία περιστράφηκε μεγάλο μέρος της συζητήσεως εν προκειμένω. Πρώτον, στην υπόθεση 25/68 Schertzer κατά Κοινοθονλίου (ECR 1977, σ. 1729), το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) έκρινε, αντίθετα με την άποψη του γενικού εισαγγελέα Mayras, ότι οι διατάξεις περί μονομερούς καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας που περιέχονται στο άρθρο 47 και στη σύμβαση, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η καταγγελία δεν χρειάζεται να αιτιολογείται. Καίτοι επρόκειτο για ασυνήθιστη υπόθεση — ο προσφεύγων ήταν γενικός διοικητικός γραμματέας της ομάδας Ευρωπαϊκής Δημοκρατικής Ένωσης, οπότε στην πρόσληψή του έπαιξαν ρόλο πολιτικοί και διοικητικοί παράγοντες — προκύπτει σαφώς από την έκθεση ότι η σύμβαση του 1963 είχε συναφθεί στο πλαίσιο του καθεστώτος όπως ίσχυε τότε, το δε άρθρο 11 του εν λόγω καθεστώτος είχε παρόμοια διατύπωση με την ήδη ισχύουσα διάταξη.
Στην υπόθεση 25/80 De Briey κατά Em-τροπής (Συλλογή 1981, σ. 637), ο προσφεύγων ζητούσε την ακύρωση της αποφάσεως περί απολύσεως του για το λόγο, μεταξύ άλλων, ότι έπασχε νομική και πραγματική πλάνη κατά το ότι δεν ήταν αιτιολογημένη και στηριζόταν σε εκτίμηση της εργασίας του την οποία ο ίδιος αμφισβητούσε ενώ η Επιτροπή είχε το βάρος της αποδείξεως. Το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) υπογράμμισε ότι η Επιτροπή έχει διακριτική εξουσία στο θέμα της απολύσεως υπό τον όρο τηρήσεως της προθεσμίας καταγγελίας που ορίζει το άρθρο 47, παράγραφος 2, του καθεστώτος, πρόσθεσε όμως ότι «επομένως σε περίπτωση απολύσεως λόγω επαγγελματικής ανεπάρκειας το Δικαστήριο δεν μπορεί να ελέγξει το βάσιμο της κρίσεως αυτής, εκτός αν αποδειχτεί η ύπαρξη προφανούς πλάνης ή καταχρήσεως εξουσίας». Αν σταθούμε σ' αυτό το σημείο, φαίνεται ότι πρέπει να υπάρχει καταρχήν αιτιολογία ώστε να μπορεί να εκτιμήσει ο προσφεύγων και να κρίνει το Δικαστήριο, στην περίπτωση που επιληφθεί της υποθέσεως, αν υπήρξε προφανής πλάνη ή κατάχρηση εξουσίας. Το Δικαστήριο πάντως εκτιμώντας ότι ο προσφεύγων γνώριζε πολύ καλά τις εναντίον του αιτιάσεις και είχε την ευκαιρία να αμυνθεί, πρόσθεσε «η οποία άλλωστε (ελλείψει αιτιολογίας της αποφάσεως περί απολύσεώς του) δικαιολογείται από τη διακριτική εξουσία που απονέμεται στην αρμόδια αρχή από το άρθρο 47, παράγραφος 2».
Στην υπόθεση εκείνη, ο προσφεύγων, αφού αρχικά είχε προσληφθεί με σύμβαση ορισμένου χρόνου υπηρετούσε κατά το χρόνο της απολύσεώς του δυνάμει συμβάσεως αορίστου χρόνου. Ο γενικός εισαγγελέας Reischl διατύπωσε την άποψη ότι ο υπάλληλος «ο οποίος προσλαμβάνεται για να καταλάβει προσωρινά μόνιμη θέση για την οποία παρέχεται αμοιβή από τις πιστώσεις ερευνών και επενδύσεων και η οποία περιλαμβάνεται στον πίνακα θέσεων ο οποίος προσαρτάται στο τμήμα του προϋπολογισμού που αναφέρεται στο οικείο όργανο» (άρθρο 2, παράγραφος δ), του καθεστώτος) απολαύει κάποια σταθερότητα που του δίνει το δικαίωμα να ζητήσει απόφάση ως προς το αν η απόλυση υπήρξε δικαιολογημένη. «Για αδικαιολόγητη απόλυση τότε μόνο δεν μπορεί να γίνει λόγος, όταν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι καταγγελίας». Ο γενικός εισαγγελέας θεώρησε την υπό8εση Schertzer ως ειδική περίπτωση όπου η υπαλληλική σχέση, λόγω του πολιτικού της χαρακτήρα ήταν εξαρχής ασταθής, και επέστησε την προσοχή στο γεγονός ότι στην υπόδεση 110/75 John Mills κατά Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ECR 1976, σ. 1613) το Δικαστήριο εξήτασε τους λόγους της απολύσεως, όπως στην περίπτωση De Briey έκρινε ότι χωρεί λύση της υπαλληλικής σχέσεως βάσει της διατάξεως στην οποία αναφέρθηκα. Συμφωνώ με το γενικό εισαγγελέα Reischl α) κατά το ότι συντάσσεται με την άποψη του γενικού εισαγγελέα Warner στην υπόδεση Mills, ότι δηλαδή μπορεί να εξεταστεί το ενδεχομένως αδικαιολόγητο της απολύσεως και 6) κατά το ότι ο εργοδότης οφείλει να αναφέρει τους λόγους της καταγγελίας — κατά τη διατύπωση του, ο εργοδότης «υποχρεώνεται μόνο να προβεί σε επαγωγική έκθεση των λόγων της καταγγελίας».
Όπως και οι τρεις γενικοί εισαγγελείς τους οποίους ανέφερα, φρονώ ότι ο εργοδότης οφείλει καταρχήν να αναφέρει τους λόγους' αν αποδειχθούν ανίσχυροι κατά νόμο, η απόφαση μπορεί να ακυρωθεί, καίτοι, προφανώς σε πολλές περιπτώσεις η εκτίμηση του βάσιμου της απολύσεως περιλαμβάνει κρίση η οποία εμπίπτει στη διακριτική εξουσία της αρμόδιας αρχής.
Ωστόσο, βάσει των αποφάσεων του Δικαστηρίου στην υπόθεση Schertzei; μάλλον δε και στην υπόδεση De Briey, δεν χρειάζεται να αιτιολογείται η καταγγελία συμβάσεως αόριστου χρόνου εφόσον τηρείται η προθεσμία καταγγελίας. Για να αποδειχθεί ότι η απόφαση πάσχει προφανή πλάνη ή κατάχρηση εξουσίας πρέπει να λαμβάνονται ως βάση άλλα στοιχεία, ελλείψει αιτιολογίας.
Ο δικηγόρος του Favre προσπαθεί να αποφύγει τις συνέπειες των εν λόγω αποφάσεων ισχυριζόμενος ότι ο πελάτης του δεν ανήκε στην κατηγορία των υπαλλήλων που δεσμεύονται με σύμβαση αορίστου χρόνου. Η σύμβαση συνήφθη για αόριστο χρόνο εξαρτώμενο από τη διάρκεια του προγράμματος «πυρηνικός έλεγχος». Κατά συνέπεια, εξακολουθεί να ισχύει όσο διαρκεί το πρόγραμμα· μόλις τελειώσει το πρόγραμμα ο πρασφεύγων πρέπει να αποχωρήσει. Η κατάσταση του είναι επομένως ανάλογη του μονίμου μάλλον παρά του εκτάκτου υπαλλήλου.
Η δική μου ερμηνεία της σύμβασης είναι διαφορετική. Εξετάζοντας τη διάταξη στο σύνολο της νομίζω ότι η υπαλληλική σχέση του Favre δεν μπορούσε να διαρκέσει περισσότερο από το πρόγραμμα «πυρηνικός έλεγχος», πλην όμως ήταν αορίστου χρόνου και μπορούσε να λήξει πριν από το τέλος του προγράμματος. Δεν νομίζω ότι πρόκειται για σύμβαση ορισμένου χρόνου. 'Ηταν σύμβαση αορίστου χρόνου κατά την έννοια της τελευταίας παραγράφου του άρθρου 5, αυτής και του άρθρου 47, παράγραφος 2, του καθεστώτος.
Δεν δέχομαι εξάλλου το επιχείρημα του προσφεύγοντος ότι δηλαδή η μνεία στο άρθρο 5 της συμβάσεως του των «λόγων» και «όρων» αρκεί να διακρίνει την περίπτωση του από την υπόθεση Schertzei; Στα άρθρα 47 ώς 50 του καθεστώτος ορίζονται άλλοι λόγοι και σ' αυτούς ακριβώς αναφέρεται η σύμβαση.
Στην πραγματικότητα οι δύο λόγοι ακυρώσεως που προβάλλονται περαιτέρω, ότι δηλαδή η καταγγελία δεν έγινε προς το συμφέρον της υπηρεσίας και ότι συνιστά κατάχρηση εξουσίας, εγείρουν εν προκειμένω σχεδόν το ίδιο ερώτημα, αν δηλαδή η απόλυση ήταν εύλογη. Δεδομένου ότι, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση De Briey, μπορεί να ερευνηθεί το ενδεχόμενο προφανούς πλάνης και κατάχρησης εξουσίας, οι λόγοι αυτοί πρέπει να εξεταστούν.
Λίγο μετά την πρόσληψη του ο Favre πληροφορήθηκε, με υπηρεσιακό σημείωμα της 27ης Οκτωβρίου 1981, ότι όφειλε να παρακολουθήσει ορισμένα μαθήματα, μεταξύ των οποίων μαθήματα γλώσσας και να μελετήσει διάφορα θέματα σχετικά με την πυρηνική εγκατάσταση του Windscale στην Αγγλία και συγκεκριμένα με την πρόσβαση σ' αυτή τη μονάδα. Του ζητήθηκε να υποβάλλει, το Δεκέμβριο του 1981, έκθεση επί των ζητημάτων αυτών. Δεδομένου ότι δεν υπέβαλε την έκθεση αυτή, η υπηρεσία του απηύθυνε υπόμνηση στις 27 Ιανουαρίου 1982, όπως λέγεται, μετά από σύσκεψη της 19ης Ιανουαρίου. Ο προσφεύγων συνέταξε τότε στις 29 Ιανουαρίου 1982 βραχύ υπηρεσιακό σημείωμα. Στη συνέχεια, υπέβαλε την από 29 Ιανουαρίου περίληψη επιστολής του «Department of Energy» του Ηνωμένου Βασιλείου προς την Επιτροπή και στις 10 Μαρτίου 1982 περίληψη κύκλου επιστημονικών μαθημάτων που είχε διοργανωθεί καθώς και τα σχόλιά του επ' αυτών.
Με την οικεία έκθεση κρίσης κατά το πέρας της δοκιμασίας, στις 5 Απριλίου 1982, η εργασία του κρίθηκε ανεπαρκής από τρεις πλευρές. Ο προσφεύγων επέδειξε μικρή πρωτοβουλία' ανεπαρκή συναίσθηση ευθύνης' μεγάλη βραδύτητα. Στην έκθεση αναφέρεται ότι επειδή η απόδοση του υπήρξε ελάχιστη δεν κατέστη δυνατό να κριθεί η ποιότητα της εργασίας του. Η έκθεση την οποία υπογράφει ο προϊστάμενος του τμήματος για μέρος της δοκιμαστικής περιόδου, ο διευθυντής και ο γενικός διευθυντής καταλήγουν ότι ο Favre δεν διαθέτει τα αναγκαία επαγγελματικά προσόντα για την εκτέλεση των καθηκόντων που του ανατέθηκαν. Αναφέρεται επίσης ότι ο Favre ενημερώθηκε για τις ανεπάρκειες του, αμφισβητεί όμως και την εκτίμηση και τον αριθμό των υπομνήσεων που φαίνεται ότι του απηύθυνε η διοίκηση λόγω της καθυστέρησης που επέδειξε κατά την υποβολή της εκθέσεώς του. Ισχυρίζεται επίσης ότι ήταν πολύ απησχολημένος με τα μαθήματα, ότι δεν είχε τις ανάλογες διευκολύνσεις στην υπηρεσία και ότι μόλις το Μάρτιο του 1982 του δόθηκε η άδεια να χειρίζεται απόρρητα και εμπιστευτικά έγγραφα έτσι ώστε εν πάση περιπτώσει είχε περιορισμένες δυνατότητες για εργασία.
Μετά την εν λόγω έκθεση, με το από 7 Μάί'ου υπηρεσιακό σημείωμα του υπεύθυνου για την επιμόρφωση των υπαλλήλων προσάπτεται στον προσφεύγοντα έλλειψη ενδιαφέροντος και παθητικότητα. Στις 7 και στις 17 Μαΐου έγιναν συγκεντρώσεις στις οποίες έλαβαν μέρος ο προσφεύγων, ο διευθυντής και ο προϊστάμενος του τμήματος καθώς και ο προϊστάμενος του τομέα στον οποίο εργαζόταν ο Favre. Όπως προκύπτει σαφώς από τα πρακτικά αυτών των συνκεντρώσεων, εξετάστηκαν λεπτομερώς πολλές από τις επικρίσεις ως προς την εργασία του προσφεύγοντος καθώς και οι σχετικές του απαντήσεις. Καίτοι κατά την πρώτη συγκέντρωση ο διευθυντής του ελέγχου ασφάλειας Euratom ανέφερε ότι, η διεύθυνση του τουλάχιστον, δεν είχε την πρόθεση να τροποποιήσει την έκθεση, ανέλαβε να μελετήσει τα σχέδια του Favre. Καίτοι ο διευθυντής επικρίθηκε για το ότι κατέληξε σε αυτό το συμπέρασμα κατά την πρώτη συγκέντρωση, δεν φαίνεται να υπάρχει αμφιβολία ότι πράγματι μελέτησε τα σχόλια πριν προβεί στην οριστική πρόταση προς το γενικό διευθυντή, να μην παραμείνει δηλαδή ο προσφεύγων στην υπηρεσία.
Για λόγους που δεν διευκρινίστηκαν, δεν δόθηκε συνέχεια σ' αυτή την πρόταση.
Στις 9 Ιουνίου ο Favre υπέβαλε γραπτή λεπτομερή απάντηση στις εναντίον του επικρίσεις.
Εν τω μεταξύ ο Favre είχε συντάξει έκθεση μεγαλύτερης εκτάσεως επί του ελέγχου ασφάλειας του Windscale, η οποία χαρακτηρίστηκε ως καλή βάση για την έναρξη χειρισμού του φακέλου του θέματος. Παρατηρήθηκε ότι η έκθεση αυτή θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση άλλων μελετών αν είχε υπο6λη8εί εγκαίρως. Στις 2 Ιουλίου του ανατέθηκε άλλη εργασία, πλην όμως με έγγραφο της 30ής Ιουλίου ο γενικός διευθυντής προσωπικού τον πληροφόρησε ότι είχε ζητήσει την καταγγελία της συμβάσεώς του για τις 2 Νοεμβρίου, βάσει του άρθρου 47, παράγραφος 2 α), του καθεστώτος. Το αρμόδιο μέλος της Επιτροπής δέν δέχτηκε αμέσως αυτή την πρόταση αλλά αποφάσισε, μετά από διαβήματα της επιτροπής προσωπικού για λογαριασμό του Favre, να μελετήσει το δέμα.
Εν τω μεταξύ συντάχθηκαν στις 24 Αυγούστου εκθέσεις ως προς την εργασία του, όπου διαπιστώνεται ότι, ενώ παρουσιάζει θετικά στοιχεία, ο προσφεύγων προβαίνει σε συγκρίσεις που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα από τις οποίες προκύπτει κάποια σύγχυση και ότι η έκθεση του εμφανίζει κενά σε ορισμένα σημεία. Στις 21 Οκτωβρίου του ανατέθηκε άλλη εργασία, στις 4 Νοεμβρίου όμως η υπηρεσία του απηύθυνε έγγραφο καταγγελίας.
Είναι προφανές ότι ο Favre αντιμετώπισε μάλλον κάποια προβλήματα με την αγγλική γλώσσα όταν προσελήφθη και ότι αφιέρωσε πολλές ημέρες σε μαθήματα, πράγμα που πρέπει να ληφθεί υπόψη για την εκτίμηση της ποσότητας της απόδοσης του. Αντιθέτως, είναι κάπως υπερβολικός ο ισχυρισμός του ότι η εργασία του είχε πολιτικό χαρακτήρα και δεν μπορούσε να την εκτελέσει ορθά πριν του επιτραπεί να χειρίζεται απόρρητα θέματα για λόγους ασφαλείας. Είναι δυνατό στις σχέσεις μεταξύ των υπηρεσιών του Windscale και της Επιτροπής να εμπλέκονται πολιτικές θεωρήσεις πλην όμως η εργασία του Favre ήταν κυρίως τεχνικού και επιστημονικού χαρακτήρα.
Δεν αμφισβητείται ότι τα προσόντα του και οι θεωρητικές του γνώσεις ήταν καλά. Νομίζω όμως ότι αποδείχθηκε ότι, κατά την περίοδο δοκιμασίας και στη συνέχεια, οι προϊστάμενοι του δεν ήταν ικανοποιημένοι με την πρωτοβουλία που επέδειξε και την ποσότητα ή την ποιότητα της εργασίας του και ότι υπήρχαν κάποια στοιχεία που τους οδήγησαν λογικά σ' αυτό το συμπέρασμα. Η εκτίμηση της τεχνικής ποιότητας της εργασίας του ανήκει κυρίως στους προϊσταμένους του που είναι επίσης επιστήμονες του ίδιου κλάδου. Το γεγονός ότι οι εκθέσεις του ήταν βραχύτατες δεν είναι κρίσιμο, όπως ορθώς ισχυρίζεται, βάσει όμως των εγγράφων που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο, νομίζω ότι οι προϊστάμενοι του είχαν βάσιμους λόγους να κρίνουν ότι η ποσότητα και η ποιότητα της εργασίας του δεν ήταν ικανοποιητική και ότι δεν έπρεπε να παραμείνει στην υπηρεσία. Κατά τη γνώμη μου, ο προσφεύγων δεν απέδειξε ότι απολύθηκε μόνο επειδή συγκεκριμένα ένας υπάλληλος, ίσως δε και κάποιος άλλος επιθυμούσαν να τον απομακρύνουν για προσωπικούς και αβάσιμους λόγους. Το γεγονός ότι ένας τρίτος υπάλληλος, ο Van der Stijl δεν υπέγραψε την οικεία έκθεση κρίσης κατά το πέρας της δοκιμασίας, εξηγήθηκε επαρκώς' η σαφής και δικαιολογημένη δυσαρέσκεια του τελευταίου για το ότι παρατέθηκαν οι απόψεις του σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς να έχει ενημερωθεί ο ίδιος, δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αντιτάχθηκε στην απομάκρυνση του Favre.
Αν οι προϊστάμενοι του βασίμως έκριναν ότι υπήρχαν αυτοί οι λόγοι όπως, νομίζω, αποδείχθηκε ότι συνέβη, η γνώμη μου είναι ότι δεν συντρέχει ούτε κατάχρηση ούτε υπέρβαση εξουσίας ούτε εξάλλου μπορεί να λεχθεί ότι η απόλυσή του ήταν αντίθετη προς το συμφέρον της υπηρεσίας. Το επιχείρημά του ότι, αν απομακρυνθεί κατ' αυτό τον τρόπο, άλλοι ικανοί επιστήμονες αυτού του κλάδου δεν θα θελήσουν να εργαστούν για την Επιτροπή λόγω της ανασφάλειας της θέσεως, νομίζω ότι στερείται ερείσματος.
Καίτοι, άσχετα από το τί επιβάλλει ο νόμος, θα ήταν προτιμότερο κατά τη γνώμη μου να αιτιολογείται η οριστική απόφαση περί απολύσεως, είναι προφανές ότι ο Favre γνώριζε πολύ καλά εν προκειμένω κατά την άνοιξη και το θέρος του 1982 για ποιο λόγο η εργασία του δεν ήταν ικανοποιητική.
Μετά τη λήξη της περιόδου δοκιμασίας και αφού προειδοποιήθηκε για πρώτη φορά για το ότι γίνονταν ενέργειες προκειμένου να απολυθεί, του ανατέθηκε και άλλη εργασία. Νομίζω ότι σ' αυτή την περίπτωση, όταν δίνεται περισσότερος χρόνος ή, όπως λέγεται, μια δεύτερη ευκαιρία σε κάποιον έκτακτο υπάλληλο θα πρέπει όχι μόνο να εξετάζεται η μεταγενέστερη εργασία του αλλά και να του γνωστοποιείται σαφώς για ποιο λόγο κρίνεται ανεπαρκές το επίπεδό του κατά τη μεταγενέστερη περίοδο. Εν προκειμένω δεν έγιναν οι κατάλληλες ενέργειες προς αυτή την κατεύθυνση.
Καίτοι κατά η γνώμη μου δεν είναι ικανοποιητικό το ότι και ο υπάλληλος και το Δικαστήριο χρειάζεται να αναζητήσουν τους λόγους στα ίδια τα πραγματικά περιστατικά παρά σε κάποια σαφή αιτιολογία, νομίζω ότι εν προκειμένω δεν υπήρξε επαρκής βελτίωση ακόμη και αν ληφθούν υπόψη οι απουσίες του προσφεύγοντος λόγω διακοπών και λόγω ασθένειας.
Έτσι, παρά τα μη ικανοποιητικά στοιχεία που περιέχει η υπόθεση, νομίζω ότι η Επιτροπή προέβαλε επαρκή στοιχεία που δικαιολογούν την καταγγελία της συμβάσεως και ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί, να φέρει δε κάθε διάδικος τα δικά του δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy