Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Αρμοδιότης τού Δικαστηρίου — Προσφυγή ιδιώτου κατά κράτους μέλους — Αναρμοδιότης
Περίληψη
Προνόμια καί ασυλίες τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων — Προσφυγές υπαλλήλων — Προσφυγή κατά κράτους μέλους — Αναρμοδιότης τού Δικαστηρίου
Από τίς περί ενδίκων μέσων διατάξεις της συνθήκης ΕΟΚ προκύπτει οτι δέν παρέχεται από αυτές στό Δικαστήριο αρμοδιότης νά επιλαμβάνεται απ’ ευθείας προσφυγής ιδιώτου κατά κράτους μέλους . Επομένως , προσφυγή υπαλλήλων τών Κοι νοτήτων μέ τήν οποία ζητείται νά αναγνωρισθεί οτι κράτος μέλος ενήργησε κατά παράβαση τών διατάξεων τού πρωτοκόλλου περί προνομίων καί ασυλιών τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ειναι απαράδεκτη .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 1/82 ,
ΚΥΡΙΟΣ D ., υπάλληλος τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , κάτοικος Λουξεμβούργου , ΚΑΙ ΚΥΡΙΑ D ., σύζυγός του , εκπροσωπούμενοι από τόν δικηγόρο Λουξεμβούργου καί αντίκλητό τους Victor Biel , 18 Α , rue des Glacis ,
προσφεύγοντες ,
κατά
ΜΕΓΑΛΟΥ ΔΟΥΚΑΤΟΥ ΤΟΥ ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟΥ , εκπροσωπουμένου από τήν υπουργό δικαιοσύνης Colette Flesch , διά τού conseiller de direction Guy Schleder , επικουρουμένου από τό δικηγόρο Λουξεμβούργου καί αντίκλητο Jacques Loesch , 2 , rue Goethe ,
καθ’ ου ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
πού έχει ως αντικείμενο τήν εφαρμογή τού άρθρου 12 β τού πρωτοκόλλου περί τών προνομίων καί ασυλιών τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ δικόγραφο πού κατέθεσαν στήν γραμματεία τού Δικαστηρίου στίς 4 Ιανουαρίου 1982 οι προσφεύγοντες κύριος D ., υπάλληλος τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , κάτοικος Λουξεμβούργου καί η κυρία D ., σύζυγός του , ήσκησαν προσφυγή , μέ τήν οποία ζητούν νά αναγνωρισθεί οτι τό κράτος τού Λουξεμβούργου , αρνούμενο τό δικαίωμα παραμονής στήν κυρία D ., ενήργησε αντίθετα πρός τό άρθρο 12 β τού πρωτοκόλλου περί τών προνομίων καί ασυλιών τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( πρωτόκολλο ΕΚ ).
2 Τό κράτος τού Λουξεμβούργου προέβαλε ένσταση απαραδέκτου , σύμφωνα μέ τό άρθρο 91 τού κανονισμού διαδικασίας . Κατά τήν άποψή του , ναί μέν τό Δικαστήριο ειχε αναγνωρίσει προγενεστέρως σέ ιδιώτη τήν δυνατότητα νά ασκήσει απ’ ευθείας ενώπιον τού Δικαστηρίου προσφυγή κατά κράτους μέλους , στό πλαίσιο διαφοράς πού αφορά τό πρωτόκολλο περί τών προνομίων καί ασυλιών τής Ευρωπαϊκής Κοινότητος Άνθρακος καί Χάλυβος ( πρωτόκολλο ΕΚΑΧ ), σύμφωνα μέ τό άρθρο του 16 , τό πρωτόκολλο αυτό ομως κατηργήθη μέ τό άρθρο 28 , εδάφιο 2 , τής συνθήκης περί ιδρύσεως ενιαίου Συμβουλίου καί ενιαίας Επιτροπής τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( αποκαλουμένης «συνθήκης συγχωνεύσεως» ).
3 Κατά τό κράτος τού Λουξεμβούργου η αρμοδιότης τού Δικαστηρίου ειναι αρμοδιότης κατ’ απονομήν . Ούτε τό νέο πρωτόκολλο περί τών προνομίων καί ασυλιών πού έχει προσαρτηθεί στήν συνθήκη συγχωνεύσεως ούτε τό άρθρο του 30 περιέχουν διάταξη πού νά απονέμει στό Δικαστήριο αρμοδιότητα νά επιλαμβάνεται απ’ ευθείας προσφυγής ιδιώτου κατά κράτους μέλους .
4 Οι προσφεύγοντες δέν αμφισβητούν τήν κατάργηση τού άρθρου 16 τού πρωτοκόλλου ΕΚΑΧ , υποστηρίζουν ομως οτι τό Δικαστήριο ειναι αρμόδιο βάσει τού άρθρου 30 τής συνθήκης συγχωνεύσεως , τό οποίο παραπέμπει στίς περί αρμοδιότητος τού Δικαστηρίου διατάξεις τής συνθήκης ΕΟΚ καί τής συνθήκης ΕΚΑΧ . Τό Δικαστήριο έχει επίσης γενική αρμοδιότητα βάσει τού άρθρου 164 τής συνθήκης ΕΟΚ , τό οποίο προβλέπει οτι τό Δικαστήριο εξασφαλίζει τήν τήρηση τού δικαίου κατά τήν ερμηνεία καί τήν εφαρμογή τής παρούσης συνθήκης . Οι διαπραγματευτές τής συνθήκης συγχωνεύσεως απένειμαν , επομένως , στό Δικαστήριο απ’ ευθείας αρμοδιότητα νά κρίνει ολα τα ζητήματα τά σχετικά μέ τίς διατάξεις τού πρωτοκόλλου ΕΚ καί , επομένως , επεξέτειναν ή τουλάχιστον διετήρησαν τήν προγενέστερη κατ’ απονομήν αρμοδιότητα .
5 Κατά τούς προσφεύγοντες , παρά τήν κατάργηση τού πρωτοκόλλου ΕΚΑΧ , πρέπει νά διασφαλισθεί , εκτός άν υπήρξε έκφραση αντίθετης βουλήσεως τού νομοθέτου , η συνέχεια τών νομικών δομών . Η άποψη πού υποστηρίζει τό καθ’ ου οδηγεί σέ αδιέξοδο , η δέ προστασία τών προνομίων καί ασυλιών , τήν οποία προβλέπει τό πρωτόκολλο , θά απεδεικνύετο ματαία .
6 Γιά νά διαπιστωθεί άν η παρούσα προσφυγή ειναι παραδεκτή απαιτείται νά αναζητηθεί η σημασία τών σχετικών διατάξεων τής συνθήκης συγχωνεύσεως . Μέ τό άρθρο 28 , παράγραφος 2 , τής συνθήκης αυτής κατηργήθησαν τά τρία πρωτόκολλα περί τών προνομίων καί ασυλιών τών Κοινοτήτων , περιλαμβανομένου τού άρθρου 16 τού πρωτοκόλλου ΕΚΑΧ , τό οποίο απένειμε στό Δικαστήριο αρμοδιότητα σέ περίπτωση αμφισβητήσεως ως πρός τήν ερμηνεία ή τήν εφαρμογή του . Τό άρθρο 30 τής συνθήκης συγχωνεύσεως ορίζει οτι οι διατάξεις τής συνθήκης ΕΟΚ καί τής συνθήκης ΕΚΑΕ , εν μέρει δέ καί οι διατάξεις τής συνθήκης ΕΚΑΧ , πού αφορούν τήν αρμοδιότητα τού Δικαστηρίου , εφαρμόζονται επί τών διατάξεων τής συνθήκης καί τού προσηρτημένου σ’ αυτήν πρωτοκόλλου ΕΚ .
7 Δεδομένου οτι δέν αμφισβητούνται οι διατάξεις ΕΚΑΧ , τών οποίων διατηρείται η εφαρμογή δυνάμει τού άρθρου 30 τής συνθήκης συγχωνεύσεως ούτε καί η συνθήκη ΕΚΑΕ , η αρμοδιότης τού Δικαστηρίου καθορίζεται , στήν παρούσα περίπτωση , από τήν συνθήκη ΕΟΚ .
8 Από τίς περί ενδίκων μέσων διατάξεις τής συνθήκης ΕΟΚ , προκύπτει οτι δέν παρέχεται από αυτές στό Δικαστήριο αρμοδιότης νά επιλαμβάνεται απ’ ευθείας προσφυγής ιδιώτου κατά κράτους μέλους .
9 Πρέπει , πάντως , νά τονισθεί , οτι η κατάργηση τού προβλεπομένου στό άρθρο 16 τού πρωτοκόλλου ΕΚΑΧ ενδίκου μέσου , δέν σημαίνει οτι ο υπάλληλος στερείται κάθε εννόμου προστασίας .
10 Παρατηρείται σχετικώς , οτι σέ περίπτωση προσβολής τών προνομίων , ασυλιών καί διευκολύνσεων πού χορηγούνται στούς υπαλλήλους — τά οποία τούς παρέχονται πρός τό αποκλειστικό συμφέρον τών Κοινοτήτων , κατά τό άρθρο 18 τού πρωτοκόλλου — εναπόκειται , κατ’ αρχάς , στό αρμόδιο όργανο νά ρυθμίσει τό ζήτημα αυτό από συμφώνου μέ τίς υπεύθυνες αρχές τού ενδιαφερομένου κράτους μέλους , σύμφωνα μέ τό άρθρο 19 τού ιδίου πρωτοκόλλου .
11 Εξ άλλου , ο υπάλληλος καί τά μέλη τής οικογενείας του δύνανται νά ασκήσουν τά ένδικα μέσα πού παρέχει τό δίκαιο κάθε κράτους μέλους κατά τών διοικητικών αποφάσεων . Τό αρμόδιο δικαστήριο έχει τήν δυνατότητα , σέ δεδομένη περίπτωση , νά υποβάλει στό Δικαστήριο ερώτημα ως πρός τήν ερμηνεία τού πρωτοκόλλου , σύμφωνα μέ τό άρθρο 177 τής συνθήκης .
12 Από τά ανωτέρω προκύπτει οτι η προσφυγή ειναι απαράδεκτη .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
13 Κατά τό άρθρο 69 , παράγραφος 2 , τού κανονισμού διαδικασίας , ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στά δικαστικά έξοδα . Δεδομένου οτι οι προσφεύγοντες ηττήθησαν , πρέπει νά καταδικασθούν στά δικαστικά έξοδα .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
κρίνει καί αποφασίζει :
1 ) Απορρίπτει τήν προσφυγή ως απαράδεκτη .
2)Καταδικάζει τούς προσφεύγοντες στά δικαστικά έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy