Στην υπόθεση 10/82,
Sven-Ole Mogensen, Carl Waltenburg, Lene Øhrgaard και Jean-Louis Delvaux, υπάλληλοι της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, όλοι κάτοικοι Βελγίου, επικουρούμενοι και εκπροσωπούμενοι από την Jytte Thorbek, δικηγόρο Κοπεγχάγης, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Jacques Loesch, 2, rue Goethe,
προσφεύγοντες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Johannes Føns Buhl, νομικό σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Oreste Montako, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο τα αιτήματα που διατυπώνονται στο δικόγραφο της προσφυγής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
συγκείμενο από τους Ρ. Pescatore, πρόεδρο τμήματος, Ο. Due και K. Bahlmann, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Ρ. VerLoren van Themaat
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Με την ανακοίνωση COM/1144/80, η οποία δημοσιεύτηκε στο έγγραφο υπ. αριθ. 49 περί κενών θέσεων, η Επιτροπή κήρυξε κενή μία θέση αναθεωρητή.
Σύμφωνα με την εν λόγω ανακοίνωση, κενής θέσης, τα απαιτούμενα προσόντα ήταν τα ακόλουθα:
«1)
γνώσεις πανεπιστημιακού επιπέδου που βεβαιώνονται με πτυχίο ή επαγγελματική πείρα ισότιμου επιπέδου·
2)
μακρά μεταφραστική πείρα. Πείρα αναθεώρησης·
3)
ακρίβεια στην έκφραση και ευχέρεια ύφους αποδεδειγμένες.»
Δεν χωρεί αμφιβολία ότι όλοι οι προσφεύγοντες είναι κάτοχοι πτυχίου και έχουν πολυετή επαγγελματική πείρα. Όπως προκύπτει από τις εκθέσεις κρίσης τους, οι τέσσερις προσφεύγοντες δεν έχουν μόνο μακρά μεταφραστική πείρα, αλλ' έχουν όλοι επίσης πραγματοποιήσει και εργασίες αναθεώρησης. Οι εκθέσεις κρίσης και των τεσσάρων είναι επαινετικές.
Είναι, έτσι, βέβαιο ότι οι τέσσερις προσφεύγοντες πληρούσαν τις προϋποθέσεις που έθετε η ανακοίνωση κενής θέσης, κατ' αυτούς όμως η επίδικη θέση αναθεωρητή προοριζόταν εκ των προτέρων για τον Hagelin, όπως προκύπτει από ένα σύνολο εγγράφων που προσεκόμισαν τόσο οι προσφεύγοντες όσο και η Επιτροπή.
Για να αποσαφηνιστεί το σύνολο των εν λόγω εγγράφων που οι διάδικοι προσεκόμισαν σε παράρτημα, πρέπει να αναφερθεί η ακόλουθη χρονολογική σειρά:
—
26 Φεβρουαρίου 1980: έγγραφο του Hagelin προς τον Baxter, διευθυντή προσωπικού της ΓΔ IX, με το οποίο υποβάλλει την υποψηφιότητα του για ενδεχόμενη θέση στην Επιτροπή.
—
13 Ιουνίου 1980: υπηρεσιακό σημείωμα του Desbois, προϊσταμένου του τμήματος προσλήψεων, διορισμών, προαγωγών, προς τον Ciancio, διευθυντή της υπηρεσίας μεταφράσεων, τεκμηρίωσης, αναπαραγωγής, βιβλιοθήκης, με το οποίο εζητείτο η γνώμη του τελευταίου αυτού σχετικά με το έγγραφο υποβολής υποψηφιότητας του Hagelin, η τελευταία παράγραφος του οποίου πρέπει να παρατεθεί:
«σε περίπτωση ευνοϊκής απάντησης, πρέπει να αναρτηθεί στον πίνακα ανακοινώσεων θέση της σταδιοδρομίας LA 5/LA 4 και, αφού απορριφθούν οι εσωτερικές υποψηφιότητες που πρόκειται να υποβληθούν, η ίδια θέση να αναρτηθεί και στα λοιπά όργανα (άρθρο 29, παράγραφος 1, περίπτωση γ, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων).»
—
19 Δεκεμβρίου 1980: ανάρτηση στην Επιτροπή της ανακοίνωσης κενής θέσης που αφορά μεταξύ άλλων και τη θέση αναθεωρητή.
—
12 Ιανουαρίου 1981: δεύτερο έγγραφο του Hagelin προς τον Baxter, με το οποίο υποβάλλει υποψηφιότητα για τη θέση του αναθεωρητή, επισυνάπτοντας και απόσπασμα από την τελευταία του έκθεση κρίσης.
—
16 Ιανουαρίου 1981: λήξη της προθεσμίας υποβολής των υποψηφιοτήτων για τη θέση αναθεωρητή· οι τέσσερις προσφεύγοντες υπέβαλαν επίσης υποψηφιότητα πριν από την εν λόγω ημερομηνία.
—
18 Φεβρουαρίου 1981: υπηρεσιακό σημείωμα του Ciancio προς τον Baxter, με το οποίο γνωστοποιεί ότι κανένας από τους υποψηφίους για τη θέση αναθεωρητή δεν είναι προακτέος λόγω ελλείψεως πείρας, την οποία θεωρεί αυτός απαραίτητη. Περαιτέρω, δηλώνει ότι επιφυλάσσεται να προβεί σε άλλη πρόταση για την κάλυψη της εν λόγω θέσης με μετάταξη.
—
20 Φεβρουαρίου 1981: υπηρεσιακό σημείωμα του Pignot για λογαριασμό του Ciancio προς τον Baxter, με το οποίο προτείνεται η μετάταξη του Hagelin από το Συμβούλιο στην Επιτροπή για την πλήρωση της θέσης του αναθεωρητή.
—
17 Μαρτίου 1981: υπηρεσιακό σημείωμα του Pignot προς τον Cairoli, με το οποίο ανακοινώνονται οι λόγοι, στους οποίους οφείλεται η απόρριψη των 8 εσωτερικών υποψηφιοτήτων για τη θέση του αναθεωρητή.
—
25 Μαρτίου 1981: συνεδρίαση της επιτροπής επαφής των Βρυξελλών, κατά τη διάρκεια της οποίας ο Baxter προβαίνει σε δήλωση με την οποία δικαιολογεί τη μετάταξη του Hagelin.
—
28 Απριλίου 1981: ρητή απορριπτική απόφαση των υποψηφιοτήτων των τεσσάρων προσφευγόντων.
—
28 Απριλίου 1981: η Επιτροπή απευθύνει ομοιόμορφα έγγραφα στα άλλα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα, ζητώντας τη δημοσίευση της ανακοίνωσης κενής θέσης COM/1144/80.
—
29 Απριλίου 1981: νέα συνεδρίαση της επιτροπής επαφής των Βρ,υξελλών, κατά τη διάρκεια της οποίας ένας από τους τέσσερις προσφεύγοντες, ο Mogensen, δηλώνει ότι η θέση αναθεωρητή πρέπει να δοθεί σ' έναν από τους εσωτερικούς υποψηφίους· ο Baxter του απαντά ότι εναπόκειται στην ενδιαφερόμενη υπηρεσία να εκτιμήσει τις ανάγκες της και τα προσόντα του καθενός.
—
15 Μαΐου 1981: ημερομηνία, κατά την οποία οι τέσσερις προσφεύγοντες λαμβάνουν, πράγματι, τα έγγραφα περί απορρίψεως των υποψηφιοτήτων τους (για τους οποίους συνεπώς η διαδικασία του στοιχείου α) του άρθρου 29 λήγει μόλις την ημέρα αυτή).
—
18 Μαΐου 1981: οι προσφεύγοντες υποβάλλουν χωριστά ένσταση κατά της απορριπτικής αποφάσεως επί των υποψηφιοτήτων τους για τη θέση αναθεωρητή.
—
19 Ιουνίου 1981: υπηρεσιακό σημείωμα του Ciancio προς τον Cairoli, με το οποίο ζητείται να επισπευστεί η πρόταση για μετάταξη του Hagelin.
—
30 Ιουλίου 1981: υπηρεσιακό σημείωμα του Morel, γενικού διευθυντή προσωπικού και διοίκησης της Επιτροπής, προς τον Ersbøll, γενικό γραμματέα του Συμβουλίου, με το οποίο ζητείται επίσημα η μετάταξη του Hagelin από την 1η Σεπτεμβρίου 1981.
—
Σεπτέμβριος 1981: έγγραφο του Ersbøll προς τον Morel, με το οποίο του γνωστοποιείται ότι η μετάταξη του Hagelin δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά μόνο από την 1η Ιανουαρίου 1982.
—
23 Σεπτεμβρίου 1981: υπηρεσιακό σημείωμα του Landes, προϊσταμένου του τμήματος σταδιοδρομίες, προς τον Ciancio, με το οποίο του γνωστοποιείται ότι η μετάταξη του Hagelin δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά μόνο από την 1η Ιανουαρίου 1982.
—
1η Δεκεμβρίου 1981: με έγγραφα της που φέρουν την ίδια ημερομηνία, η Επιτροπή απορρίπτει τις τέσσερις ενστάσεις.
—
18 Δεκεμβρίου 1981: η Επιτροπή αποφασίζει να διορίσει τον Hagelin στη θέση του αναθεωρητή από την 1η Ιανουαρίου 1982.
—
22 Δεκεμβρίου 1981: ημερομηνία του δικογράφου της προσφυγής των τεσσάρων προσφευγόντων στο Δικαστήριο.
—
8 Ιανουαρίου 1982: εγγραφή της προσφυγής στο πρωτόκολλο του Δικαστηρίου.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετ' ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς διεξαγωγή αποδείξεων, κάλεσε όμως την Επιτροπή να απαντήσει, πριν από τις 5 Μαρτίου 1983, στις ακόλουθες ερωτήσεις:
1)
Είναι σε θέση η Επιτροπή να γνωστοποιήσει στο Δικαστήριο την πρακτική που ακολουθεί επί προαγωγών στη μεταφραστική υπηρεσία:
—
οι προαγωγές γίνονται (ή γίνονταν κατά το παρελθόν) κανονικά για τους μόνιμους υπαλλήλους που έχουν συμπληρώσει ελάχιστο χρόνο υπηρεσίας στο βαθμό τους;
—
ή γίνονται μετά από παρέλευση μεγαλύτερου χρονικού διαστήματος;
2)
Είναι σε θέση η Επιτροπή να αναφέρει στο Δικαστήριο τα έγγραφα, επί των οποίων στηρίχθηκε για να προβεί στο διορισμό του Hagelin και να του εξηγήσει σε ποια στοιχεία βασίστηκαν οι υπηρεσίες της για να προτείνουν το διορισμό του με μετάταξη στις 20 Φεβρουαρίου 1981;
3)
Η Επιτροπή καλείται να εξηγήσει το περιεχόμενο και την έννοια των εγγράφων που προσαρτώνται ως παραρτήματα 12 και 13 της προσφυγής.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο ζήτησε από την Επιτροπή να παραστεί τη συζήτηση με ένα (ή περισσότερα) πρόσωπα, που να είναι σε θέση να απαντήσουν στις ερωτήσεις που ενδέχεται να θέσει το Δικαστήριο, ιδίως αναφορικά με τον τρόπο που διενεργείται η διαδικασία, καθώς και σχετικά με οποιοδήποτε άλλο περιστατικό ή στοιχείο που θα ανέκυπτε κατά τη διαδικασία.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Οι προοφεϋγονιτες ζητούν από το Δικαστήριο:
«α)
να ακυρώσει τις αποφάσεις της καθής, όπως διατυπώνονται στα έγγραφα της 28ης Απριλίου 1981, σύμφωνα με τα οποία η θέση αναθεωρητή (COM/1144/80) δεν είναι δυνατό να δοθεί σε κανένα από τους τέσσερις προσφεύγοντες·
6)
να υποχρεώσει την καθής στην πλήρωση της παραπάνω θέσης, διορίζοντας σ'αυτή εκείνον από τους τέσσερις προσφεύγοντες που διαθέτει τα περισσότερα προσόντα, και
γ)
να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.»
Με το υπόμνημα αντίκρουσης της, η Επι-τροπή^χύ. από το Δικαστήριο να:
«—
απορρίψει τα αιτήματα που υπέβαλαν οι προσφεύγοντες στην παρούσα υπόθεση·
—
να καταδικάσει τους προσφεύγοντες στα δικαστικά έξοδα.»
Με την ανταπάντηση της, η Επιτροπή ζητεί επιπροσθέτως από το Δικαστήριο:
«—
να κηρύξει απαράδεκτη την προβολή νέων λόγων από τους προσφεύγοντες με βάση πραγματικά ή νομικά περιστατικά που ανέκυψαν και, επικουρικώς, να απορρίψει το αίτημα των προσφευγόντων, σύμφωνα με το οποίο συντρέχει κατάχρηση εξουσίας κατά την πλήρωση της θέσης αναθεωρητή COM/1144/80.»
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Με την προσφυγή τους, οι προσφεύγοντες θεωρούν, πρώτον, ότι το άρθρο 29 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων υποχρεώνει την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή [ΑΔΑ] να εξετάζει καταρχάς τις δυνατότητες προαγωγής και μετάθεσης εντός του οργάνου πριν οργανώσει ενδεχομένως εσωτερικό διαγωνισμό στο όργανο· μόνο σε μια τρίτη φάση η ΑΔΑ έχει τη δυνατότητα να εξετάσει τις αιτήσεις μετάταξης που υποβάλλουν οι μόνιμοι υπάλληλοι των άλλων οργάνων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Συγκεκριμένα, στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή αρνήθηκε να διορίσει έναν από τους τέσσερις προσφεύγοντες, ενώ και οι τέσσερις πληρούν τα απαιτούμενα για τη θέση του αναθεωρητή προσόντα. Συνεπώς, η ΑΔΑ δεν τήρησε τους διαδικαστικούς κανόνες του άρθρου 29 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων. Πολύ περισσότερο, καθόσο προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά ότι η εν λόγω θέση είχε αποφασιστεί να δοθεί στον Hagelin. Πράγματι, μετά από μια πρώτη αίτηση του στις 18 Φεβρουαρίου 1980, ιδρύθηκε θέση αναθεωρητή το καλοκαίρι του 1980, που είχε πληρωθεί εκτάκτως από το Σεπτέμβριο του 1980 μέχρι το τέλος Αυγούστου του 1981, δεδομένου ότι ο Hagelin δεν μπόρεσε να έρθει παρά μόνο σ' αυτή την ημερομηνία. Συνεπώς, η διαδικασία του στοιχείου γ) του άρθρου 29 κινήθηκε πριν ακόμη λήξει η διαδικασία του στοιχείου α).
Περαιτέρω, κατά τους προσφεύγοντες, η Επιτροπή δεν μπορούσε να στηριχθεί στο άρθρο 27 για να δικαιολογήσει το διορισμό του Hagelin, «εφόσον η εν λόγω διάταξη έχει χαρακτήρα διάταξης γενικών κατευθύνσεων», ενώ το άρθρο 29 έχει «ειδικό χαρακτήρα σε σχέση με το άρθρο 27» και, συνεπώς, υπερισχύει αυτού.
Τέλος, οι προσφεύγοντες ζητούν από την Επιτροπή να εξηγήσει πώς ερμηνεύει το άρθρο 27 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων, όσον αφορά, αφενός την προηγούμενη πρακτική της, αφετέρου τις προαγωγές στο δανικό μεταφραστικό τμήμα.
Με το υπόμνημα αντικρούσεως της, η Επιτροπή αναγνωρίζει καταρχάς ότι τα απαιτούμενα για τις θέσεις κύριου μεταφραστή και αναθεωρητή προσόντα είναι τα ίδια. Παρόλο που και στις δύο περιπτώσεις η εργασία είναι παρόμοιας φύσης, οι δε δύο κατηγορίες δεν βρίσκονται σε σχέση ιεραρχικά ανώτερης προς κατώτερη, πρέπει πάντως να υπογραμμιστεί ότι ορισμένα καθήκοντα του αναθεωρητή απαιτούν διαφορετικές ικανότητες από εκείνες που ζητούνται από τους κύριους μεταφραστές.
Στη συνέχεια, η Επιτροπή αναφέρει ότι ο Hagelin είναι κάτοχος πτυχίου εμπορικών γλωσσών (cand. ling, mere), με γλώσσες σπουδών τη γερμανική και την αγγλική. Αφού προσελήφθη ως μεταφραστής στην Επιτροπή τον Ιούνιο του 1972, μετετάχθη στο Συμβούλιο το Σεπτέμβριο του 1973.
Από την 1η Ιουλίου 1975, διορίστηκε στη θέση του αναθεωρητή στη γραμματεία του Συμβουλίου και άσκησε τα καθήκοντα του εκεί μέχρι τη μετάταξη του στην Επιτροπή. Συνεπώς, κατά την Επιτροπή, ο Hagelin διαθέτει όλα τα απαιτούμενα προσόντα για την πλήρωση της θέσης του αναθεωρητή COM/1144/80. Αντιθέτως, σχετικά με τους προσφεύγοντες, η Επιτροπή αναφέρεται στο υπηρεσιακό σημείωμα της 18ης Μαρτίου 1981, από το οποίο προκύπτει ότι δύο απ' αυτούς είχαν προαχθεί πρόσφατα σε θέση της σταδιοδρομίας LA 5/4 ως κύριοι μεταφραστές. Όσον αφορά τους άλλους δύο, την Øhrgaard και Delvaux, «ο προϊστάμενος του τμήματος μετάφρασης έκρινε ότι δεν διέθεταν την απαιτούμενη πείρα για την πλήρωση της θέσης του αναθεωρητή».
Όσον αφορά την προβαλλόμενη μη τήρηση των περί προαγωγής κανόνων που καθορίζονται από το άρθρο 29 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, η καθής εκτιμά ότι η ΑΔΑ είναι ασφαλώς υποχρεωμένη να εξετάζει καταρχάς τις δυνατότητες που προβλέπει το άρθρο 29, παράγραφος 1, στοιχείο α), η πολύ γενική όμως διατύπωση του εν λόγω άρθρου 29 συνεπάγεται σαφώς ότι η ΑΔΑ διαθέτει ευρεία εξουσία εκτίμησης εν προκειμένω. Πράγματι, η βασική αυτή αρχή επιβεβαιώθηκε επανειλημμένα από τη νομολογία του Δικαστηρίου ( 1 ). Άρα, αν η ΑΔΑ, μετά την εξέταση των εσωτερικών υποψηφιοτήτων, διαπιστώσει ότι η προαγωγή ή μετάθεση εντός του οργάνου δεν είναι δυνατή, είναι ελεύθερη, είτε να οργανώσει εσωτερικό διαγωνισμό είτε να κινήσει τη διαδικασία μετάταξης από άλλο όργανο. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση η ΑΔΑ έκρινε ότι η διοργάνωση εσωτερικού διαγωνισμού είναι περιττή δεδομένου ότι θα ήταν αδύνατο να υπάρξουν περισσότερο ενδιαφέρουσες υποψηφιότητες από εκείνες που απορρίφθηκαν κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στο στοιχείο α) του άρθρου 29, καθώς και ότι, ενόψει της δυνατότητας πλήρωσης της θέσης με το διορισμό υποψηφίου, ο οποίος από πολλών ετών ασκούσε με ικανότητα τα καθήκοντα αναθεωρητή στο Συμβούλιο, ήταν σύμφωνο με τις διατάξεις του άρθρου 29 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης να εξετάσει τις δυνατότητες διορισμού του ενδιαφερομένου στην κενή θέση αναθεωρητή.
Κατά την Επιτροπή, η πλήρωση των θέσεων πρέπει καταρχάς να γίνεται προς το συμφέρον της υπηρεσίας· συνεπώς η ΑΔΑ οφείλει να εξετάζει αν οι δυνατότητες που προσφέρει το άρθρο 29 έχουν ως αποτέλεσμα το διορισμό προσώπου που διαθέτει τα περισσότερα προσόντα ως προς την ικανότητα, την απόδοση και την ακεραιότητα. Από την εν λόγω αρχή, η οποία απορρέει από το άρθρο 27 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, προκύπτει ότι η ΑΔΑ δεν είναι υποχρεωμένη «να προβεί σε προαγωγή ή μετάθεση ή στη διοργάνωση εσωτερικού διαγωνισμού στο όργανο»: οι προσφεύγοντες κάνουν εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 29, υποστηρίζοντας ότι το εν λόγω άρθρο μπορεί να συνεπάγεται δικαίωμα για προαγωγή.
Η Επιτροπή, εκφράζει επιφυλάξεις ως προς τον τρόπο, με τον οποίο τα υπηρεσιακά σημειώματα και τα έγγραφα που περιλαμβάνονται ως παράρτημα στη προσφυγή έφθασαν στα χέρια των προσφευγόντων και παραπέμπει σχετικώς σε απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Δεκεμβρίου 1981 (υποθέσεις 197, 199, 200, 243, 245 και 247/80, κοινή οργάνωση της αγοράς σιτηρών κατά Επιτροπής και Συμβουλίου, Συλλογή 1981, σ. 3245).
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η άρνηση πλήρωσης κενής θέσης με προαγωγή εντός του οργάνου εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια της ΑΔΑ. Κατ' αυτόν τον τρόπο, αν η ΑΔΑ αποφασίσει να προβεί σε πρόσληψη με μετάταξη, δεν έχει την υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόφαση της αυτή έναντι των λοιπών υποψηφίων. Η υποχρέωση της ΑΔΑ συνίσταται στη μέριμνα να εξασφαλίζει στο όργανο τις υπηρεσίες υπαλλήλων που διαθέτουν μεγαλύτερα προσόντα ως προς την ικανότητα, την απόδοση και την ακεραιότητα και να αποφεύγει ενεργώντας έτσι οποιαδήποτε διάκριση. Εν πάση περιπτώσει, στην παρούσα περίπτωση είναι εσφαλμένο να δηλώνεται, όπως έκαναν οι προσφεύγοντες, ότι η ΑΔΑ είχε αποφασίσει εκ των προτέρων να διορίσει τον Hagelin, επειδή κατά το χρόνο της άρνησης πλήρωσης της θέσης του αναθεωρητή με προαγωγή εντός του οργάνου, στις 18 Φεβρουαρίου 1981, η ΑΔΑ δεν διέθετε ακόμη τα έγγραφα, τα οποία θα της επέτρεπαν να εκτιμήσει τα προσόντα του Hagelin και, συνεπώς, η εξέταση της υποψηφιότητας του έγινε μετά τις 18 Φεβρουαρίου 1981.
Όσον αφορά τα προσόντα των προσφευγόντων, η καθής παρατηρεί καταρχάς ότι δεν υφίσταται δικαίωμα για προαγωγή ακόμα και για τους υπαλλήλους που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις προαγωγής τους, δεδομένου ότι η πλήρωση κάθε θέσης πρέπει να γίνεται, προπάντων, προς το συμφέρον της υπηρεσίας, όπως προκύπτει από το άρθρο 27. Περαιτέρω, η νομολογία του Δικαστηρίου έχει αναγνωρίσει στην ΑΔΑ ευρεία εξουσία εκτίμησης κατά τη σύγκριση των προσόντων των υποψηφίων, η οποία εξουσία εκτίμησης δεν είναι δυνατόν να αμφισβητηθεί παρά μόνο σε περίπτωση προφανούς πλάνης, πράγμα που δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση.
Η Επιτροπή αποκρούει τον υπαινιγμό των προσφευγόντων, σύμφωνα με τον οποίο η ΑΔΑ, διορίζοντας τον Hagelin στη θέση του αναθεωρητή, επιδίωξε σκοπό άλλο από το νόμιμο. Εξάλλου, κατ' αυτήν, αποφασίζοντας την πλήρωση της θέσης αναθεωρητή COM/1144/80 με τη μετάταξη υποψηφίου που διέθετε τα προσόντα, από άλλο όργανο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αντί να προαγάγει έναν από τους τέσσερις προσφεύγοντες, η ΑΔΑ κατ' ουδένα τρόπο παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 29 και 45 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και, συνεπώς, δεν προσέβαλε κανένα από τα προβλεπόμενα από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης δικαιώματα των ενδιαφερομένων.
Ως προς την αίτηση για περαιτέρω εξηγήσεις επί της προγενέστερης πρακτικής της Επιτροπής σχετικά με τις προσλήψεις και τις προαγωγές, η τελευταία δεν βλέπει κανένα λόγο να ανταποκριθεί, διότι, αφενός η αίτηση αυτή δεν φαίνεται να έχει καμία σχέση με τα αιτήματα που υπέβαλαν οι προσφεύγοντες στην παρούσα υπόθεση, αφετέρου οι προσφεύγοντες δεν διευκρίνισαν τι συμφέρον έχουν να λάβουν τις εν λόγω πληροφορίες.
Τέλος, όσον αφορά το αίτημα των προσφευγόντων με το οποίο ζητούν από το Δικαστήριο να υποχρεώσει την Επιτροπή να πληρώσει τη θέση του αναθεωρητή με το διορισμό αυτού που διαθέτει μεταξύ τους τα περισσότερα προσόντα, η καθής θεωρεί ότι το αίτημα αυτό είναι προφανώς απαράδεκτο, εφόσον το Δικαστήριο δεν μπορεί να δίνει διαταγές στα όργανα.
Με τις απαντήσεις τους, οι ^oaipevyopreç προβαίνουν καταρχάς σε ορισμένες παρατηρήσεις που αφορούν τα πραγματικά περιστατικά:
—
Προκειμένου να εξηγήσει την απόρριψη των εσωτερικών υποψηφιοτήτων η Επιτροπή δήλωσε απλώς ότι οι υποψήφιοι δεν διέθεταν την θεωρούμενη ως απαραίτητη για τη θέση αναθεωρητή πείρα. Κατά τους προσφεύγοντες, αυτό είναι ανεπαρκές και ζητούν από την Επιτροπή να δώσει εξηγήσεις σχετικά με το νόημα της έκφρασης αυτής. Θεωρούν, εξάλλου, ότι η δικαιολογία που έδωσε ο Ciando είναι αντιφατική στο βαθμό που μια κάποια πείρα δεν μπορεί να είναι συγχρόνως μακρά και παρατεταμένη και συνάγουν ότι ο επιθετικός προσδιορισμός «κάποια» δεν χρησιμοποιήθηκε παρά μόνο για να νομιμοποιήσει την απόρριψη. Εν πάση περιπτώσει, η εξήγηση αυτή του Ciando έρχεται σε αντίθεση προς τις εκτιμήσεις που περιλαμβάνουν οι ατομικοί φάκελλοι των προσφευγόντων.
—
Δεν αποδέχονται αυτό που αποκαλούν αρχή της Επιτροπής ότι ένας αναθεωρητής πρέπει να έχει διαφορετικές ικανότητες από του κύριου μεταφραστή, πολύ περισσότερο καθόσο από την ανακοίνωση κενής θέσης δεν συνάγετει τίποτε τέτοιο.
—
Θεωρούν ότι, στο βαθμό που πληρούν τις προϋποθέσεις περί προσόντων, η ΑΔΑ ακολούθησε αυθαίρετη πρακτική, την οποία δικαιολόγησε εκ των υστέρων με την προαναφερθείσα αρχή.
—
Από τη χρονολογική εξέλιξη των περιστατικών προκύπτει ότι η διαδικασία του στοιχείου γ) του άρθρου 29 κινήθηκε πριν από το τέλος της διαδικασίας του στοιχείου α). Επιπλέον, η ανακοίνωση κενής θέσης δεν αναρτήθηκε στα λοιπά όργανα, γεγονός που επιτρέπει να υποτεθεί ότι η μετάταξη έπρεπε να γίνει με τη μεγαλύτερη δυνατή μυστικότητα.
—
Η ΑΔΑ δεν ήταν δυνατόν να συγκρίνει τα προσόντα των προσφευγόντων με εκείνα του Hagelin, εφόσον ο ατομικός φάκελος του τελευταίου δεν βρισκόταν στην Επιτροπή, εκτός και αν υφίστανται παράλληλοι φάκελοι, απότε η Επιτροπή οφείλει να τους προσκομίσει.
—
Δοθέντος ότι ο ατομικός φάκελος του Hagelin δεν βρισκόταν στην Επιτροπή το Φεβρουάριο του 1981, η εκτίμηση, στην οποία προέβη η ΑΔΑ, είτε ήταν αυθαίρετη είτε στηριζόταν σε εμπιστευτικές πληροφορίες, γεγονός που αποτελεί νέα ένδειξη περί καταχρήσεως εξουσίας.
—
Υπό το φως του συνόλου των στοιχείων αυτών, τα' οποία συμπληρώνει η αλληλογραφία που κατέθεσε με το υπόμνημα αντικρούσεως της η Επιτροπή, οι προσφεύγοντες διατείνονται ότι η ανάρτηση της κενής θέσης αναθεωρητή έγινε με πλάγιο τρόπο και συντρέχει κατάχρηση εξουσίας, την οποία, κατ'αυτούς σχεδόν ομολογεί με το υπόμνημα αντικρούσεως της η καθής.
—
Στη συνέχεια, απαντώντας στους νομικούς ισχυρισμούς που προβάλλει η Επιτροπή, οι προσφεύγοντες επαναλαμβάνουν με επιμονή ότι συντρέχει επιτακτική υποχρέωση να ακολουθηθεί πρώτα η διαδικασία του στοιχείου α) του άρθρου 29, προτού αντιμετωπιστούν οι επόμενες, υποστηρίζουν δε ότι και οι τέσσερις ήταν κατάλληλοι και ότι από τη χρονολογική σειρά των υπηρεσιακών σημειωμάτων και εσωτερικών εγγράφων διαφαίνεται με σαφήνεια ότι ο διορισμός του Hagelin είχε αποφασιστεί εκ των προτέρων κατά παράβαση του άρθρου 29 και συνιστά κατάχρηση εξουσίας.
—
Ως προς την ερμηνεία του άρθρου 27, οι προσφεύγοντες δεν έχουν αντίρρηση η εν λόγω διάταξη να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι ο διορισμός πρέπει να γίνεται προς το συμφέρον της υπηρεσίας υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω έννοια ερμηνεύεται συγκεκριμένα υπό το φως του άρθρου 29, ότι δηλαδή οι υποψήφιοι που διαθέτουν τα κατάλληλα προσόντα εντός του οργάνου προτιμούνται εκείνων που είναι εκτός του οργάνου.
—
Οι προσφεύγοντες αμφισβητούν την άποψη της καθής, σύμφωνα με την οποία τα εσωτερικά υπηρεσιακά σημειώματα δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται ως αποδεικτικά στοιχεία. Συγκεκριμένα, θεωρούν ότι έχουν έννομο συμφέρον να ριφθεί πλήρες φως, καθώς και ότι το άρθρο 26, παράγραφος 6, τους παρέχει το δικαίωμα να λαμβάνουν γνώση όλων των εγγράφων που περιλαμβάνει ο φάκελος τους. Συνεπώς, ζητούν από την Επιτροπή να προσκομίσει και την ελλείπουσα αλληλογραφία. Εξάλλου, τα εν λόγω υπηρεσιακά σημειώματα δεν έφεραν τη σφραγίδα «εσωτερικό έγγραφο» ούτε «εμπιστευτικό», οι δε προσφεύγοντες έλαβαν γνώση σχετικά με αυτά «κανονικώς, δεδομένου, ότι απευθυνόταν ανώνυμα σ' έναν απ' αυτούς». Επιπλέον, οι ενδιαφερόμενοι υπάλληλοι μπορούν έγκυρα να συμβουλεύονται τα εν λόγω υπηρεσιακά σημειώματα και έγγραφα, επειδή περιλαμβάνονται στη διαδικασία πρόσληψης.
—
Ως προς τη νομολογία, στην οποία στηρίζεται η Επιτροπή, οι προσφεύγοντες παρατηρούν καταρχάς ότι στο θέμα των προαγωγών οι προαναφερθείσες αποφάσεις είναι άσχετες με την παρούσα υπόθεση και κατ' αυτούς δεν υπάρχει απόφαση που να επιτρέπει στην ΑΔΑ να αρκείται στην απόρριψη των υποψηφιοτήτων στο πλαίσιο της διαδικασίας του στοιχείου α) και να εφαρμόσει στη συνέχεια απευθείας τη διαδικασία του στοιχείου γ) του άρθρου 29.
—
Τέλος, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι με την προσφυγή τους διατείνονται μεταξύ άλλων ότι η καθής διέπραξε κατάχρηση εξουσίας, γεγονός που επιβεβαιώνεται σαφέστατα από τα παραρτήματα 2 μέχρι και 12 που προσκόμισε η ίδια, καθώς και από το περιεχόμενο του υπομνήματος αντικρούσεως.
—
Αφού επανέλαβαν το σύνολο των αιτημάτων που διατυπώνουν με την απάντηση τους, οι προσφεύγοντες ζητούν περαιτέρω από το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 26, τελευταία παράγραφος, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, να διατάξει τη προσκόμιση του ατομικού φακέλου του Hagelin, καθώς και ενδεχόμενους παράλληλους φακέλους που αφορούν αυτόν και/ή τους προσφεύγοντες, να κληθούν δε να καταθέσουν ως μάρτυρες ο προϊστάμενος τμήματος Marstrand και ο διευθυντής Ciancio.
Με την ανταπάντηση της, η Επιτροπή απαντά καταρχάς στα πραγματικά επιχειρήματα που προέβαλαν οι προσφεύγοντες:
—
Η διευκρίνιση του όρου «πείρα θεωρούμενη απαραίτητη για τη θέση του ανα-θεωρητή» είναι προφανής υπό την έννοια ότι η ΑΔΑ διαθέτει ευρεία εξουσία εκτίμησης των προσόντων των υποψηφίων.
—
Η Επιτροπή προσθέτει σε όσα εξέθεσε με το υπόμνημα αντικρούσεως της ότι η συγκεκριμένη, απόφαση για πλήρωση θέσης πρέπει να στηρίζεται στο νόμο της προσφοράς και της ζήτησης· έτσι, σε περίπτωση που εμφανίζονται υποψήφιοι με περισσότερα προσόντα, πρέπει να υπερισχύσει ασφαλώς ο καλύτερος, αυτό δε αποτέλεσε τον ουσιαστικό λόγο της επιλογής του Hagelin για τη θέση αναθεωρητή.
—
Η Επιτροπή, προκειμένου να αποδείξει τα προσόντα του Hagelin προσκόμισε στοιχεία τόσο για την κατάρτιση όσο και για τη σταδιοδρομία του, στοιχεία που δικαιολογούν απόλυτα την απόφαση της ΑΔΑ.
—
Υπογραμμίζει ακόμα ότι δεν υπάρχει τίποτα το παράδοξο στο γεγονός ότι ο αρμόδιος της διεύθυνσης μετάφρασης της Επιτροπής τηρήθηκε ενήμερος για τους κατάλληλους υποψηφίους τόσο εντός της Επιτροπής όσο και εκτός αυτής και ότι, κατά την εκτίμηση στην οποία προέβη από το Φεβρουάριο μέχρι τον Απρίλιο του 1981, έλαβε υπόψη του το γεγονός ότι είναι δυνατή η πρόσληψη με μετάταξη από άλλο όργανο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων υποψηφίου με περισσότερα προσόντα.
—
Θεωρεί ότι είναι περιττό να προσκομισθούν στο Δικαστήριο οι υποτιθέμενοι παράλληλοι φάκελοι, αν θεωρηθεί ότι όντως υπάρχουν, και επιφυλάσσεται ως προς τη χρησιμοποίηση των εσωτερικών εγγράφων από τους εν ενεργεία υπαλλήλους, διότι «αδυνατεί να δεχθεί ότι οι ανώνυμες αποστολές εσωτερικών εγγράφων περί των οποίων γίνεται λόγος στην απάντηση (σ. 11), μπορούν να εξομοιωθούν με προσήκουσα κοινοποίηση εγγράφων».
Ως προς τα νομικά επιχειρήματα, η Επιτροπή επαναλαμβάνει και αναπτύσσει ό,τι εξέθεσε με το υπόμνημα αντίκρουσης της.
Προσθέτει ότι, καταυτήν, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα των προσφευγόντων να εξεταστούν οι δύο μάρτυρες που προτείνουν διότι, αφενός, δεν μνημονεύονται οι λόγοι που δικαιολογούν την εξέταση των εν λόγω μαρτύρων, όπως επιβάλλεται από τον κανονισμό διαδικασίας, αφετέρου δε, η εξέταση των προαναφερθέντων δύο υπαλλήλων είναι περιττή.
Τέλος, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να κηρύξει απαράδεκτο το λόγο της καταχρήσεως εξουσίας που προέβαλαν με την απάντηση τους οι προσφεύγοντες, επειδή από την έγγραφη διαδικασία στην παρούσα υπόθεση δεν προέκυψε κανένα νομικό ή πραγματικό στοιχείο, το οποίο θα επέτρεπε στους προσφεύγοντες να προβάλουν νέο λόγο με την απάντηση τους.
IV — Απαντήσεις της Επιτροπής στις γραπτές ερωτήσεις που έδεσε το Δικαστήριο (βλέπε ανωτέρω σ. 2401)
Πρώτη ερώτηση
Κατά την Επιτροπή, είναι σπάνιο υπάλληλος να προαχθεί αμέσως μετά τη συμπλήρωση του ελάχιστου χρόνου υπηρεσίας στο βαθμό, όπως προβλέπει το άρθρο 45, παράγραφος 1. Έτσι, επί παραδείγματι, ο κατά μέσο όρο χρόνος υπηρεσίας των υπαλλήλων που προάχθηκαν το 1981 στο βαθμό LA 5 ήταν 4 έτη και επτά μήνες, ενώ ο ελάχιστος χρόνος υπηρεσίας στο βαθμό ήταν 2 έτη και 9 μήνες.
Δεύτερη ερώτηση
Η Επιτροπή αναφέρει τις ακόλουθες πράξεις που είχαν ως αποτέλεσμα το διορισμό του Hagelin:
α)
Διαβίβαση των 8 εσωτερικών υποψηφιοτήτων στον Ciancio, αρμόδιο διευθυντή, προκειμένου να εκφέρει γνώμη.
6)
Ο Ciancio καταλήγει στην απόρριψη των εσωτερικών υποψηφιοτήτων και επιφυλάσσεται να προβεί σε πρόταση για την πλήρωση της εν λόγω θέσης με μετάταξη.
γ)
Συμπληρωματικό σημείωμα της 17ης Μαρτίου 1981, με το οποίο αιτιολογείται η απόρριψη, των 8 εσωτερικών υποψηφιοτήτων.
δ)
Απόφαση της 8ης Μαΐου 1981 του O'Kennedy, μέλους της Επιτροπής, υπό την ιδιότητα του ως ΑΔΑ εν προκειμένω, για
—
μη πλήρωση της θέσης κατά το άρθρο 29, παράγραφος 1, στοιχείο α), του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης·
—
μη διοργάνωση εσωτερικού διαγωνισμού·
—
εφαρμογή του άρθρου 29, παράγραφος 1, στοιχείο γ), του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
ε)
Γνωστοποίηση της 3ης Ιουνίου 1981 προς τον Ciancio ότι η μόνη υποψηφιότητα που πρωτοκολλήθηκε ήταν του Hagelin.
στ)
Έγγραφο υποψηφιότητας του Hagelin, της 12ης Ιανουαρίου 1981, το οποίο τότε δεν ελήφθη υπόψη, κατά τη διαδικασία του άρθρου 29, παράγραφος 1, στοιχείο α), θεωρήθηκε όμως έγκυρο, στο πλαίσιο της διαδικασίας του στοιχείου γ) της εν λόγω διάταξης.
ζ)
Απάντηση της 19ης Ιουνίου 1981 του Ciancio στην υπό στοιχείο ε) γνωστοποίηση, με την οποία ζητεί να κινηθεί η διαδικασία μετάταξης.
η)
Αίτηση μετάταξης του Hagelin, της 5ης Αυγούστου 1981, προς το γενικό γραμματέα του Συμβουλίου.
θ)
Απάντηση της 16ης Οκτωβρίου 1981 στην αίτηση αυτή.
Η Επιτροπή προσθέτει ότι στις 20 Φεβρουαρίου 1981 δεν είχε προτείνει το διορισμό του Hagelin με μετάταξη' το εν λόγω υπηρεσιακό σημείωμα συνιστά απλώς γνωμοδότηση τεχνικής φύσης της αρμόδιας διεύθυνσης και όχι πρόταση που υποβλήθηκε στην ΑΔΑ.
Τρίτη ερώτηση
—
Όσον αφορά το παράρτημα 12 της προσφυγής η Επιτροπή θεωρεί ότι ο Desbois ζήτησε την άποψη του Ciancio επί της υποψηφιότητας του Hagelin και του υπέδειξε τα στάδια της διαδικασίας που θα καθιστούσαν δυνατή τη μετάταξη του.
—
Όσον αφορά το παράρτημα 13 της προσφυγής, η Επιτροπή θεωρεί ότι στις 20 Φεβρουαρίου 1981 ο Pignot ανέφερε στον Baxter ότι ο Hagelin είναι υποψήφιος για τη θέση αναθεωρητή και ότι πρότεινε τη μετάταξη του. Πάντως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι «η ενδεχομένως ατυχής διατύπωση του εν λόγω σημειώματος φαίνεται να του προσδίδει οριστικό χαρακτήρα που δεν είναι δυνατόν να έχει». Κυρίως επειδή ο Hagelin πληροφορήθηκε στις 2 Φεβρουαρίου 1981 ότι η υποψηφιότητα του δεν γινόταν αποδεκτή. Η πραγματική αίτηση μετάταξης του Hagelin περιλαμβάνεται στην ανακοίνωση του Ciando προς τον Cairoli στις 19 Ιουνίου 1981.
V — Προφορική διαδικασία
Κατά τη συνεδρίαση της 21ης Απριλίου 1983, οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις ερωτήσεις που έθεσε το Δικαστήριο.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 19ης Μαΐου 1983.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 8 Ιανουαρίου 1982, οι Mogensen, Waltenburg, Delvaux και Øhrgaard, υπάλληλοι με βαθμό LA 6 στο δανικό μεταφραστικό τμήμα της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά το χρόνο υποβολής των υποψηφιοτήτων τους για θέση αναθεωρητή, κατόπιν της ανακοινώσεως κενής θέσης COM/1144/80, άσκησαν προσφυγή που έχει ως αντικείμενο αφενός να ακυρωθούν οι αποφάσεις της Επιτροπής της 28ης Απριλίου 1981, με τις οποίες απορρίφθηκαν οι υποψηφιότητες τους για την εν λόγω θέση, αφετέρου να υποχρεωθεί η Επιτροπή να πληρώσει την εν λόγω θέση με το διορισμό εκείνου από τους τέσσερις προσφεύγοντες που διαθέτει τα μεγαλύτερα προσόντα.
2
Με την εν λόγω ανακοίνωση κενής θέσης COM/1144/80, η Επιτροπή κήρυξε κενή μία θέση αναθεωρητή της κατηγορίας και σταδιοδρομίας LA 5-4, για την οποία απαιτούνται τα εξής προσόντα:
«—
γνώσεις πανεπιστημιακού επιπέδου που βεβαιώνονται με πτυχίο ή επαγγελματική πείρα ισότιμου επιπέδου·
—
μακρά μεταφραστική πείρα. Πείρα αναθεώρησης·
—
ακρίβεια στην έκφραση και ευχέρεια ύφους αποδεδειγμένες.»
3
Είναι 6έ6αιο ότι και οι τέσσερις προσφεύγοντες διέθεταν όλα τα προσόντα που απαιτούσε η ανακοίνωση κενής θέσης. Παρ' όλ' αυτά, οι υποψηφιότητες που υπέβαλαν, στο πλαίσιο της διαδικασίας που προβλέπεται από το άρθρο 29, παράγραφος 1, στοιχείο α), του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων, απορρίφθηκαν, ενώ, βάσει του άρθρου 29, παράγραφος 1 στοιχείο γ), του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων, διορίστηκε υπάλληλος του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ο οποίος ασκούσε ήδη καθήκοντα αναθεωρητή με βαθμό LA 5.
4
Αφού υπέβαλαν στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (εφεξής ΑΔΑ) διοικητική ένσταση, δυνάμει του άρθρου 90 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων, οι προσφεύγοντες άσκησαν την παρούσα προσφυγή, την οποία στηρίζουν σε δύο κύριους λόγους, από τους οποίους ο πρώτος, έγκειται σε παράβαση του άρθρου 29, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων, ο δε δεύτερος στο γεγονός ότι, κατ' αυτούς, η επίδικη θέση αναθεωρητή προοριζόταν εκ των προτέρων για υπάλληλο του Συμβουλίου, όπως προκύπτει από το σύνολο των υπηρεσιακών σημειωμάτων και εγγράφων των οικείων υπηρεσιών της Επιτροπής.
5
Με την απάντηση τους, οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται περαιτέρω, επαναλαμβάνοντας κατ' ουσία το επιχείρημα που πρόβαλαν προς στήριξη του δευτέρου λόγου, ότι η Επιτροπή διέπραξε κατάχρηση εξουσίας.
Επί του πρώτου λόγου
6
Προς υποστήριξη του πρώτου λόγου τους, οι προσφεύγοντες προβάλλουν ότι, κατ' αυτούς, η ΑΔΑ δεν μπορεί να προβεί σε διορισμό με μετάταξη, να θέσει δηλαδή σε εφαρμογή τη διαδικασία του στοιχείου γ) του άρθρου 29, παράγραφος 1, παρά μόνο αφού διαπιστώσει ότι δεν υπάρχουν υποψήφιοι, ανταποκρινόμενοι στις προϋποθέσεις που θέτει η ανακοίνωση κενής θέσης, εντός του οργάνου, πράγμα που αντιστοιχεί στη διαδικασία του στοιχείου α) του εν λόγω άρθρου 29. Συνεπώς, μη διορίζοντας κανέναν από τους τέσσερις προσφεύγοντες, ενώ και οι τέσσερις πληρούν τα απαιτούμενα από την ανακοίνωση κενής θέσης προσόντα, η ΑΔΑ παρέβη το άρθρο 29 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων. Επιπλέον η Επιτροπή δεν μπορούσε να στηριχθεί στο άρθρο 27 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, για να καταλήξει σε διαφορετική ερμηνεία, διότι το άρθρο 29 ως ειδική διάταξη υπερισχύει των διατάξεων του άρθρου 27. Αντιθέτως, τίποτε δεν αποκλείει το άρθρο 27 να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι ο όρος συμφέρον της υπηρεσίας αποδίδεται συγκεκριμένα με το άρθρο 29, δηλαδή ότι οι διαθέτοντες προσόντα υποψήφιοι εντός του οργάνου προτιμώνται από εκείνους που είναι εκτός του οργάνου.
7
Η Επιτροπή απορρίπτει την επιχειρηματολογία αυτή. Κατ' αυτή, παρόλο που η ΑΔΑ οφείλει ασφαλώς να εξετάσει καταρχάς τις δυνατότητες που προβλέπονται από το στοιχείο α), από την πολύ άχρωμη διατύπωση του άρθρου 29 συνάγεται σαφώς ότι η ΑΔΑ διαθέτει ευρεία εξουσία εκτίμησης εν προκειμένω. Συνεπώς, στο μέτρο που η ΑΔΑ διαπιστώνει, όπως και πράγματι έκανε, ότι η προαγωγή από υπαλλήλους εντός του οργάνου είναι αδύνατη, διαθέτει πλήρη ελευθερία να προβεί είτε σε εσωτερικό διαγωνισμό [διαδικασία του στοιχείου 6)] είτε στη μετάταξη [διαδικασία του στοιχείου γ)]. Στην προκειμένη όμως περίπτωση ο εσωτερικός διαγωνισμός δεν θα είχε νόημα, εφόσον εντός του οργάνου δεν μπορεί να υπάρχουν καλύτεροι υποψήφιοι από εκείνους που απορρίφθηκαν κατά τη διαδικασία του στοιχείου α), γεγονός που εξηγεί γιατί η Επιτροπή προχώρησε αμέσως στη διαδικασία του στοιχείου γ). Εξάλλου, η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι ο διορισμός πρέπει να γίνεται καταρχάς τηρώντας τις διατάξεις του άρθρου 27, δηλαδή «πρέπει να εξασφαλίζει στο όργανο τη συνεργασία υπαλλήλων που κατέχουν τα πιο υψηλά προσόντα ικανότητας, αποδόσεως και ακεραιότητας». Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η ΑΔΑ δεν υποχρεούται να προβεί σε προαγωγή εντός του οργάνου, πολύ περισσότερο καθόσο η άρνηση πλήρωσης κενής θέσης εμπίπτει στην διακριτική της εξουσία.
8
Καταρχάς, πρέπει να τονιστεί ότι η ερμηνεία των προσφευγόντων κατά την οποία η ΑΔΑ όφειλε να διορίσει έναν από αυτούς στην κενή θέση, προσκρούει στο γεγονός ότι το στοιχείο α) επιβάλλει απλώς στην εν λόγω αρχή να εξετάσει τις «δυνατότητες» προαγωγής.
9
Από τη χρησιμοποίηση του όρου «δυνατότητες» φαίνεται σαφώς ότι η ΑΔΑ δεν υποχρεούται κατά τρόπο απόλυτο να προβεί στην προαγωγή, αλλ' απλώς να εξετάσει κατά περίπτωση αν, σύμφωνα με το άρθρο 27 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων, η προαγωγή είναι δυνατό να καταλήξει σε διορισμό προσώπου που κατέχει τα περισσότερα προσόντα ικανότητας, απόδοσης και ακεραιότητας.
10
Μολονότι το εν λόγω στοιχείο του άρθρου 29, παράγραφος 1, συνεπάγεται ότι η ΑΔΑ εξετάζει με τη μεγαλύτερη προσοχή τις δυνατότητες προαγωγής προτού προχωρήσει στην επόμενη διαδικασία, δεν εμποδίζει την εν λόγω αρχή να λάβει επίσης υπόψη της κατά την εν λόγω εξέταση ότι είναι δυνατό να της υποβληθούν καλύτερες υποψηφιότητες μέσω των άλλων διαδικασιών που αναφέρονται στην παράγραφο αυτή. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η ΑΔΑ διαθέτει την ευχέρεια να εξετάσει τις επόμενες δυνατότητες.
11
Στην προκειμένη περίπτωση, η επόμενη διαδικασία συνίστατο στη μετάταξη, εξυπακουομένου ότι ο εσωτερικός διαγωνισμός θα ήταν εν προκειμένω περιττός, επειδή, όπως ορθώς πρόβαλε η Επιτροπή, όλοι οι ενδιαφερόμενοι για την εν λόγω θέση είχαν ήδη μετάσχει στη διαδικασία του στοιχείου α). Όπως, όμως, συνάγεται τόσο από τη δικογραφία, όσο και από την προφορική διαδικασία, ο προσληφθείς με μετάταξη υποψήφιος κατείχε τα προαναφερθέντα προσόντα και ανταποκρινόταν απόλυτα στις ιδιαίτερες απαιτήσεις της προς πλήρωση θέσης.
12
Υπό τις περιστάσεις αυτές, η Επιτροπή δεν παρέβη εν προκειμένω το άρθρο 29, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων, και, συνεπώς, ο πρώτος λόγος είναι αβάσιμος.
Επί του δευτέρου λόγου
13
Προς στήριξη αυτού του λόγου οι προσφεύγοντες διατείνονται ότι η καθής προόριζε σκοπίμως την προς πλήρωση θέση για τον υπάλληλο του Συμβουλίου. Κατ' αυτούς, η αρμόδια υπηρεσία πρότεινε να κινηθεί η διαδικασία μετάταξης του πριν ακόμη καταστούν γνωστά τα προσόντα των εσωτερικών υποψηφίων. Ουσιαστικά, στηρίζουν τον ισχυρισμό τους στα υπηρεσιακά σημειώματα που αντάλλαξαν οι υπηρεσίες της Επιτροπής και ειδικότερα στο σημείωμα της 13ης Ιουνίου 1980 του προϊστάμενου του τμήματος «προσλήψεις, διορισμοί, προαγωγές», το οποίο υποδείκνυε την ακολουθητέα διαδικασία για να διοριστεί ενδεχομένως ο εν λόγω υπάλληλος, στο σημείωμα της 18ης Φεβρουαρίου 1981, με το οποίο απορρίπτονταν οι εσωτερικές υποψηφιότητες και προτεινόταν να κινηθεί η διαδικασία πρόσληψης με μετάταξη, καθώς και στο σημείωμα της 20ής Φεβρουαρίου 1981, με το οποίο προτεινόταν η μετάταξη του εν λόγω υπαλλήλου.
14
Η Επιτροπή τονίζει ότι εσφαλμένως προβάλλεται ότι η θέση προοριζόταν εκ των προτέρων για τον υπάλληλο του Συμβουλίου, εφόσον στις 18 Φεβρουαρίου δεν διέθετε ακόμη στοιχεία σχετικά με αυτόν. Με την ανταπάντηση της η Επιτροπή προσέθεσε επιπλέον ότι την επιλογή της υπαγόρευσε η επιθυμία να επιλεγεί ο καλύτερος υποψήφιος και ότι ήταν φυσικό να τηρείται ενήμερη για εκτός του οργάνου υποψήφιους με πολλά προσόντα και ότι έλαβε, επομένως, υπόψη της το γεγονός ότι υφίσταται τέτοιος υποψήφιος, κατά την εκτίμηση των εσωτερικών υποψηφίων.
15
Κατ' αυτόν τον τρόπο, αναγνωρίζοντας ρητώς ότι έλαβε υπόψη τα προσόντα του εν λόγω υπαλλήλου του Συμβουλίου, η Επιτροπή παραδέχεται στην πραγματικότητα ότι ο διευθυντής της ενδιαφερόμενης μεταφραστικής υπηρεσίας επιθυμούσε, πριν ακόμα από την τοιχοκόλληση της ανακοίνωσης κενής θέσης, να προτείνει το διορισμό του υπαλλήλου αυτού στη θέση του αναθεωρητή. Η στάση αυτή δικαιολογεί το ερώτημα αν πράγματι η θέση του αναθεωρητή προοριζόταν για τον εν λόγω υπάλληλο, πριν ακόμα κινηθεί η διαδικασία του στοιχείου α), του άρθρου 29 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων.
16
Εντούτοις, πρέπει να σημειωθεί ότι ενόψει του ότι η ΑΔΑ δεν φέρει την υποχρέωση να προβεί σε διορισμό με προαγωγή από υπαλλήλους εντός του οργάνου και ότι διαθέτει ευρεία εξουσία εκτίμησης κατά την αναζήτηση του υποψηφίου που κατέχει τα περισσότερα προσόντα ικανότητας, απόδοσης και ακεραιότητας, το Δικαστήριο οφείλει να περιοριστεί στην εξέταση του ζητήματος αν η διοίκηση παρέμεινε εντός ορίων που δεν δίνουν λαβή για επικρίσεις και αν δεν έκανε χρήση της εξουσίας της κατά προφανώς πεπλανημένο τρόπο.
17
Επ' αυτού, το γεγονός και μόνο ότι κατά την έναρξη της διαδικασίας πρόσληψης υποψήφιος άλλου οργάνου κρίθηκε ως ο πλέον ικανός, δεν επιτρέπει τη συναγωγή του συμπεράσματος ότι οι εσωτερικές υποψηφιότητες δεν εξετάστηκαν προσεκτικά.
18
Στην προκειμένη περίπτωση, κανένα από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν επιτρέπει να συναχθεί ότι η ΑΔΑ δεν εξέτασε πράγματι τα προσόντα των εσωτερικών υποψηφίων. Πρέπει, πράγματι, να τονιστεί σχετικώς, πρώτον, ότι δύο από τους τέσσερις προσφεύγοντες (Øhrgaard και Delvaux) είχαν μόλις δύο χρόνια υπηρεσίας στο βαθμό LÁ 6, γεγονός που συνιστά βεβαίως τον ελάχιστο απαιτούμενο χρόνο για προαγωγή, αλλά είναι πάντως σαφώς κατώτερος του μέσου όρου που τηρήθηκε το 1981, δηλαδή 4 έτη και 7 μήνες, η δε ΑΔΑ μπορούσε κάλλιστα να θεωρήσει ότι η πείρα τους ήταν ανεπαρκής δεύτερον, ότι οι δύο άλλοι προσφεύγοντες είχαν επίσης υποβάλει υποψηφιότητα για τη θέση κύριου μεταφραστή, με βαθμό LA 5 (ανακοίνωση κενής θέσης COM/1134-1140/80) και ότι προήχθησαν στην εν λόγω θέση την 1η Μαρτίου 1981, πριν μάλιστα από το διορισμό του υπαλλήλου του Συμβουλίου στη θέση αναθεωρητή, γεγονός που αποδεικνύει σαφώς ότι βάσει του ατομικού τους φακέλου η ΑΔΑ έκρινε ότι οι εν λόγω δύο υποψήφιοι μπορούσαν να διοριστούν στη θέση κύριου μεταφραστή, όχι όμως σε θέση αναθεωρητή.
19
Περαιτέρω, ούτε από τους ισχυρισμούς των προσφευγόντων ούτε από τα στοιχεία της δικογραφίας είναι δυνατό να συναχθεί ότι, προβαίνοντας στο διορισμό τρίτου, η καθής έκανε κατά προφανώς πεπλανημένο τρόπο χρήση της εξουσίας της εκτίμησης.
20
Πράγματι, είναι 6έ6αιο ότι, αφού εργάστηκε ως μεταφραστής περισσότερο από ένα έτος στην Επιτροπή, ο υπάλληλος που διορίστηκε άσκησε καθήκοντα αναθεωρητή με βαθμό LA 5 στο Συμβούλιο από το 1975 και ότι, συνεπώς, είχε προϋπηρεσία έξι χρόνων στην προς πλήρωση θέση, ενώ οι προσφεύγοντες ασκούσαν καθήκοντα μεταφραστή με βαθμό LA 6 μόλις από διετίας και μόνο δευτερευόντως εκτελούσαν καθήκοντα αναθεωρητή.
21
Συνεπώς, η Επιτροπή είχε τη δυνατότητα να θεωρήσει ότι ο διορισθείς υπάλληλος ανταποκρινόταν περισσότερο από τους προσφεύγοντες στα απαιτούμενα για τα καθήκοντα αναθεωρητή προσόντα, ιδίως στην προϋπόθεση πείρας αναθεώρησης και να προβεί στο διορισμό του προς το συμφέρον της υπηρεσίας.
22
Δεδομένου ότι οι προσφεύγοντες δεν προσκόμισαν κανένα άλλο στοιχείο που να πείθει ότι η ΑΔΑ υπερέβη τα όρια της εξουσίας της εκτίμησης επιλέγοντας για το διορισμό στην επίδικη θέση αναθεωρητή άλλον υποψήφιο, ο δεύτερος λόγος πρέπει να απορριφθεί.
23
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο λόγος που αφορά την κατάχρηση εξουσίας και που στηρίζεται κυρίως στην ίδια επιχειρηματολογία με εκείνη που αναπτύχθηκε ως προς το δεύτερο λόγο πρέπει επίσης να απορριφθεί ως αβάσιμος, χωρίς να απαιτείται να κριθεί αν ο λόγος αυτός, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, είναι απαράδεκτος, επειδή προβλήθηκε όψιμα.
24
Επομένως, η προσφυγή που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση των αποφάσεων της καθής πρέπει να απορριφθεί. Κατά συνέπεια, και το αίτημα, με το οποίο ζητείται από το Δικαστήριο να διατάξει την Επιτροπή να προβεί στο διορισμό εκείνου από τους προσφεύγοντες που διαθέτει τα περισσότερα προσόντα πρέπει επίσης να απορριφθεί. Αλλωστε, το εν λόγω αίτημα υπερβαίνει εν πάση περιπτώσει το πλαίσιο της δικαιοδοτικής εξουσίας του Δικαστηρίου.
Επί των δικαστικών εξόδων
25
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας, προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων των Κοινοτήτων, τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν.
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
κρίνει και αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Κό/θΐ διάδικος φέρει το δικαστικά του έξοδα.
Pescatore
Due
Bahlmann
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 14 Ιουλίου 1983.
Ο γραμματέας
κ.α.α.
J. Α. Pompe
Βοηθός γραμματέας
Ο πρόεδρος του δεύτερου τμήματος
Ρ. Pescatore
( 1 ) Βλέπε απόφαση της 31ης Μαρτίου 1965, υποθέσεις 12 και 29/64, Ley κατά Επιτροπής, Smi. 1965-1968, σ. 37, και απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 1976, υπόθεση 123/75, Kuster κατά ΚοινοδουλΙου, Smi., σ. 1701.
Full & Egal Universal Law Academy