Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Μεταφορές — Κοινή πολιτική — Στόχοι — Λεπτομέρειες επιτεύξεως — Ενδεχόμενος περιορισμός τής αρχής τού ελεύθερου ανταγωνισμού
( Συνθήκη ΕΟΚ , άρθρο 3 , στοιχείο ε ) καί 75 )
2 . Μεταφορές — Οδικές μεταφορές — Κόμιστρα — Αμφιοριακά κόμιστρα — Επιτακτικός χαρακτήρας — Περιορισμός τής αρχής τού ελεύθερου ανταγωνισμού — Εφαρμογή τών θεσπιζομένων από τά κράτη μέλη κυρώσεων
( Κανονισμοί τού Συμβουλίου 1174/68 καί 2831/77 )
Περίληψη
1 . Η εφαρμογή τών άρθρων 3 , στοιχείο ε ), καί 75 τής συνθήκης έχει μέν ως στόχο τήν ελευθέρωση τών οικονομικών συναλλαγών καί τήν δημιουργία οικονομίας ανταγωνισμού εντός τής Κοινότητος , πλήν ομως οπως προκύπτει τόσο από τήν τετάρτη παράγραφο τού προοιμίου τής συνθήκης , οσο καί από τήν ίδια τήν αντίληψη περί κοινής πολιτικής μεταφορών , η Κοινότης έχει επίσης ως αποστολή νά εξασφαλίζει τήν ισορροπία στίς συναλλαγές καί τήν ευθύτητα στόν ανταγωνισμό , η δέ επί τευξη τών στόχων αυτών δύναται νά συνεπάγεται υποχρεώσεις καί δεσμεύσεις γιά τίς επιχειρήσεις μεταφορών τής Κοινότητος .
2 . Από τό σύστημα τών κανονισμών 1174/68 καί 2831/77 προκύπτει οτι τά κράτη μέλη δέν έχουν μόνο δικαίωμα , αλλά καί υποχρέωση να προβλέπουν τίς κατάλληλες κυρώσεις προκειμένου νά εξασφαλισθεί η τήρηση , από τούς μεταφορείς τους , τών αμφιοριακών κομίστρων πού καθορίζονται βάσει αυτών τών κανονισμών . Η εφαρμογή τών κυρώσεων αυτών δέν δύναται επομένως νά αμφισβητηθεί δυνάμει τής αρχής περί ελευθερίας τού ανταγωνισμού , η οποία δέν γίνεται δεκτή στό κοινοτικό δίκαιο παρά μόνο μέσα στά υποχρεωτικά ορια πού προκύπτουν από τήν εφαρμογή τού μηχανισμού τών αμφιοριακών κομίστρων πού προβλέπονται από τούς εν λόγω κανονισμούς .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 12/82 ,
πού έχει ως αντικείμενο αίτηση τού Tribunal de Police τού πρώτου καντονίου τού Verviers ( Βέλγιο ) πρός τό Δικαστήριο , κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ μέ τήν οποία ζητείται , στό πλαίσιο τής υποθέσεως πού εκκρεμεί ενώπιον τού αιτούντος Δικαστηρίου μεταξύ
ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ
καί
JOSEPH TRINON , διευθυντού εταιρίας , κατοίκου Verviers ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως πρός τήν ερμηνεία τών άρθρων 3 , στοιχείο ε ), καί 75 τής συνθήκης ΕΟΚ , τού κανονισμού 1174/68 τού Συμβουλίου , τής 30ής Ιουλίου 1968 , περί καθιερώσεως συστήματος αμφιοριακών κομίστρων γιά τίς οδικές εμπορευματικές μεταφορές μεταξύ τών κρατών μελών , καθώς καί τού κανονισμού 2831/77 τού Συμβουλίου , τής 17ης Δεκεμβρίου 1977 , περί καθορισμού τών κομίστρων γιά τίς οδικές εμπορευματικές μεταφορές μεταξύ τών κρατών μελών εν σχέσει πρός τήν βελγική νομοθετική καί κανονιστική ρύθμιση περί τών τιμών τών οδικών μεταφορών εμπορευμάτων μεταξύ τού Βασιλείου τού Βελγίου καί τής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας τής Γερμανίας ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ απόφαση τής 22ας Απριλίου 1981 , η οποία περιήλθε στό Δικαστήριο στίς 14 Ιανουαρίου 1982 , τό Tribunal de police τού πρώτου καντονίου τού Verviers υπέβαλε , δυνάμει τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , ενα προδικαστικό ερώτημα ως πρός τήν ερμηνεία τών άρθρων 3 , στοιχείο ε ), καί 75 τής συνθήκης ΕΟΚ προκειμένου νά δυνηθεί νά εκτιμήσει , άν συμβιβάζεται μέ τίς διατάξεις αυτές η βελγική νομοθεσία περί τών τιμών τών οδικών μεταφορών εμπορευμάτων μεταξύ τού Βασιλείου τού Βελγίου καί τής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας τής Γερμανίας , δηλαδή τό βασιλικό διάταγμα τής 24ης Σεπτεμβρίου 1971 ( Moniteur belge , σ . 11667 ), οπως ετροποποιήθη μέ τά βασιλικά διατάγματα τής 8ης Σεπτεμβρίου 1978 καί 18ης Ιουλίου 1979 ( Moniteur belge , σ . 11472 καί σ . 8871 , αντιστοίχως ), περί καθορισμού τών κομίστρων γιά τίς οδικές μεταφορές μεταξύ τού Βελγίου καί τής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας τής Γερμανίας , τό οποίο εξεδόθη βάσει τού νόμου , τής 1ης Αυγούστου 1960 , περί τής επ’ αμοιβή μεταφοράς αντικειμένων μέ αυτοκίνητα οχήματα ( Moniteur belge , σ . 6101 ) καί τού νόμου , τής 18ης Φεβρουαρίου 1969 , περί τών μέτρων εκτελέσεως τών διεθνών συνθηκών καί πράξεων στόν τομέα τών μεταφορών ( Moniteur belge , σ . 2988 ) — εφ’ εξής : «η βελγική νομοθεσία» .
2 Όπως προκύπτει από τό φάκελο , τό ερώτημα αυτό ανέκυψε στό πλαίσιο ποινικής διώξεως κατά ενός βέλγου μεταφορέως , κατηγορούμενο οτι εξετέλεσε , κατά τόν μήνα Νοέμβριο 1980 , μεταφορές εμπορευμάτων μεταξύ τής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας τής Γερμανίας καί τού Βελγίου σέ τιμές σημαντικά χαμηλότερες τού κατωτάτου ορίου τού επιτρεπομένου από τά ανωτέρω βασιλικά διατάγματα αμφιοριακού κομίστρου .
3 Στήν απόφαση περί παραπομπής , τό παραπέμπον δικαστήριο παρατηρεί οτι η συνθήκη ΕΟΚ αποσκοπεί στήν δημιουργία οικονομίας ανταγωνισμού μεταξύ τών κρατών μελών καί οτι , επομένως , ο καθορισμός τών τιμών χωρίς απόφαση τού συνόλου τών κρατών αυτών έρχεται ενδεχομένως σέ αντίθεση πρός τούς σκοπούς αυτούς . Εκφράζει δέ αμφιβολίες ως πρός τό άν συμβιβάζονται οι εθνικές διατάξεις πρός τό άρθρο 3 , στοιχείο ε ), πού θεσπίζει κοινή πολιτική στόν τομέα τών μεταφορών , καί πρός τό άρθρο 75 πού παρέχει στό Συμβούλιο τήν αρμοδιότητα νά θεσπίζει κοινούς κανόνες εφαρμοστέους στίς διεθνείς μεταφορές .
4 Μέ τή σκέψη οτι προκύπτει ζήτημα συμφωνίας τής σχετικής βελγικής νομοθεσίας πρός τή συνθήκη , τό παραπέμπον δικαστήριο ανέβαλε τήν έκδοση οριστικής αποφάσεως γιά νά δώσει στό Δικαστήριο τήν ευκαιρία νά αποφανθεί επί τών ζητημάτων ερμηνείας τού κοινοτικού δικαίου , από τά οποία δυνατόν νά εξαρτάται η κρίση , τήν οποία καλείται νά εκφέρει οσον αφορά τό άν συμβιβάζεται η βελγική νομοθεσία πρός τίς διατάξεις τής συνθήκης ΕΟΚ .
5 Στό κατά τά ανωτέρω υποβληθέν ερώτημα πρέπει νά δοθεί απάντηση υπό τό φώς όχι μόνο τών άρθρων τής συνθήκης πού αναφέρει τό εν λόγω δικαστήριο , αλλά καί τών διατάξεων πού έχουν θεσπίσει τά όργανα τής Κοινότητος γιά τήν εφαρμογή της , δηλαδή τού κανονισμού 1174/68 τού Συμβουλίου , τής 30ής Ιουλίου 1968 , περί καθιερώσεως συστήματος αμφιοριακών κομίστρων γιά τίς οδικές εμπορευματικές μεταφορές μεταξύ τών κρατών μελών ( JO L 194 , σ . 1 ) καί τού κανονισμού 2831/77 τού Συμβουλίου , τής 17ης Δεκεμβρίου 1977 , περί καθορισμού τών κομίστρων γιά τίς οδικές εμπορευματικές μεταφορές μεταξύ τών κρατών μελών ( ΕΕ ειδ . έκδ . 07/002 , σ . 44 ).
6 Σύμφωνα μέ τό άρθρο 3 , στοιχείο ε ), τής συνθήκης , η δράση τής Κοινότητος περιλαμβάνει , μεταξύ άλλων , «τή θέσπιση κοινής πολιτικής στόν τομέα τών μεταφορών» . Σύμφωνα μέ τό άρθρο 75 , τό Συμβούλιο θεσπίζει , προτάσει τής Επιτροπής καί κατόπιν διαβουλεύσεως μέ τήν Οικονομική καί Κοινωνική Επιτροπή καί τήν Συνέλευση , στό πλαίσιο τής κοινής πολιτικής μεταφορών πού προβλέπεται στό άρθρο 74 , μεταξύ άλλων , κοινούς κανόνες , εφαρμοστέους στίς διεθνείς μεταφορές πού εκτελούνται από ή πρός τό έδαφος ενός κράτους μέλους ή πού διέρχονται από τό έδαφος ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών .
7 Η εφαρμογή τών διατάξεων αυτών έχει ως στόχο , οπως παρατηρεί τό παραπέμπον δικαστήριο , τήν ελευθέρωση τών οικονομικών συναλλαγών καί τήν δημιουργία οικονομίας ανταγωνισμού εντός τής Κοινότητος . Όπως προκύπτει , πάντως , τόσο από τήν τετάρτη παράγραφο τού προοιμίου τής συνθήκης , οσο καί από τήν ίδια τήν αντίληψη περί κοινής πολιτικής μεταφορών , η Κοινότης έχει επίσης ως αποστολή νά εξασφαλίζει τήν ισορροπία στίς συναλλαγές καί τήν ευθύτητα στόν ανταγωνισμό , η δέ επίτευξη τών στόχων αυτών δύναται νά συνεπάγεται υποχρεώσεις καί δεσμεύσεις γιά τίς επιχειρήσεις μεταφορών τής Κοινότητος .
8 Ο κανονισμός 1174/68 τού Συμβουλίου , πού έχει ως αντικείμενο τήν καθιέρωση συστήματος υποχρεωτικών αμφιοριακών κομίστρων , τού οποίου τά κυριότερα σημεία επαναλαμβάνει ο κανονισμός 2831/77 , εθέσπισε ορισμένους κανόνες πού διέπουν τίς οδικές μεταφορές εμπορευμάτων μεταξύ τών κρατών μελών .
9 Σύμφωνα μέ τούς δύο αυτούς κανονισμούς , τά αμέσως ενδιαφερόμενα γιά τίς μεταφορές κράτη μέλη οφείλουν νά καθορίσουν διά κοινής συμφωνίας , τά εφαρμοστέα στίς μεταξύ τους σχέσεις κόμιστρα ( άρθρο 4 τού κανονισμού 1174/68 καί άρθρο 11 τού κανονισμού 2831/77 ).
10 Παρά τήν εισαγωγή τού συστήματος τών «αμφιοριακών κομίστρων» , οι κανονισμοί αυτοί δέν θίγουν κατ’ αρχήν τήν ελευθερία τών επιχειρήσεων νά καθορίζουν τά οικεία κόμιστρα αναλόγως τών απαιτήσεων τής αγοράς . Πάντως , περιορίζουν τήν ελευθερία αυτή μέ τόν καθορισμό ενός ανωτάτου καί ενός κατωτάτου οριου , μέ τά οποία , οπως αναφέρεται στήν πέμπτη αιτιολογική σκέψη τού κανονισμού 1174/68 , επιδιώκεται νά αποφευχθεί αφ’ ενός η καταχρηστική εκμετάλλευση δεσποζούσης θέσεως , αφ’ ετέρου δέ ο καταστρεπτικός ανταγωνισμός . Επομένως , οι κανονισμοί αυτοί , ναί μέν σέβονται τήν ελευθερία τών επιχειρήσεων μεταφοράς οσον αφορά τόν καθορισμό τών κομίστρων , πλήν ομως θέτουν ορια πού πρέπει νά τηρούνται υποχρεωτικώς .
11 Περαιτέρω , εφιστάται η προσοχή στό άρθρο 12 τού κανονισμού 1174/68 καί στό άρθρο 17 τού κανονισμού 2831/77 , σύμφωνα μέ τά οποία τά κράτη μέλη οφείλουν νά θεσπίσουν τίς νομοθετικές , κανονιστικές καί διοικητικές διατάξεις πού ειναι αναγκαίες γιά τήν εφαρμογή τών κανονισμών καί κυρίως νά προβλέψουν συνεχή καί αποτελεσματικό έλεγχο , καθώς καί κατάλληλες κυρώσεις σέ περίπτωση παραβάσεως .
12 Από τήν δικογραφία προκύπτει οτι τά κόμιστρα πού εφαρμόζονται στίς μεταφορές μεταξύ τής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας τής Γερμανίας καί τού Βελγίου καθορίσθησαν σύμφωνα μέ τούς προαναφερθέντες κανονισμούς καί ετέθησαν σέ ισχύ μέ τά ανωτέρω βασιλικά διατάγματα πού αναφέρονται στήν απόφαση περί παραπομπής . Σημειωτέον οτι τό προοίμιο αυτών τών βασιλικών διαταγμάτων αναφέρεται κάθε φορά ρητώς στόν αντίστοιχο κοινοτικό κανονισμό , πράγμα πού τά χαρακτηρίζει σαφώς ως μέτρα εκτελέσεως τών ανωτέρων κανονισμών .
13 Από τό σύστημα τών κανονισμών αυτών προκύπτει οτι τό Βέλγιο δέν ειχε μόνο δικαίωμα , αλλά καί υποχρέωση νά προβλέψει τίς κατάλληλες κυρώσεις προκειμένου νά εξασφαλισθεί η τήρηση , από τούς βέλγους μεταφορείς , τών αμφιοριακών κομίστρων πού καθορίζονται βάσει αυτών τών κανονισμών . Η εφαρμογή τών κυρώσεων αυτών δέν δύναται επομένως νά αμφισβητηθεί δυνάμει τής αρχής περί ελευθερίας τού ανταγωνισμού , η οποία δέν γίνεται δεκτή στό κοινοτικό δίκαιο παρά μόνο μέσα στά υποχρεωτικά ορια πού προκύπτουν από τήν εφαρμογή τού μηχανισμού τών αμφιοριακών κομίστρων πού προβλέπονται από τούς κανονισμούς 1174/68 καί 2831/77 .
14 Ο κατηγορούμενος προβάλλει οτι τά κόμιστρα πού εφήρμοσε καί γιά τά οποία έχει ασκηθεί δίωξη ενώπιον τού παραπέμποντος δικαστηρίου καθορίσθησαν σέ επίπεδο χαμηλότερο τού κατωτάτου ορίου τού προβλεπομένου από τή βελγική νομοθεσία αμφιοριακού κομίστρου , λόγω τού οτι επρόκειτο γιά δρομολόγια επιστροφής , τά οποία , άλλως , θά επραγματοποιούντο χωρίς φορτίο . Φαίνεται οτι ο κατηγορούμενος θεωρεί οτι τά ορια πού προβλέπει τό σύστημα αμφιοριακών κομίστρων δέν εφαρμόζονται σ’ αυτά τά δρομολόγια ή τουλάχιστον οτι τά δρομολόγια αυτά δύνανται νά αποτελέσουν αντικείμενο ειδικής συμβάσεως κατά τήν έννοια τού άρθρου 5 τού κανονισμού 1174/68 , πού επαναλαμβάνεται από τό άρθρο 14 τού κανονισμού 2831/77 .
15 Σχετικώς πρέπει νά σημειωθεί οτι σύμφωνα μέ τό άρθρο 3 τού κανονισμού 1174/68 , οπως καί τού άρθρου 10 τού κανονισμού 2831/77 , η τιμή βάσεως πού χρησιμεύει γιά τόν υπολογισμό τών αμφιοριακών κομίστρων λαμβάνει υπόψη τό «μέσο ορο τών εξόδων τών υπηρεσιών μεταφοράς» , υπολογιζόμενο γιά τίς επιχειρήσεις «στίς οποίες επικρατούν ομαλές συνθήκες χρησιμοποιήσεως τής μεταφορικής τους ικανότητος» . Από τά στοιχεία πού παρέσχε σχετικώς η Επιτροπή προκύπτει οτι τά καθορισθέντα δυνάμει τών κοινοτικών κανονισμών κόμιστρα λαμβάνουν υπόψη τό γεγονός οτι ενα μέρος τών δρομολογίων επιστροφής διενεργείται χωρίς φορτίο , έτσι ωστε ο παράγων αυτός υπολογίζεται κατά τόν καθορισμό τού αμφιοριακού κομίστρου καί , ειδικότερα , τού κατωτάτου ορίου του .
16 Εν πάση περιπτώσει , πρέπει νά σημειωθεί οτι ο αποκλεισμός τών δρομολογίων επιστροφής στίς διάφορες μεταφορές θά εστερούσε τόν μηχανισμό τών αμφιοριακών κομίστρων από κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα λόγω τού οτι οι μεταφορείς ενός τών κρατών μελών πού ενδιαφέρονται γιά μιά συγκεκριμένη μεταφορική γραμμή ευρίσκονται σέ κατάσταση ανταγωνισμού , ως πρός τήν γραμμή αυτή , μέ τά δρομολόγια μεταβάσεως τών επιχειρήσεων τού άλλου ενδιαφερομένου κράτους μέλους καί αντιστρόφως .
17 Όσον αφορά τίς «ειδικές συμβάσεις» , αρκεί η παρατήρηση οτι η σύναψη τών συμβάσεων αυτών δέν ειναι δυνατή παρά μόνο υπό ορισμένες συνθήκες πού καθορίζονται περιοριστικώς στίς ανωτέρω διατάξεις , στό πεδίο τών οποίων δέν εμπίπτουν τά κόμιστρα επιστροφής .
18 Άρα , στό δικαστήριο πρέπει νά δοθεί η απάντηση οτι οι διατάξεις περί εφαρμογής τών άρθρων 3 , στοιχείο ε ), καί 75 τής συνθήκης ΕΟΚ πού εθεσπίσθησαν εντός τού πλαισίου τού κανονισμού 1174/68 , καθώς καί τού κανονισμού 2831/77 τού Συμβουλίου , επιβάλλουν στόυς μεταφορείς τήν υποχρέωση νά τηρούν τά κόμιστρα πού καθορίζουν καί θεσπίζουν τά κράτη μέλη σύμφωνα μέ τίς διατάξεις τών ανωτέρω κανονισμών , επί ποινή τών προβλεπομένων κυρώσεων .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
19 Τά έξοδα στά οποία υπεβλήθη η κυβέρνηση τού Βασιλείου τού Βελγίου καί η Επιτροπή τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων πού κατέθεσαν παρατηρήσεις στό Δικαστήριο δέν αποδίδονται . Δεδομένου οτι η διαδικασία έχει τόν χαρακτήρα παρεμπίπτοντος πού ανέκυψε ενώπιον τού εθνικού δικαστηρίου , σ’ αυτό εναπόκειται νά αποφανθεί επί τών δικαστικών εξόδων .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ,
κρίνοντας επί τών ερωτημάτων πού τού υπέβαλε μέ απόφαση τής 22ας Απριλίου 1981 τό Tribunal de police τού πρώτου καντονίου τού Verviers , αποφαίνεται :
Οι διατάξεις περί εφαρμογής τών άρθρων 3 , στοιχείο ε ), καί 75 τής συνθήκης ΕΟΚ , πού εθεσπίσθησαν εντός τού πλαισίου τού κανονισμού 1174/68 τού Συμβουλίου , τής 30ής Ιουλίου 1968 , περί καθιερώσεως συστήματος αμφιοριακών κομίστρων γιά τίς οδικές εμπορευματικές μεταφορές μεταξύ τών κρατών μελών , καθώς καί τού κανονισμού 2831/77 τού Συμβουλίου , τής 17ης Δεκεμβρίου 1977 , περί καθορισμού τών κομίστρων γιά τίς οδικές εμπορευματικές μεταφορές μεταξύ τών κρατών μελών , επιβάλλουν στούς μεταφορείς τήν υποχρέωση νά τηρούν τά κόμιστρα πού καθορίζουν καί θεσπίζουν τά κράτη μέλη , σύμφωνα μέ τίς διατάξεις τών ανωτέρω κανονισμών , επί ποινή τών προβλεπομένων κυρώσεων .
Full & Egal Universal Law Academy