Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 31, 138 και 204/82,
Μεταλλουργική Χαλυψ ΑΕ, ανώνυμη εταιρεία ελληνικού δικαίου με έδρα την Αθήνα, εκπροσωπούμενη από τους δικηγόρους Αθηνών Ιωάννη Ε. Σταμούλη, Αλέξανδρο Λυκουρέζο και Χρήστο Δ. Αρβανίτη, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Ernest Arendt, 34 Β, rue Philippe-Il,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Frank S. Benyon, Γεώργιο Δ. Κρεμλή και Ξενοφώντα Γιαταγάνα, μέλη της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Oreste Montako, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχουν ως αντικείμενο αιτήσεις κυρώσεως των αποφάσεων με τις οποίες η Επιτροπή καθόρισε για την προσφεύγουσα επιχείρηση τις παραγωγές και ποσότητες αναφοράς, τις ποσοστώσεις παραγωγής και το μέρος των ποσοστώσεων που επιτρέπεται να παραδοΜ μέσα στην κοινή αγορά σε ό,τι αφορά αντίστοιχα τα προϊόντα ελάσεως των κατηγοριών V (χαλύβδινοι ράβδοι οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής) για το τέταρτο τρίμηνο του 1981 και για το πρώτο τρίμηνο του 1982 (υπόθεση 31/82) και για το δεύτερο τρίμηνο του 1982 (υπό9εση 138/82) σε ό, τι αφορά τα προϊόντα της κατηγορίας IV (χονδρόσυρμα σε κουλούρες) και V για το τρίτο τρίμηνο του 1982 (υπόόεση 204/82),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
συγκείμενο από τους Κ. Bahlmann, πρόεδρο τμήματος, Ρ. Pescatore και Ο. Due, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Ρ. VerLoren van Themaat
γραμματέας: Η. Α. Riihi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υποδέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας, τα αιτήματα, οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων, συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Ιστορικό
1.
Η Επιτροπή εκτιμώντας ότι κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου του 1980η ευρωπαϊκή βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα βρισκόταν, κατά την έννοια του άρθρου 58 της συνθήκης ΕΚΑΧ, σε κατάσταση έκδηλης κρίσεως και ότι οι έμμεσοι τρόποι δράσεως που είχε στη διάθεση της δεν ήταν αποτελεσματικοί ή επαρκείς για την αντιμετώπιση της, προκειμένου να αποκαταστήσει την ισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζητήσεως, έκρινε ότι όφειλε να επέμβει στην παραγωγή κατά τρόπο άμεσο και υποχρεωτικό. Κατά συνέπεια, με την απόφαση 2794/80, της 31ης Οκτωβρίου 1980 (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/010, σ. 50), καθιέρωσε, για τις επιχειρήσεις της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα της Κοινότητας, σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής χάλυβα, εφαρμοστέο μέχρι της 30ής Ιουνίου 1981.
2.
Ωστόσο, η ζήτηση των κύριων προϊόντων χάλυβα σημείωσε περαιτέρω πτώση, η δε ελαφρά άνοδος των τιμών αποδείχτηκε ανεπαρκής, λαμβανομένων υπόψη των οικονομικών βαρών των επιχειρήσεων έτσι, κατά τα μέσα του 1981, διεφάνη ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα εξακολουθούσε να βρίσκεται σε περίοδο έκδηλης κρίσεως και ότι διέτρεχε σοβαρό κίνδυνο η πραγματοποίηση των στόχων του άρθρου 3 της συνθήκης ΕΚΑΧ.
Η Επιτροπή επομένως, με την απόφαση 1831/81, της 24ης Ιουνίου 1981 (ΕΕ L 180, σ. 1), θέσπισε σύστημα επιτηρήσεως και νέο σύστημα ποσοστώσεων της παραγωγής ορισμένων προϊόντων για τις επιχειρήσεις της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα.
Η απόφαση 1831/81 άφησε αρρύθμιστο το ζήτημα του καθεστώτος που πρέπει να εφαρμοστεί στην κατηγορία των ελαφρών μορφοχαλύβων (χονδρόσυρμα, ράβδοι οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής, εμπορικοί χάλυβες), αναμένοντας τα αποτελέσματα των επαφών που επρόκειτο να έχει η Επιτροπή με τους παραγωγούς των προϊόντων αυτών.
Όσον αφορά το χονδρόσυρμα, ορισμένοι παραγωγοί που αντιπροσώπευαν μεγάλο μέρος της παραγωγής του προϊόντος αυτού, κατόρθωσαν να καθορίσουν τα κριτήρια για τον προσδιορισμό ενός εκούσιου συστήματος μειώσεως της παραγωγής. Αντιθέτως, δεν κατέστη δυνατή η εξεύρεση βάσεως για την καθιέρωση ενός εκούσιου συστήματος όσον αφορά τις ράβδους οπλισμού σκυροδέματος και τους εμπορικούς χάλυβες.
Δεδομένου ότι η κατάσταση της αγοράς δεν σημείωσε καμιά βελτίωση και το επίπεδο των τιμών των παραγγελιών και οι πληροφορίες σχετικά με την εξέλιξη της συγκυρίας έδειχναν, αντίθετα, ότι ήταν πιθανή επιδείνωση της καταστάσεως, η Επιτροπή έκρινε αναγκαίο να υπαγάγει τις ράβδους οπλισμού σκυροδέματος και τους εμπορικούς χάλυβες στο υποχρεωτικό σύστημα ποσοστώσεων της παραγωγής.
Κατά συνέπεια, η Επιτροπή τροποποίησε ανάλογα την απόφαση 1831/81 με την απόφαση 1832/81, της 3ης Ιουλίου 1981, η οποία περιέλαβε ράβδους οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής και τους εμπορικούς χάλυβες στο νέο σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής που θέσπισε η απόφαση 1831/81 (EEL 184, σ. 1).
Σύμφωνα με το άρθρο 5 της αποφάσεως 1831/81, η Επιτροπή καθορίζει ανά τρίμηνο, για κάθε επιχείρηση, τις ποσοστώσεις παραγωγής και το τμήμα των ποσοστώσεων αυτών που μπορεί να διατεθεί στην κοινή αγορά βάσει των παραγωγών και ποσοτήτων αναφοράς της ενδιαφερόμενης επιχειρήσεως και με την εφαρμογή, στις παραγωγές και στις ποσότητες αυτές, του ποσοστού μειώσεως.
Όσον αφορά, ειδικότερα, την κατηγορία V (ράβδοι οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής), η απόφαση 1831/81 προέβλεψε, για τα προϊόντα της κατηγορίας αυτής καθώς και για τα προϊόντα της κατηγορίας VI (εμπορικοί χάλυβες), ενιαία ποσόστωση βάσει μιας μόνο παραγωγής αναφοράς.
Κατά συνέπεια, ο τρόπος προσδιορισμού της παραγωγής αναφοράς καθορίστηκε, για το σύνολο των δύο αυτών κατηγοριών, με το άρθρο 7α που πρόσθεσε στην απόφαση 1831/81η απόφαση 1832/81.
Επειδή διαπίστωσε ότι η κατάσταση της αγοράς των ράβδων οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής παρουσίασε ραγδαία και μεγάλη επιδείνωση, ενώ η αγορά των εμπορικών χαλύβων δεν παρουσίασε μεταβολή, η Επιτροπή έκρινε ότι η διαφορετική αυτή εξέλιξη των δύο αγορών επέβαλε τον καθορισμό διαφορετικών ποσοστών μειώσεως και χωριστών ποσοστώσεων.
Έτσι, με την απόφαση 2804/81, της 23ης Σεπτεμβρίου 1981, περί τροποποιήσεως, για δεύτερη φορά, της αποφάσεως 1831/81 (ΕΕ L 278, σ. 1), τροποποίησε και συμπλήρωσε το άρθρο 7α της τελευταίας, όπως αυτό είχε διατυπωθεί στην απόφαση 1832/81, και θέσπισε, για την κατηγορία V, νέα μέθοδο υπολογισμού της παραγωγής αναφοράς, η οποία χρησιμοποιείται ως 6άση για τον καθορισμό των ποσοστώσεων από το τέταρτο τρίμηνο του 1981.
Σύμφωνα με το άρθρο 8 της αποφάσεως 1831/81, οι ποσότητες αναφοράς που χρησιμεύουν για τον καθορισμό του τμήματος των ποσοστώσεων που επιτρέπεται να διατεθεί μέσα στην κοινή αγορά από κάθε επιχείρηση, είναι αποτέλεσμα της εφαρμογής, στις παραγωγές αυτές αναφοράς, του επί τοις εκατό ποσοστού των παραδόσεων της στην κοινή αγορά σε σχέση με τη συνολική παραγωγή της κατά την περίοδο των 12 καλύτερων μηνών.
Το άρθρο 9, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1831/81 προβλέπει ότι η Επιτροπή καθορίζει ανά τρίμηνο τα ποσοστά μειώσεως για τον καθορισμό των ποσοστώσεων παραγωγής, καθώς και του τμήματος των ποσοστώσεων αυτών που επιτρέπεται να διατεθεί μέσα στην κοινή αγορά.
Όσον αφορά, ειδικότερα, το ποσοστό μειώσεως για τα προϊόντα της κατηγορίας V (ράβδοι οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής), που είχε καθοριστεί, για το τρίτο τρίμηνο του 1981, με την απόφαση 1833/81 της Επιτροπής, της 3ης Ιουλίου 1981 (ΕΕ L 184, σ. 6), από κοινού και στο ίδιο ύψος με την κατηγορία VI (εμπορικοί χάλυβες), για το τέταρτο τρίμηνο του 1981 καθορίστηκε, με την απόφαση 2979/81 της Επιτροπής, της 15ης Οκτωβρίου 1981 (ΕΕ L 298, σ. 11), ανεξάρτητο ποσοστό μειώσεως.
Το άρθρο 9, παράγραφος 2, της αποφάσεως 1831/81 ορίζει ότι η Επιτροπή ανακοινώνει σε κάθε επιχείρηση τις παραγωγές και τις ποσότητες αναφοράς, καθώς και τις ποσοστώσεις της παραγωγής της και το τμήμα των ποσοστώσεων που επιτρέπεται να διατεθεί μέσα στην κοινή αγορά.
Το άρθρο 12 της αποφάσεως 1831/81 ορίζει το πρόστιμο που επιβάλλεται στις επιχειρήσεις σε περίπτωση υπερβάσεως των ποσοστώσεων τους παραγωγής ή του τμήματος των ποσοστώσεων αυτών που επιτρέπεται να διατεθεί μέσα στην κοινή αγορά.
Η απόφαση 1832/81 αντικατέστησε το άρθρο 14 της αποφάσεως 1831/81 με νέα διάταξη, σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή προβαίνει στην κατάλληλη προσαρμογή των παραγωγών αναφοράς μιας επιχειρήσεως, στην οποία το σύστημα των ποσοστώσεων προκαλεί, λόγω του ύψους των ποσοστών μειώσεως που έχουν επιβληθεί για ένα τρίμηνο, εξαιρετικές δυσκολίες.
Με την απόφαση 2804/81 προστέθηκε, μετά το άρθρο 14 της αποφάσεως 1831/81, όπως είχε στην απόφαση 1832/81, ένα νέο άρθρο 14α, σύμφωνα με το οποίο, αν η Επιτροπή διαπιστώσει, κατόπιν αιτήσεως μιας επιχειρήσεως, της οποίας οι εγκαταστάσεις βρίσκονται στην Ελλάδα, ότι το σύστημα των ποσοστώσεων της προκαλεί έκτακτες δυσχέρειες, ώστε να εμποδίζουν την προσαρμογή της στην κατάσταση που δημιουργείται από τη διαρθρωτική εξέλιξη η οποία σημειώνεται στην οικονομία της χώρας, προβαίνει σε κατάλληλη τροποποίηση των παραγωγών αναφοράς για την ενδιαφερόμενη επιχείρηση και τα προϊόντα της
Σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 9, παράγραφος 2, της αποφάσεως 1831/81, η Επιτροπή με έγγραφο της της 11ης Δεκεμβρίου 1981 ανακοίνωσε στην επιχείρηση Μεταλλουργική Χάλυψ, ανώνυμη εταιρεία ελληνικού δικαίου με έδρα την Αθήνα, τις παραγωγές και τις ποσότητες αναφοράς, καθώς και τις ποσοστώσεις παραγωγής της και το μέρος των ποσοστώσεων αυτών που επιτρέπεται να διατεθούν μέσα στην κοινή αγορά, για το τέταρτο τρίμηνο του 1981, σε ό,τι αφορά τα προϊόντα της κατηγορίας V.
Η απόφαση αυτή τροποποιήθηκε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 14α που παρεμβλήθηκε στην απόφαση 1831/81 με την απόφαση 2804/81, με έγγραφο της Επιτροπής της 5ης Ιανουαρίου 1982, που είχε ως αποτέλεσμα να ανέλθει από 46453 σε 61123 τόνους η ποσόστωση παραγωγής της επιχειρήσεως Χάλυψ και από 19309 σε 26450 τόνους το μέρος των ποσοστώσεων που επιτρέπεται να διατεθεί μέσα στην κοινή αγορά για το τέταρτο τρίμηνο του 1981.
Τα ποσοστά μειώσεως για το πρώτο τρίμηνο του 1982 καθορίστηκαν με την απόφαση 3328/81 της Επιτροπής, της 20ής Νοεμβρίου 1981 (ΕΕ L 334, σ. 34).
Στις 14 Δεκεμβρίου 1981, η Επιτροπή ανακοίνωσε στην επιχείρηση Χάλυψ τις παραγωγές και ποσότητες αναφοράς και τις ποσοστώσεις της παραγωγής και παραδόσεως στην κοινή αγορά για το πρώτο τρίμηνο του 1982. Και η απόφαση αυτή τροποποιήθηκε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 14α της αποφάσεως 1831/81, με έγγραφο της Επιτροπής της 5ης Ιανουαρίου 1982, με το οποίο η ποσόστωση παραγωγής για την κατηγορία V ανήλθε από 45231 τόνους σε 61123 τόνους και το μέρος της ποσοστώσεως αυτής που επιτρέπεται να διατεθεί μέσα στην κοινή αγορά ανήλθε από 18780 σε 26450 τόνους.
Οι αποφάσεις της Επιτροπής της 11ης και της 14ης Δεκεμβρίου 1981, όπως τροποποιήθηκαν με τις αποφάσεις της 5ης Ιανουαρίου 1982, τροποποιήθηκαν και πάλι από την Επιτροπή στις 4 Φεβρουαρίου 1982, μετά από συμπληρωματικές πληροφορίες που της παρέσχε η επιχείρηση Χάλυψ. Βάσει του άρθρου 14α της αποφάσεως 1831/81 και για να δοθεί στην επιχείρηση η δυνατότητα να πραγματοποιήσει τα κέρδη που είναι αναγκαία για να καλύψει τις αποσβέσεις του τελευταίου της προγράμματος επενδύσεων, με την απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 1982 αυξήθηκε, για το τέταρτο τρίμηνο του 1981, η ποσόστωση παραγωγής για την κατηγορία V από 61123 σε 81144 τόνους και το μέρος των ποσοστώσεων αυτών που επιτρέπεται να διατεθεί μέσα στην κοινή αγορά από 26450 σε 33728 τόνους, για το πρώτο τρίμηνο του 1982η ποσόστωση παραγωγής από 61123 σε 79009 τόνους και το μέρος της ποσοστώσεως αυτής που επιτρέπεται να διατεθεί μέσα στην κοινή αγορά από 26450 σε 32804 τόνους.
Τα ποσοστά μειώσεως για το δεύτερο τρίμηνο του 1982 καθορίστηκαν με την απόφαση 532/82 της Επιτροπής, της 3ης Μαρτίου 1982 (ΕΕ L 65, σ. 5).
Η απόφαση 1831/81 τροποποιήθηκε για τρίτη φορά με την απόφαση 533/82 της Επιτροπής, της 3ης Μαρτίου 1982 (ΕΕ L 65, σ.6).
Με την απόφαση αυτή, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι, όσον αφορά τους ράβδους οπλισμού σκυροδέματος, η μείωση της ζητήσεως κατά τη διάρκεια των τελευταίων τριμήνων και ο όγκος των αποθεμάτων κατέστησαν απαραίτητο τον καθορισμό πολύ υψηλών ποσοστών μειώσεως· η μείωση της ζητήσεως προκάλεσε σημαντική μείωση των τιμών. Εξάλλου, το σύστημα των ποσοστώσεων προκάλεσε εξαιρετικές δυσκολίες στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, η παραγωγή των οποίων εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από την παραγωγή των κατηγοριών IV, V και VI και, κατά σημαντικό μέρος, από την παραγωγή των ράβδων οπλισμού σκυροδέματος· η Επιτροπή, επομένως, έκρινε αναγκαίο να προβλεφθούν για τις επιχειρήσεις αυτές χαλαρότερες ποσοστώσεις, ελαττώνοντας τα ποσοστά μειώσεως που εφαρμόζονται για τον καθορισμό των ποσοστώσεων.
Με την απόφαση 533/82 προστέθηκε στην απόφαση 1831/81, μετά το άρθρο 14α, το άρθρο 146, το οποίον ορίζει ότι, για τους παραγωγούς των οποίων η ολική παραγωγή δεν υπερέβη τους 700000 τόνους κατά το 1981 και των οποίων η παραγωγή των κατηγοριών IV, V και VI αποτελεί τουλάχιστον το 90 % του συνόλου της παραγωγής τους, τα ποσοστά μειώσεως της κατηγορίας V για τον καθορισμό των ποσοστώσεων παραγωγής και του τμήματος των ποσοστώσεων παραγωγής που επιτρέπεται να διατεθούν μέσα στην κοινή αγορά, για το δεύτερο τρίμηνο του 1982, ελαττώνονται κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες, εάν η παραγωγή της κατηγορίας V αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το 30 % της παραγωγής των κατηγοριών IV, V και VI το 1981.
Η Επιτροπή στις 24 Μαρτίου 1982 ανακοίνωσε στην επιχείρηση Χάλυψ τις παραγωγές και ποσότητες αναφοράς και τις ποσοστώσεις παραγωγής και παραδόσεως μέσα στην κοινή αγορά για την κατηγορία V για το δεύτερο τρίμηνο του 1982. Η απόφαση αυτή τροποποιήθηκε με απόφαση της Επιτροπής της 4ης Ιουνίου 1982, η οποία ανέβασε από 40952 σε 71808 τόνους την ποσόστωση παραγωγής και από 16928 σε 29570 τόνους το μέρος της ποσοστώσεως αυτής που επιτρέπεται να διατεθεί μέσα στην κοινή αγορά, σε ό,τι αφορά τα προϊόντα της κατηγορίας V, για το δεύτερο τρίμηνο του 1982.
Επειδή έκρινε ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα εξακολουθούσε να βρίσκεται σε κατάσταση έκδηλης κρίσεως και ότι διέτρεχε σοβαρό κίνδυνο η πραγματοποίηση των σκοπών του άρθρου 3 της συνθήκης ΕΚΑΧ αν κατηργείτο το σύστημα των ποσοστώσεων της παραγωγής, η Επιτροπή με την απόφαση 1696/82, της 30ής Ιουνίου 1982 (ΕΕ L 191, σ. 1), παρέτεινε επί ένα έτος το σύστημα επιτηρήσεως και ποσοστώσεων παραγωγής, που είχε θεσπίσει με την απόφαση 1831/81 και το οποίο έκρινε ότι είχε αποδειχθεί αποτελεσματικό.
Όσον αφορά το χονδρόσυρμα, με την απόφαση διαπιστώνεται ότι οι επιχειρήσεις προέβησαν σε εκούσια μείωση των παραδόσεων τους μόλις το τρίτο τρίμηνο του 1981, κατά τη διάρκεια δε των τριμήνων που ακολούθησαν, στη διατήρηση του συστήματος αυτού αντέδρασε μεγάλος αριθμός επιχειρήσεων. Επειδή η κατάσταση της αγοράς χονδροσύρματος επιδεινώθηκε αισθητά κατά τη διάρκεια του δεύτερου τριμήνου του 1982, λόγω της υποχωρήσεως της ζητήσεως και της ιδιαίτερα αισθητής μειώσεως των τιμών, σε ό,τι αφορά τις κατώτερες ποιότητες, και επειδή η διατάραξη της ισορροπίας της αγοράς χονδροσύρματος προκαλεί αναστάτωση της αγοράς ράβδων οπλισμών και δοκών, η Επιτροπή έκρινε αναγκαίο να περιλάβει και πάλι το χονδρόσυρμα στο καθεστώς των ποσοστώσεων της παραγωγής.
Τα ποσοστά μειώσεως για το τρίτο τρίμηνο του 1982 καθορίστηκαν με την απόφαση 1697/82 της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 1982 (EEL 191, σ. 42).
Λόγω επιδεινώσεως της καταστάσεως για τους ράβδους οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής, η Επιτροπή με την απόφαση 1698/82, της 30ής Ιουνίου 1982, περί προσαρμογής των ποσοστών μειώσεως της κατηγορίας V για το τρίτο τρίμηνο του 1982 υπέρ ορισμένων επιχειρήσεων (ΕΕ L 191, σ. 43), παρέτεινε, για ορισμένες μικρομεσαίες επιχειρήσεις η παραγωγή των οποίων εξαρτάται αποκλειστικά από τις κατηγορίες IV, V και VI και κατά σημαντική αναλογία από την παραγωγή ράβδων οπλισμού σκυροδέματος, τα μικρότερα ποσοστά μειώσεως που είχε θεσπίσει με την απόφαση 533/82.
Με απόφαση της 6ης Ιουλίου 1982, η Επιτροπή ανακοίνωσε στην επιχείρηση Χάλυψ τις παραγωγές της και ποσότητες της αναφοράς και τις ποσοστώσεις της παραγωγής και παραδόσεως μέσα στην κοινή αγορά, σε ό,τι αφορά τα προϊόντα των κατηγοριών IV και V για το τρίτο τρίμηνο του 1982.
II — Έγγραφη διαδικασία
Η εταιρεία Μεταλλουργική Χάλυψ ΑΕ άσκησε στις 18 Ιανουαρίου 1982 προσφυγή ακυρώσεως των αποφάσεων της Επιτροπής της 11ης και της 14ης Δεκεμβρίου 1981, όπως τροποποιήθηκαν με τις αποφάσεις της 5ης Ιανουαρίου 1982, που αφορούν το τέταρτο τρίμηνο του 1981 και το πρώτο τρίμηνο του 1982, αντιστοίχως. Η προσφυγή αυτή πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό 31/82.
Η εταιρεία Χάλυψ άσκησε στις 30 Απριλίου 1982 προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής της 24ης Μαρτίου 1982, που αφορά το δεύτερο τρίμηνο του 1982. Η υπόθεση αυτή πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό 138/82.
Η εταιρεία Χάλυψ άσκησε στις 11 Αυγούστου 1982 προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής της 6ης Ιουλίου 1982, που αφορά το τρίτο τρίμηνο του 1982. Η υπόθεση αυτή πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό 204/82.
Η γραπτή διαδικασία και στις τρεις υποθέσεις εξελίχθηκε κανονικά.
Το Δικαστήριο κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Με διάταξη της 20ής Απριλίου 1983, το Δικαστήριο αποφάσισε να ενώσει τις υποθέσεις 31/82, 138/82 και 204/82 προς διευκόλυνση της διαδικασίας και έκδοση κοινής αποφάσεως.
Με άλλη διάταξη της 20ής Απριλίου 1983, το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού διαδικασίας, αποφάσισε να αναθέσει την εκδίκαση της υποθέσεως στο δεύτερο τμήμα.
Μετά την έκδοση, στις 9 Δεκεμβρίου 1982, της αποφάσεως του Δικαστηρίου (δεύτερο τμήμα) στην υπόθεση 258/81 μεταξύ των ίδιων διαδίκων, η προσφεύγουσα με έγγραφο της της 4ης Ιουλίου 1983 γνώρισε στο Δικαστήριο, κατόπιν αιτήσεως του τελευταίου, ότι θεωρεί πως πρέπει να αποφανθεί επί των προκειμένων προσφυγών σε ό,τι αφορά τους λόγους και τα επιχειρήματα τα οποία δεν εξετάστηκαν ούτε εκτιμήθηκαν στο πλαίσιο της ανωτέρω αποφάσεως· εξάλλου, η προσφεύγουσα προσδιόρισε τους λόγους ακυρώσεως που σκόπευε να αναπτύξει κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας, καθώς και εκείνους από τους οποίους παραιτείτο.
III — Αιτήματα των διαδίκων
Η προσφεύγουσα ζητεί, σε κάθε μια από τις υποθέσεις, από το Δικαστήριο:
α)
να κρίνει την προσφυγή νόμιμη και βάσιμη·
6)
να ακυρώσει τις προσβαλλόμενες ατομικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εφαρμογή της γενικής αποφάσεως 1831/81 και της γενικής αποφάσεως 1696/82 αντίστοιχα·
γ)
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Η Επιτροπή ζητεί, σε κάθε μια από τις υποθέσεις, από το Δικαστήριο:
α)
να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη·
6)
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
IV — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων κατά την έγγραφη διαδικασία
Η προσφεύγουσα, δεδομένου ότι παραιτήθηκε από ορισμένους λόγους που είχε προβάλει με τα εισαγωγικά της δίκης δικόγραφα, στηρίζει κατά κύριο λόγο τις προσφυγές της σε μια ένσταση ελλείψεως νομιμότητας, στρεφόμενη κατά των γενικών αποφάσεων 1831/81 (όπως τροποποιήθηκε με τις αποφάσεις 1832/81, 2804/81 και 533/82) και 1696/82, κατ' εφαρμογή των οποίων ελήφθησαν οι προσβαλλόμενες ατομικές αποφάσεις: με τις γενικές αποφάσεις παραβιάστηκαν το άρθρο 58, παράγραφος 2, και τα άρθρα 1 έως 5, ιδίως το άρδρο 4, στοιχείο 6, της συνθήκης ΕΚΑΧ.
Προς υποστήριξη των προσφυγών 31/82 και 138/82, η προσφεύγουσα επικαλείται ακόμη παράβαση, από τις προσβαλλόμενες ατομικές αποφάσεις, του άρ9ρου 14α της αποφάσεως 1831/81.
Η Επιτροπή υποστηρίζει το αβάσιμο όλων των λόγων και επιχειρημάτων της προσφεύγουσας.
Α — Παράΰαοη των άραρων 58 και Ι έως 5 της οννθήκης ΕΚΑΧ
Η προοφεύγουοα θεωρεί ότι οι γενικές αποφάσεις, επί των οποίων στηρίζονται οι προσβαλλόμενες ατομικές αποφάσεις, αντιβαίνουν σε πολλές διατάξεις της συνθήκης ΕΚΑΧ και στις γενικές αρχές που προκύπτουν απ' αυτές, ιδίως στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
α)
Το άρ9ρο 58, παράγραφος 2, της συνθήκης ΕΚΑΧ επιτρέπει τον καθορισμό ποσοστώσεων, «λαμβανομένων υπόψη των αρχών που ορίζονται στα άρθρα 2, 3 και 4», αρχών οι οποίες διαπνέονται από τη βασική αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Το σύστημα, όμως, των ποσοστώσεων, που θεσπίστηκε με την απόφαση 1831/81 και παρατάθηκε με την απόφαση 1696/82, δημιουργεί σοβαρές ανισότητες εις βάρος των ελληνικών επιχειρήσεων σιδήρου και χάλυβα και, ειδικότερα, εις βάρος της προσφεύγουσας.
Η «περίοδος αναφοράς» που λαμβάνεται υπόψη ανάγεται σε εποχή προ της εντάξεως της Ελλάδας, κατά την οποία ο βαθμός εκμεταλλεύσεως της παραγωγικής ικανότητας των ελληνικών επιχειρήσεων σιδήρου και χάλυβα (35-40 ο/ο) ήταν σημαντικά χαμηλότερος από τον αντίστοιχο των κρατών μελών της ΕΚΑΧ (περίπου 65 ο/ο) ο ιδιαίτερα χαμηλός βαθμός εκμεταλλεύσεως της προσφεύγουσας οφείλεται στο γεγονός ότι οι εγκαταστάσεις της είναι πρόσφατες και ότι υπέστη, από τον Ιούλιο 1980, σοβαρές ζημιές από τους σεισμούς.
Κατά την προ της εντάξεως περίοδο αναφοράς των ετών 1978 μέχρι 1980, οι κοινοτικές χαλυβουργίες δημιούργησαν επαρκή αποθεματικά, ενώ οι ελληνικές επιχειρήσεις, λιγότερο αναπτυγμένες, δεν κάλυπταν ούτε το 50 % των αναγκών της εσωτερικής αγοράς. Συνεπώς, τα αποθεματικά τους θέτουν τις επιχειρήσεις σιδήρου και χάλυβα των άλλων κρατών μελών σε σαφώς πλεονεκτικότερη 9έση και οδηγούν σε άνιση μεταχείριση της ελληνικής χαλυβουργίας.
Διάκριση εις βάρος της ελληνικής χαλυβουργίας δημιουργούν επίσης τα υψηλά έξοδα χρηματοδοτήσεως, τα οποία αντιμετωπίζει η χαλυβουργία αυτή, ενώ οι περισσότερες ευρωπαϊκές χαλυβουργίες απολαύουν σημαντικής κρατικής υποστηρίξεως.
Λόγω των διαφορών των πραγματικών δεδομένων της ελληνικής και της κοινοτικής χαλυβουργίας, κατά την περίοδο αναφοράς, η ομοιόμορφη επιβολή του συστήματος ποσοστώσεων δημιουργεί προφανώς άνιση μεταχείριση και παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου ότι δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη το γεγονός ότι η παραγωγή χάλυβα κατά τη διετία 1979 και 1980 στις χώρες της Κοινότητας ανήλθε σε 140000000 τόνους, ενώ στην Ελλάδα κατά το ίδιο διάστημα δεν υπερέβη το 1000000 τόνους.
6)
Το άρθρο 1 της συνθήκης ΕΚΑΧ προβλέπει τη δημιουργία μιας κοινής αγοράς, στην οποία οι όροι ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων πρέπει να απορρέουν από ανόθευτες συνθήκες παραγωγής. Τόσο, όμως, οι γενικές αποφάσεις όσο και οι προσβαλλόμενες ατομικές αποφάσεις προϋποθέτουν την ύπαρξη των ίδιων συνθηκών παραγωγής για τις ελληνικές και για τις κοινοτικές επιχειρήσεις σιδήρου και χάλυβα. Αγνοούν τελείως τις τεράστιες διαφορές ως προς τη δομή, το στάδιο αναπτύξεως και το βαθμό εκμεταλλεύσεως της παραγωγικής ικανότητας, διαφορές που νοθεύουν τους όρους ανταγωνισμού εις βάρος της ελληνικής χαλυβουργίας.
γ)
Το άρθρο 2, εδάφιο 2, της συνθήκης ΕΚΑΧ υποχρεώνει την Κοινότητα να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις εκείνες που θα εξασφαλίσουν την ορθολογικότερη κατανομή της παραγωγής, στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο παραγωγικότητας. Οι προσβαλλόμενες, όμως, αποφάσεις, επιβάλλοντας ποσοτικούς περιορισμούς στην παραγωγή, οδηγούν στη ματαίωση της παραγωγικής ικανότητας και της αξιοποιήσεως της τεχνολογικής στάθμης της προσφεύγουσας επιχειρήσεως, δεν της επιτρέπουν να παραμείνει ανταγωνιστική, συνεπάγονται αναπόφευκτα μείωση της απασχολήσεως και δημιουργούν θεμελιώδεις διαταραχές στην ελληνική οικονομία, κατά το μέτρο που η χαλυβουργία αποτελεί το σημαντικότερο τομέα της βαριάς βιομηχανίας της χώρας αυτής.
δ)
Κατά παράβαση του άρθρου 3, στοιχεία δ και ζ, της συνθήκης ΕΚΑΧ, οι ποσοστώσεις που επιβλήθηκαν με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις στην παραγωγή των ελληνικών επιχειρήσεων τους αφαιρούν τη δυνατότητα ανελίξεως και βελτιώσεως της παραγωγικής τους ικανότητας, λειτουργούν ως αντικίνητρο για τη βελτίωση των συνθηκών παραγωγής και εισάγουν ευνοϊκό προστατευτικό καθεστώς υπέρ των μεγάλων αντιοικονομικών συγκροτημάτων του βορρά, καταφανώς δε δυσμενές καθεστώς εις βάρος των μικρότερων, αλλά περισσότερο ανταγωνιστικών και ευέλικτων βιομηχανιών.
ε)
Η παραγνώριση, από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, των έκδηλων διαφορών μεταξύ των ελληνικών και των κοινοτικών επιχειρήσεων σιδήρου και χάλυβα ως προς το επίπεδο αναπτύξεως τους και η επιβολή ομοιόμορφου συστήματος ποσοστώσεων οδηγούν, κατά παράβαση του άρθρου 4, στοιχείο 6, της συνθήκης ΕΚΑΧ, σε απαράδεκτη διάκριση μεταξύ παραγωγών που τελούν υπό διαφορετικό καθεστώς λειτουργίας των επιχειρήσεων τους.
ζ)
Το άρθρο 58 της συνθήκης ΕΚΑΧ, παραπέμποντας στο άρθρο 4 αυτής, καθιερώνει το θεμελιώδη χαρακτήρα της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως των χαλυβουργικών επιχειρήσεων που υπάγονται στη δικαιοδοσία της Επιτροπής. Δεδομένου, όμως, ότι η κρίση πλήττει ορισμένες μόνο κατηγορίες προϊόντων, η καθιέρωση ενιαίου ποσοστού μειώσεως, μόνο για τις κατηγορίες αυτές, συνεπάγεται έκδηλη ανομοιομορφία και συνεπώς ανεπίτρεπτη διάκριση μεταξύ παραγωγών. Αυτό δε, διότι επί πολυπαραγωγικών επιχειρήσεων, το ποσοστό μειώσεως της συνολικής τους παραγωγής, θα είναι σημαντικά διάφορο, σε σχέση με τη μείωση της παραγωγής μονοπαραγωγικών ή ολιγοπαραγωγικών επιχειρήσεων ή επιχειρήσεων που παράγουν μόνο τις κατηγορίες των προϊόντων που υπόκεινται σε ποσοστώσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, με τις γενικές αποφάσεις 1831/81/ΕΚΑΧ και 1696/82/ΕΚΑΧ, το σύνολο των χαλυβουργικών προϊόντων κατετάγη σε έξι κατηγορίες, από τις οποίες καθορίστηκαν ενιαία ποσοστά μειώσεως της παραγωγής μόνο ως προς ορισμένα προϊόντα της κατηγορίας Ι και ως προς τις κατηγορίες IV, V και VI. Με την εφαρμογή όμως των ενιαίων ποσοστών μειώσεως κατά ορισμένες μόνο κατηγορίες προϊόντων όλων των επιχειρήσεων, ανεξάρτητα αν αυτές παράγουν τις κατηγορίες αυτές ή και άλλες που δεν έχουν υπαχθεί στο σύστημα ποσοστώσεων, είναι προφανής η άνιση επιχείρηση των επιχειρήσεων. Έτσι, για μια επιχείρηση που παράγει μόνο προϊόντα των κατηγοριών IV και V, η μείωση της συνολικής παραγωγής της θα κυμαίνεται μεταξύ 40 και 50 ο/ο αντίστοιχα. Αντίθετα, μια επιχείρηση που παράγει και τις έξι κατηγορίες προϊόντων 9α υποχρεωθεί να μειώσει τη συνολική παραγωγή της σε ποσοστό σημαντικά μικρότερο. Κατά συνέπεια οι προσβαλλόμενες γενικές αποφάσεις παραβιάζουν ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 58 και 4 της συνθήκης ΕΚΑΧ και την αρχή της ισότητας που αυτά καθιερώνουν, καθόσον οι ανωτέρω αποφάσεις εισάγουν «έκδηλη διάκριση μεταξύ παραγωγών».
Οι προσβαλλόμενες ατομικές αποφάσεις εισάγουν μια τέτοια διάκριση εις βάρος της προσφεύγουσας επιχειρήσεως, η οποία παράγει αποκλειστικά προϊόντα των κατηγοριών IV και V.
Βέβαια, οι γενικές αποφάσεις 533/82 και 1698/82 προβλέπουν για τις ολιγοπαραγω-γικές επιχειρήσεις μείωση κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες των επιβαλλόμενων ποσοστώσεων, για προϊόντα της κατηγορίας V με την ελάττωση όμως αυτή, η οποία είναι εντελώς αυθαίρετη, δεν αποκαθίσταται καθόλου η αρχή της ισότητας στο επιβαλλόμενο σύστημα ποσοστώσεων. Η ισότητα θα μπορούσε να αποκατασταθεί μόνο εφόσον οι επιβαλλόμενες μειώσεις διαρρυθμίζονταν κατά τρόπο ώστε να αντιπροσωπεύουν το αυτό ποσοστό μειώσεως σε σχέση με τη συνολική παραγωγή της κάθε επιχειρήσεως.
Η ίδια η Επιτροπή, στο σκεπτικό της αποφάσεως 1698/82, δέχεται, εμμέσως πλην σαφώς, την εξ αποτελέσματος άνιση μεταχείριση μιας σειράς μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων η παραγωγή των οποίων εξαρτάται κυρίως από τις ράβδους οπλισμού σκυροδέματος για τις οποίες οι πέντε ποσοστιαίες μονάδες, κατά τις οποίες ελαττώνονται οι ποσοστώσεις, δεν οδηγούν με κανένα τρόπο σε σύμμετρη μεταχείριση τους με τα μεγάλα πολυπαραγωγικά συγκροτήματα χάλυβα.
η)
Το άρθρο 5 της συνθήκης ΕΚΑΧ επιβάλλει στην Κοινότητα την υποχρέωση να εξασφαλίζει κανονικούς όρους ανταγωνισμού. Οι προσβαλλόμενες όμως αποφάσεις, επιβάλλοντας ποσοστώσεις στην παραγωγή των ελληνικών χαλυβουργείων, καθιστούν τη λειτουργία τους εκδήλως αντιοικονομική με αποτέλεσμα να μην υφίστανται γι' αυτές κανονικοί όροι ανταγωνισμού.
Η Επιτροπή φρονεί ότι οι αποφάσεις 1831/81 και 1696/82 δεν παραβιάζουν καμιά διάταξη της συνθήκης ΕΚΑΧ ή γενική αρχή του δικαίου σχετική με την εφαρμογή της.
α)
Το σύστημα ποσοστώσεων, όπως προκύπτει από τις γενικές αποφάσεις 1831/81 και 1696/82, είναι καθ'όλα δίκαιο και δεν εισάγει διάκριση. Προβλέπει για όλες τις επιχειρήσεις παραγωγές αναφοράς στις οποίες λαμβάνονται υπόψη όχι μόνο οι καλύτεροι μήνες πραγματικής παραγωγής της περιόδου μεταξύ Ιουλίου 1977 και Ιουνίου 1980, αλλά και όλες τις προσαρμογές που έχουν εγκριθεί υπό το προηγούμενο καθεστώς της αποφάσεως 2794/80. Κάτω από ένα ορισμένο επίπεδο παραγωγής, οι μικρές επιχειρήσεις δεν υπάγονται στο σύστημα των ποσοστώσεων' προσαρμογές των ποσοτήτων αναφοράς και, κατά συνέπεια, του μέρους των ποσοστώσεων που μπορεί να διατεθεί στην κοινή αγορά είναι δυνατές· προσαρμογές είναι, επίσης, δυνατές και στην περίπτωση ορισμένων επιχειρήσεων μεσαίου μεγέθους που αντιμετωπίζουν εξαιρετικές δυσκολίες· η απόφαση 2804/81 καθιστά δυνατό να γίνουν προσαρμογές για τις ελληνικές επιχειρήσεις, αν το σύστημα των ποσοστώσεων προκαλεί σε μια από αυτές έκτακτες δυσχέρειες ικανές να εμποδίσουν την προσαρμογή της στην κατάσταση που δημιουργείται από τη διαρθρωτική εξέλιξη που σημειώνεται στην οικονομία της Ελλάδας.
Ο βαθμός στον οποίο οι ελληνικές επιχειρήσεις εκμεταλλεύονται τις ποσοστώσεις τους αποδεικνύει ότι το σύστημα των ποσοστώσεων δεν συνεπάγεται εις βάρος τους άδικες καταστάσεις ή διακρίσεις.
Το σύστημα των ποσοστώσεων δεν επιβλήθηκε ούτε με σκοπό μια νέα κατανομή του ποσοστού εκμεταλλεύσεως του παραγωγικού δυναμικού των επιχειρήσεων, ούτε για να προσδιοριστεί το καθεστώς των ενισχύσεων προς τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα, αλλά αποκλειστικά για να αποκατασταθεί η ισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζητήσεως.
Όσον αφορά την αρχή της αναλογικότητας, πρέπει να διαπιστωθεί ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις με κανένα τρόπο δεν συνιστούν υπέρμετρη και αφόρητη παρέμβαση, σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, και ότι δεν έχουν επιβάλει δυσανάλογες επιβαρύνσεις σε ορισμένες επιχειρήσεις.
6)
Δύσκολο γίνεται αντιληπτό γιατί η προσφεύγουσα συγχέει τις προσβαλλόμενες αποφάσεις με το άρθρο 1 της συνθήκης ΕΚΑΧ, εκτός αν θεωρεί ότι η διαφορά δομών και επιπέδου αναπτύξεως μεταξύ των ελληνικών επιχειρήσεων και των λοιπών ευρωπαϊκών επιχειρήσεων είναι τέτοια ώστε να μη δικαιολογεί τη συνύπαρξη τους στο πλαίσιο μιας κοινής αγοράς. Η Ελλάδα, όμως, ζήτησε και πέτυχε την προσχώρηση της στην ΕΚΑΧ, της οποίας αποτελεί πλήρες μέλος.
γ)
Η προσφεύγουσα εκκινεί από λανθασμένη ερμηνεία του άρθρου 2 της συνθήκης ΕΚΑΧ, επικαλούμενη κριτήρια καθαρώς εθνικά και περιορίζοντας, έτσι, τη διάταξη αυτή στην Ελλάδα, θεώρηση που είναι τελείως αντίθετη προς το πνεύμα της συνθήκης ΕΚΑΧ. Εξάλλου, δεδομένου ότι υπάρχει έκδηλη κρίση στην κοινοτική χαλυβουργία, οι αποφάσεις 1831/81 και 1696/82 δεν είναι καθόλου ασυμβίβαστες προς το άρθρο 2, εδάφιο 2, της συνθήκης ΕΚΑΧ: σκοπός τους είναι να αποτρέψουν σοβαρότατες οικονομικές και κοινωνικές δυσχέρειες, που θα μπορούσαν να προκύψουν από την ανατροπή της ισορροπίας μεταξύ προσφοράς και ζητήσεως.
δ)
Το άρθρο 3 της συνθήκης ΕΚΑΧ τάσσει όχι λιγότερους από οκτώ διαφορετικούς στόχους, οι οποίοι δεν είναι βέβαιο ότι δύνανται να επιδιωχθούν ταυτοχρόνως όλοι μαζί, σε κάθε περίπτωση και στο σύνολο τους. Επιβάλλεται συγκερασμός μεταξύ των διαφόρων αυτών στόχων, ιδίως σε περίοδο κρίσεως που δικαιολογεί τη λήψη εξαιρετικών μέτρων, τα οποία έχουν χαρακτήρα παρεκκλίσεων από τους συνήθεις κανόνες λειτουργίας της κοινής αγοράς και που θα μπορούσαν να καταλήξουν στη μη επιδίωξη ορισμένων από τους στόχους του άρθρου 3, όπως του στόχου που προβλέπεται στο στοιχείο Β. Στην Επιτροπή εναπόκειται να επιλέγει τους στόχους που κρίνει αναγκαίους για την αντιμετώπιση των υφιστάμενων προβλημάτων. Το γεγονός ότι είναι υποχρεωμένη, δυνάμει του άρθρου 3, να ενεργεί προς το κοινό συμφέρον, δεν σημαίνει ότι πρέπει να ενεργεί λαμβάνοντας υπόψη το συμφέρον όλων ανεξαιρέτως των επιχειρήσεων σταθμίζει τα διάφορα συμφέροντα και αποφεύγει ζημιογόνες συνέπειες κατά το μέρος που της το επιτρέπει η λαμβανόμενη απόφαση. Σύμφωνα μάλιστα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η Επιτροπή μπορεί, όταν το επιβάλλει το γενικό συμφέρον, να κάνει χρήση της αποφασιστικής της εξουσίας σύμφωνα με τις απαιτήσεις των περι-στάσειον, έστω και εις βάρος ορισμένων ιδιωτικών συμφερόντων.
ε)
Οι αιτιάσεις που αναφέρονται στην παράβαση, εις βάρος των ελληνικών επιχειρήσεων και ιδίως της προσφεύγουσας, του άρθρου 4, στοιχείο 6, της συνθήκης ΕΚΑΧ και της απαγορεύσεως των διακρίσεων διαψεύδονται από τα διαθέσιμα ποσοτικά στοιχεία που αφορούν την παραγωγή και τις παραδόσεις τους στην κοινή αγορά: κατά τα τελευταία τρίμηνα, οι τελευταίες παρέμειναν σε επίπεδα αρκετά χαμηλότερα των ποσοστώσεων που τους είχαν χορηγηθεί. Οι αριθμοί αυτοί αποδεικνύουν ότι, στην προκειμένη περίπτωση, όχι μόνο δεν υπάρχει θέμα άνισης μεταχειρίσεως, αλλά ούτε καν υφίσταται η παραμικρή ζημία.
ζ)
Ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται η προσφεύγουσα την ίση μεταχείριση είναι τελείως εσφαλμένος και παραπλανητικός. Η κρίση που αντιμετωπίζει η βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα δεν πλήττει στον ίδιο βαθμό και τις έξι κατηγορίες προϊόντων, οι οποίες επομένως δεν είναι δυνατό να θεωρούνται ως ενιαίο σύνολο. Κάθε κατηγορία πρέπει να αντιμετωπίζεται χωριστά, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες και την εξέλιξη της αγοράς ως προς αυτήν. Για κάθε μια από τις κατηγορίες προϊόντων που προβλέπονται στις γενικές αποφάσεις έχει καθοριστεί ιδιαίτερο ποσοστό μειώσεως, ενώ σε μια από αυτές έχει επιτραπεί αύξηση της παραγωγής. Τα διάφορα αυτά ποσοστά αντανακλούν πιστά τη μη παράλληλη εξέλιξη της αγοράς για τις αντίστοιχες κατηγορίες των προϊόντων που αφορούν: η εφαρμογή ενιαίου ποσοστού μειώσεως για το σύνολο της κοινοτικής παραγωγής σιδήρου και χάλυβα, όχι μόνο δεν θα οδηγούσε σε ίση μεταχείριση των επιχειρήσεων, αλλά θα στερούσε τις γενικές αποφάσεις από κάθε νομική βάση σύμφωνα με το άρθρο 58 της συνθήκης.
Η μείωση των ποσοστών για ορισμένες μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, που ανταποκρίνονται σε ορισμένα κριτήρια, δεν είναι καθόλου αυθαίρετη ούτε αποτελεί ομολογία της Επιτροπής για την άνιση μεταχείριση που υφίστανται οι επιχειρήσεις αυτές.
Άνιση μεταχείριση υπάρχει μόνο όταν επιχειρήσεις που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση υφίστανται διαφορετική μεταχείριση, ενώ στην προκειμένη περίπτωση οι επιχειρήσεις που παράγουν περισσότερες κατηγορίες προϊόντων βρίσκονται, από τη φύση τους, σε διαφορετική θέση και κατάσταση από εκείνες που είναι μονοπα-ραγωγοί, για τις οποίες επιβάλλεται επομένως διαφοροποίηση ως προς τη μεταχείριση. Θα υπήρχε πραγματική διάκριση μεταξύ των παραγωγών, αν οι διαφορετικές καταστάσεις αντιμετωπίζονταν κατά τον ίδιο τρόπο.
Ίση μεταχείριση σημαίνει κατανομή των αναγκαίων, λόγω της κρίσεως, μειώσεων της παραγωγής σύμφωνα με κριτήρια που έχουν επιλεγεί για όλους με βάση αντικειμενικά δεδομένα και προς εξυπηρέτηση του ίδιου κοινού σκοπού.
η)
Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί παραβάσεως του άρθρου 5 της συνθήκης ΕΚΑΧ, σημειώνεται ότι η παράγραφος 2 του άρθρου 58 παραπέμπει μόνο στις αρχές που διατυπώνονται στα άρθρα 2, 3 και 4 και ότι, εξάλλου, θα ήταν υπερβολικός ο ισχυρισμός ότι η παρέμβαση της Επιτροπής δεν πρέπει να προκαλέσει καμιά μεταβολή στην ανταγωνιστική θέση μιας επιχειρήσεως.
Β — Παράοαοη τον άρθρον 14α της γενικής αποφάοεως 1831/81
Η προοφενγουοα επικαλείται, προς υποστήριξη των προσφυγών της 31/82 και 138/82, ότι με τις προσβαλλόμενες από τις προσφυγές αυτές ατομικές αποφάσεις συντελέστηκε παράβαση του άρθρου 14α της γενικής αποφάσεως 1831/81, όπως τροποποιήθηκε με τις γενικές αποφάσεις 1832/81 και 2804/81.
Το άρθρο 14α της αποφάσεως 1831/81 προβλέπει κατάλληλη τροποποίηση των παραγωγών αναφοράς για τα προϊόντα επιχειρήσεως της οποίας οι εγκαταστάσεις βρίσκονται στην Ελλάδα, εφόσον διαπιστωθεί ότι το σύστημα των ποσοστώσεων της προκαλεί έκτακτες δυσχέρειες, τέτοιες ώστε να εμποδίζουν την προσαρμογή της στην κατάσταση που δημιουργείται από τη διαρθρωτική εξέλιξη η οποία σημειώνεται στην οικονομία της χώρας. Στο μέρος του αιτιολογικού της αποφάσεως 2804/81 που αφορά τη διάταξη αυτή εκτίθεται η αδυναμία εφαρμογής στην Ελλάδα, κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, κάθε συστήματος ποσοστώσεων, διότι το τελευταίο θα μπορούσε να παρεμποδίσει τη βιομηχανική ανάπτυξη της Ελλάδας και την προσέγγιση της στο επίπεδο αναπτύξεως των άλλων κρατών μελών.
Πάντως, το άρθρο 14α της αποφάσεως 1831/81 υποχρεώνει την Επιτροπή να καθορίζει, με ατομικές αποφάσεις που λαμβάνονται κατά περίπτωση και αφορούν τις επιχειρήσεις σιδήρου και χάλυβα που λειτουργούν στην Ελλάδα, ποσοστώσεις κατά τέτοιο τρόπο ώστε η παραγωγή τους να μη υπολείπεται του βαθμού εκμεταλλεύσεως της παραγωγικής ικανότητας των κοινοτικών επιχειρήσεων σιδήρου και χάλυβα' η ερμηνεία αυτή υπαγορεύεται, άλλωστε, και από τις διατάξεις του άρθρου 2 της συνθήκης ΕΚΑΧ, η οποία επιβάλλει το σεβασμό της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως των κοινοτικών επιχειρήσεων.
Ενώ, όμως, ο μέσος βαθμός εκμεταλλεύσεως των ικανοτήτων παραγωγής των κοινοτικών επιχειρήσεων σιδήρου και χάλυβα ήταν, κατά το 1981, 63 % οι προσβαλλόμενες αποφάσεις επιτρέπουν στην προσφεύγουσα ένα ανώτατο βαθμό εκμεταλλεύσεως των ικανοτήτων παραγωγής της τάξεως του 54 ο/ο.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι από κανένα νομοθετικό κείμενο ή γενική αρχή του δικαίου δεν προκύπτει η υποχρέωση απαλλαγής των ελληνικών επιχειρήσεων από την εφαρμογή του άρθρου 58 της συνθήκης ΕΚΑΧ. Ειδικότερα, η προσθήκη, με την απόφαση 2804/81, του άρθρου 14α στην απόφαση 1831/81 με κανένα τρόπο δεν σημαίνει εκπλήρωση υποχρεώσεως που να προκύπτει από την πράξη προσχωρήσεως: το άρθρο 14α δεν παρέχει στην ελληνική βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα στο σύνολο της γενικά απαλλαγή από το σύστημα των ποσοστώσεων παρέχει απλώς τη δυνατότητα τροποποιήσεως των ποσοστώσεων για μια επιχείρηση και για συγκεκριμένα προϊόντα.
Εξάλλου, παρατηρείται ότι ο βαθμός εκμεταλλεύσεως της ικανότητας παραγωγής των επιχειρήσεων σιδήρου και χάλυβα δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των κριτηρίων που προβλέπει η απόφαση 1831/81 για τον καθορισμό των ποσοστώσεων το άρθρο 14α δεν προβλέπει επίσης την υποχρέωση να ληφθεί υπόψη το κριτήριο αυτό για ενδεχόμενη προσαρμογή τους. Το κριτήριο, όμως, του βαθμού εκμεταλλεύσεως της παραγωγικής δυναμικότητας συνδέεται με το κριτήριο της ικανότητας παραγωγής. Το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει με τη νομολογία του ότι το κριτήριο που αναφέρεται στην πραγματική παραγωγή των επιχειρήσεων, το οποίο έχει επιλέξει η Επιτροπή, αποτελεί εύλογη βάση κατά την έννοια του άρθρου 58, παράγραφος 2, της συνθήκης ΕΚΑΧ.
V — Προφορική διαδικασία
Κατά τη συνεδρίαση της 6ης Οκτωβρίου 1983, αγόρευσαν η προσφεύγουσα εταιρεία, εκπροσωπούμενη από τους δικηγόρους Σταμούλη και Αρβανίτη και η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους Γιαταγάνα και Κρεμλή.
Η προσφεύγουσα υποστήριξε κυρίως ότι είναι θύμα δυσμενούς διακρίσεως διότι, αφενός μεν, ως επιχείρηση που παράγει μόνο προϊόντα των δύο κατηγοριών, θίγεται περισσότερο από το σύστημα των ποσοστώσεων απ' ό,τι οι επιχειρήσεις που παράγουν όλες τις κατηγορίες προϊόντων, αφετέρου δε, οι ελληνικές επιχειρήσεις πλήττονται από το γεγονός ότι η περίοδος τους αναφοράς ανάγεται σε περίοδο προγενέστερη από την προσχώρηση της Ελλάδας στις Κοινότητες.
Η Επιτροπή προέβαλε, κυρίως, την έλλειψη συμφέροντος ασκήσεως των προσφυγών, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα δεν εξάντλησε τις ποσοστώσεις της, αμφισβήτησε την ύπαρξη δυσμενών διακρίσεων και επικαλέστηκε, κατά των επιχειρημάτων που αντλήθηκαν από το άρθρο 14α της γενικής αποφάσεως 1831/81, την πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 17ης Νοεμβρίου 1983.
Σκεπτικό
1
Με τρία δικόγραφα που κατατέθηκαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18 Ιανουαρίου, 30 Απριλίου και 11 Αυγούστου 1982 η Μεταλλουργική Χάλυψ ΑΕ, ανώνυμη εταιρεία ελληνικού δικαίου με έδρα την Αθήνα, άσκησε προσφυγές επιδιώκοντας ακύρωση των ατομικών αποφάσεων με τις οποίες η Επιτροπή καθόρισε για την προσφεύγουσα επιχείρηση τις παραγωγές και ποσότητες αναφοράς κατά προϊόντα, τις ποσοστώσεις παραγωγής και το μέρος των ποσοστώσεων που επιτρέπεται να παραδοθεί μέσα στην κοινή αγορά όσον αφορά, αντίστοιχα, τα προϊόντα ελάσεως της κατηγορίας V (χαλύβδινοι ράβδοι οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής) για το τέταρτο τρίμηνο του 1981 και το πρώτο τρίμηνο του 1982 (υπόθεση 31/82) και για το δεύτερο τρίμηνο του 1982 (υπόθεση 138/82), όσον αφορά τα προϊόντα των κατηγοριών IV (χονδρόσυρμα σε κουλούρες) και V για το τρίτο τρίμηνο του 1982 (υπόθεση 204/82), αποφάσεων ατομικών που εκδόθηκαν βάσει της γενικής απόφασης 1831/81 της Επιτροπής, της 24ης Ιουνίου 1981 (ΕΕ L 180 σ. 1), όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, ιδίως με την απόφαση 2804/81 ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 23ης Σεπτεμβρίου 1981 (ΕΕ L 180 σ. 1), όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, ιδίως με την απόφαση 2804/81 ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 23ης Σεπτεμβρίου 1981 (ΕΕ L 278, σ. 1) και, όσον αφορά την τελευταία προσφυγή, βάσει της απόφασης 1696/82 της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 1982 (ΕΕ L 191, σ. 1).
2
Προς στήριξη των διαδοχικών αιτήσεων της, η προσφεύγουσα προβάλλει σειρά λόγων που αναφέρονται σε παράβαση των μεταβατικών διατάξεων της πράξης προσχωρήσεως, παράβαση του άρθρου 58 και των αρχών της συνθήκης ΕΚΑΧ, κατάδηλη κατάχρηση εξουσίας, ανεπαρκή αιτιολογία και παράβαση του άρθρου 14 της απόφασης 1831/81, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2804/81.
3
Μετά την απόφαση που εκδόθηκε μεταξύ των ίδιων διαδίκων, στις 9 Δεκεμβρίου 1982, στην υπόθεση 258/81 (η οποία δεν έχει ακόμα δημοσιευτεί στη Συλλογή), η προσφεύγουσα περιορίστηκε σε δύο μόνο λόγους, δηλαδή αφενός μεν, σ' ένα από τους ισχυρισμούς που ανέπτυξε στο πλαίσιο του λόγου της του σχετικού με παράβαση του άρθρου 58 και των αρχών της συνθήκης ΕΚΑΧ, αφετέρου δε, στην παράβαση του άρθρου 14α της αποφάσεως 1831/81.
Επί της παραβάσεως του άρθρου 58 και των αρχών της συνθήκης ΕΚΑΧ
4
Η προσφεύγουσα αναπτύσσει σχετικά δύο ειδών ισχυρισμούς. Πρώτον, ισχυρίζεται ότι η επέκταση, στις ελληνικές επιχειρήσεις σιδήρου και χάλυβα, των γενικών αποφάσεων της Επιτροπής περί θεσπίσεως συστήματος ποσοστώσεων παραγωγής συνεπάγεται δυσμενείς διακρίσεις λόγω των διαφορών δομής, επιπέδου αναπτύξεως και βαθμού εκμεταλλεύσεως των ικανοτήτων παραγωγής που υπάρχουν ανάμεσα σ' αυτές τις επιχειρήσεις και τις επιχειρήσεις της παλαιάς Κοινότητας.
5
Δεύτερον, αναπτύσσει ότι η εφαρμογή των γενικών αποφάσεων της Επιτροπής συνεπάγεται ειδικότερη εις βάρος της διάκριση, λόγω του ότι η παραγωγή της είναι συγκεντρωμένη στις δύο κατηγορίες προϊόντων σιδήρου και χάλυβα — το χονδρόσυρμα της κατηγορίας IV και τις ράβδους οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής της κατηγορίας V — για τις οποίες οι περιορισμοί της παραγωγής είναι οι πιο αυστηροί. Αντίθετα, για τις επιχειρήσεις που έχουν ευρύτερο φάσμα παραγωγής, ο μέσος περιορισμός της παραγωγής είναι λιγότερο σημαντικός, ενόψει του ότι ορισμένα είδη παραγωγής εξαιρούνται πλήρως από το σύστημα ποσοστώσεων και σε άλλα επιβάλλονται λιγότερο αισθητοί περιορισμοί.
6
Ως προς το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού, πρέπει να υπομνηστεί η ήδη αναφερθείσα απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 1982, καθώς και μια προγενέστερη απόφαση, της 16ης Φεβρουαρίου 1982 (Χαλυβουργική και Ελληνική Χαλυβουργία, 39, 43, 85 και 88/81, Συλλογή σ. 593), στις οποίες το Δικαστήριο παραθέτει τους νομικούς λόγους που δικαιολογούν την επέκταση στις ελληνικές επιχειρήσεις του συνόλου των διατάξεων που θέσπισε η Επιτροπή, δυνάμει του άρθρου 58 της συνθήκης ΕΚΑΧ, από τότε που τέθηκε σε ισχύ η πράξη προσχωρήσεως.
7
Χωρίς να αναθεωρεί όσα είχε εκθέσει στις αποφάσεις εκείνες, το Δικαστήριο, ενόψει των ισχυρισμών που προβάλλει η προσφεύγουσα στην παρούσα υπόθεση, κρίνει ότι πρέπει να τονιστούν ιδιαίτερα τα ακόλουθα σημεία.
8
Μολονότι οι πολιτικές αρχές της Κοινότητας μπορούν να λαμβάνουν υπόψη λόγους οικονομικής πολιτικής, σαν αυτούς που ανέπτυξε η προσφεύγουσα, κατά την άσκηση των εξουσιών που τους παρέχει το άρθρο 58 της συνθήκης, για τη λύση ορισμένων ειδικών προβλημάτων της ελληνικής βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα, εντούτοις, τέτοιου είδους απόψεις δεν μπορούν να κλονίσουν τη νομική ισχύ διατάξεων που θέσπισε η Επιτροπή, έναντι της προσφεύγουσας, δυνάμει των ισχυουσών γενικών αποφάσεων.
9
Με το νέο άρθρο 14α, που πρόσθεσε η Επιτροπή στην απόφαση 1831/81, αναγνωρίζεται ότι μπορούν να ανακύψουν ειδικότερες δυσκολίες για τις επιχειρήσεις που έχουν τις εγκαταστάσεις τους στην Ελλάδα. Ωστόσο, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η διάταξη αυτή μπορεί να εφαρμοστεί μόνο σε συγκεκριμένες επιχειρήσεις, ανάλογα με την κατάσταση καθεμιάς.
10
Ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας ότι η εφαρμογή του συστήματος ποσοστώσεων στις ελληνικές επιχειρήσεις συνεπάγεται δυσμενή διάκριση εις βάρος τους, σε σύγκριση με τις επιχειρήσεις σιδήρου και χάλυβα της παλαιάς Κοινότητας, υποδηλώνει παραγνώριση, εκ μέρους της, της πραγματικής σημασίας των μέτρων που λαμβάνονται δυνάμει του άρθρου 58.
11
Όπως επανειλημμένα έχει υπογραμμίσει το Δικαστήριο, σκοπός της θεσπίσεως του συστήματος ποσοστώσεων είναι η ισόμετρη κατανομή, μεταξύ όλων των επιχειρήσεων της Κοινότητας, των αναπόφευκτων θυσιών που συνεπάγεται η κρίση στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα, που χαρακτηρίζεται από μείωση της ζήτησης και πτώση του επιπέδου τιμών. Οι συνέπειες αυτής της κρίσης πλήττουν όλες τις επιχειρήσεις, άσχετα από τη γεωγραφική τους θέση και το στάδιο αναπτύξεως καθεμιάς. Τα προβλήματα που συνδέονται με τη δομή, το επίπεδο αναπτύξεως και το βαθμό εκμεταλλεύσεως των ικανοτήτων παραγωγής, τα οποία αναφέρει η προσφεύγουσα, δεν είναι ούτε μόνο δικά της ούτε μόνο των ελληνικών επιχειρήσεων προβλήματα, αλλά υφίστανται, επίσης, και σε πολλές άλλες επιχειρήσεις μέσα στην όλη Κοινότητα.
12
Πρέπει, επιπλέον, να παρατηρηθεί ότι ο σκοπός των αποφάσεων που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 58 δεν είναι, όπως φαίνεται να υποστηρίζει η προσφεύγουσα, η επίλυση των προβλημάτων που μπορούν να προκύψουν από τις διαφορές δομής ή ανάπτυξης των επιχειρήσεων, αλλά η ισόμετρη κατανομή των θυσιών που επιβάλλει ο αγώνας κατά της κρίσεως του τομέα της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα, ανεξάρτητα, άλλωστε, από την κατάσταση καθεμιάς. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δυσμενής διάκριση το γεγονός ότι η Επιτροπή εφάρμοσε στην προσφεύγουσα κανόνες που έχουν θεσπιστεί για την επίλυση ενός προβλήματος που αφορά εξίσου τις επιχειρήσεις της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα όλων των κρατών μελών, άσχετα από τη γεωγραφική τους θέση.
13
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το πρώτο σκέλος του λόγου πρέπει να απορριφθεί.
14
Ως προς το δεύτερο σκέλος πρέπει να παρατηρηθεί, όπως ορθά εξέθεσε η Επιτροπή, ότι η διαφοροποίηση των περιορισμών παραγωγής, ανάλογα με τις διάφορες κατηγορίες που καθόρισαν οι διαδοχικές γενικές αποφάσεις, δικαιολογείται από το γεγονός ότι η κρίση πλήττει με άνισο τρόπο τους διάφορους τύπους παραγόμενων προϊόντων. Αν ληφθεί υπόψη η αρχή της οικονομίας στα μέσα που καθιερώνει το άρθρο 5, εδάφιο 1, της συνθήκης ΕΚΑΧ, σύμφωνα με το οποίο «η Κοινότης εκπληρώνει την αποστολή της, σύμφωνα με τους όρους τους προβλεπόμενους στην παρούσα συνθήκη, με περιορισμένες παρεμβάσεις», η Επιτροπή δικαιολογημένα προσάρμοσε τις παρεμβάσεις της, στις διάφορες κατηγορίες προϊόντων, σ' αυτό που έκρινε απαραίτητο για την αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ παραγωγής και ζήτησης.
15
Το γεγονός ότι η προσφεύγουσα υποβλήθηκε έτσι σε περιορισμούς κάπως αυστηρότερους, λόγω του ότι έχει συγκεντρώσει τη δραστηριότητα της σε προϊόντα που έχουν ιδιαίτερα πληγεί από την κρίση, σε σύγκριση με επιχειρήσεις που η παραγωγή τους είναι περισσότερο διαφοροποιημένη ή προσανατολισμένη προς προϊόντα που έχουν πληγεί λιγότερο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δυσμενής διάκριση που βαρύνει την Κοινότητα.
16
Κατά συνέπεια, και το δεύτερο σκέλος του λόγου πρέπει να απορριφθεί.
Επί της παραβάσεως του άρθρου 14α της γενικής αποφάσεως 1831/81
17
Η έννοια του προβαλλόμενου λόγου, αναφορικά με παράβαση του άρθρου 14α της αποφάσεως 1831/81, δεν είναι σαφής. Πράγματι, όπως προκύπτει από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, η προσφεύγουσα επωφελήθηκε όντως από τα ευεργετήματα που επιφυλάσσει η διάταξη αυτή στις ελληνικές επιχειρήσεις. Δεν παραπονείται ότι το άρθρο 14α δεν εφαρμόστηκε ορθά στην περίπτωση της, αλλά επικρίνει το ότι η Επιτροπή δεν του έδωσε ευρύτερο περιεχόμενο, έτσι ώστε να εξασφαλίζει σε όλες τις ελληνικές επιχειρήσεις βαθμό εκμεταλλεύσεως της ικανότητας παραγωγής τους ίσο με το μέσο βαθμό εκμεταλλεύσεως των άλλων επιχειρήσεων σιδήρου και χάλυβα της Κοινότητας. Ισχυρίζεται, σχετικά, ότι ο βαθμός αυτός ήταν, κατά την υπό κρίση περίοδο, 63 % ενώ οι επίδικες αποφάσεις επέτρεψαν στην προσφεύγουσα ως μέγιστο βαθμό εκμεταλλεύσεως της ικανότητας παραγωγής της μόνο 54 ο/ο.
18
Στην επιχειρηματολογία αυτί] πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι δεν υπάρχει τίποτα μέσα στο σύστημα του άρ9ρου 58 ή της πράξεως προσχωρήσεως που να επιβάλλει υποχρέωση στην Επιτροπή να Θεσπίσει γενική διάταξη υπέρ των ελληνικών επιχειρήσεων του είδους που επιθυμεί η προσφεύγουσα. Η Θέσπιση και η διαμόρφωση της ειδικής ρήτρας επιεικείας υπέρ των ελληνικών επιχειρήσεων ανάγεται στην πολιτική διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής, η δε προσφεύγουσα δεν προέβαλε κανένα λόγο που να επιτρέπει τη συναγωγή συμπεράσματος ότι η Επιτροπή άσκησε την εξουσία της αυτί] κατά τρόπο παράνομο.
19
Ως προς το κριτήριο που προτείνει η προσφεύγουσα, τη διασφάλιση, δηλαδή, ενός ελάχιστου βαθμού εκμεταλλεύσεως των δυνατοτήτων των εγκαταστάσεων, πρέπει να γίνει παραπομπή στην πάγια νομολογία του Δικαστηρίου που έχει σταθεροποιηθεί προς την έννοια ότι η προσφυγή σε ένα τέτοιο κριτήριο δεν θα επέτρεπε την επίτευξη του στόχου του άρθρου 58 της συνθήκης (βλ., πρόσφατα, απόφαση της 11ης Μαΐου 1983, Klöckner, 244/81, Συλλογή 1983, σ. 1451).
20
Ας σημειωθεί, τέλος, ότι είναι θεωρητική όλη αυτή η συζήτηση, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που προσκόμισε η Επιτροπή, κατά την υπό κρίση περίοδο, η προσφεύγουσα δεν πέτυχε να εξαντλήσει τις ποσοστώσεις παραγωγής που της είχαν χορηγηθεί.
21
Κατά συνέπεια, και αυτός ο λόγος πρέπει να απορριφθεί.
22
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της.
Επί των δικαστικών εξόδων
23
Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα.
24
Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα εταιρεία ηττήθη, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
κρίνει και αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Bahlmann
Pescatore
Due
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο, στις 15 Δεκεμβρίου
Κατ' εντολή του γραμματέα
H. A. Rühl
Κύριος υπάλληλος διοικήσεως
Ο πρόεδρος του δεύτερου τμήματος
K. Bahlmann
Full & Egal Universal Law Academy