Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Μεταφορές — Οδικές μεταφορές — Κόμιστρα — Αμφιοριακά κόμιστρα — Καθορισμός στά νομίσματα τών ενδιαφερομένων κρατών μελών — Διακυμάνσεις τής τιμής συναλλάγματος — Υποχρέωση τών κρατών μελών νά αναπροσαρμόζουν τά κόμιστρα — Έκταση — Εξουσία εκτιμήσεως τών κρατών μελών υπό τόν έλεγχο τών εθνικών δικαστηρίων
( Συνθήκη ΕΟΚ , άρθρο 177· κανονισμός ( ΕΟΚ ) 1174/68 τού Συμβουλίου )
Περίληψη
Όταν , στό πλαίσιο συστήματος αμφιοριακών κομίστρων , οπως τό θεσπισθέν από τόν κανονισμό ( ΕΟΚ ) 1174/68 , τά κόμιστρα έχουν καθορισθεί , κοινή συναινέσει δύο κρατών μελών πού ενδιαφέρονται άμεσα γιά ορισμένη σχέση μεταφοράς , ταυτόχρονα στά δύο αντίστοιχα εθνικά νομίσματα , τά κράτη αυτά υποχρεούνται , σέ περίπτωση μεταβολής τών ισοτιμιών μεταξύ τών νομισμάτων τους , νά επιδιώξουν αναπροσαρμογή τών κομίστρων κατά τήν προβλεπομένη διαδικασία , εφ’ οσον η μεταβολή τής ισοτιμίας έχει ως αποτέλεσμα νά επηρεάζονται οι σχέσεις ανταγωνισμού μεταξύ τών μεταφορέων κατά τρόπο πού αντιβαίνει στόν επιδιωκόμενο από τόν κανονισμό σκοπό .
Η έκταση τής υποχρεώσεως αυτής πρέπει πάντως νά λαμβάνεται υπό τήν έννοια οτι η αναπροσαρμογή τών αμφιοριακών κομίστρων πρός τίς μεταβολές τών νομισματικών ισοτιμιών δέν δύναται νά χωρεί αυτοδικαίως υπό ενα σύστημα κυμαινομένων τιμών συναλλάγματος . Δεδομένου οτι τό νά λαμβάνονται υπ’ όψη οι συχνές καί κατά κανόνα ελαφρές διακυμάνσεις πού χαρακτηρίζουν τό σύστημα αυτό θά ηταν ασυμβίβαστο πρός τήν απαιτουμένη ελαχίστη σταθερότητα τών κομίστρων , πρέπει νά αναγνωρισθεί στά κράτη μέλη τό αναγκαίο περιθώριο εκτιμήσεως κατά τήν εκτέλεση τής υποχρεώσεως αναπροσαρμογής πού υπέχουν εκ τού κανονισμού 1174/68 , υπό τήν έννοια οτι μία τέτοια αναπροσαρμογή δέν απαιτείται παρά μόνο σέ περίπτωση αισθητής αλλοιώσεως τών ορων τού ανταγωνισμού .
Εναπόκειται στό εθνικό δικαστήριο νά διαγνώσει άν , υπό τήν επιφύλαξη τού προαναφερθέντος περιθωρίου εκτιμήσεως , τό οικείο κράτος μέλος ετήρησε τήν υποχρέωση αναπροσαρμογής τών κομίστρων πρός τίς διακυμάνσεις τής τιμής συναλλάγματος , νά συναγάγει δέ ενδεχομένως τίς συνέπειες τών διαγνώσεών του γιά τίς ποινικές διώξεις τών οποίων επελήφθη .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 32/82 ,
πού έχει ως αντικείμενο αίτηση τού Rechtbank van eerste aanleg τής Γάνδης πρός τό Δικαστήριο , κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , μέ τήν οποία ζητείται , στό πλαίσιο τής ποινικής δίκης πού εκκρεμεί ενώπιον τού αιτούντος δικαστηρίου κατά
PETRUS SUYS , διευθύνοντος συμβούλου εταιρίας , διαμένοντος στήν Γάνδη ( Gentbrugge ),
NV ALTRA , επιχειρήσεως μεταφορών , εδρευούσης στήν Γάνδη ( Gentbrugge ),
LUDOVICUS VAN DE WEYER , υπαλλήλου , διαμένοντος στό Stabroek ,
NV TRANSMARCOM , επιχειρήσεως μεταφορών , εδρευούσης στήν Αμβέρσα ,
JOZEF GULDENTORS , διαχειριστού επιχειρήσεως μεταφορών , διαμένοντος στό Wervik ,
PVBA CORDITRANS , επιχειρήσεως μεταφορών , εδρευούσης στό Wervik ,
JAN FLOUR , πολιτικού μηχανικού , διαμένοντος στό Asse ,
NV TRANSLEV , επιχειρήσεως μεταφορών , εδρευούσης στήν Αμβέρσα ,
YVES RADERMECKER , εμποροϋπαλλήλου , διαμένοντος στίς Βρυξέλλες ,
NV CFI , εταιρίας μεταφορών , εδρευούσης στίς Βρυξέλλες ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως πρός τό κύρος καί τήν ερμηνεία τού κανονισμού 1174/68 τού Συμβουλίου , τής 30ής Ιουλίου 1968 , περί καθιερώσεως συστήματος αμφιοριακών κομίστρων γιά τίς οδικές εμπορευματικές μεταφορές μεταξύ τών κρατών μελών ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ απόφαση τής 8ης Μα ΐου 1981 , πού περιήλθε στό Δικαστήριο στίς 18 Ιανουαρίου 1982 , τό Rechtbank van eerste aanleg τής Γάνδης , δικάζοντας κατ’ έφεση υπέβαλε , δυνάμει τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , τρία προδικαστικά ερωτήματα ως πρός τό κύρος καί τήν ερμηνεία τού κανονισμού 1174/68 , τού Συμβουλίου , τής 30ής Ιουλίου 1968 , περί καθιερώσεως συστήματος αμφιοριακών κομίστρων γιά τίς οδικές εμπορευματικές μεταφορές μεταξύ τών κρατών μελών ( PB L 194 , σ . 1 ), οπως ετροποποιήθη από τόν κανονισμό 293/70 τού Συμβουλίου τής 16ης Φεβρουαρίου 1970 ( PB L 40 , σ . 1 ).
2Όπως προκύπτει από τόν φάκελο , τά ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στό πλαίσιο ποινικής διώξεως κατά περισσοτέρων βέλγων μεταφορέων , στούς οποίους προσάπτεται οτι , κατά τόν καθορισμό τών τιμών τους γιά μεταφορές πού επραγμα τοποίησαν μεταξύ Γαλλίας καί Βελγίου κατά τόν Ιανουάριο τού 1979 , δέν ετήρησαν τίς διατάξεις τού βασιλικού διατάγματος τής 17ης Νοεμβρίου 1971 , περί καθορισμού τού κομίστρου γιά τήν οδική επ’ αμοιβή μεταφορά εμπορευμάτων μεταξύ τού βασιλείου τού Βελγίου καί τής Γαλλικής Δημοκρατίας ( Moniteur belge , σ . 14413 ), εκδοθέντος κατ’ εφαρμογή τού κανονισμού 1174/68 , βάσει τού νόμου τής 1ης Αυγούστου 1960 , περί τής μεταφοράς πραγμάτων επ’ αμοιβή μέ αυτοκίνητα οχήματα ( Moniteur belge , σ . 6101 ) καί τού νόμου τής 18ης Φεβρουαρίου 1969 , περί τών μέτρων εκτελέσεως τών διεθνών συνθηκών καί πράξεων στόν τομέα τών μεταφορών ( Moniteur belge , σ . 2988 ) — εφ’ εξής «η βελγική νομοθεσία» .
Επί τής εφαρμοστέας νομοθεσίας
3Ο κανονισμός 1174/68 , εκδοθείς δυνάμει τού άρθρου 75 τής συνθήκης ΕΟΚ , υποβάλλει τίς οδικές μεταφορές εμπορευμάτων μεταξύ τών κρατών μελών , κατά τούς ορους τού άρθρου του 1 , σέ «σύστημα υποχρεωτικών αμφιοριακών κομίστρων» . Κατά τά άρθρα 2 καί 3 , τά κόμιστρα αυτά ορίζονται μέ αφετηρία μία τιμή βάσεως , η οποία καθορίζεται αφού ληφθούν υπ’ όψη αφ’ ενός μέν ο μέσος ορος τών εξόδων τών αντιστοίχων μεταφορών , συμπεριλαμβανομένων τών εμπορικών εξόδων , πού υπολογίζεται οτι έχουν οι επιχειρήσεις μέ καλή διαχείριση υπό ομαλές συνθήκες αξιοποιήσεως τής μεταφορικής τους ικανότητος , αφ’ ετέρου δέ οι συνθήκες τής αγοράς , καί κατά τρόπο ωστε νά καθίσταται δυνατή γιά τούς μεταφορείς η επίτευξη ευλόγου κέρδους· μέ τά αμφιοριακά κόμιστρα πού προκύπτουν από αυτή τήν τιμή βάσεως καθορίζεται ενα ανώτατο καί ενα κατώτατο οριο , τά οποία απέχουν μεταξύ τους κατά 23 % . Η τιμή μιάς συγκεκριμένης μεταφοράς δύναται νά προσδιορίζεται ελευθέρως μεταξύ τού ανωτάτου καί τού κατωτάτου ορίου τού αντιστοίχου αμφιοριακού κομίστρου .
4Από τήν πέμπτη αιτιολογική σκέψη τού κανονισμού προκύπτει οτι σκοπός τού μέν ανωτάτου ορίου τών αμφιοριακών κομίστρων ειναι η αποφυγή τής καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως δεσποζούσης θέσεως , τού δέ κατωτάτου ορίου η αποφυγή τού καταστρεπτικού ανταγωνισμού .
5Κατά τό άρθρο 4 , τά κόμιστρα καθορίζονται ή τροποποιούνται μέ κοινή συμφωνία τών αμέσως ενδιαφερομένων κρατών μελών κατόπιν διαπραγματεύσεων καί μέ τήν συνδρομή τής Επιτροπής . Άν οι διαπραγματεύσεις αυτές δέν καταλήξουν σέ συμφωνία , τής διαφοράς επιλαμβάνεται η Επιτροπή , η οποία λαμβάνει απόφαση , πού ειναι εκτελεστή έναντι τών κρατών μελών , εκτός άν τό ζήτημα παραπεμφθεί στό Συμβούλιο κατά τούς ορους τής παραγράφου 2 τού ιδίου άρθρου .
6Κατά τό άρθρο 6 , τά αμφιοριακά κόμιστρα δημοσιεύονται σέ επίσημη εφημερίδα στά ενδιαφερόμενα κράτη μέλη , σύμφωνα δέ μέ τό άρθρο 12 , τά κράτη μέλη υποχρεούνται νά θεσπίζουν τίς νομοθετικές , κανονιστικές καί διοικητικές διατάξεις πού ειναι αναγκαίες γιά τήν εφαρμογή τού κανονισμού , περιλαμβανομένων τών καταλλήλων μέτρων ελέγχου , καθώς επίσης καί νά προβλέπουν τίς κυρώσεις τής παραβάσεως τους .
7Τά αμφιοριακά κόμιστρα πού έχουν εφαρμογή στίς σχέσεις μεταξύ τού Βελγίου καί τής Γαλλίας καθορίσθησαν , σύμφωνα μέ τίς διατάξεις τού κανονισμού 1174/68 , μέ συμφωνία μεταξύ τών δύο ενδιαφερομένων κρατών μελών , ετέθησαν δέ σέ ισχύ στό Βέλγιο μέ τό βασιλικό διάταγμα τής 17ης Νοεμβρίου 1971 . Κατά τό άρθρο 6 , παράγραφος 3 , τού διατάγματος αυτού , η τιμή μεταφοράς δύναται νά προσδιορίζεται ελευθέρως από τά συμβαλλόμενα μέρη εντός τών περιθωρίων τού αμφιοριακού ορίου , βάσει τών τιμοκαταλόγων πού καθορίσθησαν από τό ίδιο διάταγμα . Κατά τήν παράγραφο 4 , η τιμή μεταφοράς εκφράζεται σέ βελγικά φράγκα ( BFR ) ή σέ γαλλικά φράγκα ( FF ). Η τιμή συναλλάγματος στήν οποία εβασίσθη ο προσδιορισμός τών ποσών πού εμφαίνονται στούς τιμοκαταλόγους , ηταν 1 FF πρός 9 BFR , δέν προεβλέφθη ομως καμμία αναπροσαρμογή σέ περίπτωση μεταβολής τών τιμών συναλλάγματος .
8Οι τιμές πού καθορίσθησαν μέ τό προαναφερθέν διάταγμα ηυξήθησαν κατά 15 % μέ τό βασιλικό διάταγμα τής 11ης Οκτωβρίου 1978 ( Moniteur belge , σ . 13536 ). Πρέπει νά σημειωθεί οτι η τιμή συναλλάγματος 1 FF πρός 9 BFR ετροποποιήθη σέ χρόνο μεταγενέστερο τών πραγματικών περιστατικών τής υποθέσεως , μέ τό βασιλικό διάταγμα τής 3ης Οκτωβρίου 1979 ( Moniteur belge , σ . 12126 ).
9Ο κανονισμός 1174/68 αντικατεστάθη , μετά τήν διεύρυνση τής Κοινότητος , από τόν κανονισμό 2831/77 τού Συμβουλίου , τής 12ης Δεκεμβρίου 1977 , περί καθορισμού τών κομίστρων γιά τίς οδικές εμπορευματικές μεταφορές μεταξύ τών κρατών μελών ( ΕΕ ειδ . έκδ . 07/002 , σ . 44 ). Ο κανονισμός αυτός παρέσχε στά κράτη μέλη τήν ευχέρεια επιλογής μεταξύ ενός συστήματος «κομίστρων αναφοράς» καί τού παλαιού συστήματος τών «υποχρεωτικών κομίστρων» . Τό δεύτερο αυτό σύστημα , τό οποίο παρέμεινε εν ισχύι στίς σχέσεις Γαλλίας καί Βελγίου , ειναι κατ’ ουσία ταυτόσημο πρός τό σύστημα τού προϊσχύσαντος κανονισμού , οπως υπογραμμίζεται στήν εβδόμη αιτιολογική σκέψη τού προοιμίου , μέ τήν διαφορά οτι , δυνάμει τού άρθρου 11 , παράγραφος 3 , ενα κράτος μέλος δύναται μονομερώς , πρός εξάλειψη τών συνεπειών τών νομισματικών διακυμάνσεων , νά προσαρμόσει πρός τά άνω τούς τιμοκαταλόγους πού εκφράζονται στό νόμισμά τους . Από τήν φύση της , αυτή η ευχέρεια μονομερούς αναπροσαρμογής υφίσταται μόνο γιά τό κράτος μέλος πού προέβη σέ υποτίμηση τού νομίσματός του .
10Κατά τό άρθρο 20 , παράγραφος 3 , τού νέου κανονισμού , τά μέτρα πού ελήφθησαν από τά κράτη μέλη εις εκτέλεση τού κανονισμού 1174/68 παραμένουν εν ισχύι μέχρι τής θεσπίσεως μεταγενέστερης διατάξεως . Δεδομένου οτι καμμία νέα διάταξη δέν εθεσπίσθη στό Βέλγιο προτού συμβούν τά πραγματικά περιστατικά πού αποτελούν τό αντικείμενο τής κυρίας υποθέσεως , η κατάσταση πρέπει νά εκτιμηθεί βάσει τού κανονισμού 1174/68 καί τών μέτρων εκτελέσεως πού ελήφθησαν από τό βελγικό κράτος πρός εφαρμογή τού κανονισμού αυτού .
Επί τού ιστορικού τής διαφοράς
11Όπως προκύπτει από τόν φάκελο , κατά τόν Ιανουάριο τού 1979 οι εκκαλούντες στήν κυρία δίκη επραγματοποίησαν μεταφορές μεταξύ τής Γαλλίας καί τού Βελγίου αντί κομίστρων κατωτέρων από τό κατώτατο υποχρεωτικό κόμιστρο , εκφραζόμενο σέ βελγικά φράγκα , οπως αυτό προέκυπτε από τήν βελγική νομοθεσία . Οι ανωτέρω εδιώχθησαν γιά παράβαση τού βασιλικού διατάγματος τής 17ης Νοεμβρίου 1971 , οπως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως , καί κατεδικάσθησαν σέ πρόστιμα γιά τήν παράβαση αυτή από τό Politierechtbank ( πταισματοδικείο ) τής Γάνδης .
12Κατά τής αποφάσεως αυτής ήσκησαν έφεση ενώπιον τού Rechtbank van eerste aanleg ( πλημμελειοδικείου ) ενώπιον τού οποίου προέβαλαν οτι δέν εφήρμοσαν τά κατώτατα κόμιστρα διότι τά νόμιμα αυτά κόμιστρα , λόγω τής μεταβολής τής νομισματικής ισοτιμίας μεταξύ τού Βελγίου καί τής Γαλλίας , δημιουργούν σοβαρές διακρίσεις εις βάρος τών βέλγων μεταφορέων , οι οποίες θά ηδύναντο νά προξενήσουν κατάρρευση τής βελγικής αγοράς μεταφορών· οτι , πράγματι , η παλαιά νομισματική ισοτιμία 1 πρός 9 ειχε ξεπερασθεί λόγω τής υποτιμήσεως τού γαλλικού φράγκου· οτι η πραγματική ισοτιμία ηταν 1 πρός 6,85 καί οτι αυτή τήν ισοτιμία ηταν υποχρεωμένοι νά εφαρμόζουν άν δέν ήθελαν νά εργάζονται επί ζημία .
13Τό Rechtbank , αφού υπενθυμίζει τήν πέμπτη αιτιολογική σκέψη τού κανονισμού 1174/68 , κατά τήν οποία «τά κόμιστρα πρέπει νά καθορίζονται κατά τρόπο ωστε νά αποφεύγεται η καταχρηστική εκμετάλλευση δεσποζούσης θέσεως καί ο καταστρεπτικός ανταγωνισμός . . . μέ αφετηρία μία τιμή βάσεως , η οποία καθορί ζεται λαμβανομένων υπ’ όψη τών εξόδων τών μεταφορών , καθώς καί τών συνθηκών τής αγοράς καί κατά τρόπο ωστε νά καθίσταται δυνατή γιά τούς μεταφορείς η επίτευξη ευλόγου κέρδους» , διαπιστώνει οτι οι διακυμάνσεις τών ισοτιμιών τών νομισμάτων τών κρατών μελών δέν συνιστούν κατά τόν κανονισμό , αποφασιστικό παράγοντα κατά τόν καθορισμό τών κομίστρων . Γεννάται τό ζήτημα άν , υπό τίς συνθήκες αυτές , συμβιβάζεται ο κανονισμός πρός τό άρθρο 75 τής συνθήκης καί άν οι διατάξεις του ειναι συνεπείς πρός τούς σκοπούς πού επιδιώκει σύμφωνα μέ τό προοίμιό του .
14Προκειμένου ακριβώς νά διαφωτισθεί επί τού ζητήματος αυτού , τό Rechtbank υπέβαλε στό Δικαστήριο τά τρία ακόλουθα ερωτήματα :
1 . Συμβιβάζεται πρός τό άρθρο 75 τής συνθήκης ΕΟΚ ο κανονισμός 1174/68 τού Συμβουλίου , τής 30ής Ιουλίου 1968 , κατά τό οτι δέν περιέχει διατάξεις γιά τήν εξάλειψη τών συνεπειών τής μεταβολής τών νομισματικών ισοτιμιών μεταξύ τών κρατών μελών ;
2 . Συμβιβάζεται ο κανονισμός αυτός πρός τόν σκοπό του , σύμφωνα μέ τόν οποίο τά κόμιστρα πρέπει νά καθορίζονται κατά τέτοιο τρόπο ωστε νά αποφεύγεται η καταχρηστική εκμετάλλευση δεσποζούσης θέσεως καί ο καταστρεπτικός ανταγωνισμός ;
3 . Πρέπει ο εν λόγω κανονισμός , ως πράξη τού Συμβουλίου , νά θεωρηθεί έγκυρος , έστω καί άν , αντί νά οδηγεί σέ εναρμόνιση , δημιουργεί σοβαρές διακρίσεις μεταξύ τών κατοίκων τών διαφόρων κρατών μελών ;
Επί τού κύρους τού κανονισμού 1174/68
15Τά ερωτήματα πού υπέβαλε τό Rechtbank van eerste aanleg θέτουν κατ’ ουσία τό ζήτημα άν ο κανονισμός 1174/68 , μή περιέχοντας διατάξεις γιά τήν εξάλειψη τών αποτελεσμάτων τών διαφορών τών νομισματικών ισοτιμιών σέ περίπτωση μεταβολής τών τιμών συναλλάγματος , έχει ως αποτέλεσμα νά δημιουργείται , κατά τόν προσδιορισμό τών τιμών μεταφοράς , μία στρέβλωση τού ανταγωνισμού αντιβαίνουσα πρός αυτόν τούτο τόν σκοπό που επιδιώκει καί πρός τίς επιταγές πού απορρέουν από τήν καθιέρωση μιάς κοινής πολιτικής μεταφορών , σέ σημείο ωστε νά θίγεται τό κύρος τού εν λόγω κανονισμού .
16Η απάντηση στό ερώτημα αυτό πρέπει νά αντληθεί από τό σύστημα καί τόν σκοπό τού κανονισμού 1174/68 καί ειδικότερα από τόν καταμερισμό τών εξουσιών μεταξύ τής Κοινότητος καί τών κρατών μελών καθιέρωσε ο κανονισμός αυτός .
17
Όπως προανεφέρθη , τό κεντρικό θέμα τού κανονισμού 1174/68 συνίσταται στήν καθιέρωση «αμφιοριακών κομίστρων» πού αποσκοπούν στήν διασφάλιση ομαλών ορων ανταγωνισμού στήν αγορά τών οδικών μεταφορών εντός τής Κοινότητος . Ο σκοπός αυτός δέν δύναται νά επιτευχθεί παρά μόνο εφ’ οσον τηρούνται τά ορια πού προσδιορίζονται από τά περιθώρια τών αμφιοριακών κομίστρων , οπως αυτά καθορίζονται από τόν κανονισμό .
18
Ο καθορισμός κομίστρων καί πιό συγκεκριμένα οτιδήποτε έχει σχέση μέ τόν προσδιορισμό τους καί τήν μεταγενέστερη τροποποίησή τους πραγματοποιείται , δυνάμει τού άρθρου 4 τού κανονισμού , μέ κοινή συμφωνία τών αμέσως ενδιαφερομένων κρατών γιά τίς μεταξύ τους επί μέρους σχέσεις στόν τομέα τών μεταφορών . Σέ περίπτωση κατά τήν οποία τά ενδιαφερόμενα κράτη δυσκο- λεύονται νά επιτύχουν συμφωνία , ο κανονισμός προβλέπει διαιτησία τής Επιτροπής καί σέ τελευταίο βαθμό τού Συμβουλίου , τό οποίο στήν περίπτωση αυτή αποφασίζει μέ ειδική πλειοψηφία . Οι διαιτησίες αυτές διενεργούνται μέ τόν ταχύ- τερο δυνατό ρυθμό , οι δέ αποφάσεις πο ύ λαμβάνονται στό πλαίσιο αυτό ειναι εκτελεστές έναντι τών κρατών μελών . Έτσι , ο κανονισμός περιέλαβε ολες τίς αναγκαίες διατάξεις προκειμένου νά ε ξασφαλισθεί οτι οι σχετικές συμφωνίες ή αποφάσεις δύνανται νά συναφθούν ή ληφθούν σέ εύθετο χρόνο , τόσο ως πρός τόν αρχικό καθορισμό τών κομίστρ ων οσο καί ως πρός τήν μεταγενέστερη τροποποίησή τους σέ περίπτωση ανάγκης .
19
Όταν τά κόμιστρα έχουν καθορισθεί , οπως συμβαίνει στίς σχέσεις μεταξύ τού Βελγίου καί τής Γαλλίας , στά νομίσματα καί τών δύο ενδιαφερομένων κρατών μελών , τά κράτη αυτά υποχρεούνται , σέ περίπτωση μεταβολής τών ισοτιμιών μεταξύ τών νομισμάτων τους , νά επιδιώξουν αναπροσαρμογή τών κομίστρων κατά τήν προβλεπομένη διαδικασία , εφ’ οσον η μεταβολή τής ισοτιμίας έχει ως αποτέλεσμα νά επηρεάζονται οι σχέσεις ανταγωνισμού μεταξύ τών μεταφορέων κατά τρόπο πού αντιβαίνει στόν επιδιωκόμενο από τόν κανονισμό σκοπό . Η υποχρέωση αυτή ειναι συμφυής πρός αυτή τήν ίδια τήν έννοια τών αμφιοριακών κομίστρων , τά οποία , κατά τό σύστημα τού κανονισμού 1174/68 , λογίζονται ως ενιαία κόμιστρα , ακόμη καί άν εκφράζονται σέ δύο νομίσματα , πρέπει δέ νά έχουν κατά βάση τό ίδιο άνοιγμα .
20
Η έκταση τής υποχρεώσεως αυτής πρέπει πάντως νά λαμβάνεται υπό τήν έννοια οτι η αναπροσαρμογή τών αμφιοριακών κομίστρων πρός τίς μεταβολές τών νομισματικών ισοτιμιών δέν δύναται νά χωρεί αυτοδικαίως υπό ενα σύστημα κυμαινομένων τιμών συναλλάγματος . Πράγματι , τό νά λαμβάνονται υπ’ όψη οι συχνές καί κατά κανόνα ελαφρές διακυμάνσεις πού χαρακτηρίζουν τό σύστημα αυτό θά ηταν ασυμβίβαστο πρός τήν απαιτουμένη ελαχίστη σταθερότητα τών κομίστρων . Πρέπει , επομένως , νά αναγνωρισθεί στά κράτη μέλη τό
αναγκαίο περιθώριο εκτιμήσεως κατά τήν εκτέλεση τής υποχρεώσεως ανα- προσαρμογής πού υπέχουν εκ τού κανονισμού 1174/68 , υπό τήν έννοια οτι μία τέτοια αναπροσαρμογή δέν απαιτείται παρά μόνο σέ περίπτωση αισθητής αλλοιώσεως τών ορων τού ανταγωνισμού .
21
Από τά ανωτέρω συνάγεται οτι ο κανονισμός 1174/68 περιέχει τίς αναγκαίες διατάξεις γιά τήν εξάλειψη τών συνεπειών τών νομισματικών διακυμάνσεων . Γιά τόν λόγο αυτόν , άν εφαρμόζεται ορθώς από τά οικεία κράτη μέλη , δέν δύναται νά δημιουργήσει στρεβλώσεις τού ανταγωνισμού ή διακρίσεις εις βάρος τών μεταφορέων σέ περίπτωση μεταβολής τής ισοτιμίας μεταξύ τών νομισμάτων τών οικείων κρατών σέ μία συγκεκριμένη περίπτωση στόν τομέα τών μεταφορών . Πράγματι , στό πλαίσιο τού καταμερισμού τών εξουσιών πού προβλέπει ο κανονισμός , τά οικεία κράτη μέλη υποχρεούνται νά λαμβάνουν , σύμφωνα μέ τίς διατάξεις τού άρθρου 4 τού κανονισμού , τίς αναγκαίες πρωτοβουλίες γιά νά επιφέρουν τροποποίηση τών κομίστρων , οταν μία μεταβολή τών τιμών μετατροπής μεταξύ δύο νομισμάτων προκαλεί στρεβλώσεις τού ανταγωνισμού ασυμβίβαστες πρός τόν σκοπό τού κανονισμού .
22
Επομένως , τό κύρος τού εν λόγω κανονισμού δέν δύναται νά αμφισβητηθεί μέ τήν αιτιολογία οτι δέν επιτρέπει τήν εξάλειψη τών αποτελεσμάτων τής μεταβολής τών νομισματικών ισοτιμιών μεταξύ τών κρατών μελών .
23
Λαμβανομένου υπ’ όψη τού συμπεράσματος αυτού , απόκειται στό εθνικό δικα- στήριο νά διαγνώσει άν , υπό τήν επιφύλαξη τού προαναφερθέντος περιθωρίου εκτιμήσεως , τό οικείο κράτος μέλος ετήρησε τήν υποχρέωση αναπροσαρμογής τών κομίστρων πρός τίς διακυμάνσεις τής τιμής συναλλάγματος , νά συναγάγει δέ ενδεχομένως τίς συνέπειες τών διαγνώσεών του γιά τίς ποινικές διώξεις τών οποίων επελήφθη .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
24
Τά έξοδα στά οποία υπεβλήθησαν η κυβέρνηση τού βασιλείου τού Βελγίου , η κυβέρνηση τής Γαλλικής Δημοκρατίας , τό Συμβούλιο τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καί η Επιτροπή τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , πού κατέθεσαν παρατηρήσεις στό Δικαστήριο , δέν αποδίδονται . Δεδομένου οτι η παρούσα προδικαστική διαδικασία έχει τόν χαρακτήρα παρεμπίπτοντος πού ανέκυψε ενώπιον τού εθνικού δικαστηρίου , σ’ αυτό εναπόκειται νά αποφανθεί επί τών δικαστικών εξόδων .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
κρίνοντας επί τών ερωτημάτων , πού τού υπέβαλε τό Rechtbank van eerste aanleg τής Γάνδης μέ απόφαση τής 8ης Μα ΐου 1981 , αποφαίνεται :
Από τήν εξέταση τών υποβληθέντων ερωτημάτων δέν προέκυψαν στοιχεία ικανά νά επηρεάσουν τό κύρος τού κανονισμού 1174/68 τού Συμβουλίου , τής 30ής Ιουλίου 1968 , περί τής καθιερώσεως συστήματος αμφιοριακών κομίστρων γιά τίς οδικές εμπορευματικές μεταφορές μεταξύ τών κρατών μελών .
Full & Egal Universal Law Academy