Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Προδικαστικά ερωτήματα — Υποβολή στό Δικαστήριο — Υποχρέωση παραπομπής — Διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων — Δέν υφίσταται υποχρέωση παραπομπής — Προϋποθέσεις — Δυνατότης νά κινηθεί διαδικασία επί τής ουσίας
( Συνθήκη ΕΟΚ , άρθρο 177 , τρίτη παράγραφος )
2 . Ελεύθερη κυκλοφορία τών προσώπων — Εργαζόμενοι — Κοινοτική κανονιστική ρύθμιση — Καταστάσεις πού δέν συνδέονται μέ τό κοινοτικό δίκαιο — Μή εφαρμογή — Δικαίωμα εισόδου καί παραμονής — Εργαζόμενος απασχολούμενος στό κράτος μέλος τής ιθαγενείας του , ο οποίος δέν ήσκησε ποτέ τό δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας — Άρνηση κράτους μέλους νά επιτρέψει τήν είσοδο ή τήν παραμονή ενός μέλους τής οικογενείας , υπηκόου τρίτης χώρας — Επιτρεπτή
( Κανονισμός 1612/68 τού Συμβουλίου , άρθρο 10 )
Περίληψη
1 . Τό άρθρο 177 , τρίτη παράγραφος , τής συνθήκης πρέπει νά ερμηνευθεί υπό τήν έννοια οτι τό δικαστήριο κράτους μέλους , οι αποφάσεις τού οποίου δέν υπόκεινται σέ ένδικα μέσα τού εσωτερικού δικαίου , δέν υποχρεούται νά παραπέμψει στό Δικαστήριο ενα ζήτημα ερμηνείας κατά τήν έννοια τής πρώτης παραγράφου τού άρθρου αυτού , οταν τό ζήτημα ανακύπτει στό πλαίσιο διαδικασίας προσωρινών μέτρων , η δέ μέλλουσα νά εκδοθεί απόφαση δέν δεσμεύει τό δικαστήριο πού θά επιληφθεί μεταγενεστέρως τής υποθέσεως επί τής ουσίας , υπό τήν προϋπόθεση οτι κάθε διάδικος δικαιούται νά κινήσει ή νά αξιώσει τήν κίνηση , έστω καί ενώπιον δικαστηρίων διαφορετικής δικαιοδοσίας , μιάς διαδικασίας επί τής ουσίας , κατά τήν οποία κάθε ζήτημα κοινοτικού δικαίου πού επελύθη προσωρινώς κατά τήν συνοπτική διαδικασία δύναται νά επανεξετασθεί καί νά παραπεμφθεί στό Δικαστήριο δυνάμει τού άρθρου 177 .
2 . Οι σχετικές μέ τήν ελεύθερη κυκλο- φορία τών εργαζομένων διατάξεις τής συνθήκης καί η κανονιστική ρύθμιση πού εθεσπίσθη γιά τήν εκτέλεσή τους δέν εφαρμόζονται σέ καταστάσεις πού δέν έχουν κανένα συνδετικό στοιχείο μέ οιαδήποτε από τίς καταστάσεις πού προβλέπει τό κοινοτικό δίκαιο .
Κατά συνέπεια , τό κοινοτικό δίκαιο δέν απαγορεύει σέ κράτος μέλος νά μή επιτρέψει τήν είσοδο ή τήν παραμονή στό έδαφός του ενός μέλους τής οικογενείας — κατά τήν έννοια τού άρθρου 10 τού κανονισμού 1612/68 — εργαζομένου , απασχολουμένου στό έδαφος τού κράτους αυτού , ο οποίος δέν ήσκησε ποτέ τό δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας στό εσωτερικό τής Κοινότητος , οταν ο εργαζόμενος αυτός έχει τήν ιθαγένεια τού εν λόγω κράτους , τό δέ μέλος τής οικογενείας του τήν ιθαγένεια τρίτης χώρας .
Διάδικοι
Στίς συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 35 καί 36/82 , πού έχουν ως αντικείμενο αιτήσεις τού Hoge Raad der Nederlanden πρός τό Δικαστήριο , κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , μέ τίς οποίες ζητείται , στό πλαίσιο τών δικών περί λήψεως προσωρινών μέτρων πού εκκρεμούν ενώπιον τού αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
ELESTINA ESSELINA CHRISTINA MORSON
καί
1 . STAAT DER NEDERLANDEN
2.HOOFD VAN DE PLAATSELIJKE POLITIE IN DE ZIN VAN DE VREEMDELINGENWET ,
καί μεταξύ
SEWRADJIE JHANJAN
καί
STAAT DER NEDERLANDEN ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως πρός τήν ερμηνεία τού άρθρου 177 , παράγραφος 3 , τής συνθήκης καί τού άρθρου 10 τού κανονισμού 1612/68 τού Συμβουλίου , τής 15ης Οκτωβρίου 1968 , περί τής ελεύθερης κυκλοφορίας τών εργαζομένων στό εσωτερικό τής Κοινότητος ( ΕΕ ειδ . έκδ . 05/001 , σ . 33 ),
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ αποφάσεις τής 15ης Ιανουαρίου 1982 , πού περιήλθαν στό Δικαστήριο τήν 21η Ιανουαρίου 1982 , τό Hoge Raad der Nederlanden υπέβαλε , δυνάμει τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , δύο προδικαστικά ερωτήματα , ταυτόσημα στίς δύο συνεκδικαζόμενες υποθέσεις , ως πρός τήν ερμηνεία αφ’ ενός μέν τού άρθρου 177 , παράγραφος 3 τής συνθήκης , αφ’ ετέρου δέ τού άρθρου 10 τού κανονισμού 1612/68 τού Συμβουλίου , τής 15ης Οκτωβρίου 1968 , περί τής ελεύθερης κυκλοφορίας τών εργαζομένων στό εσωτερικό τής Κοινότητος ( ΕΕ ειδ . έκδ . 05/001 , σ . 33 ).
2 Οι αναιρεσείουσες στίς κύριες δίκες , Morson καί Jhanjan , υπήκοοι Σουρινάμ , εζήτησαν άδεια παραμονής στίς Κάτω Χώρες , προκειμένου νά κατοικήσουν η μέν πρώτη μέ τήν θυγατέρα της , η δέ δεύτερη μέ τόν υιό της , οι οποίοι έχουν ολλανδική ιθαγένεια καί ανέλαβαν νά τίς συντηρήσουν . Όπως προκύπτει από τόν φάκελο , οι τελευταίοι εργάζονται ως μισθωτοί στίς Κάτω Χώρες , δέν ησαν ομως ποτέ μισθωτοί σέ άλλο κράτος μέλος . Κατόπιν τής απορρίψεως τών αιτήσεών τους από τόν Staatssecretaris van Justitie [υφυπουργό δικαιοσύνης] , οι Morson καί Jhanjan υπέβαλαν στόν ίδιο υφυπουργό αιτήσεις επανεξετάσεως .
3 Δυνάμει τής ολλανδικής νομοθεσίας περί αλλοδαπών , οι εν λόγω αιτήσεις περί επανεξετάσεως , κατά γενικό κανόνα , αναστέλλουν τήν εκτέλεση τής διαταγής απελάσεως . Εν τούτοις , ο Staatssecretaris van Justitie δύναται νά μή τούς αναγνωρίσει ανασταλτικό αποτέλεσμα , στήν περίπτωση ομως αυτή δύναται νά υποβληθεί αίτηση κατά τήν διαδικασία τών προσωρινών μέτρων ενώπιον τών τακτικών δικαστηρίων . Η εν λόγω διαδικασία προσωρινών μέτρων διέπεται από τά άρθρα 289-297 τού «Wetboek van Burgerlijke Rechtsvordering» ( ολλανδικού κώδικος πολιτικής δικονομίας ). Τό άρθρο 292 τού κώδικος αυτού ορίζει οτι «οι προσωρινώς εκτελεστές αποφάσεις δέν προδικάζουν τήν έκβαση τής κυρίας δίκης» .
4 Εν προκειμένω , οι αναιρεσείουσες στίς κύριες δίκες εζήτησαν κατά τήν διαδικασία τών προσωρινών μέτρων νά απαγορευθεί στό ολλανδικό κράτος νά προβεί στήν απέλασή τους , τουλάχιστον μέχρις οτου εκδοθεί απόφαση σέ τελευταίο βαθμό επί τών αιτήσεών τους περί επανεξετάσεως . Πρός τούτο , επεκαλέσθησαν τό άρθρο 10 , παράγραφος 1 τού προαναφερθέντος κανονισμού 1612/68 , τό οποίο απονέμει σέ ορισμένα μέλη τής οικογενείας , μεταξύ τών οποίων καί οι συντηρούμενοι ανιόντες εργαζομένου υπηκόου ενός κράτους μέλους πού απασχολείται στήν επικράτεια άλλου κράτους μέλους , τό δικαίωμα νά κατοικήσουν μέ τόν εργαζόμενο αυτό . Επεκαλέσθησαν επίσης τήν απαγόρευση τών διακρίσεων πού διατυπώνεται στά άρθρα 7 καί 48 τής συνθήκης .
5 Κρίνοντας οτι η απόφασή του εξηρτάτο από τήν ερμηνεία διατάξεων τού κοινοτικού δικαίου , τό Hoge Raad , ενώπιον τού οποίου ησκήθησαν αναιρέσεις στό πλαίσιο τής διαδικασίας τών προσωρινών μέτρων , υπέβαλε τά ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα :
«1 . Όταν στό πλαίσιο διαδικασίας προσωρινών μέτρων ανακύπτει , κατά τό στάδιο τής αναιρέσεως , ζήτημα ερμηνείας κατά τήν έννοια τού άρθρου 177 , πρώτη παράγραφος , τής συνθήκης περί ιδρύσεως τής Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος , υποχρεούται τό Hoge Raad , δυνάμει τής τρίτης παραγράφου τού άρθρου αυτού , νά ζητήσει από τό Δικαστήριο τήν έκδοση προδικαστικής αποφάσεως , άν ληφθεί υπ’ όψη τό γεγονός οτι η κατά τήν διαδικασία προσωρινών μέτρων εκδιδομένη απόφαση τού Hoge Raad δέν δεσμεύει τό δικαστήριο πού επιλαμβάνεται μεταγενεστέρως τής υποθέσεως επί τής ουσίας ; Στήν περίπτωση κατά τήν οποία δέν ειναι δυνατό νά δοθεί κατά γενικό τρόπο καταφατική ή αρνητική απάντηση στό ερώτημα αυτό , υπό ποιές συνθήκες πρέπει νά θεωρηθεί οτι υπάρχει τέτοια υποχρέωση ;
2.Τό άρθρο 10 τού κανονισμού 1612/68 τού Συμβουλίου , τής 15ης Οκτωβρίου 1968 , περί τής ελεύθερης κυκλοφορίας τών εργαζομένων στό εσωτερικό τής Κοινότητος , σέ συνδυασμό ενδεχομένως μέ άλλες διατάξεις τού κοινοτικού δικαίου , απαγορεύει σέ κράτος μέλος νά μή επιτρέψει σέ ενα από τά αναφερόμενα στό άρθρο 10 , παράγραφος 1 , τού κανονισμού αυτού μέλη τής οικογενείας τού εργαζομένου , απασχολουμένου στό έδαφός του , νά κατοικήσει μέ τόν εργαζόμενο αυτό , άν ο τελευταίος έχει τήν ιθαγένεια τού κράτους στό οποίο απασχολείται , τό δέ μέλος τής οικογενείας του άλλη ιθαγένεια;»
Επί τού πρώτου ερωτήματος
6 Μέ τό πρώτο ερώτημα ερωτάται κατ’ ουσία άν τό άρθρο 177 , τρίτη παράγραφος τής συνθήκης πρέπει νά ερμηνευθεί υπό τήν έννοια οτι δικαστήριο κράτους μέλους , οι αποφάσεις τού οποίου δέν υπόκεινται σέ ένδικα μέσα τού εσωτερικού δικαίου , οφείλει νά παραπέμψει στό Δικαστήριο ενα ζήτημα ερμηνείας κατά τήν έννοια τής πρώτης παραγράφου τού άρθρου αυτού , οταν τό ζήτημα ανακύπτει στό πλαίσιο μιάς διαδικασίας προσωρινών μέτρων , η δέ μέλλουσα νά εκδοθεί απόφαση δέν δεσμεύει τό δικαστήριο πού θά επιληφθεί μεταγενεστέρως τής υποθέσεως επί τής ουσίας , έστω καί άν τό δικαστήριο αυτό ανήκει σέ άλλη δικαιοδοσία .
7 Δυνάμει τού άρθρου 177 , δεύτερη παράγραφος , δικαστήριο κράτους μέλους , ενώπιον τού οποίου ανακύπτει ζήτημα ερμηνείας ή κύρους κατά τήν έννοια τής πρώτης παραγράφου τού άρθρου αυτού , δύναται νά ζητήσει από τό Δικαστήριο νά αποφανθεί προδικαστικώς επί τού ζητήματος αυτού , άν κρίνει οτι μία απόφαση επ’ αυτού ειναι αναγκαία γιά τήν έκδοση τής δικής του αποφάσεως . Δυνάμει ομως τού άρθρου 177 , τρίτη παράγραφος , άν τέτοιο ζήτημα ανακύπτει ενώπιον εθνικού δικαστηρίου , οι αποφάσεις τού οποίου δέν υπόκεινται σέ ένδικα μέσα τού εσωτερικού δικαίου , τό δικαστήριο αυτό οφείλει νά παραπέμψει τό ζήτημα στό Δικαστήριο .
8 Όπως ήδη εδέχθη τό Δικαστήριο στήν απόφαση τής 24ης Μα ΐου 1977 Hoff- mann-La Roche , 107/76 , Jurispr . σ . 957 ), σκοπός του άρθρου 177 ειναι νά εξασφαλισθεί η ομοιόμορφη σέ ολα τά κράτη μέλη ερμηνεία καί εφαρμογή τού κοινοτικού δικαίου . Υπό τό πρίσμα αυτό , η τρίτη παράγραφός του έχει ιδίως ως σκοπό νά αποφευχθεί η δημιουργία , σέ οιοδήποτε κράτος μέλος , μιάς εθνικής νομολογίας πού δέν ειναι σύμφωνη μέ τούς κανόνες τού κοινοτικού δικαίου . Στό πλαίσιο συνοπτικών καί επειγουσών διαδικασιών , οπως οι προκείμενες , οι απαιτήσεις πού απορρέουν από τόν σκοπό αυτό γίνονται σεβαστές , άν δύναται νά κινηθεί , είτε σέ κάθε περίπτωση είτε εφ’ οσον τό ζητήσει ο ηττηθείς διάδικος , τακτική διαδικασία επί τής ουσίας , επιτρέπουσα τήν επανεξέταση κάθε ζητήματος κοινοτικού δικαίου πού επελύθη προσωρινώς κατά τήν συνοπτική διαδικασία .
9 Κατά συνέπεια , ο ειδικός σκοπός τού άρθρου 177 , τρίτη παράγραφος , διασφαλίζεται , οταν η υποχρέωση παραπομπής προδικαστικών ερωτημάτων στό Δικαστήριο τηρείται στό πλαίσιο τής διαδικασίας επί τής ουσίας , έστω καί άν η διαδικασία αυτή διεξάγεται ενώπιον δικαστηρίων διαφορετικής δικαιοδοσίας από ο,τι η διαδικασία προσωρινών μέτρων , εφ’ οσον δυνάμει τού άρθρου 177 υφίσταται η δυνατότης παραπομπής στό Δικαστήριο τών ανακυπτόντων ζητημάτων κοινοτικού δικαίου .
10 Στό πρώτο ερώτημα πού υπέβαλε τό Hoge Raad προσήκει , επομένως , η απάντη- ση οτι τό άρθρο 177 τρίτη παράγραφος τής συνθήκης πρέπει νά ερμηνευθεί υπό τήν έννοια οτι δικαστήριο κράτους μέλους , οι αποφάσεις τού οποίου δέν υπόκεινται σέ ένδικα μέσα τού εσωτερικού δικαίου , δέν υποχρεούται νά παραπέμψει στό Δικαστήριο ενα ζήτημα ερμηνείας κατά τήν έννοια τής πρώτης παραγράφου τού άρθρου αυτού , οταν τό ζήτημα ανακύπτει στό πλαίσιο διαδικασίας προσωρινών μέτρων , η δέ μέλλουσα νά εκδοθεί απόφαση δέν δεσμεύει τό δικαστήριο πού θά επιληφθεί μεταγενεστέρως τής υποθέσεως επί τής ουσίας , υπό τήν προϋπόθεση οτι κάθε διάδικος δικαιούται νά κινήσει ή νά αξιώσει τήν κίνηση , έστω καί ενώπιον δικαστηρίων διαφορετικής δικαιοδοσίας , μιάς διαδικασίας επί τής ουσίας , κατά τήν οποία κάθε ζήτημα κοινοτικού δικαίου πού επελύθη προσωρινώς κατά τήν συνοπτική διαδικασία δύναται νά επανεξετασθεί καί νά παραπεμφθεί στό Δικαστήριο δυνάμει τού άρθρου 177 .
Επί τού δευτέρου ερωτήματος
11 Μέ τό δεύτερο ερώτημα ερωτάται κατ’ ουσία άν , καί επί καταφατικής απαντή- σεως υπό ποιές συνθήκες , τό κοινοτικό δίκαιο απαγορεύει σέ κράτος μέλος νά μή επιτρέψει τήν είσοδο ή τήν παραμονή στό έδαφός του ενός μέλους τής οικογενείας , κατά τήν έννοια τού άρθρου 10 τού προαναφερθέντος κανονισμού 1612/68 , εργαζομένου πού απασχολείται στό έδαφος τού κράτους αυτού , οταν ο εργαζόμενος αυτός έχει τήν ιθαγένεια τού εν λόγω κράτους , τό δέ μέλος τής οικογενείας του τήν ιθαγένεια τρίτης χώρας .
12 Δυνάμει τού άρθρου 48 τής συνθήκης , η ελεύθερη κυκλοφορία τών εργαζομένων στό εσωτερικό τής Κοινότητος συνεπάγεται τήν κατάργηση κάθε διακρίσεως λόγω ιθαγενείας μεταξύ τών εργαζομένων τών κρατών μελών . Κατά τό άρθρο 10 τού προαναφερθέντος κανονισμού 1612/68 τού Συμβουλίου , τής 15ης Οκτωβρίου 1968 , περί τής ελεύθερης κυκλοφορίας τών εργαζομένων στό εσωτερικό τής Κοινότητος , ορισμένα μέλη τής οικογενείας τού εργαζομένου , τά οποία προσδιορίζονται στό άρθρο αυτό καί στά οποία περιλαμβάνονται οι ανιόντες τούς οποίους συντηρεί ο εργαζόμενος «ανεξαρτήτως τής ιθαγενείας τους , έχουν δικαίωμα εγκαταστάσεως μετά τού εργαζομένου υπηκόου ενός κράτους μέλους , πού απασχολείται στήν επικράτεια άλλου κράτους μέλους» .
13 Δεδομένου οτι τό γράμμα τού προαναφερθέντος κανονισμού δέν καλύπτει τά συντηρούμενα μέλη τής οικογενείας ενός εργαζομένου , υπηκόου τού κράτους μέλους στό έδαφος τού οποίου εργάζεται , η απάντηση στό προδικαστικό ερώτημα εξαρτάται από τό άν , υπό τό φώς τών συμφραζομένων τού κανονισμού καί τής θέσεώς του στό σύνολο τού συστήματος τού κοινοτικού δικαίου , δύναται νά συναχθεί υπέρ αυτών δικαίωμα εισόδου καί παραμονής .
14 Ως πρός τό σημείο αυτό , οι αναιρεσείουσες στίς κύριες δίκες επικαλούνται τήν αρχή τής απαγορεύσεως τών διακρίσεων λόγω ιθαγενείας , αρχή η οποία , διατυπουμένη κατά γενικό τρόπο στό άρθρο 7 τής συνθήκης , ευρίσκει ειδικότερη έκφραση στό άρθρο 48 τής συνθήκης .
15 Ειναι , εν τούτοις , προφανές οτι επίκληση τών εν λόγω διατάξεων δύναται νά γίνει μόνο κατά τό μέτρο κατά τό οποίο η εξεταζομένη κατάσταση εμπίπτει στό πεδίο εφαρμογής τού κοινοτικού δικαίου , ειδικότερα δέ εν προκειμένω στήν σφαίρα τής ελεύθερης κυκλοφορίας τών εργαζομένων στό εσωτερικό τής Κοινότητος . Τό συμπέρασμα αυτό όχι μόνο συνάγεται από τήν διατύπωση τών εν λόγω άρθρων , αλλά ειναι σύμφωνο καί πρός τόν σκοπό τους , πού ειναι η συμβολή στήν εξάλειψη ολων τών εμποδίων στά οποία προσκόπτει η εγκαθίδρυση μιάς κοινής αγοράς , εντός τής οποίας οι υπήκοοι τών κρατών μελών έχουν τήν δυνατότητα νά μετακινούνται ελευθέρως στό έδαφος τών κρατών μελών γιά τήν άσκηση τών οικονομικών τους δραστηριοτήτων .
16 Επομένως , οι σχετικές μέ τήν ελεύθερη κυκλοφορία τών εργαζομένων διατάξεις τής συνθήκης καί η κανονιστική ρύθμιση πού εθεσπίσθη γιά τήν εκτέλεσή τους δέν εφαρμόζονται σέ καταστάσεις πού δέν έχουν κανένα συνδετικό στοιχείο μέ οιαδήποτε από τίς καταστάσεις πού προβλέπει τό κοινοτικό δίκαιο .
17 Τούτο ασφαλώς συμβαίνει στήν περίπτωση εργαζομένων πού δέν έχουν ποτέ ασκήσει τό δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας στό εσωτερικό τής Κοινότητος .
18 Στό δεύτερο ερώτημα πού υπέβαλε τό Hoge Raad προσήκει συνεπώς η απάντηση οτι τό κοινοτικό δίκαιο δέν απαγορεύει σέ κράτος μέλος νά μή επιτρέψει τήν είσοδο ή τήν παραμονή στό έδαφός του ενός μέλους τής οικογενείας — κατά τήν έννοια τού άρθρου 10 τού κανονισμού 1612/68 τού Συμβουλίου , τής 15ης Οκτωβρίου 1968 , περί τής ελεύθερης κυκλοφορίας τών εργαζομένων στό εσωτερικό τής Κοινότητος — εργαζομένου , απασχολουμένου στό έδαφος τού κράτους αυτού , ο οποίος δέν ήσκησε ποτέ τό δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας στό εσωτερικό τής Κοινότητος , οταν ο εργαζόμενος αυτός έχει τήν ιθαγένεια τού εν λόγω κράτους , τό δέ μέλος τής οικογενείας του τήν ιθαγένεια τρίτης χώρας .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
19 Τά έξοδα στά οποία υπεβλήθησαν η ολλανδική καί η βρετανική κυβέρνηση , καθώς καί η Επιτροπή , πού κατέθεσαν παρατηρήσεις στό Δικαστήριο , δέν αποδίδονται . Δεδομένου οτι η παρούσα διαδικασία έχει , ως πρός τούς διαδίκους στίς κύριες δίκες , τόν χαρακτήρα παρεμπίπτοντος πού ανέκυψε ενώπιον τού εθνικού δικαστηρίου , σ’ αυτό εναπόκειται νά αποφανθεί επί τών δικαστικών εξόδων .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
κρίνοντας επί τών ερωτημάτων πού τού υπέβαλε τό Hoge Raad der Nederlanden , μέ αποφάσεις τής 15ης Ιανουαρίου 1982 , αποφαίνεται :
1 ) Τό άρθρο 177 , τρίτη παράγραφος , τής συνθήκης πρέπει νά ερμηνευθεί υπό τήν έννοια οτι τό δικαστήριο κράτους μέλους , οι αποφάσεις τού οποίου δέν υπόκεινται σέ ένδικα μέσα τού εσωτερικού δικαίου , δέν υποχρεούται νά παραπέμψει στό Δικαστήριο ενα ζήτημα ερμηνείας κατά τήν έννοια τής πρώτης παραγράφου τού άρθρου αυτού , οταν τό ζήτημα ανακύπτει στό πλαίσιο διαδικασίας προσωρινών μέτρων , η δέ μέλλουσα νά εκδοθεί απόφαση δέν δεσμεύει τό δικαστήριο πού θά επιληφθεί μεταγενεστέρως τής υποθέσεως επί τής ουσίας , υπό τήν προϋπόθεση οτι κάθε διάδικος δικαιούται νά κινήσει ή νά αξιώσει τήν κίνηση , έστω καί ενώπιον δικαστηρίων διαφορετικής δικαιοδοσίας , μιάς διαδικασίας επί τής ουσίας , κατά τήν οποία κάθε ζήτημα κοινοτικού δικαίου πού επελύθη προσωρινώς κατά τήν συνοπτική διαδικασία δύναται νά επανεξετασθεί καί νά παραπεμφθεί στό Δικαστήριο δυνάμει τού άρθρου 177 .
2)Τό κοινοτικό δίκαιο δέν απαγορεύει σέ κράτος μέλος νά μή επιτρέψει τήν είσοδο ή τήν παραμονή στό έδαφός του ενός μέλους τής οικογενείας — κατά τήν έννοια τού άρθρου 10 τού κανονισμού 1612/68 τού Συμβουλίου , τής 15ης Οκτωβρίου 1968 , περί τής ελεύθερης κυκλοφορίας τών εργαζομένων στό εσωτερικό τής Κοινότητος — εργαζομένου , απασχολουμένου στό έδαφος τού κράτους αυτού , ο οποίος δέν ήσκησε ποτέ τό δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας στό εσωτερικό τής Κοινότητος , οταν ο εργαζόμενος αυτός έχει τήν ιθαγένεια τού εν λόγω κράτους , τό δέ μέλος τής οικογενείας του τήν ιθαγένεια τρίτης χώρας .
Full & Egal Universal Law Academy