Στην υπόθεση 39/82,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Kantonrechter της Χάγης προς το Δικαστήριο κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Andreas Matthias Donner, κάτοικου Groningen,
και
Ολλανδικού Δημόσιου (Υπηρεσία Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών), Χάγη,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 13 της συνθήκης,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
συγκείμενο από τους U. Everling, πρόεδρο τμήματος, Mackenzie Stuart και Y. Galmot, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: S. Rozès
γραμματέας: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματέας
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι παρατηρήσεις που υπέβαλαν οι διάδικοι δυνάμει του άρθρου 20 του Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έχουν συνοπτικώς ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Ο Donner, ενάγων σνην κυρία δίκη, παράγγειλε πολλά βιβλία από ορισμένους εκδότες στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και σε άλλα μέρη της Κοινής Αγοράς. Τα βιβλία αυτά του απεστάλησαν ταχυδρομικώς, σε 16 δέματα, μεταξύ 16ης Ιουλίου 1979 και 13ης Ιανουαρίου 1981. Δεδομένου ότι το περιεχόμενο κάθε δέματος υπερέβαινε σε αξία ένα ορισμένο ποσό, επιβλήθηκε λόγω της εισαγωγής φόρος προστιθέμενης αξίας. Τη διασάφηση δεν την υπέβαλε ο ίδιος ο Donner, αλλά η ολλανδική Υπηρεσία Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών (εφεξής: Υπηρεσία TT), η οποία ανέλαβε την υποχρέωση αυτή είτε με δική της πρωτοβουλία είτε κατόπιν αιτήσεως του Donner, ο οποίος επέστρεψε συμπληρωμένο το προβλεπόμενο προς τούτο έντυπο, που αποστέλλεται μαζί με την ειδοποίηση αφίξεως του ταχυδρομικού δέματος.
Στη συνέχεια, ζητήθηκε από τον Donner να καταβάλει όχι μόνο το ποσό που κατέβαλε στις φορολογικές αρχές η Υπηρεσία TT ως ΦΠΑ, αλλά και τα ποσά που εισπράττει για λογαριασμό της η Υπηρεσία TT ως «inkla-ringsrecht» ή «τέλος εκτελωνισμού» και ως «commissieloon» ή «προμήθεια». Το συνολικό ποσό ανέρχεται στο ύψος των 85,30 φιορινιών.
Ο Donner, ο οποίος υποστηρίζει ότι η είσπραξη των ποσών αυτών από την ολλανδική Υπηρεσία TT αποτελεί μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος προς δασμούς και αντίκειται, συνεπώς, προς το άρθρο 13 της συνθήκης ΕΟΚ, άσκησε ενώπιον του Kantonrechter αγωγή αναζητήσεως αχρεω-στήτως καταβληθέντος ποσού.
Με απόφαση της 8ης Ιανουαρίου 1982, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο την 1η Φεβρουαρίου 1982, ο Kantonrechter, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ, ανέβαλε την έκδοση αποφάσεως, για να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Η απογόρευση των επιβαρύνσεων ισοδύναμου αποτελέσματος προς δασμούς, που απαγγέλλει το άρθρο 13 της συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, εφαρμόζεται στα ποσά τα οποία καταλογίζονται από την ολλανδική Υπηρεσία Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών:
α)
ως “τέλος εκτελωνισμού” το οποίο χρεώνεται στον παραλήπτη δέματος εμπορευμάτων (βιβλίων) που απεστάλη ταχυδρομικώς από άλλο κράτος μέλος στον εν λόγω παραλήπτη, κάτοικο Κάτω Χωρών, προκειμένου να υποβληθούν τα εμπορεύματα στον αναγκαίο τελωνειακό έλεγχο, προς επιβολή του φόρου κύκλου εργασιών
δ)
ως “προμήθεια”, η οποία χρεώνεται στον παραλήπτη για την έκδοση της διασαφήσεως εισαγωγής των εμπορευμάτων που υποβάλλεται στις φορολογικές αρχές, κατόπιν αιτήσεως του παραλήπτη ή τουλάχιστον για λογαριασμό του;
λαμβανομένου υπόψη ότι:
1)
η εισαγωγή στις Κάτω Χώρες βιβλίων αξίας που υπερβαίνει ένα ορισμένο ποσό, υπόκειται στον ολλανδικό φόρο κύκλου εργασιών, ο οποίος εισπράττεται κατά την υποβολή της διασαφήσεως εισαγωγής·
2)
η Υπηρεσία TT μεσολαβεί εν προκειμένω υπό την ιδιότητα της επιχειρήσεως μεταφορών, ενεργώντας σε εκτέλεση μιας ή περισσοτέρων συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου·
3)
η Υπηρεσία TT δεν έχει το μονοπώλιο της μεταφοράς εμπορευμάτων του είδους αυτού. Ο αλλοδαπός αποστολέας μπορεί συνεπώς, να επιλέξει άλλο τρόπο μεταφοράς προς τις Κάτω Χώρες, οπότε η Υπηρεσία TT δεν χρεώνει (προφανώς) κανένα ποσό·
4)
ο παραλήπτης μπορεί, αν επιθυμεί, να υποβάλει ο ίδιος τη διασάφηση για την εισαγωγή των εμπορευμάτων που του απεστάλησαν και μετέφερε η Υπηρεσία TT, οπότε η Υπηρεσία TT δεν χρεώνει ούτε “τέλος εκτελωνισμού” ούτε “προμήθεια”
5)
αν δεν οφείλεται φόρος κύκλου εργασιών, η Υπηρεσία TT δεν χρεώνει ούτε “τέλος εκτελωνισμού” ούτε “προμήθεια”·
6)
σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί η Υπηρεσία TT να υποχρεώσει τον παραλήπτη να καταβάλει παρά την θέληση του “τέλος εκτελωνισμού” ή “προμήθεια”.
Εκτός της περιπτώσεως που αναφέρεται υπό τον αριθμό 4, σε περίπτωση αρνήσεως, τα εμπορεύματα δεν παραδίδονται.»
Η διάταξη περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου την 1η Φεβρουαρίου 1982.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν ο Donner, ενάγων στην κυρία δίκη, το ολλανδικό δημόσιο, εναγόμενο στην κυρία δίκη, εκπροσωπούμενο από τον δικηγόρο Χάγης Ε. Droogleever Fortuijn, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον J. D. Howes του Treasury Solicitor's Department, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Thomas van Rijn, μέλος της νομικής της υπηρεσίας.
Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση της γενικής εισαγγελέα, αποφάσισε, με διάταξη της 29ης Ιουνίου 1982, να αναθέσει την υπόθεση στο τρίτο τμήμα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 95 του κανονισμού διαδικασίας, και να αρχίσει την προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Το Δικαστήριο υπέβαλε, πάντως, ορισμένες ερωτήσεις στην ολλανδική κυβέρνηση.
II — Παρατηρήσεις των διαδίκων
Ο Donner παρατηρεί ότι η Υπηρεσία TT, στην οποία έχει ανατεθεί με νόμο από το κράτος το μονοπώλιο μεταφοράς επιστολών έναντι καταβολής ορισμένου ποσού, καθώς και η μεταφορά δεμάτων, δεν έχει ίδια νομική προσωπικότητα. Οι όροι, υπό τους οποίους παρέχει τις υπηρεσίες της, ρυθμίζονται από το νόμο και από γενικές διοικητικές αποφάσεις.
Το εν λόγω τέλος εκτελωνισμού καθορίζεται από το γενικό διευθυντή της Υπηρεσίας TT, σύμφωνα με το βασιλικό διάταγμα της 6ης Αυγούστου 1959, το οποίο παραπέμπει στους νόμους που διέπουν τα ταχυδρομεία, καθώς και στις διεθνείς συμβάσεις. Οι συμβάσεις αυτές εξουσιοδοτούν, αλλά δεν υποχρεώνουν τα συμβαλλόμενα κράτη να εισπράττουν τέλος εκτελωνισμού ή προμήθεια.
Το γεγονός ότι, όπως αναφέρει ο παρα-πέμπων δικαστής, κατά το ολλανδικό δίκαιο, η Υπηρεσία TT ενεργεί 6άσει συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, δεν έχει σημασία για την εξέταση του ζητήματος αν οι εν λόγω επιβαρύνσεις εμπίπτουν στο άρθρο 13 της συνθήκης ΕΟΚ, εφόσον οι επιβαρύνσεις αυτές παραμένουν οι ίδιες ανεξάρτητα από το πώς χαρακτηρίζονται από τις νομοθεσίες των κρατών μελών. Αντίθετα, είναι σημαντικό το ότι οι συμβάσεις αυτές διέπονται από γενική διοικητική απόφαση. Η Υπηρεσία TT δεν ενεργεί ως ιδιωτική επιχείρηση μεταφορών, η οποία εισπράττει προμήθεια έστω και αν δεν οφείλεται τέλος, εφόσον η εκπλήρωση της παροχής απαιτεί ουσιαστικώς τον ίδιο χρόνο. Το γεγονός ότι υπό τις συνθήκες αυτές η Υπηρεσία TT δεν εισπράττει τέλος, φανερώνει ότι η είσπραξη του επίδικου τέλους αποτελεί απλώς συνέπεια της υποχρεώσεως καταβολής του ΦΠΑ.
Ναι μεν το μονοπώλιο της επιστολικής υπηρεσίας δεν καλύπτει τα δέματα, ο παραλήπτης όμως δεν καθορίζει τον τρόπο αποστολής. Στο διεθνές εμπόριο, ο αποστολέας αποστέλλει πάντοτε τα δέματα βιβλίων ταχυδρομικώς.
Η δυνατότητα υποβολής της διασαφήσεως από τον ίδιο τον παραλήπτη υφίσταται πράγματι, αλλά, στην πρακτική, τα δέματα μεταφέρονται στην κατοικία του, συνοδεύονται δε από ένα έντυπο όπως αυτό που προσεκόμισε ο Donner (σχετικό με το τέλος κλπ., σημείωμα της 8. 3. 1982, ΦΠΑ 4 φιορίνια, τέλος εκτελωνισμού και προμήθεια 8,10 φιορίνια).
Τα κράτη μέλη μπορούν ακόμη να διατηρούν τους φραγμούς στις εμπορευματικές συναλλαγές στο πλαίσιο διατηρήσεως του εθνικού φορολογικού συστήματος, αλλά η διατήρηση των φραγμών αυτών περιορίζεται αυστηρά, απαγορεύεται δε η χρέωση του κόστους των συναφών διοικητικών ενεργειών.
Στην υπό κρίση υπόθεση, το επίδικο τέλος εισπράττεται από το κράτος σε σχέση με την επιβολή του ΦΠΑ. Τα ταχυδρομεία μεσολαβούν μάλλον ως επίκουροι των τελωνείων παρά προς το συμφέρον του παραλήπτου, το δε επίδικο τέλος αποτελεί την αποζημίωση για τις διοικητικές ενέργειες, στις οποίες προβαίνει το κράτος προς είσπραξη του οφειλόμενου φόρου κύκλου εργασιών.
Ο Donner υποστηρίζει ότι πρέπει να αντιμετωπιστεί με τον αναγκαίο σκεπτικισμό η άποψη, κατά την οποία η Υπηρεσία Ταχυδρομείων πρέπει να εξομοιωθεί με ιδιωτικό μεταφορέα. Η υποχρέωση των ταχυδρομείων να μεταφέρουν τα δέματα και οι ανώτατες τιμές και τα τέλη καθορίζονται από τις διεθνείς συμβάσεις και την εθνική νομοθεσία, τα δε έσοδα εισρέουν στον κρατικό προϋπολογισμό.
Η δυνατότητα αποστολής των βιβλίων με άλλους τρόπους και η δυνατότητα αυτοπρόσωπης υποβολής της διασαφήσεως δεν αποτελούν πραγματικές εναλλακτικές λύσεις. Τα ταχυδρομεία κατέχουν, ως προς τα δέματα, ένα de facto μονοπώλιο, λόγω του δικτύου των σχέσεων και των τιμολογίων τους.
Για τις τελωνειακές πράξεις τα ταχυδρομεία καθιέρωσαν μια διαδικασία εν συνεν-νοήσει και σε συνεργασία με τα τελωνεία. Θα προκαλούσε έκπληξη το γεγονός ότι κάποιος επιθυμεί να μην ακολουθήσει τη διαδικασία αυτή. Αναζητώντας ο ίδιος μια άλλη διαδικασία, θα διεπίστωνε ότι είναι πολύ περίπλοκη.
Η άποψη της Υπηρεσίας TT είναι ότι παρέχει υπηρεσίες για τις οποίες πρέπει να αμείβεται. Ο ενάγων, όμως, της κυρίας δίκης φρονεί ότι η διαφορά πρέπει να εξεταστεί υπό άλλο πρίσμα. Ως καταναλωτής και επιχειρηματίας είναι αναγκασμένος να αποδεχθεί το εμπόδιο που συνιστά η είσπραξη του φόρου κύκλου εργασιών, αλλά εναντιώνεται στο να επιβαρυνθεί με το κόστος που συνεπάγεται η εν λόγω είσπραξη. Πράγματι, το δημόσιο/Υπηρεσία TT ζητεί από το φορολογούμενο να επιβαρυνθεί με το κόστος που προκαλεί το δημόσιο/φορολογικές αρχές, αντί να επιτύχει την επιστροφή μέσω συμψηφισμού με τις φορολογικές αρχές.
Ο Donner καταλήγει ισχυριζόμενος ότι οι υποχρεωτικές καταβολές όπως τα ποσά που εισπράττει η Υπηρεσία TT υπό την ονομασία «τέλος εκτελωνισμού» και «προμήθεια», συνιστούν, καθόσον αφορούν μεταφορές μεταξύ κρατών μελών, επιβαρύνσεις αντίθετες προς τις απαγορεύσεις του κοινοτικού δικαίου.
Η ολλανδική κυβέρνηση αναφέρει, πρώτον, ότι η Υπηρεσία TT μεσολαβεί ως επιχείρηση μεταφορών και ότι δεν πρόκειται, εν προκειμένω, για το μονοπώλιο της μεταφοράς των επιστολών. Η υπό κρίση υπόθεση αφορά τη μεταφορά δεμάτων, η οποία είναι ελεύθερη και διενεργείται από διάφορες επιχειρήσεις μεταφορών. Όταν ένα δέμα αποστέλλεται από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στις Κάτω Χώρες, η μεταφορά διενεργείται κατόπιν αιτήσεως του αποστολέα, ο οποίος συνάπτει με τη γερμανική Ταχυδρομική Υπηρεσία σύμβαση μεταφοράς. Η γερμανική Ταχυδρομική Υπηρεσία αναλαμβάνει την παράδοση του δέματος στον παραλήπτη. Η Υπηρεσία TT εκπληρώνει μέρος των υποχρεώσεων της γερμανικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας, δυνάμει των συμφωνιών που έχουν συνάψει οι δύο υπηρεσίες. Η μεταφορά δεν συνεπάγεται συμβατικές σχέσεις με τον παραλήπτη. Η σύμβαση μεταφοράς είναι σύμβαση ιδιωτικού δικαίου.
Ο αποστολέας δεν υποχρεούται καθόλου να συνάψει σύμβαση μεταφοράς με μια ταχυδρομική υπηρεσία. Υπάρχουν άλλες δυνατότητες αποστολής στον παραλήπτη. Στην επιλογή του τρόπου μεταφοράς προβαίνει ο αποστολέας, έστω και αν αυτός επιλέγει κατά κανόνα τον τρόπο μεταφοράς κατόπιν συμφωνίας με τον παραλήπτη. Ο αγοραστής φέρει το κόστος μεταφοράς και τα συναφή έξοδα. Η τελευταία αυτή συμφωνία μπορεί να είναι σιωπηρή, όταν ο αγοραστής αφήνει στον πωλητή την επιλογή του μέσου μεταφοράς.
Οι όροι υπό τους οποίους η Υπηρεσία TT συνάπτει μία σύμβαση καθορίζονται στην παγκόσμια ταχυδρομική σύμβαση της Οττάβας, όπως τροποποιήθηκε από την παγκόσμια ταχυδρομική σύμβαση της Λωζάνης, στο νόμο περί καθορισμού των καθηκόντων της Υπηρεσίας TT, στο νόμο περί Ταχυδρομικής Υπηρεσίας, στο διάταγμα περί της διεθνούς Ταχυδρομικής Υπηρεσίας και στην απόφαση περί διεθνούς Ταχυδρομικής Υπηρεσίας. Σημαντικές διατάξεις για την υπό κρίση υπόθεση είναι τα άρθρα 5 και 7 του διατάγματος περί της διεθνούς Ταχυδρομικής Υπηρεσίας και τα άρθρα 13 και 25 της αποφάσεως περί της διεθνούς Ταχυδρομικής Υπηρεσίας. Οι κανόνες που περιέχονται στις ανωτέρω διατάξεις αποτελούν μεν πρότυπους όρους, βάσει των οποίων καθορίζεται το περιεχόμενο της συναπτόμενης συμβάσεως μεταφοράς, αυτό δεν σημαίνει όμως ότι η μεταφορά δεν διενεργείται με τη συμφωνία και του αποστολέα.
Κατά την εισαγωγή εμπορευμάτων στις Κάτω Χώρες από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας δεν επιβάλλεται εισαγωγικός δασμός, αλλά φόρος κύκλου εργασιών με τον ίδιο συντελεστή που ισχύει για τις συμβάσεις αγοράς που συνάπτονται στο εθνικό έδαφος σύμφωνα με το ισχύον κοινοτικό δίκαιο. Ο φόρος κύκλου εργασιών εισπράττεται επί των εισαγόμενων εμπορευμάτων, σύμφωνα με τη διαδικασία εισπράξεως των εισαγωγικών δασμών. Τα εμπορεύματα αποτελούν αντικείμενο διασαφήσεως, η οποία ελέγχεται. Οι φορολογικές αρχές καθορίζουν το ποσό του φόρου κύκλου εργασιών και τον εισπράττουν κατά την εισαγωγή. Το έργο αυτό έχει αναλάβει η Διεύθυνση Τελωνείων και Ειδικών Φόρων Καταναλώσεως. Ο νόμος αυτός ορίζει ότι οι εισαγωγικοί δασμοί οφείλονται από τον υποβάλλοντα τη διασάφηση, δηλαδή τον εισαγωγέα ή τον παραλήπτη ή ακόμη την επιχείρηση μεταφορών.
Ανάλογα με τον τρόπο μεταφοράς που έχει επιλεγεί, η Υπηρεσία Φορολογίας παρέχει στους ενδιαφερόμενους διάφορες δυνατότητες όσον αφορά την υποβολή της διασαφήσεως και τον έλεγχο, πράξεις που μπορεί να γίνουν στο γραφείο φορολογικής αρχής (κυρίως για τις οδικές μεταφορές), στο γραφείο εκτελωνισμού μιας ιδιωτικής επιχειρήσεως, η οποία έχει ορισθεί και αναγνωρισθεί από τις φορολογικές αρχές, σε γραφείο εκτελωνισμού της ολλανδικής εταιρίας σιδηροδρόμων, σε «αποθήκη» (γραφείο εκτελωνισμού) της Υπηρεσίας TT ή, τέλος, στο τραίνο από υπαλλήλους των τελωνείων. Οι φορολογικές αρχές δεν χρεώνουν κανένα ποσό για την παραλαβή της διασαφήσεως, τον έλεγχο των στοιχείων και την είσπραξη του φόρου κύκλου εργασιών, όταν οφείλεται τέτοιος φόρος, αυτό όμως δεν αποκλείει τη δυνατότητα να ζητηθεί η καταβολή ποσού για τη φύλαξη και την προσκόμιση του εμπορεύματος από την επιχείρηση μεταφορών που έχει επιλεγεί.
Αφού ανεφέρθηκε στις διαδικασίες που ακολουθούνται κατά την εισαγωγή εμπορευμάτων που μεταφέρονται από μετακο-μιστή εμπορευμάτων (διεθνή μεταφορέα), από τους ολλανδικούς σιδηροδρόμους και από ιδιώτη που ταξιδεύει με τραίνο, η ολλανδική κυβέρνηση αναλύει τη διαδικασία εκτελωνισμού για τα εμπορεύματα που μεταφέρονται από την Υπηρεσία TT. Η εν λόγω Υπηρεσία μεταφέρει τα εμπορεύματα στην αποθήκη του ταχυδρομείου· πρόκειται για γραφείο εκτελωνισμού το οποίο διευθύνει η Υπηρεσία TT. Η Υπηρεσία διατηρεί εκεί τα εμπορεύματα, μέχρις ότου επιτραπεί η εισαγωγή τους από το τελωνείο. Η Υπηρεσία TT ειδοποιεί τον παραλήπτη για την άφιξη του δέματος και για την υποχρέωση υποβολής διασαφήσεως εισαγωγής. Στην ειδοποίηση διευκρινίζεται ότι η διασάφηση μπορεί να υποβληθεί με δύο τρόπους:
α)
από τον ίδιο τον παραλήπτη·
6)
κατόπιν αιτήσεως του παραλήπτη από την Υπηρεσία TT για λογαριασμό του.
Αν ο παραλήπτης προτιμήσει να υποβάλει ο ίδιος τη διασάφηση, πρέπει να πάει στο γραφείο εισπράξεως εισαγωγικών δασμών, να προβεί σε διασάφηση του εμπορεύματος και να καταβάλει τον οφειλόμενο φόρο. Με τα έντυπα που έχει λάβει από το εν λόγω γραφείο, ο παραλήπτης πρέπει μετά να πάει στο γραφείο εκτελωνισμού της Υπηρεσίας TT, όπου το τελωνείο ελέγχει το δέμα. Αν συμφωνούν όλα τα στοιχεία, το δέμα παραδίνεται στον παραλήπτη. Η Υπηρεσία TT δεν επιβάλλει στις περιπτώσεις αυτές «τέλος εκτελωνισμού» ούτε «προμήθεια». Επίσης δεν απαιτεί την καταβολή οποιουδήποτε ποσού για τις υπηρεσίες που παρέχει το δημόσιο ταμείο και το τελωνείο.
Αν ο παραλήπτης επιθυμεί να υποβάλει τη διασάφηση η Υπηρεσία TT, πρέπει να το ζητήσει εγγράφως επί του εντύπου, με το οποίο ειδοποιείται για την άφιξη του δέματος, αναφέροντας στο ίδιο έντυπο ορισμένα στοιχεία, όπως μεταξύ άλλων, το είδος του εμπορεύματος και την αξία του. Η Υπηρεσία TT προβαίνει στη διασάφηση εισαγωγής, συμπληρώνοντας και καταθέτοντας το απαιτούμενο έντυπο στον υπάλληλο του τελωνείου, ο οποίος βρίσκεται στο γραφείο εκτελωνισμού. Η Υπηρεσία TT καταβάλλει τον οφειλόμενο φόρο κύκλου εργασιών. Το τελωνείο ελέγχει αν τα στοιχεία της διασαφήσεως συμφωνούν με τα εμπορεύματα, πράξη για την οποία η Υπηρεσία TT οφείλει, αν είναι αναγκαίο, να ανοίξει το δέμα και να το κλείσει εκ νέου μετά τον έλεγχο. Εν συνεχεία, το δέμα μπορεί, αν τα στοιχεία συμφωνούν, να εισαχθεί. Η Υπηρεσία TT το μεταφέρει
στον παραλήπτη, αλλά το παραδίνει μόνον αφού ο τελευταίος καταβάλει το φόρο κύκλου εργασιών και τα έξοδα. Στην περίπτωση αυτή, τα έξοδα αποτελούνται από το «τέλος εκτελωνισμού», δηλαδή την αποζημίωση για τη φύλαξη των εμπορευμάτων ενόψει του τελωνειακού ελέγχου, (τώρα 3,40 φιορίνια το δέμα) και την «προμήθεια», δηλαδή την αμοιβή για τη διασάφηση (τώρα 4 φιορίνια το δέμα). Κανένα ποσό δεν χρεώνεται για τις υπηρεσίες του δημοσίου ταμείου και του τελωνείου. Ο φόρος κύκλου εργασιών που εισπράττεται από την Υπηρεσία TT, αποδίδεται στις φορολογικές αρχές βάσει μηνιαίου λεπτομερούς απολογισμού.
Οι τελωνειακές αρχές δεν αντλούν κανένα όφελος από την μεσολάβηση της Υπηρεσίας TT, το δε τέλος εκτελωνισμού ή η προμήθεια δεν αποτελούν αντικείμενο συμψηφισμού μεταξύ της Υπηρεσίας TT και των τελωνειακών αρχών. Ποτέ οι τελευταίες δεν εκδίδουν μόνες τους τη διασάφηση εισαγωγής, απλώς την παραλαμβάνουν και την ελέγχουν. Οι τελωνειακές αρχές διευκολύνουν τη διεκπεραίωση των διατυπώσεων υποβολής της διασαφήσεως με την εγκατάσταση τελωνειακών γραφείων κοντά στα γραφεία της Υπηρεσίας TT και στους σιδηροδρόμους. Επιπλέον, το σύστημα αυτό δεν προκαλεί μείωση του κόστους εισπράξεως του φόρου κύκλου εργασιών.
Η σύμβαση μεταφοράς αποτελεί τη νομική βάση για τη χρέωση του «τέλους εκτελωνισμού». Η συμφωνηθείσα μεταξύ του αποστολέα και της Υπηρεσίας ŤT διεθνής μεταφορά συνεπάγεται, καθαυτή ότι τα εμπορεύματα πρέπει να βρίσκονται στη διάθεση των τελωνειακών αρχών για να διενεργηθεί ο τελωνειακός έλεγχος. Οι συμβατικοί όροι μεταφοράς ορίζουν ότι ο αποστολέας καταβάλλει τα έξοδα μεταφοράς κατά την αποστολή, το τέλος όμως εκτελωνισμού χρεώνεται από την Υπηρεσία TT στον παραλήπτη κατά την προσκόμιση του δέματος. Ο παραλήπτης δεν έχει συμβληθεί στη σύμβαση. Συνεπώς, δεν υποχρεούται να καταβάλει ένα ορισμένο ποσό.
Η νομική βάση της χρεώσεως της προμήθειας είναι η σύμβαση εντολής. Η Υπηρεσία TT προβαίνει στη διασάφηση κατά την εισαγωγή και καταβάλλει το φόρο κύκλου εργασιών κατόπιν αιτήσεως του παραλήπτη, έναντι καταβολής της καθορισμένης επιβαρύνσεως. Ο παραλήπτης δεν υποχρεούται να ζητήσει από την Υπηρεσία TT να υποβάλει τη διασάφηση. Μπορεί να υποβάλει ο ίδιος τη διασάφηση και να καταβάλει το φόρο κύκλου εργασιών.
Σε πολλές περιπτώσεις, η Υπηρεσία TT δεν αποστέλλει την ειδοποίηση αφίξεως στον παραλήπτη, αλλά υποβάλλει απευθείας τη διασάφηση εισαγωγής. Καταβάλλοντας το τέλος εκτελωνισμού και την προμήθεια κατά την παράδοση του δέματος, ο παραλήπτης αποδέχεται το γεγονός ότι η Υπηρεσία TT υπέβαλε τη διασάφηση και εγκρίνει, κατ' αυτόν τον τρόπο, την εντολή που θεώρησε ως δοθείσα η Υπηρεσία TT. Ο παραλήπτης δεν υποχρεούται πάντως να αποδεχθεί τη διαδικασία αυτή· μπορεί να αρνηθεί να παραλάβει το δέμα, οπότε δεν οφείλει κανένα ποσό.
Στην περίπτωση του δέματος που στάλθηκε στον Donner, στις 21 Σεπτεμβρίου 1979, η Υπηρεσία TΤ ενήργησε κατά τον τρόπο αυτόν. Με τα αντικείμενα που στάλθηκαν μεταγενέστερα στον Donner έστελνε πάντοτε την ειδοποίηση αφίξεως, εκείνος δε ζητούσε από την Υπηρεσία TT να υποβάλει αυτή τη διασάφηση εισαγωγής.
Δεν είναι ορθό το συμπέρασμα ότι οι παραλήπτες υποχρεούνται στην πραγματικότητα να καταβάλλουν τα «τέλη εκτελωνισμού» και την «προμήθεια». Πρόκειται για παροχή υπηρεσιών, η οποία είναι επωφελής από εμπορική άποψη και στην οποία προσφεύγει κανείς ευχαρίστως. Έτσι, η Υπηρεσία TT απαλλάσει τον παραλήπτη από την υποχρέωση υποβολής της διασαφήσεως εισαγωγής και διεκπεραιώσεως των διοικητικών διατυπώσεων, απαιτεί δε για τις υπηρεσίες που παρέχει την καταβολή ενός ελάχιστου ποσού, το οποίο δεν καλύπτει το πραγματικό κόστος. Ο παραλήπτης οφείλει απλώς να καταβάλει στον περιοδεύοντα ταχυδρομικό υπάλληλο, κατά την παραλαβή του δέματος, το φόρο κύκλου εργασιών και το εν λόγω ελάχιστο ποσό. Οι επιχειρήσεις υποβάλλουν συχνά οι ίδιες τη διασάφηση.
Στο πλαίσιο της εξετάσεως του υποβληθέντος στο δικαστήριο ερωτήματος, το ολλανδικό δημόσιο παρατηρεί κατά πρώτο, ότι οι υπηρεσίες που παρέχει η Υπηρεσία TT συνδέονται στενά με την είσπραξη του φόρου κύκλου εργασιών κατά την εισαγωγή. Η παροχή αυτή υπηρεσιών δεν αντίκειται στην πολιτική της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Η ολλανδική κυβέρνηση αναφέρει την απόφαση των αντιπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών, της 18ης Δεκεμβρίου 1978 (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 31), να μην εισπράττονται πλέον τέλη προσκομίσεως στο τελωνείο για εμπορεύματα που απολαύουν, κατά την εισαγωγή ατέλειας από τους φόρους κύκλου εργασιών και των ειδικών φόρων καταναλώσεως, το πρόγραμμα της Επιτροπής περί της απλοποιήσεως των διαδικασιών (ΕΕ C 244 της 24. 9. 1981, σ. 4) και την οδηγία 74/651 του Συμβουλίου περί φορολογικών ατελειών (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/01, σ. 43). Τα κείμενα αυτά επιτρέπουν τη διαπίστωση ότι τα εμπόδια, που προκαλεί στα σύνορα η είσπραξη του ΦΠΑ, μπορούν να καταργηθούν μόνο με την εναρμόνιση των νομοθεσιών.
Όσον αφορά τις αποφάσεις που επικαλέστηκε ο Donner, οι περιπτώσεις που εξετάσθηκαν στις αποφάσεις αυτές έχουν ως κοινό στοιχείο το ότι ο εισαγωγέας δεν μπορούσε να αποφύγει την καταβολή των επιβαρύνσεων κατά κανένα τρόπο και ότι αυτές δεν αποτελούσαν αποζημιώσεις (αμοιβή), για παρεχόμενες ειδικά στον εισαγωγέα ή στον εξαγωγέα υπηρεσίες.
Το «τέλος εκτελωνισμού» και η «προμήθεια» χρεώθηκαν στον Donner για τις ειδικές υπηρεσίες που του παρασχέθηκαν: η φύλαξη των βιβλίων που προορίζονται για τον Donner, προκειμένου να διενεργηθεί ο τελωνειακός έλεγχος και η διασάφηση εισαγωγής που υπέβαλε η Υπηρεσία TT κατόπιν αιτήσεως του Donner. Ο Donner δεν είχε υποχρέωση να καταβάλει «τέλη εκτελωνισμού» και «προμήθεια» στην Υπηρεσία TT, μπορούσε δε να συμφωνήσει με τους πωλητές των βιβλίων τη χρησιμοποίηση άλλου τρόπου μεταφοράς. Μπορούσε να πάει ο ίδιος να παραλάβει τα βιβλία ή να τα μεταφέρει ένας φίλος τους. Μπορούσε επίσης να υποβάλει ο ίδιος τη διασάφηση εισαγωγής.
Η υπό κρίση υπόθεση μπορεί να συγκριθεί με την αναφερόμενη στους εκτελωνιστές απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Οκτωβρίου 1979, στην οποία το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι ιταλικές νομοθετικές διατάξεις που αφορούν τις υπηρεσίες που παρέχουν οι ανεγνωρισμένοι εκτελωνιστές, δεν αποτελούσαν ποσοτικούς περιορισμούς κατά την εισαγωγή, διότι οι κύριοι των εμπορευμάτων μπορούσαν να υποβάλουν τη διασάφηση μέσω άλλων προσώπων, εκτός των εκτελωνιστών, ή ακόμη και να την υποβάλουν οι ίδιοι.
Η Επιτροπή έχει επίσης τη γνώμη ότι η χρέωση από την ταχυδρομική υπηρεσία ενός ποσού για τη διεκπεραίωση των διατυπώσεων εισαγωγής δεν είναι αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο, όπως προκύπτει και από τις απαντήσεις που έδωσε σε γραπτές ερωτήσεις μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Η ολλανδική κυβέρνηση καταλήγει εν συ-μπεράσματι ότι πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε ο Kantonrechter της Χάγης.
Η βρετανική κυβέρνηση θεωρεί ότι ένα κράτος μέλος μπορεί νόμιμα να απαιτήσει την προσκόμιση των εμπορευμάτων για εκτελωνισμό, εφόσον η προσκόμιση αυτή είναι αναγκαία για κοινοτικούς σκοπούς και προς εκτέλεση της αποφάσεως της 21ης Απριλίου 1970 περί αντικαταστάσεως των χρηματικών συνεισφορών των κρατών μελών από ιδίους πόρους των Κοινοτήτων (JO L 94, 1970). Ο παραλήπτης ενός δέματος μπορεί, αν το επιθυμεί, να προβεί ο ίδιος σε εκτελωνισμό και να υποβάλει τη διασάφηση ή ακόμη μπορεί να συμφωνήσει με το μεταφορέα να προβεί εκείνος στις εν λόγω ενέργειες, οπότε ο μεταφορέας ζητεί αμοιβή για την παροχή των ανωτέρω υπηρεσιών. Η σύναψη συμβάσεως δεν αντίκειται στο άρθρο 13 της συνθήκης ΕΟΚ, το οποίο δεν έχει έννομες συνέπειες μεταξύ ιδιωτών.
Οι υποθέσεις 84/71, Marimex, Jurispr. 1972, σ. 89, και 8/70, Ιταλία, Jurispr. 1970, σ. 961, διαφέρουν από την παρούσα κατά το ότι οι υπηρεσίες παρείχοντο από το μεταφορέα και όχι από διοικητικό όργανο του κράτους μέλους, προς εξυπηρέτηση αποκλειστικά του συμφέροντος του παραλήπτη.
Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι επιβαρύνσεις είναι νόμιμες, όταν διατίθενται προς κάλυψη του κόστους των ελέγχων που προβλέπονται ρητώς από κοινοτική κανονιστική ρύθμιση ( 1 ) ή στο πλαίσιο διεθνούς συμβάσεως που αποβλέπει στο να ευνοήσει τις ελεύθερες εισαγωγές στην χώρα προορισμού, εφόσον οι εν λόγω επιβαρύνσεις δεν υπερβαίνουν το κόστος των ελέγχων ( 2 ).
Όλα τα κράτη μέλη συμβλήθηκαν στην παγκόσμια ταχυδρομική σύμβαση που υπεγράφη στο Ρίο Ντε Τζανέιρο στις 26 Οκτωβρίου 1979. Η αποστολή ταχυδρομικών δεμάτων, σύμφωνα με τις διαδικασίες που έχουν καθοριστεί σε διεθνές επίπεδο, μάλλον διευκολύνει παρά παρεμποδίζει το ενδοκοινοτικό εμπόριο. Το άρθρο 38, σε συνδυασμό με το άρθρο 24 της συμβάσεως αυτής, επιτρέπει την είσπραξη ενός ειδικού τέλους, όταν η ταχυδρομική υπηρεσία του κράτους που έχει συμβληθεί στη σύμβαση, προσκομίζει το εμπόρευμα για τελωνειακό έλεγχο στη χώρα προορισμού.
Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, επιβαρύνσεις μπορούν επίσης να επιβάλλονται από ένα κράτος μέλος για τις υπηρεσίες που παρέχονται στον εισαγωγέα σε ποσό ανάλογο προς την αξία των υπηρεσιών αυτών. Δεν χωρεί καμιά αμφιβολία όσον αφορά τον αναλογικό χαρακτήρα των επιβαρύνσεων που επιβάλλονται βάσει διεθνούς συμφωνίας.
Το Ηνωμένο Βασίλειο καταλήγει εν συμπε-ράσματι ότι στο ερώτημα που υποβλήθηκε πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση.
Η Επιτροπή εξετάζει, πρώτον, τις διεθνείς ρυθμίσεις και τον τρόπο με τον οποίο οι ρυθμίσεις αυτές εφαρμόσθηκαν στην ολλανδική έννομη τάξη.
Κατά το χρόνο εισπράξεως του επίδικου τέλους ίσχυε η παγκόσμιος ταχυδρομική σύμβαση της Λωζάνης, της 5ης Ιουλίου 1974, καθώς και η σχετική με τα ταχυδρομικά δέματα συμφωνία, η οποία συνήφθη την ίδια ημερομηνία. Στα ανωτέρω κείμενα προβλέπεται η είσπραξη τέλους προσκομίσεως των εμπορευμάτων στο τελωνείο, του οποίου καθορίζεται και το ανώτατο ύψος, για τα δέματα που υποβάλλονται σε τελωνειακό έλεγχο στη χώρα προορισμού.
Η Επιτροπή εξετάξει τις ισχύσουσες στις Κάτω Χώρες νομοθετικές διατάξεις που αφορούν τις αρμοδιότητες της Υπηρεσίας TT και παραθέτει τα κείμενα της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του διατάγματος περί της διεθνούς ταχυδρομικής υπηρεσίας, καθώς και τις παραγράφους 2, 3 και 4 του άρθρου 13 της αποφάσεως περί της διεθνούς Ταχυδρομικής Υπηρεσίας, την οποία έλαβε ο γενικός διευ8υντής της Υπηρεσίας TT.
Στη συνέχεια, η Επιτροπή εξετάζει την κατάσταση στα άλλα κράτη μέλη. Τα περισσότερα κράτη μέλη θέσπισαν ένα τέλος προσκομίσεως στο τελωνείο, διακρίνοντας ταυτόχρονα μεταξύ επιστολών και ταχυδρομικών δεμάτων. Σε όλες αυτές τις χώρες, πρόκειται για ενιαίο τέλος, χωρίς να γίνεται διάκριση, όπως στις Κάτω Χώρες, μεταξύ «τέλους εκτελωνισμού» και «προμήθειας». Σε όλα τα κράτη μέλη το τέλος εισπράττεται μόνον αν η αποστολή ή το ταχυδρομικό δέμα επιβαρύνεται με φόρο προστιθεμένης αξίας.
Στη Γερμανία, τέλος δεν επιβάλλεται πλέον μετά την 1η Ιουλίου 1982. Στην Ιρλανδία εισπράττεται τέτοιο τέλος. Η Επιτροπή δεν μπόρεσε να συγκεντρώσει στοιχεία για το Λουξεμβούργο και την Ελλάδα.
Η Επιτροπή εξετάζει το ερώτημα ακολουθώντας, καταρχάς, τη διάκριση, στην οποία προέβη ο εθνικός δικαστής, μεταξύ «τέλους εκτελωνισμού» και «προμήθειας» και, ακολούθως, διερωτάται αν θα έπρεπε να θεωρηθούν το «τέλος εκτελωνισμού» και η «προμήθεια» ως δύο στοιχεία της ίδιας επιβαρύνσεως.
Η πρώτη προϋπόθεση που απαιτείται για να είναι δυνατό να χαρακτηριστεί μια επιβάρυνση ως επιβάρυνση ισοδύναμου αποτελέσματος προς δασμούς, είναι να επιβάλλεται μονομερώς από το κράτος ή από όργανό του. Κατά την Επιτροπή, δεν ενδιαφέρει αν η χρέωση του «τέλους εκτελωνισμού» και της «προμήθειας» θεωρηθεί ότι στηρίζεται σε σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ή σε πράξη δημοσίου δικαίου. Για να καθοριστεί αν μία επιβάρυνση είναι επιβάρυνση ισοδύναμου αποτελέσματος, αρκεί να διαπιστωθεί αν η τελική αρμοδιότητα για τη χρέωση ενός ορισμένου ποσού, σε μία συγκεκριμένη κατάσταση, στηρίζεται σε πράξη δημοσίου δικαίου. Αν το πράγμα είχε διαφορετικά, κάθε κράτος θα μπορούσε να πλήξει το διεθνές εμπόριο με φόρους, τους οποίους θα εισήγαγε υπό τη μορφή συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου. Η Υπηρεσία TT αντλεί την εξουσία χρεώσεως του τέλους εκτελωνισμού και της προμήθειας από βασιλικό διάταγμα, το οποίο στηρίζεται σε νόμο. Το τέλος προσκομίσεως στο τελωνείο αποτελεί αντικείμενο διεθνών συμβάσεων, με τις οποίες τα συμβαλλόμενα κράτη ανέλαβαν την υποχρέωση να μην υπερβούν ορισμένα ανώτατα όρια.
Μπορεί ακόμη να αναφερθεί η απόφαση των αντιπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών συνερχομένων στα πλαίσια του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978, με την οποία τα κράτη μέλη ανέλαβαν την υποχρέωση να μην εισπράττουν πλέον τέλη προσκομίσεως στο τελωνείο.
Η επιβάρυνση ισοδύναμου αποτελέσματος επιβάλλεται και, συνεπώς, είναι υποχρεωτική για εκείνον, ο οποίος υπόκειται σ' αυτή και δεν μπορεί να αποφύγει την καταβολή της.
Η Επιτροπή δεν συμφωνεί με το επιχείρημα της Υπηρεσίας TT, κατά το οποίο ο ενάγων στην κύρια δίκη μπορούσε να αποφύγει την καταβολή του «τέλους εκτελωνισμού» και της «προμήθειας» επιλέγοντας άλλον τρόπο μεταφοράς. Φρονεί ότι μια επιβάρυνση μπορεί να θεωρηθεί ως επιβάρυνση ισοδύναμου αποτελέσματος, αν επιβάλλεται μόνο στις εισαγωγές που διενεργούνται με ένα συγκεκριμένο μέσο μεταφοράς, όπως παραδείγματος χάρη η μεταφορά με το ταχυδρομείο, χωρίς να θίγει τις άλλες εισαγωγές.
Πάντως, είναι γεγονός ότι ούτε το «τέλος εκτελωνισμού» ούτε η «προμήθεια» εισπράττονται, αν ο παραλήπτης μιας επιστολής ή ενός δέματος προτιμήσει να υποβάλει ο ίδιος τη διασάφηση εισαγωγής. Η Επιτροπή φρονεί ότι γι' αυτόν το λόγο η είσπραξη του «τέλους» και η «προμήθεια» από την Υπηρεσία TT δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επιβάρυνση ισοδύναμου αποτελέσματος προς δασμούς.
Η Επιτροπή δεν υποστηρίζει επίσης την επιχειρηματολογία του ενάγοντος στην κύρια δίκη, κατά την οποία σπάνια δίνεται η ευκαιρία στον παραλήπτη να επιλέξει μεταξύ της δυνατότητας να υποβάλει ο ίδιος τη διασάφηση εισαγωγής και της δυνατότητας να αναθέσει την εκπλήρωση των διατυπώσεων στην Υπηρεσία TT και, επομένως, τα τέλη στην πραγματικότητα επιβάλλονται. Οπως διευκρίνισε η εναγόμενη, ο παραλήπτης δεν υποχρεούται να δεχθεί την κατάσταση αυτή. Μπορεί να αρνηθεί να παραλάβει το δέμα από την Υπηρεσία TT, οπότε δεν υποχρεούται να καταβάλει το τέλος και την προμήθεια, μπορεί δε να υποβάλει ο ίδιος τη διασάφηση εισαγωγής.
Σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεν δεχθεί τον ανωτέρω ισχυρισμό, η Επιτροπή εξετάζει αν οι επιβαρύνσεις μπορούν να θεωρηθούν ως αμοιβή παρεχομένων υπηρεσιών. Το Δικαστήριο εφαρμόζει ιδιαιτέρως αυστηρά κριτήρια στην έννοια αυτή. Αποκλείεται να μην εφαρμοστεί η απαγόρευση, αν η αμοιβή ζητείται για υπηρεσίες, οι οποίες είναι προς όφελος του συνόλου των συναλλαγών. Αντίθετα, η επιβάρυνση πρέπει να θεωρηθεί ως αμοιβή για ειδικό και πραγματικό όφελος που παρέχεται σε εισαγωγέα σε σχέση με τα εισαγόμενα εμπορεύματα. Επιπλέον, η αμοιβή πρέπει να είναι ανάλογη με τις παρεχόμενες υπηρεσίες, αλλά δεν πρέπει κατ' ανάγκη να αντιστοιχεί στα έξοδα που επιβαρύνουν τη διοίκηση.
Υπό το φως της ανωτέρω νομολογίας, η Επιτροπή αμφιβάλλει αν το «τέλος εκτελωνισμού», αυτό καθαυτό, μπορεί να συνιστά αμοιβή υπηρεσίας που παρέχεται πράγματι στον εισαγωγέα. Το «τέλος» οφείλεται για τις πράξεις που συνδέονται με τη δυνατότητα διενέργειας τελωνειακού ελέγχου των εμπορευμάτων, δηλαδή η Υπηρεσία TT πρέπει να μεταφέρει τα εμπορεύματα σε αποθήκη (τελωνειακή αποθήκη), να τα αποθηκεύσει εκεί μέχρις ότου περατωθούν οι διατυπώσεις, να ανοίξει και να κλείσει εκ νέου το δέμα ενώπιον του υπάλληλου των τελωνείων. Οι πράξεις αυτές είναι αναγκαίες, προκειμένου να επιβληθεί ο ΦΠΑ προς το συμφέρον του κράτους, δεν αποφέρουν δε πραγματικό όφελος στον εισαγωγέα. Το δικαίωμα εμπορίας των προϊόντων σε ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τέτοιο όφελος.
Το γεγονός ότι το «τέλος εκτελωνισμού» δεν εισπράττεται είτε όταν ο ενδιαφερόμενος προτιμήσει να υποβάλει ο ίδιος τη διασάφηση εισαγωγής είτε όταν το δέμα απαλλάσσεται του ΦΠΑ, δείχνει ότι η επιβάρυνση αυτή δεν συνιστά αμοιβή παρεχόμενης υπηρεσίας. Γιατί εισπράττεται το «τέλος» στη μία περίπτωση και όχι στην άλλη, αφού η παρεχόμενη «υπηρεσία» είναι ίδια;
Η «προμήθεια» επιβάλλεται για τις ενέργειες, στις οποίες προβαίνει η Υπηρεσία TT, δηλαδή στη διασάφηση εισαγωγής, καθώς και στις άλλες διατυπώσεις, ιδίως στην καταβολή του ΦΠΑ. Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι ενέργειες αυτές μπορούν να θεωρηθούν ως υπηρεσίες που πράγματι παρέχονται στον εισαγωγέα. Διαφορετικά, ο εισαγωγέας πρέπει να πάει ο ίδιος για τις διατυπώσεις στο δημόσιο ταμείο και έπειτα στις αποθήκες της Υπηρεσίας TT, για να παραλάβει το δέμα του. Εφόσον η Υπηρεσία TT προβαίνει στις ανωτέρω πράξεις, μπορεί να ζητήσει αμοιβή ανάλογη προς το όφελος που αποκομίζει ο εισαγωγέας.
Παρά τη διάκριση που ισχύει στις Κάτω Χώρες, μπορεί κανείς να διερωτηθεί, πάντως, αν το «τέλος εκτελωνισμού» και η «προμήθεια» δεν συνιστούν στην πραγματικότητα μία ενιαία επιβάρυνση. Σε όλα τα άλλα κράτη μέλη υφίσταται μία μόνο επιβάρυνση, η οποία, εν αναφορά προς τις διεθνείς ρυθμίσεις, καλύπτει όλες τις πράξεις που συνδέονται με τη διασάφηση εισαγωγής των εμπορευμάτων.
Στην περίπτωση αυτή, είναι αναγκαίο να εξεταστεί αν το συνολικό ύψος του «τέλους εκτελωνισμού» και της «προμή9ειας» αντιστοιχεί στο όφελος που ο εισαγωγέας αντλεί από το γεγονός ότι η Υπηρεσία TT διεκπεραιώνει για λογαριασμό του τις φορολογικές διατυπώσεις.
Η Επιτροπή τονίζει ότι, κατά τη γνώμη της, η προμήθεια (ή το τέλος εκτελωνισμού και η προμήθεια, θεωρούμενων ως ένα σύνολο), μπορούν να συνιστούν αμοιβή παρεχόμενης υπηρεσίας, μόνον αν οι φορολογικές διατυπώσεις πρέπει πράγματι να συντελεσθούν, δηλαδή αν το εν λόγω προϊόν δεν απαλλάσσεται της καταβολής ΦΠΑ.
Η Επιτροπή προτείνει στο Δικαστήριο να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε ο ειρηνοδίκης:
«Τα ποσά που καταλογίζει η ολλανδική Υπηρεσία Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών ως τέλη διοικητικών διατυπώσεων κατά την εισαγωγή και ως προμήθεια και χρεώνονται στον παραλήπτη δέματος εμπορευμάτων (βιβλίων) που απεστάλη από άλλο κράτος μέλος, ταχυδρομικώς, σε παραλήπτη κάτοικο Κάτω Χωρών, δεν εμπίπτουν στην απαγόρευση των επιβαρύνσεων ισοδύναμου αποτελέσματος προς δασμούς που απαγγέλουν τα άρθρα 9, 12 και 13 της συνθήκης, αν τα ποσά αυτά δεν οφείλονται, όταν ο παραλήπτης υποβάλει ο ίδιος τη διασάφηση εισαγωγής των εμπορευμάτων.»
Απάντηση της ολλανδικής κυβερνήσεως στα ερωτήματα που έθεσε το Δικαστήριο
Η Υπηρεσία TT διαθέτει στις περισσότερες περιπτώσεις επαρκή στοιχεία για να προβεί στην τελωνειακή διασάφηση ενός δέματος βιβλίων, χωρίς να απαιτείται η μεσολάβηση του παραλήπτη, γιατί κάθε δέμα βιβλίων που διέρχεται τα σύνορα συνοδεύεται από ένα έντυπο και μία τελωνειακή διασάφηση, επί των οποίων ο αποστολέας σημειώνει το περιεχόμενο του δέματος και την αξία του. Κατά κανόνα, το τιμολόγιο συνοδεύει το δέμα, η δε Υπηρεσία TT έχει την εξουσία να ανοίγει τα δέματα. Αν το τιμολόγιο δεν επισυναφθεί, η Υπηρεσία TT μπορεί βάσει αποφάσεως του υπουργού οικονομικών, να δηλώνει αξία κατ' αποκοπή 20 φιορίνια ανά χιλιόγραμμο μεικτού βάρους.
Αν η Υπηρεσία TT δεν διαθέτει τα αναγκαία στοιχεία, αποστέλλεται η ειδοποίηση αφίξεως στον παραλήπτη, ο οποίος παρέχει τα στοιχεία αυτά.
Αν ο παραλήπτης υποβάλει ο ίδιος την τελωνειακή διασάφηση, πρέπει να πάει στο γραφείο εκτελωνισμού για να διενεργηθεί ο έλεγχος από υπάλληλο των τελωνείων. Αν ο υπάλληλος των τελωνείων διαπιστώσει ότι το περιεχόμενο και/ή η αξία δεν αντιστοιχούν με τα στοιχεία της διασαφήσεως, υποβάλλει ερωτήσεις στον παραλήπτη, προκειμένου να καθορίσει τις συνέπειες της ψευδούς δηλώσεως. Για το λόγο αυτό η παρουσία του παραλήπτη είναι απαραίτητη' η Υπηρεσία TT δεν μπορεί να παράσχει, αντ' αυτού, εξηγήσεις κατά τη διενέργεια του ελέγχου.
Αν η Υπηρεσία TT υποβάλει η ίδια τη διασάφηση και από τον έλεγχο προκύψει ότι η διασάφηση δεν υποβλήθηκε ορθώς, θεωρείται πάντοτε ότι δεν υφίσταται πταίσμα της Υπηρεσίας TT, μόνη δε συνέπεια είναι ο εκ νέου υπολογισμός του ΦΠΑ.
Δεν υπάρχει περίπτωση, κατά την οποία η Υπηρεσία TT ζητεί την καταβολή «τέλους εκτελωνισμού», χωρίς να ζητήσει την καταβολή «προμήθειας» ή αντιστρόφως.
III — Προφορική διαδικασία
Κατά τη συνεδρίαση της 7ης Οκτωβρίου 1982 ο εκπρόσωπος της Επιτροπής Thomas van Rijn, ανέπτυξε προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου τις παρατηρήσεις του.
Η Επιτροπή αμφιβάλλει αν υπάρχει στην πραγματικότητα δυνατότητα επιλογής για τον ιδιώτη, δεδομένου ότι οι ταχυδρομικές υπηρεσίες παραδίνουν το δέμα στην κατοικία, χωρίς να στείλουν προηγουμένως την ειδοποίηση αφίξεως. Στην πρακτική, πρόκειται για επιβαλλόμενο τέλος.
Επιπλέον, διερωτάται κανείς αν είναι πράγματι απαραίτητο να διεκπεραιώσει πολύπλοκες διατυπώσεις ο ιδιώτης που επιθυμεί να υποβάλει ο ίδιος τη διασάφηση, δεδομένου ότι όλα τα αναγκαία στοιχεία περιέχονται ήδη στο τελωνειακό έγγραφο C 2/CP 3, που φέρει τον τίτλο «τελωνειακή διασάφηση». Εξάλλου, η διασάφηση που υποβάλλουν οι ταχυδρομικές υπηρεσίες είναι πολύ απλή, αποτελείται δε μόνο από μία γραμμή. Ενόψει των στοιχείων αυτών, δεν μπορεί να γίνει λόγος για παρεχόμενη υπηρεσία.
Η παρουσία κατά το άνοιγμα και το κλείσιμο των δεμάτων δεν απαιτείται παρά μόνο για πολύ μικρό αριθμό δεμάτων, τα οποία πράγματι ελέγχονται, ενώ η αποθήκευση αποτελεί απλώς συνηθισμένη διαδικασία των διεθνών μεταφορών και δεν αντιπροσωπεύει παρεχόμενη υπηρεσία.
Η Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο να αποφανθεί λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση στις Κάτω Χώρες αφενός, και στα άλλα κράτη μέλη αφετέρου.
Η γενική εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις της στη συνεδρίαση της 11ης Νοεμβρίου 1982.
Σκεπτικό
1
Με απόφαση της 8ης Ιανουαρίου 1982, που περιήλθε στο Δικαστήριο την 1η Φεβρουαρίου 1982, ο Kantonrechter της Χάγης υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ, ένα προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 13 της συνθήκης, για να μπορέσει να κρίνει αν συμβιβάζεται με τη συνθήκη η είσπραξη από την ολλανδική Υπηρεσία Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών «τελών εκτελωνισμού» και «προμηθειών» λόγω της εισαγωγής βιβλίων από άλλο κράτος μέλος.
2
Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ ενός ιδιώτη, ενάγοντος στην κυρία δίκη, και της ολλανδικής Υπηρεσίας Ταχυδρομείων. Ο ενάγων στην κυρία δίκη είχε παραγγείλει αρκετά δέματα βιβλίων σε ορισμένους προμηθευτές εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη, όφειλε δε να καταβάλει το φόρο κύκλου εργασιών (ΦΠΑ) επί των εμπορευμάτων αυτών. Η Υπηρεσία Ταχυδρομείων προβαίνει στη διασάφηση εισαγωγής των εμπορευμάτων και καταβάλλει τα ποσά που οφείλονται ως ΦΠΑ είτε αυτεπάγγελτα είτε αφού αποστείλει μια ειδοποίηση αφίξεως ζητώντας από τον παραλήπτη να δηλώσει αν επιθυμεί να προβεί στις διατυπώσεις αυτές η Υπηρεσία Ταχυδρομείων ή αν προτιμά να τις διεκπεραιώσει ο ίδιος. Κατά την παράδοση των δεμάτων στην κατοικία του, ο ενάγων στην κυρία δίκη έπρεπε να πληρώσει στον υπάλληλο της Υπηρεσίας Ταχυδρομείων όχι μόνο τα ποσά που είχαν καταβληθεί στις φορολογικές αρχές ως ΦΠΑ, αλλά και ορισμένα ποσά που η Υπηρεσία εισέπραττε για δικό της λογαριασμό ως «τέλος εκτελωνισμού» και «προμήθεια».
3
Ο ενάγων στην κυρία δίκη, ο οποίος αμφισβητεί τη νομιμότητα της εισπράξεως από την Υπηρεσία Ταχυδρομείων των εν λόγω ποσών που θεωρεί ως επιβάρυνση ισοδύναμου αποτελέσματος προς δασμούς, απαγορευμένη από το άρθρο 13 της συνθήκης ΕΟΚ, κατέθεσε αγωγή αναζητήσεως αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού ενώπιον του Kantongerecht της Χάγης. Υποστηρίζει ότι, ναι μεν τα κράτη μέλη μπορούν ακόμη να διατηρούν τους φραγμούς στο εμπόριο στο πλαίσιο του εθνικού φορολογικού συστήματος, η διατήρηση όμως των εμποδίων περιορίζεται αυστηρά και απαγορεύεται η χρέωση του κόστους των διοικητικών ενεργειών που συνδέονται με αυτά. Εν προκειμένω, τα επίδικα τέλη και προμήθειες εισπράττονται πράγματι από το κράτος και έχουν σχέση με τη διατήρηση του ΦΠΑ. Η Υπηρεσία Ταχυδρομείων, η οποία είναι κρατική υπηρεσία, χωρίς ίδια προσωπικότητα, οι σχέσεις της οποίας με το κοινό διέπονται από το νόμο και από κανονιστικές διατάξεις, παρεμβάλλεται μάλλον ως βοηθός του τελωνείου παρά προς το συμφέρον του παραλήπτη, ot δε επίδικες επιβαρύνσεις αποτελούν αποζημίωση για διοικητικές ενέργειες, στις οποίες προβαίνει το κράτος προς είσπραξη του οφειλόμενου ΦΠΑ.
4
Κατά την Υπηρεσία Ταχυδρομείων, το τέλος εκτελωνισμού και η προμήθεια δεν συνιστούν επιβαρύνσεις ισοδύναμου αποτελέσματος προς δασμούς. Η Υπηρεσία δεν έχει το μονοπώλιο μεταφοράς δεμάτων, ο δε αποστολέας και ο παραλήπτης μπορούν να χρησιμοποιήσουν, κατόπιν συμφωνίας, άλλο μέσο μεταφοράς. 'Εστω και αν το δέμα είχε αποσταλεί με το ταχυδρομείο, ο παραλήπτης μπορούσε να προβεί ο ίδιος στις διατυπώσεις εισαγωγής, περίπτωση κατά την οποία δεν θα οφειλόταν κανένα τέλος ή προμήθεια στην Υπηρεσία.
5
Στο πλαίσιο αυτό ο Kantonrechter υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Η απαγόρευση των επιβαρύνσεων ισοδύναμου αποτελέσματος προς δασμούς, που απαγγέλλει το άρθρο 13 της συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας εφαρμόζεται στα ποσά που καταλογίζει η ολλανδική Υπηρεσία Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών:
α)
ως “τέλος εκτελωνισμού”, το οποίο χρεώνεται στον παραλήπτη δέματος εμπορευμάτων (βιβλίων) που απεστάλη ταχυδρομικώς από άλλο κράτος μέλος στον εν λόγω παραλήπτη, κάτοικο Κάτω Χωρών, προκειμένου να υποβληθούν τα εμπορεύματα στον αναγκαίο τελωνειακό έλεγχο προς επιβολή του φόρου κύκλου εργασιών.
β)
ως “προμήθεια”, η οποία χρεώνεται στον παραλήπτη για την έκδοση της διασαφήσεως εισαγωγής των εμπορευμάτων που υποβάλλεται στις φορολογικές αρχές κατόπιν αιτήσεως του παραλήπτη ή τουλάχιστον για λογαριασμό του;»
6
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέσχε η Υπηρεσία Ταχυδρομείων, δεν υπάρχει περίπτωση που το τέλος εκτελωνισμού χρεώνεται χωριστά από την προμήθεια, σε άλλα δε κράτη μέλη που οι ταχυδρομικές υπηρεσίες επιβάλλουν ανάλογες επιβαρύνσεις, πρόκειται για ενιαίο τέλος, το οποίο αποκαλείται «τέλος προσκομίσεως στο τελωνείο». Πρέπει, επομένως, να εξεταστούν μαζί τα δύο σκέλη του ερωτήματος που υπέβαλε ο Kantonrechter.
7
Όπως έχει επανειλλημένως δεχθεί το Δικαστήριο, ιδίως με τις αποφάσεις της 25ης Ιανουαρίου 1977 (Bauhuis, 46/76, Jurispr. σ. 5) και της 28ης Ιουνίου 1978 (Simmenthai, 70/77, Jurispr. σ. 1453), κάθε χρηματική, επιβάρυνση, που επιβάλλεται μονομερώς, ασχέτως της ονομασίας της και της τεχνικής της, και η οποία πλήττει τα εμπορεύματα λόγω του ότι διέρχονται τα σύνορα, όταν δεν αποτελεί καθαυτό δασμό, συνιστά επιβάρυνση ισοδύναμου αποτελέσματος κατά την έννοια των άρθρων 12 και επ. της συνθήκης, εκτός αν ανάγεται σε γενικό σύστημα εσωτερικών εισφορών, στο οποίο εμπίπτουν συστηματικά, σύμφωνα με τα ίδια κριτήρια και στο ίδιο στάδιο εμπορίας, εγχώρια και εισαγόμενα προϊόντα, οπότε υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 95 της συνθήκης. Παρόμοια επιβάρυνση δεν χαρακτηρίζεται, πάντως, ως επιβάρυνση ισοδύναμου αποτελέσματος αν συνιστά την αμοιβή για υπηρεσία που πράγματι παρέχεται στον εισαγωγέα ή στον εξαγωγέα, ύψους ανάλογου προς παρεχόμενη υπηρεσία.
8
Εν προκειμένω, η επιβολή του φόρου κύκλου εργασιών δεν αποτελεί επιβάρυνση ισοδύναμου αποτελέσματος προς δασμούς. Όπως έχει ήδη δεχθεί το Δικαστήριο στην απόφαση της 5ης Μαΐου 1982 (Schul, 15/81, Συλλογή σ. 1409), ένας τέτοιος φόρος αποτελεί μέρος του κοινού συστήματος του ΦΠΑ, με το οποίο έχει καθιερωθεί ένας ομοιόμορφος φορολογικός μηχανισμός που πλήττει συστηματικά και με αντικειμενικά κριτήρια τόσο τις πράξεις εντός των κρατών μελών, όσο και τις πράξεις εισαγωγής. Πρέπει, συνεπώς να θεωρηθεί ότι η επιβάρυνση αυτή αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα ενός γενικού συστήματος εσωτερικών φόρων, κατά την έννοια του άρθρου 95 της συνθήκης.
9
Η είσπραξη πάντως από το κράτος του φόρου κύκλου εργασιών απαιτεί, ελλείψει πλήρους εναρμονίσεως του συστήματος του ΦΠΑ στην Κοινότητα, ορισμένες διατυπώσεις κατά την εισαγωγή των εμπορευμάτων που υπόκεινται στο φόρο αυτό. Υπό τις συνθήκες αυτές, το προδικαστικό ερώτημα πρέπει να ληφθεί υπό την έννοια ότι αναφέρεται στο αν η χρηματική επιβάρυνση που επιβάλλει η Υπηρεσία Ταχυδρομείων για τη διεκπεραίωση των εν λόγω διατυπώσεων για λογαριασμό του παραλήπτη, συνιστά επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εισαγωγικό δασμό, σύμφωνα με το άρθρο 13 της συνθήκης. Σχετικά, πρέπει πρώτα να εξεταστεί αν η επιβάρυνση αυτή επιβάλλεται μονομερώς.
10
Η Υπηρεσία Ταχυδρομείων ισχυρίσθηκε πρώτον ότι ο αποστολέας και ο παραλήπτης μπορούσαν να επιλέξουν άλλο μέσο μεταφοράς για τα εν λόγω εμπορεύματα στο ενδοκοινοτικό εμπόριο. Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Η δεσπόζουσα θέση των ταχυδρομικών υπηρεσιών σε όλα τα κράτη μέλη, η στενή συνεργασία μεταξύ τους στο πλαίσιο διεθνών συμφωνιών και οι συνακόλουθες διευκολύνσεις που παρέχονται εμποδίζουν να θεωρηθεί η χρησιμοποίηση άλλων μέσων μεταφοράς ως πραγματική, από οικονομική άποψη, εναλλακτική λύση, σε περίπτωση μεμονωμένης αποστολής σε ιδιώτη εμπορευμάτων μικρής αξίας.
11
Δεύτερον, η Υπηρεσία Ταχυδρομείων αναφέρεται στη δυνατότητα που έχει ο ιδιώτης να προβεί ο ίδιος στις αναγκαίες ταχυδρομικές διατυπώσεις. Πράγματι, παρόμοια δυνατότητα είναι ικανή να αποκλείσει την ύπαρξη επιβαρύνσεως ισοδύναμου αποτελέσματος, κατά το μέτρο που αποτελεί πραγματική εναλλακτική λύση για τον ενδιαφερόμενο. Θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι το επιχείρημα της Υπηρεσίας Ταχυδρομείων, κατά το οποίο ο ιδιώτης μπορεί να αρνηθεί να παραλάβει το δέμα, να αποπέμψει τον ταχυδρομικό υπάλληλο μαζί με το δέμα και να προβεί ο ίδιος στη διασάφηση, η οποία συνεπάγεται την ακύρωση της διασαφήσεως που έχει ήδη υποβάλλει η Υπηρεσία Ταχυδρομείων, φαίνεται ότι αγνοεί την πραγματικότητα της καθημερινής ζωής. Συνεπώς, εναπόκειται στον εθνικό δικαστή να ελέγξει αν η Υπηρεσία Ταχυδρομείων θέτει τον παραλήπτη του δέματος ενώπιον τετελεσμένου γεγονότος προβαίνοντας αυτεπάγγελτα στη διεκπεραίωση των εν λόγω διατυπώσεων, πριν του αποστείλει ειδοποίηση αφίξεως.
12
Αν ο εθνικός δικαστής κρίνει ότι το επίδικο τέλος συνιστά επιβάρυνση που επιβάλλεται μονομερώς από την Υπηρεσία Ταχυδρομείων, θα πρέπει ακόμη να διαπιστώνει αν η επιβάρυνση αυτή μπορεί να θεωρηθεί ως το αντίτιμο για υπηρεσία που παρέχεται στον παραλήπτη και αν το ποσό του αντίτιμου αυτού τελεί σε αναλογία με την παρεχόμενη υπηρεσία. Για το σκοπό αυτό, μπορεί να λάβει υπόψη τις δυσχέρειες που αντιμετωπίζει ένας ιδιώτης, για να προβεί στις αναγκαίες διατυπώσεις, τις προσπάθειες που καταβάλλει η ταχυδρομική υπηρεσία και το αν το τέλος αυτό αποτελεί ή όχι αντικείμενο διεθνούς συμφωνίας μεταξύ των εθνικών ταχυδρομικών υπηρεσιών.
13
Στο ερώτημα, λοιπόν, που υπέβαλε ο Kantonrechter της Χάγης, προσήκει η απάντηση ότι η απαγόρευση που απαγγέλλει το άρθρο 13 της συνθήκης ΕΟΚ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει το ταχυδρομικό τέλος προσκομίσεως στο τελωνείο ταχυδρομικού δέματος που προέρχεται από άλλο κράτος μέλος, το οποίο χρεώνεται στον παραλήπτη στο πλαίσιο διεκπεραιώσεως των διατυπώσεων επιβολής του φόρου κύκλου εργασιών, αν το τέλος αυτό συνιστά χρηματική επιβάρυνση που επιβάλλεται μονομερώς και αν δεν συνιστά το αντίτιμο για υπηρεσία που παρέχεται πράγματι, ύψους ανάλογου προς την παρεχόμενη υπηρεσία.
Επί των δικαστικών εξόδων
14
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και η βρετανική κυβέρνηση, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κυρίας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε ο Kantonrechter της Χάγης με απόφαση της 8ης Ιανουαρίου 1982, αποφαίνεται:
Η απαγόρευση που απαγγέλλει το άρθρο 13 της συνθήκης ΕΟΚ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει το ταχυδρομικό τέλος προσκομίσεως στο τελωνείο ταχυδρομικού δέματος που προέρχεται από άλλο κράτος μέλος, το οποίο χρεώνεται στον παραλήπτη στο πλαίσιο διεκπεραιώσεως των διατυπώσεων επιβολής του φόρου κύκλου εργασιών, αν το τέλος αυτό συνιστά χρηματική επιβάρυνση που επιβάλλεται μονομερώς και αν δεν συνιστά το αντίτιμο για υπηρεσία που παρέχεται πράγματι, ύψους ανάλογου προς την παρεχόμενη υπηρεσία.
Everling
Mackenzie Stuart
Galmot
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 12 Ιανουαρίου 1983.
Ο γραμματεύς
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του τρίτου τμήματος
U. Everling
( 1 ) Υπόθ. 46/76, Bauhuis κατά Κάτω Χωρών, Jurispr. 1977, σ. 5.
( 2 ) Υπό9. 89/76, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, Jurispr. 1977, σ. 1355.
Full & Egal Universal Law Academy