Στην υπόθεση 40/82,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Richard Wainwright, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Oreste Montako, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
υποστηριζόμενη από τη
Γαλλική δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον Gilbert Guillaume διευθυντή νομικών υποθέσεων του υπουργείου εξωτερικών σχέσεων, επικουρούμενο από τον Alexandre Carnelutti με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο τη γαλλική πρεσβεία,
παρεμβαίνουσα,
κατά
Ηνωμένου Βασίλειου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενου από τους Ian Percival, QC, Solicitor General, Peter Scott, QC, και Peter Langdon-Davies, Barrister, καθώς και την Γ. Δαγτόγλου, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο τη βρετανική πρεσβεία,
καθού,
υποστηριζόμενου από την
Ιρλανδία, εκπροσωπούμενη από τους Louis J. Dockery, Chief State Solicitor, H. J. O'Flaherty, Senior Counsel, και J. O'Reilly, Junior Counsel, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την ιρλανδική πρεσβεία,
παρεμβαίνουσα,
η οποία έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι το Ηνωμένο Βασίλειο, επιβάλλοντας περιορισμούς στις εισαγωγές κρέατος πουλερικών, αυγών και προϊόντων αυγών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους J. Menens de Wilman, πρόεδρο, Τ. Koopmans, Κ. Bahlman και G. Galmot, προέδρους τμήματος P. Pescatore, Mackenzie Stuart, A. O'Keeffe, G. Bosco, O Due, U. Everling και Κ. Κακούρη, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. F. Mancini
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας, τα αιτήματα, καθώς και ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1.
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 4 Φεβρουαρίου, η Επιτροπή άσκησε προσφυγή, δυνάμει του άρθρου 169, δεύτερη παράγραφος της Συνθήκης κατά του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι το Ηνωμένο Βασίλειο, επιβάλλοντας περιορισμούς στις εισαγωγές κρέατος πουλερικών, αυγών και προϊόντων αυγών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Η προσφυγή αφορούσε πρωτίστως την επιβολή περιορισμών επί των εισαγωγών, στη Μεγάλη Βρετανία, κρέατος πουλερικών, αυγών και προϊόντων αυγών, λόγω της θεσπίσεως νέας πολιτικής για την καταπολέμηση της νόσου του Newcastle (ψευδο-πανώλης των ορνίθων). Συγκεκριμένα, η βρετανική κυβέρνηση αποφάσισε να εγκαταλείψει την πολιτική του εμβολιασμού που ακολουθούσε μέχρι τότε και να εισαγάγει και πάλι στη Μεγάλη Βρετανία, από 1ης Σεπτεμβρίου 1981, μία πολιτική που ακολουθούσε ήδη στη Βόρεια Ιρλανδία, η οποία συνίσταται στην απαγόρευση του εμβολιασμού των πουλερικών κατά της εν λόγω νόσου και στην υποχρεωτική σφαγή των πουλερικών όλων των πτηνοτροφικών μονάδων στις οποίες εκδηλώνεται η ασθένεια. Προκειμένου να διατηρηθεί στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό το επίπεδο εξαφάνισης της ασθένειας που επιτεύχτηκε κατ' αυτό τον τρόπο, η νέα πολιτική περιελάμβανε την απαγόρευση της εισαγωγής στη Μεγάλη Βρετανία ορισμένων προϊόντων πουλερικών από κράτη μέλη εκτός εκείνων που εφάρμοζαν την ίδια πολιτική.
Η εν λόγω απαγόρευση επιβλήθηκε με τον «Animal Health Act 1981» (νόμος του 1981 περί της υγείας των ζώων) και το «Importation of Animal Products and Poultry Products Order 1980» (SI 1980, αριθ. 14) (απόφαση του 1980 περί της εισαγωγής κτηνοτροφικών και πτηνοτροφικών προϊόντων), όπως τροποποιήθηκε με απόφαση του 1981 (SI 1981, αριθ. 1238).
Δυνάμει της αποφάσεως αυτής, απαγορεύεται η εισαγωγή στη Μεγάλη Βρετανία κτηνοτροφικών ή πτηνοτροφικών προϊόντων εκτός αν χορηγηθεί γενική ή ειδική άδεια από τον αρμόδιο υπουργό. Με ανακοίνωση που δημοσιεύτηκε στη «London Gazette», και στην «Edinburgh Gazette», o υπουργός γεωργίας, αλιείας και τροφίμων ανακάλεσε από 1ης Σεπτεμβρίου 1981 τις γενικές άδειες εισαγωγής στο Ηνωμένο Βασίλειο νωπού ή διατηρημένου με ψύξη κρέατος πουλερικών από διάφορες χώρες. Με την ίδια ανακοίνωση, χορηγήθηκε νέα γενική άδεια, που επέτρεπε, από την ίδια ημερομηνία, μόνο τις εισαγωγές νωπού ή διατηρημένου με ψύξη κρέατος πουλερικών και αυγών (εκτός των αυγών προς επώαση) από τη Δανία και από τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας.
Η προσφυγή της Επιτροπής αφορούσε τόσο την απαγόρευση των εισαγωγών όσο και το σύστημα των αδειών.
Κατά δεύτερο λόγο, η προσφυγή αφορά παρόμοια μέτρα που εφαρμόζονται στη Βόρεια Ιρλανδία ήδη πριν από την προσχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου στην Κοινότητα.
2.
Με διάταξη της 15ης Ιουνίου 1982, το Δικαστήριο έκανε τύποις δεκτή την παρέμβαση της Γαλλικής Δημοκρατίας υπέρ της Επιτροπής και της Ιρλανδίας υπέρ του Ηνωμένου Βασιλείου.
Αφού η Επιτροπή παραιτήθηκε από την κατάθεση απαντήσεως, το Δικαστήριο προχώρησε στην προφορική διαδικασία. Οι διάδικοι αγόρευσαν κατά τη συνεδρίαση της 30ής Ιουνίου 1982. Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 7ης Ιουλίου 1982.
Με απόφαση της 15ης Ιουλίου 1982 (Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 40/82, Συλλογή σ. 2793), το Δικαστήριο
1.
αναγνώρισε ότι, εφαρμόζοντας μέτρα που είχαν ως αποτέλεσμα να εμποδίσουν τις εισαγωγές νωπών και διατηρημένων με ψύξη πτηνοτροφικών προϊόντων, περιλαμβανομένων των αυγών (που δεν προορίζονται για επώαση) και των προϊόντων αυγών (πλην των προϊόντων αυγών που έχουν υποβληθεί σε θερμική επεξεργασία), στην Αγγλία, Ουαλία και Σκωτία από οιοδήποτε κράτος μέλος πλην της Ιρλανδίας και της Δανίας, το Ηνωμένο Βασίλειο παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη
2.
επιφύλαξε την κρίση του ως προς τα άλλα ζητήματα που ανακύπτουν στην παρούσα υπόθεση και καλεί την Επιτροπή να καταθέσει την απάντηση της ως προς τα ζητήματα αυτά εντός προθεσμίας που θα προσδιοριστεί από τον πρόεδρο του Δικαστηρίου
3.
επεφυλάχθη ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Στη συνέχεια, επαναλήφθηκε η διαδικασία ως προς τα λοιπά επίδικα σημεία. Η Επιτροπή κατέθεσε την απάντηση της στις 27 Σεπτεμβρίου 1982' το Ηνωμένο Βασίλειο κατέθεσε την ανταπάντηση του στις 15 Μαρτίου 1983∙ και η Ιρλανδία κατέθεσε τις παρατηρήσεις της στις 17 Μαρτίου 1983.
3.
Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, το χαρακτηριστικό της πολιτικής προλήψεως και ελέγχου της ασθένειας του Newcastle στη Βόρεια Ιρλανδία είναι, εδώ και 40 έτη, η υποχρεωτική σφαγή των πουλερικών όλων των μολυσμένων πτηνοτροφικών μονάδων. Στο πλαίσιο αυτού του συστήματος, γίνεται ορολογικός έλεγχος των πτηνών όλων των πτηνοτροφικών μονάδων, συχνές αναλύσεις σε εργαστήρια και αυστηρός έλεγχος της εισαγωγής πτηνών και προϊόντων πουλερικών.
Καθ' όλη την περίοδο αυτή, απαγορεύτηκε η εισαγωγή και η χρησιμοποίηση του εμβολίου κατά της νόσου του Newcastle. Εξαίρεση έγινε μόνο για την περίοδο από 30 Νοεμβρίου 1973 ώς 30 Μαρτίου 1974, κατά τη διάρκεια της οποίας η γεωργική υπηρεσία της Βόρειας Ιρλανδίας εισήγαγε και χρησιμοποίησε το εμβόλιο προκειμένου να συγκρατήσει την εξάπλωση του ιού μετά την επιζωοτία που ενέσκηψε το 1973. Εξάλλου, η νόσος εκδηλώθηκε μόνο σποραδικά και σε όλες τις περιπτώσεις εκριζώθηκε ταχέως. Η απαγόρευση εισαγωγής του εμβολίου εφαρμόζεται αυστηρά ώστε να μην εξουδετερωθεί το πρόγραμμα του συνεχούς ελέγχου από τα αντισώματα που εισάγονται με το εμβόλιο. Η εισαγωγή στη Βόρεια Ιρλανδία εμβολίων κατ' άλλων ασθενειών των πουλερικών γίνεται μόνο με άδεια, η χορήγηση της οποίας συνοδεύεται από αυστηρούς όρους ελέγχου.
Σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 3, της οδηγίας 71/118, οι αρχές της Βόρειας Ιρλανδίας ανακοίνωσαν στις κτηνιατρικές αρχές των άλλων κρατών μελών και στην Επιτροπή την επιζωοτία που εμφανίστηκε το 1973, τη μέθοδο που εφαρμόστηκε για να εξαλειφθεί και την εξάλειψη της.
Από οικονομικής πλευράς, η πτηνοτροφία αποτελεί σχετικά σημαντική δραστηριότητα στη Βόρεια Ιρλανδία. Ο αριθμός των εκτρεφομένων πουλερικών ανέρχεται σε 4,3 εκατομμύρια πτηνά που προορίζονται για παραγωγή αυγών για εμπορικούς σκοπούς και σε 33 εκατομμύρια πτηνά που σφάζονται ετησίως. Ο τομέας αυτός περιλαμβάνει περισσότερες από 5000 θέσεις εργασίας και η συνολική απόδοση είναι περίπου 70 εκατομμύρια λίρες στερλίνες ετησίως. Περίπου 72% των αυγών και περίπου 71 ο/ο του κρέατος πουλερικών που παράγονται προορίζονται για εξαγωγή.
4.
Για τις εισαγωγές πουλερικών στη Βόρεια Ιρλανδία ισχύει ένα σύστημα αδειών από το 1933. Τα μέτρα ελέγχου της νόσου του Newcastle εφαρμόζονται από το 1949, όταν κατέστη υποχρεωτική η ανακοίνωση της νόσου αυτής στις αρχές.
Τα μέτρα που εφαρμόζονται σήμερα θεσπίστηκαν δυνάμει του «Diseases of Animals (Northern Ireland) Act 1958» [νόμος του 1958 περί ασθενειών των ζώων (Βόρεια Ιρλανδία)] και, μετά την κατάργηση του νόμου αυτού, διατηρήθηκαν σε ισχύ δυνάμει του «Diseases of Animals (Northern Ireland) Order 1981» (SI 1981, αριθ. 1115 (NI 22) [απόφαση του 1981 περί των ασθενειών των ζώων (Βόρεια Ιρλανδία)]. Πρόκειται συγκεκριμένα για το «Diseases of Animals (Importation of Poultry) Order (Northern Ireland) 1965» (SI 1965 NI αριθ. 175) [απόφαση του 1965 περί των ασθενειών των ζώων (εισαγωγή πουλερικών) (Βόρεια Ιρλανδία)]. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της απόφασης αυτής απαγορεύει την εισαγωγή ζώντων πουλερικών, σφαγίων πουλερικών, αυγών και ορισμένου υλικού που προορίζεται για την πτηνοτροφία, εκτός αν έχει χορηγηθεί άδεια από τη γεωργική υπηρεσία της Βόρειας Ιρλανδίας. Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, η άδεια χορηγείται όταν αποδεικνύεται ότι η χορήγηση της δεν θα έχει ως συνέπεια την εισαγωγή ή την εξάπλωση ασθένειας στη Βόρεια Ιρλανδία. Δυνάμει της παραγράφου 3 του εν λόγω άρθρου, εξαιρούνται του συστήματος των αδειών ορισμένα προϊόντα που προέρχονται αμέσως από τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας (αυγά, εκτός των αυγών προς επώαση, σφάγια πουλερικών υπό διαμετακόμιση προς άλλο προορισμό).
Μια ανοικτή γενική άδεια επέτρεψε, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, την εισαγωγή κρέατος πουλερικών από τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας. Εξάλλου, χορηγούνται άδειες για την εισαγωγή αυγών προς επώαση και ορνιθίων μιας ημέρας, υπό τον όρο ότι θα υποβάλλονται σε κάθαρση και σε ορισμένες εξετάσεις. Εξάλλου οι άδειες χορηγούνται μόνο για την εισαγωγή από χώρες όπου η κατάσταση από υγειονομικής πλευράς είναι αντίστοιχη και για προϊόντα που έχουν υποβληθεί σε επεξεργασία αρκετά αποτελεσματική ώστε να καθιστά ελάχιστους τους κινδύνους μεταδόσεως του ιού.
5.
Στο κοινοτικό επίπεδο, το θέμα του υγειονομικού ελέγχου στον τομέα των πουλερικών ρυθμίστηκε με την οδηγία 71/118 του Συμβουλίου, της 15ης Φεβρουαρίου 1971, περί υγειονομικών προβλημάτων στον τομέα των συναλλαγών νωπών κρεάτων πουλερικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 116).
Η τελευταία αιτιολογική σκέψη της οδηγίας αυτής είναι η ακόλουθη:
«εκτιμώντας ότι οι διατάξεις υγειονομικού ελέγχου σχετικά με τις συναλλαγές ζώντων πουλερικών και νωπών κρεάτων πουλερικών θα αποτελέσουν αντικείμενο άλλων κοινοτικών οδηγιών' ότι, ήδη από τώρα κρίνεται αναγκαία η πραγματοποίηση μιας πρώτης προσεγγίσεως των εθνικών διατάξεων στον τομέα αυτόν, με τον επακριβή καθορισμό ορισμένων όρων σύμφωνα με τους οποίους τα κράτη μέλη δύνανται να αρνούνται ή να περιορίζουν την εισαγωγή κρεάτων πουλερικών στο έδαφος τους για λόγους υγειονομικού ελέγχου και με πρόβλεψη άμεσης κοινοτικής διαδικασίας στα πλαίσια της προαναφερόμενης Μονίμου Κτηνιατρικής Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία τα μέτρα που λαμβάνονται από ένα κράτος μέλος δύνανται να εξετάζονται και, κατά περίπτωση, να τροποποιούνται ή να καταργούνται, σε στενή συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής»∙
το δε άρθρο 11 ορίζει ότι
«1.
Υπό την επιφύλαξη των παραγράφων 2 μέχρι 4, οι διατάξεις των κρατών μελών σε θέματα υγειονομικού ελέγχου κατά τις συναλλαγές ζώντων πουλερικών και νωπών κρεάτων πουλερικών εξακολουθούν να εφαρμόζονται μέχρις ενάρξεως ισχύος ενδεχομένων κοινοτικών διατάξεων.
2.
'Ενα κράτος μέλος δύναται, αν υπάρχει κίνδυνος μεταδόσεως ασθενειών των ζώων με την εισαγωγή στο έδαφος του νωπών κρεάτων πουλερικών προελεύσεως άλλου κράτους μέλους, να λαμβάνει τα ακόλουθα μέτρα:
α)
σε περίπτωση εμφανίσεως επιζωοτικής ασθένειας σε αυτό το άλλο κράτος μέλος, δύναται προσωρινά να απαγορεύει ή να περιορίζει την εισαγωγή αυτών των νωπών κρεάτων πουλερικών που προέρχονται από τμήματα του εδάφους του κράτους αυτού όπου εμφανίστηκε η ασθένεια'
6)
στην περίπτωση κατά την οποία επιζωοτική ασθένεια λαμβάνει εκτεταμένο χαρακτήρα ή στην περίπτωση εμφανίσεως νέας σοβαρής και μεταδοτικής ασθένειας των ζώων, δύναται προσωρινά να απαγορεύει ή να περιορίζει την εισαγωγή των νωπών αυτών κρεάτων πουλερικών από το σύνολο του εδάφους του κράτους αυτού.
3.
Κάθε κράτος μέλος πρέπει να ανακοινώνει αμέσως στα άλλα κράτη μέλη και στην Επιτροπή την εμφάνιση στο έδαφος του οποιασδήποτε ασθένειας που αναφέρεται στην παράγραφο 2 και τα μέτρα τα οποία έχει λάβει για την καταπολέμηση της. Πρέπει επίσης να ανακοινώνει αμέσως σε αυτά την εξάλειψη της ασθένειας.
4.
Τα μέτρα που λαμβάνονται από το κράτη μέλη βάσει της παραγράφου 2 καθώς και η κατάργηση τους πρέπει να ανακοινώνονται αμέσως στα άλλα κράτη μέλη και στην Επιτροπή με την ένδειξη των λόγων.
Δύναται να αποφασίζεται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρ9ρο 12, ενδεχόμενη τροποποίηση των μέτρων αυτών, ιδίως προς εξασφάλιση του συντονισμού τους με τα μέτρα που λαμβάνονται από τα άλλα κράτη μέλη ή ενδεχόμενη κατάργηση τους.
5.
Αν προκύψει η κατάσταση που προβλέπεται στην παράγραφο 2 και κριθεί αναγκαίο ώστε και άλλα κράτη μέλη να εφαρμόσουν τα μέτρα που λαμβάνονται δυνάμει της εν λόγω παραγράφου και που τροποποιούνται ενδεχομένως σύμφωνα με την παράγραφο 4, θεσπίζονται οι κατάλληλες διατάξεις σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται στο άρθρο 12.»
6.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει σε νέα προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Κάλεσε πάντως τους διαδίκους να απαντήσουν στις ακόλουθες ερωτήσεις:
Επιτροπή
1.
Η Επιτροπή καλείται να διαβιβάσει στο Δικαστήριο τις παρατηρήσεις της ως προς το ποια θεωρεί ότι είναι τα αποτελέσματα της αποφάσεως της 8ης Φεβρουαρίου 1983 στην υπόθεση 124/81 (γάλα UHT) για τις υποθέσεις 40/82 και 74/72.
2.
Η Επιτροπή καλείται να προσκομίσει στο Δικαστήριο στατιστικά σ ο.χεία ως προς την εμφάνιση, κατά τα πέντε τελευταία έτη όλων των ασθενειών πουλερικών για τις οποίες γίνεται λόγος στο πλαίσιο της παρούσας διαφοράς, στα διάφορα κράτη μέλη.
Βρετανική κυβέρνηση
Η βρετανική κυβέρνηση καλείται να γνωρίσει στο Δικαστήριο τις συνέπειες των μέτρων που έλαβε κατόπιν της αποφάσεως της 15ης Ιουλίου 1982, τον περασμένο Οκτώβριο, ως προς τον όγκο των εισαγωγών νωπών και διατηρημένων με ψύξη προϊόντων πουλερικών, περιλαμβανομένων και των αυγών (που δεν προορίζονται για επώαση), και των προϊόντων αυγών εκτός εκείνων που έχουν υποστεί θερμική επεξεργασία, στην Αγγλία, στην Ουαλία και στη Σκωτία καθώς και τα αποτελέσματα των εν λόγω μέτρων επί της εμφανίσεως ασθενειών πουλερικών στις ίδιες χώρες.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Στο παρόν στάδιο της διαφοράς, η Επιτροπή εξακολουθεί να ζητεί από το Δικαστήριο:
1.
να αναγνωρίσει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο, διατηρώντας σε ισχύ την απαγόρευση εισαγωγής στη Βόρεια Ιρλανδία προϊόντων πουλερικών καθώς και το σύστημα αδειών εισαγωγής για τα εν λόγω προϊόντα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ·
2.
να καταδικάσει το Ηνωμένο Βασίλειο στα δικαστικά έξοδα.
Το Ηνωμένο Βασίλειο ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα, καθόσον πρόκειται για τα μέτρα που εφαρμόζονται στη Βόρεια Ιρλανδία∙·
—
να κρίνει ότι παρέλκει εν προκειμένω η έκδοση απόφασης όσον αφορά τις συνθήκες υπό τις οποίες δικαιολογείται ή όχι ένα σύστημα ειδικών αδειών για την εισαγωγή πουλερικών ή πτηνοτροφικών προϊόντων.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Επί των μέτρων που εφαρμόζονται στη Βόρεια ΙρΑανοία
Η Επιτροπή, προσφεύγουσα, επαναλαμβάνει με την απάντηση της την άποψη ως προς τη Βόρεια Ιρλανδία, την οποία διατύπωσε με την προσφυγή και με τις απαντήσεις που έδωσε στις 25 Ιουνίου 1982 στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου. Εκτός της ανοικτής γενικής άδειας για τις εισαγωγές από την Ιρλανδία, άδειες χορηγούνται μόνο για τις εισαγωγές σφαγίων πουλερικών και αυγών από τη Δανία, το μόνο άλλο κράτος μέλος που εφαρμόζει τη μέθοδο της σφαγής και όχι του εμβολιασμού. Ουσιαστικά, η Επιτροπή φρονεί ότι ο κίνδυνος ενδεχόμενης εισαγωγής του ιού της νόσου του Newcastle εκ των εισαγωγών είναι άκρως χαμηλός όσον αφορά ορισμένα κράτη μέλη και σχεδόν ανύπαρκτος ως προς τα άλλα.
Η Επιτροπή φρονεί συνεπώς ότι η απαγόρευση της εισαγωγής, καθώς επίσης και το σύστημα των αδειών εισαγωγής που ίσχυε για τις εισαγωγές πτηνοτροφικών προϊόντων στη Βόρεια Ιρλανδία, ήδη πριν από την προσχώρηση, αντιβαίνουν στο άρθρο 30 της Συνθήκης και δεν δικαιολογούνται βάσει του άρθρου 36. Πράγματι, τα μέτρα αυτά είναι δυσανάλογα σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς κατά το ότι βαίνουν πέραν του αναγκαίου ορίου για την προστασία της υγείας των ζώων. Όσον αφορά το αν οι περιορισμοί είναι ανάλογοι προς τον κίνδυνο μολύνσεως, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν πρόβαλε, με την αντίκρουση, κανένα ιδιαίτερο επιχείρημα σχετικά με τη Βόρεια Ιρλανδία. Επομένως, στο σημείο αυτό, η Μεγάλη Βρετανία και η Βόρεια Ιρλανδία βρίσκονται στην ίδια κατάσταση.
Εξάλλου η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι τα μέτρα που εφαρμόζονται στη Βόρεια Ιρλανδία δεν οδηγούν σε αυθαίρετη διάκριση ούτε σε συγκεκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο κατά την έννοια της δεύτερης περιόδου του άρθρου 36.
Το Ηνωμένο Βασίλειο, fcaâov, παρατηρεί πρώτον με την ανταπάντηση του ότι η κατάσταση της Βόρειας Ιρλανδίας διαφέρει ριζικά της Μεγάλης Βρετανίας. 'Οπως στη Δημοκρατία της Ιρλανδίας, η πολιτική της σφαγής και του μη εμβολιασμού καθώς και τα παράλληλα μέτρα ως προς τις εισαγωγές ανάγονται σε περίοδο πολύ προ της εντάξεως. Επομένως τα μέτρα αυτά πρέπει να εκτιμηθούν με βάση τα ίδια κριτήρια που εφαρμόζονται ως προς τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας.'Ετσι, το Ηνωμένο Βασίλειο υιοθετεί, ως προς τα κύρια σημεία, τα επιχειρήματα που στηρίζονται στις επιτακτικές ανάγκες στον τομέα της υγείας των ζώων, τα οποία πρόβαλε η Ιρλανδία στο πλαίσιο της υπόθεσης 74/82.
Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υπογραμμίζει ότι ο αριθμός των πουλερικών στη Βόρεια Ιρλανδία είναι πολύ υψηλός για μια γεωγραφική περιοχή σχετικά μικρή. Κατά συνέπεια, κάθε μόλυνση, εκτός των μεμονωμένων περιπτώσεων, μπορεί να πλήξει πολύ μεγαλύτερο μέρος του συνολικού αριθμού πουλερικών από ό,τι στις περισσότερες από τις άλλες ζώνες παραγωγής πτηνοτροφικών προϊόντων της Κοινότητας. 'Ετσι, λόγου χάρη μια επι-ζωοτία, όπως αυτή που εκδηλώθηκε το 1973, θα είχε αναμφισβήτητα σοβαρότερες επιπτώσεις για την πτηνοτροφική βιομηχανία στη Βόρεια Ιρλανδία παρά σε άλλη χώρα. Ακριβώς αυτή η οικονομική σπουδαιότητα του εν λόγω τομέα, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ο αριθμός των θέσεων εργασίας που περιλαμβάνει, ανάγκασε τη Βόρεια Ιρλανδία να επαγρυπνεί ιδιαιτέρως από το 1933 προκειμένου να προστατεύσει την πτηνοτροφική της βιομηχανία από την εμφάνιση κάθε είδους ασθένειας.
Όμως, η υγειονομική νομοθεσία που θέσπισε η Βόρεια Ιρλανδία στον τομέα των πουλερικών κατέστησε δυνατή την ανάπτυξη ενός συνόλου πτηνοτροφικών μονάδων με υψηλό επίπεδο υγείας, αλλά πλήρως ευαίσθητου στη νόσο του Newcastle. Πράγματι, αντίθετα με τα πουλερικά της Μεγάλης Βρετανίας, τα πουλερικά της Βόρειας Ιρλανδίας δεν εμβολιάστηκαν ποτέ και επομένως είναι πλήρως ευαίσθητα σε κάθε μόλυνση προερχόμενη από υπερπόντιες περιοχές. Όπως και τα μέτρα που έλαβε η Δημοκρατία της Ιρλανδίας, έτσι και αυτά που θέσπισε η Βόρεια Ιρλανδία δικαιολογούνται από την ανάγκη προστασίας της υγείας των πουλερικών. Ναι μεν η νόσος του Newcastle υπήρξε ο κύριος λόγος της επιβολής των υγειονομικών ελέγχων των εισαγωγών, πλην όμως και άλλες ασθένειες των πουλερικών, όπως η μολυσματική λαρυγγοτραχειίτις (LTI ) και η influenza Α δικαιολογούν την αναγκαιότητα των ελέγχων αυτών. Το «Diseases of Animals (Northern Ireland) Order 1981» περιέχει πίνακα των ασθενειών που πρέπει να δηλώνονται στις αρχές.
Ως προς το αν συμβιβάζονται τα εν λόγω μέτρα προς το κονοτικό δίκαιο, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου προβάλλει ότι τα μέτρα αυτά ίσχυαν στη Βόρεια Ιρλανδία ήδη πριν από το 1973 και ότι έκτοτε δεν τροποποιήθηκαν. Αντίθετα με τα μέτρα που θεσπίστηκαν στη Μεγάλη Βρετανία την 1η Σεπτεμβρίου 1981, επί των οποίων το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί, οι διατάξεις που εφαρμόζονται στη Βόρεια Ιρλανδία επιτρέπονται επομένως βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 1, της οδηγίας 71/118, κατά το οποίο οι διατάξεις των κρατών μελών σε θέματα υγειονομικού ελέγχου κατά τις συναλλαγές ζώντων πουλερικών και νωπών κρεάτων πουλερικών εξακολουθούν να εφαρμόζονται μέχρις ενάρξεως ισχύος ενδεχομένων κοινοτικών διατάξεων. Αφού λοιπόν δεν έχουν εκδοθεί νέες κοινοτικές διατάξεις εναρμονίσεως, τα υφιστάμενα στη Βόρεια Ιρλανδία μέτρα είναι ipso facto νόμιμα και δεν απαιτείται να δικαιολογούνται βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης (βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Capotorti της 7ης Ιουλίου 1982 στην υπόθεση 40/82, Συλλογή σ. 2830, συγκεκριμένα σελίδες 2833 και 2835).
Έτσι, το Ηνωμένο Βασίλειο απλώς επικουρικά υποστηρίζει ότι τα μέτρα που εφαρμόζονται στη Βόρεια Ιρλανδία δικαιολογούνται βάσει του άρθρου 36, από τη μέριμνα προστασίας της υγείας και της ζωής των ζώων. Αναφέρει δε ότι, εκτός από μια ειδική παρέμβαση της ίδιας της γεωργικής υπηρεσίας ενόψει του ελέγχου επι-ζωοτίας κατά το 1973, ο εμβολιασμός δεν επιτρεπόταν ποτέ στη Βόρεια Ιρλανδία. Δεν μπορεί λοιπόν να λεχθεί ότι τα εν λόγω μέτρα θεσπίστηκαν με σκοπό άλλο και όχι την προστασία της υγείας των ζώων. Επιπλέον, τα μέτρα ελέγχου πλήττουν συγχρόνως τις εισαγωγές τόσο από ξένες χώρες όσο και από άλλα τμήματα του Ηνωμένου Βασιλείου, όπως η Αγγλία ή η Σκωτία. Τέλος, το τεκμήριο ότι τα μέτρα που εφαρμόζονται από μακρού χρόνου δικαιολογούνται βάσει του σκοπού που επιδιώκουν, επιρρωνύεται από το γεγονός ότι, η Επιτροπή ουδέποτε μέχρι σήμερα διατύπωσε αντιρρήσεις κατά των μέτρων αυτών, καίτοι γνωρίζει πλήρως την ύπαρξη τους. Συγκεκριμένα, δεν αντέδρασε στις ανακοινώσεις που έγιναν σχετικά με την επιζωοτία το 1973.
Κατά συνέπεια, το Ηνωμένο Βασίλειο φρονεί ότι τα μέτρα που εφαρμόζονται στη Βόρεια Ιρλανδία, όχι μόνο επιτρέπονται από το άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας 71/118, αλλά και δικαιολογούνται βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης. Εξάλλου, όπως παρατήρησε ήδη η Επιτροπή, δεν μπορεί να γίνει λόγος για αυθαίρετη διάκριση ή συγκεκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο κατά την έννοια του άρθρου 36, δεύτερη περίοδος.
Η κυβέρνηση της Ιρλανδίας, παρεμβαίνουσα, παρατηρεί, πρώτον, ότι χάρις στην πολιτική του μη εμβολιασμού και της σφαγής, σε συνδυασμό με αυστηρούς ελέγχους των εισαγωγών, κατέστη δυνατή η διατήρηση, σ' ολόκληρη τη νήσο της Ιρλανδίας, ενός πολύ υψηλού επιπέδου από πλευράς υγείας των πουλερικών.
Όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 11, παράγραφος 1, της οδηγίας 71/118, την εφαρμογή του άρθρου 36 της Συνθήκης και τη δικαιολόγηση των επίδικων μέτρων, η ιρλανδική κυβέρνηση παραπέμπει στα περιστατικά και στα επιχειρήματα που πρόβαλε στο πλαίσιο της υπόθεσης 74/82, δεδομένου ότι τα μέτρα που ισχύουν στην Ιρλανδία και στη Βόρεια Ιρλανδία είναι ουσιαστικά τα ίδια.
Εξάλλου, τα ζητήματα που ανέκυψαν ως προς τη Βόρεια Ιρλανδία δεν λύθηκαν καθόλου με την απόφαση της 15ης Ιουλίου 1982, η οποία αφορά περιστατικά που προσιδιάζουν στα μέτρα που θεσπίστηκαν το Σεπτέμβριο του 1981 στη Μεγάλη Βρετανία. Στο σημείο αυτό, η ιρλανδική κυβέρνηση τονίζει το γεγονός ότι η θέσπιση στη Μεγάλη Βρετανία νέου συστήματος, μετά την προαναφερθείσα απόφαση, δεν μετέβαλε την υφισταμένη στη Βόρεια Ιρλανδία κατάσταση. Πράγματι, οι εισαγωγές στη Βόρεια Ιρλανδία κρέατος και αυγών από τη Μεγάλη Βρετανία εξακολουθούν να μην επιτρέπονται. Η εισαγωγή του ιού μιας ασθένειας στο έδαφος της Βόρειας Ιρλανδίας αποτελεί ιδιαίτερα σοβαρή απειλή τόσο για τα μη εμβολιασμένα πουλερικά της Βόρειας Ιρλανδίας όσο και για τα πουλερικά της Ιρλανδίας. Πράγματι, τα πουλερικά αυτά δεν έχουν ανοσοποιηθεί κατά των εν λόγω ασθενειών.
Λόγω της ιδιαίτερης κατάστασης των πουλερικών αυτών που δεν έχουν ανοσοποιηθεί, καθώς και των σχετικών δυσανάλογων κινδύνων ασθένειας, η ιρλανδική κυβέρνηση φρονεί ότι ούτε το νέο σύστημα που θεσπίστηκε στη Μεγάλη Βρετανία μετά την απόφαση της 15ης Ιουλίου 1982 ούτε το σύστημα που εφαρμόζεται στη Δανία θα αποτελούσαν κατάλληλες λύσεις στην περίπτωση της Βόρειας Ιρλανδίας ή της Ιρλανδίας.
Επί του συστήματος των αδειών
Στο σημείο αυτό, η Επιτροπή παραπέμπει με το απαντητικό της υπόμνημα τις απαντήσεις που έδωσε στις 25 Ιουνίου 1982 στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου.
Από τις απαντήσεις αυτές προκύπτει ότι ως «ανοικτές γενικές άδειες» εννοεί τις άδειες που:
—
δημοσιεύονται και ισχύουν για όλους τους εισαγωγείς∙
—
δεν απαιτούν καμιά άλλη έγκριση από τις αρχές του κράτους μέλους εισαγωγής'
—
δεν θέτουν κανέναν άλλο όρο.
Κατά την Επιτροπή, το μέσον αυτό δεν περιορίζει τις εισαγωγές, διότι, εκτός των συνήθων τελωνειακών διατυπώσεων δεν θέτει άλλες διατυπώσεις. Στην ουσία δεν πρόκειται για πραγματική «άδεια» κατά τη συνήθη έννοια του όρου. Ως παράδειγμα, αναφέρει τη γενική απεριόριστη άδεια για την εισαγωγή αυγών (πλην των αυγών προς επώαση) από τη Δανία και την Ιρλανδία η οποία περιέχεται στην παράγραφο 2 Α της γνωστοποίησης που δημοσιεύτηκε στη London Gazette την 1η Σεπτεμβρίου 1981.
Μεταξύ των αδειών αυτού του είδους, η Επιτροπή φαίνεται ότι κατατάσσει και τις γενικές άδειες που εξαρτώνται από ορισμένες προϋποθέσεις, οι οποίες μπορούν να περιορίσουν έστω και λίγο τις εισαγωγές. Πρόκειται λόγου χάρη για τον όρο ότι οι εισαγωγές θα συνοδεύονται από κτηνιατρικό πιστοποιητικό που εκδίδει το κράτος μέλος εξαγωγής, από την υποχρέωση διενέργειας κτηνιατρικών ελέγχων κατά την εισαγωγή ή από όρους σχετικά με την αποθήκευση των προϊόντων. Στις περιπτώ∙ σεις αυτές, η άδεια εμπίπτει στο άρ9ρο 30 της Συνθήκης. Παραμένει πάντως στην κατηγορία των γενικών αδειών που επιτρέπονται εφόσον οι όροι που θέτουν δικαιολογούνται βάσει του άρθρου 36.
Ως προς τις λεγόμενες «ειδικές» άδειες, δηλαδή τις άδειες που πρέπει να ζητούνται ρητά για κάθε παρτίδα εμπορευμάτων, η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι, ναι μεν κατ' αρχήν αντιβαίνουν στο άρθρο 30, ενδεχομένως όμως δικαιολογούνται από λόγους προστασίας της υγείας κατά την έννοια του άρθρου 36, υπό ορισμένες ιδιαίτερες περιστάσεις. Έτσι, η απαίτηση ειδικής άδειας για την εισαγωγή ζώντων ζώων μπορεί να δικαιολογείται, όταν απαιτείται περίοδος καθάρσεως, από τη μέριμνα να πληροφορηθεί ο εισαγωγέας τις ιδιαίτερες περιστάσεις της εισαγωγής και να διευκολυνθεί η άσκηση αποτελεσματικού ελέγχου από τις αρχές. Σχετικά, μπορούν να συναχθούν δύο γενικοί κανόνες, δηλαδή
1.
ότι το κράτος μέλος που εφαρμόζει το σύστημα αδειών οφείλει να δικαιολογήσει ότι το σύστημα αυτό είναι αναγκαίο για την προστασία της υγείας και
2.
ότι η εφαρμογή τούτου του συστήματος αποκλείεται στους τομείς όπου τα μέτρα προστασίας της υγείας και οι διαδικασίες για την εξασφάλιση της τηρήσεως τους έχουν εναρμονιστεί με κοινοτικές οδηγίες.
Εξάλλου, για να επιτευχθεί η ισορρροπία μεταξύ της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και των απαιτήσεων στον υγειονομικό τομέα, κάθε περίπτωση πρέπει να εξετάζεται υπό το φως των ιδιαιτέρων της περιστάσεων.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι όσον αφορά τα προϊόντα πουλερικών, τα πιστοποιητικά καταλληλότητας που εκδίδει το κράτος μέλος εξαγωγής παρέχουν επαρκή εξασφάλιση κατά του κινδύνου μολύνσεων. Αν και οι ειδικές άδειες εισαγωγής παρουσιάζουν ενδεχομένως ορισμένα πλεονεκτήματα διοικητικής φύσεως για τις αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου, δεν προσφέρουν ωστόσο καμιά πρόσθετη εγγύηση από υγειονομικής πλευράς, σε σύγκριση με τα πιστοποιητικά που προβλέπει το άρθρο 8 της οδηγίας 71/118. Για τα προϊόντα αυγών που έχουν υποστεί θερμική επεξεργασία, για τα οποία δεν υπάρχει ακόμα κοινοτική οδηγία, ένα πιστοποιητικό περί του ότι έχουν υποστεί επεξεργασία σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν στο κράτος μέλος καταγωγής θα παρείχε όλες τις αναγκαίες εγγυήσεις. Κατά τα λοιπά, το σύστημα ειδικών αδειών δεν είναι ιδιαίτερα αναγκαίο προκειμένου να αποφευχθούν οι εισαγωγές από περιοχή όπου έχει ενσκήψει η νόσος του Newcastle. Κατά συνέπεια, οι ειδικές άδειες που απαιτούνται εν προκειμένω δεν δικαιολογούνται βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης.
Ως προς το επιχείρημα που επισημαίνει το Δικαστήριο στη σκέψη 50 της αποφάσεως της 15ης Ιουλίου 1982, ότι δηλαδή οι κοινοτικές οδηγίες έχουν επιτρέψει τη θέσπιση συστήματος αδειών εισαγωγής όσον αφορά άλλες νόσους των ζώων πλην της νόσου του Newcastle, η Επιτροπή παρατηρεί ότι καμιά κοινοτική οδηγία δεν προβλέπει άδειες. Επομένως, δεν ευσταθεί ο σχετικός ισχυρισμός του Ηνωμένου Βασιλείου. Οι εν λόγω κοινοτικές οδηγίες προβλέπουν μόνο παρεκκλίσεις και ειδικούς κανόνες σε περίπτωση αυθώδους πυρετού και πανώ-λους των χοίρων για τις εισαγωγές ζώντων βοοειδών και χοίρων, καθώς και βοείου και χοιρείου κρέατος σε ορισμένες χώρες, μεταξύ των οποίων και στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Το Ηνωμένο Βαοίλεω παρατηρεί με την ανταπάντηοή του ότι το ζήτημα αν συμβα∙ ζονται οι άδειες εισαγωγής προς τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης έχει επιλυθεί, δεδομένου ότι η Επιτροπή αναγνωρίζει στο εξής ότι οι ειδικές άδειες, αποτελούν μεν μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, δικαιολογούνται όμως ενδεχομένως από λόγους προστασίας της υγείας των ζώων κατά την έννοια του άρθρου 36, σε ορισμένες ειδικές περιστάσεις. Την άποψη αυτή επιβεβαιώνει εξάλλου η απόφαση της 8ης Φεβρουαρίου 1983 (Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 124/81, Συλλογή σ. 203). Επομένως, τίποτα δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν σύστημα αδειών στις περιπτώσεις όπου ενδείκνυται.
Εξάλλου, στο πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεσης, το ζήτημα των ειδικών αδειών για τα προϊόντα πουλερικών δεν τίθεται πλέον εφόσον πρόκειται για τη Μεγάλη Βρετανία. Πράγματι, μετά την απόφαση της 15ης Ιουλίου 1982 θεσπίστηκε νέο σύστημα ελέγχου των εισαγωγών. Το σύστημα αυτό στηρίζεται σε ένα σύστημα ανοικτών γενικών αδειών που συνοδεύονται με πιστοποιητικό υγειονομικού ελέγχου σύμφωνα με τις βρετανικές απαιτήσεις. Οι γαλλικές και οι ολλανδικές αρχές δέχτηκαν αυτό το σύστημα και οι συναλλαγές επαναλήφθηκαν. Επιπλέον, ελήφθησαν μέτρα προκειμένου να υπαχθούν στο σύστημα των γενικών αδειών και τα προϊόντα αυγών που έχουν υποστεί θερμική επεξεργασία.
Ως προς τον ισχυρισμό της Επιτροπής, ότι η απαίτηση ειδικής άδειας δεν δικαιολογείται σε καμιά περίπτωση για τα προϊόντα πουλερικών γενικώς, το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει ότι ο ισχυρισμός αυτός βαίνει σαφώς πέραν του προβλήματος που ανακόπτει εν προκειμένω. Λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου, το Ηνωμένο Βασίλειο θεωρεί ότι προς το παρόν δεν ενδείκνυται η επιβολή ειδικών αδειών για τη Μεγάλη Βρετανία. Πάντως, δεν είναι δυνατόν να προβλεφθεί ότι δεν θα υπάρξουν στο μέλλον ιδιαίτερες περιστάσεις που θα δικαιολογούν την εφαρμογή αυτού του όρου. Στο σημείο αυτό εξάλλου εκείνο που ενδείκνυται είναι να εκτιμηθεί η φύση του κινδύνου μάλλον, παρά η φύση του προϊόντος για το οποίο πρόκειται. 'Ομως, σε κάθε περίπτωση που το πρόβλημα μπορεί πράγματι να ανακόψει πρέπει να εξετάζεται υπό το φως των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του.
Εν συνεχεία, το Ηνωμένο Βασίλειο αναφέρεται στον ισχυρισμό που προέβαλε η Επιτροπή σχετικά με τη σκέψη 50 (προαναφερθείσα) της αποφάσεως της 15ης Ιουλίου 1982, ότι δηλαδή καμιά κοινοτική οδηγία δεν προβλέπει άδειες. Διευκρινίζει σχετικά ότι η Κοινότητα έχει δεχτεί κατ' αρχήν τις ειδικές άδειες στην περίπτωση του αυθώ-δους πυρετού και της πανώλους των χοίρων. Πράγματι, δυνάμει των εξαιρετικών και των ειδικών κανόνων που προβλέπουν σχετικά οι εν λόγω οδηγίες, το Ηνωμένο Βασίλειο εφαρμόζει ένα σύστημα ειδικών αδειών εισαγωγής προκειμένου να παρεμποδίσει την εισαγωγή των ασθενειών αυτών στο έδαφος του.
IV — Προφορική διαδικασία
Οι διάδικοι αγόρευσαν κατά τη συνεδρίαση της 25ης Ιουλίου 1983.
Όσον αφορά τα κρούσματα ασθενειών των πουλερικών εκτός της νόσου του Newcastle, η Επιτροπή συμπλήρωσε κατά τη συζήτηση τα στατιστικά στοιχεία που είχε καταθέσει απαντώντας σε ερώτηση του Δικαστηρίου. Ως προς τη μολυσματική λαρυγγοτραχειίτιδα, την κόρυζα των ινδιάνων και την ασθένεια της Αριζόνα, τα στοιχεία αυτά δίνουν τον ακόλουθο πίνακα:
Κράτη μέλη
Λαρυγγοτραχειίτις
Κόρυζα των ινδιάνων
Νόσος της Αριζόνα
1978
1979
1980
1981
1982
1978
1979
1980
1981
1982
1978
1979
1980
1981
1982
Βέλγιο
2
8
2
5
1
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
Γαλλία
—
Χ
—
—
—
αναπνευστικό σύνδρομο
—
—
—
—
—
—
Γερμανία
—
σποραδικά
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
Δανία
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
Ελλάδα
10
1
11
1
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
Ηνωμένο Βασίλειο (Μεγάλη Βρετανία)
πολύ λίγα
—
ελάχ.
(συμπτώματα (3))
—
—
—
—
—
Ηνωμένο Βασίλειο (Βόρεια Ιρλανδία) (1)
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
Ιρλανδία
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
Ιταλία
Χ
—
11
7
4
Χ
—
1
—
—
—
—
—
—
—
ΚάτωΧώρες
—
—
265
52
17
—
—
—
—
—
—
—
55 (4)
4 (4)
4 (4)
Λουξεμβούργο
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
(1) Εμφανίστηκαν το 1983.
(2) Μάλλον ρινοτραχειίτις παρά κόρυζα κατά κυριολεξία.
(3) Δεν υπήρξε ασθένεια.)
(4) Διαπιστώθηκαν σε στα9μούς κα8άρσεως επί πουλερικών εισαγωγής κυρίως από τις Η ΠΑ.
H Κυθέρνηση του Ηνωμένου Ηνωμένου ΒαοιΑείου διευκρίνισε ότι οι εξαγωγές κρέατος πουλερικών από τη Βόρεια Ιρλανδία, οι οποίες αντιπροσωπεύουν περίπου 70 % της παραγωγής της χώρας αυτής προορίζονται κυρίως για τη Μεγάλη Βρετανία. Εξάλλου, σχετικά, σημαντικές εξαγωγές πουλερικών αναπαραγωγής γίνονται προς την Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία, τη Φιλανδία και τη Νορβηγία.
Στη συνέχεια, η εν λόγω κυβέρνηση επιβεβαίωσε ότι δημοσιεύτηκε η γενική άδεια
που επιτρέπει, από 1ης Ιουλίου 1983, την εισαγωγή στην Αγγλία προϊόντων αυγών που έχουν υποστεί θερμική επεξεργασία.
Δεδομένου ότι δεν υπάρχουν παρόμοιες άδειες για την εισαγωγή των εν λόγω προϊόντων στη Σκωτία και στην Ουαλλία, η Επιτροπή τόνισε ότι εμμένει στα αντίστοιχα αιτήματα της.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 8ης Νοεμβρίου 1983.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέ9εσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 4 Φεβρουαρίου 1982, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε προσφυγή, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, ζητώντας να αναγνωριστεί ότι το Ηνωμένο Βασίλειο, απαγορεύοντας τις εισαγωγές πτηνοτροφικών προϊόντων και θεσπίζοντας σύστημα αδειών εισαγωγής για τα προϊόντα αυτά, υπό τις περιστάσεις που περιγράφονται στην προσφυγή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2
Με απόφαση της 15ης Ιουλίου 1982 (Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, 40/82, Συλλογή σ. 2793), το Δικαστήριο έκρινε ότι, εφαρμόζοντας μέτρα που είχαν ως αποτέλεσμα να εμποδίσουν τις εισαγωγές νωπών και διατηρημένων με ψύξη πτηνοτροφικών προϊόντων, περιλαμβανομένων και των αυγών που δεν προορίζονται για επώαση και των προϊόντων αυγών πλην αυτών που έχουν υποβληθεί σε θερμική επεξεργασία, στην Αγγλία, Ουαλία και Σκωτία από οιοδήποτε κράτος μέλος πλην της Ιρλανδίας και της Δανίας, το Ηνωμένο Βασίλειο παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη. Με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο επεφυλάχθη να κρίνει επί άλλων επίδικων ζητημάτων.
3
Τα σημεία επί των οποίων το Δικαστήριο επεφυλάχθη να κρίνει, αφορούν, πρώτον, την απαγόρευση εισαγωγής στη Βόρεια Ιρλανδία πτηνοτροφικών προϊόντων από άλλα κράτη μέλη πλην της Ιρλανδίας και της Δανίας, δεύτερον, τη νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου βάσει της οποίας ελήφθησαν τα μέτρα όσον αφορά και τη Μεγάλη Βρετανία και τη Βόρεια Ιρλανδία, καθόσον η νομοθεσία αυτή θεσπίζει σύστημα αδειών εισαγωγής που δεν είναι γενικές και ανοικτές άδειες και, τέλος, τον τρόπο κατά τον οποίο εφαρμόστηκε αυτό το σύστημα, από 1ης Σεπτεμβρίου 1981, στις εισαγωγές, στην Αγγλία, στην Ουαλία και στη Σκωτία, προϊόντων αυγών που έχουν υποστεί θερμική επεξεργασία. Πρέπει λοιπόν να εξεταστούν τώρα αυτά τα τρία ζητήματα.
Ι — Οι εισαγωγές στη Βόρεια Ιρλανδία
4
Με την προσφυγή της η Επιτροπή πρόβαλε απλώς ότι οι παρατηρήσεις που είχε διατυπώσει ως προς τους περιορισμούς επί των εισαγωγών στην Αγγλία, στην Ουαλία και στη Σκωτία που θεσπίστηκαν το 1981 αφορούν και το ισχύον στη Βόρεια Ιρλανδία αντίστοιχο σύστημα.
5
Πάντως, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, οι λεπτομέρειες εφαρμογής του συστήματος που ισχύει στη Βόρεια Ιρλανδία, το οποίο αμφισβητεί η Επιτροπή, παρέμειναν στην ουσία αμετάβλητες από το 1933, ενώ το ίδιο το σύστημα θεσπίστηκε βάσει μιας απόφασης προγενέστερης της προσχωρήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου στην Κοινότητα, δηλαδή της «Diseases of animals (Importation of Poultry) Order (Northern Ireland) 1965» (SI 1965 αριθ. 175).
6
Όπως προκύπτει εξάλλου από τα στοιχεία που προσκόμισε το Ηνωμένο Βασίλειο και η παρεμβαίνουσα Ιρλανδία, και τα οποία δεν αντέκρουσε η Επιτροπή, για τα πουλερικά της Βόρειας Ιρλανδίας, αντίθετα με τα πουλερικά των άλλων τμημάτων του Ηνωμένου Βασιλείου, δεν ίσχυσε σύστημα εμβολιασμού κατά της νόσου του Newcastle. Αντιθέτως, η νόσος αυτή καταπολεμήθηκε στην εν λόγω χώρα με την υποχρεωτική σφαγή των προσβληθέντων πουλερικών στις περιπτώσεις εκδηλώσεως της ασθένειας και με την απαγόρευση του εμβολιασμού λόγω του ότι μπορεί να αποκρύψει την ύπαρξη του μεταδοτικού ιού.
7
Η βρετανική κυβέρνηση υποστήριξε ότι οι περιορισμοί επί των εισαγωγών πτηνοτροφικών προϊόντων στη Βόρεια Ιρλανδία αποτελούν το αναγκαίο επιστέγασμα της πολιτικής της σφαγής που ακολουθεί η χώρα αυτή και, επομένως, δεν θεσπίστηκαν για λόγους εμπορικής πολιτικής. Πράγματι, οι περιορισμοί αυτοί εφαρμόζονται στις εισαγωγές τόσο από τα άλλα τμήματα του ίδιου του Ηνωμένου Βασιλείου όσο και από τα άλλα κράτη μέλη που επιτρέπουν τον εμβολιασμό κατά της νόσου του Newcastle.
8
Η βρετανική κυβέρνηση διευκρίνισε σχετικά ότι, οι διοικητικές αρχές της Βόρειας Ιρλανδίας, προκειμένου να διαφυλάξουν την υγεία των πουλερικών που εκτρέφονται στη χώρα αυτή, τότε μόνο χορηγούν άδειες εισαγωγής, όταν τα πτηνοτροφικά προϊόντα προέρχονται από χώρες που προσφέρουν τις ίδιες εγγυήσεις από υγειονομικής πλευράς ή όταν τα προϊόντα έχουν υποβληθεί σε θερμική επεξεργασία σε βαθμό αρκετό ώστε να αδρανοποιηθεί ο ιός της νόσου του Newcastle. Για τις εισαγωγές από την Ιρλανδία έχει χορηγηθεί ανοικτή γενική άδεια. Επιπλέον, χορηγούνται άδειες για την εισαγωγή αυγών προς επώαση και ορνι-θίων μιας ημέρας από άλλα κράτη μέλη υπό τον όρο ότι τα προϊόντα αυτά θα τίθενται σε αρκετά μακρά υγειονομική κάθαρση.
9
Με την απάντηση της η Επιτροπή ομολόγησε ότι οι απαγορεύσεις των εν λόγω εισαγωγών θεσπίστηκαν και διατηρήθηκαν σε ισχύ για λόγους προστασίας της υγείας των ζώων δεν υποστηρίζει ότι οι περιορισμοί αυτοί συνιστούν αυθαίρετη διάκριση ή συγκεκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών κατά την έννοια του άρθρου 36, δεύτερη περίοδος, της Συνθήκης. Φρονεί πάντως ότι οι εν λόγω απαγορεύσεις δεν δικαιολογούνται βάσει του άρθρου 36 διότι είναι υπερβολικές και διότι η αρνητική τους επίπτωση επί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας είναι δυσανάλογη σε σχέση με τον υγειονομικού χαρακτήρα στόχο που επιδιώκουν.
10
Πριν εξεταστεί η άποψη αυτή, πρέπει να εξεταστεί ο προκαταρκτικός ισχυρισμός που πρόβαλε η βρετανική κυβέρνηση με την ανταπάντηση, ότι δηλαδή τα εφαρμοζόμενα στη Βόρεια Ιρλανδία μέτρα δικαιολογούνται βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 1, της οδηγίας 71/118 του Συμβουλίου, της 15ης Φεβρουαρίου 1971, περί υγειονομικών προβλημάτων στον τομέα των συναλλαγών κρεάτων πουλερικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 116). Η διάταξη αυτή ορίζει τα ακόλουθα:
«Υπό την επιφύλαξη των παραγράφων 2 μέχρι 4, οι διατάξεις των κρατών μελών σε θέματα υγειονομικού ελέγχου κατά τις συναλλαγές ζώντων πουλερικών και νωπών κρεάτων πουλερικών εξακολουθούν να εφαρμόζονται μέχρι της ενάρξεως ισχύος ενδεχομένων κοινοτικών διατάξεων.»
11
Ως προς το θέμα αυτό, το Δικαστήριο παρατηρεί πρώτον ότι η οδηγία 71/118, αποβλέπει μεν στην προσέγγιση των διατάξεων των κρατών μελών στον υγειονομικό τομέα, ασχολείται όμως ειδικότερα με την εναρμόνιση του ελέγχου των εισαγωγών από άλλα κράτη μέλη κρεάτων πουλερικών που αποδεικνύονται ακατάλληλα για κατανάλωση. 'Ετσι το πιστοποιητικό καταλληλότητας με το οποίο πρέπει να συνοδεύονται, δυνάμει του άρθρου 8 της οδηγίας, τα νωπά κρέατα πουλερικών που αποστέλλονται από ένα κράτος μέλος σε άλλο περιέχει βεβαίωση περί του ότι τα συγκεκριμένα κρέατα κρίνονται «κατάλληλα για κατανάλωση». Μόνο το άρθρο 11 αναφέρεται στους κινδύνους που ενδέχεται να δημιουργήσει το εμπόριο κρεάτων πουλερικών για την υγεία των πουλερικών που εκτρέφονται στο κράτος μέλος εισαγωγής.
12
Οι παράγραφοι 2 έως 5 του άρθρου 11 προβλέπουν τα μέτρα που λαμβάνονται και τις διαδικασίες που ακολουθούνται σε περίπτωση εμφανίσεως επιζωοτίας στο έδαφος ενός των κρατών μελών. Ως προς τους άλλους κινδύνους που μπορεί να δημιουργήσει το εμπόριο κρεάτων για την υγεία των εκτρεφομένων πουλερικών, η παράγραφος 1 του άρθρου ορίζει απλώς ότι «εξακολουθούν να εφαρμόζονται» οι εθνικές διατάξεις μέχρι της θέσεως σε ισχύ κοινοτικών μέτρων.
13
Υπό τις συνθήκες αυτές, η παράγραφος 1 του άρθρου 11 δεν φαίνεται ότι αποβλέπει στο να παγώσει την κατάσταση που επικρατούσε κατά τη στιγμή της θέσεως της οδηγίας σε ισχύ. Η διάταξη αυτή πρέπει να ληφθεί υπό την έννοια ότι αφήνει στα κράτη μέλη την εξουσία να θεσπίζουν κανόνες υγειονομικής πολιτικής στον τομέα των νωπών κρεάτων πουλερικών, αναμένοντας τη θέσπιση κοινοτικών μέτρων. Επομένως δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να απαλλάξει τα κράτη μέλη από την υποχρέωση να τηρούν, στον τομέα που καλύπτει το άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας, τις απαγορεύσεις που προβλέπουν τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης.
14
Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί αν οι περιορισμοί των εισαγωγών «δικαιολογούνται» από λόγους προστασίας της υγείας των ζώων ή αν, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, υπερβαίνουν το αναγκαίο όριο για την εξασφάλιση αυτής της προστασίας.
15
Με την προαναφερθείσα απόφαση της 15ης Ιουλίου 1982 διαπιστώνονται ορισμένα πραγματικά περιστατικά που αφορούν και την παρούσα υπόθεση. Αφενός, τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία δείχνουν μια σταθερή μείωση των κρουσμάτων της νόσου του Newcastle σε ολόκληρη την Κοινότητα κατά τα έξι τελευταία έτη∙ το 1981, τα μόνα κράτη μέλη όπου εμφανίστηκαν μερικά κρούσματα ήταν η Ιταλία (δύο) και η Ελλάδα (δώδεκα). Αφετέρου η πρακτική στις χώρες που επιτρέπουν τον εμβολιασμό συνίσταται στο ότι εμβολιάζεται μέρος μόνο των εκτρεφομένων πουλερικών (το 1981: 40 ο/ο στη Γαλλία και στη Μεγάλη Βρετανία)∙ συνήθως, εμβολιάζονται κυρίως οι ωοτόκες όρνιθες και τα πτηνά αναπαραγωγής και όχι τα προοριζόμενα για σφαγή.
16
Υπό τις συνθήκες αυτές, ο κίνδυνος μολύνσεως των εκτρεφομένων στη Βόρεια Ιρλανδία πουλερικών, από μη καλλιεργημένους ιούς οι οποίοι, αφού προσέβαλαν τα εμβολιασθέντα πουλερικά, παρέμειναν ενεργοί στα σφάγια των ζώων αυτών ή στα προϊόντα κρέατος που παρασκευάζονται από τα εν λόγω σφάγια ή ακόμη στα ωά που γέννησαν τα εν λόγω ζώα, είναι πολύ χαμηλός. Ο κίνδυνος αυτός δεν μπορεί να δικαιολογήσει γενική απαγόρευση των εισαγωγών από τα κράτη μέλη που επιτρέπουν τον εμβολιασμό.
17
Αν και είναι αληθές ότι η απαγόρευση του εμβολιασμού των εκτρεφομένων πουλερικών, όπως εφαρμόζεται στη Βόρεια Ιρλανδία μπορεί, από πλευράς κινδύνου μολύνσεως, να καταστήσει τα πουλερικά αυτά πολύ τρωτά και να δικαιολογήσει μέτρα που θα ήταν άνευ αντικειμένου υπό διαφορετικές συνθήκες, το Δικαστήριο κρίνει εντούτοις ότι οι επίδικες απαγορεύσεις υπερβαίνουν το μέτρο που μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει του άρθρου 36. Δυσανάλογη προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα είναι εν πάση περιπτώσει η απαγόρευση της εισαγωγής σφαγίων και κρεάτων πουλερικών όταν οι εισαγωγές αυτές προέρχονται από χώρα όπου δεν έχει διαπιστωθεί καμία εστία επί ορισμένα έτη και όταν, επιπλέον, αποδεικνύεται ότι τα εν λόγω σφάγια και κρέατα είναι σφάγια και κρέατα πουλερικών που δεν έχουν εμβολιαστεί.
18
Τα επιχειρήματα που αντλεί η βρετανική κυβέρνηση από την πυκνότητα του αριθμού των πουλερικών στη Βόρεια Ιρλανδία, που καθιστά κάθε μόλυνση επικίνδυνη για το σύνολο των εκτρεφομένων πουλερικών και από την οικονομική σπουδαιότητα της πτηνοτροφικής βιομηχανίας στη χώρα αυτή την οποία θα έπληττε σοβαρά μια επιζωοτία, δεν μεταβάλλουν τις εκτιμήσεις αυτές οι οποίες στηρίζονται στο ότι, σ' ορισμένες περιπτώσεις, δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος μολύνσεως.
19
Το άρθρο 36 επιτρέπει μεν στο Ηνωμένο Βασίλειο να συνεχίζει όσον αφορά τη Βόρεια Ιρλανδία, τη διεξαγωγή ελέγχων και να περιορίζει ενδεχομένως τις εισαγωγές προκειμένου να προστατεύσει τα πουλερικά της χώρας αυτής από τη νόσο του Newcastle, πλην όμως η διάταξη αυτή παραβιάζεται στην περίπτωση που ένα κράτος μέλος εφαρμόζει πλήρη απαγόρευση των εισαγωγών, στην εν λόγω χώρα, πτηνοτροφικών προϊόντων από κράτη μέλη που επιτρέπουν τον εμβολιασμό κατά της νόσου του Newcastle.
20
Οι ισχυρισμοί του καθού σχετικά με τις άλλες ασθένειες των πουλερικών εκτός της νόσου του Newcastle δεν καταρρίπτουν αυτό το συμπέρασμα. Όπως προκύπτει από την αποδεικτική διαδικασία, ναι μεν οι ασθένειες αυτές έχουν εμφανιστεί στα εκτρεφόμενα στην Κοινότητα πουλερικά κατά τα τελεταία έτη, πλην όμως δεν μεταδίδονται συνήθως από τα σφάγια και τα κρέατα πουλερικών ή από αυγά που δεν προορίζονται για επώαση. Καίτοι, από κτηνιατρικής πλευράς, δεν αποκλείεται κάθε κίνδυνος μολύνσεως κατ' αυτό τον τρόπο, είναι βέβαιο ότι ο κίνδυνος αυτός δεν είναι μεγαλύτερος του κινδύνου μολύνσεως από τη νόσο του Newcastle.
21
Από το σύνολο των εν λόγω σκέψεων προκύπτει ότι η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να γίνει δεκτή ως προς αυτό το σημείο.
II — Το σύστημα των αδειών
22
Κατά την Επιτροπή, το σύστημα αδειών εισαγωγής που θεσπίζει η νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου, τόσο για τη Μεγάλη Βρετανία όσο και για τη Βόρεια Ιρλανδία δεν συμβιβάζεται προς τη Συνθήκη. Το σύστημα αυτό, από την ίδια τη φύση του, αντιβαίνει στα άρθρα 30 και 36, της περιπτώσεως όπου οι άδειες αυτές είναι γενικές και ανοικτές άδειες.
23
Το Ηνωμένο Βασίλειο αμφισβήτησε αυτή την άποψη. Κατά τη γνώμη του, οι ειδικές άδειες αποτελούν μεν μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς κατά την έννοια του άρθρου 30, δικαιολογούνται όμως, υπό ορισμένες συνθήκες, από λόγους προστασίας της υγείας των ζώων, κατά την έννοια του άρθρου 36. Λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση της 15ης Ιουλίου 1982, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν θεωρεί προς το παρόν ότι ενδείκνυται η επιβολή ειδικών αδειών για τις εισαγωγές πτηνοτροφικών προϊόντων στη Μεγάλη Βρετανία∙ πάντως, δεν είναι δυνατόν να προβλεφθεί αν θα υπάρξουν στο μέλλον ιδιαίτερες περιστάσεις που θα δικαιολογούν τις άδειες αυτές.
24
Σχετικά πρέπει να παρατηρηθεί ότι ναι μεν η έστω και τυπική προϋπόθεση άδειας αντιβαίνει στο άρθρο 30 της Συνθήκης, πλην όμως αυτό δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι το εν λόγω μέτρο δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να δικαιολογηθεί βάσει του άρθρου 36. Πρέπει λοιπόν να ερευνηθεί μήπως το σύστημα αδειών αποτελεί, λόγω του γεγονότος ότι ο ίδιος σκοπός μπορεί ενδεχομένως να επιτευχθεί με μέτρα λιγότερο αυστηρά, μέτρο δυσανάλογο σε σχέση με τον επιδιωκόμενο στόχο.
25
Τέτοια δυσαναλογία δεν διαπιστώνεται, εν πάση περιπτώσει, στη συγκεκριμένη περίπτωση της Βόρειας Ιρλανδίας, τα πουλερικά της οποίας εμφανίζουν τα ανωτέρω αναφερόμενα χαρακτηριστικά. Η απάντηση στο ερώτημα αν τα εθνικά μέτρα που αποβλέπουν στην υγεία των ζώων μπορούν ή όχι να περιλαμβάνουν σύστημα αδειών εισαγωγής χωρίς να παραβαίνουν το άρθρο 36 της Συνθήκης εξαρτάται από τη σχέση που υπάρχει σε μια συγκεκριμένη περίπτωση μεταξύ, αφενός, των προσκομμάτων που δημιουργούν οι διοικητικές διατυπώσεις και οι οικονομικές επιβαρύνσεις τις οποίες συνεπάγεται το εν λόγω σύστημα και, αφετέρου, των κινδύνων για την υγεία των ζώων που ενέχουν οι εν λόγω εισαγωγές.
26
Δεν αποδείχτηκε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις οι κίνδυνοι δεν είναι μεγαλύτεροι για την κατάσταση στη Βόρεια Ιρλανδία. Το συμπέρασμα αυτό αρκεί για να απορριφθεί η προσφυγή ως προς το σημείο αυτό όσον αφορά αυτή τη χώρα.
27
Πάντως, το συμπέρασμα αυτό δεν ισχύει και για τα άλλα τμήματα του Ηνωμένου Βασιλείου, όπου τα πουλερικά δεν παρουσιάζουν τα ίδια χαρακτηριστικά όπως και στη Βόρεια Ιρλανδία. Ναι μεν οι εισαγωγές πτηνοτροφικών προϊόντων από άλλα κράτη μέλη επιτρέπονται στα τμήματα αυτά βάσει ανοικτών γενικών αδειών πλην όμως η ισχύουσα βρετανική νομοθεσία εξακολουθεί να επιτρέπει την επανεισαγωγή ανά πάσα στιγμή της υποχρεώσεως εκδόσεως ειδικών αδειών για τις εν λόγω εισαγωγές, χωρίς να απαιτείται γι' αυτήν την επανεισαγωγή να εκδηλωθούν επιζωοτίες ή να υπάρξουν άλλες περιστάσεις που αφορούν την υγεία των ανθρώπων ή των ζώων. Υπό τις συνθήκες αυτές, η διατήρηση σε ισχύ της εν λόγω νομοθεσίας δεν δικαιολογείται βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης.
III — Τα προϊόντα αυγών
28
Το τελευταίο κεφάλαιο της προσφυγής αφορά την εφαρμογή του συστήματος των αδειών εισαγωγής στην Αγγλία, στην Ουαλία και στη Σκωτία προϊόντων αυγών που έχουν υποστεί θερμική επεξεργασία.
29
Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, η βρετανική κυβέρνηση εφήρμοσε σύστημα ειδικών αδειών για την εισαγωγή των εν λόγω προϊόντων από τα κράτη μέλη όπου επιτρέπεται ο εμβολιασμός κατά της νόσου του Newcastle. Το μέτρο αυτό τέθηκε σε ισχύ από 1ης Σεπτεμβρίου 1981 αποτελούσε μέρος ενός συνόλου μέτρων που θέσπισε το Ηνωμένο Βασίλειο, τον Αύγουστο του 1981. Η απόφαση της 15ης Ιουλίου 1982 έκρινε ότι οι απαγορεύσεις των εισαγωγών που συνεπάγονταν αυτά τα μέτρα ήταν ασυμβίβαστες προς τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης.
30
Σύμφωνα με τα στοιχεία που προσκόμισε η βρετανική κυβέρνηση και τα οποία δεν αμφισβητεί η Επιτροπή, η υποχρέωση εκδόσεως ειδικών αδειών εισαγωγής προϊόντων αυγών που έχουν υποστεί θερμική επεξεργασία καταργήθηκε από1ης Ιουλίου 1983. Κατόπιν της αποφάσεως της 15ης Ιουλίου 1982, το σύστημα των ειδικών αδειών αντικαταστάθηκε πράγματι από ένα σύστημα γενικών και ανοικτών αδειών για την Αγγλία, την Ουαλία και τη Σκωτία.
31
Ενόψει των στοιχείων αυτών, η Επιτροπή γνωστοποίησε ότι εμμένει στο αίτημα της όσον αφορά την περίοδο από 1ης Σεπτεμβρίου 1981 μέχρι 1ης Ιουλίου 1983.
32
Η προσφυγή πρέπει να γίνει δεκτή ως προς αυτό το σημείο. Για τους λόγους που αναφέρονται στην απόφαση της 15ης Ιουλίου 1982, η θέσπιση μέτρων, δυνάμει των οποίων, από 1ης Αυγούστου 1981 έπρεπε να εκδίδεται ειδική άδεια για τις εισαγωγές προϊόντων αυγών, που έχουν υποστεί θερμική επεξεργασία, από κράτη μέλη τα οποία επιτρέπουν τον εμβολιασμό κατά της νόσου του Newcastle δεν δικαιολογείται βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης, άρα απαγορεύεται από το άρθρο 30.
33
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο :
α)
εφαρμόζοντας μέτρα που έχουν ως αποτέλεσμα να εμποδίζουν την εισαγωγή, στη Βόρεια Ιρλανδία, πτηνοτροφικών προϊόντων πλην ορνιθίων μιας ημέρας, αυγών προς επώαση και προϊόντων αυγών που έχουν υποστεί θερμική επεξεργασία, προελεύσεως κρατών μελών που επιτρέπουν τον εμβολιασμό κατά της νόσου του Newcastle,
6)
διατηρώντας σε ισχύ νομοθεσία που προβλέπει, για τις εισαγωγές πτηνοτροφικών προϊόντων στην Αγγλία, στην Ουαλία και στη Σκωτία σύστημα αδειών που δεν είναι γενικές και ανοικτές άδειες, όταν η απαίτηση αυτή δεν δικαιολογείται από επιζωοτίες ή από άλλες περιστάσεις που πλήττουν την υγεία των ανθρώπων ή των ζώων,
γ)
εφαρμόζοντας, από 1ης Σεπτεμβρίου 1981 μέχρι 1ης Ιουλίου 1983 μέτρα που εξαρτούσαν από ειδικές άδειες την εισαγωγή στην Αγγλία, στην Ουαλία και στη Σκωτία, προϊόντων αυγών που έχουν υποστεί θερμική επεξεργασία, προελεύσεως κρατών μελών που επέτρεπαν τον εμβολιασμό κατά της νόσου του Newcastle,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη Kat ότι η προσφυγή είναι απορριπτέα κατά τα λοιπά.
Επί των δικαστικών εξόδων
34
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι το καθού ηττήθη, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα περιλαμβανομένων και των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε η Γαλλική Δημοκρατία που παρενέβη υπέρ της προσφεύγουσας. Η Ιρλανδία, η οποία παρενέβη υπέρ του καθού φέρει τα δικά της δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ αποφασίζει:
1)
Το Ηνωμένο Βασίλειο παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη:
α)
εφαρμόζοντας μέτρα που έχουν ως αποτέλεσμα να εμποδίζουν την εισαγωγή, στη Βόρεια Ιρλανδία, πτηνοτροφικών προϊόντων πλην ορνι-θίων μιας ημέρας, αυγών προς επώαση και προϊόντων αυγών που έχουν υποστεί θερμική επεξεργασία, προελεύσεως κρατών μελών που επιτρέπουν τον εμβολιασμό κατά της νόσου του Newcastle,
6)
διατηρώντας σε ισχύ νομοθεσία που προβλέπει, για τις εισαγωγές πτηνοτροφικών προϊόντων στην Αγγλία, στην Ουαλία και στη Σκοτία σύστημα αδειών που δεν είναι γενικές και ανοικτές άδειες, όταν η απαίτηση αυτή δεν δικαιολογείται από επιζωοτίες ή από άλλες περιστάσεις που πλήττουν την υγεία των ανθρώπων ή των ζώων,
γ)
εφαρμόζοντας από 1ης Σεπτεμβρίου 1981 μέχρι 1ης Ιουλίου 1983 μέτρα που εξαρτούσαν από ειδικές άδειες την εισαγωγή στην Αγγλία, στην Ουαλία και στη Σκωτία, προϊόντων αυγών που έχουν υποστεί θερμική επεξεργασία, προελεύσεως κρατών μελών που επέτρεπαν τον εμβολιασμό κατά της νόσου του Newcastle.
2)
Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
3)
Καταδικάζει το καΦού στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων και των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε η Γαλλική Δημοκρατία η οποία παρενέβη υπέρ της προσφεύγουσας. Η Ιρλανδία, που παρενέβη υπέρ του καθού, φέρει τα δικά της δικαστικά έξοδα.
Menens de Wilmars
Koopmans
Bahlmann
Galmot
Pescatore
Mackenzie Smart
O'Keeffe
Bosco
Due
Everling
Κακούρης
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 31 Ιανουαρίου 1984.
Ο γραμματέας κ.α.α.
J. Α. Pompe
Βοη9ός γραμματέας
Ο πρόεδρος
J. Mertens de Wilmars
Full & Egal Universal Law Academy