Στην υπόθεση 59/82,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Landgericht München Ι, 7ο τμήμα εμπορικών υποθέσεων, προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Schutzverband gegen Unwesen in der Wirtschaft
και
Weinvertriebs-GmbH
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 30 επ. της συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Ρ. Pescatore, πρόεδρο του δεύτερου τμήματος και προεδρεύοντος, Α. O'Keeffe, U. Everling, προέδρους τμήματος, Mackenzie Stuart, G.Bosco, T. Koopmans, O. Due, K. Bahlmann και Y.Galmot, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. F. Mancini
γραμματέας: P. Heim
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν δυνάμει του άρθρου 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά και έγγραφη διαδικασία
1.
Ο Schutzverband gegen Unwesen in der Wirtschaft άσκησε ενώπιον του Landgericht München Ι, αγωγή κατά της Weinvertriebs-GmbH, με την οποία ζητεί να απαγορευτεί στην εναγόμενη να πωλεί στο έδαφος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας το βερμούτ που η εναγόμενη εισάγει από την Ιταλία, όπου και παράγεται, επειδή ο αλκοολικός τίτλος του είναι κατώτερος από 16 % κατ' όγκο.
Σύμφωνα με τον ιταλικό νόμο (άρθρο 7 του νομοθετικού διατάγματος 3 της 11. 1. 1956, το οποίο έλαβε τη μορφή του νόμου 108 της 16. 3. 1956), ο αλκοολικός τίτλος του βερμούτ που διατίθεται στο εμπόριο στην Ιταλία πρέπει να ανέρχεται τουλάχιστον σε 16 ο/ο vol. Το άρθρο 20 πάντως του εν λόγω νόμου παρέχει στις ιταλικές αρχές την ευχέρεια να επιτρέπουν την κατ' εξαίρεση παραγωγή οίνων βερμούτ με αλκοολικό τίτλο κατώτερο από 16 % vol, εφόσον προορίζονται για εξαγωγή και τηρούνται οι προϋποθέσεις της νομοθεσίας της χώρας προορισμού.
Σύμφωνα με το γερμανικό νόμο περί οίνων του 1971, δεν υπάρχει κατώτατο όριο σχετικά με τον αλκοολικό τίτλο του βερμούτ. Το άρθρο 32, παράγραφος 1, του εν λόγω νόμου ορίζει πάντως τα εξής:
«Επιτρέπεται η εισαγωγή των ποτών που παράγονται στην αλλοδαπή με βάση τον οίνο (αλλοδαπών ποτών με βάση τον οίνο), μόνο εφόσον η παραγωγή έχει πραγματοποιηθεί καθ' όλα τα στάδια της στο ίδιο κράτος σύμφωνα με τις ισχύουσες εκεί διατάξεις και το προϊόν επιτρέπεται να τεθεί εκεί σε κυκλοφορία υπό τον όρο ότι θα καταναλωθεί αυτούσιο...»
Το 7ο τμήμα εμπορικών υποθέσεων του Landgericht München Ι, θεωρώντας ότι το ζήτημα αν η απαγόρευση αυτή αντιβαίνει στο άρθρο 30 της συνθήκης είναι ιδιαίτερα σημαντικό, υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα δύο προδικαστικά ερωτήματα:
«1.
Συμβιβάζεται με τα άρθρα 30 επ. της συνθήκης ΕΟΚ η ερμηνεία μιας διατάξεως νόμου στο κράτος μέλος Α, σύμφωνα με την οποία δεν επιτρέπεται η κυκλοφορία στο κράτος μέλος Α του βερμούτ που παράγεται στο κράτος μέλος Β λόγω του ότι ο αλκοολικός τίτλος του είναι ελάχιστα κατώτερος από τον αλκοολικό τίτλο που επιβάλλεται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους Β, έστω και αν στο κράτος μέλος Α δεν ορίζεται για το εγχώριο βερμούτ κανένας ελάχιστος αλκοολικός τίτλος και επομένως, αν το βερμούτ παραγόταν στο κράτος μέλος Α, θα επιτρεπόταν χωρίς άλλες διατυπώσεις η κυκλοφορία του στο κράτος μέλος Α;
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:
2.
Συμβιβάζεται η ερμηνεία αυτή με τα άρθρα 30 επ. της συνθήκης ΕΟΚ ακόμη και όταν το εσωτερικό δίκαιο του κράτους μέλους Β προβλέπει ότι το βερμούτ στο κράτος μέλος Β δεν απαιτείται να ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις που ορίζει ως προς τον ελάχιστο αλκοολικό τίτλο το εσωτερικό δίκαιο του κράτους μέλους Β, εφόσον παράγεται με σκοπό να εξαχθεί στο κράτος μέλος Α;»
Η διάταξη περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11 Φεβρουαρίου 1982.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΟΚ, κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις η ενάγουσα, εκπροσωπούμενη από τον Gerstenberg, δικηγόρο Μονάχου, η εναγόμενη, εκπροσωπούμενη από το δικηγόρο Klaka, η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από τον Conti, Avvocato dello Stato, η κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από τον Prevel, γενικό γραμματέα της SGCI, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το νομικό σύμβουλο της Wägenbaur.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Παρατηρήσεις που κατατέθηκαν βάσει του άρθρου 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΟΚ
Ο ενάγων θεωρεί ότι στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχει κανένα περιθώριο για την εφαρμογή του άρθρου 30 της συνθήκης ΕΟΚ, αφού η διαφορά αποτελεί μια «απόλυτα συνηθισμένη διαφορά» σχετικά με ορισμένες διατάξεις του εσωτερικού γερμανικού δικαίου. Επιπλέον, οι γερμανοί καταναλωτές, ιδίως όσοι επισκέπτονται την Ιταλία κάθε χρόνο, υποθέτουν ότι το ιταλικό βερμούτ που πωλείται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας είναι ακριβώς το ίδιο με το ιταλικό βερμούτ που πωλείται στην Ιταλία. Δεν έχει σημασία το γεγονός ότι το γερμανικό βερμούτ έχει κατ' όγκο αλκοολικό τίτλο κατώτερο από τον τίτλο του εν λόγω ιταλικού βερμούτ αφού «το γερμανικό βερμούτ είναι απλώς διαφορετικό προϊόν από το ιταλικό βερμούτ».
Η εναγόμενη παρατηρεί καταρχήν ότι είναι δυνατόν να θεωρηθεί, λόγω της διατυπώσεως των ερωτημάτων που το Landgericht υπέβαλε στο Δικαστήριο, ότι το παρα-πέμπον δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να κρίνει αν μια διάταξη του εσωτερικού γερμανικού δικαίου είναι νόμιμη και αν συμβιβάζεται με τα άρθρα 30 επ. της συνθήκης ΕΟΚ. Τα ερωτήματα αυτά πρέπει επομένως να κριθούν ως απαράδεκτα. Τα ερωτήματα πάντως που υποβάλλει το παρα-πέμπον δικαστήριο αφορούν την ερμηνεία της απαγορεύσεως των μέτρων αποτελέσματος ισοδύναμου με ποσοτικούς περιορισμούς και την ερμηνεία της γενικής αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Κατά συνέπεια, τα ερωτήματα αυτά είναι παραδεκτά, αφού μάλιστα το Δικαστήριο μπορεί πάντα να αλλάζει τη διατύπωση των υποβαλλόμενων ερωτημάτων.
Σε ό,τι αφορά το πρώτο ερώτημα, ο ενάγων υπενθυμίζει τα πραγματικά στοιχεία, καθώς και τις γερμανικές κανονιστικές διατάξεις που εφαρμόζονται στην παρούσα υπόθεση και υποστηρίζει ότι από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με το άρθρο 30 συνάγεται ότι «το κράτος εισαγωγής είναι υποχρεωμένο να μη θέτει ευρύτερες ή διαφορετικές προϋποθέσεις για τα εισαγόμενα προϊόντα από ό,τι για τα εγχώρια προϊόντα». Η διαφορετική όμως μεταχείριση των εισαγόμενων προϊόντων σε σχέση με τα εγχώρια προϊόντα — όπως συνάγεται από τη γερμανική νομοθεσία — αποτελεί μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος κατά την έννοια του άρθρου 30 της συνθήκης ΕΟΚ.
Κατά την εναγόμενη, το μέτρο αυτό δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να δικαιολογηθεί βάσει του πρώτου εδαφίου του άρθρου 36. Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα δεν αμφισβητεί την ποιότητα του ιταλικού βερμούτ. Επομένως, είναι ανεξήγητο να μην μπορεί να εισαχθεί στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας το ιταλικό βερμούτ, ο αλκοολικός τίτλος του οποίου είναι ελάχιστα κατώτερος από 16 ο/ο vol, ενώ μάλιστα ο αλκοολικός τύπος του γερμανικού 6ερμούτ δεν υπερβαίνει σε καμιά περίπτωση το 15 ο/ο vol. Η εναγόμενη παρατηρεί επιπλέον ότι το βερμούτ δεν καταναλώνεται για το οινόπνευμα που περιέχει, αλλά για την ειδική γεύση του ή μάλιστα για την ιταλική προέλευση του, και θεωρεί ότι στην κύρια δίκη η ενάγουσα δεν έχει ως κύριο σκοπό την προστασία του γερμανού καταναλωτή, αλλά εξυπηρετεί τα συμφέροντα των γερμανών παραγωγών του βερμούτ. Η εναγόμενη τονίζει σχετικά ότι ο καταναλωτής δεν μπορεί να πλανηΜ λόγω του ελάχιστα μικρότερου αλκοολικού τίτλου του «Fiorenzo», δηλαδή του επίδικου προϊόντος, και ότι εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου «αυτό οπωσδήποτε δεν δικαιολογεί την απόλυτη απαγόρευση εμπορίας που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής».
Πάντως, η εναγόμενη «προληπτικά» και μόνο υποστηρίζει ότι αποκλείεται η αναδρομή στο άρθρο 36, εδάφιο 1, της συνθήκης ΕΟΚ, αφού το εν λόγω μέτρο αποτελεί μέσο αυθαίρετων διακρίσεων ή συγκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να γίνει επίκληση ούτε της προστασίας της δημόσιας υγείας, όπως συνάγεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου, συγκεκριμένα από την απόφαση της 10ης Ιουλίου 1980 (152/78, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Sig. σ. 2299). Κατά συνέπεια, η εναγόμενη θεωρεί ότι στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η εξής απάντηση:
«Εφόσον το βερμούτ που παράγεται στην Ιταλία με σκοπό την εξαγωγή δεν επιτρέπεται, σύμφωνα με τις διατάξεις της εσωτερικής γερμανικής νομοθεσίας περί οίνων, να πωλείται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ενώ το αντίστοιχο βερμούτ γερμανικής παραγωγής επιτρέπεται να πωλείται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, πρόκειται για μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος κατά την έννοια του άρθρου 30 της συνθήκης ΕΟΚ, το οποίο δεν μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει του άρθρου 36, πρώτο εδάφιο, της συνθήκης ΕΟΚ.»
Η εναγόμενη θεωρεί ότι ενόψει της απαντήσεως που έδωσε στο πρώτο ερώτημα περιττεύει η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα.
Η εναγόμενη πάντως ισχυρίζεται προληπτικά ότι το εσωτερικό δίκαιο διαφόρων κρατών μελών προβλέπει πολλές φορές εξαιρέσεις από ορισμένες απαγορεύσεις του εσωτερικού δικαίου για τα προϊόντα που προορίζονται για εξαγωγή. Αφού παραθέτει ορισμένα παραδείγματα, η εναγόμενη υποστηρίζει ότι κάθε κράτος μέλος έχει θεμιτό συμφέρον «να προβλέπει ορισμένες παρεκκλίσεις από τις διατάξεις του εθνικού δικαίου υπέρ των εξαγωγέων προκειμένου να τους προστατεύσει από ενδεχόμενη ανισότητα έναντι των όρων του ανταγωνισμού στο κράτος εισαγωγής, και να παραπέμπει σχετικά στο δίκαιο του κράτους εισαγωγής». Κάτι τέτοιο δεν αποτελεί εμπόδιο στην κυκλοφορία των εμπορευμάτων κατά την έννοια του άρθρου 30, αλλά προσαρμογή στις διαφορές που υπάρχουν ακόμα στο εσωτερικό της Κοινότητας μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών στον τομέα των τροφίμων. Εξάλλου και το Δικαστήριο, στην απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 1981, (53/80, Kaasfabriek, Συλλογή σ. 409), έκρινε ότι μια παρόμοια διάταξη του ολλανδικού δικαίου σχετικά με τις εξαγωγές δεν αποτελούσε μέσο αυθαίρετων διακρίσεων στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών κατά την έννοια του άρθρου 36, δεύτερο εδάφιο, της συνθήκης ΕΟΚ.
Κατά συνέπεια, η εναγόμενη προτείνει να δοθεί η εξής απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα:
«Εφόσον το βερμούτ που παρασκευάζεται νόμιμα στην Ιταλία με σκοπό την εξαγωγή βάσει διατάξεων που ισχύουν εκεί ή βάσει παρεκκλίσεων από τις διατάξεις αυτές δεν επιτρέπεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του εσωτερικού γερμανικού νόμου περί οίνων, να πωλείται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ενώ το αντίστοιχο βερμούτ γερμανικής παραγωγής επιτρέπεται να πωλείται στην Ομοσπονδιακή. Δημοκρατία της Γερμανίας, πρόκειται για μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος κατά την έννοια του άρθρου 30 της συνθήκης ΕΟΚ, το οποίο δεν μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει του άρθρου 36, πρώτο εδάφιο, της συνθήκης ΕΟΚ.»
Η ιταλική κυβέρνηση συμμερίζεται την άποψη της εναγόμενης σε ό,τι αφορά το. πρώτο ερώτημα. Και αυτή τονίζει ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου, όπως και από την οδηγία 70750/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1969 (ABl. 1970, L 13, σ. 29), συνάγεται ότι η διάκριση στην οποία οδηγεί η εν λόγω γερμανική ρύθμιση δεν μπορεί παρά «να αποτελεί ειδική περίπτωση ποσοτικού περιορισμού κατά την εισαγωγή ή τουλάχιστον μέτρου ισοδύναμου αποτελέσματος κατά την έννοια του άρθρου 30 της συνθήκης ΕΟΚ».
Η ιταλική κυβέρνηση διευκρινίζει εξάλλου ότι, αφού εν προκειμένω πρόκειται για μέτρα που εφαρμόζονται μόνο στα εισαγόμενα προϊόντα, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη η απόφαση «Cassis de Dijon» σχετικά με το ασυμβίβαστο προς το άρθρο 30 της συνθήκης ΕΟΚ των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου που εφαρμόζονται αδιακρίτως στα εγχώρια και στα εισαγόμενα προϊόντα. Κατά συνέπεια, τα εθνικά μέτρα που απαγορεύουν, όπως εν προκειμένω, την πώληση μόνο του εισαγόμενου βερμούτ ο αλκοολικός τίτλος του οποίου είναι κατώτερος από 16 ο/ο είναι ασυμβίβαστα με τα άρθρα 30 επ. της συνθήκης ΕΟΚ και δεν είναι δυνατή η προβολή ενστάσεων όπως αυτές που ανέφερε το Δικαστήριο στην υπόθεση Cassis de Dijon.
Η ιταλική κυβέρνηση προσθέτει ότι, για να καλυφθεί πλήρως το θέμα, πρέπει να εξεταστεί ακόμη αν η απαγόρευση εξαγωγής μπορεί ενδεχομένως να δικαιολογηθεί βάσει του άρθρου 36, πρώτο εδάφιο. Ακόμη όμως και αν γίνει δεκτό ότι η έννοια της δημόσιας τάξης μπορεί να επεκταθεί μέχρι το σημείο να περιλάβει την προστασία των καταναλωτών και την καλή πίστη κατά τις συναλλαγές, συνάγεται οπωσδήποτε, κατά την ιταλική κυβέρνηση, το συμπέρασμα ότι το εν λόγω μέτρο δεν μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει του άρθρου 36, πρώτο εδάφιο, κυρίως επειδή αποδεικνύεται «αναμφισβήτητα ότι τα περιοριστικά μέτρα, όπως το μέτρο που αποτελεί το αντικείμενο της διατάξεως περί παραπομπής, δεν μπορούν να έχουν άλλο σκοπό και άλλο πρακτικό αποτέλεσμα από την εξασφάλιση πλεονεκτημάτων για τα εγχώρια προϊόντα, με το να απομακρύνουν από την αγορά τα προϊόντα που προέρχονται από ορισμένο κράτος (την Ιταλία), ή τη μείωση της ανταγωνιστικότητας των εισαγόμενων προϊόντων, με την επιβολή επαχθέστερων όρων εμπορίας». Κατά συνέπεια, τα μέτρα αυτά είναι ασυμβίβαστα με τα άρθρα 30 επ. της συνθήκης ΕΟΚ.
Η ιταλική κυβέρνηση προσθέτει ακόμα ότι το συμπέρασμα αυτό δεν αλλάζει από το γεγονός ότι οι προϋποθέσεις της εμπορίας του εισαγόμενου μόνο προϊόντος έχουν τεθεί κατά το πρότυπο των διατάξεων που ισχύουν για την αγορά από την οποία προέρχεται το ίδιο το προϊόν. Πράγματι, επειδή δεν υπάρχουν κοινοτικές διατάξεις σχετικά με την παραγωγή και την εμπορία των οινοπνευματωδών, κάθε κράτος μέλος ρυθμίζει ελεύθερα ό,τι αφορά την παραγωγή και την εμπορία των οινοπνευματωδών ποτών στο έδαφος του και επομένως όλα τα εθνικά μέτρα είναι έγκυρα καθαυτά μέσα στα όρια της εφαρμογής τους και όλα τα προϊόντα πρέπει να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο, ανεξάρτητα από την καταγωγή τους. Κατά την ιταλική κυβέρνηση, πρέπει να αποκλειστεί η δυνατότητα θεσπίσεως, κατά το παρόν στάδιο της εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, κάποιας αρχής «της χώρας καταγωγής», αφού αυτό θα ήταν αντίθετο προς το άρθρο 30 της συνθήκης ΕΟΚ.
Τέλος, η ιταλική κυβέρνηση προσθέτει ακόμη ότι, σύμφωνα με την ιταλική νομοθεσία, είναι απόλυτα νόμιμη η παραγωγή βερμούτ προς εξαγωγή με αλκοολικό τίτλο κατώτερο από 16 % vol, εφόσον υπάρχει η σχετική άδεια και γίνεται ο απαραίτητος έλεγχος. Κατά συνέπεια, το επίδικο εθνικό μέτρο δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ούτε και με το πρόσχημα της απαγορεύσεως της διαθέσεως προϊόντων που έχουν παρασκευαστεί παράνομα.
Για τους λόγους αυτούς, η ιταλική κυβέρνηση θεωρεί ότι
«στα ερωτήματα που υπέβαλε στο Δικαστήριο το Landgericht München Ι πρέπει να δοθεί η εξής απάντηση: το γεγονός ότι για τα εισαγόμενα προϊόντα προβλέπονται διαφορετικές και επαχθέστερες προϋποθέσεις εμπορίας από ό,τι για τα εγχώρια προϊόντα δεν συμβιβάζεται με τα άρθρα 30 επ. της συνθήκης ΕΟΚ, ακόμη και αν οι προϋποθέσεις αυτές έχουν τεθεί κατά το πρότυπο των προϋποθέσεων που ισχύουν στο κράτος καταγωγής των εισαγόμενων προϊόντων».
Η γαΑΑική κυβέρνηση αναφέρει καταρχήν και αυτή ότι εν προκειμένω από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου συνάγεται ότι το Δικαστήριο δεν καλείται να κρίνει αν η γερμανική νομοθεσία συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο, αλλά να ερμηνεύσει τα άρθρα 30 επ. της συνθήκης ΕΟΚ, ιδίως δε την έννοια του ποσοτικού περιορισμού και των διακρίσεων που συνεπάγεται ο περιορισμός αυτός.
Η γαλλική κυβέρνηση προτείνει και αυτή να δοθεί αρνητική απάντηση στο πρώτο ερώτημα. Κατ' αυτή, το Δικαστήριο έχει θεσπίσει, συγκεκριμένα στην απόφαση της 13ης Μαρτίου 1979 (119/78, Peureux, Sig. σ. 975), «την αρχή της εφαρμογής των εθνικών νομοθεσιών τόσο στα προϊόντα που παρασκευάζονται στο εθνικό έδαφος, όσο και στα προϊόντα που εισάγονται στα άλλα κράτη μέλη, κατά τρόπο που να είναι ομοιόμορφος και να μην οδηγεί σε διακρίσεις».
Στην παρούσα υπόθεση όμως δεν αμφισβητείται το ότι το εισαγόμενο βερμούτ ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις της γερμανικής νομοθεσίας. Επομένως, οι γερμανικές αρχές δεν επιτρέπεται να απαιτούν το προϊόν αυτό να ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις της νομοθεσίας του κράτους μέλους παραγωγής, προκειμένου να δώσουν την άδεια για την εμπορία του προϊόντος αυτού στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.
Κατά συνέπεια, η γαλλική κυβέρνηση «έχει την τιμή να ζητήσει από το Δικαστήριο να κρίνει ως προς το πρώτο ερώτημα ότι η εθνική νομοθεσία δεν μπορεί να απαιτεί για τα εισαγόμενα προϊόντα περισσότερα από όσα απαιτεί για τα εγχώρια προϊόντα. Ενόψει της αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, η γαλλική κυβέρνηση θεωρεί επομένως ότι το δεύτερο ερώτημα δεν έχει πλέον αντικείμενο».
Η Επιτροπι) συμμερίζεται και αυτή την παραπάνω άποψη. Τονίζει δε κυρίως ότι η εν λόγω διάταξη του εσωτερικού δικαίου έχει ως συνέπεια τη δυσμενή μεταχείριση του εισαγόμενου προϊόντος σε σχέση με το ομοειδές εθνικό προϊόν και ότι η μεταχείριση αυτί] των εισαγόμενων προϊόντων αποτελεί στο ενδοκοινοτικό εμπόριο «ένα εμπόδιο που προφανώς δεν μπορεί να δικαιολογηθεί με τίποτα». Κατά συνέπεια η επίδικη εθνική ρύθμιση πρέπει να θεωρηθεί ως μέτρο αποτελέσματος ισοδύναμου με ποσοτικό περιορισμό.
Η Επιτροπή πληροφορεί επίσης το Δικαστήριο ότι μετά από διαμαρτυρία μιας γερμανικής επαγγελματικής ένωσης ασχολήθηκε πρόσφατα με τις ανωμαλίες που προκύπτουν από την εν λόγω κατάσταση και ότι, αφού εξέτασε τη νομική κατάσταση, αποφάσισε να κινήσει κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 169 της συνθήκης ΕΟΚ. Η γερμανική κυβέρνηση έχει ήδη λάβει την προειδοποιητική επιστολή.
Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή προτείνει να δοθεί η εξής απάντηση στο πρώτο ερώτημα του Landgericht München I:
«Ο όρος “μέτρο αποτελέσματος ισοδύναμου προς ποσοτικούς περιορισμούς”, που αναφέρεται στο άρθρο 30 της συνθήκης ΕΟΚ, πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει και τη διάταξη εκείνη που επιβάλλει την υποχρέωση τηρήσεως των κανόνων άλλου κράτους μέλους σχετικά με την παραγωγή και κατ'αυτόν τον τρόπο εμποδίζει την εισαγωγή βερμούτ καταγωγής αυτού του άλλου κράτους μέλους, ενώ μάλιστα δεν υπάρχει κανένας κανόνας για την παραγωγή στο εισάγον κράτος, και ότι αποτελεί επομένως διάκριση σε βάρος του εισαγόμενου προϊόντος.»
Ενόψει της απαντήσεως αυτής στο πρώτο ερώτημα, η Επιτροπή θεωρεί ότι περιττεύει η απάντηση του δεύτερου ερωτήματος.
III — Προφορική διαδικασία
Η ενάγουσα στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενη από το δικηγόρο Gerstenberg, η εναγόμενη στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενη από τους δικηγόρους Nieder και Gaedertz, η γαλλική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Carnelutti, η ιταλική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Conti, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το νομικό σύμβουλο της Wägenbaur, ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους και απάντησαν στα ερωτήματα που τους υπέβαλε το Δικαστήριο κατά τη συνεδρίαση της 10ης Φεβρουαρίου 1983.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 10ης Μαρτίου 1983.
Σκεπτικό
1
Με διάταξη της 20ής Ιανουαρίου 1982, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 11 Φεβρουαρίου 1982, το Landgericht του Μονάχου υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 30 επ. της συνθήκης ΕΟΚ, προκειμένου να μπορέσει να κρίνει κατά πόσο συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο μια διάταξη της γερμανικής νομοθεσίας σχετικά με την εμπορία στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ποτών που παράγονται στην αλλοδαπή με βάση τον οίνο (άρθρο 32, παράγραφος 1, του νόμου περί οίνων (Weingesetz) της 14ης Ιουλίου 1981, Bundesgesetzblatt 1971, αριθ. 63, σ. 893).
2
Το ερώτημα αυτό ανέκυψε κατά την εκδίκαση της διαφοράς μεταξύ Schutzverband gegen Unwesen in der Wirtschaft — στο εξής: Schutzverband —, ενάγοντος στην κύρια δίκη, και της Weinvertriebs-GmbH, σχετικά με την απαγόρευση της εμπορίας ιταλικού βερμούτ με αλκοολικό τίτλο κατώτερο από 16% vol στο έδαφος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
3
Σύμφωνα με τον ιταλικό νόμο (άρθρο 7 του νομοθετικού διατάγματος 3, της 11. 1. 1956, GURI No 14, της 18. 1. 1956, που μετατράπηκε στο νόμο 108 της 16. 3. 1956), ο αλκοολικός τίτλος του βερμούτ που διατίθεται στην ιταλική αγορά πρέπει να είναι το λιγότερο 16% vol. Επιτρέπεται όμως κατ' εξαίρεση η παραγωγή βερμούτ με αλκοολικό τίτλο κατώτερο από 16 %, εφόσον το βερμούτ αυτό προορίζεται για εξαγωγή και τηρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η νομοθεσία της χώρας προορισμού.
4
Ο γερμανικός νόμος περί οίνων δεν θέτει κατώτατο όριο σχετικά με τον αλκοολικό τίτλο του βερμούτ. Το άρθρο όμως 32, παράγραφος 1, του νόμου αυτού ορίζει τα εξής:
«Επιτρέπεται η εισαγωγή των ποτών που παράγονται στην αλλοδαπή με βάση τον οίνο (αλλοδαπών ποτών με βάση τον οίνο), μόνο εφόσον η παραγωγή έχει πραγματοποιηθεί καθ' όλα τα στάδια της στο ίδιο κράτος σύμφωνα με τις ισχύουσες εκεί διατάξεις και το προϊόν επιτρέπεται να τεθεί εκεί σε κυκλοφορία υπό τον όρο ότι θα καταναλωθεί αυτούσιο...»
5
Επειδή η διάταξη αυτή έχει ως αποτέλεσμα την απαγόρευση της εισαγωγής στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας του ιταλικού βερμούτ, ο αλκοολικός τίτλος του οποίου είναι κατώτερος από 16%, το εθνικό δικαστήριο έκρινε ότι έπρεπε να διευκρινιστεί αν η απαγόρευση αυτή αποτελεί μέτρο αποτελέσματος ισοδύναμου με ποσοτικό περιορισμό κατά την έννοια του άρθρου 30 της συνθήκης ΕΟΚ. Κατά συνέπεια ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1.
Συμβιβάζεται με τα άρθρα 30 επ. της συνθήκης ΕΟΚ η ερμηνεία μιας διατάξεως νόμου στο κράτος μέλος Α, σύμφωνα με την οποία δεν επιτρέπεται η κυκλοφορία στο κράτος μέλος Α του βερμούτ που παράγεται στο κράτος μέλος Β λόγω του ότι ο αλκοολικός τίτλος του είναι ελάχιστα κατώτερος από τον αλκοολικό τίτλο που επιβάλλεται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους Β, έστω και αν στο κράτος μέλος Α δεν ορίζεται για το εγχώριο βερμούτ κανένας ελάχιστος αλκοολικός τίτλος και επομένως, αν το βερμούτ παραγόταν στο κράτος μέλος Α, θα επιτρεπόταν χωρίς άλλες διατυπώσεις η κυκλοφορία του στο κράτος μέλος Α;
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:
2.
Συμβιβάζεται η ερμηνεία αυτή με τα άρθρα 30 επ. της συνθήκης ΕΟΚ ακόμη και όταν το εσωτερικό δίκαιο του κράτους μέλους Β προβλέπει ότι το βερμούτ στο κράτος μέλος Β δεν απαιτείται να ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις που ορίζει ως προς τον ελάχιστο αλκοολικό τίτλο το εσωτερικό δίκαιο του κράτους μέλους Β, εφόσον παράγεται με σκοπό να εξαχθεί στο κράτος μέλος Α;»
6
Με το πρώτο ερώτημα το εθνικό δικαστήριο ζητεί να του δοθούν τα ερμηνευτικά στοιχεία βάσει των οποίων θα κρίνει κατά πόσο η απαγόρευση εισαγωγής του βερμούτ, ο αλκοολικός τίτλος του οποίου είναι κατώτερος από τον ελάχιστο αλκοολικό τίτλο που καθορίζει το κράτος μέλος της εξαγωγής για τη διάθεση του προϊόντος αυτού στην εσωτερική αγορά του, εμπίπτει στην κατηγορία των ποσοτικών περιορισμών των εισαγωγών ή των μέτρων ισοδύναμου αποτελέσματος που αναφέρονται στο άρθρο 30 της συνθήκης ΕΟΚ, εφόσον δεν προβλέπεται ελάχιστος αλκοολικός τίτλος για την εμπορία του βερμούτ που παράγεται στο κράτος μέλος εισαγωγής.
7
Από τη συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου προέκυψε — χωρίς μάλιστα να αμφισβητηθεί από τον ενάγοντα — ότι η διάταξη του κράτους εισαγωγής η οποία επιβάλλει στην πράξη έναν ελάχιστο αλκοολικό τίτλο μόνο για το εισαγόμενο βερμούτ εμποδίζει την εμπορία ενός προϊόντος που παράγεται νόμιμα στο κράτος μέλος της εξαγωγής, ενώ για την εμπορία των ομοειδών εγχώριων προϊόντων δεν θέτει καμία προϋπόθεση σχετικά με τον ελάχιστο αλκοολικό τίτλο.
8
Η διάταξη αυτή επομένως οδηγεί σε διακρίσεις, αφού αφορά μόνο τα εισαγόμενα προϊόντα.
9
Το γεγονός ότι ο επίδικος νόμος παραπέμπει στις διατάξεις του κράτους μέλους της εξαγωγής που ισχύουν για την παραγωγή δεν επηρεάζει το συμπέρασμα αυτό, αφού η δυσμενής διάκριση διαπιστώνεται μόνο βάσει της νομοθεσίας του κράτους στο οποίο πραγματοποιείται η εμπορία, δηλαδή του κράτους μέλους της εισαγωγής.
10
Ο Schutzverband υποστήριξε όμως ότι η ρύθμιση αυτή δικαιολογείται από το γεγονός ότι οι γερμανοί καταναλωτές, ιδίως όσοι επισκέπτονται την Ιταλία κάθε χρόνο — και αυτοί είναι πάρα πολλοί —, υποθέτουν ότι το ιταλικό βερμούτ που πωλείται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας είναι ακριβώς το ίδιο με το βερμούτ που πωλείται στην Ιταλία. Κατά συνέπεια, το ιταλικό βερμούτ ο αλκοολικός τίτλος του οποίου είναι κατώτερος από τον αλκοολικό τίτλο του βερμούτ που κατανάλωσαν στην Ιταλία έχει ως αποτέλεσμα την παραπλάνηση του καταναλωτή.
11
Το Δικαστήριο έχει μεν επανειλημμένα κρίνει, μετά την απόφαση του της 20ής Φεβρουαρίου 1979 (Rewę, 120/78, Sig. σ. 649), ότι και η προστασία του καταναλωτή μπορεί να δικαιολογήσει περιορισμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων που προκύπτουν από τις διαφορές μεταξύ των εσωτερικών ρυθμίσεων, εν προκειμένω όμως, επειδή η επίδικη ρύθμιση οδηγεί σε διακρίσεις, αποκλείεται η εφαρμογή του κριτηρίου αυτού, το οποίο αφορά μόνο τις νομοθετικές διατάξεις που διέπουν ενιαία την εμπορία των εγχώριων και των εισαγόμενων προϊόντων. Κατά συνέπεια, στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί να γίνει δεκτή στο πλαίσιο του άρθρου 30η δικαιολογία που βασίζεται στην προστασία του καταναλωτή, αφού δεν εξασφαλίζεται η ίδια προστασία ως προς την εγχώρια παραγωγή.
12
Η απάντηση επομένως στο πρώτο ερώτημα είναι ότι η απαγόρευση εισαγωγής βερμούτ με αλκοολικό τίτλο κατώτερο από το ελάχιστο όριο που επιβάλλει το κράτος μέλος της εξαγωγής για την εμπορία στην εσωτερική αγορά του πρέπει να θεωρηθεί ως μέτρο αποτελέσματος ισοδύναμου με ποσοτικό περιορισμό, το οποίο απαγορεύεται από το άρθρο 30 της συνθήκης, εφόσον δεν προβλέπεται κανένα ελάχιστο όριο για την εμπορία του βερμούτ που παράγεται στο κράτος μέλος της εισαγωγής.
13
Υπό τις συνθήκες αυτές περιττεύει η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα.
Επί των δικαστικών εξόδων
14
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι κυβερνήσεις της Γαλλικής Δημοκρατίας και της Ιταλικής Δημοκρατίας, καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 20ής Ιανουαρίου 1982 το Landgericht του Μονάχου, αποφαίνεται:
Η απαγόρευση εισαγωγής βερμούτ με αλκοολικό τίτλο κατώτερο από το ελάχιστο όριο που επιβάλλει το κράτος μέλος της εξαγωγής για την εμπορία στην εσωτερική αγορά του πρέπει να θεωρηθεί ως μέτρο αποτελέσματος ισοδύναμου προς ποσοτικό περιορισμό, το οποίο απαγορεύεται από το άρθρο 30 της συνθήκης, εφόσον δεν προβλέπεται κανένα ελάχιστο όριο για την εμπορία του βερμούτ που παράγεται στο κράτος μέλος της εισαγωγής.
Pescatore
Ο' Keeffe
Everling
Mackenzie Stuart
Bosco
Koopmans
Due
Bahlman
Galmot
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 20 Απριλίου 1983.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο προεδρεύων
Ρ. Pescatore
πρόεδρος του δεύτερου τμήματος
Full & Egal Universal Law Academy