Στην υπόθεση 61/82,
Ιταλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον Arnaldo Squillante, πρόεδρο τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προϊστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών, επικουρούμενο από τον Oscar Fiumara, Avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Ιταλίας,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από το νομικό της σύμβουλο Gianluigi Campogrande, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Oreste Montako, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg, Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο τη μερική ακύρωση της αποφάσεως 81/1043 της Επιτροπής, της 16ης Νοεμβρίου 1981, περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών που υπέβαλε η Ιταλική Δημοκρατία στο πλαίσιο των δαπανών του οικονομικού έτους 1974 που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα εγγυήσεων (ΕΕ L 375, 1981, σ. 25),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους J. Menens de Wilmars, πρόεδρο, Ρ. Pescatore και A. O'Keeffe, προέδρους τμήματος, G. Bosco, Τ. Koopmans, O. Due και Κ. Bahlmann, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: S. Rozès
γραμματέας: Ρ. Heim
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας, τα αιτήματα, οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων συνοψίζονται ως εξής:
I — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1.
Ο κανονισμός αριθ. 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93), προβλέπει ένα σύστημα άμεσης κοινοτικής χρηματοδοτήσεως των επιστροφών λόγω εξαγωγής προς τρίτες χώρες και των παρεμβάσεων που προορίζονται για τη ρύθμιση των γεωργικών αγορών από το τμήμα εγγυήσεων του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ).
Δυνάμει του άρ9ρου 4 του εν λόγω κανονισμού, η Επιτροπή θέτει στη διάθεση των αρμόδιων εθνικών υπηρεσιών και οργανισμών τις αναγκαίες πιστώσεις.
Κατά το άρ9ρο 5, παράγραφος 2, περίπτωση 6 του ίδιου κανονισμού, η επιτροπή εκκαθαρίζει, βάσει των ετήσιων λογαριασμών που υποβάλλουν τα κράτη μέλη, τους λογαριασμούς που αφορούν τις δαπάνες που πραγματοποίησαν οι εθνικές υπηρεσίες και οργανισμοί.
Σύμφωνα με το άρθρο 8 του κανονισμού αριθ. 1723/72 της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 1972, περί εκκαθαρίσεως λογαριασμών για το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα εγγυήσεων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/008, σ. 115), η απόφαση για την εκκαθάριση των λογαριασμών περιέχει, εκτός των άλλων, τον καθορισμό του ποσού των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν σε κάθε κράτος μέλος κατά τη διάρκεια του σχετικού έτους και φέρει το ΕΓΤΠΕ, τμήμα εγγυήσεων.
2.
Με απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 1981 ( 1 ), που κοινοποιήθηκε στην κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας με έγγραφο της 2ας Δεκεμβρίου 1981, η Επιτροπή καθόρισε για την Ιταλική Δημοκρατία το ποσό των δαπανών που φέρει το ΕΓΤΠΕ, τμήμα εγγυήσεων.
Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, η Επιτροπή, θεσπίζοντας την απόφαση αυτή, αύξησε μία θέση εσόδων, ενώ δεν καταλόγισε, μεταξύ άλλων, στο Ταμείο τρεις θέσεις δαπανών, διατηρώντας έτσι σε βάρος της Ιταλικής Δημοκρατίας ένα συνολικό ποσό 4141124731 λιρετών για τις θέσεις αυτές.
Πρόκειται για τις ακόλουθες θέσεις:
—
2264702642 λιρέτες από αύξηση των εσόδων που προέρχονται από την πώληση σιτηρών παρεμβάσεως·
—
721953004 λιρέτες από δαπάνες που αφορούν την κατά 2 ο/ο ανοχή για απώλειες στο αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη·
—
1143616575 λιρέτες από δαπάνες που αφορούν τις ενισχύσεις για την ιδιωτική αποθεματοποίηση τυρών
—
10852510 λιρέτες από δαπάνες που αφορούν τις ενισχύσεις για την αποθεματοποίηση οίνου.
Συγκεκριμένα, η Επιτροπή έκρινε ότι οι εν λόγω δαπάνες και έσοδα δεν βρίσκονταν σε συμφωνία με τις διατάξεις που διέπουν τα μέτρα παρεμβάσεως. Οι ειδικότεροι λόγοι της ελλείψεως συμφωνίας για κάθε μία από αυτές τις πράξεις είχαν διευκρινισθεί στις ιταλικές αρχές στο πλαίσιο των διμερών επαφών που προηγήθηκαν της αποφάσεως για εκκαθάριση των λογαριασμών. Συνοψίζονται στη «Συνοπτική έκθεση περί των συμπερασμάτων των προπαρασκευαστικών εργασιών για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, τμήμα “εγγυήσεων”, για τις οικονομικές χρήσεις 1974 και 1975», που διαβιβάστηκε στην Ιταλική Δημοκρατία, και αποτέλεσαν αντικείμενο μιας τελικής συζητήσεως κατά τη διάρκεια των συνεδριάσεων της επιτροπής του Ταμείου που είχαν συμβουλευτικό χαρακτήρα πριν από τη θέσπιση της αποφάσεως περί εκκαθαρίσεως, κατ'εφαρμογή της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του κανονισμού 729/70.
3.
Κατά της αποφάσεως αυτής η ιταλική κυβέρνηση άσκησε την παρούσα προσφυγή που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11 Φεβρουαρίου 1982.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση της γενικής εισαγγελέως, το Δικαστήριο αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Η Ιταλική Αημοκρανία, προσφεύγουσα, ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 16ης Νοεμβρίου 1981, κατά το μέρος που αποκλείει τη χρηματοδότηση από το ΕΓΤΠΕ, τμήμα εγγυήσεων, τα ποσά των
2264702642 λιρετών,
712953004 λιρετών,
1143616575 λιρετών και
10852510 λιρετών
(σύνολο 4141124731 λιρέτες) ·
—
α καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
Η Επιτροπή, καθής, ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή
—
να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Γενικότητες
Προς υποστήριξη της προσφυγής της η ιταλική κυβέρνηοΐ], προσφεύγουσα, ισχυρίζεται ότι η απόφαση της Επιτροπής στηρίχτηκε σε εσφαλμένη ερμηνεία των κοινοτικών κανονισμών περί των παρεμβάσεων τις οποίες αφορούν οι επίδικες θέσεις Kat, συνεπώς, συνιστά μη ορθή εφαρμογή των κοινοτικών διατάξεων περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών.
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθής, εκφράζει πρωτίστως την ανησυχία της για τη διαφαινόμενη τάση, οι εθνικοί οργανισμοί παρεμβάσεως να μη θεωρούνται ότι δεσμεύονται απόλυτα από όλες τις λεπτομέρειες των κανονισμών που ρυθμίζουν τις διάφορες οργανώσεις της αγοράς. Μολονότι οι εθνικές διοικήσεις ασκούν βαθιά επίδραση, τόσο στο επίπεδο του Συμβουλίου όσο και στο πλαίσιο της διαδικασίας των επιτροπών διαχειρίσεως, στο περιεχόμενο των κοινοτικών γεωργικών κανονισμών, συχνά εκλαμβάνουν τους κανονισμούς αυτούς ως απλές ενδείξεις των προς θέσπιση μέσων για τη διαχείριση των αγορών ή ακόμη τους εφαρμόζουν κατά τρόπο που να επιδιώκεται η επίτευξη στόχων εθνικής γεωργικής πολιτικής, οι οποίοι είναι αντίθετοι προς την κοινή γεωργική πολιτική.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι είναι καθήκον της να αντιταχθεί σ' αυτή την τάση και να συναγάγει με αυστηρότητα τις συνέπειες για την εκκαθάριση των λογαριασμών. Θεωρεί ότι η Κοινότητα πρέπει να είναι ιδιαίτερα απαιτητική όσον αφορά την τήρηση των κανονιστικών διατάξεων από τις εθνικές διοικήσεις, δεδομένου ότι αφ'ενός αυτές έχουν την ευκαιρία να υπογραμμίσουν τις ιδιαίτερες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν επί του θέματος, ενώ, αφ' ετέρου οι εθνικές υπηρεσίες που ορίζουν τα κράτη μέλη για να διασφαλισθεί η διαχείριση της κοινής γεωργικής πολιτικής είναι υποχρεωμένες να λαμβάνουν κάθε μέτρο προς εξασφάλιση της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις συνθήκες ή τις πράξεις των κοινοτικών οργάνων, καθώς και να επικουρούν την Κοινότητα στην εκπλήρωση της αποστολής της.
Σχετικώς η Επιτροπή αναφέρεται στην πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ιδίως στα θέματα εκκαθαρίσεως των λογαριασμών. Ενόψει της στενής σχέσεως που καθιερώνει το Δικαστήριο μεταξύ της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως των επιχειρηματιών και της ενότητας της αγοράς, η Επιτροπή ερμηνεύει την εν λόγω νομολογία υπό την έννοια ότι τα εθνικά μέτρα που δεν συμβιβάζονται με τις κοινοτικές διατάξεις και είναι αντίθετα προς τους στόχους που επιδιώκει η κοινή γεωργική πολιτική πρέπει να θεωρούνται ως ασυμβίβαστα με την αρχή της ενότητας της αγοράς και, συνεπώς, με την έννοια της κοινής γεωργικής πολιτικής. Επομένως, είναι αδύνατο να επιβαρυνθεί το ΕΓΤΠΕ με τη χρηματοδότηση των πράξεων που διενεργήθηκαν στο πλαίσιο παρόμοιων εθνικών μέτρων, δεδομένου ότι η κοινοτικοποίηση της κοινής γεωργικής πολιτικής υπήρξε η μοναδική αιτία για την κοινοτική χρηματοδότηση των γεωργικών δαπανών.
Με την ανταπάντηση της η ιταΑική κυβέρνηση συμφωνεί απόλυτα ως προς το δεσμευτικό χαρακτήρα των κοινοτικών κανόνων και αποκλείει κατηγορηματικά οποιαδήποτε υποψία ευνοιοκρατίας υπέρ μιας εθνικής γεωργικής πολιτικής που αντιτίθεται στην κοινή γεωργική πολιτική μέσω ενσυνείδητης αρνήσεως εφαρμογής αυτών των κανόνων. Αντιθέτως, παρατηρεί ότι η διαφωνία που ανέκυψε στο θέμα της επιβαρύνσεως του ΕΓΤΠΕ με ορισμένες δαπάνες απορρέει απλώς από τη διαφορετική ερμηνεία ορισμένων κοινοτικών διατάξεων εκ μέρους, αφ' ενός του ιταλικού οργανισμού παρεμβάσεως, αφ'ετέρου της Επιτροπής. Συμφωνώντας ότι η έννοια και η έκταση ενός κοινοτικού κανόνα πρέπει να είναι ομοιόμορφη σε όλα τα κράτη, η ιταλική κυβέρνηση θεωρεί ότι πριν από οποιαδήποτε ενιαία διευκρινιστική παρέμβαση, είναι δυνατό κάποιος κανόνας να επιδέχεται διαφορετικές ερμηνείες ακόμη και με την πεποίθηση ότι κάθε μία απ' αυτές είναι η ορθή. Σε παρόμοια περίπτωση, η a posteriori διαπίστωση περί της μη ορθής εφαρμογής δεν νομίζει ότι συνιστά επαρκές στοιχείο για να θεωρηθεί η διενεργηθείσα πράξη ως μη κοινοτική, ιδίως αν ο σκοπός της κοινής γεωργικής πολιτικής που επεδίωκε ο κανόνας έχει, εντούτοις, επιτευχθεί. Προσθέτει δε ότι επί σειρά ετών οι ιταλικοί οργανισμοί παρεμβάσεως ενήργησαν με την πεποίθηση ότι εφαρμόζουν επακριβώς τους κοινοτικούς κανόνες και μόνον κατά την εκκαθάριση των λογαριασμών, μετά από πολλά έτη από τη διενέργεια των παρεμβάσεων, τους προσάφθηκε η έλλειψη ρητής τηρήσεως των κανόνων, χωρίς να υφίσταται η παραμικρή δυνατότητα θεραπείας παρά μόνον για το μέλλον.
Συνεπώς, η ιταλική κυβέρνηση θεωρεί ότι τα επίμαχα ποσά πρέπει να επιβαρύνουν το ΕΓΤΠΕ, επειδή οι πράξεις διενεργήθηκαν καταρχήν σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες και, επικουρικά, επειδή επιτεύχθηκε ο κοινοτικός στόχος που καθόριζαν οι κοινοτικοί κανόνες, έστω και αν αυτοί δεν ερμηνεύθηκαν ορθά.
Ως προς την επικουρική θέση της ιταλικής κυβερνήσεως, η Επιτροπή με την ανταπάντηση της τονίζει ότι η κοινή γεωργική πολιτική δεν έγκειται αποκλειστικά σε στόχους και ότι τα μέσα για την επίτευξη των σκοπών δεν είναι αδιάφορα έναντι της συνθήκης. Πράγματι, μόνον η επιδίωξη των στόχων μέσω ενός συνόλου μηχανισμών και μέσων που προβλέπονται από το δίκαιο και που συνιστούν την κοινή οργάνωση των αγορών εντάσσουν τις πράξεις των κρατών μελών στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής και ως εκ τούτου δικαιολογούν την κοινοτική χρηματοδότηση. Εξάλλου, μόνον η ομοιόμορφη εφαρμογή του συνόλου αυτού των μηχανισμών και μέσων που παρέχει το δίκαιο εξασφαλίζει την ίση μεταχείριση μεταξύ των επιχειρηματιών των διαφόρων κρατών μελών.
Οι όιάφορες επίοικες άέαεις δαπανών
α) Επί της αυξήσεως των προερχομένων από την πώληση των σιτηρών παρεμβάσεως εσόδων
Η ιταΑική κυοέρνηαη βεβαιώνει ότι η διόρθωση που επέφερε η Επιτροπή στο κονδύλι «καθαρές απώλειες» αυξάνοντας τα έσοδα που προήλθαν από την πώληση των σιτηρών παρεμβάσεως ιταλικής προελεύσεως ή που μεταβιβάστηκαν από άλλους οργανισμούς παρεμβάσεως για όλες τις διενεργηθείσες πράξεις κατά τη διάρκεια των επτά πρώτων μηνών του 1974, στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία των άρθρων 2 και 3 του κανονισμού 376/70 της Επιτροπής, της 27ης Φεβρουαρίου 1970, περί καθορισμού των διαδικασιών και των όρων πωλήσεων των σιτηρών που ευρίσκονται στην κατοχή των οργανισμών παρεμβάσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 54). Δυνάμει των διατάξεων αυτών, η πώληση των σιτηρών παρεμβάσεως γίνεται με δημοπρασία και σε τιμή που πρέπει να ανταποκρίνεται τουλάχιστον προς την τιμή της επιτόπιας αγοράς.
Σε αντίθεση όμως με την άποψη της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία οι σχετικές πωλήσεις πραγματοποιήθηκαν σε τιμές σημαντικά κατώτερες από εκείνες που ίσχυαν στις επιτόπιες αγορές, όλες οι πωλήσεις διενεργήθηκαν σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, λαμβάνοντας ως αναφορά τις τιμές της αγοράς που υπολόγισε ένα ίδρυμα ειδικευμένο στις μελέτες της αγοράς. Η Επιτροπή κακώς αναφέρθηκε στις εφαρμοζόμενες στο Μιλάνο τιμές και στα προϊόντα που πωλήθηκαν με ιδιωτική συμφωνία. Οι εν λόγω τιμές δεν έχουν παρά ενδεικτική σημασία, ενώ η κατάσταση διαφέρει στις άλλες αγορές, καθώς και ως προς τις πωλήσεις με δημοπρασία. Επί πλέον, η ποιότητα των διαφόρων αποθεμάτων παρεμβάσεως διαφέρει σημαντικά.
Επί πλέον, η ιταλική κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το νομοθετικό διάταγμα 427 της 24ης Ιουλίου 1973 (Gazzetta Ufficiale della Repubblica italiana 189 της 24ης Ιουλίου 1973, σ. 5235), που θεσπίστηκε στο πλαίσιο μιας ιδιάζουσας καταστάσεως από απόψεως συγκυρίας, προέβλεπε το προσωρινό πάγωμα των τιμών για ορισμένα προϊόντα ευρείας καταναλώσεως χάριν κοινωνικοοικονομικών σκοπών, για τους οποίους η Επιτροπή είχε λάβει γνώση. Οι μεταφορές προϊόντων άλλων οργανισμών παρεμβάσεως έγιναν βάσει των ανωτέρω τιμών.
Συνεπώς, η Επιτροπή δεν απέδειξε την έλλειψη αντιστοιχίας μεταξύ των τιμών αγοράς και των τιμών που καθορίστηκαν για τα προϊόντα που πώλησε ο οργανισμός παρεμβάσεως.
Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι κατά το 1974η ιταλική αγορά επεδείκνυε τόσο πολύ ενδιαφέρον για τα σιτηρά καταγωγής άλλων κρατών μελών, ώστε επιτυγχάνονταν γι' αυτά στην ελεύθερη αγορά τιμές που προσέγγιζαν κατά πολύ τις τιμές των εθνικών σιτηρών, αν ίσως και δεν τις υπερέβαιναν. Μόνον τα προϊόντα που διατέθηκαν στον ΑΙΜΑ, τον ιταλικό οργανισμό παρεμβάσεως, διατέθηκαν από αυτήν προς πώληση σε τιμές σαφώς κατώτερες από το μέσο όρο των τιμών αγοράς που σημειώθηκαν στα εμπορικά κέντρα των πόλεων Αλλεσσάντρια, Μιλάνο, Βολωνία, Πάδοβα, Αγκώνα και Γκροσσέτο.
Πράγματι, ο ΑΙΜΑ υποχρεώθηκε δυνάμει της ισχύουσας ιταλικής νομοθεσίας (νομοθετικό διάταγμα 427 της 24ης Ιουλίου 1973, που προαναφέρθηκε, και κατέστη ο νόμος 496 της 4ης Αυγούστου 1973, Gazzetta Ufficiale 216, σ. 5806) να πωλήσει τα σιτηρά σε τιμές που καθόρισε η Διυπουργική Επιτροπή Οικονομικού Προγραμματισμού (CIPE). Με απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 1973 η CIPE καθόρισε τις τιμές πωλήσεως του σίτου που κατείχε ο ΑΙΜΑ μεταξύ 8000 και 8200 λιρετών ανά 100 χιλιόγραμμα, τιμές σαφώς κατώτερες από της επιτόπιας αγοράς.
Η πώληση των σιτηρών που κατείχε ο ΑΙΜΑ εξαιρέθηκε έτσι από την κοινή γεωργική πολιτική και πραγματοποιήθηκε με γνώμονα τους στόχους και σύμφωνα με τους κανόνες της εθνικής γεωργικής και οικονομικής πολιτικής. Συνεπώς, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν είναι σε θέση να επιβαρύνει με το συνεπαγόμενο κόστος τον κοινοτικό προϋπολογισμό.
Με την απάντηση της η ιταλική κνΰέρνι/ση παρατηρεί ότι πράγματι κατά τη διάρκεια των πρώτων μηνών του 1974 και βάσει μιας αποφάσεως της CIPE το μαλακό σιτάρι που κατείχε ο ΑΙΜΑ διατέθηκε σε μια μέση τιμή 8264 λιρετών ανά 100 χγρ., δηλαδή κατώτερη κατά 15 % σε σχέση με την τιμή της αγοράς (± 9500 λιρέτες ανά 100 χγρ.). Τα κοινοτικά όργανα εγνώριζαν τη σχετική ιταλική ρύθμιση. 'Αλλωστε, λόγω της σοβαρής καταστάσεως που δημιούργησε η έλλειψη σίτου στην εσωτερική αγορά, που είχε σαν αποτέλεσμα κερδοσκοπίες και απόκρυψη προϊόντων, καθώς και λόγω μιας ασυνήθους ανόδου των τιμών, ελήφθησαν και κοινοτικά μέτρα, όπως τα μέτρα του κανονισμού 2104/73 του Συμβουλίου, της 1ης Αυγούστου 1973, περί μεταφοράς και διαθέσεως προς πώληση από τον ιταλικό οργανισμό παρεμβάσεως μαλακού σίτου που κατείχε ο γερμανικός, ο γαλλικός και ο βελγικός οργανισμός παρεμβάσεως (GU L 207, σ. 35).
Επ' αυτού η ιταλική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, όπως προκύπτει από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, εθνικές παρεμβάσεις που δεν αποσκοπούν στο να ασκήσουν άμεση επίδραση στο σχηματισμό των τιμών αγοράς, αλλά στο να συγκρατήσουν την αύξηση των τιμών καταναλώσεως ορισμένων ειδών διατροφής δεν είναι ασυμβίβαστες με τις κοινές οργανώσεις αγοράς, όταν δεν θέτουν σε κίνδυνο τους στόχους ή τη λειτουργία μιας τέτοιας οργανώσεως. Η ιταλική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι στην προκειμένη περίπτωση η τιμή πωλήσεως των εν λόγω σιτηρών ήταν κατώτερη από την τιμή αγοράς για το μοναδικό λόγο ότι η τελευταία είχε αυξηθεί τεχνητά λόγω κερδοσκοπικών φαινομένων.
Η Επιτροπή επιμένει με την ανταπάντηση της ότι το θεσπισθέν εθνικό μέτρο δεν συμβιβαζόταν με την κοινή οργάνωση των αγορών. Ακόμη και με τον κανονισμό 2104/73, που ήταν ο τελευταίος μιας σειράς ειδικών μέτρων που θέσπισε η Επιτροπή ώστε να μπορέσει η Ιταλική Δημοκρατία να ανταπεξέλθει στις δυσχέρειες εφοδιασμού σε μαλακό σίτο, διευκρινιζόταν ότι η τιμή πωλήσεως έπρεπε ουσιαστικά να ανταποκρίνεται στην τιμή της επιτόπιας αγοράς (άρθρο 6, παράγραφος 4 που παραπέμπει στο άρθρο 3, παράγραφος 2 του κανονισμού 376/70). Εξάλλου, ο κανονισμός αυτός δεν αποσκοπούσε σε άμεση παρέμβαση επί της τιμής αγοράς μέσω πωλήσεως σε χαμηλή τιμή των προϊόντων παρεμβάσεως, αλλά στη διασφάλιση της συνεχούς ροής του εφοδιασμού και την αποθάρρυνση των κερδοσκόπων.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία είχε απόλυτη επίγνωση του ότι δεν είχε δικαίωμα να πωλεί τον εν λόγω μαλακό σίτο σε τιμή κατώτερη της τιμής αγοράς, εφόσον επιχείρησε να επιτύχει εκ μέρους της Επιτροπής παρέκκλιση από τις διατάξεις του άρθρου 6 του κανονισμού 2104/73 του Συμβουλίου. Η Επιτροπή δεν μπόρεσε να πράξει τίποτα άλλο από το να απαντήσει αρνητικά.
6) Επί της εξαιρέσεως των δαπανών σχετικά με την κατά 2 ο/ο απώλεια από τη μεταποίηση αποκορυφωμένου γάλατος σε σκόνη σε ζωοτροφές
Η ιταλική κνοερνηση παρατηρεί ότι βάσει εθνικής πρακτικής, ήδη πριν από τη θέση σε ισχύ της κοινής γεωργικής πολιτικής, ο ιταλικός οργανισμός παρεμβάσεως κατέβαλε την ενίσχυση για το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη για ποσότητες που περιελάμβαναν απώλειες μέχρι 2°/ο κατά ανώτατο όριο. Οι απώλειες αυτές αντιπροσωπεύουν τα κατάλοιπα λόγω μεταποιήσεως που απολέστηκαν για καθαρά τεχνικούς λόγους κατά το στάδιο της παρασκευής.
Η ιταλική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η άποψη της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία η ενίσχυση δεν μπορεί να χορηγηθεί παρά για το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη που χρησιμοποιήθηκε πράγματι για τη διατροφή ζώων, άποψη που την οδήγησε να εξαιρέσει από την κοινοτική χρηματοδότηση τις δαπάνες σχετικά με τις εν λόγω απώλειες, δεν συμβιβάζεται προς τον κανονισμό 990/72 της Επιτροπής, της 15ης Μαΐου 1972, περί των λεπτομερειών παροχής ενισχύσεων στο αποκορυφωμένο γάλα που μεταποιείται σε σύνθετες τροφές και στο αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη που προορίζεται για τη διατροφή ζώων (GULI 15, σ. 1).
Σημειώνει ότι κατά το άρ9ρο 1 του εν λόγω κανονισμού «το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη δεν δύναται να επωφελείται της ενισχύσεως παρά μόνο αφού έχει... χρησιμοποιηθεί στην παρασκευή σύνθετων ζωοτροφών ...». Κατά την άποψη της, η εν λόγω διάταξη δεν μπορεί παρά να αφορά το γάλα που χρησιμοποιήθηκε για την παρασκευή σύνθετων τροφών, συμπεριλαμβανομένων και των απωλειών που οφείλονται στη μεταποίηση. Οι απώλειες αυτές, πράγματι, συνιστούν την αναγκαία και αναπόφευκτη συνέπεια της μεταποιήσεως. Συνεπώς, οι κατ' αυτόν τον τρόπο απολεσθείσες ποσότητες αποτελούν μέρος του προϊόντος «που χρησιμοποιήθηκε για την παρασκευή», έστω και αν οι ποσότητες αυτές δεν μεταποιήθηκαν. Εξάλλου, ο όρος «πραγματική» χρήση χρησιμοποιήθηκε Kat στην κοινοτική ρύθμιση για να τονισθεί ότι τα εν λόγω προϊόντα δεν μπορούν να έχουν άλλο προορισμό από τη διατροφή των ζώων.
Στη συνέχεια, η ιταλική κυβέρνηση παρατηρεί ότι κατά την αντίληψη της Επιτροπής ο γεωργός δεν επωφελείται πλήρως της κοινοτικής ενισχύσεως, στο μέτρο που οφείλει να αναλαμβάνει ο ίδιος τις δαπάνες που αφορούν τις απώλειες λόγω μεταποιήσεως του γάλακτος και που ανακύπτουν αναπόφευκτα κατά την παρασκευή των ζωοτροφών. Και για το λόγο αυτό η ιταλική άποψη ανταποκρίνεται καλύτερα στο στόχο της κοινοτικής ρυθμίσεως, που συνίσταται δηλαδή στο να καταστεί ανταγωνιστική η χρήση του γάλακτος σε σκόνη σε σχέση με τη χρήση άλλων υποκατάστατων.
Τέλος, η μεταποίηση δεν έχει κανένα συμφέρον να αυξάνει τις σπατάλες, εφόσον το ποσοστό σε κατάλοιπα για τα οποία χορηγείται η ενίσχυση εκτιμάται κατά συγκεκριμένο τρόπο και δεν μπορεί να υπερβεί το όριο του 2 °/ο. Στο σημείο αυτό, η ιταλική κυβέρνηση προσθέτει ότι η απόφαση της Επιτροπής στηρίζεται εσφαλμένα σε μια κατ' αποκοπή μείωση κατ' αναλογία του ανωτάτου ορίου του 2°/ο. Η ιταλική κυβέρνηση επιφυλάσσεται να καταδείξει στο μέτρο του δυνατού το μέσο όρο των πραγματικών καταλοίπων για τον οποίο καταβλήθηκε η ενίσχυση.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η μη έγκριση της ενισχύσεως που κατέβαλε ο ΑΙΜΑ στους μεταποιητές για την «απώλεια» που υπέστησαν ανταποκρίνεται τόσο προς την οικονομία όσο και προς το γράμμα των ισχυουσών κοινοτικών διατάξεων. Σχετικώς, αναφέρεται στην πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 986/68 του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1968, περί θεσπίσεως των γενικών κανόνων σχετικά με τη χορήγηση ενισχύσεων για το αποκορυφωμένο γάλα και το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη που προορίζεται για τη διατροφή ζώων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 120), σύμφωνα με την οποία «είναι αναγκαίο να προβλεφθεί ότι δεν είναι δυνατή η χορήγηση ενισχύσεως παρά μόνο για το μετουσιωμένο αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη ή το χρησιμοποιούμενο για τη διατροφή των ζώων». Υπό το πρίσμα αυτό, καθίσταται αποφασιστικής σημασίας η πραγματική χρησιμοποίηση για τη διατροφή των ζώων. Συνεπώς, δεν αρκεί ότι οι ποσότητες που πρέπει να ληφθούν υπόψη προορίζονται για τη διατροφή των ζώων με τη χρησιμοποίηση τους στη διαδικασία παρασκευής. Το προϊόν, για το οποίο χορηγείται ενίσχυση οφείλει, όπως επιβεβαιώνεται και από την τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 990/72, σύμφωνα με την οποία «οι ενισχύσεις προορίζονται ... για το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη που έχει μετουσιωθεί σε σύνθετες ζωοτροφές», να μεταποιείται σε σύνθετη τροφή.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι ot ανάγκες αυστηρού ελέγχου σε έναν τόσο ευαίσθητο τομέα από απόψεως διαπράξεως απατών καθιστούν αδιανόητη τη δυνατότητα ανεκτικότητας που ισοδυναμεί εν τέλει με καταβολή ενισχύσεως για ένα μέρος του προϊόντος, του οποίου είναι αδύνατο να ελεγχθεί η πραγματική χρησιμοποίηση. Το να επιδειχθεί ανεκτικότητα 5α σημάνει, πράγματι, χορήγηση ενισχύσεως για ένα μέρος του προϊόντος που χρησιμοποιήθηκε από τον επιχειρηματία και κανένα ίχνος του οποίου δεν ανευρίσκεται στην αγορά. Στα πλαίσια μιας ορθής διαχειρίσεως της αγοράς και του κοινοτικού προϋπολογισμού, η Επιτροπή δεν μπορεί να δεχθεί παρόμοια ερμηνεία.
Όσον αφορά τον κατ' αποκοπή καθορισμό της μειώσεως σε 2 ο/ο κατ' ανώτατο όριο, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι μέχρι σήμερα η Ιταλική Δημοκρατία δεν διαβίβασε τα αναγκαία έγγραφα δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 1 του κανονισμού 729/70 για τον καθορισμό των ακριβών ποσών που κατέβαλε ο ΑΙΜΑ για το γάλα σε σκόνη, το οποίο δεν μεταποιήθηκε σε σύνθετες τροφές. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή όφειλε να περιορισθεί στο να μη επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ παρά με το τμήμα των ιταλικών δαπανών που ικανοποιούσε ασφαλώς τις προϋποθέσεις που καθορίζει η κοινοτική ρύθμιση.
Τέλος, η Επιτροπή παρατηρεί ότι για τις προγενέστερες του 1974 χρήσεις, δεν προέβαλε αντιρρήσεις συναφώς, επειδή όσον αφορά την Ιταλία ποτέ δεν διενεργήθηκε έλεγχος για τις προηγούμενες χρήσεις σχετικά με τις εν λόγω δαπάνες.
Με την απάντηση της η ιταλική κυοερνηση αναφέρεται σε μία εγκύκλιο του ιταλικού υπουργείου γεωργίας, της 10ης Ιουλίου 1974, με την οποία προβλεπόταν ανώτατο όριο ανοχής 2 ο/ο για τις πραγματικές απώλειες. Το ανώτατο αυτό ποσοστό καθορίστηκε βάσει τεχνικών καταγραφών που πραγματοποιήθηκαν στις εγκαταστάσεις μεταποιήσεως. Οι μεταποιητές όφειλαν να σημειώνουν την ημερήσια πραγματική απώλεια στα κατάστιχα επεξεργασίας, ενώ κατά την εκκαθάριση της ενισχύσεως η περιφερειακή επιθεώρηση γεωργίας προέβαινε σε σχετική μνεία προς τον ΑΙΜΑ με την κατάσταση των ποσοτήτων που ενσωματώνονταν στη ζωοτροφή.
Από έρευνα που διενεργήθηκε στα κατάστιχα επεξεργασίας 11 εργοστασίων ζωοτροφών, τα οποία κατά τα έτη 1974-1975 επεξεργάστηκαν ποσότητα γάλακτος σε σκόνη που αντιστοιχούσε στο 25 ο/ο περίπου της συνολικής ποσότητας που έτυχε επεξεργασίας στην Ιταλία, αποδείχθηκε ότι η μέση πραγματική απώλεια για την οποία καταβλήθηκε η ενίσχυση ανερχόταν σε 1,745 ο/ο για τη χρήση 1974 και 1,464 ο/ο για τη χρήση 1975.
Με βάση τα δεδομένα αυτά η προσφεύγουσα επιβεβαιώνει την άποψη της και εκτιμά, επικουρικώς, ότι η μείωση, στην οποία προέβη η Επιτροπή πρέπει να ανταποκρίνεται στους ενδεικνυόμενους μέσους όρους για τους οποίους καταβλήθηκε η βοήθεια, δηλαδή κατ' αποκοπή σε 1,5 ο/ο.
Με την ανταπάντηση της η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι τα περιστατικά που προβάλλει η προσφεύγουσα με την απάντηση της αποδεικνύουν ότι οι απώλειες ή τα κατάλοιπα λόγω μεταποιήσεως, για τα οποία η Ιταλική Δημοκρατία κατέβαλε τις ενισχύσεις, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ελέγχων ως προς την ακρίβεια τους αλλά μόνο για το λογιστικό υπολογισμό τους. Συνεπώς, ήταν δυνατή η έγκριση ενισχύσεως για τις ποσότητες αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη που δεν βρέθηκαν στην επιχείρηση υπό τον όρο απλώς ότι λογιστικώς εμφανίζονται ως πραγματικό ημερήσιο κατάλοιπο που δεν υπερβαίνει το 2 ο/ο της ποσότητας που περιέχεται στο τελικό προϊόν.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν είναι σε θέση να αποδεχθεί παρόμοια διαχείριση που ανοίγει το δρόμο σε ανεξέλεγκτα ενδεχόμενα καταχρήσεως.
Τέλος, η Επιτροπή παρατηρεί ότι η εκκαθάριση διενεργήθηκε βάσει των λογαριασμών που υποβλήθηκαν κατά τους τύπους που όριζαν οι κανονισμοί 729/70 και 1723/72. Δεν μπορεί να δεχθεί ότι είναι δυνατή η χρηματοδότηση κατά το χρόνο της εκκαθαρίσεως παρά μόνο του τμήματος εκείνου των δαπανών που, με βάση τους υποβληθέντες λογαριασμούς, ανταποκρίνεται σε ενέργειες που συμβιβάζονται με τις κοινοτικές διατάξεις. Ελλείψει επακριβούς αποδείξεως που να μην τεκμαίρεται ή να μη συνάγεται κατ' αποκοπή, δεν είναι δυνατό να ληφθεί διαφορετικά υπόψη το λάθος που εμφανίζουν συστηματικά οι λογαριασμοί από το ανώτατο του όριο που ανέρχεται σε 2 ο/ο.
γ) Επί της εξαιρέσεως των δαπανών που αφορούν την ενίσχυση για ιδιωτική αποθεματοποίηση τυρού
Όσον αφορά την άρνηση της Επιτροπής να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με τις δαπάνες που αφορούν τις ενισχύσεις για την ιδιωτική αποθεματοποίηση των τυρών τύπου Grana Padano και Parmigiano-Reggiano των ετών 1974 και 1975, η ιταλική κυβέρνηση θεωρεί ότι η Επιτροπή στηρίχθηκε εσφαλμένα στο γεγονός ότι οι συμβάσεις αποθεματοποιήσεως καταρτίστηκαν πολλούς μήνες μετά την αποθήκευση των εν λόγω τυρών. Πράγματι, κατά το άρθρο 10, παράγραφος 2 του κανονισμού 971/68 του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1968 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 113), η ενίσχυση για την ιδιωτική αποθεματοποίηση των εν λόγω τυρών εξαρτάται από τη σύναψη συμβάσεως αποθεματοποιήσεως με τον οργανισμό παρεμβάσεως, οι δε προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την κατάρτιση της συμβάσεως καθορίζονται στο άρθρο 16 του κανονισμού 1107/68 της Επιτροπής, της 27ης Ιουλίου 1968 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 151).
Στην πραγματικότητα, η χορήγηση της ενισχύσεως έλαβε χώρα σύμφωνα με τη διαδικασία που καθόρισε με απόφαση του το διοικητικό συμβούλιο του ΑΙΜΑ στις 20 Σεπτεμβρίου 1973 (Gazzetta Ufficiale della Repubblica Italiana 225 της 2ας Οκτωβρίου 1973) με την οποία καθορίζονταν οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται σύμφωνα με τις ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις. Σύμφωνα με τη διαδικασία αυτή, ο ΑΙΜΑ, αφού διαπίστωσε ότι η αίτηση περί συνάψεως της συμβάσεως που. κατέθεσε ο ενδιαφερόμενος συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις, γνωστοποίησε στον ενδιαφερόμενο, στην αρμόδια περιφερειακή επιθεώρηση γεωργίας και στο «Consorzio di tutela» ότι αποδέχεται τη σύναψη της συμβάσεως υπό την επιφύλαξη της εκτελέσεως των πράξεων αποθεματοποιήσεως που έπρεπε να διενεργηθούν υπό τον έλεγχο της επιθεωρήσεως. Στη συνέχεια ο ΑΙΜΑ θεώρησε ότι η σύμβαση συνήφθη μετά την κατάρτιση εκ μέρους της επιθεωρήσεως του πρακτικού, με το οποίο επιβεβαιώνονταν οι αποθεματοποιημένες ποσότητες τυρού. Η διαβίβαση στον ενδιαφερόμενο συγγραφής υποχρεώσεων, στην οποία αναφερόταν περιληπτικά το σύνολο των διενεργηθεισών πράξεων για την εκ μέρους του υπογραφή, εξυπηρετούσε αποκλειστικά λογιστικούς σκοπούς. Καίτοι η ενίσχυση είχε καταβληθεί μόνο μετά τη λήψη της υπογεγραμμένης συγγραφής, στην πραγματικότητα είχε αρχίσει από τη στιγμή της καταρτίσεως του πρακτικού από την επιθεώρηση.
Συνεπώς, η ιταλική κυβέρνηση δεν μπορεί να συμμερισθεί την άποψη που υποστηρίζει η Επιτροπή, σύμφωνα με την οποία δεν είναι δυνατό να γίνεται λόγος για σύναψη της συμβάσεως, όταν λείπει από τη συγγραφή υποχρεώσεων η υπογραφή του ενδιαφερομένου. Διευκρινίζει ότι δυνάμει του άρθρου 1326 του ιταλικού Αστικού Κώδικα, η σύμβαση είναι πλήρης τη στιγμή, κατά την οποία ο προτείνων τη σύναψη λαμβάνει γνώση της αποδοχής του αντισυμβαλλομένου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η σύναψη της συμβάσεως συντελέστηκε, τη στιγμή κατά την οποία η βούληση του ενδιαφερομένου, όπως εκφράστηκε με την αίτηση, συνέπεσε με τη βούληση του ΑΙΜΑ, όπως εκφράστηκε με το έγγραφο περί αποδοχής, η οποία και είχε έννομες συνέπειες λόγω του ελέγχου που διενέργησε η επιθεώρηση και επιβεβαιώνει το πρακτικό.
Η ιταλική κυβέρνηση αντιτίθεται στην υποστηριζόμενη από την Επιτροπή κατ' αναλογία εφαρμογή της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 27ης Ιανουαρίου 1981 (Ιταλία κατά Επιτροπής, 1251/79, Συλλογή σ. 205), σύμφωνα με την οποία η σύμβαση συντελείται μόνο τη στιγμή της ολοκληρώσεως της εγγράφου πράξεως μετά από έλεγχο όλων των σχετικών στοιχείων από τον οργανισμό παρεμβάσεως. Πράγματι, το σύστημα των ενισχύσεων για ιδιωτική αποθεματοποίηση του τυρού διαφέρει σαφώς από το σύστημα των ενισχύσεων για εναποθήκευση οίνου, περίπτωση που αποτελούσε το αντικείμενο της εν λόγω υποθέσεως.
Έτσι, το άρθρο 9, παράγραφος 1 του κανονισμού 1437/70 περί οίνου προβλέπει ρητά σύμβαση σε δύο αντίτυπα, ενώ οι κανονισμοί 971/68 και 1107/68 περί τυρού δεν προβλέπουν καμία τυπική προϋπόθεση σχετικά με τη σύμβαση. Εν προκειμένω, η επαλήθευση τόσο από απόψεως τύπου όσο και από απόψεως ουσίας προηγήθηκε της «συνάψεως» της συμβάσεως. Εξάλλου, η συγγραφή υποχρεώσεων που συνέταξε ο ΑΙΜΑ για λογιστικούς σκοπούς είναι αδιάφορη από απόψεως κοινοτικής ρυθμίσεως. Επί πλέον, η σύναψη των συμβάσεων που αφορούν την αποθεματοποίηση των τυρών δεν συνδέεται με συγκεκριμένη προθεσμία, όπως συμβαίνει για την εναποθήκευση οίνων.
Επικουρικώς, η ιταλική κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η άρνηση αναλήψεως των εν λόγω δαπανών για καθαρά τυπικούς λόγους είναι αυθαίρετη, τη στιγμή κατά την οποία ο στόχος, στον οποίο αποσκοπεί η κοινοτική ρύθμιση έχει ουσιαστικά επιτευχθεί.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι το άρθρο 10, παράγραφος 2 του κανονισμού 971/68, εξαρτώντας την ενίσχυση για την ιδιωτική αποθεματοποίηση ορισμένων τυρών από τη σύναψη συμβάσεως, προβλέπει την υποχρέωση συνάψεως της συμβάσεως αποθεματοποιήσεως πριν από την πραγματοποίηση της αποθεματοποιήσεως. Στην Ιταλία, όμως, οι συμβάσεις αποθεματοποιήσεως καταρτίσθηκαν πολλούς μήνες μετά την έναρξη της αποθεματοποιήσεως, σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις την ημέρα που προηγήθηκε της λήξεως της περιόδου αποθεματοποιήσεως.
Όσον αφορά την έννοια της συμβάσεως, η Επιτροπή θεωρεί ότι, ελλείψει κοινοτικής έννοιας πρέπει να γίνεται αναφορά στο εθνικό δίκαιο κάθε κράτους μέλους για τα σημεία εκείνα που δεν ρυθμίζονται ρητά από το κοινοτικό δίκαιο, όπως ο τύπος της συμβάσεως και η στιγμή κατά την οποία τεκμαίρεται ότι αυτή καταρτίσθηκε και, συνεπώς, δεσμεύει τους συμβαλλομένους.
Στο σημείο αυτό παραπέμπει στην προαναφερθείσα απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του ΑΙΜΑ, της 20ής Σεπτεμβρίου 1973. Κατά το άρθρο 2 της εν λόγω αποφάσεως, η σύμβαση μεταξύ του ΑΙΜΑ, και του αποθεματοποιούντος καταρτίζεται «τη στιγμή κατά την οποία ο αποθεματοποιών θέτει την υπογραφή του στο έγγραφο αποδοχής, με το οποίο δεσμεύεται να τηρήσει τους όρους που περιλαμβάνει η συγγραφή υποχρεώσεων». Το άρθρο 5 της ίδιας αποφάσεως απαιτεί επί ποινή ακυρώσεως το γνήσιο της υπογραφής του εγγράφου αποδοχής της συγγραφής υποχρεώσεων εντός προθεσμίας πέντε ημερών.
Κατ' αντίθεση προς τις διαβεβαιώσεις της προσφεύγουσας, από τις διατάξεις του εθνικού δικαίου που θέσπισε το διοικητικό συμβούλιο του ΑΙΜΑ προκύπτει ότι αυτή θεωρεί ως αποφασιστικής σημασίας στοιχείο για την κατάρτιση της συμβάσεως την υπογραφή της εγγράφου αποδοχής της συγγραφής υποχρεώσεων εκ μέρους του επιχειρηματία, παρά η σύνταξη του πρακτικού αποθεματοποιήσεως από την επαρχιακή επιθεώρηση. Επί πλέον, μέχρις ότου τεθεί η εν λόγω υπογραφή, ο επιχειρηματίας δεν υπέχει καμία υποχρέωση έναντι του ΑΙΜΑ, έστω και αν πράγματι οι απαιτούμενες για την αποθεματοποίηση προϋποθέσεις συντρέχουν απολύτως. Κατά συνέπεια, μέχρις ότου υπογραφεί το έγγραφο αποδοχής, ο ΑΙΜΑ δεν διαθέτει κανένα νομικό μέσο που να της επιτρέπει να επιβάλει στον επιχειρηματία την τήρηση των υποχρεώσεων του.
Η Επιτροπή εκτιμά κατά συνέπεια ότι η αποθεματοποίηση δεν διενεργήθηκε σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες, αλλά σύμφωνα με ένα σύστημα που παρεμποδίζει, μερικές μάλιστα φορές μέχρι και την τελευταία μέρα της αποθεματοποιήσεως, τον οριστικό έλεγχο εκ μέρους του ΑΙΜΑ, καθώς και τη δυνατότητα να υποχρεωθεί ο επιχειρηματίας να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις, με τις οποίες το κοινοτικό δίκαιο τον επιβαρύνει μέσω του συστήματος των συμβάσεων.
Με την απάντηση της η ιταλική κνΰερνηοη εμμένει στην άποψη της που στηρίζεται στο άρθρο 1326 του ιταλικού Αστικού Κώδικα. Λόγω της αποδοχής της αιτήσεως του ενδιαφερομένου επιχειρηματία με το σχετικό έγγραφο του ΑΙΜΑ, ο επιχειρηματίας όπως και ο ΑΙΜΑ υπόκεινται στις αντίστοιχες υποχρεώσεις. Η υπογραφή της συγγραφής υποχρεώσεων δεν συνιστά παρά μία διατύπωση χάριν υπενθυμίσεως. Επ' αυτού του σημείου, η διευκρίνιση που παρέχεται με την απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του ΑΙΜΑ είναι ανακριβής τόσο από γλωσσικής όσο και από νομικής απόψεως.
Τέλος, η ιταλική κυβέρνηση τονίζει ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε για την καταβολή της ενισχύσεως αποδεικνύει ότι ουσιαστικά, πέραν των ενδεχομένων κενών από απόψεως τύπου, η βοήθεια καταβλήθηκε για υπαρκτή και πραγματική αποθεματοποίηση, για την οποία διενεργήθηκαν προηγουμένως όλοι οι αναγκαίοι έλεγχοι.
Με την ανταπάντηση της η Επιτροπή αναφέρεται στην απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Απριλίου 1982 (Pommerehnke/Frantzen, 66 και 99/81, που δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή) για να επαναλάβει την άποψη της, σύμφωνα με την οποία τα θέματα των συμβάσεων αποθεματοποιήσεως που δεν ρυθμίζονται από το κοινοτικό δίκαιο εμπίπτουν στο εσωτερικό δίκαιο, στη συγκεκριμένη δηλαδή περίπτωση στην απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του ΑΙΜΑ της 20ής Σεπτεμβρίου 1973. Θεωρεί ότι δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι ένας επιχειρηματίας είχε την πρόθεση να αναλάβει δέσμευση με την υποβολή της αιτήσεως του, ενώ η ανωτέρω απόφαση μεταθέτει ρητά στο μεταγενέστερο στάδιο της υπογραφής της συγγραφής υποχρεώσεων την ανάληψη των δεσμεύσεων του. Ακόμη περισσότερο και από την έλλειψη τύπου, οφείλεται στην έλλειψη συμφωνίας των συμβαλλομένων το ότι η σύμβαση δεν υφίσταται πριν από την υπογραφή.
Από απόψεως τύπου, η Επιτροπή προσθέτει ότι κατά το άρθρο 1326 του ιταλικού Αστικού Κώδικα, η αποδοχή που αυτός που προβαίνει στην προσφορά απαιτεί να περιβάλλεται με ορισμένο τύπο δεν παράγει αποτελέσματα αν περιβάλλεται διαφορετικό τύπο. Συνεπώς, αν θεωρηθεί, όπως υποστήριξε η ιταλική κυβέρνηση στην υπόθεση 1251/79 σχετικά με τις συμβάσεις αποθεματοποιήσεως οίνου (Συλλογή 1981, σ. 205), ότι η σύμβαση καταρτίζεται στο πλαίσιο δημόσιας προσφοράς εκ μέρους του ΑΙΜΑ, τότε αυτή ως προβαίνουσα στην προσφορά απαιτεί, η αποδοχή να περιβάλλεται τον τύπο της υπογραφής της συμβάσεως υποχρεώσεων.
Επ' αυτού η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η ιταλική κυβέρνηση ανατρέπει τους όρους της αναλύσεως της, θεωρώντας την αίτηση του επιχειρηματία ως πρόταση για σύναψη συμβάσεως. Και υπό την άποψη αυτή, πάντως, η πρόταση του επιχειρηματία αφορά το σύνολο συστήματος αποθεματοποιήσεως που προβλέπουν τόσο οι κοινοτικές όσο και οι εθνικές διατάξεις, συμπεριλαμβανομένων και των τυπικών προϋποθέσεων.
Τέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο έλεγχος σχετικά με το αν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις, από τις οποίες εξαρτάται η ενίσχυση δεν διενεργήθηκε παρά μετά την κοινοποίηση του εγγράφου περί αποδοχής που ο ΑΙΜΑ θεωρεί ως έναρξη της συμβατικής περιόδου αποθεματοποιήσεως. Με την απόφαση του, όμως, της 27ης Ιανουαρίου 1981 (1251/79 που προαναφέρθηκε), το Δικαστήριο αναγνώρισε ήδη ότι δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή η ερμηνεία της έννοιας «σύναψη» της συμβάσεως, κατά την οποία θεμελιούται δικαίωμα για την κοινοτική ενίσχυση, πριν ακόμα εξακριβωθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ρυθμίζουν την εν λόγω ενίσχυση.
δ) Επί της εξαιρέσεως των δαπανών σχετικά με ενισχύσεις για την αποθεματοποίηση οίνου
Όσον αφορά την άρνηση της Επιτροπής για κοινοτική χρηματοδότηση των ενισχύσεων που καταβλήθηκαν με βάση τις συμβάσεις ιδιωτικής αποθεματοποιήσεως οίνου που συνάφθηκαν αναδρομικά μετά τη λήξη των προθεσμιών που προβλέπει η κοινοτική ρύθμιση, η ιναΑική κυβέρνηση ζητεί από το Δικαστήριο να επανεξετάσει το ζήτημα που αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της αποφάσεως της 27ης Ιανουαρίου 1981 (1251/79, Συλλογή 1981, σ. 205). Με την εν λόγω απόφαση του το Δικαστήριο θεμελίωσε το συλλογισμό του επί της ανάγκης ο οργανισμός παρεμβάσεως να επαληθεύει πριν από τη σύναψη της συμβάσεως ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορηγήσεως της ενισχύσεως. Η ιταλική κυβέρνηση θεωρεί ότι η σύμβαση μπορεί να καταρτισθεί ανεξάρτητα από την επαλήθευση αυτή. Επί του σημείου αυτού, αναφέρεται στο άρθρο 7 του κανονισμού 1437/70 της Επιτροπής, της 20ής Ιουλίου 1970 (GU L 160, σ. 16), σύμφωνα με το οποίο κατά την περίοδο, για την οποία καταρτίσθηκε η σύμβαση ο παραγωγός υποχρεώνεται να επιτρέπει την ανά πάσα στιγμή επαλήθευση του τύπου και της ποσότητας του οίνου που αποτελεί αντικείμενο της συμβάσεως.
Με την απάντηση της η ιταλική κυβέρνηση σημειώνει επίσης ότι η πώληση εναποθηκευμένων κατά τη διάρκεια της συμβάσεως προϊόντων, που μνημονεύει η Επιτροπή με τη συνοπτική της έκθεση, ουδέποτε διαπιστώθηκε. Ύστερα από τα αποτελέσματα μιας πρώτης αυτοψίας, ο ΑΙΜΑ δεν χρειάστηκε να διορθώσει παρά ορισμένα λογιστικά λάθη εκ μέρους των παραγωγών.
Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι η παρούσα προσφυγή αφορά τις συμβάσεις μακροπρόθεσμης αποθεματοποιήσεως που συνάφθηκαν κατά τη διάρκεια της περιόδου 1971/1972, η εκκαθάριση της οποίας είχε ανασταλεί εν αναμονή της προαναφερόμενης αποφάσεως στην υπόθεση 1951/79. Θεωρεί ότι με την εν λόγω απόφαση λύθηκε αυτό το πρόβλημα. Εξάλλου, η πώληση αποθεματοποιημένων προϊόντων κατά τη διάρκεια της συμβάσεως δεν είχε ως συνέπεια καμία συμπληρωματική αφαίρεση πέρα από εκείνη που έγινε λόγω της όψιμης συνάψεως των συμβάσεων.
IV — Προφορική διαδικασία
Οι διάδικοι αγόρευσαν κατά τη συνεδρίαση της 23ης Νοεμβρίου 1982.
Η γενική εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 18ης Ιανουαρίου 1982.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11 Φεβρουαρίου 1982, η Ιταλική Δημοκρατία άσκησε, δυνάμει του άρθρου 173 πρώτη παράγραφος της συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως 81/1043 της Επιτροπής, της 16ης Νοεμβρίου 1981, περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών που υπέβαλε η Ιταλική Δημοκρατία στο πλαίσιο των δαπανών του οικονομικού έτους 1974 που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα εγγυήσεων (ΕΕ L 375, σ. 25), καθόσον η Επιτροπή αύξησε υπέρ του ΕΓΤΠΕ μέχρι 2264702642 λιρέτες τα από την πώληση σιτηρών παρεμβάσεως έσοδα, καθώς και καθόσον δεν καταλόγισε στο ΕΓΤΠΕ ποσό 1876422089 λιρετών που αφορά την καταβολή ενισχύσεων για αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη, προοριζόμενο για ζωοτροφές, καθώς και για αποθεματοποίηση οίνου και τυρού.
α) Πώληση σιτηρών παρεμβάσεως
2
Ο κανονισμός 376/70 της Επιτροπής, της 27ης Φεβρουαρίου 1970, περί καθορισμού των διαδικασιών και των όρων πωλήσεως των σιτηρών που βρίσκονται στην κατοχή των οργανισμών παρεμβάσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 54) προβλέπει στο άρθρο 1 ότι η εν λόγω πώληση πρέπει να γίνεται με δημοπρασία, ενώ στο άρθρο 3, παράγραφος 2, ότι η τιμή πωλήσεως πρέπει να αντιστοιχεί τουλάχιστον με την τιμή της τοπικής αγοράς.
3
Η ιταλική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι εν λόγω όροι τηρήθηκαν κατά την πώληση σημαντικών ποσοτήτων σιτηρών που αγοράστηκαν από οργανισμούς παρεμβάσεως άλλων κρατών μελών και τέθηκαν προς πώληση στην Ιταλία κατά τη διάρκεια των επτά πρώτων μηνών του 1974. Αντιθέτως, η Επιτροπή βεβαιώνει ότι τα σιτηρά που μεταφέρθηκαν στον Azienda di Stato per gli interventi nel mercato agricolo (εφεξής ΑΙΜΑ), ιταλικό οργανισμό παρεμβάσεως, τέθηκαν προς πώληση από τον εν λόγω οργανισμό σε τιμές σαφώς κατώτερες από την τιμή της τοπικής αγοράς.
4
Στην παρούσα φάση της δίκης δεν αμφισβητείται πλέον από τους διαδίκους ότι κατά το κρίσιμο χρονικό σημείο ο μέσος όρος των τιμών αγοράς που διαπιστώθηκαν στις αγορές των πόλεων Αλεσσάντρια, Μιλάνο, Βολωνία, Πάδοβα, Αγκώνα καί Γκροσσέτο ήταν 9500 λιρέτες ανά 100 χιλιόγραμμα, ενώ οι τιμές πωλήσεως των σιτηρών παρεμβάσεως που εφάρμοσε ο ΑΙΜΑ κυμαίνονταν μεταξύ 8000 και 8200 λιρετών ανά 100 χιλιόγραμμα.
5
Πάντως η ιταλική κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι τα έτη 1973 και 1974 χαρακτηρίστηκαν από ιδιαίτερη κατάσταση οικονομικής συγκυρίας που ανάγκασε τις ιταλικές αρχές να προβλέψουν προσωρινό πάγωμα των τιμών για ορισμένα είδη τροφίμων ευρείας καταναλώσεως, όπως τα ζυμαρικά. Οι τιμές των σιτηρών παρεμβάσεως καθορίστηκαν με γνώμονα αυτό το πάγωμα τιμών. Πράγματι, η διάθεση των σιτηρών παρεμβάσεως από τον ΑΙΜΑ έγινε για να διευκολυνθεί η διατήρηση αυτού του παγώματος έναντι κερδοσκοπικών κινήσεων που σημειώθηκαν στην αγορά· η εν λόγω ενέργεια δεν θα σημείωνε καμία επιτυχία, αν τα σιτηρά αυτά πωλούνταν στην τιμή αγοράς.
6
Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Ναι μεν ανάγκες κοινωνικής πολιτικής είναι δυνατό να δικαιολογούν κατάλληλες πρωτοβουλίες προκειμένου να επιτευχθεί μέσα στα κοινοτικά πλαίσια η προσαρμογή της ισχύουσας ρυθμίσεως, δεν μπορούν όμως να καταλήγουν σε ερμηνεία των κοινοτικών κανονισμών αντίθετη προς τό γράμμα και τους στόχους τους.
7
Σχετικώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι οι διατάξεις του κανονισμού 376/70, σύμφωνα με τις οποίες η τιμή πωλήσεως των σιτηρών που διατίθενται προς πώληση από τους οργανισμούς παρεμβάσεως πρέπει να αντιστοιχεί τουλάχιστον στην τοπική τιμή αγοράς, αποσκοπούν στην αποφυγή χειροτερεύσεως της καταστάσεως της αγοράς και στην κατ' αυτόν τον τρόπο εξασφάλιση της καλής λειτουργίας των κοινοτικών μέτρων παρεμβάσεως.
8
Συνεπώς, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί, κατά το σημείο αυτό.
β) Ενισχύσεις για το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη
9
Το άρθρο 1 του κανονισμού 990/72 της Επιτροπής, της 15ης Μαΐου 1972, περί των λεπτομερειών παροχής ενισχύσεων για το αποκορυφωμένο γάλα που μεταποιείται σε σύνθετες τροφές και για το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη που προορίζεται για τη διατροφή ζώων (GU L 115, σ. 1) ορίζει ότι για το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη παρέχονται ενισχύσεις μόνο αφού έχει χρησιμοποιηθεί στην παρασκευή σύνθετων ζωοτροφών υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 4. Η εν λόγω διάταξη αφορά τους όρους, στους οποίους πρέπει να ανταποκρίνονται οι σύνθετες ζωοτροφές.
10
Η ιταλική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Επιτροπή όφειλε να καταλογίσει σε βάρος του ΕΓΤΠΕ το ποσό που αντιπροσωπεύει τις απώλειες λόγω μεταποιήσεως, δηλαδή την ποσότητα του αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη που χάθηκε από καθαρά τεχνικούς λόγους κατά την παρασκευή της σύνθετης τροφής. Οι ενισχύσεις που κατέβαλε στους παραγωγούς ο ΑΙΜΑ περιελάμβαναν παρόμοιες απώλειες μέχρι 2 °/ο κατ' ανώτατο όριο της συνολικής ενισχύσεως.
11
Κατά την άποψη της Επιτροπής, μόνο το γαλακτοκομικό προϊόν που πράγματι χρησιμοποιήθηκε για την παρασκευή ζωοτροφών μπορεί να τύχει κοινοτικής ενισχύσεως. Η άποψη της ιταλικής κυβερνήσεως ισοδυναμεί με χορήγηση της ενισχύσεως αυτής σε οποιαδήποτε ποσότητα γαλακτοκομικού προϊόντος που χρησιμοποιήθηκε στην παρασκευή ζωοτροφών.
12
Πρέπει να γίνει δεκτή η άποψη που υποστηρίζει η Επιτροπή. Αυτό συνάδει προς το ίδιο το κείμενο των διατάξεων του κανονισμού 990/72, βρίσκει δε έρεισμα στις αιτιολογικές του σκέψεις, στις οποίες, αφού τονίζεται η ανάγκη ορισμένων τροποποιήσεων στη ρύθμιση που ίσχυε τότε, μνημονεύεται ρητά και η ανάγκη να διασφαλισθεί «ότι το αποκορυφωμένο γάλα και το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη, για τα οποία χορηγούνται ενισχύσεις, χρησιμοποιούνται όντως για τη διατροφή ζώων».
13
Η ιταλική κυβέρνηση ισχυρίζεται επίσης ότι η Επιτροπή, ακόμη κι αν η δική της ερμηνεία ήταν ορθή, δεν θα είχε το δικαίωμα να μειώσει τις εν λόγω δαπάνες μέχρι 2 °/ο, εφόσον το όριο του 2 ο/ο ήταν το ανώτατο που προέβλεπε η ιταλική ρύθμιση. Στην πραγματικότητα, ο μέσος όρος καταλοίπων, για τα οποία καταβλήθηκε η ενίσχυση πρέπει να εκτιμηθεί στο 1 °/ο.
14
Ως αποδεικτικό στοιχείο, η'ιταλική κυβέρνηση προσεκόμισε στο Δικαστήριο πίνακα που όμως δεν αφορά παρά 25 °/ο της συνολικής ποσότητας σκόνης γάλακτος που μετουσιώθηκε σε ζωοτροφές στην Ιταλία κατά τη διάρκεια των ετών 1974 και 1975. Για την ποσότητα αυτή η μέση απώλεια ανερχόταν σε 1,745 °/ο για το έτος 1974 και σε 1,464 °/ο για το έτος 1975.
15
Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν αποδείχθηκε ότι για το σύνολο της μετουσιωμένης ποσότητας το ποσοστό των πραγματικών καταλοίπων διαφέρει αισθητά του ανώτατου ορίου του 2 ο/ο, το οποίο προβλέπει η ιταλική ρύθμιση και επί του οποίου βασίστηκε η Επιτροπή κατά την εκκαθάριση.
16
Συνεπώς, οι αιτιάσεις αυτές που στρέφονται κατά της αποφάσεως της Επιτροπής σχετικά με τις ενισχύσεις που χορηγούνται για το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη πρέπει να απορριφθούν.
γ) Ενισχύσεις για την αποθεματοποίηση οίνου
17
Η ιταλική κυβέρνηση παραδέχεται ότι η άρνηση της Επιτροπής να καταλογίσει στο ΕΓΤΠΕ το επίδικο ποσό περί της ενισχύσεως για την αποθεματοποίηση οίνου για το έτος 1974 στηρίζεται στους ίδιους λόγους με την ανάλογη άρνηση που αφορούσε το προηγούμενο έτος και ότι το Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή που άσκησε η Ιταλική Δημοκρατία κατά της τελευταίας αυτής αρνήσεως με την απόφαση του της 27ης Ιανουαρίου 1981 (Ιταλία κατά Επιτροπής, 1251/79, Συλλογή σ. 205). Εντούτοις, ζητεί από το Δικαστήριο να επανεξετάσει το εν λόγω ζήτημα.
18
Όπως ορθώς παρατηρεί η ιταλική κυβέρνηση, με την απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 1981 το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ο ΑΙΜΑ δεν είχε καταβάλει τις ενισχύσεις για την αποθεματοποίηση οίνου για το έτος 1973 σύμφωνα με την ισχύουσα κοινοτική ρύθμιση, επειδή οι συμβάσεις αποθεματοποιήσεως δεν είχαν συναφθεί πριν από ορισμένη ημερομηνία. Το Δικαστήριο δέχτηκε ότι, σύμφωνα με τις εφαρμοστέες κοινοτικές διατάξεις, η σύμβαση αποθεματοποιήσεως θεωρείται ότι έχει συναφθεί μόνον από τη στιγμή της καταρτίσεως της έγγραφης πράξεως και αφού εξακριβωθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις κοινοτικής ενισχύσεως.
19
Η προσφεύγουσα κυβέρνηση αμφισβητεί την ερμηνεία αυτή, χωρίς, πάντως, να επικαλείται άλλα επιχειρήματα εκτός από εκείνα που εξετάστηκαν στο πλαίσιο της αναφερθείσας αποφάσεως.
20
Συνεπώς, η προσφυγή δεν μπορεί να γίνει δεκτή ούτε κατά το μέρος αυτό.
δ) Ενισχύσεις για την αποθεματοποίηση τυρού
21
Το άρθρο 10 του κανονισμού 971/68 του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1968, περί καθορισμού των γενικών κανόνων που διέπουν τα μέτρα παρεμβάσεως στην αγορά των τυρών Grana Padano και Parmigiano-Reggiano (EE ειδ. έκδ. 03/003, σ. 113), προβλέπει στη δεύτερη παράγραφο ότι η ενίσχυση για την ιδιωτική αποθεματοποίηση των εν λόγω τυρών εξαρτάται από τη σύναψη συμβάσεως αποθεματοποιήσεως μεταξύ του οργανισμού παρεμβάσεως και κάθε ενδιαφερομένου που έχει τη δυνατότητα να εκπληρώσει τους όρους της συμβάσεως.
22
Η ιταλική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, σύμφωνα με την ακολουθούμενη από τον ΑΙΜΑ πρακτική, η κατάρτιση του πρακτικού αποθεματοποιήσεως από δημόσιο υπάλληλο, στο οποίο προσδιορίζεται η ημερομηνία ενάρξεως της αποθεματοποιήσεως, εξομοιώνεται με σύναψη συμβάσεως.
23
Για την Επιτροπή, η σύμβαση αποθεματοποιήσεως θεωρείται ότι έχει συναφθεί κατά την έννοια του άρθρου 10 του κανονισμού 971/68 μόνο από τη στιγμή κατά την οποία η έγγραφη πράξη, στην οποία επαναλαμβάνονται οι όροι της συμβάσεως, υπογράφεται από τον αποθεματοποιούντα και τον εκπρόσωπο του οργανισμού παρεμβάσεως. Υπενθυμίζει, σχετικώς, ότι, σύμφωνα με το άρθρο 11 του κανονισμού 971 /68, η σύμβαση αποθεματοποιήσεως πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστο διατάξεις που αφορούν την ποσότητα του αποθεματοποιημένου τυρού, το ύψος της ενισχύσεως, τις σχετικές με την εκτέλεση της συμβάσεως ημερομηνίες, τους όρους που αφορούν την ελάχιστη ποσότητα τυρού κατά παρτίδα και τα μέτρα ελέγχου.
24
Η ιταλική κυβέρνηση βασίζεται κυρίως στο επιχείρημα ότι η σύναψη συμβάσεως αποθεματοποιήσεως τυρού διέπεται από το εθνικό δίκαιο. Κατ' αντίθεση όμως προς τις κοινοτικές διατάξεις που εφαρμόζονται στην αποθεματοποίηση οίνου και αποτέλεσαν αντικείμενο της αποφάσεως της 27ης Ιανουαρίου 1981, οι κοινοτικές διατάξεις που αφορούν την αποθεματοποίηση τυρού δεν απαιτούν κανέναν ιδιαίτερο τύπο συμβάσεως. Σύμφωνα, όμως, με τους γενικούς κανόνες του ιταλικού δικαίου, η σύμβαση συνάπτεται τη στιγμή κατά την οποία επέρχεται σύμπτωση των βουλήσεων των δύο συμβαλλομένων. Απευθύνοντας αίτηση για τη σύναψη συμβάσεως αποθεματοποιήσεως προς τον ΑΙΜΑ, ο αποθεματοποιών προβαίνει σε προσφορά προς τον ΑΙΜΑ που την αποδέχεται τη στιγμή της καταρτίσεως του πρακτικού περί των αποθεματοποιημένων ποσοτήτων τυρού. Η έγγραφη πράξη υπό τη μορφή συγγραφής υποχρεώσεων την οποία ο ενδιαφερόμενος αποθεματοποιών καλείται να υπογράψει μεταγενέστερα, επαναλαμβάνει απλώς για λογιστικούς λόγους τις ενέργειες που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί.
25
Η Επιτροπή, όπως και η ιταλική κυβέρνηση, εκκινεί από την άποψη ότι η σύναψη της συμβάσεως αποθεματοποιήσεως διέπεται, εν προκειμένω, από το ιταλικό δίκαιο. Οι εθνικές διατάξεις που διέπουν τις δραστηριότητες του ΑΙΜΑ ορίζουν, εντούτοις, ότι η σύμβαση μεταξύ του εν λόγω οργανισμού και ενός αποθεματοποιούντος θεωρείται ότι έχει συναφθεί από τη στιγμή κατά την οποία ο τελευταίος θέτει την υπογραφή του στο έγγραφο αποδοχής, με το οποίο αναλαμβάνει την υποχρέωση να τηρήσει τους όρους που περιλαμβάνει η συγγραφή υποχρεώσεων.
26
Πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι κοινοτικές διατάξεις, μολονότι δεν καθορίζουν ρητώς τον τύπο της συμβάσεως αποθεματοποιήσεως τυρού, βασίζονται στη σκέψη ότι οποιαδήποτε ενέργεια αποθεματοποιήσεως πρέπει, για να μπορέσει να χορηγηθεί η σχετική κοινοτική ενίσχυση που προβλέπει το άρθρο 10, παράγραφος 2 του κανονισμού 971/68, να γίνεται μετά από σύναψη έγγραφης συμβάσεως.
27
Η απαίτηση αυτή απορρέει από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 971/68, όπου, αφού υπενθυμίζεται ότι η ιδιωτική αποθεματοποίηση πρέπει να συμβάλλει στην πραγματοποίηση της ισορροπίας της αγοράς, αναφέρεται ότι πρέπει να προβλεφθούν κοινοτικές διατάξεις που να καθιστούν δυνατή την εξασφάλιση της κανονικής λειτουργίας της αποθεματοποιήσεως αυτής της μορφής και ότι για το λόγο αυτό είναι, ιδίως, αναγκαίο να προβλεφθεί «σύμβαση αποθεματοποιήσεως, η οποία θα καταρτίζεται σύμφωνα με κοινοτικές διατάξεις».
28
Στη συνέχεια, από τις εφαρμοστέες κοινοτικές διατάξεις και ιδίως από το άρθρο 11 του κανονισμού 971/68, το οποίο απαριθμεί ορισμένες διατάξεις που πρέπει να περιλαμβάνει υποχρεωτικά η σύμβαση, προκύπτει ότι η σύμβαση αποθεματοποιήσεως περιβάλλεται υποχρεωτικά τον έγγραφο τύπο. Το ίδιο συνάγεται και από το άρθρο 17, παράγραφος 2 του κανονισμού 1107/68 της Επιτροπής, της 27ης Ιουλίου 1968, περί των λεπτομερειών εφαρμογής των παρεμβάσεων στην αγορά των τυρών Grana Padano και Parmigiano-Reggiano (EE ειδ. έκδ. 03/003, σ. 151), σύμφωνα με το οποίο ο αποθεματοποιών χάνει την ενίσχυση εάν οι ποσότητες τυρού που αναγράφονται στη σύμβαση αποσυρθούν προ της ημερομηνίας λήξεως της συμβάσεως.
29
Τέλος, η ίδια ερμηνεία επιβάλλεται και λόγω των στόχων που επιδιώκει το εν λόγω σύστημα παρεμβάσεως. Το σύστημα αυτό, το οποίο εντάσσεται στην κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, αποσκοπεί στο να συμβάλει στη σταθεροποίηση των εν λόγω αγορών, μεταξύ άλλων μέσω ενισχύσεων για την ιδιωτική αποθεματοποίηση ορισμένων τυρών, σταθεροποίηση που δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνο αν οι κοινοτικές διατάξεις εξασφαλίζουν να αποσύρονται πράγματι από την αγορά οι ποσότητες τυρού που αποτελούν αντικείμενο συμβάσεων αποθεματοποιήσεως.
30
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι, κατά την έννοια του κανονισμού 971/68, η σύμβαση αποθεματοποιήσεως δεν θεωρείται ότι έχει συναφθεί παρά από τη στιγμή της υπογραφής της έγγραφης πράξεως. Για να ανταποκριθούν, άλλωστε, προς την απαίτηση αυτή του κοινοτικού δικαίου οι ιταλικές διατάξεις που διέπουν τις δραστηριότητες του ΑΙΜΑ προσδιορίζουν τις λεπτομέρειες, σύμφωνα με τις οποίες υπογράφονται οι συμβάσεις αποθεματοποιήσεως.
31
Επομένως, η αιτίαση που προβάλλει η ιταλική κυβέρνηση κατά της αρνήσεως να επιβαρυνθεί το ΕΓΤΠΕ με ορισμένες δαπάνες που αφορούν τις ενισχύσεις για την αποθεματοποίηση τυρού, δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
32
Ενόψει του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
33
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2 του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα· επειδή η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα.
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
κρίνει και αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Menens de Wilmars
Pescatore
O'Keeffe
Bosco
Koopmans
Due
Bahlmann
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 15 Μαρτίου 1983.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
J.Mertens de Wilmars
( 1 ) Δημοσιεύτηκε στην ΕΕ L 375, σ. 25.
Full & Egal Universal Law Academy