Στην υπόθεση 64/82,
Tradax Graanhandel BV, με έδρα το Άμστερνταμ, εκπροσωπούμενη από τον Léon Goffin, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Ε. Arendt, 34, rue Philippe-II,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Jean-François Verstrynge, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Oreste Montako, μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο :
α)
κυρίως, την αναγνώριση της παράλειψης της Επιτροπής βάσει του άρθρου 175 της Συνθήκης ΕΟΚ, λόγω του ότι δεν έλαβε θέση, αφού είχε κληθεί προς τούτο με επιστολή της 24ης Νοεμβρίου 1981, και δεν ανακοίνωσε τα στοιχεία υπολογισμού βάσει των οποίων καθορίζεται το ποσό της εισφοράς σύμφωνα με τον κανονισμό 2727/75 του Συμβουλίου περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών
6)
επικουρικώς, την ακύρωση, βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης, του από 14 Δεκεμβρίου 1981 εγγράφου της Επιτροπής, υπογραφέντος από τον Williamson·
γ)
εν πάση περιπτώσει, την καταδίκη της Επιτροπής, βάσει του άρθρου 215 της Συνθήκης, στην καταβολή ενός ολλανδικού φιορινιού ως επανόρθωση του υπηρεσιακού πταίσματος στο οποίο υπέπεσε μ' αυτόν τον τρόπο,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Τ. Koopmans, πρόεδρο τμήματος, Α. O'Keeffe και G. Bosco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Sir Gordon Slynn
γραμματέας: Ρ. Heim
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, η εξέλιξη της διαδικασίας, τα αιτήματα, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκου συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά και έγγραφη διαδικασία
1. Η οχενική κοινοτική ρνμιοη
Κατά το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 2727/75 του Συμβουλίου περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 158), που αντικατέστησε τον κανονισμό 120/67 της 13ης Ιουνίου 1967 (PB 1967, σ. 2269), κατά την εισαγωγή ορισμένων προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 1, επιβάλλεται εισφορά που είναι για κάθε προϊόν ίση με την τιμή κατωφλίου μειωμένη κατά την τιμή cif.
Οι παράγραφοι 2 και 3 του ίδιου άρθρου περιέχουν διατάξεις σχετικές με τον υπολογισμό των τιμών cif. Συγκεκριμένα, η παράγραφος 2 ορίζει ότι οι τιμές cif υπολογίζονται για το Ρόττερνταμ με βάση τις ευνοϊκότερες δυνατότητες αγορές στην παγκόσμια αγορά, οι οποίες έχουν καθοριστεί για κάθε προϊόν 6άσει των τιμών αυτής της αγοράς, προσαρμοσμένες αναλόγως των ενδεχομένων διαφορών ποιότητας που παρουσιάζει το προϊόν σε σύγκριση με τον ποιοτικό τύπο για τον οποίο έχει καθοριστεί η τιμή κατωφλίου. Η παράγραφος 4 καθορίζει την αρμοδιότητα της Επιτροπής, παρέχοντας της τη δυνατότητα να θεσπίζει τους κανόνες εφαρμογής του άρθρου αυτού, σύμφωνα με τη διαδικασία της επιτροπής διαχείρισης. Η παράγραφος 5 ορίζει ότι η Επιτροπή καθορίζει τις εισφορές που αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο.
Βάσει του άρθρου 13, παράγραφος 4, του κανονισμού 120/67, ταυτόσημου με το άρθρο 13, παράγραφος 4, του κανονισμού 2727/75, η Επιτροπή στις 23 Ιουνίου 1967 εξέδωσε, σύμφωνα με τη διαδικασία της επιτροπής διαχείρισης, τον κανονισμό 156/67, περί καθιερώσεως των λεπτομερειών για τον καθορισμό των τιμών cif και των εισφορών για τα σιτηρά, τα άλευρα, τα πληγούρια και τα σιμιγδάλια (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/002, σ. 87). Σύμφωνα με τον κανονισμό αυτό, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη «όλες τις προσφορές που γίνονται στη διεθνή αγορά.., καθώς και τις τρέχουσες τιμές που διαμορφώνονται στα σημαντικά χρηματιστήρια..., βάσει των ευνοϊκότερων πραγματικών δυνατοτήτων αγοράς σύμφωνα με τις πληροφορίες που περιέρχονται εις γνώση της»· λαμβάνει υπόψη τις διαφορές του ναύλου σε σχέση με το Ρόττερνταμ για τις προσφορές που γίνονται σε άλλο λιμένα (άρθρο 1, παράγραφος 1)· μπορεί να αποκλείσει ορισμένες προσφορές σε τέσσερις περιπτώσεις, που προσδιορίζονται και προβλέπονται σαφώς στο άρθρο 1, παράγραφος V μπορεί να διατηρεί κατ' εξαίρεση μια τιμή cif σε σταθερό επίπεδο για περιορισμένο χρονικό διάστημα, αν συντρέχουν οι δύο προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 3. Ο κανονισμός 156/67 εξακολούθησε να εφαρμόζεται, με ορισμένες τροποποιήσεις, και μετά την έναρξη της ισχύος του κανονισμού 2727/75.
Στο πλαίσιο αυτό και βάσει της αρμοδιότητας που έχει αναγνωριστεί στην Επιτροπή με το άρθρο 13 του κανονισμού 2727/75, αυτή καθόρισε, με διάφορους κανονισμούς, τις εισφορές κατά την εισαγωγή που επιβάλλονται, μεταξύ άλλων, στα σιτηρά για το χρονικό διάστημα από 28 μέχρι 31 Οκτωβρίου 1980 συμπεριλαμβανομένης. Οι αιτιολογικές σκέψεις των διαφόρων αυτών κανονισμών αναφέρονται στην εφαρμογή των κανόνων των σχετικών με τις τιμές προσφοράς και με τις τρέχουσες τιμές, περί των οποίων διαλαμβάνει ο κανονισμός 2035/80 της Επιτροπής της 31ης Ιουλίου 1980, περί καθορισμού των εισφορών κατά την εισαγωγή που εφαρμόζονται, μεταξύ άλλων, στα σιτηρά (PB L 200,1980, σ. 1).
Από τα παραρτήματα των κανονισμών αυτών, με τα οποία καθορίστηκε το ποσό των εισφορών για το εν λόγω χρονικό διάστημα, προκύπτει ότι η εισφορά για τον αραβόσιτο, εκφραζόμενη σε EDU ανά τόνο, ανερχόταν σε:
69,92
(κανονισμός 2746/80 της 28. 10. 1980 (PB L 284, 1980, σ. 15) — εισφορά της 29. 10. 1980 — Τετάρτη)
66,62
(κανονισμός 2763/80 της 29. 10. 1980 (PB L 287, 1980, σ. 3) — εισφορά της 30. 10. 1980 — Πέμπτη)
66,62
(κανονισμός 2780/80 της 30. 10. 1980 (PB L 288, 1980, σ. 1) — εισφορά της 31. 10. 1980 — Παρασκευή)
68,92
(κανονισμός 2799/80 της 31. 10. 1980 (PB L 292, 1980, σ. 1) — εισφορά της 1. 11. 1980 — Σάββατο).
Κατά τη διάρκεια του Οκτωβρίου 1980, η τιμή κατωφλίου για τον αραβόσιτο ήταν 193,24 ECU ανά τόνο, ενώ για το Νοέμβριο 1980 ανερχόταν σε 195,11.
Κατά το χρονικό διάστημα από 28 μέχρι 31 Οκτωβρίου 1980, οι τρέχουσες τιμές για τον αραβόσιτο στο χρηματιστήριο του Σικάγου παρουσίασαν, κατά την Επιτροπή, γενική ανοδική τάση, σε συνδυασμό με ακανόνιστες διακυμάνσεις, δεδομένου ότι σε λίγες μέρες επέκειντο οι προεδρικές εκλογές της 5ης Νοεμβρίου 1980 στις Ηνωμένες Πολιτείες, στην αλληλουχία δε αυτή επέδρασε ο αποκλεισμός (εμπάργκο), τον οποίο επέβαλε η χώρα αυτή στα σιτηρά τα προοριζόμενα για την ΕΣΣΔ ύστερα από τα γεγονότα του Αφγανιστάν.
2. Τα πραγματικά περιστατικά
Η επιχείρηση Tradax Graanhandel BV, με έδρα το Άμστερνταμ, είναι θυγατρική της Tradax International SA Panama, που ανήκει στον αμερικανικό όμιλο επιχειρήσεων Cargill. Κατά την Επιτροπή, η Tradax δεν της είχε ανακοινώσει καμιά τιμή ή προσφορά για τον αραβόσιτο κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ούτε πριν ούτε μετά. Η Επιτροπή έλαβε γνώση των προσφορών της Tradax μέσω άλλων πηγών.
Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Tradax ισχυρίζεται ότι στις 29 Μαρτίου 1981 τηλεφώνησε στις υπηρεσίες της Επιτροπής, μέσω του συμβούλου της, ζητώντας διευκρινίσεις περί του τρόπου με τον οποίο είχε κάνει τους υπολογισμούς της η Επιτροπή. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι δεν εντόπισε κανένα στοιχείο σχετικά με τη συνδιάλεξη αυτή.
Με επιστολή της 12ης Οκτωβρίου 1981, η Tradax κάλεσε την Επιτροπή να της ανακοινώσει τα ακριβή στοιχεία, στα οποία είχε στηριχτεί για να καθορίσει τις τιμές cif μεταξύ 28 και 31 Οκτωβρίου 1980 περιλαμβανομένης και ζήτησε να συμβουλευτεί επί τόπου τα έγγραφα που χρησιμοποιήθηκαν για τον υπολογισμό των τιμών, χωρίς πάντως να δηλώσει με οποιονδήποτε τρόπο το λόγο της αίτησης της.
Με συστημένη επιστολή της 24ης Νοεμβρίου 1981, η προσφεύγουσα κάλεσε την Επιτροπή, κατ' εφαρμογή του άρθρου 175 της Συνθήκης, να λάβει θέση επί της αιτήσεως που της είχε υποβάλει.
Με έγγραφο της 14ης Δεκεμβρίου 1981, που έφερε την υπογραφή του Williamson, χωρίς όμως ένδειξη περί της ιδιότητας του και των καθηκόντων του, η Επιτροπή έδωσε την εξής απάντηση στην προσφεύγουσα:
«Έχω την τιμή να σας γνωρίσω ότι οι τιμές cif των προαναφερομένων ημερομηνιών καθορίστηκαν στο πλαίσιο αυστηρής εφαρμογής των κανονιστικών διατάξεων»
Ο Williamson είναι αναπληρωτής γενικός διευθυντής στη γενική διεύθυνση VI «Γεωργία», επιφορτισμένος ειδικότερα με τη διεύθυνση VI/Γ «Οργάνωση των αγορών φυτικών προϊόντων», στην οποία ανήκει το τμήμα 1 «Σιτηρά και παράγωγα προϊόντα».
Η Tradax δεν απάντησε στο έγγραφο αυτό, θεωρώντας όμως την απάντηση αυτή ανεπαρκή, άσκησε την προσφυγή της στις 15 Φεβρουαρίου 1982, υποστηρίζοντας ότι οι εισφορές, τις οποίες όφειλε να καταβάλει, ήταν προδήλως υπέρμετρες, διότι είχαν υπολογιστεί βάσει μιας τιμής cif για το Ρόττερνταμ που ήταν κατώτερη από την τιμή που έπρεπε να προκύπτει από την εφαρμογή του άρθρου 13 του κανονισμού 2727/75.
3. 'Eyygaęi] όιαοικαοία
Η υπό κρίση προσφυγή περιήλθε στο Δικαστήριο στις 15 Φεβρουαρίου 1982.
Με παρεμπίπτουσα αίτηση της της 5ης Απριλίου 1982, η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου σύμφωνα με τα άρθρα 91 και 92 του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε με διάταξη της 22ας Σεπτεμβρίου 1982 να συνεκδικάσει την ένσταση με την ουσία.
Η έγγραφη διαδικασία προχώρησε επομένως επί της ουσίας.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Με διάταξη της 18ης Μαίου 1983, το Δικαστήριο αποφάσισε να αναθέσει την υπόθεση στο πρώτο τμήμα κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου, δεδομένου ότι κανένα κράτος μέλος ή θεσμικό όργανο δεν ζήτησε την εκδίκ αση της υπόθεσης από την ολομέλεια.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Η προοφεύγονοαΐ^ηύ από το Δικαστήριο:
—
κυρίως, να αναγνωρίσει ότι η Επιτροπή παρέλειψε να λάβει θέση επί της οχλήσεως που της γνωστοποιήθηκε σις 24 Νοεμβρίου 1981'
—
επικουρικώς, να ακυρώσει την από 14 Δεκεμβρίου 1981 απάντηση της Επιτροπής'
—
εν πάση περιπτώσει, να αναγνωρίσει ότι η Επιτροπή αρνηθείσα να δηλώσει σε ποια ακριβώς στοιχεία στηρίχτηκε για να καθορίσει, κατ' εφαρμογή των κανονισμών 2727/75 και 156/67, τις τιμές cif, βάσει των οποίων καθορίζεται το ποσό της εισφοράς, και αρνηθείσα να ανακοινώσει τα σχετικά έγγραφα, μολονότι κλήθηκε προς τούτο από την ενδιαφερόμενη επιχείρηση, διέπραξε υπηρεσιακό πταίσμα·
—
να την υποχρεώσει, κατά συνέπεια, στην καταβολή 1 φιορινιού·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Με την ένσταση της περί απαραδέκτου, η Επιτροπή'ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να κρίνει την προσφυγή απαράδεκτη, είτε κατά τα τρία σκέλη στο σύνολο τους, είτε ως προς κάθε μέρος χωριστά, είτε 6άσει λόγων δημοσίας τάξεως τους οποίους το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως
—
να καταδικάσει την Tradax στα δικαστικά έξοδα.
Η προοφεύγονοα, με τις παρατηρήσεις της επί της ενστάσεως, ζητεί από το Δικαστήριο:
—
κυρίως, να κρίνει παραδεκτές την προσφυγή λόγω παραλείψεως και την αγωγή αποζημιώσεως·
—
επικουρικώς, να κρίνει παραδεκτή την προσφυγή ακυρώσεως και την αγωγή αποζημιώσεως·
—
εν πάση περιπτώσει, να κρίνει παραδεκτή την αγωγή αποζημιώσεως'
—
και στις τρεις περιπτώσεις, δεχόμενο την πρόταση της Επιτροπής, να διατάξει να τεθούν στη διάθεση του Δικαστηρίου και της προσφεύγουσας οι απαντήσεις και τα έγγραφα που ζήτησε η προσφεύγουσα·
—
επικουρικώς, να συνεκδικάσει το παρεμπίπτον θέμα με την ουσία, αφού διατάξει να τεθούν στη διάθεση του Δικαστηρίου και της προσφεύγουσας οι απαντήσεις και τα έγγραφα'
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Με το υπόμνημα αντικρούσεως, η Επιτροπήζψεί από το Δικαστήριο:
—
να κρίνει απαράδεκτη και, επικουρικώς, να απορρίψει ως αβάσιμη την προσφυγή που άσκησε η Tradax βάσει των άρθρων 173,175,178 και 215 της Συνθήκης
—
να καταδικάσει την Tradax στα δικαστικά έξοδα.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Επί τον παραδεκτού
Με το δικόγραφο της ενστάσεως απαραδέκτου και όσον αφορά καταρχάς την προσφυγή κατά το μέτρο που στηρίζεται στο άρθρο 175 της Συνθήκης, η Επιτροπή ισχυρίζεται πρώτον ότι δεν υπάρχει γενική υποχρέωση της να εκδώσει τη ζητηθείσα πράξη. Καμιά από τις διατάξεις των σχετικών κανονισμών, είτε πρόκειται για το άρθρο 13 των βασικών κανονισμών του Συμβουλίου, είτε για οποιαδήποτε άλλη διάταξη του εκτελεστικού κανονισμού της Επιτροπής, δεν επιτρέπει να συναχθεί η ύπαρξη τέτοιας υποχρέωσης. Ούτε μπορεί αυτή να συναχθεί από τη συνήθη συμπεριφορά στα θέματα αυτά της Επιτροπής, η οποία γενικώς αρνείται να ανακοινώνει τέτοια στοιχεία υπολογισμού. Η επιβολή εισφορών εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Επιτροπής, την οποία αυτή οφείλει να ασκεί καθημερινώς εκδίδοντας κανονισμούς κατά σύντομα χρονικά διαστήματα. Η αρμοδιότητα αυτή δεν έχει, μολαταύτα, αφεθεί εξ ολοκλήρου στη διακριτική εξουσία της Επιτροπής, δεδομένου ότι η εξουσία αυτή προϋποθέτει την τήρηση ορισμένων κανόνων και εντάσσεται σ' ένα καθορισμένο πλαίσιο (διαδικασία της επιτροπής διαχείρισης), το οποίο εγγυάται την αποτελεσματικότητα της δράσης της Επιτροπής. Αν η Επιτροπή ήταν αναγκασμένη να αποκαλύπτει συστηματικά στοιχεία σχετικά με επιχειρήσεις, με τη συμπεριφορά αυτή θα υπήρχε κίνδυνος όχι μόνο να πληροφορούνται οι ανταγωνιστές των επιχειρήσεων αυτών για την εμπορική πολιτική τους, αλλά και να ωθούνται οι επιχειρήσεις αυτές να μην ανακοινώνουν πλέον στην Επιτροπή τα στοιχεία αυτά της εμπορικής τους πολιτικής, πράγμα που θα είχε ως αποτέλεσμα να δυσχεραίνει αισθητά τον καθορισμό των εισφορών στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής ή και να τον καθιστά εντελώς αδύνατο. Ούτε και μπορεί να συναχθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου (ειδικότερα από την υπόθεση16/65, Schwarze, Jurispr. 1965, σ. 1103) ότι η Επιτροπή υπέχει, εν γένει, υποχρέωση να αποκαλύπτει συστηματικά τα τεχνικά στοιχεία του υπολογισμού των εισφορών που καθορίζει η ίδια. Εν προκειμένω, η Tradax δεν επικαλέστηκε την ύπαρξη τέτοιων στοιχείων ούτε στις από 12 Οκτωβρίου 1981 και 24 Νοεμβρίου 1981 επιστολές της ούτε στο δικόγραφο της προσφυγής της. Η πράξη, εξάλλου, την οποία η Επιτροπή δα μπορούσε να εκδώσει σε απάντηση στο αίτημα της Tradax, 9α πρέπει να εξομοιωθεί με γνώμη ή σύσταση και όχι με απόφαση, στη δε υπό9εση 6/70 (Borromeo, Jurispr. 1970, σ. 815), το Δικαστήριο αποφάσισε ότι, σε παρόμοια περίπτωση, η προσφυγή έπρεπε να κηρυχτεί απαράδεκτη.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται αφετέρου ότι έλα6ε θέση, εν προκειμένω, με το από 14 Δεκεμβρίου 1981 έγγραφο που απέστειλε ο Williamson. Το έγγραφο αυτό συνδέει σαφώς την πρόσκληση που της απηύθυνε η Tradax για να ενεργήσει με τη λήψη δέσης εκ μέρους της Επιτροπής. Με το έγγραφο αυτό δηλώνεται ρητώς ότι η Επιτροπή υποχρεούται να συμμορφώνεται με τους αυστηρούς κανόνες υπολογισμού της εισφοράς, εμμέσως δε προκύπτει από τη διατύπωση του εγγράφου ότι η Επιτροπή δεν κρίνει ότι είναι αναγκαίο να αντιδράσει με κάποιον άλλο τρόπο στην πρόσκληση της Tradax ούτε να ανακοινώσει, ανταποκρινόμενη στο αίτημα που διατυπώθηκε κατά γενικό τρόπο, συμπληρωματικά στοιχεία.
Για να είναι παραδεκτή η προσφυγή λόγω παραλείψεως, πρέπει ακόμη το οικείο όργανο να παρέλειψε να απευθύνει στον ενδιαφερόμενο πράξη εκτός από σύσταση ή γνώμη. Στην υπό κρίση περίπτωση, όμως, η πράξη της οποίας ζητήθηκε η έκδοση πρέπει να εξομοιωθεί με σύσταση ή με γνώμη.
Τέλος, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, αν γινόταν δεκτό ότι η προσφυγή της Tradax αποσκοπεί στη λήψη γενικού μέτρου, ένα τέτοιο μέτρο όχι μόνο 9α ήταν αντίθετο στον καταμερισμό των αρμοδιοτήτων όπως προκύπτει από τη Συνθήκη, εφόσον η θέσπιση του 9α ανήκε στις αποκλειστικές αρμοδιότητες του Συμβουλίου, αλλά και ο γενικός χαρακτήρας του αιτούμενου μέτρου 9α συνιστούσε αυτός καθαυτός επαρκή λόγο για να κηρυχτεί η προσφυγή απαράδεκτη.
Κατά το μέτρο που η προσφυγή στηρίζεται στο άρθρο 173 της Συνθήκης, η Επιτροπή επικαλείται καταρχάς ένα δικονομικό επιχείρημα υπέρ του απαραδέκτου. Αν κάποιος προσφεύγων ασκεί προσφυγή με δύο αλληλοσυγκρουόμενα σκέλη, το ένα από τα οποία είναι επικουρικό του άλλου, προκύπτει κατ' ανάγκη ότι, αν το κύριο αίτημα είναι απαράδεκτο, το επικουρικό ακολουθεί την ίδια τύχη. Η Επιτροπή φρονεί ότι, αν το σκέλος της προσφυγής με το οποίο προβάλλεται το κύριο αίτημα βάσει του άρθρου 175 έχει ήδη κριθεί απαράδεκτο, έπεται ότι Kat τα λοιπά σκέλη της προσφυγής, που συναρτώνται προς το πρώτο επικουρικώς, πρέπει να θεωρηθούν επίσης απαράδεκτα.
Αυτό το σκέλος της προσφυγής είναι επίσης απαράδεκτο, δεδομένου ότι το έγγραφο το οποίο απέστειλε ο Williamson δεν συνιστά απόφαση υπό την έννοια του άρθρου 173, δεύτερη παράγραφος, ή του άρθρου 189, τέταρτη παράγραφος, της Συνθήκης, ούτε και μπορεί να θεωρηθεί ή να εξομοιωθεί προς απόφαση. Στο άρθρο 175, ο όρος «απόφαση» χρησιμοποιείται με έννοια ευρύτερη από ό,τι στο άρθρο 173, δεύτερη παράγραφος. Επομένως, η πράξη με την οποία η Επιτροπή έλαβε θέση σύμφωνα με το άρθρο 175 δεν συνιστά κατ' ανάγκη απόφαση δεκτική προσβολής βάσει του άρθρου 173. Για να μπορεί, εξάλλου, να θεωρηθεί ως απόφαση, κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου, το προσοαλλόμενο έγγραφο πρέπει να συνιστά πράξη του αρμόδιου οργάνου, να αποσκοπεί στην παραγωγή εννόμων αποτελεσμάτων, να έχει δεσμευτικό χαρακτήρα, να αποτελεί κατάληξη μιας εσωτερικής διαδικασίας και να αποφαίνεται οριστικώς. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το έγγραφο αυτό δεν ανταποκρίνεται στο πλείστον, αν όχι στο σύνολο, των προϋποθέσεων αυτών. Ειδικότερα, δεν αποτελεί απόφαση που μπορεί να χαρακτηριστεί «πράξη του αρμόδιου οργάνου», εφόσον η λήψη αποφάσεων της Επιτροπής προϋποθέτει την τήρηση ορισμένων κανόνων και μεταξύ άλλων του κανόνα της συλλογικότητας. Εξάλλου, αν η προσφεύγουσα είχε επίσης κάποιους λόγους να υποθέτει ότι το έγγραφο αυτό αποτελεί απόφαση, είχε τη δυνατότητα να ρωτήσει σχετικά την Επιτροπή, πράγμα που δεν έπραξε.
Όσον αφορά το απαράδεκτο του σκέλους της προσφυγής που στηρίζεται στο άρθρο 215 της Συνθήκης, η Επιτροπή επικαλείται καταρχάς το δικονομικό επιχείρημα ότι, αν το κύριο αίτημα της προσφυγής που στηρίζεται στο άρθρο 175 είναι ήδη καθαυτό απαράδεκτο, συνεπάγεται ότι όλα τα άλλα αιτήματα που συνδέονται προς αυτό επικουρικώς πρέπει να θεωρηθούν επίσης απαράδεκτα. Εξάλλου, είναι προφανής η έλλειψη οποιουδήποτε προδήλου και σοβαρού υπηρεσιακού πταίσματος ή οποιασδήποτε κατάφωρης παραβίασης υπέρτερου κανόνα δικαίου. Ελλείπει επίσης προφανώς οποιαδήποτε πραγματική ζημία, καθόσον, ειδικότερα, η Tradax αποτιμά τη ζημία που υπέστη σε 1 ολλανδικό φιορίνι και αναγνωρίζει επομένως ότι επιθυμεί να αποφανθεί το Δικαστήριο επί ενός ζητήματος αΡΧήξ σχετικά με τη νομική ερμηνεία, χωρίς να αισθάνεται την ανάγκη να αποδείξει ότι όντως υπέστη πραγματική ζημία.
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι το γεγονός ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή ρύθμισαν λεπτομερώς τον τρόπο υπολογισμού των εισφορών σημαίνει ακριβώς ότι η Επιτροπή δεν έχει καμία διακριτική ευχέρεια να προβεί στους υπολογισμούς αυτούς, αλλά ότι αντιθέτως υπόκειται σε σειρά νομικών υποχρεώσεων. Κάθε ενδιαφερόμενος πρέπει επομένως να έχει τη δυνατότητα να επαληθεύσει τη νομιμότητα αυτών των υπολογισμών. Η Επιτροπή θεωρεί ότι αρκεί να επικαλεστεί την ύπαρξη μιας γενικής υποχρέωσης απορρήτου, χωρίς όμως να διευκρινίζει ποια ειδικά συμφέροντα υποτίθεται ότι προστατεύει η υποχρέωση αυτή, ούτως ώστε να μην μπορεί το Δικαστήριο να διαμορφώσει γνώμη επί του θέματος αυτού. Το επιχείρημα ότι η συμπεριφορά της Επιτροπής είναι δικαιολογημένη, διότι αυτή αρνείται εν γένει να ανακοινώνει τέτοια στοιχεία υπολογισμού, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ούτε νομικώς ούτε πραγματικώς. Η Επιτροπή δεν αναφέρεται στις αρχές της χρηστής διοικήσεως ούτε στις αρχές της νομιμότητας και της προσήκουσας ένδικης προστασίας, ούτε στις αρχές της ασφαλείας του δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, στις οποίες στηρίζεται η προσφυγή. Παρ' ολ' αυτά, οι αρχές αυτές ανήκουν στο διοικητικό δίκαιο των κρατών μελών και, επομένως, στο κοινοτικό δίκαιο, πράγμα που η προσφεύγουσα αποδεικνύει προβαίνοντας σε εμπεριστατωμένη ανάλυση του διοικητικού δικαίου των διαφόρων κρατών μελών. Η προσφεύγουσα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, δυνάμει του κοινοτικού δικαίου, η Επιτροπή ú%t όντως υποχρέωση να της ανακοινώσει τα έγγραφα που ζήτησε.
Η προσφεύγουσα παρατηρεί ότι η Επιτροπή, με την από 14 Δεκεμβρίου 1981 επιστολή της, δεν έλαβε θέση. Πράγματι, αίτημα της προσφεύγουσας δεν ήταν να λάβει τη γνώμη της Επιτροπής για το αν αυτή είχε υπολογίσει τις τιμές κατά τρόπο νόμιμο, αλλά να λάβει γνώση των πραγματικών στοιχείων, βάσει των οποίων υπολογίστηκαν οι τιμές αυτές, και να λάβει την άδεια προκειμένου να συμβουλευτεί τα στοιχεία αυτά επί τόπου, για να μπορέσει η ίδια να επαληθεύσει τη νομιμότητα του υπολογισμού αυτού. Η Επιτροπή στην πραγματικότητα παρέλειψε να λάβει θέση επί της ουσίας της αιτήσεως.
Η αίτηση δεν αποσκοπούσε στη λήψη γνώμης ή σύστασης, αλλά στη λήψη στοιχείων, δηλαδή στην εκτέλεση εκ μέρους της Επιτροπής της υποχρεώσεως της, υπό τις υπό κρίση περιστάσεις, προς παροχή στοιχείων. Από πουθενά δεν προκύπτει από τις επιστολές της προσφεύγουσας ότι αυτή ζήτησε γνώμη ή σύσταση.
Όσον αφορά την επιδίωξη εκδόσεως πράξεως γενικής εφαρμογής, η προσφεύγουσα αρνείται ότι είχε αυτήν την πρόθεση, δεδομένου ότι θεωρούσε ότι υφίστατο ήδη γενική υποχρέωση παροχής στοιχείων, αν υπάρχει ειδικό προς τούτο αίτημα. Η ατομική αίτηση της προσφεύγουσας έπρεπε να προκαλέσει ατομική και ειδική απάντηση.
Όσον αφορά το απαράδεκτο του αιτήματος που στηρίζεται στο άρθρο 173, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, ακριβώς επειδή οι δύο προσφυγές, προδήλως διαφορετικές, αποκλείουν πράγματι η μία την άλλη, μπορούν να ασκηθούν με το αυτό δικόγραφο, υπό τον όρο η μία να είναι επικουρική της άλλης.
Το από 14 Δεκεμβρίου 1981 έγγραφο της Επιτροπής δεν συνιστά απόφαση κατά την έννοια του άρ9ρου 173, δεύτερη παράγραφος, για τον απλό λόγο ότι το έγγραφο αυτό ουδόλως αποτελεί λήψη 9έσεως επί της αιτήσεως, με αποτέλεσμα η προσφυγή λόγω παραλείψεως να είναι παραδεκτή, πράγμα που προφανώς αποκλείει το παραδεκτό της προσφυγής ακυρώσεως. Λόγω ακριβώς της σκόπιμης αοριστίας του εγγράφου («η Επιτροπή δεν παρέλειψε να αποφασίσει σε απάντηση της αιτήσεως της προσφεύγουσας»), η Tradax άσκησε επικουρικώς προσφυγή ακυρώσεως. Αν η προσφυγή λόγω παραλείψεως κριθεί απαράδεκτη, με την αιτιολογία ότι η Επιτροπή έλαβε 9έση με το έγγραφο της, το αναγκαίο επακόλουθο είναι ότι η προσφυγή ακυρώσεως είναι παραδεκτή. Αν δεν γινόταν δεκτό ότι οι πράξεις που εκδίδονται από ανωτέρους υπαλλήλους κατά την άσκηση των καθημερινών καθηκόντων τους παράγουν έννομα αποτελέσματα, θα ήταν αδύνατο στη διοίκηση να συνάπτει καθημερινώς συμφωνίες, να δίνει παραγγελίες κλπ. Ευλόγως μπορεί λοιπόν να συναχθεί ότι, δεδομένης της θέσεως του ως αναπληρωτή γενικού διευθυντή, ο Williamson ήταν όντως αρμόδιος να εκδίδει, στο γεωργικό τομέα, πράξεις που παράγουν έννομα αποτελέσματα.
Η απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1981 παράγει έννομα αποτελέσματα. Πράγματι, η άρνηση παροχής στοιχείων στέρησε από την προσφεύγουσα τη δυνατότητα να επαληθεύσει αν ο κανονισμός περί καθορισμού εισφορών εφαρμόστηκε ορθά από πραγματική και νομική άποψη. Πρόκειται εν προκειμένω για συγκεκριμένα έννομα αποτελέσματα, που παραβλάπτουν τα συμφέροντα της αντίθετα προς τις γενικές αρχές της χρηστής διοικήσεως. Κακώς υποστηρίζει επίσης η Επιτροπή ότι η άρνηση της να ανακοινώσει στην Tradax τα ορθά στοιχεία υπολογισμού της εισφοράς δεν παραβλάπτει τη νομική θέση της προσφεύγουσας, διότι αυτή έχει πάντα τη δυνατότητα να ζητήσει την απόδοση των εισφορών διά της συνηθισμένης οδού, αν μπορεί να αποδείξει την ύπαρξη πταισμάτων στα οποία υπέπεσε η Επιτροπή ή ο εθνικός οργανισμός. Εν προκειμένω όμως ο εθνικός οργανισμός δεν υπέπεσε σε πταίσμα· η προσφεύγουσα ζήτησε τα εν λόγω στοιχεία ακριβώς για να μην αναγκαστεί να κινήσει τη διαδικασία' η άρνηση την ανάγκασε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή αυτή η διαδικασία είναι μάλιστα κανονικότερη από την άσκηση αγωγής αποδόσεως ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, εφόσον δεν έχει αποδειχτεί ότι η Επιτροπή δεν διέπραξε κανένα σφάλμα υπολογισμού και εφόσον, με την άρνηση της, εμποδίζει την προσφεύγουσα να επαληθεύσει αν διαπράχτηκαν σφάλματα κατά τους υπολογισμούς.
Η απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1981 έχει δεσμευτικό χαρακτήρα, εφόσον είναι αδύνατο να υποστηριχτεί ότι η σιωπηρή άρνηση ανακοινώσεως των ζητηθέντων στοιχείων ουδόλως ενέχει δεσμευτικό χαρακτήρα.
Τέλος, το επίδικο έγγραφο συνιστά σιωπηρή άρνηση και όχι προπαρασκευαστική πράξη.
Όσον αφορά το σκέλος που αποτελεί την αγωγή αποζημιώσεως και στηρίζεται στο άρθρο 215, η προσφεύγουσα διατείνεται ότι δεν έχει επικουρικό χαρακτήρα, αλλά ότι σαφώς ασκήθηκε ανεξάρτητα από την έκβαση της προσφυγής λόγω παραλείψεως που ασκήθηκε κυρίως και της προσφυγής ακυρώσεως που ασκήθηκε επικουρικώς. Επομένως, το δικονομικό επιχείρημα που προβάλλει η Επιτροπή είναι αστήρικτο.
Ως προς την προβαλλόμενη προφανή έλλειψη οιουδήποτε προδήλου και σοβαρού πταίσματος περί την υπηρεσία, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι, στη συγκεκριμένη κατάσταση στην οποία βρίσκεται, δεν υπήρξε καμιά παρέμβαση οποιουδήποτε εθνικού οργάνου και ότι το ζήτημα έγκειται αποκλειστικά στην άρνηση της Επιτροπής να παράσχει ορισμένα ειδικά στοιχεία υπολογισμού, οπότε η υπό κρίση προσφυγή εμπίπτει στη νομολογία του Δικαστηρίου από την οποία προκύπτει το παραδεκτό τέτοιων προσφυγών. Από τη νομολογία αυτή προκύπτει πράγματι ότι, και όταν με μια προσφυγή στηριζόμενη στο άρθρο 215 αμφισβητείται η νομιμότητα ή βάλλεται η παράλειψη που στιγματίζει ορισμένες κοινοτικές πράξεις, δεν θίγεται για το λόγο αυτό η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να κρίνει την προσφυγή αυτή παραδεκτή. Στην υπό κρίση υπόθεση, το πταίσμα περί την υπηρεσία έγκειται στην άρνηση της Επιτροπής να παράσχει συγκεκριμένα στοιχεία' πρόκειται δηλαδή για ατομική και όχι για γενικής εφαρμογής πράξη. Επομένως, δεν μπορεί να υποστηρίξει η Επιτροπή ότι η υπόθεση αυτή εμπίπτει στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων των κοινοτικών οργάνων προς έκδοση κανονιστικών πράξεων.
Όσον αφορά την πρόδηλη έλλειψη οποιασδήποτε πραγματικής ζημίας, η προσφεύγουσα θεωρεί δεδομένο ότι, αν η Επιτροπή είχε θελήσει να παράσχει τα ζητηθέντα στοιχεία, η Tradax θα μπορούσε να διαπιστώσει είτε ότι ο υπολογισμός της τιμής είχε γίνει κανονικά και η διαφορά θα είχε σταματήσει εκεί, είτε ότι είχε πράγματι καταβάλει υπερβολικούς εισαγωγικούς δασμούς και επομένως είχε το δικαίωμα να υποβάλει αίτηση αποδόσεως του πέραν του δέοντος καταβληθέντος ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Εφόσον η Επιτροπή αρνήθηκε να λάβει θέση επί των αιτημάτων που της τέθηκαν και αρνήθηκε να παράσχει τα σχετικά στοιχεία, η προσφεύγουσα αναγκάστηκε να ασκήσει ενώπιον του Δικαστηρίου την υπό κρίση προσφυγή. Το γεγονός ότι η προσφεύγουσα αποτίμησε τη ζημία της σε 1 φιορίνι δείχνει απλώς ότι προβάλλει πράγματι το γεγνονός ότι υπέστη ζημία και ότι θέλησε να την εκτιμήσει κατά τρόπο εύλογο.
Επί της ονοίας
Όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά, η Tradax υποστηρίζει ότι ενδέχεται να πλανήθηκε όταν, βασιζόμενη σε δεδομένα που διέθετε, υπέθεσε ότι η τιμή cif του αραβοσίτου, όπως την υπολόγισε η Επιτροπή για τις 28, 29, 30 και 31 Οκτωβρίου 1980, ήταν πολύ χαμηλή. Πράγματι, ζήτησε από την Επιτροπή ένα δικαίωμα ελέγχου επί των στοιχείων υπολογισμού, τα οποία πράγματι χρησιμοποίησε αυτή, για να διαμορφώσει ακριβή εικόνα για τους υπολογισμούς των τιμών που πραγματοποιεί η Επιτροπή. Γιατί άλλωστε δα ζητούσε στοιχεία από την Επιτροπή, αν μπορούσε να διαμορφώσει σαφή και πλήρη εικόνα της αγοράς βάσει των στοιχείων που διέθετε ήδη; Όσον αφορά τα στοιχεία που αυτή όφειλε να παράσχει στην Επιτροπή, η προσφεύγουσα παρατηρεί ότι επρόκειτο μόνο για στοιχεία τα οποία η Επιτροπή γνώριζε ήδη, εφόσον προέρχονταν από αντιπροσωπευτικό δείγμα εμπόρων δημητριακών και από επίσημους φορείς, το δε άρθρο 1 του κανονισμού 156/67 επιβάλλει στην Επιτροπή να γνωρίζει τις προσφορές που γίνονται στην παγκόσμια αγορά. Δικαιολογημένα λοιπόν η προσφεύγουσα υπέβαλε ερωτήσεις, δεδομένου ότι από αυτές προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι η Επιτροπή αρνείται να καθορίζει τις τιμές cif αποκλειστικά βάσει των προσφορών που ανακοινώνονται. Το άρθρο 1, όμως, του κανονισμού 156/67 επιβάλλει στην Επιτροπή την υποχρέωση να καθορίζει τις τιμές cif βάσει όλων των προσφορών των οποίων λαμβάνει γνώση μέσω των κρατών μελών ή με δικά της μέσα, καθώς και των τρεχουσών τιμών που διαμορφώνονται στα σημαντικά χρηματιστήρια, που είναι προφανώς γνωστά και τούτο σύμφωνα με τις πληροφορίες που περιέρχονται εις γνώση της, δηλαδή αποκλειστικά τις προσφορές και τις δημοσιευόμενες στα χρηματιστήρια τρέχουσες τιμές.
Όσον αφορά το σκέλος της προσφυγής λόγω παραλείψεως, η προσφεύγουσα προβάλλει πρώτον ισχυρισμό που στηρίζεται στην παραβίαση της γενικής αρχής της χρηστής διοικήσεως, καθότι η Επιτροπή παρέλειψε να λάβει θέση αφενός επί της αιτήσεως ανακοινώσεως των ακριβών στοιχείων τα οποία χρησιμοποίησε για να καθορίσει τις τιμές cif για την υπό κρίση περίοδο και αφετέρου επί της αιτήσεως της να συμβουλευτεί τα χρησιμοποιηθέντα έγγραφα και καθότι περιορίστηκε να ισχυριστεί ότι οι υπολογισμοί είχαν γίνει κατά τρόπο ορθό και απολύτως νόμιμο, χωρίς να δικαιολογεί ή να αιτιολογεί κάπως τον ισχυρισμό αυτόν. Η αρχή της χρηστής διοικήσεως επιβάλλει, όμως, έναντι μιας διοικήσεως που έχει επίγνωση των καθηκόντων της, να γνωρίζουν οι πολίτες την αιτιολογία των πράξεων της Επιτροπής' πρέπει, εξάλλου, να εφαρμόζεται ο γενικός κανόνας σύμφωνα με τον οποίο πρέπει να ενημερώνονται οι αποδέκτες αποφάσεως δημόσιας αρχής, η οποία θίγει αισθητά τα συμφέροντα τους' είναι προς το συμφέρον τόσο της δημόσιας αρχής όσο και των διοικούμενων να λαμβάνουν οι τελευταίοι από την Επιτροπή όλα τα αναγκαία στοιχεία για να ελέγξουν τη νομιμότητα και την ακρίβεια του ποσού της εισφοράς που κατέβαλαν η προσφεύγουσα δεν είχε πράγματι άλλα μέσα ικανοποιήσεως εκτός από την άσκηση προσφυγής, ενώ θα μπορούσε να το αποφύγει' όταν δε η Επιτροπή καλείται να παράσχει εξηγήσεις επί ορισμένου σημείου, έχει υποχρέωση να απαντήσει.
Η προσφεύγουσα προβάλλει δεύτερον ισχυρισμό που στηρίζεται στην παραβίαση της αρχής της νομιμότητας και της αρχής της προστασίας των δικαιωμάτων των πολιτών, καθότι η Επιτροπή παρέλειψε να λάβει θέση υπό τις προαναφερθείσες περιστάσεις, ενώ, αφενός, προκειμένου η κοινοτική έννομη τάξη να έχει πρακτική αποτελεσματικότητα, η Επιτροπή πρέπει να απαντά στα εύλογα αιτήματα που της υποβάλλονται και, αφετέρου, η ανάγκη προστασίας των αποδεκτών και των ενδιαφερομένων πολιτών, καθώς και η διασφάλιση προσήκοντος δικαστικού ελέγχου, συνεπάγονται την υποχρέωση της Επιτροπής να θέτει στη διάθεση της επιχειρήσεως που υποβάλλει σχετικό αίτημα όλα τα τεχνικά δεδομένα στα οποία στήριξε τον υπολογισμό των τιμών (βλ. απόφαση στην προαναφερθείσα υπόθεση 16/65).
Η προσφεύγουσα προβάλλει και τρίτον ισχυρισμό στηριζόμενο στην παραβίαση της αρχής της ασφαλείας του δικαίου και της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, καθότι η Επιτροπή παρέλειψε να παράσχει τις διευκρινίσεις και την άδεια που ζητήθηκαν, ενώ, αφενός, η αρχή της ασφαλείας του δικαίου επιβάλλει ότι κάθε υποκείμενο δικαίου πρέπει να έχει τη δυνατότητα να γνωρίζει επακριβώς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του και, κατά συνέπεια, να βεβαιώνεται ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη περί τα πράγματα ή το νόμο κατά τον προσδιορισμό μιας τιμής cif που καθορίζει την εισφορά και, αφετέρου, η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης κατά μείζονα λόγο^ συνεπάγεται το δικαίωμα να μπορεί κανείς να επαληθεύει αν γίνεται ορθή εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας.
Όσον αφορά το σκέλος που αφορά την προσφυγή ακυρώσεως, η προσφεύγουσα στηρίζει τον πρώτο λόγο της στην παραβίαση του άρθρου 190 της Συνθήκης, καθότι η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε την απόφαση της με την οποία αρνήθηκε να ανακοινώσει συγκεκριμένα στοιχεία και τα έγγραφα στα οποία στηρίχτηκε για να υπολογίσει την τιμή cif για την υπό κρίση περίοδο έστω και αν η απόφαση αυτή δεν είναι απόφαση κατά την έννοια του άρθρου 190, είναι εν πάση περιπτώσει πράξη κατά την έννοια του άρθρου 173 και αντίκειται στην αρχή της χρηστής διοικήσεως, η οποία υποχρεώνει την Επιτροπή να παρέχει τις ζητούμενες πληροφορίες.
Η προσφεύγουσα στηρίζει το δεύτερο λόγο της στην παραβίαση της αρχής της νομιμότητας και της αρχής κατά την οποία ο διοικούμενος πρέπει να τυγχάνει σύννομης μεταχειρίσεως, καθότι η Επιτροπή αρνήθηκε να δεχτεί τα αιτήματα της, ενώ δυνάμει των αρχών αυτών ο διοικούμενος πρέπει να έχει τη δυνατότητα να ελέγχει, όταν το ζητήσει, τις πράξεις της Επιτροπής και δεν πρέπει να αναγκάζεται να επιδιώκει την ικανοποίηση του με χρονοβόρες και δαπανηρές διαδικασίες.
Τέλος, η προσφεύγουσα προβάλλει τρίτο λόγο στηριζόμενο στην παραβίαση της αρχής της ασφαλείας του δικαίου και της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, καθότι η Επιτροπή αρνήθηκε να δεχτεί τα αιτήματα της προσφεύγουσας, ενώ η άρνηση αυτή αντιβαίνει στις αναφερθείσες αρχές για τους ίδιους λόγους με εκείνους όπου στηρίζεται ο τρίτος ισχυρισμός της προσφυγής λόγω παραλείψεως.
Όσον αφορά το σκέλος της προσφυγής που αφορά την αγωγή αποζημιώσεως, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή υπέπεσε εν πάση περιπτώσει σε πταίσμα περί την υπηρεσία, μη ανακοινώνοντας τα ζητηθέντα στοιχεία, ανεξαρτήτως του αν δεν έλαβε 9έση επί της αιτήσεως που περιέχεται στην επιστολή της 24ης Νοεμβρίου 1981 και αν το έγγραφο της 14ης Δεκεμβρίου 1981 συνιστά ή όχι αρνητική απόφαση. Το πταίσμα περί την υπηρεσία έγκειται καταρχάς στην παράνομη συμπεριφορά της Επιτροπής, η οποία συνιστά παραβίαση των προαναφερόμενων αρχών. Έστω και αν υποτεΜ ότι η πράξη της Επιτροπής ή η παράλειψη της δεν συνιστά παράνομη συμπεριφορά, εν πάση περιπτώσει υπέπεσε σε πταίσμα περί την υπηρεσία, καθότι, αφ' ης στιγμής υποβλή3ηκε στον κόπο, με το από 14 Δεκεμβρίου 1981 έγγραφο της, να απαντήσει στην αίτηση της προσφεύγουσας και δέχτηκε να τη λάβει υπόψη, ήταν υποχρεωμένη να δώσει τη δέουσα συνέχεια, είτε παρέχοντας τα ζητηθέντα στοιχεία είτε αναφέροντας τους ενδεχόμενους λόγους αρνήσεως. Η υλική και η9ική βλάβη έγκειται, μεταξύ άλλων, στη στέρηση κά9ε δυνατότητας ελέγχου της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης χωρίς προσφυγή σε ένδικη διαδικασία.
Η Επιτροπή απαντά καταρχήν ότι η Tradax, σε παράρτημα του δικογράφου της προσφυγής της, εξέ9εσε στο Δικαστήριο ορισμένα πραγματικά δεδομένα τα οποία δεν είχε ανακοινώσει προηγουμένως στην Επιτροπή, ούτε με τις από 12 Οκτωβρίου 1981 και 24 Νοεμβρίου 1981 επιστολές της, ούτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο ή σε κάποιο άλλο χρονικό σημείο. Αυτά τα συγκεκριμένα δεδομένα τα σχετικά με τον αραβόσιτο αφορούν, ως επί το πλείστον, όχι τιμές στις οποίες πράγματι συνήδησαν πωλήσεις ή άλλες συναλλαγές, αλλά προσφορές ή προτάσεις που έγιναν από τους πωλητές στην εν λόγω αγορά. Η διαφορά όμως μεταξύ πραγματικών τιμών αφενός και προσφορών αφετέρου έχει 9εμελιώδη σημασία στη διάσταση απόψεων μεταξύ Επιτροπής και Tradax. Η Επιτροπή νομίζει πράγματι ότι, κατά την εκτίμηση της καταστάσεως της αγοράς, πρέπει να αποφεύγεται κάθε σύγχυση μεταξύ προσφορών και πραγματικών τιμών. Τέτοια ακριβώς σύγχυση συναντάται στο παράρτημα Ι του δικογράφου της προσφυγής της Tradax, η οποία παρουσιάζει στον ίδιο πίνακα από κοινού προσφορές και τιμές πράγματι καταβληθείσες. Από την πείρα προκύπτει ότι στην αγορά σιτηρών οι προσφορές είναι κατά κανόνα ανώτερες από τις τιμές στις οποίες πράγματι συνάπτονται οι συναλλαγές. Από εμπορικής απόψεως, αυτό είναι άλλωστε ευεξήγητο, δεδομένου ότι συνή9ως οι έμποροι δημητριακών επι9υμούν να διατηρούν ένα περι9ώριο, ως προς τις πραγματοποιούμενες προσφορές, που τους επιτρέπει, αν χρειαστεί, να δέχονται μια μείωση επί της αρχικής τιμής προσφοράς κατά τη διαπραγμάτευση της συναλλαγής και να δια9έτουν έτσι ένα πρόσ9ετο επιχείρημα έναντι των ανταγωνιστών τους για την πραγματοποίηση της πωλήσεως. Κάθε έμπορος σιτηρών, όσο κι αν είναι περιορισμένης ικανότητας, αποφεύγει να εκμεταλλεύεται όλες αυτές τις δυνατότητες ανταγωνισμού επί των τιμών ήδη από τη φάση της προσφοράς. Πρόκειται εδώ για μια συνή9η τακτική τιμών στην εξεταζόμενη αγορά και, για να πειστεί κανείς, αρκεί να συγκρίνει τις προσφορές που γίνονται με τις τιμές που συνομολογούνται την ίδια μέρα. Κατά μέσον όρο οι πραγματοποιούμενες τιμές υπολείπονται της τιμής προσφοράς κατά 2 δολάρια όταν γίνει σύγκριση για την ίδια μέρα και για την ίδια προθεσμία παραδόσεως, είτε «afloat» (άμεση παράδοση) είτε εντός προθεσμίας ενός ή περισσότερων μηνών.
Όσον αφορά το σκέλος της προσφυγής που στηρίζεται στο άρθρο 175 της Συνθήκης, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι από τη γενική δικαιική αρχή της χρηστής διοικήσεως δεν προκύπτει καμιά υποχρέωση παροχής των ζητούμενων πληροφοριών. Για τους ίδιους λόγους, δεν μπορεί να παραβιάστηκε η αρχή αυτή λόγω της παραλείψεως παροχής των πληροφοριών αυτών στην υπό κρίση περίπτωση και, εφόσον δεν μπορεί να υποστηριχτεί καμιά παραβίαση της αρχής αυτής, ο πρώτος ισχυρισμός της Tradax είναι επίσης αστήρικτος.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό που στηρίζεται στην παραβίαση της αρχής της νομιμότητας και της αρχής της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, δεν θεμελιώνει ούτε την ελάχιστη υποχρέωση παροχής των ζητηθέντων στοιχείων και, για τους ίδιους λόγους, δεν μπορεί να παραβιάστηκε λόγω της ποραλείψεως παροχής των στοιχείων στην υπό κρίση υπόθεση. Εφόσον δεν μπορεί να διαπιστωθεί καμία παραβίαση των αρχών αυτών, ο δεύτερος ισχυρισμός της Tradax είναι επίσης αστήρικτος.
Όσο για τον τρίτο ισχυρισμό που στηρίζεται στην παραβίαση της αρχής της ασφαλείας του δικαίου και της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, δεν μπορεί να παραβιάστηκε λόγω της συμπεριφοράς των υπηρεσιών της Επιτροπής, εφόσον δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί καμιά υποχρέωση ανακοινώσεως των πληροφοριών που ζητήθηκαν. Επομένως, και ο τρίτος ισχυρισμός της Tradax στερείται ερείσματος.
Ως προς το σκέλος της προσφυγής που στηρίζεται στο άρθρο 173 της Συνθήκης, το έγγραφο της 14ης Δεκεμβρίου 1981 δεν περιέχει καμιά οριστική άρνηση ανακοινώσεως των πληροφοριών που ζητήθηκαν, οι οποίες εξάλλου ζητήθηκαν με μια γενικώς διατυπωμένη επιστολή. Η Επιτροπή θα είχε πιθανότατα παράσχει τις εν λόγω πληροφορίες, αν η Tradax είχε επικαλεστεί ότι οι επίδικες εισφορές είχαν αμφισβητηθεί ενώπιον του αρμόδιου δικαστή.
Όσον αφορά τον πρώτο λόγο που στηρίζεται στην παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης, η Επιτροπή εμμένει σε όλα τα επιχειρήματα που ήδη ανέπτυξε στην παρεμπίπτουσα αίτηση της, κατά τα οποία, επειδή το επίδικο έγγραφο δεν αποτελεί απόφαση, ούτε μπορεί να υποστηριχτεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 190, ένα τέτοιο έγγραφο πρέπει να είναι αιτιολογημένο.
Όσον αφορά το δεύτερο λόγο που στηρίζεται στην παραβίαση της αρχής της νομιμότητας και της αρχής της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, τα επιχειρήματα της Tradax είναι επίσης απορριπτέα για τους ίδιους λόγους που δικαιολογούν την απόρριψη των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν με το δεύτερο ισχυρισμό στο σκέλος της προσφυγής που στηρίζεται στο άρθρο 175, ενόψει του ότι ούτε η αποστολή του εγγράφου της 14ης Δεκεμβρίου 1981 επέφερε παραβίαση των ίδιων αυτών αρχών.
Όσον αφορά τον τρίτο λόγο που στηρίζεται στην παραβίαση της αρχής της ασφαλείας του δικαίου και της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, η Επιτροπή επαναλαμβάνει την αιτιολόγηση που επικαλέστηκε αναφορικά με τον τρίτο ισχυρισμό της προσφυγής λόγω παραλείψεως.
Σε ό,τι αφορά το σκέλος της προσφυγής που στηρίζεται στα άρθρα 178 και 215 της Συνθήκης, η Επιτροπή διατείνεται ότι, όπως απέδειξε ήδη σαφώς, η πράξη ή η παράλειψη της να ενεργήσει δεν παραβίασε καμιά από τις προαναφερθείσες αρχές, και οπωσδήποτε κανέναν υπέρτερο κανόνα δικαίου' αυτό αρκεί, επομένως, για να απορριφθεί ως αβάσιμο το σκέλος της προσφυγής της Tradax που στηρίζεται στα άρθρα 178 και 215 της Συνθήκης. Η άποψη της Tradax ότι η Επιτροπή 9α μπορούσε να υποπέσει σε πταίσμα περί την υπηρεσία, έστω κι αν ενήργησε νόμιμα, είναι διαμετρικά αντίθετη με τη νομολογία του Δικαστηρίου που αναφέρει «το παράνομο της συμπεριφοράς που καταλογίζεται στα όργανα» μεταξύ των προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούνται προκειμένου να γεννηθεί ευ9ύνη της Κοινότητας.
Όσον αφορά την προβαλλόμενη ζημία, η Tradax δεν προσκομίζει κανένα συγκεκριμένο στοιχείο ή συγκεκριμένο επιχείρημα, από το οποίο να προκύπτει ότι υπέστη πράγματι κάποια ζημία, αλλ' ούτε και προσκομίζει κανένα στοιχείο σχετικό με τον τρόπο υπολογισμού της ζημίας την οποία επικαλείται.
Τέλος, ουδόλως αποδεικνύεται η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της προσβαλλόμενης συμπεριφοράς και της προβαλλόμενης ζημίας· αντί9ετα, μάλλον η στάση της ίδιας της Tradax είναι εκείνη που της προκάλεσε τη ζημία την οποία υποτίθεται ότι υπέστη. Υπ' αυτές τις συνδήκες, το σκέλος της προσφυγής της Tradax που στηρίζεται στα άρ3ρα 178 και 215 πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
IV — Προφορική διαδικασία
Κατά τη συνεδρίαση της 22ας Σεπτεμβρίου 1983, οι διάδικοι ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 27ης Οκτωβρίου 1983.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 15 Φεβρουαρίου 1982, η εταιρεία Tradax Graanhandel άσκησε προσφυγή με την οποία ζητεί, κυρίως και δυνάμει του άρθρου 175, τρίτη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ, να αναγνωριστεί ότι η Επιτροπή κατά παράβαση της Συνθήκης παρέλειψε να της ανακοινώσει, μολονότι της το είχε ζητήσει με επιστολή της 24ης Νοεμβρίου 1981, τα στοιχεία υπολογισμού στα οποία στηρίχτηκε για να καθορίσει τις εισφορές που επιβλήθηκαν στις εισαγωγές αραβοσίτου για το χρονικό διάστημα από 28 μέχρι 31 Οκτωβρίου 1980 περιλαμβανομένης.
2
Επικουρικώς, ζητεί, δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερη παράγραφος, την ακύρωση του από 14 Δεκεμβρίου 1981 εγγράφου της Επιτροπής, υπογραφέντος από τον Williamson, τότε αναπληρωτή γενικό διευθυντή γεωργίας, με το οποίο γνώρισε, σε απάντηση της από 24 Νοεμβρίου 1981 επιστολής της, ότι οι τιμές cif είχαν καθοριστεί στο πλαίσιο αυστηρής εφαρμογής των κανονιστικών διατάξεων.
3
Τέλος, ανεξαρτήτως της τύχης των δύο προηγουμένων αιτημάτων, ζητεί την επιδίκαση, βάσει του άρθρου 215, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ, ενός φιορινιού προς αποκατάσταση της ζημίας την οποία της προκάλεσε η άρνηση της Επιτροπής να της παράσχει τα στοιχεία που ζήτησε.
Το ιστορικό της διαφοράς
4
Το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 2727/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 158), ο οποίος αντικατέστησε τον κανονισμό 120/67, της 13ης Ιουνίου 1967 (PB 117, 1967, σ. 2269), προβλέπει, κατά την εισαγωγή ορισμένων προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 1, την επιβολή εισφοράς, για κάθε προϊόν, ίσης με την τιμή κατωφλίου μειωμένη κατά την τιμή cif. Οι παράγραφοι 2 και 3 του ίδιου άρθρου περιέχουν διατάξεις σχετικές με τον υπολογισμό αυτών των τιμών cif. Με την παράγραφο 4 ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία θεσπίσεως των λεπτομερειών εφαρμογής του εν λόγω άρθρου σύμφωνα με την αποκαλούμενη διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως. Τέλος, η παράγραφος 5 ορίζει ότι η Επιτροπή καθορίζει τις εισφορές που αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο.
5
Βάσει του άρθρου 13, παράγραφος 4, του κανονισμού 120/67, η διατύπωση του οποίου είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 13, παράγραφος 4, του κανονισμού 2727/75, η Επιτροπή εξέδωσε στις 23 Ιουνίου 1967 τον κανονισμό 156/67 περί καθιερώσεως των λεπτομερειών για τον καθορισμό των τιμών cif και των εισφορών για τα σιτηρά, τα άλευρα, τα πληγούρια και τα σιμιγδάλια (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/002, σ. 87). Ο κανονισμός αυτός εξακολούθησε να εφαρμόζεται, με ορισμένες τροποποιήσεις, και μετά την έναρξη της ισχύος του κανονισμού 2727/75. Ο βασικός κανόνας, που εκτίθεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, είναι ότι «για τον καθορισμό των τιμών cif... η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη όλες τις προσφορές που γίνονται στη διεθνή αγορά και των οποίων λαμβάνει γνώση μέσω των κρατών μελών ή με δικά της μέσα, καθώς και τις τρέχουσες τιμές που διαμορφώνονται στα σημαντικά χρηματιστήρια για το διεθνές εμπόριο» και «... καθορίζει τις τιμές cif βάσει των ευνοϊκότερων πραγματικών δυνατοτήτων αγοράς, σύμφωνα με τις πληροφορίες που περιέρχονται εις γνώση της...».^ Η παράγραφος 2 του άρθρου 1 της παρέχει την ευχέρεια να μη λαμβάνει υπόψη ορισμένες προσφορές, όταν, για παράδειγμα, αναφέρονται μόνο σε μικρή, μη αντιπροσωπευτική, ποσότητα της αγοράς ή όταν η εξέλιξη των τιμών γενικά ή οι διαθέσιμες πληροφορίες επιτρέπουν την κρίση ότι η αναφερόμενη τιμή δεν είναι αντιπροσωπευτική της αγοράς.
6
Δυνάμει της αρμοδιότητας η οποία της αναγνωρίζεται με την παράγραφο 5 του άρθρου 13 του κανονισμού 2727/75, η Επιτροπή καθόρισε, με διάφορους κανονισμούς, δηλαδή τους κανονισμούς 2746/80 της 28ης Οκτωβρίου 1980 (PB L 284, σ. 15), 2763/80 της 29ης Οκτωβρίου 1980 (PB L 287, σ. 3), 2780/80 της 30ής Οκτωβρίου 1980 (PB L 288, σ. 1) και 2799/80 της 31ης Οκτωβρίου 1980 (PB L 292, σ. 1), τις εισφορές κατά την εισαγωγή που επιβάλλονταν μεταξύ άλλων στα σιτηρά για το χρονικό διάστημα από 28 μέχρι 31 Οκτωβρίου 1980 περιλαμβανομένης. Οι αιτιολογικές σκέψεις των διαφόρων αυτών κανονισμών αναφέρονται στην εφαρμογή των κανόνων των σχετικών με τις τιμές προσφοράς και με τις τρέχουσες τιμές, περί των οποίων διαλαμβάνει ο κανονισμός 2035/80 της Επιτροπής, της 31ης Ιουλίου 1980 (PB L 200, σ. 1). Οι αιτιολογικές σκέψεις του τελευταίου κανονισμού αναφέρονται αναλυτικότερα στις λεπτομέρειες υπολογισμού για τον καθορισμό των εισφορών.
7
Διερωτώμενη για τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή καθόρισε τις τιμές cif, βάσει των οποίων είχαν υπολογιστεί οι εισφορές επί των σιτηρών για την κρίσιμη περίοδο, η Tradax Graanhandel BV, με την από 12 Οκτωβρίου 1981 επιστολή της, ζήτησε από την Επιτροπή να της γνωστοποιήσει τα ακριβή στοιχεία τα οποία είχε λάβει υπόψη για να καθορίσει τις τιμές cif μεταξύ 28 και 31 Οκτωβρίου περιλαμβανομένης και να της επιτρέψει να συμβουλευτεί επί τόπου τα έγγραφα που είχαν χρησιμοποιηθεί για τον υπολογισμό των τιμών αυτών, χωρίς πάντως να δηλώσει με την επιστολή αυτή ότι στο διάστημα αυτό είχε πραγματοποιήσει εισαγωγές αραβοσίτου και ότι είχε καταβάλει εισφορές κατά την εισαγωγή, τις οποίες θεωρούσε προδήλως υπέρμετρες ή ότι είχε προσβάλει ή σκεφτόταν να προσβάλει ενώπιον εθνικού δικαστηρίου τον καθορισμό των εν λόγω εισφορών.
8
Δεδομένου ότι δεν έλαβε απάντηση στην επιστολή αυτή, η Tradax, με την από 24 Νοεμβρίου 1981 ειστολή της, κάλεσε την Επιτροπή, κατ' εφαρμογή του άρθρου 175, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ, να λάβει θέση επί της αιτήσεως που της είχε απευθύνει, προσθέτοντας ότι η αίτηση της ήταν σύμφωνη με τη νομολογία του Δικαστηρίου, όπως προκύπτει από την απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 1965 (Schwarze, 16/65, Jurispr. 1965, σ. 1103).
9
Με έγγραφο της 14ης Δεκεμβρίου 1981, ο αναπληρωτής γενικός διευθυντής γεωργίας, αναφερόμενος στις προαναφερθείσες επιστολές της 12ης Οκτωβρίου και της 24ης Νοεμβρίου 1981, απάντησε ότι οι τιμές cif της 28ης, 29ης, 30ής και 31ης Οκτωβρίου 1980«καθορίστηκαν στο πλαίσιο αυστηρής εφαρμογής των κανονιστικών διατάξεων».
10
Θεωρώντας την απάντηση αυτή ανεπαρκή, η Tradax άσκησε στις 15 Φεβρουαρίου 1982 προσφυγή, στηριζόμενη, όπως αναπτύσσεται παρακάτω, στα άρθρα 175 και 215 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Επί του παραδεκτού
11
Η Επιτροπή αμφισβητεί το παραδεκτό όλων των αιτημάτων. Ως προς την προβαλλόμενη παράλειψη, η προσφυγή είναι απαράδεκτη, μεταξύ άλλων, διότι κανένας κανόνας δικαίου δεν της επέβαλε υπό τις υπό κρίση περιστάσεις να παράσχει τις πληροφορίες που της ζητήθηκαν. Το περί ακυρώσεως αίτημα που στρέφεται κατά του εγγράφου της 14ης Δεκεμβρίου 1981 πρέπει να απορριφθεί, κυρίως διότι το έγγραφο αυτό δεν συγκεντρώνει τις αναγκαίες προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως απόφαση, κατά την έννοια του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ. Τέλος, ως προς το αίτημα που στηρίζεται στο άρθρο 215 της Συνθήκης, ένας από τους λόγους του απαραδέκτου έγκειται στο γεγονός ότι η προσφεύγουσα δεν μπόρεσε να αποδείξει την ύπαρξη προδήλου και σοβαρού πταίσματος περί την υπηρεσία ή κατάφωρης παραβίασης υπέρτερου κανόνα δικαίου.
12
Λόγω της αλληλεξαρτήσεως του ζητήματος του παραδεκτού των διαφόρων αιτημάτων και της ουσίας, ενδείκνυται η απ' ευθείας εξέταση της ουσίας.
Επί της ουσίας
13
Προς στήριξη της προσφυγής της, τόσο ως προς το σκέλος που στηρίζεται στα άρθρα 175, 173, όσο και στο 215 της Συνθήκης ΕΟΚ, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι, βάσει των αρχών της χρηστής διοικήσεως, της νομιμότητας και της προστασίας των δικαιωμάτων των πολιτών, της ασφαλείας του δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να ανακοινώσει τα ζητηθέντα στοιχεία. Παραλείποντας ή αρνούμενη να λάβει θέση επί της αιτήσεως ανακοινώσεως των ακριβών στοιχείων, τα οποία είχε χρησιμοποιήσει για να καθορίσει τις τιμές cif για την υπό κρίση περίοδο, η Επιτροπή παραβίασε τις αρχές αυτές και υπέπεσε σε υπηρεσιακό πταίσμα.
14
Δυνάμει της αρχής της χρηστής διοικήσεως, που είναι κοινή στα δίκαια των κρατών μελών και που αποτελεί, ως εκ τούτου, μέρος του κοινοτικού δικαίου, οι διοικούμενοι έχουν δικαίωμα πληροφορήσεως ή, τουλάχιστον, προσβάσεως στα διοικητικά έγγραφα που τους αφορούν. Οι αρχές της νομιμότητας και της προστασίας των δικαιωμάτων των πολιτών επιβάλλουν στη διοίκηση να απαντά στις νόμιμες αιτήσεις που της υποβάλλονται και να θέτει στη διάθεση της ενδιαφερόμενης επιχειρήσεως, προς το σκοπό της ένδικης προστασίας της, όλα τα τεχνικής φύσεως δεδομένα στα οποία στηρίχτηκε. Η προσφεύγουσα αναφέρεται στην προαναφερθείσα απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 1985. Τέλος, οι αρχές της ασφαλείας του δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης συνεπάγονται ότι οι διοικούμενοι πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να βεβαιώνονται ότι η διοίκηση, κατά τη θέσπιση των αποφάσεων που τους αφορούν, δεν υπέπεσε σε πλάνη περί τα πράγματα ή το νόμο και συνεπώς να λαμβάνουν τις προς τούτο αναγκαίες πληροφορίες.
15
Η Επιτροπή διατείνεται ότι το έγγραφο της 14ης Δεκεμβρίου 1981 δεν συνιστούσε αρνητική απόφαση παροχής των στοιχείων που ζήτησε η προσφεύγουσα. Το έγγραφο άφηνε εκκρεμές το ζήτημα κατά πόσο η αίτηση της προσφεύγουσας 3α γινόταν δεκτή και παρείχε στην προσφεύγουσα πλήρη ελευθερία να εμβαθύνει στο θέμα.
16
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ούτε από την κανονιστική ρύθμιση τη σχετική με τον καθορισμό των εισφορών στον τομέα των σιτηρών ούτε από τις αρχές που επικαλείται η προσφεύγουσα ούτε από τη νομολογία του Δικαστηρίου μπορεί να συναχθεί οποιαδήποτε υποχρέωση της να παρέχει τέτοιου είδους πληροφορίες, υποχρέωση είτε γενική είτε συνδεόμενη με τις συγκεκριμένες υπό κρίση περιστάσεις. Η έλλειψη στους σχετικούς κανονισμούς οποιασδήποτε αναφοράς σε τέτοια υποχρέωση είναι ηθελημένη. Ανταποκρίνεται στη φροντίδα του κοινοτικού νομοθέτη να τηρήσει τη γενική υποχρέωση του επαγγελματικού απόρρητου, την οποία υπέχει σχετικά η Κοινότητα και η οποία αποσκοπεί στην προστασία του επαγγελματικού απορρήτου των επιχειρήσεων. Η θέσπιση, εξάλλου, τέτοιας υποχρεώσεως [παροχής πληροφοριών], λαμβάνοντας υπόψη τα πολυάριθμα σχετικά καθήκοντα που ασκεί η Επιτροπή και το ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα που διαθέτει για το σκοπό αυτό, θα δυσχέραινε αισθητά την εκπλήρωση της αποστολής της.
17
Η αρχή της χρηστής διοικήσεως δεν έχει εφαρμογή στους τομείς όπου η Επιτροπή παρεμβαίνει όχι ως διοίκηση για να εκδώσει διοικητικές πράξεις, αλλά ως νομοθέτης για να δημιουργήσει δίκαιο. Η επιβολή, άλλωστε, αυτής της γενικής υποχρεώσεως στην Επιτροπή θα παρακώλυε κάθε χρηστή διοίκηση. Οι αρχές της ασφαλείας του δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δεν ασκούν καμιά επιρροή εν προκειμένω, εφόσον η προσφεύγουσα δεν απέδειξε πώς η πράξη ή η παράλειψη της Επιτροπής θα μπορούσε να παραβλάψει μια «νομικώς παγιωμένη κατάσταση».
18
Τέλος, σε ό,τι αφορά τις αρχές της νομιμότητας και της προστασίας των δικαιωμάτων των πολιτών, η Επιτροπή τονίζει ότι από την απόφαση του Δικαστηρίου της 1ης Δεκεμβρίου 1965 (Schwarze, 16/65, Jurispr. 1965, σ. 1103), την οποία επικαλείται η προσφεύγουσα, δεν μπορεί να συναχθεί ότι η Επιτροπή έχει γενική υποχρέωση να αποκαλύπτει τα στοιχεία υπολογισμού των εισφορών, καθόσον το Δικαστήριο, κρίνοντας επί του βαθμού ακριβείας που πρέπει να έχει μια πράξη περί καθορισμού των ελεύθερων στα σύνορα τιμών, δέχτηκε ότι η διοίκηση μπορεί «να περιορίζεται σε γενική αναφορά στα θεμελιώδη στοιχεία και τη^ διαδικασία που σχημάτισαν το πλαίσιο εντός του οποίου αξιολογεί τα στοιχεία, χωρίς να χρειάζεται να τα προσδιορίζει» και ότι «το αίτημα της προστασίας των αποδεκτών και των ενδιαφερομένων πολιτών, καθώς και το αίτημα της εξασφαλίσεως του προσήκοντος δικαστικού ελέγχου ικανοποιείται, αν η Επιτροπή θέτει... τα τεχνικά στοιχεία, στα οποία βασίστηκε για να καθορίσει τις ελεύθερες στα σύνορα τιμές, στη διάθεση των διαδίκων κάθε φορά που ο καθορισμός αυτός αμφισβητείται ενώπιον του αρμόδιου δικαστή».
19
Η τήρηση των αρχών της νομιμότητας και της προστασίας των δικαιωμάτων των πολιτών επιβάλλει απλώς, υπό ορισμένες σαφώς καθορισμένες περιστάσεις και ιδίως όταν η αμφισβήτηση έχει ήδη αχθεί ενώπιον του αρμόδιου δικαστή, την υποχρέωση παροχής πληροφοριών, ώστε να μπορεί να ασκηθεί ο προσήκων δικαστικός έλεγχος. Η Επιτροπή παρατηρεί σχετικά ότι η προσφεύγουσα δεν επικαλέστηκε τη συνδρομή τέτοιων περιστάσεων, ούτε με την από 12 Οκτωβρίου 1981 επιστολή της ούτε με εκείνη της 24ης Νοεμβρίου 1981.
20
Το πρώτο ζήτημα που τίθεται είναι αν το έγγραφο της 14ης Δεκεμβρίου, που υπογράφηκε από τον Williamson, πρέπει να λογιστεί ως απάντηση με την οποία έλαβε θέση η Επιτροπή στην επιστολή οχλήσεως της 24ης Νοεμβρίου 1981. Η άποψη της Επιτροπής ότι η απάντηση έπρεπε να θεωρηθεί ως πρόσκληση επαναλήψεως της αιτήσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Εν προκειμένω, είναι βέβαιον ότι, έναντι αιτήσεως να καταστούν προσιτά τα στοιχεία στα οποία στηρίχτηκαν οι τιμές cif και να παρασχεθεί η δυνατότητα επί τόπου εξετάσεως των χρησιμοποιηθέντων εγγράφων, απάντηση που περιορίζεται στη δήλωση ότι οι τιμές cif είχαν καθοριστεί στο πλαίσιο αυστηρής εφαρμογής των κανονιστικών διατάξεων συνιστά άρνηση.
21
Πρέπει επομένως να εξεταστεί αν η άρνηση ήταν δικαιολογημένη ή αν, αντίθετα, η Επιτροπή είχε υποχρέωση να παράσχει στην προσφεύγουσα τα ζητηθέντα στοιχεία, περιλαμβανομένης και της επί τόπου εξετάσεως των σχετικών εγγράφων. Πρέπει καταρχήν να τονιστεί, όπως ορθά υποδεικνύει η Επιτροπή, ότι το Δικαστήριο, με την προαναφερθείσα απόφαση του της 1ης Δεκεμβρίου 1965, δέχτηκε ότι στο προοίμιο μιας πράξης περί καθορισμού των ελεύθερων στα σύνορα τιμών η διοίκηση μπορεί να περιοριστεί σε γενική αναφορά στα θεμελιώδη στοιχεία και τη διαδικασία που σχημάτισαν το πλαίσιο εντός του οποίου αξιολόγησε τα στοιχεία, χωρίς να χρειάζεται να τα προσδιορίζει. Πράγματι, όταν ο καθορισμός των ελεύθερων στα σύνορα τιμών πρέπει να γίνει ταχύτατα, η επιβολή υποχρεώσεως στη διοίκηση να εκθέτει λεπτομερώς, στο προοίμιο της πράξης, όλα τα στοιχεία στα οποία στήριξε τον υπολογισμό της, θα υπερέβαινε τα όρια του λογικώς δυναμένου να αξιωθεί. Επομένως, το Δικαστήριο έκρινε ότι το αίτημα της προστασίας των ενδιαφερομένων καθώς και το αίτημα της εξασφαλίσεως του προσήκοντος δικαστικού ελέγχου ικανοποιείται, αν η Επιτροπή θέτει τα τεχνικά στοιχεία, στα οποία στηρίχτηκε για να καθορίσει τις ελεύθερες στα σύνορα τιμές, στη διάθεση των διαδίκων κάθε φορά που ο καθορισμός αυτός αμφισβητείται ενώπιον του αρμόδιου δικαστή.
22
Πρέπει πάντως να παρατηρηθεί ότι θα ήταν σύμφωνο με τη χρηστή διοίκηση να δημοσιεύει η Επιτροπή περιοδικώς, για πληροφόρηση των ενδιαφερομένων επιχειρηματιών, τα κύρια στοιχεία τα οποία έλαβε υπόψη κατά τον καθορισμό των τιμών cif. Αυτό το μέτρο περιοδικής πληροφορήσεως δεν συνεπάγεται πάντως υποχρέωση της Επιτροπής να απαντά σε ατομικές αιτήσεις, όπως αυτή της προσφεύγουσας ή να επιτρέπει τη διενέργεια ελέγχου, μέσα στις υπηρεσίες της, όλων των στοιχείων που αυτή συνέλεξε.
23
Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν μπορεί να αναγνωριστεί η ύπαρξη γενικής υποχρεώσεως της Επιτροπής να παρέχει σε κάθε συναλλασσόμενο, που υποβάλλει σχετική αίτηση, τα στοιχεία στα οποία στηρίχτηκε για να καθορίσει τις τιμές cif.
24
Ομοίως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι αρχές της ασφαλείας του δικαίου ή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης συνεπάγονται, όπως ισχυρίζεται η προσφεύγουσα, το δικαίωμα κάθε ενδιαφερομένου να αποκτά τη δυνατότητα να ελέγχει αν έγινε ορθή εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας. Τέτοιος έλεγχος εμπίπτει στην αρμοδιότητα του δικαστηρίου που καλείται ενδεχομένως να εφαρμόσει τους κανονισμούς.
25
Από τις παραπάνω σκέψεις προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν είχε υποχρέωση, στην υπό κρίση διαφορά, να παράσχει στην προσφεύγουσα, κατόπιν αιτήσεως της, τα στοιχεία στα οποία στήριξε τον καθορισμό των τιμών cif.
26
Πρέπει επομένως να απορριφθούν όλα τα αιτήματα της προσφεύγουσας.
27
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η προσφυγή στο σύνολο της.
Επί των δικαστικών εξόδων
28
Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή στο σύνολο της.
2)
Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Koopmans
O'Keeffe
Bosco
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 15 Μαρτίου 1984.
Κατ' εντολή
του γραμματέα
D. Louterman
Υπάλληλος διοικήσεως
Ο πρόεδρος του πρώτου τμήματος
Τ. Koopmans
Full & Egal Universal Law Academy