Στην υπόθεση 74/82,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Richard Wainwright, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Oreste Montako, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενης από τους Louis J. Dockery, Chief State Solicitor, Η. J. O'Flaherty, Senior Counsel, και J. O'Reilly, Junior Counsel, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την ιρλανδική πρεσβεία,
καθής,
η οποία έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ιρλανδία, επιβάλλοντας περιορισμούς στις εισαγωγές κρέατος πουλερικών, αυγών και προϊόντων αυγών, παρέθη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους J. Menens de Wilmars, πρόεδρο, Τ. Koopmans, Κ. Bahlmann και Y. Galmot, προέδρους τμήματος, P. Pescatore, Mackenzie Stuart, A. O'Keeffe, G. Bosco, O'Due, U. Everling και Κ. Κακούρη, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. F. Mancini
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας, τα αιτήματα, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Η υπό κρίση προσφυγή αφορά τη νομοθεσία της Ιρλανδίας στον τομέα την καταπολέμησης της ασθένειας του Newcastle (ψευδοπανώλης των ορνίθων), και συγκεκριμένα την εφαρμογή περιορισμών επί των εισαγωγών πουλερικών και αυγών.
Η αοθένεια τον Newcastle: φύση και, τροφΰλαξη
1.
Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, η νόσος του Newcastle είναι μία νόσος ιδιαίτερα μεταδοτική, που μπορεί να προσβάλει σχεδόν όλα τα είδη πουλερικών, ιδίως τις όρνιθες και τους ινδιάνους ανεξαρτήτως ηλικίας. Η νόσος προκαλείται από ιό, ο οποίος αναπτύσσεται ταχύτατα στα έμβρυα των πουλερικών και σε ορισμένα ζώντα κύτταρα πουλερικών. Ο ιός παραμένει ενεργός επί μακρό χρονικό διάστημα εκτός του ζώντος πτηνού: πλέον των δύο ετών σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες και επί πολλούς μήνες σε ομαλές θερμοκρασίες, αναλόγως των συνθηκών Kat της κατηγορίας στην οποία ανήκει ο φορέας του ιού. Επιβιώνει στις αυλές και στους ορνιθώνες, στα νεκρά ή ζώντα πτηνά, στα αυγά και στα αποκρίμματα πτηνών, σε ορισμένα παράσιτα, ακόμη και σε ορισμένα εμβόλια. Τα θαλασσινά πτηνά (και αυτός ακόμη ο άνεμος) μπορούν υπό ορισμένες κλιματολογικές συνθήκες, να μεταφέρουν τον ιό.
Η νόσος εμφανίζεται υπό διάφορες μορφές, η οξύτης των οποίων εξαρτάται από το βαθμό της μολυσματικής δυνάμεως του στελέχους του ιού και της αντιστάσεως του ξενιστού. Τα συμπτώματα είναι αναπνευστικές και πεπτικές δυσχέρειες, μερική παράλυση και ανορεξία. Η πορεία της νόσου ποικίλλει σε μεγάλο βαθμό, δυναμένη να συνίσταται σε υψηλή θνησιμότητα σε βραχύ χρονικό διάστημα, σε λιγότερο ή περισσότερο σοβαρές επιπτώσεις στην ανάπτυξη και στην ωοτοκία ή, τέλος, σε μία λοίμωξη που δεν δύναται να ανιχνευθεί , παρά μόνο με εργαστηριακές εξετάσεις.
Δεδομένου ότι είναι επιδημική, η νόσος μπορεί να προκαλέσει βαριές οικονομικές συνέπειες για τους πτηνοτρόφους. Σοβαρές επιδημίες της νόσου, που εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην Ευρώπη το 1962 στο Newcastle-upon-Tyne, ενέσκηψαν κατά τη δεκαετία του 1960 και μεταξύ των ετών 1969 και 1972. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέχει το Διεθνές Γραφείο επιζωοτιών και τα οποία παρατίθενται στον. κατωτέρω πίνακα, ο αριθμός των κρουσμάτων μειώθηκε έκτοτε αισθητώς.
Στατιστική της νόσου του Newcastle (1972-1981)
Στοιχεία ΔΓΕ
Αριϋ-μός κρουσμάτων
Κράτος μέλος
1972
1973
1974
1975
1976
1977
Βέλγιο
65
26
125
17
1
—
Γαλλία
887
471
465
204
4
—
Γερμανία
5523
963
69
97
21
8
Δανία
4
—
—
—
—
—
Ελλάδα
1993
1399
673
349
267
511
Ηνωμένο Βασίλειο (Βόρεια Ιρλανδία)
—
36
—
—
—
—
Ηνωμένο Βασίλειο (Μεγάλη Βρετανία)
400
74
35
7
6
—
Ιρλανδία
—
—
—
—
—
—
Ιταλία
349
564
105
197
97
38
Κάτω Χώρες
160
27
—
18
—
2
Λουξεμβούργο
33
2
14
1
—
—
Σύνολο
9 354
3 562
1 486
890
396
559
Κράτος μέλος
1978
1979
1980
1981 (1)
Σύνολο 1972-1981
Βέλγιο
6
1
6 (1)
—
243
Γαλλία
—
—
—
—
2 031
Γερμανία
2
4
2
—
6 689
Δανία
—
—
—
—
4
Ελλάδα
150
36
10
12
5 340
Ηνωμένο Βασίλειο (Βόρεια Ιρλανδία)
—
—
—
—
36
Ηνωμένο Βασίλειο (Μεγάλη Βρετανία)
1
—
—
—
523
Ιρλανδία
—
—
—
—
—
Ιταλία
107
17
2
2
1 478
Κάτω Χώρες
—
—
—
—
207
Λουξεμβούργο
—
—
—
—
50
Σύνολο
266
58
20
14
16 605
(1) Όπως συμπληρώϋηκτ από την Επιτροπή.
Στην Ιρλανδία, για την εκρίζωση τόσο της νόσου του Newcastle όσο και άλλων ασθενειών των πουλερικών υιοθετήθηκε από μακρού η πολιτική του μη εμβολιασμού και της σφαγής των πτηνών των μολυσμένων πτηνοτροφικών μονάδων, παράλληλα με αυστηρούς ελέγχους των εισαγωγών. Η νόσος του Newcastle εμφανίστηκε για τελευταία φορά το 1956. Κανένα κρούσμα άλλων ασθενειών των πουλερικών, όπως η μολυσματική λαρυγγοτραχειίτις, η ευλογιά των πουλερικών, η κόρυζα των ινδιάνων ή η νόσος της Αριζόνα, δεν διαπιστώθηκε παλαιότερα στην Ιρλανδία. Παρόμοια πολιτική υιοθετήθηκε στη Βόρεια Ιρλανδία, το δε γεγονός ότι ολόκληρη η Ιρλανδία είναι νησί, συνετέλεσε σημαντικά στην αποτελεσματικότητα αυτής της πολιτικής. Η μέθοδος αυτή απέδωσε επίσης καλά αποτελέσματα στις σκανδιναβικές χώρες, ιδίως στη Δανία. Σε άλλες χώρες η νόσος ελεγχόταν με την υιοθέτηση πολιτικής είτε σφαγής συνδυασμένης με εμβολιασμό είτε γενικού εμβολιασμού, άλλοτε υποχρεωτικού και άλλοτε προαιρετικού, ανάλογα με τη συχνότητα της νόσου. Πα τον εμβολιασμό χρησιμοποιούνται δύο τύποι εμβολίου, το εμβόλιο με ζώντα ιό και το εμβόλιο με αδρανοποιημένο ιό. Ο ζων, βραδυγενής ιός που χρησιμοποιείται στα εμβόλια μπορεί να επιζήσει στα σφάγια όπως και άλλα στελέχη της νόσου του Newcastle. Εξάλλου, τα εμβολιασθέντα πτηνά, και αυτοί οι απόγονοι τους ακόμη, μπορούν να είναι φορείς μη καλλιεργημένων λανθανόντων ιών.
Η ιρΑανοική νομοθεσία
2.
Για την προστασία της υγείας των πουλερικών, εφαρμόζονται στην Ιρλανδία έλεγχοι των εισαγωγών πουλερικών, κρέατος πουλερικών, αυγών και προϊόντων πουλερικών, με λεπτομέρειες στην ουσία αμετάβλητες από το 1938. Η ήδη ισχύουσα νομοθεσία στηρίζεται στο «Diseases of Animals Act 1966» [νόμος του 1966 περί των ασθενειών των ζώων]. Πηγές της ρυθμίσεως είναι το «Poultry, Poultry Carcases, Poultry Eggs and Poultry Products (Restriction on Importation) Order 1971» [Order του 1971 περί πουλερικών, σφαγίων, αυγών και προϊόντων πουλερικών (περιορισμοί των εισαγωγών)]. Το εν λόγω Order απαγορεύει την εισαγωγή πουλερικών, σφαγίων, αυγών και προϊόντων πουλερικών, εκτός αν έχει εκδοθεί ειδική άδεια από τον υπουργό γεωργίας και αλιείας και υπό τους όρους που επιβάλλει.
Στην πράξη, οι άδειες χορηγούνται για την εισαγωγή των εν λόγω προϊόντων από τις χώρες εκείνες όπου η κατάσταση από υγειονομικής πλευράς στον τομέα της πτηνοτροφίας είναι αντίστοιχη με την κατάσταση που υπάρχει στην Ιρλανδία, δηλαδή, στο κοινοτικό επίπεδο, από τη Βόρεια Ιρλανδία και από τη Δανία. Όσον αφορά τις εισαγωγές από άλλες περιοχές της Κοινότητας, ο υπουργός γεωργίας είναι πρόθυμος να χορηγήσει και χορηγεί στις αιτούμενες ποσότητες άδειες για την εισαγωγή αυγών και πτηνοτροφικών προϊόντων ψημένων ή που έχουν υποστεί θερμική επεξεργασία στη θερμοκρασία που είναι αναγκαία για την εξάλειψη των παθογόνων ιών των ασθενειών των πουλερικών δεν επιτρέπεται η εισαγωγή από τις περιοχές αυτές, σφαγίων, αυγών και ωμών πτηνοτροφικών προϊόντων (που δεν είναι ψημένα) ή που δεν έχουν υποστεί θερμική επεξεργασία.
Οι κοινοτικές οιανάξεις
3.
Στο κοινοτικό επίπεδο, το θέμα του υγειονομικού ελέγχου στον τομέα των πουλερικών ρυθμίστηκε με την οδηγία 71/118 του Συμβουλίου, της 15ης Φεβρουαρίου 1971, περί υγειονομικών προβλημάτων στον τομέα των συναλλαγών νωπών κρεάτων πουλερικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 116).
Η τελευταία αιτιολογική σκέψη της οδηγίας αυτής είναι η ακόλουθη :
«εκτιμώντας ότι οι διατάξεις υγειονομικού ελέγχου σχετικά με τις συναλλαγές ζώντων πουλερικών και νωπών κρεάτων πουλερικών θα αποτελέσουν αντικείμενο άλλων κοινοτικών οδηγιών ότι, ήδη από τώρα κρίνεται αναγκαία η πραγματοποίηση μιας πρώτης προσεγγίσεως των εθνικών διατάξεων στον τομέα αυτόν, με τον επακριβή καθορισμό ορισμένων όρων σύμφωνα με τους οποίους τα κράτη μέλη δύνανται να αρνούνται ή να περιορίζουν την εισαγωγή κρεάτων πουλερικών στο έδαφος τους για λόγους υγειονομικού ελέγχου και με πρόβλεψη άμεσης κοινοτικής διαδικασίας στα πλαίσια της προαναφερόμενης Μονίμου Κτηνιατρικής Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία τα μέτρα που λαμβάνονται από ένα κράτος μέλος δύνανται να εξετάζονται και, κατά περίπτωση, να τροποποιούνται ή να καταργούνται, σε στενή συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής»∙
το δε άρθρο 11 ορίζει ότι
«1.
Υπό την επιφύλαξη των παραγράφων 2 μέχρι 4, οι διατάξεις των κρατών μελών σε θέματα υγειονομικού ελέγχου κατά τις συναλλαγές ζώντων πουλερικών και νωπών κρεάτων πουλερικών εξακολουθούν να εφαρμόζονται μέχρις ενάρξεως ισχύος ενδεχομένων κοινοτικών διατάξεων.
2.
Ένα κράτος μέλος δύναται, αν υπάρχει κίνδυνος μεταδόσεως ασθενειών των ζώων με την εισαγωγή στο έδαφος του νωπών κρεάτων πουλερικών προελεύσεως άλλου κράτους μέλους, να λαμβάνει τα ακόλουθα μέτρα:
α)
σε περίπτωση εμφανίσεως επιζωοτικής ασθένειας σε αυτό το άλλο κράτος μέλος, δύναται προσωρινά να απαγορεύει ή να περιορίζει την εισαγωγή αυτών των νωπών κρεάτων πουλερικών που προέρχονται από τμήματα του εδάφους του κράτους αυτού όπου εμφανίστηκε η ασθένεια'
6)
στην περίπτωση κατά την οποία επιζωοτική ασθένεια λαμβάνει εκτεταμένο χαρακτήρα ή στην περίπτωση εμφανίσεως νέας σοβαρής και μεταδοτικής ασθένειας των ζώων, δύναται προσωρινά να απαγορεύει ή να περιορίζει την εισαγωγή των νωπών αυτών κρεάτων πουλερικών από το σύνολο του εδάφους του κράτους αυτού.
3.
Κά9ε κράτος μέλος πρέπει να ανακοινώνει αμέσως στα άλλα κράτη μέλη και στην Επιτροπή την εμφάνιση στο έδαφος του οποιασδήποτε ασθένειας που αναφέρεται στην παράγραφο 2 και τα μέτρα τα οποία έχει λάβει για την καταπολέμηση της. Πρέπει επίσης να ανακοινώνει αμέσως σε αυτά την εξάλειψη της ασθένειας.
4.
Τα μέτρα που λαμβάνονται από τα κράτη μέλη βάσει της παραγράφου 2 καθώς και η κατάργηση τους πρέπει να ανακοινώνονται αμέσως στα άλλα κράτη μέλη Kat στην Επιτροπή με την ένδειξη των λόγων.
Δύναται να αποφασίζεται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 12, ενδεχόμενη τροποποίηση των μέτρων αυτών, ιδίως προς εξασφάλιση του συντονισμού τους με τα μέτρα που λαμβάνονται από τα άλλα κράτη μέλη ή ενδεχόμενη κατάργηση τους.
5.
Αν προκύψει η κατάσταση που προβλέπεται στην παράγραφο 2 και κριθεί αναγκαίο ώστε και άλλα κράτη μέλη να εφαρμόσουν τα μέτρα που λαμβάνονται δυνάμει της εν λόγω παραγράφου και που τροποποιούνται ενδεχομένως σύμφωνα με την παράγραφο 4, θεσπίζονται οι κατάλληλες διατάξεις σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται στο άρθρο 12.»
Διοικητική όιαόικαοία
4.
Με τηλετύπημα της 2ας Σεπτεμβρίου 1981, η Επιτροπή ζήτησε από την ιρλανδική κυβέρνηση στοιχεία ως προς την πολιτική που ακολουθεί και τη νομοθεσία που έχει θεσπίσει η Ιρλανδία στον τομέα των εισαγωγών πτηνοτροφικών προϊόντων και ιδίως ως προς το αν η Ιρλανδία «διατηρεί ακόμη την απαγόρευση εισαγωγής νωπών κρεάτων πουλερικών, αυγών και ζώντων πουλερικών από κράτη μέλη που επιτρέπουν τον εμβολιασμό». Το εν λόγω τηλετύπημα στάλθηκε στην ιρλανδική κυβέρνηση μετά την ανακοίνωση από το Ηνωμένο Βασίλειο των νέων εθνικών μέτρων τα οποία περιόριζαν τις εισαγωγές πτηνοτροφικών προϊόντων και αυγών από 1ης Σεπτεμβρίου 1981 ( 1 ) στο πλαίσιο της καταπολέμησης της νόσου του Newcastle. Η Επιτροπή, που εξήταζε επειγόντως αν συμβιβάζονται προς το κοινοτικό δίκαιο τα επιβληθέντα στον εν λόγω τομέα μέτρα, ζήτησε από την ιρλανδική κυβέρνηση να της διαβιβάσει τα στοιχεία που ζητούσε εντός 5ημερών.
Με τηλετύπημα της 7ης Σεπτεμβρίου 1981, η κυβέρνηση της Ιρλανδίας, διαβιβάζοντας την ισχύουσα νομοθεσία, επιβεβαίωσε ότι η Ιρλανδία δεν επιτρέπει την εισαγωγή ζώντων πουλερικών, κρέατος πουλερικών ή αυγών από κράτη μέλη που επιτρέπουν τον εμβολιασμό. Ως νομικό έρεισμα των εν λόγω μέτρων, επικαλέστηκε το άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας 71/118, που παραπέμπει στις εσωτερικές διατάξεις των κρατών μελών σε θέματα υγειονομικού ελέγχου κατά τις εμπορικές ανταλλαγές ζώντων πουλερικών και νωπών κρεάτων πουλερικών. Παρατήρησε δε ότι η πολιτική ως προς τις εισαγωγές που εφαρμόζει η Ιρλανδία ήδη πριν από την προσχώρηση της στην Κοινότητα αποβλέπει στο να διατηρηθεί η κατάσταση της Ιρλανδίας ως χώρας που δεν έχει πληγεί από τη νόσο του Newcastle χωρίς να καταφεύγει σε εμβολιασμό.
5.
Στη συνέχεια, η επιτροπή απεύθυνε στην Ιρλανδία, στις 24 Σεπτεμβρίου 1981, το έγγραφο οχλήσεως που προβλέπει το άρθρο 169, πρώτη παράγραφος, της Συνθήκης παρατηρώντας ότι οι εν λόγω περιορισμοί των εισαγωγών αντιβαίνουν στο άρθρο 30 της Συνθήκης. Η Επιτροπή κάλεσε την ιρλανδική κυβέρνηση να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της επί του θέματος εντός δεκαπέντε ημερών.
Με το έγγραφο της, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι το σύστημα που εφαρμόζει η Ιρλανδία έχει ως αποτέλεσμα την απαγόρευση της εισαγωγής των εν λόγω προϊόντων από όλα τα τμήματα της Κοινότητας εκτός της Δανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας. Η Επιτροπή υποθέτει ότι η απαγόρευση θα συνεχίσει να εφαρμόζεται για ορισμένο διάστημα στις εισαγωγές από τη Μεγάλη Βρετανία, δεδομένου ότι το σύνολο των εκτρεφομένων πουλερικών στη χώρα αυτή περιλαμβάνει πάντα και εμβολιασμένα πτηνά.
Η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι υγειονομικές διατάξεις που εφαρμόζονται ήδη στο εμπόριο των ζώντων πουλερικών, του κρέατος πουλερικών, των αυγών και των προϊόντων αυγών δεν έχουν εναρμονιστεί επί κοινοτικού επιπέδου, με την εξαίρεση ορισμένων διατάξεων διαδικαστικής κυρίως φύσεως που αφορούν το νωπό κρέας πουλερικών. Σχετικώς, αναγνωρίζει ότι δυνάμει του άρθρου 11, παράγραφος 1, της οδηγίας 71/118 του Συμβουλίου, της 15ης Φεβρουαρίου 1971, οι εθνικές διατάξεις επί του θέματος εξακολουθούν να εφαρμόζονται μέχρι της θέσεως σε ισχύ ενδεχομένων κοινοτικών διατάξεων. Η Επιτροπή υπογραμμίζει πάντως ότι για το λόγο αυτό τα μέτρα υγειονομικού ελέγχου που εφαρμόζουν τα κράτη μέλη επί των πτηνοτροφικών προϊόντων εμπίπτουν πάντα στο άρθρο 30 της Συνθήκης κατά το μέτρο που έχουν ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του ενδοκοινοτικού εμπορίου. Σύμφωνα όμως με την απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1976 (Donckerwolcke, 41/76, ECR σ. 1921), οι περιορισμοί των εισαγωγών και το σύστημα των αδειών εισαγωγής όπως εφαρμόζονται από την Ιρλανδία αποτελούν μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης.
Η Επιτροπή τονίζει στη συνέχεια με το εν λόγω έγγραφο ότι, κατά την άποψη της, οι περιορισμοί των εισαγωγών που επιβάλλει η Ιρλανδία δεν δικαιολογούνται από λόγους προστασίας της υγείας των ζώων κατά την έννοια του άρθρου 36 της Συνθήκης. Σχετικώς, τονίζει ότι ο κοινοτικός απολογισμός στον τομέα της υγείας των ζώων υπήρξε κατά τα τελευταία έτη εξαιρετικά καλός όσον αφορά τη νόσο του Newcastle. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 δεν σημειώθηκε καμία μείζων επιδημία και οι σποραδικές ελάσσονες εστίες μολύνσεως που εμφανίστηκαν από τότε, αντιμετωπίστηκαν ταχέως, έτσι ώστε η νόσος ουδέποτε εξαπλώθηκε ούτε εντός των εν λόγω κρατών μελών ούτε πέραν των ενδοκοινοτικών συνόρων. Στα κράτη μέλη τα οποία αφορά η απαγόρευση των εισαγωγών, ιδίως δε σ' εκείνα που είχαν το μεγαλύτερο όγκο εμπορικών ανταλλαγών με το Ηνωμένο Βασίλειο προϊόντων για τα οποία πρόκειται, δηλαδή στη Γαλλία και στις Κάτω Χώρες, η εμφάνιση της νόσου κατά τα τελευταία έτη ήταν ιδιαίτερα χαμηλή.
Ως προς τον εμβολιασμό, η Επιτροπή παρατηρεί ότι κατά κανόνα μόνο ένα ποσοστό του συνόλου των πουλερικών των κρατών μελών στα οποία επιτρέπεται ο εμβολιασμός υποβάλλονται πράγματι σε εμβολιασμό. Πράγματι, μολονότι συνηθίζεται ο εμβολιασμός των πτηνών αναπαραγωγής και των ωοτόκων ορνίθων, τα πτηνά που εκτρέφονται για το κρέας τους ιδίως δε τα πουλερικά που προορίζονται για ψήσιμο, δεν υποβάλλονται συνήθως σε εμβολιασμό. 'Ετσι, σε κάθε κράτος μέλος υπάρχουν ταυτοχρόνως εμβολιασμένα και μη εμβολιασμένα πουλερικά. Ως παράδειγμα αναφέρει ότι καίτοι κατά τα τελευταία έτη δεν έχει εμβολιαστεί, ποσοστό μέχρι και 60 % των πουλερικών του Ηνωμένου Βασιλείου, κανένα κρούσμα της νόσου του Newcastle δεν αποδόθηκε σε νωπό κρέας πουλερικών, αυγά ή προϊόντα αυγών εισαχθέντα από την Κοινότητα. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή φρονεί ότι το επιχείρημα ότι ένα κράτος μέλος που δεν εφαρμόζει πολιτική εμβολιασμού κατά της νόσου του Newcastle είναι αναγκαίο να εμποδίζει την εισαγωγή κρέατος ή αυγών, επειδή το εμβόλιο μπορεί να αποκρύψει την ύπαρξη στελεχών του ιού που παρουσιάζουν αντίσταση, πρέπει να απορριφθεί ενόψει της παρούσας καταστάσεως της υγείας των ζώων εντός της Κοινότητας.
Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή φρονεί ότι το σύστημα των εισαγωγών που εφαρμόζει η Ιρλανδία είναι δυσανάλογο σε σχέση με τους κινδύνους που απειλούν την υγεία των πουλερικών. Σχετικώς, παρατηρεί περαιτέρω ότι η Ιρλανδία εξακολουθεί να επιτρέπει την είσοδο στο έδαφος της εξωτικών πτηνών που αποτελούν πολύ μεγαλύτερο πιθανό κίνδυνο μεταδόσεως της νόσου του Newcastle από ό,τι τα προϊόντα, η εισαγωγή των οποίων απαγορεύτηκε.
Με έγγραφο της 23ης Οκτωβρίου 1981, η κυβέρνηση της Ιρλανδίας γνωστοποίησε στην Επιτροπή τις παρατηρήσεις της. Στην ουσία υποστηρίζει ότι η κατάσταση στον τομέα της υγείας των εκτρεφομένων στην Ιρλανδία πουλερικών και το μέγεθος του κινδύνου που αντιπροσωπεύει για ολόκληρο τον πτηνοτροφικό τομέα το γεγονός ότι τα εν λόγω πουλερικά είναι σε υψηλό βαθμό ευάλωτα δικαιολογούν πλήρως τους ελέγχους των εισαγωγών που εφαρμόζονται επιμελώς βάσει επιστημονικών γνώσεων στον τομέα της κτηνιατρικής και προς το σκοπό και μόνο να αποφευχθεί η εισαγωγή ασθενειών των πουλερικών μέσω των εισαγόμενων προϊόντων.
Προς στήριξη της απόψεως αυτής, η ιρλανδική κυβέρνηση επικαλείται πρώτον την εξαιρετική κατάσταση που επικρατεί στην Ιρλανδία στον τομέα της υγείας των πουλερικών η οποία προκύπτει από μια από μακρού σταθερή πολιτική υποχρεωτικής σφαγής σε περίπτωση εμφάνισης, διαπιστούμενης ή πιθανολογούμενης, της νόσου του Newcastle σε συνδυασμό με πλήρη απαγόρευση του εμβολιασμού και έλεγχο των εισαγωγών. Πράγματι, από 25 ετών και πλέον δεν εκδηλώθηκε στη χώρα η νόσος του Newcastle. Κατά την περίοδο αυτή, η απουσία ασθενειών των πουλερικών σε συνδυασμό με την προοδευτική εισαγωγή βελτιωμένων ειδών πουλερικών επέτρεψε τη σταθεροποίηση αυτής της εξαιρετικής καταστάσεως από πλευράς υγείας και τη δημιουργία ενός συνόλου πουλερικών που χωρίς να εμβολιάζονται είναι υγιή και υψηλής ποιότητας από γενετικής πλευράς. Τα πουλερικά αυτά γίνονται δεκτά ως πηγή αναπαραγωγών πτηνών και αυγών προς επώαση, όχι μόνο εντός της Κοινότητας αλλά και σε τρίτες χώρες όπως η Αυστραλία, η Νέα Ζηλανδία και η Νορβηγία που δέχονται μόνο πουλερικά που προέρχονται από χώρες με υψηλότατο επίπεδο υγείας. Δεν υπάρχει επομένως κανένας λόγος τροποποιήσεως αυτής της πολιτικής, ιδίως σε μια εποχή κατά την οποία η πολιτική της Κοινότητας αποβλέπει στα υψηλότερα δυνατά επίπεδα υγείας των ζώων και των πτηνών σε όλα τα κράτη μέλη.
Σχετικώς, η κυβέρνηση παρατηρεί ότι η Ιρλανδία τήρησε πάντα ευνοϊκή στάση ως προς την κοινοτική εναρμόνιση στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο υγείας. Το ιρλανδικό σύστημα αποβλέπει στη διαφύλαξη του επιπέδου υγείας που έχει επιτευχθεί αλλά δεν περιλαμβάνει απόλυτη απαγόρευση των εισαγωγών, διότι κατά τα τελευταία έτη έχουν γίνει σημαντικές εισαγωγές και θα γίνουν και στο μέλλον από χώρες όπου το επίπεδο υγείας είναι αντίστοιχο με της Ιρλανδίας.
Η Επιτροπή, όμως, ισχυριζόμενη ότι το ιρλανδικό σύστημα είναι δυσανάλογο σε σχέση με τους ενδεχόμενους κινδύνους, δεν εκτιμά ορθώς το εξαιρετικό της εν λόγω καταστάσεως. Λόγω της μη εμφανίσεως ασθενειών των πουλερικών επί 25 και πλέον έτη και λόγω της απαγορεύσεως του εμβολιασμού, τα πουλερικά της Ιρλανδίας κατέστησαν άκρως ευαίσθητα. Επομένως, ο κίνδυνος που παρουσιάζουν οι εισαγωγές κρεάτων ή πουλερικών που έχουν εμβολιαστεί ή που έχουν έρθει σε επαφή με εμβολιασμένα πουλερικά αποτελεί σοβαρή απειλή για ολόκληρο τον πτηνοτροφικό τομέα της Ιρλανδίας. Στο θέμα αυτό, η κατάσταση που επικρατεί στην Κοινότητα δεν είναι καθόλου καθησυχαστική. Καίτοι τα κρούσματα της νόσου του Newcastle δεν είναι πλέον πολυάριθμα σήμερα, εξακολουθούν να υπάρχουν ελάσσονες εστίες και είναι αμφίβολο αν όλα τα κρούσματα ανακοινώνονται πράγματι στο διεθνές γραφείο επιζωοτιών ή σε άλλη υπηρεσία λαμβανομένων υπόψη των διαφορών ως προς τη διάγνωση της νόσου. Το γεγονός ότι χρησιμοποιείται πάντα ο εμβολιασμός σε μεγάλη κλίμακα είναι ενδεικτικό της ανησυχίας που υπάρχει ως προς τον κίνδυνο νέας εμφανίσεως της νόσου. Επιπλέον, ο εμβολιασμός είναι δυνατό να αποκρύψει τα μη καλλιεργημένα στελέχη του ιού. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα επιστημονικά στοιχεία, τα εμβολιασμένα πτηνά, τα σφάγια τους καθώς και τα παραπροϊόντα αποτελούν πράγματι πηγή μολύνσεως. Εξάλλου, τον κίνδυνο μεταδόσεως της νόσου που προέρχεται από τον εμβολιασμό, επιβεβαιώνει ένα έγγραφο εργασίας που διένειμε η Επιτροπή κατά τη σύνοδο της μόνιμης κτηνιατρικής επιτροπής, στις 23 Σεπτεμβρίου 1981.
Ως προς την παρατήρηση της Επιτροπής σχετικά με τον ενδεχόμενο κίνδυνο που αντιπροσωπεύει η εισαγωγή εξωτικών πτηνών, η ιρλανδική κυβέρνηση παρατηρεί ότι οι λίγες εισαγωγές αυτού του είδους γίνονται υπό αυστηρότατες συνθήκες καθάρσεως και κτηνιατρικού ελέγχου' δεν επιτρέπονται παρά μόνο όταν προέρχονται από χώρες που εκδίδουν τα απαιτούμενα σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση πιστοποιητικά κτηνιατρικού ελέγχου.
6.
Με έγγραφο της 9ης Νοεμβρίου 1981, η Επιτροπή διαβίβασε την αιτιολογημένη γνώμη του άρθρου 169 της Συνθήκης στη μόνιμη αντιπροσωπεία της Ιρλανδίας. Με το έγγραφο αυτό παρατηρεί ότι, η Ιρλανδία απαγορεύοντας τις εισαγωγές πουλερικών, αυγών και πτηνοτροφικών προϊόντων από ορισμένα κράτη μέλη και υποβάλλοντας όλες τις εισαγωγές αυτών των προϊόντων σε σύστημα αδειών εισαγωγής που δεν είναι σύστημα γενικών και ανοικτών αδειών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης. Η Ιρλανδία κλήθηκε να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί με την αιτιολογημένη γνώμη εντός προθεσμίας 5ημερών.
Με την αιτιολογημένη γνώμη, η Επιτροπή επαναλαμβάνει τις αιτιάσεις που είχε γνωστοποιήσει στην Ιρλανδία με το έγγραφο της 24ης Σεπτεμβρίου 1981.
Όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 36 της Συνθήκης, η Επιτροπή παρατηρεί ότι, κατά την άποψη της, ένα κράτος μέλος όπου ο απολογισμός στον τομέα ασθενείας των ζώων είναι καλός από υγειονομικής πλευράς δεν έχει το δικαίωμα να απαγορεύει συστηματικά την εισαγωγή προϊόντων θεωρητικά ικανών να μεταδώσουν την εν λόγω ασθένεια. Σχετικώς, η Επιτροπή αμφισβητεί την άποψη ότι τα πουλερικά της Ιρλανδίας είναι πλέον ευπρόσβλητα από τη νόσο του Newcastle από τα μη εμβολιασμένα πτηνά άλλων κρατών μελών. Η πολιτική που ακολουθεί η Ιρλανδία στον τομέα αυτής της νόσου αποβλέπει στην αποφυγή κάθε κινδύνου μεταδόσεως, ακόμη και θεωρητικού με την απαγόρευση των εισαγωγών. Στην πράξη είναι κάλλιστα δυνατό να επιτευχθεί υψηλό επίπεδο προστασίας των πουλερικών χωρίς να θίγεται το εμπόριο, ιδίως με την προσαρμογή των λαμβανομένων μέτρων στον πραγματικό κίνδυνο που ενέχουν οι εισαγωγές. Επί του θέματος αυτού η Επιτροπή παρατηρεί ότι τα είδη του εμβολίου με ζώντα ιό που αποτελούν πράγματι κίνδυνο μεταδόσεως δεν χρησιμοποιούνται σε κανένα κράτος μέλος. Επιπλέον, τα στατιστικά στοιχεία του διεθνούς γραφείου επιζωοτιών, τα οποία αμφισβητεί η ιρλανδική κυβέρνηση, είναι διεθνώς αναγνωρισμένα.
Τέλος, η Επιτροπή παρατηρεί με την αιτιολογημένη γνώμη της ότι το σύστημα αδειών εισαγωγής δεν δικαιολογείται από λόγους προστασίας της υγείας των ζώων κατά την έννοια του άρθρου 36 και εφόσον δεν υπάρχει εναρμόνιση, παρά μόνο εάν πρόκειται για «γενικές ανοικτές άδειες», δηλαδή άδειες που:
—
δημοσιεύονται και ισχύουν για όλους τους εισαγωγείς'
—
δεν απαιτούν καμία άλλη έγκριση από τις αρχές του κράτους μέλους εισαγωγής'
—
δεν θέτουν κανένα άλλο όρο.
Με την από 7 Δεκεμβρίου 1981 απάντηση της, η κυβέρνηση της Ιρλανδίας καυτηριάζει τη σπουδή με την οποία η Επιτροπή ενήργησε κατά ενός συνόλου μέτρων τα οποία εφαρμόζονται εδώ και πολλά έτη και μάλιστα ήδη πριν από την προσχώρηση της Ιρλανδίας στην Κοινότητα. Αν αυτός ο τρόπος ενέργειας εξηγείται από τη σημασία που φαίνεται ότι αποδίδει η Επιτροπή σε παρόμοια ενέργεια κατά άλλου κράτους μέλους, τότε το όργανο αυτό κακώς εκτιμά τις προφανείς διαφορές μεταξύ των δύο περιπτώσεων.
Εξάλλου, η ιρλανδική κυβέρνηση αναπτύσσει σε βάθος τα επιχειρήματα της ως προς τους κινδύνους μεταδόσεως της νόσου του Newcastle. Διευκρινίζει ότι, εκτός των πουλερικών και των προϊόντων αυγών που έχουν υποστεί θερμική επεξεργασία σε επίπεδο αρκετό για την εξουδετέρωση του ιού, η Ιρλανδία εισάγει ορνίθια μιας ημέρας και αυγά προς επώαση, υπό αυστηρούς όρους καθάρσεως που αποκλείουν κάθε κίνδυνο μεταδόσεως ασθενειών που προέρχονται από ορισμένες χώρες όπου το επίπεδο υγείας δεν είναι ισοδύναμο.
Όσον αφορά το σύστημα των αδειών εισαγωγής, η κυβέρνηση δηλώνει ότι είναι διατεθειμένη να εξετάσει τις ενδεχόμενες εποικοδομητικές προτάσεις της Επιτροπής για προσαρμογές που λαμβάνουν δεόντως υπόψη την ανάγκη διατηρήσεως του επιπέδου υγείας του συνόλου των πουλερικών της Ιρλανδίας.
Με την από 10 Φεβρουαρίου 1982 συμπληρωματική απάντηση, η ιρλανδική κυβέρνηση ανέπτυξε περισσότερο τις παρατηρήσεις της ως προς το ότι ο ιός της νόσου του Newcastle εξακολουθεί να υπάρχει στα περισσότερα από τα άλλα κράτη μέλη και ως προς τους κινδύνους που δημιουργούνται για τα πουλερικά της Ιρλανδίας από ορισμένες άλλες ασθένειες οι οποίες πλήττουν τα πουλερικά πολλών άλλων κρατών μελών.
Έγγραφη διαόικαοί∙
7.
Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 18 Φεβρουαρίου 1982 η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή δυνάμει του άρθρου 169, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Κάλεσε πάντως τους διαδίκους να απαντήσουν στις ακόλουθες ερωτήσεις:
Επιτροπή
1.
Η Επιτροπή καλείται να διαβιβάσει στο Δικαστήριο τις παρατηρήσεις της ως προς το ποια θεωρεί ότι είναι τα αποτελέσματα της αποφάσεως της 8ης Φεβρουαρίου 1983 στην υπόθεση 124/81 (γάλα UHT) για τις υποθέσεις 40/82 και 74/72.
2.
Η Επιτροπή καλείται να προσκομίσει στο Δικαστήριο στατιστικά στοιχεία ως προς την εμφάνιση, κατά τα πέντε τελευταία έτη όλων των ασθενειών πουλερικών για τις οποίες γίνεται λόγος στο πλαίσιο της παρούσας διαφοράς, στα διάφορα κράτη μέλη.
Ιρλανόική κυβέρνηση
Η ιρλανδική κυβέρνηση καλείται να γνωρίσει γραπτώς στο Δικαστήριο αν έλαβε μέρος στις συζητήσεις μεταξύ των κρατών μελών επί των μέτρων που όφειλε να λάβει το Ηνωμένο Βασίλειο μετά την απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Ιουλίου 1982.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, προσφεύγουσα, ζητεί από το Δικαστήριο:
1.
να αναγνωρίσει ότι, η Ιρλανδία, απαγορεύοντας τις εισαγωγές κρέατος πουλερικών, αυγών και πτηνοτροφικών προϊόντων και θεσπίζοντας σύστημα αδειών εισαγωγής για τα εν λόγω προϊόντα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ
2.
να καταδικάσει την Ιρλανδία στα δικαστικά έξοδα.
Η ΖρΑανόία, κααής, ζητεί από το Δικαστήριο:
1.
να κρίνει απαράδεκτη εν όλω ή εν μέρει την προσφυγή της Επιτροπής∙
2.
να την απορρίψει κατά το μέτρο που θα την κρίνει παραδεκτή
3.
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Η Επιτροπή, προσφεύγουσα, διευκρινίζει ότι ενώ η αιτιολογημένη γνώμη αναφερόταν και στα ζώντα πουλερικά και στα αυγά προς επώαση, η υπό κρίση προσφυγή δεν αφορά αυτά τα προϊόντα. Αφορά μόνο τους περιορισμούς στην εισαγωγή κρέατος πουλερικών, αυγών (πλην των αυγών προς επώαση) και προϊόντων πουλερικών.
Επί του παραάεκτού της προσφυγής
Η κυβέρνηση της ΙρΑανοίας, καθής, φρονεί ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη διότι κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας που προηγείται της διατυπώσεως της αιτιολογημένης γνώμης, η Επιτροπή δεν τήρησε τους διαδικαστικούς όρους που προβλέπει το άρθρο 169 της Συνθήκης. Σχετικώς επικαλείται την ασυνήθιστα βραχεία προθεσμία των 15ημερών που της δόθηκε για να απαντήσει στην όχληση της Επιτροπής. Επιπλέον, μετά τις παρατηρήσεις που διατύπωσε η Ιρλανδία στις 23 Οκτωβρίου 1981 και παρά το περίπλοκο του θέματος, η Επιτροπή εξέδωσε, χωρίς νέα διαβούλευση, την αιτιολογημένη γνώμη της στις 9 Νοεμβρίου 1981 και ζήτησε την κατάργηση των επίδικων μέτρων εντός πέντε ημερών. Με το από 2 Σεπτεμβρίου 1981 τηλετύπημα, με το οποίο ζητούσε πληροφορίες, η Επιτροπή αναφέρθηκε στα παρόμοια μέτρα που είχε θεσπίσει το Ηνωμένο Βασίλειο την 1η Σεπτεμβρίου 1981. Η ιρλανδική κυβέρνηση φρονεί ότι ίσως το αποτέλεσμα της θεσπίσεως των μέτρων αυτών επί των υφισταμένων εμπορικών σχέσεων ώθησε την Επιτροπή να ενεργήσει με κάποια σπουδή. Αυτό πάντως δεν ισχύει για τα ιρλανδικά μέτρα που ίσχυαν κατά τα ουσιώδη στοιχεία επί πολλά έτη πριν από την προσχώρηση της Ιρλανδίας στην Κοινότητα. 'Οπως προκύπτει από το ίδιο τηλετύπημα, η Επιτροπή γνώριζε αυτά τα μέτρα από μακρού, αλλά ουδέποτε τα αμφισβήτησε σοβαρά.
Η αδικαιολόγητη σπουδή με την οποία η Επιτροπή κίνησε τη διοικητική διαδικασία αποτυπώνεται αφενός στην κάπως απότομη διατύπωση της αιτιολογημένης γνώμης η οποία δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη τις διευκρινίσεις που παρέσχε η Ιρλανδία με το έγγραφο της 23ης Οκτωβρίου 1981. Αφετέρου, η αιτίαση της Επιτροπής σχετικά με τις λεπτομέρειες του ιρλανδικού συστήματος αδειών διατυπώθηκε για πρώτη φορά με την αιτιολογημένη γνώμη. Ο περιορισμός του αντικειμένου της προσφυγής σε σχέση με την αιτιολογημένη γνώμη αποτελεί μια πρόσθετη ένδειξη της σπουδής της Επιτροπής κατά τη διοικητική διαδικασία. Υπό τις συνθήκες αυτές, η ιρλανδική κυβέρνηση φρονεί ότι η αιτιολογημένη γνώμη δεν διατυπώθηκε νομίμως, άρα δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση της υπό κρίση προσφυγής.
Η Επιτροπή παρατηρεί με το απαντητικό της υπόμνημα ότι όχι μόνο δέχτηκε να παρατείνει την προθεσμία των πέντε ημερών που δόθηκε στην Ιρλανδία προκειμένου να συμμορφωθεί με την αιτιολογημένη γνώμη, αλλά επιπλέον έλαβε γνώση των από 7 Δεκεμβρίου 1981 και 10 Φεβρουαρίου 1982 απαντήσεων της Ιρλανδίας στην αιτιολογημένη γνώμη πριν ασκήσει, στις 18 Φεβρουαρίου 1982, την υπό κρίση προσφυγή.
Επί τΐ]ς ουσίας
Ως προς τη σημασία του άρθρου ¡Ι της οόψίας 71/118 του Συμβουλίου για την εκτίμηση της επίδικης ιρλανδικής νομοθεσίας, η Επιτροπή, προοφενγουοα, παρατηρεί ότι, κατά την παράγραφο 1 αυτού του άρ9ρου, οι διατάξεις των κρατών μελών σε θέματα υγειονομικού ελέγχου κατά τις εμπορικές ανταλλαγές ζώντων πουλερικών και νωπών κρεάτων πουλερικών εξακολουθούν να εφαρμόζονται μέχρι ενάρξεως της ισχύος ενδεχομένων κοινοτικών διατάξεων, υπό την επιφύλαξη πάντως των παραγράφων 2 μέχρι 4 του ίδιου άρθρου.
Όμως, οι εν λόγω παράγραφοι δεν προβλέπουν παρά την εναρμόνιση των περιορισμών των εισαγωγών που μπορούν να επιβάλλουν τα κράτη μέλη σε περίπτωση εμφανίσεως επιζωοτικής ασθένειας όπως η νόσος του Newcastle. Εξάλλου, τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να διατηρήσουν ή να θεσπίσουν όλα τα μέτρα υγειονομικού ελέγχου που κρίνουν κατάλληλα, εφόσον συμβιβάζονται προς τα άρθρα 30 μέχρι 36 της Συνθήκης. Πράγματι, μια διάταξη παράγωγου δικαίου όπως η διάταξη του άρθρου 11, παράγραφος 1, της οδηγίας δεν μπορεί να εισάγει παρέκκλιση από το άρθρο 30 της Συνθήκης ούτε να διευρύνει το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 36. Επομένως, η εν λόγω παράγραφος δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως έρεισμα για τη διατήρηση εθνικών μέτρων που δεν δικαιολογούνται δυνάμει του άρθρου 36. Σύμφωνα με τη σκέψη 34 της αποφάσεως της 15ης Ιουλίου 1982 (Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 40/82, Συλλογή σ. 2793) το ζήτημα πρέπει να εξεταστεί κυρίως βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης.
Κατά την κυβέρνηση της ΙρΑανόίας, καθής, το άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας αναφέρεται στα μέτρα των κρατών μελών που υφίστανται ήδη κατά το χρόνο της ενάρξεως της ισχύος της οδηγίας, οι δε παράγραφοι 2 μέχρι 4 αναφέρονται σε κάθε νέο μέτρο που μπορούν να λαμβάνουν τα κράτη μέλη προκειμένου να εμποδίσουν την εισαγωγή ασθενειών των πουλερικών από άλλα κράτη μέλη.
Τονίζοντας ότι το άρθρο 11, παράγραφος 1, εφαρμόζεται «υπό την επιφύλαξη των παραγράφων 2 μέχρι 4», η Επιτροπή τάσσεται υπέρ μιας ερμηνείας η οποία όχι μόνο αντιβαίνει στη διατύπωση του άρθρου 11 αλλά και συνεπάγεται ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να λαμβάνουν μέτρα που επηρεάζουν το εμπόριο με άλλα κράτη μέλη παρά μόνο όταν έχουν πράγματι εκδηλωθεί ασθένειες. Η ερμηνεία όμως αυτή θα είχε καταστρεπτικές συνέπειες για τον υγειονομικό έλεγχο των πουλερικών εντός της Κοινότητας.
Κατά την ιρλανδική κυβέρνηση, η περίοδος «υπό την επιφύλαξη των παραγράφων 2 μέχρι 4» σημαίνει ότι όταν η ήδη υφιστάμενη νομοθεσία ενός κράτους μέλους αποδεικνύεται ανεπαρκής για την αντιμετώπιση ιδιαίτερης περίπτωσης εκδηλώσεως ασθένειας εντός της Κοινότητας, το εν λόγω κράτος μπορεί να λάβει τα αναγκαία πρόσθετα μέτρα βάσει των παραγράφων 2 έως 4. Εξάλλου, το άρθρο 11, παράγραφος 1, δεν παρέχει απλώς μια προσωπινή έγκριση αλλά μάλλον θεσπίζει την υποχρέωση της διατηρήσεως των υφισταμένων εθνικών νομοθεσιών προς το κοινοτικό συμφέρον να προλαμβάνεται η εξάπλωση άκρως μεταδοτικών ασθενειών των πουλερικών. Θεσπίζοντας τη διάταξη αυτή, το Συμβούλιο θέλησε να ανοίξει το δρόμο για μια μελλοντική εναρμόνιση στον εν λόγω τομέα, διατηρώντας σε πρώτο στάδιο το status quo στα κράτη μέλη. Κατά τούτο, το άρθρο 11, παράγραφος 1, απηχεί την ανάγκη, που αναγνωρίζει το άρθρο 36 της Συνθήκης, να προλαμβάνεται η μετάδοση των ασθενειών με τη διατήρηση των εθνικών νομοθεσιών παρά τα ενδεχόμενα αποτελέσματα τους επί του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών. Υπό τις συνθήκες αυτές, παρέλκει η χωριστή δικαιολόγηση των εν λόγω μέτρων, στην περίπτωση της Ιρλανδίας του «Statutory Instrument no 139/71», βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης (βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Capotorti της 7. 7. 1982 στην υπόθεση 40/82, Συλλογή σ. 2830, ιδίως σ. 2835).
Η Ιρλανδία φρονεί ότι η απόφαση της 15ης Ιουλίου 1982 στην υπόθεση 40/82 δεν έχει καμιά σημασία για την ερμηνεία του άρθρου 11, παράγραφος 1, της οδηγίας. Πράγματι, το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί της ερμηνείας του άρθρου 11 αλλά τόνισε μόνο ότι οι παράγραφοι 2 έως 4 αποτελούν απλώς την αρχή της διαδικασίας εναρμονίσεως στον τομέα της υγείας των πουλερικών. Όπως παρατηρεί περαιτέρω η εν λόγω κυβέρνηση, το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η οδηγία του Συμβουλίου δεν μπορεί να εισάγει παρέκκλιση από το άρθρο 36 της Συνθήκης υπαινίσσεται το παράνομο της οδηγίας. Αυτό όμως το επιχείρημα δεν μπορεί να προβληθεί στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας στην οποία το Συμβούλω δεν είναι διάδικος.
Όσον αφορά την εκτίμηση των ιρΑανοικών μέτρων υπό το φως τον άραρον 36 της 2ννθήκης οι διάδικοι αναπτύσσουν στα υπομνήματα τους κυρίως τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν κατά τη διοικητική διαδικασία.
Η Επιτροπή αναγνωρίζει τη σημασία που πρέπει να αποδίδεται στην υγεία των ζώων και τη βαρύτητα των οικονομικών συνεπειών που μπορεί να προκαλέσει η εμφάνιση της νόσου του Newcastle. Εμμένει όμως στο γεγονός ότι τα μέτρα που αποβλέπουν στο να μειώσουν τις επιπτώσεις των ασθενειών των ζώων πρέπει να παραμένουν εντός των ορίων που καθορίζει η Συνθήκη. Τα επίδικα ιρλανδικά μέτρα όμως περιορίζουν τις εισαγωγές περισσότερο από όσο απαιτεί η προστασία της υγείας των ζώων. Επομένως, δεν δικαιολογούνται βάσει του άρθρου 36. Στο σημείο αυτό η Επιτροπή παρατηρεί εξαρχής ότι το κράτος μέλος που επικαλείται το άρθρο 36 φέρει το βάρος να αποδείξει ότι τα επίδικα μέτρα ανταποκρίνονται στα κριτήρια της εν λόγω διάταξης (βλ. απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 1979, Denkavit Futtermittel, 251/78, ECR σ. 3369).
Κατά την Επιτροπή, από τα στατιστικά στοιχεία του διεθνούς γραφείου επιζωοτιών προκύπτει σαφώς ότι τα κρούσματα της νόσου του Newcastle εντός της Κοινότητας μειώθηκαν σημαντικά κατά τα πέντε τελευταία έτη. Η Επιτροπή συνάγει το συμπέρασμα ότι ο μη καλλιεργημένος ιός, δηλαδή όλα τα είδη των ιών εκτός αυτού που χρησιμοποιείται για το εμβόλιο είναι σπανιότατος, σχεδόν ανύπαρκτος στα περισσότερα κράτη μέλη.
Λαμβανομένης υπόψη της καταστάσεως που επικρατεί σήμερα στην Κοινότητα, η οποία χαρακτηρίζεται από τη διαδεδομένη πρακτική να εκτρέφονται στο ίδιο κράτος μέλος, εμβολιασμένα και μη πουλερικά, η Επιτροπή κρίνει κάπως θεωρητικό το επιχείρημα ότι ο εμβολιασμός μπορεί να συγκαλύψει την ύπαρξη μη καλλιεργημένου ιού. Πράγματι, στα κράτη μέλη όπου ένα μεγάλο ποσοστό των εκτρεφομένων πουλερικών δεν εμβολιάζεται και επομένως δεν έχει καμιά άμυνα κατά της νόσου του Newcastle, η παρουσία του ιού θα κατέληγε αναμφισβήτητα σε βραχύ χρονικό διάστημα σε κάποιο κρούσμα της νόσου. Άρα, ο μερικός εμβολιασμός δεν μπορεί να συγκαλύψει για μεγάλο χρονικό διάστημα την παρουσία του μη καλλιεργημένου ιού σε μια χώρα. Το βάσιμο της άποψης αυτής αποδεικνύει η περίπτωση της Γαλλίας, όπου, πριν από την πρόσφατη υιοθέτηση της πολιτικής του μη εμβολιασμού, 15 % των εκτρεφομένων πουλερικών ήταν εμβολιασμένα και 85 ο/ο δεν ήταν εμβολιασμένα, και η περίπτωση της Μεγάλης Βρετανίας όπου, μέχρι το Σεπτέμβριο του 1981 40 % από τα εκτρεφόμενα πουλερικά ήταν εμβολιασμένα και 60 % μη εμβολιασμένα. Ωστόσο, μετά το 1976, δεν διαπιστώθηκε στη Γαλλία καμιά εστία της ασθένειας ενώ σημειώ9ηκε μόνο μια περίπτωση στη Μεγάλη Βρετανία.
Η πολιτική που ακολουθείται ως προς τον εμβολιασμό κατά της νόσου του Newcastle ποικίλλει μεταξύ των κρατών μελών. Πάντως γίνεται έλεγχος των χρησιμοποιούμενων εμβολίων για να εξακριβωθεί ότι δεν είναι μολυσμένα από τη νόσο του Newcastle ούτε από άλλες ασθένειες που μπορούν να μολύνουν τα εμβόλια.
Σχετικά με την πολιτική που ακολουθείται στη Γαλλία, η Επιτροπή διευκρινίζει περαιτέρω ότι η απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1981 να εισαχθεί και πάλι ο εμβολιασμός δεν είχε καμιά σχέση με ενδεχόμενες εμφανίσεις της νόσου. Πράγματι, το Σεπτέμβριο 1981, κατά την περίοδο όπου το Ηνωμένο Βασίλειο υιοθέτησε την πολιτική του μη εμβολιασμού η Γαλλία εγκατέλειψε και αυτή τον εμβολιασμό ελπίζοντας να αποκτήσει και πάλι πρόσβαση στη βρετανική αγορά. Όταν διαπιστώθηκε ότι παρά τη μεταβολή της γαλλικής πολιτικής το Ηνωμένο Βασίλειο εξακολουθούσε να αρνείται τις γαλλικές εξαγωγές, η Γαλλία αποφάσισε να επιτρέψει και πάλι τον εμβολιασμό. Σήμερα, ο εμβολιασμός επιτρέπεται σε όλες τις χώρες αλλά μόνο για τα πουλερικά που εκτρέφονται για την παραγωγή αυγών και γύρω από τις πιθανές εστίες εμφάνισης της νόσου του Newcastle.
Η Επιτροπή φρονεί, κατά συνέπεια, ότι ο κίνδυνος εισαγωγής στην Ιρλανδία του ιού της νόσου είναι σήμερα πολύ μικρός όσον αφορά ορισμένα κράτη μέλη και ανύπαρκτος ως προς άλλα.
Κατά την άποψη της, η εισαγωγή κρέατος, αυγών ή προϊόντων πουλερικών δεν δημιουργεί στην πράξη κίνδυνο εισαγωγής άλλων ασθενειών των πουλερικών όπως η κλασική πανώλη των ορνίθων, η μολυσματική λαρυγγοτραχειίτις, η κόρυζα των ινδιάνων, η νόσος της Αριζόνα και η λύσσα. Στο θέμα αυτό υπογραμμίζει την καλή κατάσταση που επικρατεί στην Κοινότητα ως προς τις ασθένειες αυτές, τη φύση των εν λόγω ασθενειών Kat τους ελέγχους που επιβάλλονται στο εμπόριο.
Με την αντίκρουση της, η ιρλανδική κυοέρνηοη δεν επικαλείται το άρθρο 36 της Συνθήκης παρά μόνο εφόσον η διατήρηση της επίδικης ιρλανδικής νομοθεσίας δεν δικαιολογείται επαρκώς βάσει του άρθρου 11 της οδηγίας 71/118. Υποστηρίζει ότι τα ιρλανδικά μέτρα είναι στο σύνολο τους αναγκαία για την επιδίωξη των κύριων σκοπών της προστασίας της υγείας των ζώων και επομένως δικαιολογούνται βάσει του άρθρου 36. Είναι αναγκαία λόγω του ότι στα περισσότερα κράτη μέλη εξακολουθεί να υπάρχει ο ιός της νόσου του Newcastle, οι δε σχετικές συνέπειες δεν μπορούν να συγκρατηθούν παρά με τον εμβολιασμό των εκτρεφομένων πουλερικών.
Η ιρλανδική κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η πολιτική της επιβολής των κατάλληλων ελέγχων επί των εισαγωγών και του μη εμβολιασμού, ενδεχομένως δε και της σφαγής, αναγνωρίζεται γενικά ως η καλύτερη άμυνα κατά των εξωτικών ασθενειών. Η πολιτική αυτή προλαμβάνει πράγματι τις εκδηλώσεις της ασθένειας και επομένως παρέχει την καλύτερη εγγύηση για το ότι τα εκτρεφόμενα πουλερικά δεν πάσχουν κλινικώς από τη νόσο. Η πολιτική του μη εμβολιασμού εξασφαλίζει επιπλέον ότι και όταν ακόμη η νόσος δεν εκδηλώνεται κλινικώς δεν υπάρχει ιός υπό κάποια μορφή που αποκρύπτει η ανοσοποίηση. Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι είναι νόμιμος ο σκοπός της διατήρησης του υψηλού επιπέδου υγείας των πουλερικών που έχει επιτευχθεί με αυτόν τον τρόπο. Για την πραγμάτωση όμως αυτού του σκοπού που αποτελεί άλλωστε την αφετηρία της κοινοτικής πολιτικής στον εν λόγω τομέα, προϋπόθεση sine qua non είναι η διατήρηση των κατάλληλων ελέγχων και περιορισμών των εισαγωγών από χώρες όπου το επίπεδο υγείας δεν είναι το ίδιο.
Στο σημείο αυτό, η ιρλανδική κυβέρνηση εκθέτει λεπτομερώς τα αποτελέσματα, και τις συνθήκες υπό τις οποίες επιβιώνει και μεταδίδεται ο ιός της νόσου του Newcastle, μνημονεύοντας πολυάριθμες επιστημονικές πηγές. Συγκεκριμένα η Επιτροπή δεν εξετίμησε δεόντως τον κίνδυνο που αντιπροσωπεύουν για τα μη ανοσοποιημένα πουλερικά της Ιρλανδίας οι ποικίλες μέθοδοι εμβολιασμού. Τα είδη του ιού της νόσου του Newcastle που δεν μεταδίδονται διά του εμβολίου εξακολουθούν να είναι πολύ διαδεδομένα στην Ηπειρωτική Ευρώπη, λόγω όμως της ανοσίας των εκτρεφομένων πουλερικών, η νόσος σπάνια εμφανίζεται κλινικώς. Το επιχείρημα της Επιτροπής ότι στο ίδιο κράτος μέλος άλλα πουλερικά εμβολιάζονται και άλλα όχι δεν λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι στην πραγματικότητα εμβολιάζονται τα πουλερικά που έχουν κάποια κοινά χαρακτηριστικά. Επιπλέον, τα πουλερικά που δεν εμβολιάζονται είναι συνήθως εκείνα που προορίζονται για σφαγή τα οποία προέρχονται από εμβολιασμένες γενεές και παρουσιάζουν υψηλού βαθμού έμμεση ανοσία κατά τη βραχεία ζωή τους. Πρόσφατες βελγικές μελέτες επιβεβαιώνουν ότι ο εμβολιασμός μπορεί πράγματι να συγκαλύψει την παρουσία του μη καλλιεργημένου ιού ακόμα και στα εμμέσως ανοσοποιημένα πουλερικά. Εξάλλου, οι ισχυρισμοί της Επιτροπής ως προς την απουσία του μη καλλιεργημένου ιού δεν λαμβάνουν υπόψη τα κρούσματα της νόσου του Newcastle που εμφανίστηκαν σε ορισμένα κράτη μέλη πριν από το 1980.
Στη συνέχεια, η κυβέρνηση της Ιρλανδίας υποστηρίζει ότι τα αμφισβητούμενα μέτρα έχουν επίσης ως σκοπό να προλάβουν την εισαγωγή πολλών άλλων ασθενειών των πουλερικών που μέχρι σήμερα δεν έχουν εμφανιστεί στην Ιρλανδία. Ιδίως η μολυσματική λαρυγγοτραχειίτις (LTI), η νόσος της Αριζόνα και η κόρυζα των ινδιάνων παρουσιάζουν κάποια σημασία στο πλαίσιο της παρούσας δίκης.
Η LTI είναι ιώδης νόσος που εμφανίζεται κυρίως στα ορνίθια, για την οποία δεν υπάρχει συγκεκριμένη θεραπευτική αγωγή. Ο έλεγχος εξαρτάται από τις καλές συνθήκες υγιεινής και από τον εμβολιασμό που παρέχει πάντως μετρίου βαθμού προστασία. Εντός της Κοινότητας, η νόσος εμφανίζεται στο Ηνωμένο Βασίλειο, στη Γερμανία, στην Ιταλία, στις Κάτω Χώρες, στην Ελλάδα και στο Βέλγιο. Σύμφωνα με την κτηνιατρική έκθεση που έχει στη διάθεση της η Ιρλανδία, ο ιός μεταδίδεται τόσο από τα προσβεβλημένα ζώντα πουλερικά όσο και από τα ωμά μολυσμένα προϊόντα, συμπεριλαμβανομένων των σφαγίων και του κρέατος πουλερικών.
Η νόσος της Αριζόνα προκαλείται από ένα βακτηρίδιο που συγγενεύει με τη σαλμονέλα και μεταδίδεται κυρίως από τη μια γενεά στην άλλη διά των αυγών. Πάντως, τα σφάγια των προσβεβλημένων πουλερικών παραμένουν μολυσμένα από τα βακτηρίδια τα οποία επιβιώνουν επί αρκετά μεγάλα διαστήματα υπό συνθήκες καταψύξεως. Το κύριο πρόβλημα από πλευράς ελέγχου έγκειται στην ύπαρξη βακτηριωδών στελεχών έστω και χωρίς να υπάρχουν κλινικά συμπτώματα καθώς επίσης και στο γεγονός ότι δεν υπάρχει εμβόλιο. Επομένως, η πρόληψη εξαρτάται από την εξαφάνιση των προσβεβλημένων πουλερικών. Η νόσος πλήττει κυρίως τους νεαρούς ινδιάνους και επομένως η διάγνωση της είναι δύσκολη στα ώριμα πτηνά. Τα κρούσματα της νόσου που εισήχθη στην Ευρώπη από τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν εμφαίνονται στις εκθέσεις του διεθνούς γραφείου επιζωοτιών.
Η κόρυζα των ινδιάνων είναι βακτηριακή νόσος που αναγνωρίστηκε πρόσφατα, η οποία χαρακτηρίζεται από ταχεία γενίκευση, υψηλή νοσηρότητα και χαμηλή θνησιμότητα. Ελέγχεται δύσκολα διότι δεν υπάρχει εμβόλιο ούτε ακριβή στοιχεία ως προς τις συνθήκες επιβιώσεως του βακτηριδίου. Πρόκειται για βαρεία κλινική νόσο των ινδιάνων.
'Ετσι, ο κίνδυνος εισαγωγής αυτών των ασθενειών μέσω μολυσμένων κρεάτων πουλερικών δικαιολογεί την εφαρμογή αυστηρών ελέγχων επί των εισαγωγών.
Με το απαντιρικό της υπόμνημα, η Επιτροπή επικαλείται την απόφαση της 15ης Ιουλίου 1982 στην υπόθεση 40/82 και ισχυρίζεται ότι για την ικανοποιητική προστασία της υγείας, η Ιρλανδία μπορεί να χρησιμοποιήσει, όπως και η Μεγάλη Βρετανία, μεθόδους λιγότερο περιοριστικές από την απόλυτη απαγόρευση των εισαγωγών. Πράγματι, η Ιρλανδία μπορεί να λάβει μέτρα παρόμοια με τα μέτρα που θέσπισε το Ηνωμένο Βασίλειο τον Οκτώβριο του 1982, μετά την απόφαση του Δικαστηρίου. Τα μέτρα αυτά θα επέτρεπαν το εμπόριο, σε συνδυασμό δε με τις διατάξεις της οδηγίας 71/118 του Συμβουλίου θα παρείχαν στην Ιρλανδία τις πλέον βάσιμες εγγυήσεις κατά της εισαγωγής της νόσου του Newcastle καθώς και των άλλων ασθε νειών που αναφέρει η ιρλανδική κυβέρ νηση. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι η οδηγίε 71/118 επιβάλλει ελέγχους και άλλα προ φυλακτικά μέτρα για να εξακριβώνεται α.\τα προϊόντα για τα οποία πρόκειται είνα∙ κατάλληλα προς κατανάλωση. Η διενέργεια αυτών των ελέγχων επιβεβαιώνεται μι το πιστοποιητικό καταλληλότητας ποι προβλέπει η ίδια οδηγία, το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια κτηνιατρική αρχΓ του κράτους εξαγωγής. Η διαδικασία αυτή παρέχει όλες τις εγγυήσεις ότι τα πτηνοτροφικά προϊόντα στα οποία αναφέρεται η οδηγία είναι απαλλαγμένα των ασθενειών που αναφέρει η Ιρλανδία.
Εξάλλου, η Επιτροπή θεωρεί ότι τα μέτρα υγειονομικού ελέγχου που εφαρμόζονται στο εμπόριο ζώων ή ζωικών προϊόντων πρέπει να ποικίλλουν κατ' είδος και κατ' ένταση αναλόγως της φύσεως της ασθένειας για την οποία πρόκειται, της μεταδοτικότητας, της βαρύτητας και του τρόπου μεταδόσεως της. Στον τομέα της βιολογίας δεν μπορεί να υπάρχει απόλυτη βεβαιότητα εκτός αν αποκλειστεί τελείως το εμπόριο ή η μεταφορά ζώων και ζωικών προϊόντων.
Στη συνέχεια, η Επιτροπή παρατηρεί ότι οι ασθένειες των πουλερικών που αναφέρει η Ιρλανδία εκτός της νόσου του Newcastle, εμφανίζονται μόνο σποραδικά σε ορισμένα κράτη μέλη. Συγκεκριμένα δεν έχει ανακοινωθεί πρόσφατα κανένα κρούσμα της νόσου της Αριζόνα μεταξύ των ινδιάνων που εκτρέφονται στα κράτη μέλη εκείνα που αποτελούν τους κυριότερους εξαγωγείς πουλερικών, δηλαδή στις Κάτω Χώρες και στη Γαλλία. Επιπλέον, ο κίνδυνος μεταδόσεως της εν λόγω νόσου καθώς και της λαρυγγοτραχειίτιδος και της κόρυζας των ινδιάνων μέσω του κρέατος είναι ασήμαντος στην πραγματικότητα. Αν ληφθούν υπόψη οι έλεγχοι που προβλέπει η οδηγία 71/118, η σημερινή κατάσταση στην Κοινότητα όσον αφορά τις ασθένειες αυτές δεν δικαιολογεί απαγόρευση της εισαγωγής κρέατος πουλερικών.
Με την ανταπάντηση της, η ιρΑανδική κυβέρνηση εμμένει στην άποψη της σχετικά και με τη νόσο του Newcastle και με τις άλλες ασθένειες. Παρατηρεί ότι το 1981η κόρυζα των ινδιάνων κατέστρεψε περίπου το 20 0/0 ορισμένων κτηνοτροφικών μονάδων στη Γαλλία. Επιπλέον, σύμφωνα με τις εκθέσεις εμπειρογνωμόνων που διαθέτει η Ιρλανδία, οι έλεγχοι που γίνονται 6άσει της οδηγίας 71/118 δεν καθιστούν δυνατή τη διάγνωση της εν λόγω ασθένειας ούτε εξάλλου της μολυσματικής λαρυγγοτραχειί-τιδας ή της νόσου της Αριζόνα.
Σχετικά με τη συνέχεια που δόθηκε στην απόφαση της 15ης Ιουλίου 1982 στην υπόθεση 40/82, η ιρλανδική κυβέρνηση παρατηρεί ότι, ακόμη και αν τα νέα μέτρα ελέγχου που θέσπισε το Ηνωμένο Βασίλειο αποδειχτούν κατάλληλα για τη Μεγάλη Βρετανία, αυτό δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι είναι κατάλληλα και για την Ιρλανδία όπου η υγεία των πουλερικών διατηρήθηκε σε υψηλότερο επίπεδο λόγω της θάλασσας που χωρίζει αυτή τη χώρα από την υπόλοιπη Ευρώπη. Αφετέρου παρατηρεί ότι το σύστημα ελέγχου που εφαρμόζει η Δανία που φαίνεται ότι είναι περισσότερο φιλελεύθερο απ' ό,τι το ισχύον στην Ιρλανδία, δεν αποτελεί κατάλληλο παράδειγμα από πλευράς εισαγωγών. Πράγματι, δεδομένου ότι η Δανία είναι σε μεγάλο 6αθμό αυτάρκης, εισάγει κρέατα πουλερικών σε τόσο ελάχιστες ποσότητες ώστε εύκολα αποφεύγεται κάθε κίνδυνος μολύνσεως.
Τέλος, η κυβέρνηση της Ιρλανδίας φρονεί ότι οι εισαγωγές κρέατος πουλερικών, αυγών και άλλων πτηνοτροφικών προϊόντων από άλλα κράτη μέλη εκτός της Βόρειας Ιρλανδίας και της Δανίας, συνιστούν, για την υγεία των πουλερικών που εκτρέφονται στην Ιρλανδία πολύ μεγαλύτερη απειλή απ' ό,τι είναι διατεθειμένη να δεχθεί η Επιτροπή. Επιπλέον, για να εκτιμηθούν οι σχετικοί κίνδυνοι χρειάζεται λεπτομερής εξέταση της κατάστασης σχετικά με τις διάφορες ασθένειες που αναφέρει η Ιρλανδία, εν ανάγκη με πραγματογνωμοσύνη που θα διατάξει το Δικαστήριο.
Όσον αφορά ειδικότερα το σύστημα των αδειών που προβλέπει η ιρλανδική νομοθεσία, η Επιτροπή επαναλαμβάνει την άποψη που διατύπωσε με την αιτιολογημένη γνώμη. Φρονεί ότι η υποχρέωση των εισαγωγέων να λαμβάνουν άδεια για κάθε παρτίδα εμπορευμάτων προς εισαγωγή είναι περισσότερο περιοριστική απ' όσο είναι αναγκαίο για την προστασία της υγείας των ζώων κατά την έννοια του άρθρου 36. Ο ίδιος στόχος μπορεί να επιτευχθεί με μέτρα λιγότερο περιοριστικά όπως η απαίτηση ότι οι εισαγωγές πρέπει να συνοδεύονται με πιστοποιητικά κτηνιατρικού ελέγχου που εκδίδουν οι αρχές του κράτους μέλους εξαγωγής.
Η ιρλανδική κυβέρνηση επικαλείται την απόφαση της 8ης Φεβρουαρίου 1983 (Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 124/81, Συλλογή σ. 203) και υποστηρίζει ότι η ύπαρξη ή η έλλειψη δικαιολογίας για κάθε συγκεκριμένο σύστημα αδειών πρέπει να εξετάζεται υπό το φως των ιδιαιτέρων περιστάσεων κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης. Και το ιρλανδικό σύστημα αδειών ανταποκρίνεται ακριβώς στους όρους που διατύπωσε ο γενικός εισαγγελέας VerLoren van Themaat με τις προτάσεις του στην ίδια απόφαση, δηλαδή ότι οι άδειες χορηγούνται αμέσως και αυτομάτως εφόσον προσκομίζονται, κατά το χρόνο της εισαγωγής, πιστοποιητικά υγειονομικού ελέγχου που έχει εκδώσει η χώρα εξαγωγής. Εξάλλου δεν είναι βέβαιο ότι το το σύστημα γενικών ανοικτών αδειών που συνιστά η Επιτροπή με την αιτιολογημένη γνώμη προκαλεί λιγότερες δυσχέρειες από το ισχύον σύστημα, διότι οι ανοικτές αυτές άδειες θα συνοδεύονταν κατ' ανάγκη με λεπτομερέστατους όρους.
Η ιρλανδική κυβέρνηση φρονεί κατά τα λοιπά ότι η αιτίαση της Επιτροπής ως προς το σύστημα αδειών είναι απαράδεκτη διότι διατυπώθηκε το πρώτο με την αιτιολογημένη γνώμη. Σχετικώς, η Επιτροπή παρατηρεί με το απαντητικό της υπόμνημα ότι οι παρατηρήσεις επί του συστήματος των αδειών που διατυπώθηκαν με την αιτιολογημένη γνώμη αποτελούν διευκρίνιση της αιτιάσεως την οποία διατύπωσε με το έγγραφο οχλήσεως ως προς τα επίδικα μέτρα γενικώς.
IV — Προφορική διαδικασία
Οι διάδικοι αγόρευσαν κατά τη συνεδρίαση της 5ης Ιουλίου 1983.
Όσον αφορά τα κρούσματα ασθενειών των πουλερικών εκτός της νόσου του Newcastle, η Επιτροπή συμπλήρωσε κατά τη συζήτηση τα στατιστικά στοιχεία που είχε καταθέσει απαντώντας σε ερώτηση του Δικαστηρίου. Ως προς τη μολυσματική λαρυγγοτραχειίτιδα, την κόρυζα των ινδιάνων και την ασθένεια της Αριζόνα, τα στοιχεία αυτά δίνουν τον ακόλουθο πίνακα:
Κράτη μέλη
Λαρυγγοτραχειίτις
Κόρυζα των ινδιάνων
Νόσος της Αριζόνα
1978
1979
1980
1981
1982
1978
1979
1980
1981
1982
1978
1979
1980
1981
1982
Βέλγιο
2
8
2
5
1
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
Γαλλία
—
Χ
—
—
—
αναπνευστικό σύνδρομο (2)
—
—
—
—
—
—
Γερμανία
—
—
σποραδικά
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
Δανία
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
Ελλάδα
10
1
11
1
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
Ηνωμένο Βασίλειο (Μεγάλη Βρετανία)
πολύ λίγα
—
ελάχ.
(συμπτώματα (3))
—
—
—
—
—
Ηνωμένο Βασίλειο (Βόρεια Ιρλανδία) (1)
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
Ιρλανδία
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
Ιταλία
Χ
—
11
7
4
Χ
—
1
—
—
—
—
—
—
—
Κάτω Χώρες
—
—
265
52
17
—
—
—
—
—
—
—
55 (4)
4 (4)
4 (4)
Λουξεμβούργο
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
—
(1) Εμφανίστηκαν to 1983.
(2) Μάλλον ρινοτραχειίτις παρά κόρυζα κατά κυριολεξία.
(3) Δεν υπήρξε ασθένεια.
(4) Διαπιστώθηκαν σε σταθμό καθάρσεως επί πουλερικών εισαγωγής κυρίως από τις ΗΠΑ.
Η ιρλανόική κνοέρνηοη διευκρίνισε ότι από την ιρλανδική παραγωγή κρέατος πουλερικών εξάγεται ποσοστό χαμηλότερο του 10o/ο. Αντιθέτως, σχετικά σημαντικές είναι οι εξαγωγές πουλερικών αναπαραγωγής ιδίως προς την Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία, τη Φιλανδία και τη Νορβηγία.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 8ης Νοεμβρίου 1983.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 19 Φεβρουαρίου 1982, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε προσφυγή, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ιρλανδία, απαγορεύοντας τις εισαγωγές σφαγίων, αυγών και προϊόντων πουλερικών και θεσπίζοντας το επίδικο σύστημα αδειών εισαγωγής για τα εν λόγω προϊόντα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2
Η διοικητική διαδικασία που προηγήθηκε της προσφυγής κινήθηκε με το από 2 Σεπτεμβρίου 1982 τηλετύπημα των υπηρεσιών της Επιτροπής προς την ιρλανδική κυβέρνηση. Στο τηλετύπημα αυτό αναφερόταν ότι, κατόπιν της ανακοινώσεως από το Ηνωμένο Βασίλειο των νέων μέτρων που εφαρμόζονται στον τομέα των πουλερικών και των αυγών λόγω της νόσου του Newcastle, κρίθηκε ότι μπορούσε να αμφισβητηθεί η νομιμότητα όχι μόνο των περιορισμών που επιβάλλει το εν λόγω κράτος μέλος, αλλά και εκείνων που εφαρμόζονται στην Ιρλανδία. Για το λόγο αυτό τέθηκε το ερώτημα «αν η Ιρλανδία εξακολουθεί να απαγορεύει την εισαγωγή νωπών κρεάτων πουλερικών, αυγών και ζώντων πουλερικών από κράτη μέλη που επιτρέπουν τον εμβολιασμό».
3
Απαντώντας με το από 7 Σεπτεμβρίου 1981 τηλετύπημα, η ιρλανδική κυβέρνηση ανέφερε ότι η Ιρλανδία δεν επιτρέπει τις εισαγωγές ζώντων πουλερικών, κρεάτων πουλερικών και αυγών από τα κράτη μέλη που επιτρέπουν τον εμβολιασμό κατά της νόσου του Newcastle. Η ιρλανδική κυβέρνηση διευκρίνισε με το εν λόγω τηλετύπημα ότι η Ιρλανδία εφάρμοζε ήδη πριν από την προσχώρηση της στην Κοινότητα αυτήν την πολιτική ως προς τις εισαγωγές η οποία απέβλεπε στο να διατηρήσει η Ιρλανδία την κατάσταση της ως χώρας απρόσβλητης από τη νόσο του Newcastle χωρίς να καταφεύγει στον εμβολιασμό.
4
Από την απάντηση αυτή η Επιτροπή συμπέρανε ότι η Ιρλανδία δεν επέτρεπε τις εισαγωγές ζώντων πουλερικών, κρεάτων πουλερικών και αυγών παρά μόνο από τη Βόρεια Ιρλανδία και τη Δανία που είναι οι μόνες χώρες της Κοινότητας, εκτός της ίδιας της Ιρλανδίας, στις οποίες εφαρμόζεται η πολιτική του μη εμβολιασμού από αρκετό καιρό ώστε να παράγει πλήρη αποτελέσματα.
5
Με έγγραφο της 24ης Σεπτεμβρίου 1981, η Επιτροπή έκρινε ότι τα εν λόγω μέτρα ήταν αντίθετα προς το άρθρο 30 της Συνθήκης και κάλεσε την ιρλανδική κυβέρνηση να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της. Η τελευταία απάντησε με έγγραφο της 23 Οκτωβρίου 1981, δηλώνοντας ότι τα εν λόγω μέτρα δικαιολογούνται από λόγους προστασίας της υγείας των ζώων. Η αιτιολογημένη γνώμη κοινοποιήθηκε με έγγραφο της 9ης Νοεμβρίου 1981 η Ιρλανδία κλήθηκε να συμμορφωθεί προς τη γνώμη αυτή εντός προθεσμίας πέντε ημερών. Στην απάντηση της 7ης Δεκεμβρίου και στην από 10 Φεβρουαρίου πρόσθετη απάντηση επαναλαμβάνεται ότι τα εν λόγω μέτρα ήταν δικαιολογημένα. Δεδομένου ότι η Ιρλανδία δεν συμμορφώθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη, η Επιτροπή προσέφυγε στο Δικαστήριο στις 19 Φεβρουαρίου 1982.
6
Ήδη η προσφυγή δεν αφορά τις εισαγωγές ζώντων πουλερικών αφορά μόνο τους περιορισμούς εισαγωγής σφαγίων, αυγών και προϊόντων πουλερικών. Εξάλλου, με το δικόγραφο της προσφυγής, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι η προσφυγή δεν αφορά την εισαγωγή αυγών προς επώαση. Τέλος, η Επιτροπή ομολόγησε ότι η απαγόρευση των εισαγωγών από άλλα τμήματα της Κοινότητας εκτός της Δανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας δεν εφαρμόζεται στα προϊόντα αυγών που έχουν υποστεί θερμική επεξεργασία σε επίπεδο αρκετό για την εξουδετέρωση του ιού της νόσου του Newcastle.
7
Τα ιρλανδικά μέτρα που εξακολουθεί να αμφισβητεί η Επιτροπή στηρίζονται στο «Poultry, Poultry Carcases, Poultry Eggs and Poultry Products (Restriction on Importation) Order 1971» (SI 1971 αριθ. 139). To εν λόγω Order δεν επιτρέπει την εισαγωγή πουλερικών και σφαγίων, αυγών και προϊόντων πουλερικών εκτός αν υπάρχει άδεια που εκδίδει ο υπουργός γεωργίας και αλιείας και μόνο υπό τους όρους που προβλέπει αυτή η άδεια.
Επί του παραδεκτού
8
Η Ιρλανδία προέβαλε διάφορους λόγους απαραδέκτου, από τους οποίους ο πρώτος στηρίζεται στον, ανεπίτρεπτο κατά την άποψη της, τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή κίνησε και διεκπεραίωσε τη διοικητική διαδικασία που προηγήθηκε της προσφυγής. Συγκεκριμένα, προσάπτει στην Επιτροπή ότι ενήργησε με υπερβολική σπουδή, προφανώς για να συνδέσει την προσφυγή της κατά της Ιρλανδίας με την προσφυγή που είχε ασκήσει κατά του Ηνωμένου Βασιλείου, ενώ στην περίπτωση της Ιρλανδίας δεν υπήρχε τίποτε το ιδιαιτέρως επείγον.
9
Σχετικώς, η ιρλανδική κυβέρνηση παρατηρεί ότι οι έλεγχοι των εισαγωγών που αποτελούν το αντικείμενο της διαφοράς εφαρμόζονται, κατά τρόπο στην ουσία αμετάβλητο, από το 1938. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν είναι λογικό να ζητείται από ένα κράτος μέλος, όπως ζήτησε η Επιτροπή με την αιτιολογημένη γνώμη, να καταργήσει τους εν λόγω ελέγχους, ως προς τα αποτελέσματα τους έναντι των άλλων κρατών μελών, εντός προθεσμίας πέντε ημερών, εφόσον μάλιστα η αιτιολογημένη γνώμη διατυπώθηκε εν προκειμένω μερικές μόνο ημέρες μετά τη λήψη των εμπεριστατωμένων παρατηρήσεων της ιρλανδικής κυβέρνησης, οι οποίες προφανώς δεν ελήφθησαν υπόψη κατά τη σύνταξη της αιτιολογημένης γνώμης.
10
Η ιρλανδική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το παραδεκτό προσφυγής που ασκείται βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης προϋποθέτει την προηγουμένη αποστολή έγκυρης αιτιολογημένης γνώμης και ότι η προϋπόθεση αυτή δεν πληρούται εν προκειμένω.
11
Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι οφείλει να τάσσει εύλογη προθεσμία στα κράτη μέλη προκειμένου να συμμορφωθούν με αιτιολογημένη γνώμη στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 169 της Συνθήκης. Παρατηρεί όμως ότι δέχτηκε w παρατείνει την προθεσμία των πέντε ημερών που προδλέπει η αιτιολογημένη γνώμη, ότι έλαβε γνώση της από 7 Δεκεμβρίου 1981 απάντησης της Ιρλανδίας, μάλιστα δε και της πρόσθετης απάντησης της 10ης Φεβρουαρίου 1982 και ότι άσκησε την προσφυγή στις 19 Φεβρουαρίου 1982. Στην Ιρλανδία δόθηκε επομένως αρκετή προθεσμία για να συμμορφωθεί με την αιτιολογημένη γνώμη.
12
Το Δικαστήριο αποδοκιμάζει αυτή τη συμπεριφορά της Επιτροπής. Όπως παρατηρεί η ιρλανδική κυβέρνηση, είναι πράγματι παράλογο να τάσσεται σε κράτος μέλος προθεσμία πέντε ημερών για να τροποποιήσει νομοθεσία που εφαρμόζεται επί σαράντα και πλέον έτη και που η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε καθ' όλο το διάστημα που διέρρευσε από την προσχώρηση του εν λόγω κράτους μέλους στην Κοινότητα. Όπως προκύπτει εξάλλου, δεν συνέτρεχε καμία ιδιαιτέρως επείγουσα περίπτωση.
13
Εντούτοις, οι προαναφερθείσες περιστάσεις και μόνο δεν αρκούν για να επισύρουν το απαράδεκτο της προσφυγής. Η αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία διαπιστώνεται ρητώς η παραβίαση της Συνθήκης που προσάπτεται στο οικείο κράτος μέλος, περατώνει τη διοικητική διαδικασία του άρθρου 169 που προηγείται της προσφυγής. Η διαδικασία αυτή έχει ως σκοπό να δώσει την ευκαιρία στο κράτος μέλος, αφενός, να συμμορφωθεί πριν επιληφθεί το Δικαστήριο και, αφετέρου, να αντικρούσει τις αιτιάσεις που έχει διατυπώσει η Επιτροπή. Εν προκειμένω εκπληρώθηκε ο εν λόγω σκοπός, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν προσέφυγε στο Δικαστήριο πριν λάβει την ιρλανδική απάντηση στην αιτιολογημένη γνώμη, η δε Ιρλανδία απάντησε, όπως διαπίστωσε το Δικαστήριο, αιτιολογημένα στο έγγραφο οχλήσεως και στην αιτιολογημένη γνώμη, επισημαίνοντας ότι διαφωνεί πλήρως με τις απόψεις της Επιτροπής και ότι προτίθεται να διατηρήσει την αμφισβητούμενη εθνική ρύθμιση. Οι περιστάσεις αυτές καταδεικνύουν, εξάλλου, ότι η λυπηρή συμπεριφορά της Επιτροπής δεν είχε επιπτώσεις στην πορεία της διαφοράς.
14
Επομένως, τα επιχειρήματα που προβάλλει η ιρλανδική κυβέρνηση δεν είναι ικανά να επισύρουν το απαράδεκτο της προσφυγής.
15
Ο δεύτερος λόγος απαραδέκτου στηρίζεται στις αντίθετες ερμηνείες που δίνουν οι διάδικοι στο άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας 71/118 του Συμβουλίου, της 15ης Φεβρουαρίου 1971, περί υγειονομικών προβλημάτων στον τομέα των συναλλαγών νωπών κρεάτων πουλερικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 116). Η Ιρλανδία υποστηρίζει ότι τα επιχειρήματα της Επιτροπής καταλήγουν κατ' ανάγκη στην αμφισβήτηση του κύρους της εν λόγω διάταξης και ότι η αμφισβήτηση αυτή δεν επιτρέπεται αφού ο συντάκτης της οδηγίας, δηλαδή το Συμβούλιο, δεν είναι διάδικος.
16
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η ερμηνεία που δίδει δεν αμφισβητεί καθόλου το κύρος των διατάξεων της οδηγίας.
17
Υπ'^ αυτές τις συνθήκες, ο λόγος αυτός πρέπει να εξεταστεί μαζί με το ερμηνευτικό πρόβλημα που ανακύπτει, δηλαδή στο πλαίσιο της κατ' ουσίαν εξετάσεως.
18
Τέλος, η ιρλανδική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Επιτροπή διατύπωσε με την αιτιολογημένη γνώμη νέα αιτίαση σχετικά με τις λεπτομέρειες εφαρμογής του συστήματος των αδειών που εφαρμόζεται στην Ιρλανδία και ότι, επομένως, η χώρα αυτή δεν είχε την ευκαιρία να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της επί του εν λόγω θέματος πριν από τη λήψη της αιτιολογημένης γνώμης.
19
Στην ανταπάντηση της, η ιρλανδική κυβέρνηση ανέπτυξε αυτόν το λόγο απαραδέκτου, υποστηρίζοντας δηλαδή ότι η αιτιολογημένη γνώμη και η προσφυγή στηρίζονται σε δύο χωριστές παραβάσεις των κανόνων του κοινοτικού δικαίου στο ότι δηλαδή, κατά την Επιτροπή, η Ιρλανδία αφενός εφήρμοσε σύστημα αδειών εισαγωγής που δεν είναι «γενικές ανοικτές άδειες» και, αφετέρου, απαγόρευσε τις εισαγωγές προϊόντων πουλερικών θάσει αυτού του συστήματος αδειών. Αντιθέτως, το έγγραφο οχλήσεως δεν κάνει αυτή τη διάκριση αλλά περιορίζεται στη διαπίστωση ότι τα περιοριστικά μέτρα δεν δικαιολογούνται.
20
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος. Στο πλαίσιο της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 169, ναι μεν η προσφυγή που ασκεί η Επιτροπή πρέπει ναέχει το ίδιο αντικείμενο με την αιτιολογημένη γνώμη η οποία έπεται της οχλήσεως, πλην όμως τίποτα δεν εμποδίζει την Επιτροπή να διευκρινίσει με την αιτιολογημένη γνώμη τις αιτιάσεις που διατύπωσε κατά τρόπο γενικότερο με το έγγραφο οχλήσεως. Πράγματι, η απάντηση στο έγγραφο οχλήσεως δημιουργεί ενδεχομένως έδαφος για νέα εξέταση των εν λόγω αιτιάσεων.
21
Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι η υπόθεση πρέπει να εξεταστεί κατ' ουσία.
Επί της ουσίας
α) ff απαγόρευση των εισαγωγών
22
Σχετικώς, η Επιτροπή προσάπτει στην Ιρλανδία ότι εφαρμόζει μέτρα που έχουν ως αποτέλεσμα να εμποδίζουν τις εισαγωγές σφαγίων και κρεάτων πουλερικών, αυγών που δεν προορίζονται για επώαση και προϊόντων αυγών, πλην εκείνων που έχουν υποστεί θερμική επεξεργασία, προελεύσεως κρατών μελών που επιτρέπουν τον εμβολιασμό κατά της νόσου του Newcastle.
23
Η Ιρλανδία ομολογεί ότι εφαρμόζει τέτοια μέτρα, φρονεί όμως ότι δικαιολογούνται βάσει, αφενός, του άρθρου 11, παράγραφος 1, της οδηγίας 71/118 και, αφετέρου, του άρθρου 36 της Συνθήκης.
24
Το άρθρο 11, παράγραφος 1, ορίζει τα εξής:
«Υπό την επιφύλαξη των παραγράφων 2 μέχρι 4, οι διατάξεις των κρατών μελών σε θέματα υγειονομικού ελέγχου κατά τις συναλλαγές ζώντων πουλερικών και νωπών κρεάτων πουλερικών εξακολουθούν να εφαρμόζονται μέχρις ενάρξεως ισχύος ενδεχομένων κοινοτικών διατάξεων.»
Οι παράγραφοι 2 έως 4 του εν λόγω άρθρου αναφέρονται στα μέτρα που μπορούν να λαμβάνουν τα κράτη μέλη σε περίπτωση εμφανίσεως, σε άλλο κράτος μέλος, επιζωοτίας, η οποία μπορεί να δημιουργήσει τον κίνδυνο μεταδόσεως της με την εισαγωγή νωπών κρεάτων πουλερικών από το εν λόγω κράτος.
25
Κατά την ιρλανδική κυβέρνηση, το άρθρο 11, παράγραφος 1, έχει την έννοια ότι τα κράτη μέλη μπορούν να εξακολουθούν να εφαρμόζουν, αναμένοντας τη θέση σε ισχύ ενδεχομένων κοινοτικών κανόνων, τις εθνικές διατάξεις περί υγειονομικού ελέγχου που ισχύουν κατά το χρόνο της θέσεως σε ισχύ της οδηγίας. Για την Ιρλανδία, το χρονικό αυτό σημείο είναι η ημερομηνία προσχωρήσεως της στην Κοινότητα, δηλαδή η 1η Ιανουαρίου 1973. Δεδομένου ότι μέχρι στιγμής δεν έχει θεσπιστεί καμιά κοινοτική διάταξη σ' αυτόν τον τομέα, η ισχύουσα κατά το χρόνο αυτό ιρλανδική νομοθεσία εξακολουθεί, δυνάμει του κοινοτικού δικαίου, να διέπει τις εισαγωγές των εν λόγω προϊόντων.
26
Η Επιτροπή αμφισβητεί αυτή την ερμηνεία. Υποστηρίζει ότι το άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας δεν μπορεί να έχει ως σκοπό τη διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 36 της Συνθήκης, καλύπτοντας έτσι εθνικές νομοθεσίες που αντιβαίνουν στο άρθρο 30 της Συνθήκης.
27
Σ' αυτό ακριβώς το επιχείρημα της Επιτροπής στηρίχτηκε η ιρλανδική άποψη κατά την οποία η Επιτροπή θεωρεί το άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας αντίθετο προς το άρθρο 36 της Συνθήκης.
28
Σχετικώς, το Δικαστήριο παρατηρεί πρώτον ότι η οδηγία 71/118 αποβλέπει μεν στην προσέγγιση των διατάξεων των κρατών μελών στον υγειονομικό τομέα, ασχολείται όμως ειδικότερα με την εναρμόνιση του ελέγχου των εισαγωγών από άλλα κράτη μέλη κρεάτων πουλερικών που αποδεικνύονται ακατάλληλα για κατανάλωση. 'Ετσι το πιστοποιητικό καταλληλότητας με το οποίο πρέπει να συνοδεύονται, δυνάμει του άρθρου 8 της οδηγίας, τα νωπά κρέατα πουλερικών που αποστέλλονται από ένα κράτος μέλος σε άλλο περιέχει βεβαίωση περί του ότι τα συγκεκριμένα κρέατα κρίνονται «κατάλληλα για κατανάλωση». Μόνο το άρθρο 11 αναφέρεται στους κινδύνους που ενδέχεται να δημιουργήσει το εμπόριο κρεάτων πουλερικών για την υγεία των πουλερικών που εκτρέφονται στο κράτος μέλος εισαγωγής.
29
Οι παράγραφοι 2 έως 5 του άρθρου 11 προβλέπουν τα μέτρα που λαμβάνονται και τις διαδικασίες που ακολουθούνται σε περίπτωση εμφανίσεως επιζωοτίας στο έδαφος ενός των κρατών μελών. Ως προς τους άλλους κινδύνους που μπορεί να δημιουργήσει το εμπόριο κρεάτων για τα εκτρεφόμενα πουλερικά, η παράγραφος 1 του άρθρου ορίζει απλώς ότι «εξακολουθούν να εφαρμόζονται» οι εθνικές διατάξεις μέχρι της θέσεως σε ισχύ κοινοτικών μέτρων.
30
Υπό τις συνθήκες αυτές, η παράγραφος 1 του άρθρου 11 δεν φαίνεται ότι αποβλέπει στο να παγώσει την κατάσταση που επικρατούσε κατά τη στιγμή της θέσεως της οδηγίας σε ισχύ. Η διάταξη αυτή πρέπει να ληφθεί υπό την έννοια ότι αφήνει στα κράτη μέλη την εξουσία να θεσπίζουν κανόνες υγειονομικής πολιτικής στον τομέα των νωπών κρεάτων πουλερικών, αναμένοντας τη θέσπιση κοινοτικών μέτρων. Επομένως δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να απαλλάξει τα κράτη μέλη από την υποχρέωση να τηρούν, στον τομέα που καλύπτει το άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας, τις απαγορεύσεις που προβλέπουν τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης.
31
Το πρόβλημα που ανακύπτει πρέπει να εξεταστεί υπό το φως του άρθρου 36 της Συνθήκης, που προβλέπει ρητά ότι οι περιορισμοί των εισαγωγών πρέπει να «δικαιολογούνται» από λόγους προστασίας της υγείας των ζώων.
32
Κατά την Επιτροπή, είναι αναμφισβήτητο ότι η απαγόρευση των εισαγωγών που εφαρμόζει η Ιρλανδία δεν δικαιολογείται από τέτοιους λόγους. Σχετικώς, τ\Επιτροπή υποστηρίζει ότι, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία, τα κρούσματα της νόσου του Newcastle εντός της Κοινότητας μειώθηκαν σημαντικά κατά τα τελευταία έτη. Από το 1976, στη Γαλλία μεν δεν ανακαλύφθηκε καμιά εστία, ενώ στη Μεγάλη Βρετανία μόνο μια' εντούτοις, ενα μεγάλο ποσοστό των εκτρεφομένων πουλερικών στις δύο αυτές χώρες δεν είχε εμβολιαστεί. Η Επιτροπή συμπεραίνει ότι ο μη καλλιεργημένος ιός, δηλαδή όχι αυτός που χρησιμοποιείται για το εμβόλιο, την παρουσία του οποίου μπορεί να^ αποκρύψει ο εμβολιασμός, είναι σπανιότατος αν όχι ανύπαρκτος στα περισσότερα κράτη μέλη.
33
Η ιρλανδική κυβέρνηση αφού τόνισε τον άκρως μεταδοτικό χαρακτήρα της νόσου του Newcastle και τις βαρύτατες οικονομικές συνέπειες που θα είχε για την Ιρλανδία η εμφάνιση της, υποστηρίζει ότι η πολύ ικανοποιητική κατάσταση της υγείας των πουλερικών στην Ιρλανδία, οφείλεται ακριβώς στην πολιτική που έχει ακολουθήσει η ιρλανδική κυβέρνηση στον τομέα αυτό, η οποία στηρίζεται στην υποχρεωτική σφαγή των προσβεβλημένων πουλερικών, σε περίπτωση εμφανίσεως της νόσου, στην απαγόρευση του εμβολιασμού για το λόγο ότι ο εμβολιασμός μπορεί να καλύψει την ύπαρξη του μολυσματικού ιού και στην απαγόρευση της εισαγωγής ζώντων πουλερικών και κρεάτων πουλερικών από χώρες που δέχονται τον εμβολιασμό. Έτσι, η απαγόρευση αυτή συνιστά, κατά την άποψη της ιρλανδικής κυβέρνησης, το αναγκαίο επιστέγασμα της πολιτικής της σφαγής που επέλεξε∙ δεν θεσπίστηκε για λόγους εμπορικής πολιτικής.
34
Η ιρλανδική κυβέρνηση υπογραμμίζει σχετικώς ότι αυτή έχει την ευθύνη της υγείας των ζώων στο έδαφος της Ιρλανδίας' η ευθύνη αυτή συνεπάγεται την εξουσία επιλογής μεταξύ των δύο συστημάτων που εκπονήθηκαν για την καταπολέμηση της νόσου του Newcastle, δηλαδή αυτού που βασίζεται στην υποχρεωτική σφαγή και την απαγόρευση του εμβολιασμού και εκείνου που στηρίζεται στον εμβολιασμό, γενικό ή κατ' επιλογή. Αν η συγκεκριμένη επιλογή έχει ως αποτέλεσμα να περιορίζει της εισαγωγές, οι σχετικοί περιορισμοί είναι επιτρεπτοί δυνάμει του άρθρου 36 της Συνθήκης.
35
Η ιρλανδική κυβέρνηση προσκόμισε στο Δικαστήριο κτηνιατρικές μελέτες με σκοπό να αποδείζει ότι, στις χώρες όπου επιτρέπεται ο εμβολιασμός, όπως στο Βέλγιο, ορισμένοι έλεγχοι αποδεικνύουν ότι οι μη καλλιεργημένοι ιοί εξακολουθούν να υπάρχουν καίτοι αποκρύπτονται από τον εμβολιασμό.
36
Τέλος, η ιρλανδική κυβέρνηση εφιστά την προσοχή στο γεγονός ότι το σύστημα που εφαρμόζει προστατεύει τα εκτρεφόμενα πουλερικά όχι μόνο κατά της νόσου του Newcastle, αλλά και κατά των άλλων ασθενειών των πουλερικών, όπως η μολυσματική λαρυγγοτραχειίτις, η κόρυζα των ινδιάνων, η νόσος της Αριζόνα, η ευλογιά των πουλερικών και η λύσσα. Πράγματι, το γεγονός ότι τα πουλερικά δεν εμβολιάζονται έχει ως συνέπεια ότι μπορεί να διαγνωστεί αμέσως οποιαδήποτε ασθένεια των πουλερικών, οπότε μπορούν να ληφθούν χωρίς καθυστέρηση τα κατάλληλα μέτρα.
37
Πρέπει πρώτον να γίνει δεκτή η άποψη που υποστηρίζει η ιρλανδική κυβέρνηση, κατά την οποία στο σημείο που βρίσκεται τώρα η κοινοτική νομοθεσία, η επιλογή του συστήματος για την καταπολέμηση της νόσου του Newcastle ανήκει στις αρχές των κρατών μελών. Ωστόσο, τα αποτελέσματα επιλεγείσας υγειονομικής πολιτικής επί των εισαγωγών από τα άλλα κράτη μέλη δεν μπορούν να υπερβαίνουν τα όρια που θέτει το κοινοτικό δίκαιο.
38
Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, η Επιτροπή διασαφήνισε τα επιχειρήματα της δεχθείσα ότι οι επίδικες απαγορεύσεις των εισαγωγών θεσπίστηκαν και διατηρήθηκαν για λόγους προστασίας της υγείας των ζώων. Η Επιτροπή δεν ισχυρίζεται ότι οι εν λόγω απαγορεύσεις συνιστούν μέσο αυθαίρετης διάκρισης ή συγκεκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών κατά την έννοια του άρθρου 36, δεύτερη περίοδος, της Συνθήκης.
39
Η Επιτροπή φρονεί πάντως ότι οι εν λόγω απαγορεύσεις δεν δικαιολογούνται βάσει του άρθρου 36 για το λόγο ότι είναι υπερβολικές και ότι η αρνητική επίδραση που έχουν επί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας είναι δυσανάλογη σε σχέση με τον υγειονομικής φύσεως στόχο που επιδιώκουν. Η άποψη αυτή χρήζει εξετάσεως.
40
Σχετικώς, πρέπει να σημειωθούν ορισμένα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το Δικαστήριο με την απόφαση του της 15ης Ιουλίου 1982 (Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 40/82, Συλλογή σ. 2793). Αφενός, τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία δείχνουν μια σταθερή μείωση των κρουσμάτων της νόσου του Newcastle σε ολόκληρη την Κοινότητα κατά τα έξι τελευταία έτη' το 1981, στα μόνα κράτη μέλη όπου εμφανίστηκαν μερικά κρούσματα ήταν η Ιταλία (δύο) και η Ελλάδα (δώδεκα). Εξάλλου η πρακτική στις χώρες που επιτρέπουν τον εμβολιασμό συνίσταται στο ότι εμβολιάζεται - μέρος μόνο των εκτρεφομένων πουλερικών (το 1981: 40 ο/ο στη Γαλλία και στη Μεγάλη Βρετανία)∙ συνήθως, εμβολιάζονται κυρίως οι ωοτόκες όρνιθες και τα πτηνά αναπαραγωγής και όχι τα προοριζόμενα για σφαγή.
41
Υπό τις συνθήκες αυτές, ο κίνδυνος μολύνσεως των εκτρεφομένων στην Ιρλανδία πουλερικών από μη καλλιεργημένους ιούς οι οποίοι, αφού προσέβαλαν τα εμβολιασθέντα πουλερικά, παρέμειναν ενεργοί στα σφάγια των ζώων αυτών ή στα προϊόντα κρέατος που παρασκευάζονται από τα εν λόγω σφάγια είναι πολύ χαμηλός. Το ζήτημα είναι μήπως ο κίνδυνος αυτός είναι τόσο υποθετικός ώστε να μη δικαιολογεί απόλυτη απαγόρευση των εισαγωγών προελεύσεως των κρατών μελών που επιτρέπουν τον εμβολιασμό.
42
Σχετικώς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η κατάσταση της υγείας των πουλερικών στην Ιρλανδία είναι, από πολλά έτη, άκρως ικανοποιητική, ωστόσο όμως, μπορεί από πλευράς κινδύνου μολύνσεως να καταστήσει τα πουλερικά αυτά πολύ ευπρόσβλητα και να δικαιολογήσει επομένως μέτρα που δεν Sa είχαν αντικείμενο υπό διαφορετικές συνθήκες.
43
Το Δικαστήριο κρίνει εντούτοις, ότι οι επίδικες απαγορεύσεις υπερβαίνουν το μέτρο που μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει του άρθρου 36. Δυσανάλογη προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα είναι εν πάση περιπτώσει η απαγόρευση της εισαγωγής σφαγίων και κρεάτων πουλερικών όταν οι εισαγωγές αυτές προέρχονται από χώρα όπου δεν έχει διαπιστωθεί καμία εστία επί ορισμένα έτη και όταν, επιπλέον, αποδεικνύεται ότι τα εν λόγω σφάγια και κρέατα είναι σφάγια και κρέατα πουλερικών που δεν έχουν εμβολιαστεί.
44
Το άρθρο 36 επιτρέπει μεν στην Ιρλανδία να συνεχίζει τη διεξαγωγή ελέχγων και να περιορίζει ενδεχομένως τις εισαγωγές προκειμένου να προστατεύσει τα πουλερικά που εκτρέφει από τη νόσο του Newcastle, πλην όμως η διάταξη αυτή παραβιάζεται στην περίπτωση που το εν λόγω κράτος μέλος εφαρμόζει πλήρη απαγόρευση των εισαγωγών σφαγίων και κρεάτων πουλερικών από όλα τα κράτη μέλη εκτός της Δανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας.
45
Οι ισχυρισμοί του καθού σχετικά με τις άλλες ασθένειες των πουλερικών εκτός της νόσου του Newcastle δεν καταρρίπτουν αυτό το συμπέρασμα. Όπως προκύπτει από την αποδεικτική διαδικασία, ναι μεν οι ασθένειες αυτές έχουν εμφανιστεί στα εκτρεφόμενα στην Κοινότητα πουλερικά κατά τα τελευταία έτη, πλην όμως που δεν μεταδίδονται συνήθως από τα σφάγια και τα κρέατα πουλερικών ή από αυγά που δεν προορίζονται για επώαση. Καίτοι, από κτηνιατρικής πλευράς, δεν αποκλείεται κάθε κίνδυνος μολύνσεως κατ' αυτό τον τρόπο, είναι βέβαιο ότι ο κίνδυνος αυτός δεν είναι μεγαλύτερος του κινδύνου μολύνσεως από τη νόσο του Newcastle.
46
Από το σύνολο των εν λόγω σκέψεων προκύπτει ότι η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να γίνει δεκτή ως προς αυτό το σημείο.
6) Το σύστημα των αδειών
47
Η δεύτερη αιτίαση της Επιτροπής κατά της Ιρλανδίας είναι ότι εφαρμόζει σύστημα αδειών εισαγωγής. Το σύστημα αυτό, από την ίδια τη φύση του, αντι∙ βαίνει στα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης, πλην της περιπτώσεως όπου οι άδειες αυτές είναι γενικές και ανοικτές.
48
Δεδομένου ότι η Επιτροπή διατύπωσε την αιτίαση αυτή κατά τρόπο αφηρημένο, ανεξάρτητα από το σύστημα που εφαρμόζεται σήμερα στην Ιρλανδία ως προς τις εισαγωγές, δηλαδή της απόλυτης απαγόρευσης των εισαγωγών των επίδικων προϊόντων εκτός αν προέρχονται από τη Δανία και τη Βόρεια Ιρλανδία, το Δικαστήριο την ερμηνεύει κατά την έννοια ότι η ιρλανδική νομοθεσία, επί της οποίας στηρίζεται η εν λόγω απαγόρευση, αντιβαίνει στα άρθρα 30 και 36, καθόσον επιτρέπει την εφαρμογή διοικητικής πρακτικής που απαιτεί άδειες εισαγωγής που δεν είναι γενικές και ανοικτές.
49
Σχετικά πρέπει να παρατηρηθεί ότι ναι μεν η έστω και τυπική απαίτηση αδείας αντιβαίνει στο άρθρο 30 της Συνθήκης, πλην όμως αυτό δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι το εν λόγω μέτρο δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να δικαιολογηθεί βάσει του άρθρου 36. Πρέπει λοιπόν να διερευνηθεί μήπως το σύστημα αδειών αποτελεί, λόγω του γεγονότος ότι ο ίδιος σκοπός μπορεί ενδεχομένως να επιτευχθεί με μέτρα λιγότερο αυστηρά, μέτρο δυσανάλογο σε σχέση με τον επιδιωκόμενο στόχο.
50
Στη συγκεκριμένη περίπτωση της Ιρλανδίας, τα πουλερικά της οποίας εμφανίζουν τα πιο πάνω αναφερόμενα χαρακτηριστικά, δεν διαπιστώνεται τέτοια δυσαναλογία. Ναι μεν προς το παρόν και λαμβανομένης υπόψη της καταστάσεως της υγείας των πουλερικών που εκτρέφονται στα άλλα κράτη μέλη, το άρθρο 36 δεν επιτρέπει την απόλυτη απαγόρευση των εισαγωγών, πλην όμως η διάταξη αυτή δεν υποχρεώνει τον ιρλανδό νομοθέτη να τροποποιήσει τις σχετικές εθνικές διατάξεις κατά τρόπο ώστε να μην απαιτείται άδεια εισαγωγής, εκτός των γενικών και ανοικτών αδειών, για τις εισαγωγές των επίδικων προϊόντων από τα άλλα κράτη μέλη.
51
Σημειωτέον περαιτέρω ότι το ζήτημα αν τα εθνικά μέτρα που αποβλέπουν στην υγεία των ζώων μπορούν, ή όχι, να περιλαμβάνουν σύστημα αδειών εισαγωγής χωρίς να παραβιάζουν το άρθρο 36 της Συνθήκης δεν επιδέχεται ενιαία απάντηση σε όλες τις περιπτώσεις. Πράγματι, η απάντηση εξαρτάται από τη σχέση που υφίσταται σε συγκεκριμένη περίπτωση μεταξύ, αφενός, των προσκομμάτων που δημιουργούν οι διοικητικές διατυπώσεις και οι οικονομικές επιβαρύνσεις τις οποίες συνεπάγεται το εν λόγω σύστημα και, αφετέρου, των κινδύνων για την υγεία των ζώων που ενέχουν οι εν λόγω εισαγωγές. Εν προκειμένω, οι κίνδυνοι αυτοί μπορούν, υπό ορισμένες συνθήκες, να έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα.
52
Επομένως, η προσφυγή δεν μπορεί να γίνει δεκτή ως προς το δεύτερο σκέλος.
53
Ενόψει των ανωτέρων, το συμπέρασμα είναι ότι η Ιρλανδία, εφαρμόζοντας μέτρα που έχουν ως αποτέλεσμα να εμποδίζουν κά9ε εισαγωγή σφαγίων και κρεάτων πουλερικών, αυγών που δεν προορίζονται για επώαση και προϊόντων αυγών πλην αυτών που έχουν υποστεί θερμική επεξεργασία, προελεύσεως κρατών μελών που επιτρέπουν τον εμβολιασμό κατά της νόσου του Newcastle, παρέβη υποχρέωση που υπέχει από τη Συνθήκη και ότι η προσφυγή είναι απορριπτέα κατά τα λοιπά.
Επί των δικαστικών εξόδων
54
Κατά το άρ9ρο 69, παράγραφος 3, του κανονισμού διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί να συμψηφίσει τα δικαστικά έξοδα σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων. Εν προκειμένω συντρέχει λόγος συμψηφισμού των δικαστικών εξόδων, κάθε διάδικος δηλαδή 9α φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Η Ιρλανδία, εφαρμόζοντας μέτρα που έχουν ως αποτέλεσμα να εμποδίζουν κάθε εισαγωγή σφαγίων και κρεάτων πουλερικών, αυγών που προορίζονται για επώαση και προϊόντων αυγών πλην αυτών που έχουν υποστεί θερμική επεξεργασία, προελεύσεως κρατών μελών που επιτρέπουν τον εμβολιασμό κατά της νόσου του Newcastle, παρέβη υποχρέωση που υπέχει από τη Συνθήκη.
2)
Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
3)
ΚάΦε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Mertens de Wilmars
Koopmans
Bahlmann
Galmot
Pescatore
Mackenzie Stuart
O'Keeffe
Bosco
Due
Everling
Κακοόρης
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 31 Ιανουαρίου 1984.
Ο γραμματέας κ.α.α.
J. Α. Pompe
Βοηθός γραμματέας
Ο πρόεδρος
J. Mertens de Wilmars
( 1 ) Επί των βρετανικών αυτών μέτρων εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου της 15. 7. 1982 (Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 40/82, Συλλογή σ. 2793).
Full & Egal Universal Law Academy