Στην υπόθεση 87/82,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Magistrates' Court του Plymouth προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Α. G. Rogers, πλωτάρχη του Βασιλικου Ναυτικού,
και
Η. Β. L. Darthenay
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του κανονισμού 2527/80 του Συμβουλίου, της 30ής Σεπτεμβρίου 1980, περί προβλέψεως ορισμένων τεχνικών μέτρων διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων (ΕΕ ειδ. έκδ. 04/002, σ. 7),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
συγκείμενο από τους Ρ. Pescatore, πρόεδρο τμήματος, Ο. Due και Κ. Bahlmann, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: S. Rozès
γραμματέας: Η. Α. Rühl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν δυνάμει του άρθρου 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΟΚ συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Ο Darthenay, γάλλος υπήκοος κατηγορούμενος της κύριας δίκης, ήταν κυβερνήτης του αλιευτικού «Christine-Marie», το οποίο στις 5 Αυγούστου 1981 αλίευε στα προσκείμενα στο Ηνωμένο Βασίλειο ύδατα εντός της βρετανικής αλιευτικής ζώνης. Ο πλωτάρχης του Βασιλικού Ναυτικού Rogers, κατήγορος στην κύρια δίκη, άσκησε ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου της κύριας δίκης λόγω του ότι, αλιεύοντας στις 5 Αυγούστου 1981, είχε επί του πλοίου και έκανε χρήση «μηχανότρατας, δανέζικων διχτύων ή παρόμοιων διχτύων, στα οποία είχε προσαρτηθεί (στο ανώτερο τμήμα της βάσεως) συμπληρωματικός εξοπλισμός και συγκεκριμένα δεύτερο δίχτυο». Ο κατηγορούμενος της κύριας δίκης παραδέχτηκε το γεγονός αυτό, αμφισβήτησε όμως ότι «το δεύτερο δίχτυο είχε κατ' ανάγκη ως αποτέλεσμα να φράσσει ή να μειώνει τις διαστάσεις του πρώτου διχτύου».
Ο κατήγορος της κύριας δίκης υποστήριξε ενώπιον του Magistrates' Court του Plymouth ότι ο συμπληρωματικός εξοπλισμός που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος της κύριας δίκης είχε ως αποτέλεσμα την απόφραξη ή τη μείωση της διαστάσεως των διακένων κατά παράβαση του άρθρου 7 του κανονισμού 2527/80 του Συμβουλίου, καθώς και του άρθρου 8 του «Fishing Nets (αριθ. 2) Order 1980» της 19ης Δεκεμβρίου 1980 (Statutory Instruments 1980, αριθ. 1994), όπως τροποποιήθηκε με το «Fishing Nets (αριθ. 2) (Variation) (αριθ. 5) Order 1981» της 29ης Ιουνίου 1981 (Statutory Instruments 1981, αριθ. 906), που θεσπίστηκε σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 11 του «Sea Fish (Conservation) Act» του 1967, όπως τροποποιήθηκε.
Ο κανονισμός 2527/80, η ισχύς του οποίου παρατάθηκε ώς τις 31 Οκτωβρίου 1981 με διαδοχικούς κανονισμούς, ίσχυε κατά το χρόνο των περιστατικών.
Όπως, πάντως, προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, ο κατηγορούμενος της κύριας δίκης υποστήριξε ότι το άρθρο 7 δεν ίσχυε έναντι του, διότι η εν λόγω διάταξη προβλέπει όχι μόνο την απαγόρευση των συμπληρωματικών διχτύων που επιτρέπουν να φράσσονται ή να μειώνονται οι διαστάσεις των διακένων ενός αλιευτικού διχτύου, αλλ' επίσης και εξαιρέσεις από την εν λόγω απαγόρευση που επρόκειτο να αποτελέσουν αντικείμενο λεπτομερών διατάξεων εφαρμογής, οι οποίες όμως κατά το χρόνο των επιδίκων περιστατικών δεν είχαν ακόμα θεσπιστεί. Δεδομένου μάλιστα ότι μετά την έκδοση της αποφάσεως της 5ης Μαρτίου 1981, (Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 804/79, Συλλογή σ. 1045) «τα κράτη μέλη δεν δικαιούνται πλέον να ασκούν δική τους εξουσία στον τομέα των μέτρων διατηρήσεως εντός των υδάτων της δικαιοδοσίας τους», η βρετανική κυβέρνηση δεν διαθέτει την εξουσία να αποκλείει με το Statutory Instruments αριθ. 1994 του 1980 ορισμένους συμπληρωματικούς εξοπλισμούς από τη γενική απαγόρευση που προβλέπει το άρθρο 7 του κανονισμού 2527/80.
Ενόψει της ανωτέρω επιχειρηματολογίας το Magistrates' Court του Plymouth υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«α)
Το άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2527/80 (του οποίου η ισχύς παρατάθηκε) συνεπάγεται οιοδήποτε αποτέλεσμα ενόσω δεν έχουν εκδοθεί λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του;
β)
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, τα κράτη μέλη είναι αρμόδια για τη θέσπιση νομοθετικού μέτρου ως το Statutory Instrument αριθ. 1994 του 1980;
γ)
Αν το άρθρο 7 παράγει αποτέλεσμα και πριν ακόμα εκδοθούν κανόνες εφαρμογής του, τα κράτη μέλη διαθέτουν την εξουσία θεσπίσεως εξαιρέσεων από την απαγόρευση προσαρτίσεως ορισμένων συμπληρωματικών εξοπλισμών στα δίχτυα, όπως έγινε με το Statutory Instrument αριθ. 1994 του 1980;
δ)
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο α), 6), ή γ) ερώτημα, ποια είναι τα δικαιώματα που μπορεί να επικαλεστεί ο πολίτης της ΕΟΚ που διώκεται βάσει νόμου όπως το Statutory Instrument αριθ. 1994 του 1980;»
Η διάταξη περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11 Μαρτίου 1982.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΟΚ, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν ο Hubert Darthenay, εκπροσωπούμενος από τους Patrick O'Connor, Counsel Λονδίνου, Xavier Ghelber, δικηγόρο Παρισίων, και J. Evans, Solicitor στο Cardiff, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον R. Ν. Ricks, Treasury Solicitors Department, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους J. Sack και Ρ. Oliver, μέλη της νομικής της υπηρεσίας.
Διαπιστώνοντας ότι κανένα κράτος μέλος ή όργανο των Κοινοτήτων, που είναι διάδικος, στην παρούσα υπόθεση δεν ζήτησε την εκδίκαση της υποθέσεως από την ολομέλεια, το Δικαστήριο, με διάταξη της 19ης Ιανουαρίου 1983, ανέθεσε την υπόθεση στο δεύτερο τμήμα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού διαδικασίας.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση της γενικής εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Κάλεσε, πάντως, την Επιτροπή να προσκομίσει πριν από την επ' ακροατηρίου συζήτηση τις εθνικές διατάξεις που είναι ανάλογες προς εκείνες που θέσπισε το Ηνωμένο Βασίλειο και αμφισβητούνται στην παρούσα υπόθεση.
II — Παρατηρήσεις κατά το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΟΚ
Α — Επί του πρώτου ερωτήματος
Κατά τον κατηγορούμενο της κύριας δίκης, από τους ίδιους τους όρους του άρθρου 7 του κανονισμού 2527/80 προκύπτει ότι, ενόσω οι λεπτομέρειες εφαρμογής των εξαιρέσεων που προβλέπονται σχετικά δεν έχουν θεσπιστεί, το εν λόγω άρθρο δεν είναι δυνατό να παράγει έννομα αποτελέσματα. Εξάλλου, αν μόνο το πρώτο μέρος του εν λόγω άρθρου είχε κάποιο έννομο αποτέλεσμα, αυτό συνεπάγεται αφενός, μια παράλογη συνέπεια, διότι είναι αδιανόητο τα αλιευτικά δίχτυα να μπορούν να χρησιμοποιηθούν χωρίς το συμπληρωματικό εξοπλισμό του είδους που αναφέρει το άρθρο, από το γεγονός ότι πρέπει να προστατεύεται έναντι πάσης ζημίας, και αφετέρου, μια καταστροφική οικονομική συνέπεια, εφόσον η εν λόγω διάταξη θα υποχρέωνε όλους τους αλιείς να προβούν στην κατασκευή ειδικών διχτύων, μη εφοδιασμένων με αυτού του είδους το συμπληρωματικό εξοπλισμό για προσωρινή χρήση απροσδιόριστης διάρκειας.
Κατά συνέπεια, ο κατηγορούμενος της κύριας δίκης καλεί το Δικαστήριο:
«να απαντήσει στο πρώτο ερώτημα, ότι το άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2527/80 (του οποίου η ισχύς παρετάθη) δεν παράγει έννομα αποτελέσματα ενόσω δεν έχουν θεσπιστεί λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του».
Αντιθέτως, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου θεωρεί ότι το εν λόγω άρθρο 7 άρχισε να παράγει έννομα αποτελέσματα από της θεσπίσεώς του. Κατ' αυτήν, το εν λόγω άρθρο πρέπει να ερμηνευτεί σε συνάρτηση με το νομικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται, καθώς και το χρόνο καταρτίσεώς του. Και, ο κανονισμός 2527/80 αποσκοπεί στην προώθηση της πραγματοποιήσεως από την Κοινότητα των στόχων της κοινής αλιευτικής πολιτικής που συνιστούν μία από τις πτυχές της κοινής γεωργικής πολιτικής και θεσπίστηκε μετά το τέλος της μεταβατικής περιόδου που προβλέπεται με το άρθρο 102 της πράξεως προσχωρήσεως.
Η βρετανική κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι, αν το άρθρο 7 δεν παρήγαγε άμεσα έννομα αποτελέσματα από της 30ής Σεπτεμβρίου 1980, οι αλιείς θα ήταν ελεύθεροι να φράσσουν και να μειώνουν στην πραγματικότητα τα διάκενα οποιουδήποτε μέρους των διχτύων τους υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν θα υπήρχαν πλέον αποτελεσματικά μέτρα διατηρήσεως στο επίπεδο της Κοινότητας. Κατά συνέπεια, το να ερμηνευτεί το άρθρο 7 υπό την έννοια ότι δεν έχει καμία έννομη συνέπεια, εκτός αν θεσπιστούν λεπτομερή μέτρα, σημαίνει ότι υιοθετείται «μια ερμηνεία ασυμβίβαστη με τον κανονισμό και ότι τίθεται σοβαρό εμπόδιο για την επίτευξη της κοινοτικής πολιτικής διατηρήσεως των αποθεμάτων».
Περαιτέρω, η βρετανική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το άρθρο 7, όπως είναι συντεταγμένο, δεν πρέπει να οδηγήσει σε παρόμοια ερμηνεία, επειδή ούτε η Επιτροπή ούτε το Συμβούλιο είναι υποχρεωμένα να θεσπίσουν εξαιρέσεις από την απαγόρευση που αναφέρεται στο πρώτο μέρος του άρθρου 7. Σε καμία περίπτωση το έννομο αποτέλεσμα της εν λόγω απαγορεύσεως δεν είναι δυνατό να αποτελεί συνάρτηση της θεσπίσεως εξαιρέσεων. Συνεπώς, το πρώτο μέρος συνιστά αυτοτελή και απόλυτα σαφή διάταξη: το Συμβούλιο είχε την πρόθεση να θεσπίσει απαγόρευση με άμεσο αποτέλεσμα και να επιτρέψει τις εξαιρέσεις, εφόσον μπορούσε να επιτευχθεί συμφωνία επ' αυτών και όταν θα πραγματοποιούνταν η συμφωνία αυτή.
Συμπερασματικά, το Ηνωμένο Βασίλειο θεωρεί ότι κατά το χρόνο θεσπίσεως του κανονισμού η διατήρηση των αποθεμάτων ιχθύων ήταν αναγκαία και ότι αν δεν υπήρχε το επίδικο άρθρο 7 καμία πραγματική διατήρηση δεν θα ήταν δυνατή. Περαιτέρω, το Ηνωμένο Βασίλειο θεωρεί ότι «ενόψει των σκοπών που επιδιώκει ο κανονισμός, των στόχων της Κοινότητας κατά το χρόνο θεσπίσεως του εν λόγω κανονισμού και της διατυπώσεως του ίδιου του άρθρου 7, επιβάλλεται να δοθεί καταφατική απάντηση στο α) ερώτημα».
Η Επιτροπή συμμερίζεται την άποψη της βρετανικής κυβερνήσεως. Υπογραμμίζει ιδίως ότι οι δυνατότητες εξαιρέσεων που προβλέπονται από το δεύτερο μέρος του εν λόγω άρθρου 7 πρέπει να θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία την οποία προβλέπει το άρθρο 20, δηλαδή από την επιτροπή διαχειρίσεως προϊόντων αλιείας.
Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι το αρχικό σχέδιο κανονισμού, το οποίο υπέβαλε η ίδια στο Συμβούλιο, περιείχε λεπτομερείς τεχνικές διατάξεις που προέβλεπαν τις εξαιρέσεις από την απαγόρευση, που αναφέρονται στο πρώτο μέρος του άρθρου 7, αλλ' ότι προς επίτευξη συμφωνίας επί του συνόλου του κανονισμού, είχε αποφασιστεί η απάλειψη των εν λόγω διατάξεων, προβλεπόταν δε η θέσπιση εξαιρέσεων από την επιτροπή διαχειρίσεως. Ενόψει του πολύπλοκου χαρακτήρα των εν λόγω ζητημάτων, η Επιτροπή δεν κατέστη δυνατόν να υποβάλει στην επιτροπή διαχειρίσεως προτάσεις σχετικά με το άρθρο 7 κατά τη διάρκεια του σχετικά βραχέος χρονικού διαστήματος κατά το οποίο ίσχυε ο κανονισμός 2527/80.
Πάντως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το πρώτο μέρος του άρθρου 7 εφαρμοζόταν και είχε δεσμευτικό χαρακτήρα καθ' όλη τη διάρκεια του εν λόγω διαστήματος, εφόσον η εφαρμογή του «δεν εξαρτάται από την προϋπόθεση να έχουν θεσπιστεί οι εξαιρέσεις που προβλέπει το δεύτερο μέρος.
Επ' αυτού, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι από τη διατύπωση του άρθρου 7 δεν επιτρέπεται να συναχθεί ότι το πρώτο τμήμα εξαρτάται από την προϋπόθεση αυτή. Οι όροι, «λεπτομέρειες εφαρμογής» που περιέχει το δεύτερο μέρος δεν σημαίνουν ότι οι εξαιρέσεις που επρόκειτο να θεσπιστούν κατά κάποιο τρόπο «συνιστούν εφαρμογή» του πρώτου μέρους αντιθέτως, οι εν λόγω όροι «λεπτομέρειες εφαρμογής» αποτελούν γενική έκφραση που χρησιμοποιείται σε όλο τον κανονισμό για να προσδιορίσει το παράγωγο δίκαιο, το οποίο στηρίζεται στον κανονισμό αυτό.
Όπως και η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η Επιτροπή θεωρεί ότι το άρθρο 7 είναι απαραίτητο για τη θέση σε εφαρμογή του συνόλου του κανονισμού.
Προτείνει, συνεπώς να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο α) ερώτημα:
«Το πρώτο μέρος του άρθρου 7 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2527/80 ήταν εφαρμοστέο καθ όλο το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ίσχυε ο εν λόγω κανονισμός, παρόλον ότι δεν είχε προβλεφθεί καμία εξαίρεση δυνάμει του δευτέρου μέρους του εν λόγω άρθρου.»
Β — Επί του δευτέρου ερωτήματος
Ο κατηγορούμενος της κύριας δίκης θεωρεί ότι η σημασία του ερωτήματος αυτού είναι δυνατό να περιοριστεί στο άρθρο 8 του Statutory Instrument αριθ. 1994 του 1980.
Κατ' αυτόν, μετά την υπόθεση 804/79, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (που έχει ήδη αναφερθεί). Τα κράτη μέλη δεν έχουν τη δυνατότητα, μετά την εκπνοή της μεταβατικής προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 102 της πράξεως προσχωρήσεως, να λαμβάνουν μονομερή μέτρα στον τομέα της διατηρήσεως των θαλάσσιων πόρων.
Συνεπώς, καλεί «το Δικαστήριο να απαντήσει, στο δεύτερο ερώτημα, ότι, σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως επί του πρώτου ερωτήματος, τα κράτη μέλη δεν έχουν αρμοδιότητα θεσπίσεως μέτρων, όπως το άρθρο 8 του Statutory Instrument αριθμός 1944 του 1980».
Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή θεωρούν ότι ενόψει μιας καταφατικής απαντήσεως επί του α) ερωτήματος δεν απαιτείται να δοθεί απάντηση επί του β) ερωτήματος.
Γ — Επί του τρίτου ερωτήματος
Ο κατηγορούμενος της κύριας δίκης παρατηρεί καταρχάς ότι το άρθρο 8, παράγραφος 1, του επίδικου βρετανικού διατάγματος απαγορεύει τη «μεταφορά» διχτύου εφοδιασμένου με συμπληρωματικό εξοπλισμό που φράσσει τα διάκενά του, ενώ το άρθρο 7 του κανονισμού 2527/80 απαγορεύει τη «χρησιμοποίηση» τέτοιου διχτύου. Κατ' αυτόν, με το βρετανικό διάταγμα συνιστάται κατ' αυτό τον τρόπο παράβαση «που διαφέρει σημαντικά και είναι κατά πολύ ευρύτερη εκείνης που προβλέπει ο κανονισμός του Συμβουλίου». Επίσης, το άρθρο 8, παράγραφος 2, του βρετανικού διατάγματος προβλέπει μία και μοναδική και περιοριστικά διατυπούμενη εξαίρεση από την πλήρη απαγόρευση που τάσσει η παράγραφος 1η έκταση της εν λόγω εξαιρέσεως είναι περιορισμένη, ενώ το άρθρο 7 του κανονισμού 2527/80 δεν περιλαμβάνει καμία εξαίρεση τόσο περιορισμένη. Τέλος, ο κατηγορούμενος της κύριας δίκης, αναφέρει ότι η εξαίρεση την οποία θέσπισε κατ' αυτό τον τρόπο η βρετανική κυβέρνηση δεν ακολούθησε τη λεγόμενη διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως.
Κατά τον κατηγορούμενο της κύριας δίκης, από τους ίδιους τους όρους του άρθρου 7 αποκλείεται η χρήση οιασδήποτε άλλης μεθόδου εκτός από τη λεγόμενη διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως για τη θέσπιση των λεπτομερειών εφαρμογής που αφορούν την ενδεχόμενη χρήση συμπληρωματικών εξοπλισμών που επιτρέπουν την απόφραξη των διακένων κάποιου τμήματος ενός διχτύου ή τη μείωση στην πραγματικότητα των διαστάσεων του.
Συνεπώς, ο κατηγορούμενος της κύριας δίκης θεωρεί πρώτον ότι «η θέσπιση εθνικών μέτρων, όπως το βρετανικό διάταγμα που αμφισβητείται στην προκειμένη περίπτωση, παραβιάζει τη διαδικασία που ορίζει ο κανονισμός 2527/80 και είναι κατά συνέπεια ασυμβίβαστη προς το κοινοτικό δίκαιο».
Δεύτερον, ο κατηγορούμενος της κύριας δίκης φρονεί ότι, στην περίπτωση που το Δικαστήριο θα αποφάσιζε εντούτοις ότι ο κανονισμός 2527/80 δεν απαγορεύει τη θέσπιση εθνικών μέτρων όπως το επίδικο βρετανικό διάταγμα, τα εθνικά μέτρα εκτελέσεως θα έθεταν σε κίνδυνο την ταυτόχρονη και ομοιόμορφη εφαρμογή του κανονισμού 2527/80 στο σύνολο της Κοινότητας. 'Αλλωστε, το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί υπ' αυτή την έννοια, ιδίως με τις αποφάσεις της 7ης Φεβρουαρίου 1973 (υπόθεση 39/72, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Recueil σ. 101), και της 10ης Οκτωβρίου 1973 (υπόθεση 34/73, Variola, Recueil σ. 981).
Ακολούθως, ο κατηγορούμενος της κύριας δίκης απαριθμεί τους κινδύνους που περικλείουν παρόμοιες εθνικές λεπτομέρειες εφαρμογής:
—
το άρθρο 7 του κανονισμού 2527/80 θα παρήγαγε έννομα αποτελέσματα στο Ηνωμένο Βασίλειο πριν από την επέλευση τους στα λοιπά κράτη μέλη, τα οποία, θα ανέμεναν την περάτωση της αποκαλούμενης διαδικασίας της επιτροπής διαχειρίσεως
—
η ερμηνεία του άρθρου 7 του κανονισμού 2527/80 που δίδεται με το βρετανικό διάταγμα είναι δυνατό να διαφέρει των προβλεπομένων στο πλαίσιο της εφαρμοστέας κοινοτικής διαδικασίας πιθανών εξαιρέσεων
—
η κοινοτική φύση του μέτρου διατηρήσεως αμαυρώνεται από εθνική διάταξη που διατείνεται ότι θέτει σε εφαρμογή κανονισμό του Συμβουλίου αλλά συγχρόνως περιορίζει και την έκταση του'
—
θα ήταν δυνατός ο περιορισμός της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου, διότι το άρθρο 177 της συνθήκης δεν προβλέπει τη δυνατότητα προσφυγής στο Δικαστήριο με αντικείμενο την ερμηνεία όρων μιας εθνικής διατάξεως.
Τρίτον, ο κατηγορούμενος της κύριας δίκης υποστηρίζει ότι, ακόμα και αν το Δικαστήριο απέρριπτε το δεύτερο αυτό επιχείρημα, εθνικές λεπτομέρειες εφαρμογής δεν μπορούν να τροποποιήσουν την έκταση ενός κοινοτικού κανονισμού. Η αρχή αυτή καθιερώθηκε από το Δικαστήριο με την απόφαση της 18ης Φεβρουαρίου 1970 (υπόθεση 40/69, Bollmann, Recueil σ. 69) και επιβεβαιώθηκε με πολλές μεταγενέστρες αποφάσεις. Κατά τον κατηγορούμενο της κύριας δίκης, η εν λόγω εθνική διάταξη παραβιάζει διττά την εν λόγω απαγόρευση, θεσπίζοντας διαφορετική και ευρύτερη παράβαση από εκείνη του Συμβουλίου και χωρίς να προβλέπει παρά μόνο μία και μοναδική και περιοριστικά διατυπωμένη εξαίρεση.
Συνεπώς:
α)
ενόψει της ρητής απαγορεύσεως που εξαγγέλει το άρθρο 7 του κανονισμού 2527/80,
β)
ενόψει των παγίων αρχών της νομολογίας του Δικαστηρίου σχετικά με την απαγόρευση των εθνικών λεπτομερειών εφαρμογής,
γ)
ενόψει του περιεχομένου του μέτρου που έλαβε το Ηνωμένο Βασίλειο, μέτρου που απομακρύνεται σαφώς από εκείνο του κανονισμού του Συμβουλίου,
ο κατηγορούμενος της κύριας δίκης προτείνει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση επί του τρίτου ερωτήματος:
«Ακόμα και αν το άρθρο 7 παράγει οιοδήποτε έννομο αποτέλεσμα, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν διέθετε την εξουσία καθορισμού των εξαιρέσεων από την εν λόγω απαγόρευση, όπως έπραξε με το Statutory Instrument αριθ. 1994, του 1980.»
Η κυδέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου θεωρεί ότι το εν λόγω ερώτημα δεν απαιτεί απάντηση, λόγω του ότι ο κατηγορούμενος της κύριας δίκης δεν στηρίζεται στην εξαίρεση που προβλέπει το άρθρο 8, παράγραφος 2, της επίδικης εθνικής διατάξεως, εφόσον ο δικηγόρος του δέχτηκε ενώπιον του Divisional Court ότι στήριξε την υπεράσπιση του στον ισχυρισμό ότι το άρθρο 7 του κανονισμού του Συμβουλίου δεν είχε ακόμα τεθεί σε εφαρμογή κατά το χρόνο τελέσεως της παραβάσεως για την οποία πρόκειται.
Πάντως, το Ηνωμένο Βασίλειο θεωρεί, επικουρικώς ότι, αν επρόκειτο να δοθεί μια απάντηση στο εν λόγω ερώτημα, αυτή θα έπρεπε να είναι καταφατική. Πράγματι, παρόλον ότι γίνεται βέβαια δεκτό ότι από την 1η Ιανουαρίου 1979 τα κράτη μέλη δεν έχουν πλέον δική τους εξουσία στον τομέα της διατηρήσεως των θαλάσσιων πόρων, έχουν πάντως «το δικαίωμα και το καθήκον να ενεργούν ως διαχειριστές του κοινού συμφέροντος, ελλείψει κατάλληλης ενέργειας εκ μέρους του Συμβουλίου».
Επειδή όμως η Κοινότητα δεν είχε θεσπίσει καμία εξαίρεση από το άρθρο 7, το Ηνωμένο Βασίλειο είχε το δικαίωμα να θεσπίσει την εξαίρεση που προβλέπει το άρθρο 8, παράγραφος 2, του Fishing Nets (αριθ. 2) Order του 1980, υπό τον όρο ότι η εξαίρεση αυτή συμβιβάζεται προς την κοινοτική πολιτική που καθορίζεται με τον κανονισμό 2527/80 και ότι το Ηνωμένο Βασίλειο έχει ζητήσει και λάβει την έγκριση του μέτρου αυτού. Δεδομένου ότι, κατά το Ηνωμένο Βασίλειο, οι δύο αυτές προϋποθέσεις τηρήθηκαν, η απάντηση επί του τρίτου αυτού ερωτήματος πρέπει συνεπώς να είναι καταφατική.
Η Επιτροπή συμμερίζεται την άποψη της κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου. Κατ' αυτήν, επειδή ο κατηγορούμενος της κύριας δίκης δεν προέβαλε τον ισχυρισμό ότι ο συμπληρωματικός εξοπλισμός που χρησιμοποίησε εμπίπτει στην εξαίρεση από την απαγόρευση προσαρτήσεως των συμπληρωματικών εξοπλισμών στα δίχτυα που προβλέπει το άρθρο 8, παράγραφος 2, του Fishing Nets (αριθ. 2) Order του 1980 και επειδή η μοναδική άλλη ρήτρα παρεκκλίσεως που ισχύει, δηλαδή το άρθρο 9 της εν λόγω διατάξεως, είναι αδιάφορη, το εν λόγω ερώτημα δεν έχει καμία σχέση με κανένα από τα σημεία που εγείρονται στην παρούσα υπόθεση συνεπώς, η Επιτροπή προτείνει στο Δικαστήριο να μη δώσει απάντηση στο ερώτημα γ).
Πάντως, η Επιτροπή επιθυμεί να διευκρινίσει ότι από τη διατύπωση του δεύτερου μέρους του άρθρου 7 του κοινοτικού κανονισμού συνάγεται σαφώς ότι οι εξαιρέσεις από την απαγόρευση που προβλέπονται από το πρώτο μέρος δεν μπορούν να θεσπιστούν παρά μόνο κατά τη διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως. Βεβαίως, τα πρακτικά της συνεδριάσεως του Συμβουλίου περιλαμβάνουν δήλωση, σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή και το Συμβούλιο συμφωνούν να συνεχίσουν να εφαρμόζουν τις διαδικασίες και τα κριτήρια που αναφέρονται στην απόφαση της Χάγης, αναμένοντας τη θέσπιση των μέτρων που προβλέπονται από το δεύτερο μέρος του εν λόγω άρθρου 7, ενώ αληθεύει επίσης ότι η Επιτροπή ενέκρινε τα επίδικα βρετανικά μέτρα. Πάντως, κατά την Επιτροπή, είναι «αδύνατο» να συμβιβαστούν τα δύο αυτά σημεία με το άρθρο 7 του κοινοτικού κανονισμού, «εφόσον ο τελευταίος ορίζει ότι οι εξαιρέσεις δεν είναι δυνατόν να προβλέπονται παρά σύμφωνα με τη διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως» και η Επιτροπή προσθέτει ότι εν πάση περιπτώσει οι διατάξεις του κοινοτικού κανονισμού πρέπει να υπερισχύουν των λοιπών.
Δ — Επί του τετάρτου ερωτήματος
Ο κατηγορούμενος της κύριας δίκης υποστηρίζει ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου και ιδίως την απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1981 (υπόθεση 269/80, Regina κατά Tymen, που δεν έχει ακόμα δημοσιευτεί στη Συλλογή), πρέπει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση επί του τετάρτου ερωτήματος:
«Όταν ασκείται ποινική δίωξη βάσει εθνικής διατάξεως, όπως το Statutory Instrument αριθμός 1994 του 1980, η οποία έχει κριθεί ότι είναι αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο, ποινική καταδίκη η οποία απαγγέλεται στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής είναι επίσης ασυμβίβαστη προς το κοινοτικό δίκαιο.»
Κατά την κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασίλειου, γίνεται δεκτό ότι, στο μέτρο που το πρώτο μέρος του άρθρου 7 δεν παράγει έννομο αποτέλεσμα κατά την ημερομηνία τελέσεως της παραβάσεως και το Ηνωμένο Βασίλειο δεν διαθέτει καμία εξουσία θεσπίσεως εθνικού μέτρου για τη θέση σε εφαρμογή της διατάξεως αυτής, η καταδίκη του κατηγορουμένου της κύριας δίκης είναι ασυμβίβαστη προς το κοινοτικό δίκαιο.
Κατά την άποψη, πάντως, του Ηνωμένου Βασιλείου, το απλό γεγονός ότι δεν διέθετε την εξουσία θεσπίσεως του άρθρου 8, παράγραφος 2, του Fishing Nets (αριθ. 2) Order του 1980, δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη το παράνομο της καταδίκης βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 1, εφόσον το τελευταίο επιβάλλει κυρώσεις μόνο σε περίπτωση παραβάσεως του κοινοτικού δικαίου. Συνεπώς, είναι παράλογο οι κατά νόμιμο τρόπο προβλεπόμενες από τα κράτη μέλη κυρώσεις να μην μπορούν να εφαρμοστούν με το πρόσχημα ότι τα κράτη μέλη προσέθεσαν κατά τρόπο παράνομο εξαιρέσεις των κυρώσεων, τις οποίες άλλωστε ούτε καν επικαλείται ο κατηγορούμενος.
Εν πάση περιπτώσει, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να αποφασίσει αν το άρθρο 8, παράγραφος 1, της εθνικής διατάξεως πρέπει να διατηρηθεί σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι το άρθρο 8, παράγραφος 2, αντίκειται στο κοινοτικό δίκαιο. Το Ηνωμένο Βασίλειο θεωρεί επ' αυτού ότι «είναι σαφές ότι, αν το άρθρο 8, παράγραφος 2, κρινόταν ότι αντίκειται προς το κοινοτικό δίκαιο, τα αγγλικά δικαστήρια θα διαχώριζαν το άρθρο 8, παράγραφος 1, από την εν λόγω διάταξη».
Για τους λόγους αυτούς το Ηνωμένο Βασίλειο θεωρεί ότι οι αλιεύοντες στα ύδατα κρατών μελών δεν μπορούν να απορρίπτουν τους στόχους του κοινοτικού δικαίου, αναφερόμενοι σε άκυρες εξαιρέσεις επί των οποίων δεν στηρίζονται. Ακόμα και αν υποτεθεί ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν διαθέτει την εξουσία θεσπίσεως του άρθρου 8, παράγραφος 2, ο καθού δεν μπορεί να απαλλαγεί παρά μόνο αν δοθούν αρνητικές απαντήσεις στα ερωτήματα α) και β).
Με βάση τις απαντήσεις που προτείνει στα προηγούμενα ερωτήματα, η Επιτροπή δεν βλέπει το λόγο για τον οποίο απαιτείται το Δικαστήριο να απαντήσει στο ερώτημα δ).
III — Προφορική διαδικασία
Κατά τη συνεδρίαση της 24ης Μαρτίου 1983, ο κατηγορούμενος της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενος από τους O'Connor, Barrister, Inner Temple, και Ghelber, δικηγόρο Παρισίων, το Ηνωμένο Βασίλειο, εκπροσωπούμενο από τον Ricks, επικουρούμενο από τον Moses, Barrister, Middle Temple, Kat η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους δικηγόρους Sack και Oliver, ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους και απάντησαν στα ερωτήματα που έθεσε το Δικαστήριο.
Η γενική εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 28ης Απριλίου 1983.
Σκεπτικό
1
Με διάταξη της 7ης Αυγούστου 1981, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 11 Μαρτίου 1982, το Magistrates' Court του Plymouth υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ, τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 2527/80, της 30ής Σεπτεμβρίου 1980, περί προβλέψεως ορισμένων τεχνικών μέτρων διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων (ΕΕ ειδ. έκδ. 04/002, σ. 7).
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο ποινικής διώξεως που άσκησε ο πλωτάρχης του Βασιλικού Ναυτικού Rogers για λογαριασμό του υπουργείου γεωργίας κατά του Darthenay, κυβερνήτη του γαλλικού αλιευτικού «Christine-Marie» για παράβαση του άρθρου 7 του κανονισμού 2527/80 και του άρθρου 8 του Fishing Nets (αριθ. 2) Order 1980, της 19ης Δεκεμβρίου 1980 (Statutory Instrument 1980, αριθ. 1994) — εφεξής Statutory Instrument αριθ. 1994 — περί μέτρων που αφορούν τα πλοία και τις αλιευτικές μεθόδους και επιδιώκουν την εφαρμογή ορισμένων διατάξεων του προαναφερθέντος κανονισμού όπως το εν λόγω άρθρο τροποποιήθηκε με το Fishing Nets (αριθ. 2) (Variation) (αριθ. 5) Order 1981, της 29ης Ιουνίου 1981 (Statutory Instrument 1981, αριθ. 906).
3
Ο κανονισμός 2527/80, η διάρκεια ισχύος του οποίου παρατάθηκε με μεταγενέστερους κανονισμούς μέχρι τις 31 Οκτωβρίου 1981, ορίζει στο άρθρο του 7 ότι:
«Δεν δύναται να χρησιμοποιηθεί συμπληρωματικός εξοπλισμός που επιτρέπει να φράσσονται τα διάκενα οποιουδήποτε μέρους ενός δικτύου ή να μειώνονται πραγματικά οι διαστάσεις τους. Οι διατάξεις αυτές δεν αποκλείουν τη χρησιμοποίηση των εξοπλισμών που απαριθμούνται στις λεπτομέρειες εφαρμογής που πρόκειται να θεσπισθούν κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 20.»
4
Κατά το εν λόγω άρθρο 20, οι λεπτομέρειες εφαρμογής θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπουν το άρθρο 31, παράγραφος 2 και το άρθρο 32 του κανονισμού 100/76 του Συμβουλίου, της 29ης Ιανουαρίου 1976, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των προϊόντων αλιείας (ΕΕ ειδ. έκδ. 04/001, σ. 43). Με το άρθρο 31 συνιστάται επιτροπή διαχειρίσεως προϊόντων αλιείας που διατυπώνει τη γνώμη της σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 32, ενώ η παράγραφος 3 του άρθρου 32 εξουσιοδοτεί την Επιτροπή, και ενδεχομένως το Συμβούλιο, να θεσπίζει τα μέτρα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, καμία λεπτομέρεια εφαρμογής δεν είχε θεσπιστεί πριν από το τέλος της διάρκειας ισχύος του κανονισμού 2527/80.
5
Κατά το χρονικό αυτό διάστημα, η βρετανική κυβέρνηση έθεσε σε ισχύ το Statutory Instrument αριθ. 1994, το άρθρο 8 του οποίου ορίζει:
«1)
Οι μηχανότρατες, δανέζικα δίχτυα ή παρόμοια δίχτυα που χρησιμοποιούν
α)
τα βρετανικά αλιευτικά που είναι νηολογημένα στο Ηνωμένο Βασίλειο
ή
β)
τα αλιευτικά που δεν είναι νηολογημένα στο Ηνωμένο Βασίλειο ή σε καμία χώρα, μέσα στα συνορεύοντα με το Ηνωμένο Βασίλειο ύδατα και εντός της βρετανικής ζώνης αλιείας, δεν μπορούν να χρησιμοποιούν συμπληρωματικούς εξοπλισμούς που επιτρέπουν να φράσσονται τα διάκενα των δικτύων ή να μειώνονται πραγματικά οι διαστάσεις τους κατά παράβαση του άρθρου 7 του κανονισμού του Συμβουλίου.
2)
Υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 1 του εν λόγω άρθρου, επιτρέπεται προσθήκη συμπληρωματικού χοντρού ή λεπτού δικτύου ή άλλου υλικού στο κατώτερο μέρος της βάσεως του δικτύου, ώστε να αποφεύγεται ή να περιορίζεται η φθορά, υπό τον όρο ότι τα κομμάτια αυτά προσαρτώνται στη βάση μόνο από το εμπρόσθιο μέρος τους και από τις πλευρές τους.»
6
Στις 5 Αυγούστου 1981, το αλιευτικό «Christine-Marie» αλίευσε εντός της βρετανικής αλιευτικής ζώνης, χρησιμοποιώντας, όπως διαπίστωσε το εθνικό δικαστήριο, «μηχανότρατα, δανέζικα δίκτυα ή παρόμοια δίκτυα, στα οποία είχε προσαρτηθεί (στο ανώτερο τμήμα της βάσεως τους) συμπληρωματικός εξοπλισμός, συγκεκριμένα δε ένα δεύτερο δίκτυο». Ο κατηγορούμενος της κύριας δίκης παραδέχτηκε το γεγονός αυτό, αμφισβήτησε όμως τον ισχυρισμό του πλωτάρχη Rogers, κατά τον οποίο «ο συμπληρωματικός αυτός εξοπλισμός είχε κατ' ανάγκη ως αποτέλεσμα να φράσσει ή να μικραίνει τις διαστάσεις του πρώτου δικτύου».
7
Κατά τη διάρκεια της ποινικής δίκης, ο κατηγορούμενος της κύριας δίκης ισχυρίστηκε ότι το άρθρο 7 του κανονισμού 2527/80 δεν ισχύει έναντι του, λόγω του ότι πρώτον οι προβλεπόμενες από το δεύτερο μέρος της εν λόγω διατάξεως εξαιρέσεις δεν είχαν ακόμα θεσπιστεί σε κοινοτικό επίπεδο κατά το χρόνο των επίδικων περιστατικών και δεύτερον, διότι αφού τα κράτη μέλη δεν έχουν πλέον το δικαίωμα να ασκούν τη δική τους αρμοδιότητα στον τομέα της διατηρήσεως των πόρων εντός της αιγιαλίτιδας ζώνης τους, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν διαθέτει πλέον την εξουσία να λαμβάνει εθνικά μέτρα για την αλιεία, όπως αυτά που απαριθμούνται στο άρθρο 8, παράγραφος 2, του Statutory Instrument αριθ. 1994.
8
To Magistrates' Court του Plymouth, κρίνοντας ότι του ήταν αναγκαία μια απόφαση του Δικαστηρίου για να αποφανθεί επί του ισχυρισμού αυτού, υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
α)
Το άρθρο 7 του κανονισμού 2527/80 (του οποίου η ισχύς παρατάθηκε) συνεπάγεται οιοδήποτε αποτέλεσμα ενόσω δεν έχουν εκδοθεί λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του ;
6)
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, τα κράτη μέλη είναι αρμόδια για τη θέσπιση νομοθετικού μέτρου όπως το Statutory Instrument αριθ. 1994 του 1980;
γ)
Αν το άρθρο 7 παράγει αποτέλεσμα και πριν ακόμα εκδοθούν κανόνες εφαρμογής του, τα κράτη μέλη διαθέτουν την εξουσία θεσπίσεως εξαιρέσεων από την απαγόρευση προσαρτήσεως ορισμένων συμπληρωματικών εξοπλισμών στα δίχτυα, όπως έγινε με το Statutory Instrument αριθ. 1994 του 1980;
δ)
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο α), 6), ή γ) ερώτημα, ποια είναι τα δικαιώματα που μπορεί να επικαλεστεί ο πολίτης της ΕΟΚ που διώκεται βάσει νόμου όπως το Statutory Instrument αριθ. 1994 του 1980;
Επί του πρώτου ερωτήματος
9
Με το πρώτο ερώτημα ερωτάται αν το άρθρο 7 του κανονισμού 2527/80 είναι δυνατό να παραγάγει τα αποτελέσματα του, μολονότι τα προβλεπόμενα από το δεύτερο μέρος του εν λόγω άρθρου μέτρα εφαρμογής δεν έχουν ακόμα θεσπιστεί από τις αρμόδιες κοινοτικές αρχές.
10
Ο κανονισμός 2527/80 έχει ως αντικείμενο τη διασφάλιση της προστασίας αποθεμάτων ιχθύων, καθώς και την ισόρροπη εκμετάλλευση των αλιευτικών πόρων, σύμφωνα τόσο προς τα συμφέροντα των αλιέων όσο και των καταναλωτών. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η απαγόρευση που διατυπώνει το άρθρο 7, πρώτο μέρος, του εν λόγω κανονισμού αποτελεί ουσιώδη διάταξη για την πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού, δεδομένου ότι χωρίς την απαγόρευση αυτή δεν 9α υφίστατο πλέον κανένα αποτελεσματικό μέτρο διατηρήσεως στο επίπεδο της Κοινότητας.
11
Εξάλλου, το πρώτο αυτό μέρος του άρθρου 7 του κανονισμού 2527/80 συνιστά αυτοτελή και απόλυτα σαφή διάταξη, θεσπίζοντας απαγόρευση με άμεσα αποτελέσματα, η οποία δεν είναι δυνατό να εξαρτάται από το γεγονός ότι οι προβλεπόμενες, δυνάμει του δευτέρου μέρους του άρθρου 7, λεπτομέρειες εφαρμογής δεν έχουν ακόμα θεσπιστεί.
12
Η έκφραση «λεπτομέρειες εφαρμογής» που χρησιμοποιείται στο δεύτερο μέρος του άρθρου 7 αποβλέπει στον καθορισμό ορισμένων συμπληρωματικών εξοπλισμών αλιείας, η χρήση των οποίων φαίνεται ότι συμβιβάζεται με την απαγόρευση που διατυπώνεται στο πρώτο μέρος και όχι σε μέτρα εφαρμογής που είναι αναγκαία, ώστε να διασφαλιστούν τα πλήρη αποτελέσματα της απαγορεύσεως αυτής. Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι οι λεπτομέρειες εφαρμογής κατά το άρθρο 7 δεν έχουν θεσπιστεί σε καμιά περίπτωση δεν είναι δυνατό να εμποδίσει ώστε η διατυπωμένη στο πρώτο μέρος του εν λόγω άρθρου απαγόρευση να παραγάγει όλα της τα αποτελέσματα.
13
Συνεπώς, στο πρώτο ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι η απαγόρευση του άρθρου 7 του κανονισμού 2527/80 παράγει όλα της τα αποτελέσματα, παρόλον ότι δεν έχουν θεσπιστεί οι λεπτομέρειες εφαρμογής που προβλέπονται στο δεύτερο μέρος του εν λόγω άρθρου.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
14
Επί του δευτέρου ερωτήματος, το οποίο υποβλήθηκε για την περίπτωση που θα εδίδετο αρνητική απάντηση στο πρώτο, δεν απαιτείται να δοθεί απάντηση.
Επί του τρίτου ερωτήματος
15
Με το τρίτο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο, έχοντας διαπιστώσει ότι οι προβλεπόμενες από το άρθρο 7, δεύτερο μέρος, λεπτομέρειες εφαρμογής δεν έχουν θεσπιστεί, αναφέρεται στο εφαρμοστέο στην προκειμένη περίπτωση δίκαιο. Πρέπει επ' αυτού να ληφθεί υπόψη ότι από της εκπνοής, την 1η Ιανουαρίου 1979, της μεταβατικής προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 102 της πράξεως προσχωρήσεως, η αρμοδιότητα για τη λήψη των μέτρων που αποσκοπούν στη διατήρηση των θαλάσσιων πόρων, στο πλαίσιο της κοινής αλιευτικής πολιτικής, ανήκει πλήρως και οριστικώς στην Κοινότητα.
16
Συνεπώς, πρέπει αρχικά να εξεταστεί αν το άρθρο 7 μπορεί να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι, έστω και αν λείπουν οι λεπτομέρειες εφαρμογής που προβλέπονται από το δεύτερο μέρος, είναι δυνατό να συναχθεί ευθέως από τη διάταξη αυτή αν και υπό ποιες προϋποθέσεις είναι επιτρεπτή η χρησιμοποίηση συμπληρωματικών εξοπλισμών προστασίας των δικτύων.
17
Πρέπει να υπογραμμιστεί επ' αυτού ότι μέχρι το τέλος της μεταβατικής περιόδου η ρύθμιση και η πρακτική πολλών κρατών μελών επέτρεπε τη χρησιμοποίηση συμπληρωματικών εξοπλισμών προστασίας των αλιευτικών δικτύων και ότι το άρθρο 7 δεν νοείται ότι αντικατέστησε τη δυνατότητα αυτή με μια γενική απαγόρευση χρησιμοποιήσεως όλων των συμπληρωματικών εξοπλισμών ακόμη και των προστατευτικών εξοπλισμών.
18
Πράγματι, η ερμηνεία αυτή θα ήταν αντίθετη προς το σκοπό του άρθρου 7, το πρώτο μέρος του οποίου, παρόλον ότι θεσπίζει γενική απαγόρευση, δεν αποκλείει εντούτοις τη δυνατότητα να χρησιμοποιηθούν ορισμένοι συμπληρωματικοί εξοπλισμοί. Βεβαίως, ο σκοπός που επιδιώκει το άρθρο 7, πρώτο μέρος, που συνίσταται στην προστασία των αποθεμάτων ιχθύων, επιβάλλει τα διάκενα των δικτύων να μη φράσσονται ή οι διαστάσεις τους να μη μειώνονται, η υποχρέωση όμως αυτή πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι οι αλιείς βρίσκονται στην ανάγκη να χρησιμοποιούν ορισμένους τύπους συμπληρωματικών δικτύων, ώστε να προστατεύουν τα αλιευτικά τους δίκτυα.
19
Επομένως, θα ήταν αντίθετο προς το σύστημα του κανονισμού 2527/80 να μην μπορεί να πραγματοποιηθεί μια τέτοια προστασία των αλιευτικών δικτύων απλώς και μόνο διότι δεν έχουν ακόμα θεσπιστεί λεπτομέρειες εφαρμογής.
20
Αυτό προκύπτει επίσης και από το άρθρο 7. Πράγματι, η αρχή της δεύτερης φράσης, ότι: «οι διατάξεις αυτές δεν αποκλείουν τη χρησιμοποίηση των εξοπλισμών ...» καθώς και η έκφραση «λεπτομέρειες εφαρμογής», η οποία χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει τις προς θέσπιση διατάξεις, αποδεικνύουν σαφώς ότι το σύνολο της ρυθμίσεως πρέπει να έχει άμεση ενέργεια, συμπεριλαμβανομένης επομένως, και της άδειας χρησιμοποιήσεως προστατευτικών εξοπλισμών των δικτύων και ότι το κύριο καθήκον της Επιτροπής και της επιτροπής διαχειρίσεως συνίστατο απλώς στη συγκεκριμενοποίηση της άδειας αυτής με ένα κείμενο εφαρμογής.
21
Ελλείψει της συγκεκριμενοποιήσεως αυτής, εναπόκειται στα αρμόδια δικαστήρια να συμπληρώσουν το υφιστάμενο στο θέμα αυτό κενό, ώστε ο σκοπός της προστασίας των αποθεμάτων ιχθύων να τηρηθεί, λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη το γεγονός ότι πρέπει να επιτρέπεται η προστασία των αλιευτικών δικτύων.
22
Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν φαίνεται να απαιτείται άλλη απάντηση στο τρίτο ερώτημα.
23
Πρέπει, επομένως, να δοθεί στο εθνικό δικαστήριο η απάντηση ότι το άρθρο 7 του κανονισμού 2527/80 δεν απαγορεύει τη χρησιμοποίηση εξοπλισμών που αποβλέπουν στην προστασία των αλιευτικών δικτύων, υπό τον όρο πάντως, ότι η χρησιμοποίηση τέτοιων εξοπλισμών συμβιβάζεται προς το σκοπό του εν λόγω άρθρου 7.
Επί του τετάρτου ερωτήματος
24
Στο βαθμό που η χρησιμοποίηση συμπληρωματικών προστατευτικών εξοπλισμών των αλιευτικών δικτύων συμβιβάζεται προς το κοινοτικό δίκαιο, το εν λόγω τέταρτο ερώτημα δεν έχει αντικείμενο.
Επί των δικαστικών εξόδων
25
Τα έξοδα, στα οποία υποβλήθηκαν η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Magistrates' Court του Plymouth, με διάταξη της 7ης Αυγούστου 1981, αποφαίνεται:
1)
Η απαγόρευση του άρθρου 7 του κανονισμού 2527/80, της 30ής Σεπτεμβρίου 1980, περί προβλέψεως ορισμένων τεχνικών μέτρων διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων (ΕΕ ειδ. έκδ. 04/002, σ 7), παράγει όλα τα αποτελέσματά της, παρόλον ότι δεν έχουν θεσπιστεί οι λεπτομέρειες εφαρμογής που προβλέπονται στη δεύτερη φράση του εν λόγω άρθρου.
2)
Το άρθρο 7 του κανονισμού 2527/80 δεν απαγορεύει τη χρησιμοποίηση εξοπλισμών που αποβλέπουν στην προστασία των αλιευτικών δικτύων, υπό τον όρο πάντως ότι η χρησιμοποίηση τέτοιων εξοπλισμών συμβιβάζεται προς το σκοπό του άρθρου 7.
Pescatore
Due
Bahlmann
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 11 Μαΐου 1983.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του δευτέρου τμήματος
Ρ. Pescatore
Full & Egal Universal Law Academy