Στην υπόθεση 92/82,
Max Gutmann, πρώην υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτικών ο οποίος απεβίωσε στις 22 Μαρτίου 1982, και υπό την ιδιότητα των μοναδικών κληρουόμων τον οι δύδ θυγατέες, τον Anne Gutmann' φοιτήτρια
Παρισιού (75116), 95, rue de la Faisanderie, και Isabelle Gutmann, ανεπάγγελτη με την ίδια διεύθυνση κατοικίας, κατά την επανάληψη της δίκης του δικαιοπαρόχου τους επικουρούμενες και εκπροσωπούμενες από τον Vietor Biel, δικηγόρο Λουξεμβούργου, 18 A, me des Glacis, ο οποίος είναι και ο αντίκλητος τους,
προσφεύγουσες, κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Hendrik van Lier, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον Robert Andersen δικηγόρο Βρυξελλών, 214, avenue Montjoie, 1180 Βρυξέλλες, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Oreste Montako, μέλος της νομικής της υπηρεσίας κτίριο Jean Monnet, Kirchberg, Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της απόφασης της καθής να αναζητήσει, βάσει του άρθρου 85 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπάλληλων, τα ποσά που είχε καταβάλει ως αποζημίωση για επανεγκατάσταση μετά την έξοδο του προσφεύγοντος από την υπηρεσία,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Υ. Galmot, πρόεδρο τμήματος, Mackenzie Stuart και U. Everling, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. F. Mancini
γραμματέας: Ρ. Heim
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Ι — Πραγματικά περιστατικά και έγγραφη διαδικασία
Ο Gutmann ήταν σύμβουλος στην Υπηρεσία Επισήμων Εκδόσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στο Λουξεμβούργο. Στις 3 Δεκεμβρίου 1977, σε ηλικία 65 ετών, αποχώρησε από την υπηρεσία · με απόφαση της 10ης Απριλίου 1978, η οποία άρχισε να ισχύει αναδρομικά από την 1η Ιανουαρίου του ίδιου έτους, απέκτησε δικαίωμα σύνταξης λόγω συμπλήρωσης του συντάξιμου χρόνου.
Μετά από σχετική αίτηση του, ο Gutmann πληροφορήθηκε με έγγραφο της 29ης Απριλίου 1980 ότι είχε δικαίωμα να λάβει αποζημίωση επανεγκατάστασης μετά την έξοδο από την υπηρεσία ύψους 340720 βελγικών φράγκων, στην οποία θα εφαρμοζόταν ο διορθωτικός συντελεστής, υπό τον όρο ότι θα αποδείκνυε την επανεγκατάσταση του ίδιου και της οικογένειας του σε τόπο που θα απείχε τουλάχιστον 70 χιλιόμετρα από τον τόπο υπηρεσίας του και ότι η επανεγκατάσταση αυτή θα πραγματοποιούνταν το αργότερο τρία έτη μετά την αποχώρηση από την υπηρεσία.
Στις 27 Οκτωβρίου 1980, ο Gutmann πληροφόρησε την καθής ότι, λόγω της υγείας της συζύγου του, ήταν αδύνατο να τηρήσει τις προθεσμίες σχετικά με τη μετακόμιση του από το Λουξεμβούργο και την επανεγκατάσταση του στη Γαλλία και ζήτησε συνεπώς την παράταση των προβλεπόμενων προθεσμιών.
Με έγγραφο της 30ής Οκτωβρίου 1980, του χορηγήθηκε παράταση της προθεσμίας μετακόμισης μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1981. Απορρίφθηκε όμως η αίτηση του για παράταση της προθεσμίας επανεγκατάστασης.
Με επιστολή της 17ης Νοεμβρίου 1980, ο Gutmann ζήτησε την καταβολή της αποζημίωσης επανεγκατάστασης μετά την έξοδο από την υπηρεσία, με το αιτιολογικό ότι είχε εγκαταλείψει την κατοικία του στο Λουξεμβούργο και είχε επανεγκατασταθεί στο Παρίσι. Την αίτηση συνόδευε βεβαίωση κατοικίας που είχε εκδώσει ο δήμος, μετά από λίγο δε ο Gutmann έστειλε και ένα λογαριασμό τηλεφώνου ως δικαιολογητικό της επανεγκατάστασής του στο Παρίσι. Πάντως, ο Gutmann ανέφερε ότι η μετακόμιση 3α γινόταν σύμφωνα με το έγγραφο της Επιτροπής της 30ής Οκτωβρίου 1980, δηλαδή σε μεταγενέστερη ημερομηνία.
Κατόπιν αυτού, στις 23 Μαρτίου 1981 του καταβλήθηκε η αποζημίωση επανεγκατάστασης. Επιπλέον, από το Φεβρουάριο του 1981 ο διορθωτικός συντελεστής που εφαρμοζόταν στη σύνταξη του για το Λουξεμβούργο αντικαταστάθηκε αναδρομικά από τον ισχύοντα για τη Γαλλία, και για τους μήνες Δεκέμβριο 1980 και Ιανουάριο 1981.
Μετά από την τροποποίηση αυτή του διορθωτικού συντελεστή, ο Gutmann απέστειλε στην καθής στις 4 Μαρτίου 1981 επιστολή, παραπονούμενος ότι το τελευταίο αυτό μέτρο τον έθιγε. Στην εν λόγω επιστολή αναφερόταν μεταξύ των άλλων:
«Με το υπ' αριθμό 6755 έγγραφο σας, της 30ής Νοεμβρίου 1980, μου χορηγήσατε παράταση της προθεσμίας μετακόμισης.
Αντιθέτως, αποφασίσατε να μη μου χορηγήσετε παράταση για το διακανονισμό της αποζημίωσης επανεγκατάστασης.
Πάντως, με βάση την ιατρική βεβαίωση που σας απέστειλα στις 27 Οκτωβρίου 1980, δεν ήταν δυνατό να αγνοείτε ότι, για λόγους σοβαρής ασθένειας της συζύγου μου, τόσο η μετακόμιση όσο και η επανεγκατάστασή μου ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθούν εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών: με αναγκάσατε κατ' αυτό τον τρόπο να προσποιηθώ ότι επανεγκατεστάθηκα, γεγονός που δεν ήταν δυνατό να σας διαφύγει».
Κατά συνέπεια, ζήτησε να ακυρωθεί η πράξη της 5ης Ιανουαρίου 1981, που αφορούσε την τροποποίηση των συνταξιοδοτικών του δικαιωμάτων, και να λαμβάνει το ταχυδρομείο του στη διεύθυνση του στο Λουξεμβούργο. Το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής επιβεβαίωσε εγγράφως ο Gutmann στις 13 Μαρτίου 1981.
Με έγγραφο της 31ης Μαρτίου 1981, η καθής απάντησε ότι όφειλε να εξακολουθήσει να εφαρμόζει τον προβλεπόμενο για τη Γαλλία διορθωτικό συντελεστή και ότι επιπλέον δεν ήταν δυνατό να παρατείνει την προθεσμία επανεγκατάστασης.
Στις 21 Μαΐου 1981, ο Gutmann υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 90 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων, διοικητική ένσταση στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, προκειμένου να επιτύχει την ακύρωση των αποφάσεων που είχε λάβει η καθής για την αναδρομική εφαρμογή του προβλεπόμενου για τη Γαλλία διορθωτικού συντελεστή επί του ποσού της συντάξεως του, καθώς και για την αποστολή της αλληλογραφίας του στη διεύθυνση του στο Παρίσι.
Με έγγραφο της 16ης Ιουνίου 1981, η καθής δεχόταν να ικανοποιήσει τα εν λόγω αιτήματα, διευκρίνιζε όμως ότι ήταν υποχρεωμένη να λάβει όλα τα πρόσφορα μέτρα, προκειμένου να της επιστραφούν, βάσει των άρθρων 85 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και 46 του παραρτήματος VIII, τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά ως αποζημίωση επανεγκατάστασης, ύψους 340720 βελγικών φράγκων, δεδομένου ότι η καταβολή αυτή, που είχε γίνει μετά από ψευδείς δηλώσεις, δεν ανταποκρινόταν σε κανένα πραγματικό γεγονός και αποτελούσε για το δικαιούχο αδικαιολόγητο πλουτισμό. Η καθής κατέληγε ότι η επιστροφή των ποσών επρόκειτο να γίνει 3ε διάστημα 4 μηνών, με κρατήσεις από τη μηνιαία σύνταξη, μέχρι το ποσό των 340720 βελγικών φράγκων.
Στις 6 Σεπτεμβρίου 1981, ο Gutmann υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, διοικητική ένσταση κατά της εν λόγω αποφάσεως. Με έγγραφο της 24ης Φεβρουαρίου 1982, η ΑΔΑ απέρριψε ως αβάσιμη τη διοικητική αυτή ένσταση.
Ο Gutmann άσκησε την παρούσα προσφυγή με δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18 Μαρτίου 1982. Μετά το θάνατο του, η δίκη επαναλαμβάνεται με προσφεύγουσες τις δύο θυγατέρες του. Η έγγραφη διαδικασία διεξήχθη κανονικά.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορικήδιαδι-κασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
ΙΙ — Αιτήματα των διαδίκων
Οι προσφεύγουσες ζητούν από το Δικαστήριο:
1.
να κρίνει την προσφυγή τους παραδεκτή,
2.
να την κρίνει ουσία βάσιμη, και συνεπώς,
3.
να αναγνωρίσει ότι η απόφαση της Επιτροπής να παρακρατήσει το ποσό των 340720 βελγικών φράγκων από τη σύνταξη του Gutmann είναι παράνομη,
4.
να υποχρεώσει την Επιτροπή να καταβάλει, εντός 8ημερών από την έκδοση της απόφασης, τα χωρίς νόμιμη αιτία παρακρατηθέντα ποσά,
5.
να αναγνωρίσει ότι η Επιτροπή τους οφείλει τόκους προς 12 ο/ο για κάθε ποσό που παρακρατήθηκε από την ημέρα κατά την οποία διενεργήθηκαν οι κρατήσεις,
6.
να ακυρώσει, καθόσον χρειάζεται, τόσο τη σιωπηρή όσο και τη ρητή απόρριψη της διοικητικής τους ένστασης,
7.
εν πάση περιπτώσει, να καταδικάσει την Επιτροπή στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
Η κααήςζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή,
—
να επιδικάσει κατά νόμο τα δικαστικά έξοδα.
ΙΙΙ — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται με την προσφυγή τους ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται στο άρθρο 85 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και επομένως πρέπει να εξεταστεί αν ο Gutmann «εγνώριζε την αντικανονικότητα της καταβολής ή αν η αντικανονικότητα αυτή ήταν τόσο εμφανής, ώστε δεν ηδόνατο να την αγνοεί» (άρθρο 85 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης). Θεωρούν ότι η καθής δεν αναφέρει ως προς τι ο Gutmann προέβη σε «ψευδείς δηλώσεις», πότε και ( πού έγιναν και πώς όφειλε να γνωρίζει ότι η καταβολή, της οποίας σήμερα ζητείται η απόδοση, ήταν αντικανονική. Ο Gutmann είχε ενημερώσει επαρκώς τις υπηρεσίες των Βρυξελλών για το γεγονός ότι του ήταν αδύνατον διά μιας να επανεγκατασταθεί οικογενειακώς στο Παρίσι. Εξάλλου, για το λόγο αυτό η διοίκηση παρέτεινε την προθεσμία για τη μετακόμιση άρα, η τελευταία γνώριζε ότι ο Gutmann και η πρωτό-τοκη θυγατέρα του είχαν εγκατασταθεί στον τόπο επανεγκατάστασης. Ουδέποτε ο Gutmann αρνήθηκε την επανεγκατάσταση αυτή.
Οι προσφεύγουσες αναφέρουν την απόφαση Verhaaf κατά Επιτροπής (υπόθεση 140/77, Recueil 1978, σ. 2117), από την οποία προκύπτει ότι «ο συγκεκριμένος σκοπός που χαρακτηρίζει την αποζημίωση πρώτης εγκατάστασης είναι ότι επιτρέπει στον υπάλληλο να ανταπεξέλθει, εκτός των εξόδων για τη μετακόμιση, και στις αναπόφευκτες δαπάνες που προκύπτουν λόγω της εντάξεως του σε νέο περιβάλλον γιο απροσδιόριστο αλλά σημαντικό χρονικά διάστημα». Η ίδια συλλογιστική ισχύει και για την επανεγκατάσταση.
Η απόφαση της καθής είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη, γεγονός που ισοδυναμεί με έλλειψη αιτιολογίας (παράβαση του άρθρου 25 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης).
Στην προκειμένη περίπτωση είναι αδύνατη η εφαρμογή της απόφασης Meganck (υπόθεση 36/72, Recueil 1973, σ. 527), στην οποία είχε προσαφ9εί στον Meganck ότι με τη δική του συμπεριφορά είχε περιέλθει σε αντικανονική κατάσταση, γεγονός που δεν του επέτρεπε να επικαλεστεί την καλή του πίστη. Πράγματι, οι δηλώσεις του Meganck, σε αντίθεση με εκείνες του Gutmann, δεν ήταν όλες σύμφωνες προς τη δεοντολογία του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
Η καΰ-ής δεν αμφισοητεί το παραδεκτό της προσφυγής. Πάντως, όσον αφορά την ουσία, υπενθυμίζει τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Mayras πριν από την απόφαση Kubi (προτάσεις της 11ης Απριλίου 1973 στην υπόθεση 71/72, Recueil 1973, σ. 719), από τις οποίες εκτός των άλλων προκύπτει ότι η καθής μπορεί να απαιτήσει το αχρεώστητο, εκτός αν η αντικανονικότητα της καταβολής «ήταν άγνωστη στον υπάλληλο, ο οποίος δεν μπορούσε να την γνωρίζει υπό κανονικές περιστάσεις, εφόσον για εκείνον η αντικανονικότητα αυτή σε καμία περίπτωση δεν ήταν προφανής».
Κατ' αυτή, η καταβολή, πρώτον, της αποζημίωσης επανεγκατάστασης έγινε προφανώς αχρεωστήτως. Το άρθρο 6, παράγραφος 4, του παραρτήματος VII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης αναφέρει συγκεκριμένα ότι η καταβολή της αποζημίωσης για επανεγκατάσταση εξαρτάται από την πραγματική επανεγκατάσταση του υπαλλήλου και της οικογένειας του, και συνεπώς από την κύρια οικογενειακή κατοικία, σε τόπο ο οποίος να απέχει το λιγότερο 70 χιλιόμετρα από τον τόπο υπηρεσίας του υπαλλήλου, και αυτό το αργότερο τρία έτη μετά την έξοδο του από την υπηρεσία.
Άρα, στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρξε επανεγκατάσταση.
Δεύτερον, πρέπει να εξεταστεί αν ο Gutmann γνώριζε πράγματι την αντικανονικότητα της καταβολής (άρθρο 85 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης) ή αν ο ίδιος είχε προκαλέσει με τη συμπεριφορά του την πλάνη της διοίκησης (προαναφερθείσα υπόθεση Meganck). Η παρούσα περίπτωση εμπίπτει στη δεύτερη υπόθεση. Πράγματι, με επιστολή του της 17ης Νοεμβρίου 1980, ο Gutmann δήλωσε ότι είχε εγκαταλείψει την κατοικία του στο Λουξεμβούργο και επανεγκατασταθεί στο Παρίσι, ενώ με την επιστολή της 4ης Μαρτίου 1981 ομολογούσε ότι είχε προβεί σε «εικονική επανεγκατάσταση» και ανέφερε ότι η εν λόγω κατοικία στο Παρίσι ήταν το διαμέρισμα στο οποίο έμενε κατά τη διάρκεια των σπουδών της η πρωτότοκη θυγατέρα του, ενώ η σύζυγος του, η δευτερότοκη θυγατέρα του και ο ίδιος εξακολουθούσαν να κατοικούν στο Λουξεμβούργο. Εξάλλου, είναι προφανές ότι ο Gutmann δεν ήταν δυνατό να λάβει, χωρίς να αποκαλύψει την εικονικότητα, την αποζημίωση επανεγκατάστασης και συγχρόνως να απαιτεί στο ποσό της σύνταξης του να εξακολουθεί να εφαρμόζεται ο προβλεπόμενος για το Λουξεμβούργο διορθωτικός συντελεστής.
Επικουρικά, η καθής υποστηρίζει ότι ακόμη Kat αν υποτεθεί ότι ο προσφεύγων πράγματι δεν γνώριζε την ατητα της καταβολής, και πάλι στην προκειμένη περίπτωση ήταν τόσο προφανής, ώστε να είναι αδύνατο λογικά να την αγνοεί ένας συνήθως επιμελής υπάλληλος (απόφαση της 11. 7. 1979, Α. Broe κατά Επιτροπής, υπόθεση 252/78, Recueil σ. 2393).
Τέλος, όταν, μετά τη συνταξιοδότηση του, ο υπάλληλος συμβαίνει να έχει λάβει αχρεωστήτως εκ μέρους της Επιτροπής ποσά την επιστροφή των οποίων δικαιούται να απαιτήσει η τελευταία, τα ποσά αυτά είναι δυνατό οποτεδήποτε να αφαιρεθούν από την οφειλόμενη σύνταξη.
Με την απάντηση τους, οι προσφεύγουσες υπενθυμίζουν ότι ο Gutmann δεν ανέφερε ποτέ ότι «πραγματοποιήθηκε η μετακόμιση», αλλ' ότι αντιθέτως τόνιζε πάντοτε με σαφήνεια ότι δεν είχε ακόμα πραγματοποιηθεί η μετακόμιση. Ο Gutmann, συνεπώς, ουδέποτε προέβη σε ψευδή δήλωση ικανή να οδηγήσει οποιονδήποτε σε πλάνη και ανέφερε με σαφήνεια ότι, λόγω οικογενειακών περιστάσεων, δεν ήταν δυνατό να μετακομίσει με την οικογένεια του στο Παρίσι ή οπουδήποτε αλλού. Η καθής δεν ήταν δυνατό να μη γνωρίζει ότι ο Gutmann εξακολουθούσε να κατοικεί στο Λουξεμβούργο, τη στιγμή που ο τελευταίος είχε ζητήσει και λάβει παράταση της προθεσμίας για τη μετακόμιση.
Χρησιμοποιώντας τον όρο «εικονική» επανεγκατάσταση, ο Gutmann ήθελε απλώς να νωστοποιήσει ότι εγκαταστάθηκαν στη Γαλλία ο ίδιος και η πρωτότοκη θυγατέρα του. Συνεπώς, με τον όρο αυτό ήθελε να εκφράσει «την αδυναμία, hie et nunc, να επανεγκατασταθεί στο Παρίσι, με όΑη του την οικογένεια» (όπως απαιτεί το άρθρο 6, παράγραφος 4, εδάφιο πρώτο, του παραρτήματος 7 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης). Δεν επρόκειτο όμως να εγκατασταθεί στο Παρίσι, να γίνει συνδρομητής τηλεφώνου και να συνδεθεί με το γαλλικό ηλεκτρικό δίκτυο «κατά τα φαινόμενα και μόνο, χωρίς να υπάρχει ίχνος πραγματικότητας».
Η επικληθείσα από την καθής υπόθεση Kuhi αφορά τελείως διαφορετική περίπτωση, κατά την οποία η προσφεύγουσα ήταν δύσκολο να πείσει ότι δεν έπρεπε να είχε αντιληφθεί την αντικανονικότητα της πληρωμής.
Ο Gutmann απλώς πλανήθηκε ως προς ορισμένες διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και των παραρτημάτων και πίστεψε ότι δικαιούταν το διορθωτικό συντελεστή που ίσχυε στο Λουξεμβούργο, στον τόπο δηλαδή όπου είχε τις μεγαλύτερες δαπάνες, ενώ είναι μάλλον ασυμβίβαστα η αποζημίωση επανεγκατάστασης (Παρίσι) και ο αιτούμενος διορθωτικός συντελεστής (Λουξεμβούργο) (το ερώτημα πάντως εξακολουθεί να παραμένει).
Κατά την άποψη των προσφευγουσών, η καθής επιχειρεί να αποδείξει την κακή πίστη του Gutmann σχετικά με τους διορθωτικούς συντελεστές, ενώ κανένας δεν θα ήταν διατεθειμένος να ριψοκινδυνεύσει αποζημίωση επανεγκατάστασης για να εξασφαλίσει μερικά επιπλέον φράγκα με το διορθωτικό συντελεστή.
Με την ανταπάντηση της, η καΰ'ής υπενθυμίζει ότι ο Gutmann δεν υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά της απορρίψεως της παράτασης της προθεσμίας για επανεγκατάσταση, αλλ' ότι αντιθέτως βεβαίωσε ότι είχε επανεγκατασταθεί στο Παρίσι. Στις 4 Μαρτίου 1981, πάντως, ομολόγησε ότι η επανεγκατάσταση ήταν «ανέφικτη» και ότι εξακολουθούσε «να κατοικεί στο Λουξεμβούργο».
Όπως προκύπτει όμως από την απόφαση Verhaaf (που προαναφέρθηκε), η αποζημίωση εγκατάστασης ή επανεγκατάστασης πρέπει να καλύπτει «τις αναπόφευκτες δαπάνες που προκύπτουν λόγω της εντάξεως σε νέο περιβάλλον». Έτσι, η επανεγκατάσταση συνδέεται προς την έννοια της συνήθους διαμονής. Πρέπει να πρόκειται για δεσμό πραγματικό και υπαρκτό, που εμφανίζει ορισμένη συνέχεια μεταξύ, αφενός, του ατόμου και της οικογενείας του και, αφετέρου, του τόπου που αναφέρεται ως οικογενειακή διαμονή.
Παρόλο ότι, κατά την άποψη της καθής, υφίσταται συγκεκριμένη σχέση μεταξύ της αποζημίωσης επανεγκατάστασης και της αποζημίωσης μετακόμισης, υπό την έννοια ότι η επανεγκατάσταση συνοδεύεται γενικά από τη μετακόμιση, πάντως οι δύο έννοιες δεν συμβαδίζουν κατ' ανάγκη. Είναι δυνατό η μετακόμιση να προηγείται από την επανεγκατάσταση, όπως επίσης είναι δυνατό να είναι μεταγενέστερη. Μερικές μάλιστα φορές δεν γίνεται καν μετακόμιση. Πρόκειται ιδίως για την περίπτωση κατά την οποία ο υπάλληλος διατήρησε στη χώρα καταγωγής του επιπλωμένη κατοικία, ενώ στον τόπο υπηρεσίας του νοίκιαζε επιπλωμένο διαμέρισμα ή σπίτι.
Κατά συνέπεια, ακόμη και αν ο Gutmann βρισκόταν σε αδυναμία να τηρήσει τις προθεσμίες σχετικά με τη μετακόμιση του (για το λόγο μάλιστα αυτό είχε λάβει παράταση της προθεσμίας του), πάντως απολύτως τίποτε δεν τον υποχρέωνε να προβεί σε εικονική επανεγκατάσταση.
Άλλωστε, ο όρος «εικονικός» έχει πολύ ακριβή σημασία και δεν επιτρέπεται να θεωρηθεί ότι ο Gutmann, μητρική γλώσσα του οποίου ήταν η γαλλική, τον χρησιμοποίησε τυχαία.
IV — Προφορική διαδικασία
Κατά τη συνεδρίαση της 22ας Σεπτεμβρίου 1983, οι προσφεύγουσες, εκπροσωπούμενες από τον Biel, δικηγόρο Λουξεμβούργου, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Hendrik van Lier, επικουρούμενο από τον Robert Andersen, δικηγόρο Βρυξελλών, ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 6ης Οκτωβρίου 1983.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που έφερε ημερομηνία 18 Μαρτίου 1982, ο Gutmann, πρώην σύμβουλος στην Υπηρεσία Επισήμων Εκδόσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στο Λουξεμβούργο, άσκησε προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση της απόφασης της Επιτροπής, της 16ης Ιουνίου 1981, που διατάσσει την απόδοση, 6άσει του άρθρου 85 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων (εφεξής: κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης), ορισμένων ποσών που καταβλήθηκαν ως αποζημίωση επανεγκατάστασης.
2
Μετά το θάνατο του Gutmann στις 22 Μαρτίου 1982, η δίκη επανελήφθη με προσφεύγουσες τις δύο θυγατέρες του.
3
Κατόπιν της συνταξιοδοτήσεως του, ο Gutmann έλαβε μετά από αίτηση του, δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 4, του παραρτήματος VII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, αποζημίωση ύψους 340720 βελγικών φράγκων, με το αιτιολογικό ότι είχε εγκαταλείψει την κατοικία του στο Λουξεμβούργο και είχε επανεγκατασταΜ στο Παρίσι. Συγχρόνως, ο προβλεπόμενος για το Λουξεμβούργο διορθωτικός συντελεστής που εφαρμοζόταν στη σύνταξη του αντικαταστάθηκε από τον προβλεπόμενο για τη Γαλλία.
4
Με επιστολή της 4ης Μαρτίου 1981, ο Gutmann, απευθυνόμενος στην Επιτροπή διαμαρτυρήθηκε για αυτή την τροποποίηση του διορθωτικού συντελεστή. Σχετικά κατηγορούσε μάλιστα την Επιτροπή ότι «τον ανάγκασε να προβεί σε εικονική επανεγκατάσταση». Πράγματι, η τελευταία είχε αρνηθεί να ικανοποιήσει το αίτημα του για παράταση της προβλεπόμενης για την επανεγκατάσταση του προθεσμίας, ενώ ταυτόχρονα του χορηγούσε παράταση της προθεσμίας μετακόμισης. Ο Gutmann ανέφερε ότι στην πραγματικότητα «τόσο η μετακόμιση όσο και η επανεγκατάσταση ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθούν» για οικογενειακούς λόγους και ότι εξακολουθούσε να κατοικεί στο Λουξεμβούργο με τη σύζυγο του και μία από τις δύο θυγατέρες του.
5
Με έγγραφο της 31ης Μαρτίου 1981, η Επιτροπή απάντησε ότι ήταν υποχρεωμένη να εξακολουθήσει να εφαρμόζει τον προβλεπόμενο για τη Γαλλία διορθωτικό συντελεστή.
6
Στις 16 Ιουνίου 1981, μετά από διοικητική ένσταση που υπέβαλε ο Gutmann, δυνάμει του άρθρου 90 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, η Επιτροπή δέχτηκε τελικά να εφαρμόσει τον ισχύοντα για το Λουξεμβούργο διορθωτικό συντελεστή. Πάντως, έκρινε συγχρόνως ότι ήταν υποχρεωμένη να αναζητήσει, βάσει των άρθρων 85 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και 46 του παραρτήματος VII, τα ποσά που ο Gutmann είχε εισπράξει αχρεωστήτως ως αποζημίωση επανεγκατάστασης, για το λόγο ότι η σχετική καταβολή, που είχε γίνει ύστερα από ψευδείς δηλώσεις, δεν ανταποκρινόταν στην πραγματική κατάσταση και αποτελούσε αδικαιολόγητο πλουτισμό για το λήπτη.
7
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως ο Gutmann άσκησε την παρούσα προσφυγή ακυρώσεως.
8
Δυνάμει του άρθρου 85 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, «κάθε ποσό που ελήφθη αχρεωστήτως δύναται να επιστραφεί [αναζητείται] αν ο λαβών εγνώ-ριζε την αντικανονικότητα της καταβολής ή αν η αντικανονικότητα αυτή ήταν τόσο εμφανής ώστε δεν ηδύνατο να την αγνοεί».
9
Με την προσφυγή του, ο Gutmann ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν εξηγεί σε τι συνίστανται «οι ψευδείς δηλώσεις του» ούτε πώς ο ίδιος όφειλε να γνωρίζει ότι η καταβολή της αποζημίωσης επανεγκατάστασης ήταν αντικανονική. Συγκεκριμένα, είχε ενημερώσει αρκετά την Επιτροπή ότι του ήταν αδύνατο δια μιας να επανεγκαταστήσει όλη του την οικογένεια στο Παρίσι.
10
Πρέπει επ' αυτού να παρατηρηθεί ότι, δυνάμει του άρ9ρου 6, παράγραφος 4, του παραρτήματος VII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, «η αποζημίωση επανεγκαταστάσεως καταβάλλεται μετά από απόδειξη της επανεγκαταστάσεως αυτής του υπαλλήλου και της οικογενείας του ...». Ο Gutmann όμως αναγνώρισε επανειλημμένα, ιδίως με την επιστολή του της 4ης Μαρτίου 1981, ότι ουδέποτε επανεγκαταστάθηκε στο Παρίσι και ότι η δήθεν κατοικία στο Παρίσι είναι το διαμέρισμα στο οποίο κατοικεί η πρωτότοκη Θυγατέρα του που σπουδάζει, ενώ η δευτερότοκη θυγατέρα του και ο ίδιος εξακολουθούν να κατοικούν στο Λουξεμβούργο.
11
Υπό τις περιστάσεις αυτές, πρέπει να θεωρηθεί ότι ο Gutmann είχε ή όφειλε να έχει γνώση του ότι ήταν αντικανονική η καταβολή της αποζημίωσης για επανεγκατάσταση, κατά την έννοια του άρθρου 85 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, και ότι η απόφαση της Επιτροπής, εξεταζόμενη στο πλαίσιο μέσα στο οποίο εκδόθηκε, ήταν επαρκώς αιτιολογημένη.
12
Κατά συνέπεια, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
Επί των δικαστικών εξόδων
13
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα.
14
Σύμφωνα όμως με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας, προκειμένου περί προσφυγών των υπαλλήλων των Κοινοτήτων, τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν.
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
κρίνει και αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Galmot
Mackenzie Stuart
Everling
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 20 Οκτωβρίου 1983.
Ο γραμματέας κ.α.α.
J. Α. Pompe
Βοηθός γραμματέας
Ο πρόεδρος του τρίτου τμήματος
Υ. Galmot
Full & Egal Universal Law Academy