Στην υπόδεση 113/82,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτικών, εκπροσωπούμενη από τους Götz zur Hausen και Hans Peter Hartvig, μέλη της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Oreste Montalto, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ομοςπονδιλκιις Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενης από τον Jochim Sedemund, δικηγόρο Κολωνίας, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη συνθήκη ΕΟΚ, επειδή δεν μερίμνησε ώστε οι αναγνωρισμένες ομάδες παραγωγών να συμμορφωθούν, υπό την ιδιότητα τους αυτή, προς την απαγόρευση της επεκτάσεως των φυτειών λυκίσκου που προβλέπεται από το άρθρο 4 του κανονισμού 2253/77 του Συμβουλίου, της 11ης Οκτωβρίου 1977, σε περίπτωση χορηγήσεως ενισχύσεων,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους J. Mertens de Wilmars, πρόεδρο, Ρ. Pescatore και A. O'Keeffe, προέδρους τμήματος, G. Bosco, Τ. Koopmans, O. Due και Κ. Bahlmann, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Sir Gordon Slynn
γραμματέας: P. Heim
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας, τα αιτήματα, οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων έχουν συνοπτικώς ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Η παρούσα δίκη αφορά τα διαρθρωτικά μέτρα στον τομέα του λυκίσκου και συγκεκριμένα την εφαρμογή που επιφυλάχτηκε στις διατάξεις του κανονισμού 1696/71 του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 1971, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του λυκίσκου (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/007, σ. 22) και του κανονισμού 2253/77 του Συμβουλίου, της 11ης Οκτωβρίου 1977, περί διαρθρωτικών μέτρων στον τομέα του λυκίσκου (ABI. L 261, σ. 1).
Ο κανονισμός 1696/71, που απαγορεύει προσωρινώς κάθε επέκταση των καλλιεργούμενων με λυκίσκο εκτάσεων, προβλέπει τη χορήγηση ενισχύσεων στις αναγνωρισμένες ομάδες παραγωγών για τις εργασίες που προορίζονται για τη μετατροπή των ποικιλιών και την αναδιάρθρωση των φυτειών. Οι λεπτομέρειες της χορηγήσεως των ενισχύσεων αυτών προβλέπονται από τον κανονισμό 2253/77, το άρθρο 3 του οποίου ορίζει ότι οι ενισχύσεις για τη μετατροπή των ποικιλιών και για την αναδιάρθρωση των φυτειών χορηγούνται στις αναγνωρισμένες ομάδες παραγωγών κατόπιν προσκομίσεως στις ορισμένες από τα κράτη μέλη αρχές ενός σχεδίου που συνεπάγεται μείωση τουλάχιστον κατά 40 ο/ο του συνόλου των εκτάσεων, οι οποίες έχουν καταγραφεί στις 30 Ιουνίου του 1977 και τις οποίες αφορά αυτό το σχέδιο. Το άρθρο 4 του κανονισμού αυτού ορίζει ότι:
«Για περίοδο τριών ετών μετά την εφαρμογή του σχεδίου μετατροπής των ποικιλιών και αναδιαρθρώσεως των φυτειών, οι αναγνωρισμένες ομάδες παραγωγών δεν μπορούν να φυτεύσουν με λυκίσκο έκταση μεγαλύτερη από αυτή που προκύπτει από την εφαρμογή του σχεδίου αυτού.»
Στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ο υπουργός γεωργίας της Βαυαρίας θέσπισε οδηγίες εφαρμογής σχετικά με τους όρους που πρέπει να πληρούνται και τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται για τη χορήγηση των ενισχύσεων. Ot οδηγίες αυτές, που φέρουν ημερομηνία 25 Ιανουαρίου 1978, περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων το σημείο 2.6 που είναι διατυπωμένο ως εξής:
«Για περίοδο τριών ετών μετά την εφαρμογή των σχεδίων αυτών, οι αναγνωρισμένες ομάδες παραγωγών δεν μπορούν να φυτεύσουν με λυκίσκο έκταση μεγαλύτερη από την προβλεπόμενη στα εν λόγω σχέδια. Επιπλέον, για την ίδια περίοδο, δεν μπορεί να ξαναφυτευτεί με λυκίσκο έκταση, στην οποία έχουν γίνει εργασίες εκριζώσεως.»
Στη συνέχεια, με έγγραφο της 5ης Δεκεμβρίου 1978, το υπουργείο γεωργίας της Βαυαρίας πληροφόρησε τις ενδιαφερόμενες αναγνωρισμένες ομάδες παραγωγών ότι το σημείο 2.6 των εν λόγω οδηγιών έπρεπε να συμπληρωθεί ως εξής:
«Γεωργική εκμετάλλευση, η οποία εμπίπτει σε ένα από τα τρία μέτρα, για τα οποία μπορούν να χορηγηθούν ενισχύσεις, μετά την περάτωση του σχεδίου δεν μπορεί να επεκτείνει τη φυτευμένη με λυκίσκο έκταση της για τρία έτη μετά την περάτωση του σχεδίου αυτού. II περίοδος αυτή αρχίζει με την περάτωση του σχεδίου που αφορά την εν λόγω εκμετάλλευση.»
Το έγγραφο επισημαίνει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού 2253/77, οι αναγνωρισμένες ομάδες παραγωγών δεν μπορούν να φυτεύσουν με λυκίσκο έκταση μεγαλύτερη από αυτή που προκύπτει από την εφαρμογή του σχεδίου, στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 3, παράγραφος 1, για περίοδο τριών ετών μετά την εφαρμογή του σχεδίου μετατροπής των ποικιλιών και αναδιαρθρώσεως των φυτειών. Καταλήγει δε, ότι το εν λόγω σχέδιο αφορά μόνο τις εκτάσεις, για τις οποίες έχει υποβληθεί αίτηση χορηγήσεως ενισχύσεως λόγω μετατροπής των ποικιλιών, λόγω αναδιαρθρώσεως των φυτειών ή λόγω εκριζώσεως.
Επομένως, η ίδια η σκοπιμότητα των διαρθρωτικών μέτρων στον τομέα του λυκίσκου απαιτεί ότι οι εκμεταλλεύσεις που έχουν λάβει ενισχύσεις στο πλαίσιο των μέτρων αυτών δεν θα επεκτείνουν τις φυτευμένες με λυκίσκο εκτάσεις τους, όσο διαρκεί η περίοδος αυτή των τριών ετών.
Με έγγραφο της 21ης Δεκεμβρίου 1979, η Επιτροπή επέστησε την προσοχή της κυβερνήσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στο γεγονός ότι η κυβέρνηση της Βαυαρίας ερμήνευε τις κοινοτικές διατάξεις για τις εν λόγω ενισχύσεις υπό την έννοια ότι γεννούν υποχρεώσεις μόνο για τους παραγωγούς λυκίσκου, οι οποίοι, ως μέλη αναγνωρισμένης ομάδας παραγωγών, συμμετείχαν πράγματι σε ένα σχέδιο αναδιαρθρώσεως της ομάδας. Η ερμηνεία αυτή θα είχε ως συνέπεια ότι ορισμένοι παραγωγοί λυκίσκου θα μπορούσαν να επεκτείνουν τις φυτείες τους πριν από τη λήξη της περιόδου των τριών ετών, στην οποία αναφέρεται το άρθρο 4 του κανονισμού 2253/77, καίτοι είναι μέλη αναγνωρισμένης ομάδας παραγωγών που πραγματοποίησε ένα σχέδιο αναδιαρθρώσεως. Θεωρώντας ότι οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τον εν λόγω κανονισμό, ιδίως η υποχρέωση επεκτάσεως των φυτειών λυκίσκου, εφαρμόζονται στις αναγνωρισμένες ομάδες παραγωγών, υπό την ιδιότητα τους αυτή, η Επιτροπή ζήτησε από τις γερμανικές αρχές, να πράξουν τα αναγκαία ώστε να μην πραγματοποιηθούν οι υπό σκέψη επεκτάσεις των φυτειών.
Με έγγραφο της 4ης Φεβρουαρίου 1980, η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας αμφισβήτησε την ερμηνεία του άρθρου 4 του κανονισμού 2253/77 από την Επιτροπή. Κατά τη γνώμη της, η απαγόρευση του άρθρου 4 εφαρμόζεται μόνο στα μέλη της ομάδας παραγωγών που έλαβαν πράγματι μέρος σε ένα σχέδιο αναδιαρθρώσεως.
Με έγγραφο της 14ης Μαΐου 1980, η Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 169, πρώτη παράγραφος της συνθήκης, ζήτησε από την κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της επί της απόψεως της Επιτροπής, κατά την οποία οι οδηγίες εφαρμογής που εξέδωσαν οι βαυαρικές αρχές δεν συμβιβάζονται με το άρθρο 4 του κανονισμού 2253/77.
Με την από 19ης Ιουνίου 1980 απάντηση της, η γερμανική κυβέρνηση ενέμεινε πλήρως στην άποψη που είχε διατυπώσει στο έγγραφο της 4ης Φεβρουαρίου 1980.
Στις 8 Απριλίου 1981, η Επιτροπή κοινοποίησε στη γερμανική κυβέρνηση την αιτιολογημένη γνώμη που προβλέπεται στο άρθρο 169 της συνθήκης, με την οποία καλούσε την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί με τη γνώμη αυτή εντός προθεσμίας ενός μηνός.
Με έγγραφο της 2ας Ιουνίου 1981, η γερμανική κυβέρνηση γνωστοποίησε στην Επιτροπή ότι εμμένει στην άποψη που είχε διατυπώσει με τα έγγραφα της 4ης Φεβρουαρίου και της 19ης Ιουνίου 1980.
Θεωρώντας ότι οι βαυαρικές οδηγίες της 25ης Ιανουαρίου 1978, και ιδίως το σημείο 2.6 με τη μορφή που ελάβε στις 5 Δεκεμβρίου 1978, δεν συμβιβάζονται με το άρθρο 4 του κανονισμού 2253/77, η Επιτροπή, κατ' εφαρμογή του άρθρου 169, δεύτερη παράγραφος, της συνθήκης, άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου την παρούσα προσφυγή. Η προσφυγή της Επιτροπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 25 Μαρτίου 1982.
Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας, χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Ζήτησε πάντως από την Επιτροπή να προσκομίσει ένα έγγραφο πριν από τη συζήτηση.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο:
1.
να αναγνωρίσει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη συνθήκη ΕΟΚ, επειδή δεν μερίμνησε ώστε οι αναγνωρισμένες ομάδες παραγωγών να συμμορφωθούν με την απαγόρευση των επεκτάσεων των φυτειών λυκίσκου που προβλέπεται στο άρθρο 4 του κανονισμού 2253/77 του Συμβουλίου, της 11ης Οκτωβρίου 1977, στην περίπτωση χορηγήσεως ενισχύσεων·
2.
να καταδικάσει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.
Η κνοέρνηοη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ζητεί από το Δικαστήριο:
1.
να απορρίψει την προσφυγή·
2.
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προσφεύγουσα διευκρινίζει, προπάντων, ότι το πρόβλημα που αποτελεί το αντικείμενο της προκειμένης προσφυγής αναφέρεται στην ερμηνεία του άρθρου 4 του κανονισμού 2253/77. Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι οι γερμανικές αρχές βρίκονταν, τουλάχιστον στην αρχή, στο ίδιο μήκος κύματος με την Επιτροπή, δεδομένου ότι από το κείμενο των οδηγιών εφαρμογής προέκυπτε ότι οι υποχρεώσεις μη φυτεύσεως εφαρμόζονται στις ομάδες παραγωγών, ενώ μόνο η πρόσθετη βαυαρική διάταξη της 5ης Δεκεμβρίου 1978 αναφέρεται στους παραγωγούς ατομικώς.
Αυτή η συμπληρωματική διάταξη έχει ως συνέπεια ότι τα μέλη μιας ομάδας παραγωγών, που δεν συμμετείχαν προσωπικώς στα διαρθρωτικά μέτρα της ομάδας τους, θα μπορούσαν ελεύθερα να επεκτείνουν τις φυτευμένες με λυκίσκο εκτάσεις τους πριν από τη λήξη της περιόδου των τριών ετών που προβλέπει το άρθρο 4, ενώ το σχέδιο αναδιαρθρώσεως έχει υποβληθεί από την ομάδα παραγωγών, της οποίας είναι μέλη. Για το λόγο αυτό, η Επιτροπή φρονεί ότι η εν λόγω συμπληρωματική διάταξη δεν συμβιβάζεται με το άρθρο 4 του κανονισμού 2253/77.
Για να στηρίξει την άποψη της, η Επιτροπή τονίζει, πρώτον, ότι το αποτέλεσμα, στο οποίο καταλήγει η επίδικη εγκύκλιος, βρίσκεται σε αντίφαση και με το γράμμα του άρθρου 4 και με τις σκοπιμότητες που οδήγησαν στη θέσπιση του. Σύμφωνα με το άρθρο 4, η απαγόρευση της επεκτάσεως των φυτευμένων με λυκίσκο εκτάσεων αφορά ρητά τις ομάδες παραγωγών ως ομάδες και όχι τους επιμέρους παραγωγούς. Η γραμματική ερμηνεία αυτού του άρθρου βρίσκεται σε συμφωνία με τη σκοπιμότητα του συστήματος των ενισχύσεων, που είναι όχι απλώς η χορήγηση πριμοδοτήσεων λόγω εκριζώσεως, αλλά η ενθάρρυνση των ομάδων παραγωγών να καταρτίσουν οι ίδιοι σχέδια και να υποβληθούν έτσι στις υποχρεώσεις που αποτελούν το αντίβαρο της χορηγούμενης ενισχύσεως.
Αν επιτρεπόταν στα μέλη της ομάδας παραγωγών που δεν έχουν λάβει μέρος στο σχέδιο να επεκτείνουν ελεύθερα τις καλλιεργούμενες εκτάσεις τους, τότε η ανωτέρω σκοπιμότητα δεν θα τηρούνταν. Σχετικώς, η Επιτροπή παρατηρεί ότι η ερμηνεία του άρθρου 4 του κανονισμού 2253/77, που υποστηρίζει και εφαρμόζει η καθής, εμπόδισε πράγματι το σύστημα των ενισχύσεων να επιτύχει το σκοπό του. Εξετάζοντας την ανάπτυξη των φυτευμένων με λυκίσκο εκτάσεων στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αν το κοινοτικό δίκαιο είχε εφαρμοστεί ορθά το σύνολο των βαυαρικών εκτάσεων κατά το 1980 θα ήταν κατώτερο του 1977 κατά 745 εκτάρια περίπου, κατόπιν της χορηγήσεως ενισχύσεων στις ομάδες παραγωγών (παράρτημα IX της προσφυγής της). Επειδή, όμως, αυτό δεν συμβαίνει, η Επιτροπή θεωρεί ότι έχει λόγους να πιστεύει ότι οι εκριζώσεις που έγιναν κατά την περίοδο αυτή, αντισταθμίστηκαν εν μέρει με νέες φυτεύσεις.
Εν συνεχεία, η Επιτροπή υπογραμμίζει τη σημασία που αποδίδει στο ρόλο των ομάδων παραγωγών, όσον αφορά την πραγματοποίηση των στόχων της κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του λυκίσκου. Πράγματι, στις ομάδες αυτές, εναπόκειται η υποβολή σχεδίων αναδιαρθρώσεως στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών και η κατανομή των ενισχύσεων, τις οποίες λαμβάνουν. Αυτές επίσης αφορά η απαγόρευση της επεκτάσεως των φυτειών λυκίσκου που προβλέπεται στο άρθρο 4 του κανονισμού 2253/77. Η οικονομία και η διάρθρωση των κανονισμών που έχουν θεσπιστεί στον τομέα του λυκίσκου καθιστούν έτσι δυνατή τη διατύπωση ενός σημαντικού κανόνα, ότι δηλαδή οι κοινοτικές διατάξεις που αφορούν τις αναγνωρισμένες ομάδες παραγωγών εφαρμόζονται στις ομάδες παραγωγών, ως ομάδες, χωρίς να κάνουν διάκριση μεταξύ των μελών τους. Δεν υπάρχει κανένας λόγος για να θεωρηθεί ότι το άρθρο 4 του κανονισμού 2253/77 αποτελεί παρέκκλιση από τον κανόνα αυτό.
Η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, καθής, θεωρεί ότι το άρδρο 4 του κανονισμού αυτού δεν είναι πολύ σαφές και ότι η διατύπωση του δεν είναι πολύ επιτυχής. Ισχυρίζεται, πάντως, ότι η άποψη που υποστηρίζει η Επιτροπή δεν συμβιβάζεται ούτε με το γράμμα του άρθρου αυτού ούτε με την πραγματική και συστηματική σχέση που υπάρχει μεταξύ του άρθρου 3 και του άρθρου 4 του κανονισμού 2253/77. Η καθής παρατηρεί, πρώτον, ότι η απαγόρευση της επεκτάσεως των φυτευμένων με λυκίσκο εκτάσεων, όπως διατυπώνεται στο άρθρο 4, αναφέρεται ευθέως στην «έκταση που καλύπτει το σχέδιο» και επομένως δεν μπορεί παρά να αφορά τις εκτάσεις που καλλιεργούνται από τα μέλη της ομάδας παραγωγών, τα οποία έχουν συμμετάσχει στο σχέδιο και έχουν λάβει ενισχύσεις γι' αυτόν το λόγο.
Δεύτερον, η καθής παρατηρεί ότι το άρθρο 3 του κανονισμού 2253/77, που αφορά μεταξύ άλλων την υποβολή από ομάδα παραγωγών ενός σχεδίου αναδιαρθρώσεως των φυτειών, δεν συνεπάγεται τη μείωση κατά 40 ο/ο της συνολικής καλλιεργούμενης από την ομάδα εκτάσεως. Όπως η Επιτροπή έχει αναγνωρίσει ρητά, αρκεί ότι ένα μέρος των μελών της ομάδας παραγωγών συμμετέχει στο σχέδιο, έτσι ώστε η «έκταση που καλύπτει το σχέδιο», για την οποία το άρθρο 3 επιβάλλει μείωση κατά 40%, δεν μπορεί να σημαίνει παρά ένα μέρος μόνο της συνολικής εκτάσεως που καλλιεργείται από την ομάδα παραγωγών. Δεδομένου ότι οι δύο διατάξεις, δηλαδή το άρθρο 3 και το άρθρο 4, αναφέρονται αναμφισβήτητα στο ίδιο σχέδιο, η καθής θεωρεί αδιανόητο το ότι η «έκταση που καλύπτει το σχέδιο» στο άρθρο 4 μπορεί να έχει σημασία διαφορετική από εκείνη που προκύπτει από το άρθρο 3.
Η κυβέρνηση της. Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας προβάλλει, εν συνεχεία, ότι η άποψη της Επιτροπής προσκρούει στο σκοπό του άρθρου 4, τον οποίο έχει καθορίσει ρητά ο κοινοτικός νομοθέτης. Σχετικώς, αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη της διατάξεως αυτής, που έχει ως εξής:
«Εκτιμώντας ότι, για να εξασφαλιστεί η οικονομική αποτελεσματικότητα των ενισχύσεων που προβλέπονται στο άρθρο 9, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1696/71, είναι ανάγκη να προβλεφθεί ότι οι εκτάσεις, στις οποίες πραγματοποιούνται εργασίες εκριζώσεως, δεν θα φυτευθούν εκ νέου με λυκίσκο, για περίοδο τριών ετών.»
Η καθής υπογραμμίζει ότι, σύμφωνα με τη διατύπωση αυτή, πρέπει να θεωρηθεί ότι το άρθρο 4 αναφέρεται αποκλειστικά στις εκτάσεις, στις οποίες γίνεται εκρίζωση και οι οποίες αντιπροσωπεύουν το 40 % των εκτάσεων που καλύπτει το σχέδιο. Όσον αφορά το σκοπό του άρθρου 4, προσθέτει ότι, αν η άποψη της Επιτροπής ήταν ορθή, σχεδόν καμιά ομάδα παραγωγών δεν θα μπορούσε να συγκεντρώσει τις προϋποθέσεις, από τις οποίες εξαρτάται η ενίσχυση, δεδομένου ότι η συμμετοχή στα διαρθρωτικά μέτρα είναι εκούσια, η δε πείρα έχει καταδείξει ότι, κατά γενικό κανόνα, μόνο ένα μέρος των μελών μπορεί να καταλήξει στην απόφαση να μειώσει τις καλλιεργούμενες εκτάσεις του μέσω ενισχύσεων.
Επιπλέον, η καθής προβάλλει ένα ιστορικό επιχείρημα, ότι δηλαδή στην αρχική πρόταση της Επιτροπής που κατέληξε στη θέσπιση του κανονισμού 2253/77, το άρθρο 3 δεν αναφερόταν στο 40 % της συνολικής εκτάσεως «επί της οποίας εφαρμόζεται το σχέδιο», αλλά στο 40 % των εκτάσεων «για όλους τους παραγωγούς μέλη της ομάδας». Την τροποποίηση του κειμένου αυτού πρότεινε η γερμανική αντιπροσωπεία, ακριβώς για να διευκρινιστεί ότι το σχέδιο αναδιαρθρώσεως δεν καλύπτει κατ' ανάγκη όλες τις εκτάσεις που ανήκουν στα μέλη της ομάδας. Μετά την τροποποίηση του άρθρου 3 υπό την έννοια ότι οι εκτάσεις που καλύπτει το σχέδιο δεν αντιστοιχούσαν επιπλέον προς το σύνολο των εκτάσεων της ομάδας παραγωγών, είναι προφανές ότι, κατά το πνεύμα του κοινοτικού νομοθέτη, η απαγόρευση της επεκτάσεως των φυτειών του άρθρου 4 δεν μπορεί να αναφέρεται παρά στις εκτάσεις που έχουν φυτεύσει τα μέλη της ομάδας, τα οποία έχουν, πράγματι, συμμετάσχει στο σχέδιο.
Τέλος, η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας προβάλλει ότι το εν λόγω σύστημα ενισχύσεων αποτελεί μέρος ενός συστήματος το οποίο η κοινή αγροτική πολιτική εφάρμοσε και σε άλλους τομείς, δηλαδή, στον τομέα των πριμοδοτήσεων για την παύση ασκήσεως ορισμένης δραστηριότητας (πριμοδοτήσεις για τη σφαγή αγελάδων, κλπ.) Κατά γενικό κανόνα, το σύστημα αυτό θεμελιώνεται στο σεβασμό της ελευθερίας της βουλήσεως των επιχειρηματιών. Η Κοινότητα τάχτηκε υπέρ της οικονομικής ελευθερίας του παραγωγού, ο οποίος είναι απολύτως ελεύθερος να μη συμβάλλει στην παύση των εν λόγω δραστηριοτήτων, οπότε όμως δεν μπορεί να αξιώσει οφέλη από το σύστημα των ενισχύσεων. Το ίδιο ισχύει και για τον τομέα του λυκίσκου. Κανένας, πράγματι, καλλιεργητής δεν μπορεί να εξαναγκαστεί να μην αυξήσει τις καλλιεργούμενες εκτάσεις του, στην περίπτωση όμως αυτή πρέπει να παραιτηθεί από τη συμμετοχή στο σχέδιο της ομάδας, στην οποία ανήκει, καθώς και από τα οφέλη από τις κοινοτικές ενισχύσεις που συνεπάγεται η συμμετοχή αυτή.
Αν το πράγμα είχε διαφορετικά, το σύστημα θα μπορούσε να προκαλέσει αντιρρήσεις συνταγματικής τάξεως. Πράγματι, η επέκταση των περιορισμών, όσον αφορά τις φυτείες, στους παραγωγούς λυκίσκου, οι οποίοι δεν έχουν συμμετάσχει σε σχέδιο ούτε έχουν λάβει ενισχύσεις θα έπρεπε να θεωρηθεί ως παραβίαση του δικαιώματος της ιδιοκτησίας. Τέλος, η γερμανική κυβέρνηση διευκρινίζει ότι οι ομάδες παραγωγών δεν μπορούν ούτε να εξαναγκάσουν τα μέλη τους να συμμετάσχουν σε σχέδιο αναδιαρθρώσεως, ούτε να επιβάλουν στην πλειονότητα των μελών τους, παρά τη θέληση των τελευταίων και χωρίς αποζημίωση, περιορισμούς στην εκμετάλλευση των εκτάσεων τους.
Με την απάντηση της, η Επιτροπή, εξακολουθεί να θεωρεί ότι μόνο η ερμηνεία του άρθρου 4 του κανονισμού 2253/77, την οποία υποστηρίζει, ανταποκρίνεται προς το γράμμα του άρθρου αυτού και προς τη σκοπιμότητα του συστήματος των ενισχύσεων.
Η Επιτροπή παρατηρεί, κατά πρώτον, ότι η έκφραση «έκταση στην οποία αναφέρεται το σχέδιο», την οποία χρησιμοποιεί η καθής, δεν απαντάται σε καμία από τις δύο διατάξεις, των οποίων γίνεται επίκληση. Προσθέτει ότι από τη σύγκριση των δύο κειμένων, δεν προκύπτει καθόλου ότι πρόκειται και στις δύο περιπτώσεις για την ίδια έκταση. Κατά την άποψη της, το άρθρο 3 αφορά την έκταση, στην οποία αναφέρεται το σχέδιο, όπως υποβάλλεται, ενώ το άρθρο 4 αναφέρεται στην καλλιεργούμενη με λυκίσκο έκταση από την ομάδα παραγωγών, που υφίσταται μετά την πραγματοποίηση του σχεδίου ως καλλιέργεια λυκίσκου της ομάδας.
Όσον αφορά την έννοια της αιτιολογικής σκέψεως που επικαλείται η καθής, η Επιτροπή παρατηρεί ότι η διατύπωση μιας αιτιολογικής σκέψεως δεν αρκεί για να ερμηνευθούν οι διατάξεις ενός κανονισμού κατά τρόπο που δεν συμφωνεί με το γράμμα τους. Κατά τη γνώμη της, μόνο το μέρος ενός κανονισμού που περιέχει κανόνες δικαίου έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει τη διαφορά μεταξύ των διαρθρωτικών ενισχύσεων που χορηγούνται στον τομέα του λυκίσκου Kat άλλων επιδοτήσεων, οι οποίες χορηγούνται με το σκοπό να επιτευχθεί μείωση των δυνατοτήτων παραγωγής. Η καθής συνέκρινε αυτά τα δύο συστήματα και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υποχρεώσεις μειώσεως των δυνατοτήτων αυτών επιβάλλονται πάντα μόνο στους παραγωγούς, οι οποίοι ζητούν τη χορήγηση ενισχύσεως. Η Επιτροπή, όμως, πιστεύει ότι η σύγκριση αυτή δεν είναι πειστική. Παρατηρεί, πρώτον, ότι στον τομέα του λυκίσκου το σύστημα των ενισχύσεων δεν έχει ως μόνο σκοπό τη μείωση των δυνατοτήτων, αλλά σκοπεί επίσης στη βελτίωση των διαρθρώσεων παραγωγής. Δεύτερον, η σύγκριση στερείται αποδεικτικής ισχύος, λόγω του ότι στα άλλα συστήματα οι ενισχύσεις δεν χορηγούνται σε ομάδες παραγωγών, στο πλαίσιο ενός σχεδίου που υποβάλλουν οι ομάδες αυτές, αλλά στους επιμέρους παραγωγούς που πραγματοποιούν ατομικώς συγκεκριμένες εργασίες. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, οι πριμοδοτήσεις δεν έχουν άλλο σκοπό παρά να εξασφαλίσουν ότι η παύση των δραστηριοτήτων αυτών δεν θα αποβεί μάταια, μετά τη λήψη της ενισχύσεως, με νέα έναρξη της εκμεταλλεύσεως. Η Επιτροπή προβάλλει ότι το σύστημα αυτό εν επιγνώσει εγκαταλείφθηκε στον τομέα του λυκίσκου. Στον τομέα αυτό, οι ομάδες παραγωγών έχουν ιδιαίτερα αποφασιστικό ρόλο. Συγκεκριμένα, ο κανονισμός 1696/71 θεσπίζει ότι «προσαρμόζουν από κοινού την παραγωγή τους στις απαιτήσεις της αγοράς και βελτιώνουν την παραγωγή με τη μετατροπή των ποικιλιών και με την αναδιάρθρωση των φυτειών» (άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο 6). Είναι επομένως λογικό ότι το σύστημα των ενισχύσεων, που έχει θεσπιστεί για να επιτελέσει το έργο αυτό, συνδέεται στενά με την ομάδα παραγωγών. Με άλλους λόγους, το σύστημα αυτό δεν αναφέρεται αποκλειστικά στις εργασίες που πραγματοποιούν οι επιμέρους παραγωγοί. 'Ετσι, η ομάδα παραγωγών είναι αυτή που καταρτίζει το σχέδιο και που αποδέχεται προαιρετικά τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 4 του κανονισμού 2253/77.
Εν συνεχεία, η Επιτροπή αμφισβητεί το επιχείρημα της καθής, ότι δηλαδή μια μειοψηφία παραγωγών που συμμετέχουν ευθέως στο σχέδιο αναδιαρθρώσεως δεν μπορεί να επιβάλει στην πλειοψηφία οικονομικές θυσίες υπό τη μορφή απαγορεύσεως επεκτάσεως, η οποία απαγόρευση δεν συνοδεύεται με αποζημίωση. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι το έργο που οφείλει να επιτελεί η ομάδα παραγωγών προκύπτει από τα καταστατικά των ομάδων παραγωγών. Στο σημείο αυτό, η Επιτροπή παραπέμπει στα καταστατικά της ομάδας παραγωγών που είναι η σημαντικότερη στη Βαυαρία και στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, της «Hopfenverwertungsgenossenschaft Hallertau eG». Τα σχέδια αναδιαρθρώσεως υιοθετούνται από αυτή την ομάδα παραγωγών με απλή πλειοψηφία, έτσι ώστε ένα σχέδιο υπό την έννοια των άρθρων 3 και 4 του κανονισμού 2253/77 δεν μπορεί να υποβληθεί παρά με τη συναίνεση της πλειοψηφίας των μελών. Επιπλέον, η Επιτροπή παρατηρεί ότι όλα τα μέλη της ομάδας παραγωγών επωφελούνται της βελτιώσεως της ζητήσεως, την οποία συνεπάγεται η πραγματοποίηση ενός τέτοιου σχεδίου. Είναι επομένως ανακριβές να υποστηρίζεται ότι η πλειοψηφία των μελών μιας ομάδας παραγωγών μόνο δυσμενή αποτελέσματα μπορεί να προσδοκά (δηλαδή απαγόρευση της επεκτάσεως των καλλιεργούμενων εκτάσεων) από την πραγματοποίηση του σχεδίου.
Τέλος, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι η καθής δεν αμφισβήτησε την άποψη ότι η ερμηνεία του άρθρου 4 του κανονισμού 2253/77 που ακολουθεί η καθής εμπόδισε το σύστημα των ενισχύσεων να επιτύχει το σκοπό του, διότι οι εκριζώσεις που πραγματοποιήθηκαν συμψηφίστηκαν εν μέρει από νέες φυτεύσεις, που είχαν ιδίως ως αποτέλεσμα ένα έλλειμμα περίπου 745 εκταρίων.
Στην ανταπάντηση της, η κυοερνηοη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας επαναλαμβάνει ουσιαστικά το επιχείρημα ότι, εν πάση περιπτώσει, η άποψη της Επιτροπής δεν βρίσκει έρεισμα στη διατύπωση του άρθρου 4 του κανονισμού 2253/77. Προσθέτει ότι η άποψη της Επιτροπής παρερμηνεύει τη συστηματική σχέση μεταξύ των άρθρων 3 και 4. Επιπλέον, η καθής υπογραμμίζει ότι η Επιτροπή στην απάντηση της δεν αποδίδει καμία σπουδαιότητα στις αιτιολογικές σκέψεις σχετικά με το άρθρο 4, από τις οποίες προκύπτει σαφώς ότι το Συμβούλιο δεν θέλησε να εφαρμόσει την απαγόρευση της επεκτάσεως στο σύνολο των εκτάσεων της ομάδας παραγωγών.
Η Επιτροπή παρερμηνεύει επίσης τη συστηματική συνοχή της ρυθμίσεως στον τομέα του λυκίσκου στο σύνολο της. Αν η άποψη της ήταν ορθή, πράγμα που θα είχε ως συνέπεια τη γενική διακοπή των φυτεύσεων, θα ήταν ανεξήγητο γιατί το Συμβούλιο δεν παρέτεινε απλώς τη διακοπή των φυτεύσεων, που ίσχυε μέχρι το τέλος του 1979. Περνώντας σε ένα στάδιο εκούσιων περιορισμών των δυνατοτήτων παραγωγής, οι οποίοι συνδέονται με τη χορήγηση ενισχύσεων, το Συμβούλιο θέλησε ακριβώς να θέσει τέρμα στην περίοδο της γενικής απαγορεύσεως κάθε επεκτάσεως των φυτειών.
Όσον αφορά το έργο των αναγνωρισμένων ομάδων παραγωγών, στο οποίο η Επιτροπή φαίνεται να αποδίδει μεγάλη σημασία, η καθής παρατηρεί ότι αμφισβητεί το εύστοχο του σχετικού επιχειρήματος. Όπως προκύπτει σαφώς από το άρθρο 6, πρώτη παράγραφος, του κανονισμού 2253/77, οι ενισχύσεις λόγω αναδιαρθρώσεως των φυτειών καταβάλλονται στους επιμέρους παραγωγούς βάσει του πραγματικού κόστους των φυτών και του υλικού. Βεβαίως, οι ομάδες παραγωγών έχουν σημαντικά διοικητικά καθήκοντα, δεδομένου ότι μέσω αυτών υποβάλλονται τα σχέδια, αυτές δε λαμβάνουν τις ενισχύσεις για να τις κατανείμουν εν συνεχεία. Δεν είναι, πάντως, κατά κανένα τρόπο οι τελικοί δικαιούχοι των ενισχύσεων, αλλά απλώς οι ενδιάμεσοι.
Εν συνεχεία, η καθής παρατηρεί ότι στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας συμμετείχαν στα σχέδια αναδιαρθρώσεως κατά την έννοια του άρθρου 3 παραγωγοί που διέθεταν φυτείες εκτάσεως μεγαλύτερης των 5000 εκταρίων. Οι εκτάσεις αυτές υπόκεινταν εξ ολοκλήρου στην απαγόρευση της επεκτάσεως που προβλέπεται στο άρθρο 4· κατόπιν εκριζώσεως, μειώθηκαν κατά 2024 εκτάρια. Άρα, η αντίρρηση της Επιτροπής, ότι δηλαδή ο σκοπός του συστήματος των ενισχύσεων δεν επιτεύχθηκε επειδή άλλοι παραγωγοί επέκτειναν τις εκτάσεις τους (μόνο κατά 740 εκτάρια περίπου), δεν είναι ορθή. Πράγματι, η γενική απαγόρευση της επεκτάσεως των φυτειών, όπως την επιβεβαίωσε η Επιτροπή, δεν ανταποκρίνεται καθόλου προς το σκοπό των ενισχύσεων.
Τέλος, η καθής προβάλλει ότι η Επιτροπή υποτιμά το επιχείρημα που αναφέρεται στην παραβίαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Από την απάντηση προκύπτει ότι η Επιτροπή συνηγορεί υπέρ μιας μεταχειρίσεως των παραγωγών λυκίσκου, που συνιστά διάκριση. Αν οι περιορισμοί στην απόλαυση της κυριότητας επιβάλλονταν στους παραγωγούς που λαμβάνουν την αντίστοιχη ενίσχυση, όπως και στους παραγωγούς, για τους οποίους το μόνο όφελος είναι η βελτίωση της ζητήσεως λυκίσκου, το κοινοτικό σύστημα θα κατέληγε σε γενικευμένη παραβίαση της κυριότητας. Το σύστημα αυτό θα επέβαλλε πράγματι ιδιαίτερη θυσία σε ορισμένους παραγωγούς λυκίσκου, η οποία λόγω της ελλείψεως αποζημιώσεως ή οιουδήποτε αντισταθμίσματος, θα παραβίαζε προφανώς το θεμελιώδες δικαίωμα της αδιατάραχτης απολαύσεως της κυριότητας.
IV — Προφορική Διαδικασία
Οι διάδικοι αγόρευσαν κατά τη συνεδρίαση της 1ης Φεβρουαρίου 1983.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του στη συνεδρίαση της 10ης Μαρτίου 1983.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 25 Μαρτίου 1982, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε δυνάμει του άρθρου 169 της συνθήκης ΕΟΚ προσφυγή ζητώντας να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέοη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη συνθήκη, επειδή δεν μερίμνησε ώστε οι ομάδες παραγωγών να συμμορφωθούν, υπό την ιδιότητα τους αυτή, προς την απαγόρευση της επεκτάσεως των φυτειών λυκίσκου σε περίπτωση χορηγήσεως ενισχύσεων, όπως προβλέπεται από το άρθρο 4 του κανονισμού 2253/77 του Συμβουλίου, της 11ης Οκτωβρίου 1977, περί διαρθρωτικών μέτρων στον τομέα του λυκίσκου (ABl. 261, σ. 1).
2
Ο κανονισμός 2253/77 θεσπίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής των άρθρων 8 και 9 του κανονισμού 1696/71 του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 1971, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του λυκίσκου (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/007, σ. 22). Το άρθρο 8 αφορά τη χορήγηση ενισχύσεων στις αναγνωρισμένες ομάδες παραγωγών για να ενθαρρυνθεί η σύσταση τους και να διευκολυνθεί η λειτουργία τους. Το άρθρο 9 αναφέρεται στη χορήγηση ενισχύσεων στις ομάδες παραγωγών για τις εργασίες μετατροπής των ποικιλιών και αναδιαρθρώσεως των φυτειών.
3
Το άρθρο 9 του κανονισμού 1696/71 τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1170/77 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/018, σ. 101). Στην παράγραφο 3, όπως τροποποιήθηκε, προβλέπει ότι τα κράτη μέλη δύνανται να χορηγούν ενισχύσεις στις αναγνωρισμένες ομάδες παραγωγών για τις ενέργειες μετατροπής ποικιλιών και αναδιαρθρώσεως των φυτειών, εφόσον με τις ενέργειες αυτές επέρχεται μείωση τουλάχιστον 40 ο/ο της εκτάσεως, επί της οποίας πραγματοποιούνται.
4
Την έννοια του όρου «ομάδα παραγωγών» δίνει το άρθρο 7 του κανονισμού 1696/71, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 1170/77. Σύμφωνα με τον ορισμό αυτό, οι αναγνωρισμένες ομάδες παραγωγών αποτελούνται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από παραγωγούς λυκίσκου, συνιστώνται με την πρωτοβουλία των παραγωγών αυτών, με σκοπό την επίτευξη ορισμένων στόχων στον τομέα της παραγωγής και της εμπορίας του λυκίσκου, μεταξύ των οποίων του στόχου «να προσαρμόζουν από κοινού» την παραγωγή των μελών τους στις απαιτήσεις της αγοράς «και να την βελτιώνουν, ιδίως με τη μετατροπή των ποικιλιών και την αναδιάρθρωση των φυτειών». Οι άλλοι στόχοι περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την προαγωγή της ορθολογικής οργανώσεως και της μηχανοποιήσεως της καλλιέργειας και της συγκομιδής, τη θέσπιση κοινών κανόνων παραγωγής και την εμπορία του συνόλου της παραγωγής των μελών τους.
5
Σύμφωνα με το άρθρο 7, οι ομάδες παραγωγών αναγνωρίζονται από τα κράτη μέλη εφόσον πληρούν ορισμένες γενικές προϋποθέσεις, ιδίως την προϋπόθεση να εφαρμόζουν κοινούς κανόνες παραγωγής και διαθέσεως στην αγορά. Σύμφωνα με τον κανονισμό 2564/77 της Επιτροπής, της 22ας Νοεμβρίου 1977 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/019, σ. 184), οι κοινοί αυτοί κανόνες περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, διατάξεις που αφορούν τη χρησιμοποίηση ποικιλιών, οι οποίες καθορίζονται κατά την ανανέωση των φυτειών ή τη δημιουργία νέων φυτειών, την τήρηση ορισμένων μεθόδων καλλιέργειας, τη συγκομιδή και την αποξήρανση, καθώς και διατάξεις που αφορούν τις ποσότητες λυκίσκου που επιτρέπεται να πωλούν οι ίδιοι οι παραγωγοί και τους κανόνες που ρυθμίζουν αυτές τις πωλήσεις.
6
Η προκειμένη διαφορά αφορά ουσιαστικά τις συνέπειες της χορηγήσεως των ενισχύσεων για τη μετατροπή των ποικιλιών και την αναδιάρθρωση των φυτειών που προβλέπονται από το άρθρο 9 του κανονισμού 1696/71, όπως χορηγούνται στις αναγνωρισμένες ομάδες παραγωγών.
7
Ο κανονισμός 2253/77 προβλέπει, καταρχήν, στο άρθρο 3 ότι οι εν λόγω ενισχύσεις χορηγούνται κατόπιν προσκομίσεως στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών σχεδίου μετατροπής των ποικιλιών και αναδιαρθρώσεως των φυτειών «το οποίο συνεπάγεται τη μείωση τουλάχιστον κατά 40 ο/ο των συνολικών εκτάσεων, οι οποίες έχουν καταγραφεί στις 30 Ιουνίου 1977 και επί των οποίων εφαρμόζεται».
8
Ο ίδιος κανονισμός ορίζει, στη συνέχεια, στο άρθρο 4 ότι «για περίοδο τριών ετών μετά την εφαρμογή του σχεδίου μετατροπής των ποικιλιών και αναδιαρθρώσεως των φυτειών λυκίσκου, οι αναγνωρισμένες ομάδες παραγωγών δεν μπορούν να φυτεύουν με λυκίσκο έκταση μεγαλύτερη από αυτί] που προκύπτει από την εφαρμογή αυτού του σχεδίου».
9
Η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι η απαγόρευση της επεκτάσεως που προβλέπεται από το άρθρο 4 του κανονισμού 2253/77 εφαρμόζεται σ' εκείνη την ομάδα παραγωγών, η οποία υπό την ιδιότητα αυτή υπέβαλε το σχέδιο διαρθρωτικών μέτρων με σκοπό να επιτύχει τη χορήγηση των ενισχύσεων. Επειδή η απαγόρευση του άρθρου 4 είναι γενικής εκτάσεως, κανένα μέλος της ομάδας παραγωγών δεν δικαιούται να επεκτείνει τις φυτευμένες με λυκίσκο εκτάσεις του επί τρία έτη μετά την πραγματοποίηση του σχεδίου.
10
Αφού διαπίστωσε ότι οι οδηγίες, με τις οποίες το υπουργείο γεωργίας της Βαυαρίας είχε πληροφορήσει τις αναγνωρισμένες στην ομόσπονδη αυτή χώρα ομάδες παραγωγών για τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την πραγματοποίηση ενός σχεδίου μετατροπής και αναδιαρθρώσεως, δεν συμμορφώνονταν προς την απαγόρευση του άρθρου 4, κατά την ανωτέρω ερμηνεία, η Επιτροπή επικοινώνησε εγγράφως με την κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Πάντως, η τελευταία αμφισβήτησε την ερμηνεία που έδωσε η Επιτροπή στο άρθρο 4.
11
Συγκεκριμένα, όπως ισχυρίστηκε η γερμανική κυβέρνηση, από το άρθρο 3 του κανονισμού 2253/77, σύμφωνα με το οποίο το σχέδιο μετατροπής και αναδιαρθρώσεως πρέπει να συνεπάγεται μείωση τουλάχιστον 40 ο/ο της συνολικής εκτάσεως «επί της οποίας εφαρμόζεται το σχέδιο», προκύπτει ότι το σχέδιο δεν αφορά κατ' ανάγκη τη συνολική έκταση των φυτειών των παραγωγών που ανήκουν στην ομάδα. Οι παραγωγοί, των οποίων οι εκτάσεις δεν περιλαμβάνονται στο σχέδιο και οι οποίοι, συνεπώς, δεν δικαιούνται ενισχύσεως δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 2253/77, δεν δεσμεύονται από τις υποχρεώσεις οι οποίες απορρέουν από την εφαρμογή του σχεδίου σύμφωνα με το άρθρο 4 του εν λόγω κανονισμού.
12
Δεδομένου ότι δεν κατέστη δυνατό με την αλληλογραφία και τις συζητήσεις μεταξύ των αρμόδιων υπηρεσιών της Επιτροπής και της γερμανικής κυβερνήσεως να αρθούν οι διαφωνίες ως προς την ερμηνεία, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή.
13
Η διαφωνία των διαδίκων αναφέρεται κυρίως στο γράμμα της επίδικης διατάξεως. Κατά την Επιτροπή, η διατύπωση του άρθρου 4, σύμφωνα με το οποίο, για περίοδο τριών ετών μετά την πραγματοποίηση του σχεδίου «οι αναγνωρισμένες ομάδες παραγωγών δεν μπορούν να φυτεύσουν με λυκίσκο», έκταση μεγαλύτερη «από αυτή που προκύπτει από την εφαρμογή του σχεδίου αυτού», εκφράζει σαφώς τον κανόνα ότι η απαγόρευση επεκτάσεως αφορά την ομάδα ως ομάδα και όχι τον παραγωγό που έχει εφαρμόσει ατομικά τα εν λόγω διαρθρωτικά μέτρα.
14
Αντιθέτως, η γερμανική κυβέρνηση φρονεί ότι η απαγόρευση της επεκτάσεως, που προβλέπεται από το άρθρο 4, πρέπει να έχει το ίδιο πεδίο ενέργειας με τη μείωση των καλλιεργούμενων εκτάσεων, την οποία πραγματεύεται το άρθρο 3, που αναφέρεται σε τμήμα «της συνολικής εκτάσεως ... επί της οποίας εφαρμόζεται το σχέδιο», άρα αφορά μόνο τους παραγωγούς, των οποίων οι εκτάσεις περιλαμβάνονται στο σχέδιο.
15
Η Επιτροπή επικαλείται στη συνέχεια τη σκοπιμότητα του συστήματος των ενισχύσεων λόγω μετατροπής και αναδιαρθρώσεως. Το σύστημα αυτό που θεσπίστηκε για να αντιμετωπιστούν οι δυσκολίες διαθέσεως που είχαν αναφανεί στην αγορά του λυκίσκου, έχει ως σκοπό να συνδυάσει την ποιοτική βελτίωση της παραγωγής με αισθητή μείωση των εκτάσεων, στις οποίες έγινε η μετατροπή, προκειμένου να επιτευχθεί ισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζητήσεως. Η μείωση των εκτάσεων κατά 40 ο/ο τουλάχιστον που απαιτεί το άρθρο 9 του κανονισμού 1696/71 θα έχανε τη σημασία της, αν μπορούσε να αντισταθμιστεί με την επέκταση των εκτάσεων των μελών των ομάδων παραγωγών που δεν συμμετείχαν ευθέως στις εργασίες αναδιαρθρώσεως.
16
Η γερμανική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το σύστημα των ενισχύσεων έχει ως σκοπό να προκαλέσει την προαιρετική συνεργασία των παραγωγών στην πραγματοποίηση των διαρθρωτικών μέτρων. Τα συστήματα αυτά, στα οποία περιλαμβάνονται επίσης πριμοδοτήσεις για τη σφαγή γαλακτοφόρων αγελάδων και επιδοτήσεις για τη διάλυση σκαφών εσωτερικής ναυσιπλοΐας, δεν περιορίζουν την οικονομική ελευθερία των παραγωγών, οι οποίοι δεν λαμβάνουν κοινοτικές ενισχύσεις.
17
Για να προσδιοριστεί η έκταση εφαρμογής του άρθρου 4 του κανονισμού 2253/77, η ερμηνεία του οποίου αμφισβητείται, πρέπει να εξεταστεί το αντικείμενο του συστήματος των ενισχύσεων για μετατροπή και για αναδιάρθρωση μέσα στο πλαίσιο της οργανώσεως αγοράς στον τομέα του λυκίσκου, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1170/77.
18
Στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 1170/77 αναφέρεται ότι από της εφαρμογής της κοινής οργανώσεως αγοράς στον εν λόγω τομέα το 1971η κατάσταση της αγοράς του λυκίσκου έχει μεταβληθεί ριζικά και χαρακτηρίζεται από έλλειψη ισορροπίας μεταξύ προσφοράς και ζητήσεως, γεγονός που επιφέρει καθίζηση των τιμών. Αυτή η έλλειψη ισορροπίας προκύπτει, αφενός, από υπερβολική αύξηση των εκτάσεων λυκίσκου, ιδίως ορισμένων ποικιλιών και, αφετέρου, από τη χρησιμοποίηση μικρότερων ποσοτήτων λυκίσκου στην παρασκευή της μπύρας.
19
Στις ίδιες αιτιολογικές σκέψεις υπογραμμίζεται ότι για να επιτευχθεί ισορροπία μεταξύ της προσφοράς και της ζητήσεως οι παραγωγοί λυκίσκου πρέπει να ενώνονται σε ομάδες παραγωγών που, στην περίπτωση αυτή, θα μπορούν να επηρεάζουν καλύτερα τον προσανατολισμό της παραγωγής και τη ρύθμιση της προσφοράς. Επίσης πρέπει να επιδιώκεται ποιοτική προσαρμογή της παραγωγής στην εξέλιξη της αγοράς με την επέκταση του συστήματος των ενισχύσεων στη μετατροπή των ποικιλιών και στην αναδιάρθρωση των φυτειών, πλην όμως να εξαρτάται η χορήγηση των εν λόγω ενισχύσεων από τον όρο της αισθητής μειώσεως των μετατρεπόμενων εκτάσεων.
20
Οι απόψεις που υποστηρίζει η γερμανική κυβέρνηση δεν συμβιβάζονται με τους μνημονευθέντες σκοπούς των τροποποιήσεων που έγιναν το 1977.
21
Πρώτον, οι απόψεις αυτές θεμελιώνονται στη σκέψη ότι οι ενισχύσεις χορηγούνται ατομικά στους παραγωγούς και ότι η απαγόρευση της επεκτάσεως των καλλιεργούμενων εκτάσεων αφορά μόνον ατομικά τους παραγωγούς, οι οποίοι λαμβάνουν ενισχύσεις, ενώ η ομάδα παραγωγών ενεργεί μόνο ως υπηρεσία πληρωμών. Σχετικώς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η ρύθμιση του 1977 έχει ως σκοπό ακριβώς να επιτρέψει στις ομάδες παραγωγών, στις οποίες χορηγούνται οι εν λόγω ενισχύσεις δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 1696/71, να συμβάλουν στην επιδίωξη ισορροπίας στην αγορά, επηρεάζοντας, μεταξύ άλλων, την παραγωγή και την προσφορά.
22
Δεύτερον, οι απόψεις της γερμανικής κυβερνήσεως θα είχαν ως συνέπεια ότι οι ενωμένοι σε ομάδα παραγωγοί θα μπορούσαν να πραγματοποιούν εκριζώσεις στις εκτάσεις ορισμένων από αυτούς και να λαμβάνουν τις ανάλογες κοινοτικές ενισχύσεις, ενώ ταυτοχρόνως θα μπορούσαν να αυξάνουν τις φυτείες λυκίσκου στις εκτάσεις άλλων μελών της ίδιας ομάδας. Είναι φανερό ότι αυτό αντιβαίνει σ' έναν από τους κύριους στόχους της ρυθμίσεως του 1977 που έγκειται στη μείωση της προσφοράς λυκίσκου με τον περιορισμό της συνολικής καλλιεργούμενης εκτάσεως.
23
Συνεπώς, το άρθρο 4 του κανονισμού 2253/77 πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι η απαγόρευση της επεκτάσεως των καλλιεργούμενων με λυκίσκο εκτάσεων, την οποία θεσπίζει, εφαρμόζεται σ' όλους τους παραγωγούς μέλη της αναγνωρισμένης ομάδας παραγωγών, η οποία λαμβάνει την ενίσχυση είτε τους αφορούν ατομικά τα εν λόγω διαρθρωτικά μέτρα είτε όχι.
24
Η γερμανική κυβέρνηση προβάλλει ακόμα ότι η ερμηνεία αυτή του άρθρου 4 του κανονισμού 2253/77 παραβιάζει ένα θεμελιώδες δικαίωμα, δηλαδή το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, δεδομένου ότι οι παραγωγοί που ούτε έχουν συνεργαστεί στην πραγματοποίηση των διαρθρωτικών μέτρων ούτε έχουν λάβει αντίστοιχες ενισχύσεις υποχρεούνται, εντούτοις, να μην αυξήσουν τις φυτευμένες εκτάσεις τους.
25
Το επιχείρημα όμως αυτό στηρίζεται σε εσφαλμένη αντίληψη της θέσεως της ομάδας παραγωγών στο πλαίσιο της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως στον τομέα του λυκίσκου. Τα αρμόδια όργανα της ομάδας παραγωγών αποφασίζουν αν πρέπει ή όχι να πραγματοποιήσουν επιδοτούμενες εργασίας μετατροπής και αναδιαρθώσεως και δεσμεύουν κατ' αυτόν τον τρόπο την ομάδα και όλα τα μέλη της να αναλάβουν τις αντίστοιχες υποχρεώσεις. Ο παραγωγός δεσμεύεται ατομικά από τις αποφάσεις αυτές, όπως και από κάθε άλλη απόφαση που λαμβάνουν εγκύρως τα όργανα της ομάδας δυνάμει των γενικών κανόνων που εφαρμόζονται στις ενώσεις προσώπων.
26
Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη συνθήκη, επειδή δεν μερίμνησε ώστε οι εγκατεστημένες στο έδαφος της ομάδες παραγωγών να συμμορφωθούν προς την απαγόρευση της επεκτάσεως των φυτειών λυκίσκου σε περίπτωση χορηγήσεως ενισχύσεων λόγω μετατροπής των ποικιλιών και αναδιαρθρώσεως των φυτειών, απαγόρευση που προβλέπεται από το άρθρο 4 του κανονισμού 2253/77.
Επί των δικαστικών εξόδων
27
Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, αν υπάρχει σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η καθής ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
κρίνει και αποφασίζει:
1)
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, μη μεριμνώντας ώστε να συμμορφωθούν οι εγκατεστημένες στο έδαφος της ομάδες παραγωγών προς την απαγόρευση της επεκτάσεως των φυτειών λυκίσκου σε περίπτωση ενισχύσεων λόγω μετατροπής των ποικιλιών και αναδιαρθρώσεως των φυτειών, απαγόρευση που προβλέπεται από το άρθρο 4 του κανονισμού 2253/77 του Συμβουλίου, της 11ης Οκτωβρίου 1977, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη συνθήκη.
2)
Καταδικάζει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
Meitēns de Wilmars
Pescatore
O'Keeffe
Bosco
Koopmans
Due
Bahlmann
Κρίθηκε και δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 19 Απριλίου 1983.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
J. Mertens de Wilmars
Full & Egal Universal Law Academy