ΕΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 116/82 ( *1 )
I — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Α — Οι παραβάσεις που αποδίδονται στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση
1.
Η Επιτροπή υπογράμμισε στην προσφυγή της τις τέσσερις ακόλουθες περιπτώσεις εθνικών διατάξεων, που θεσπίστηκαν και εφαρμόστηκαν κατά παράβαση των κοινοτικών διατάξεων:
α)
απαγόρευση εισαγωγής οίνου που όεν παρήχθη σύμφωνα με τις νομοθετικές διατάξεις που ισχύουν στο κράτος μέλος παραγωγής' η απαγόρευση θεσπίστηκε με το άρθρο 18, παράγραφος 1, σημείο 1, στοιχεία α ) και β ), του νόμου περί οίνων της 14ης Ιουλίου 1971 (Bundesgesetzblatt, BGBl. 1971 Ι, σ. 893)
β )
απαγόρευση ανάμειξης αλλοδαπών vins de liqueur με vin de liqueur καταγωγής τρίτων χωρών η απαγόρευση θεσπίστηκε με το άρθρο 23, παράγραφος 2, του προαναφερθέντος νόμου περί οίνων
γ)
επιτρεπτό επεξεργασίας των v.q.p.r.d. εκτός οινικών περιοχών, δυνάμει του άρθρου 64 του ίδιου νόμου περί οίνων
δ)
ασαφής οριοΰέτηση των περιοχών που είναι κατάλληλες για παραγωγή v.q.p.r.d. η οριοθέτηση αυτή εισήχθη με τον εκτελεστικό κανονισμό περί οίνων, vin de liqueur και ποτών με βάση τον οίνο ( BGBl. 1971 Ι, σ. 926), στο παράρτημα IV, τμήμα Ι, σημείο 11.
Β — Η διαδικασία
2.
Η Επιτροπή, εκτιμώντας ότι οι προαναφερθείσες διατάξεις αντίκεινται στη Συνθήκη και στις διατάξεις που έχουν θεσπιστεί μέσα στο πλαίσιο της κοινής οργάνωσης της αμπελο-οινικής αγοράς άρχισε τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ με έγγραφο της 12ης Ιουνίου 1972, προσκαλώντας την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της επί των διαφόρων παραβάσεων.
3.
Με έγγραφο της 27ης Νοεμβρίου 1972, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έλαβε θέση και εξέφρασε τις απόψεις της επί των προαναφερομένων σημείων.
4.
Στις 18 Οκτωβρίου 1973, η Επιτροπή διατύπωσε δύο αιτιολογημένες γνώμες που διαβιβάστηκαν στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση στις 25 Οκτωβρίου 1973. Η μία από αυτές τις γνώμες που αφορά τα είδη « Sekt », « Weinbrand » και « Prädikatssekt » διαχωρίστηκε και οδήγησε στο μεταξύ σε προσφυγή που αποτέλεσε το αντικείμενο της υπόθεσης 12/74 (απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1975, Sig. σ. 181).
5.
Η δεύτερη αιτιολογημένη γνώμη αφορά κυρίως τις παραβάσεις που διώκονται με την παρούσα διαδικασία. Στις 6 Φεβρουαρίου 1974, η Επιτροπή έλαβε για πρώτη φορά την απόφαση να προσφύγει στο Δικαστήριο κατά των προαναφερομένων παραβάσεων.
6.
Οι παραβάσεις που διώκονται από την Επιτροπή αποτέλεσαν στη συνέχεια αντικείμενο πολλών συζητήσεων, συνεπεία δε των δηλώσεων της γερμανικής κυβερνήσεως ότι έλαβε μέτρα για την τροποποίηση των προσβαλλομενων διατάξεων, η Επιτροπή ανέβαλε πολλές φορές την απόφασή της να προσφύγει στο Δικαστήριο.
7.
Δεδομένου όμως ότι οι διαβουλεύσεις δεν ικανοποίησαν την Επιτροπή, η τελευταία κατέθεσε στις 4 Απριλίου 1982 την υπό κρίση προσφυγή. Η έγγραφη διαδικασία ακολούθησε κανονικό ρυθμό.
8.
Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση τόνισε, στο υπόμνημα αντικρούσεως της 15ης Σεπτεμβρίου 1982, ότι τα άρθρα 18 και 23, παράγραφος 2, του νόμου περί οίνων του 1971 καταργήθηκαν από τον τροποποιητικό νόμο της 27ης Αυγούστου 1982 (BGBl. 1982 Ι, σ. 1177), έτσι ώστε οι παραβάσεις που αναφέρονται πιο πάνω υπό α ) και β ) ρυθμίστηκαν κατ' ουσία.
9.
Η Επιτροπή παραδέχτηκε στο απαντητικό της υπόμνημα της 17ης Φεβρουαρίου 1983 ότι με αυτό τον τρόπο καταργήθηκε η παράβαση της Συνθήκης ως προς αυτά τα δύο επίμαχα σημεία και παραιτήθηκε από το να ζητήσει τη διαπίστωση της παράβασης, αλλά ζήτησε να καταδικαστεί η καθής κυβέρνηση στα δικαστικά έξοδα ως προς αυτούς τους δύο λόγους.
10.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Δεδομένου ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση επικαλέστηκε στην ανταπάντηση της ότι ελήφθησαν μέτρα σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο έτσι ώστε ρυθμίστηκε κατ' ουσίαν και η παράβαση που προαναφέρεται υπό στοιχείο δ), το Δικαστήριο κάλεσε με το από 21 Νοεμβρίου 1985 έγγραφο την Επιτροπή να λάβει θέση επί του ισχυρισμού της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Η Επιτροπή, με έγγραφο της 18ης Δεκεμβρίου 1985, παραιτήθηκε από τη διαπίστωση της εν λόγω παράβασης ζητώντας πάντως να καταδικαστεί η ομοσπονδιακή κυβέρνηση στα δικαστικά έξοδα ως προς αυτό το λόγο.
II — Τα αιτήματα των διαδίκων
11.
Η Επιτροπή ζητεί με την προσφυγή της από το Δικαστήριο:
« 1)
να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη:
(1)
παραβιάζοντας, με τη θέσπιση και εφαρμογή του άρθρου 18, παράγραφος 1, του νόμου περί οίνων την αρχή της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων που χρησιμεύει σαν βάση για την κοινή οργάνωση των αμπελοοινικών αγορών
(2)
παραβιάζοντας τον κανονισμό (ΕΟΚ) 337/79, και ιδίως το άρθρο 43, παράγραφος 4, με τη θέσπιση και εφαρμογή του άρθρου 23, παράγραφος 2, αριθ. 2, του νόμου περί οίνων
(3)
παραβιάζοντας το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1698/70 της Επιτροπής της 25ης Αυγούστου 1970, με το να συνεχίζει να επιτρέπει την επεξεργασία v.q.p.r.d. εκτός των καθοριμένων περιοχών ή των περιοχών άμεσης γειτνίασης·
(4)
παραβαίνοντας τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 338/79 περί καθορισμού ειδικών διατάξεων σχετικών με τους οίνους ποιότητος που παράγονται εντός καθορισμένων περιοχών·
2)
να καταδικαστεί η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα ».
12.
Στην απάντηση της η Επιτροπή και με έγγραφο της 13ης Δεκεμβρίου 1985 παραιτήθηκε από το αίτημα των παραβάσεων της Συνθήκης ως προς τα σημεία ( 1 ), ( 2 ) και ( 4 ), και διατήρησε το αίτημά της ως προς την καταδίκη της ομοσπονδιακής κυβέρνησης στα έξοδα.
13.
Η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας ζήτησε με το υπόμνημα αντικρούσεως από το Δικαστήριο:
« 1)
να αποφανθεί ότι το αντικείμενο της προσφυγής ρυθμίστηκε κατ' ουσίαν ως προς τους λόγους που αναφέρονται υπό ( 1 ) και ( 2) [λόγοι προσφυγής 1 ( 1 ) και (2)]·
2)
να απορρίψει τα λοιπά αιτήματα της προσφυγής·
3)
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα ».
III — Ανασκόπηση των εφαρμοστέων κοινοτικών διατάξεων
14.
Ο κανονισμός 817/70 του Συμβουλίου της 28ης Απριλίου 1970 θέσπισε τις ειδικές διατάξεις για τους v.q.p.r.d. (JO L 99, σ. 20 ). Κατά το άρθρο 3:
« 1)
Κάθε κράτος μέλος καταρτίζει κατάλογο ποικιλιών καταλλήλων για την παραγωγή καθενός από τους v.q.p.r.d. που παράγονται στην περιοχή του...
2)
...
3)
Οι ποικιλίες που δεν εμφαίνονται στον κατάλογο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 απομακρύνονται από τα αμπελο-τεμάχια ή τμήματα των αμπελοτεμαχίων που προορίζονται για παραγωγή v.q.p.r.d.
Εντούτοις, κατά παρέκκλιση από το προηγούμενο εδάφιο, η παρουσία ποικιλιών που δεν αναφέρονται στον κατάλογο δύναται να γίνει αποδεκτή από τα κράτη μέλη κατά τη διάρκεια μιας περιόδου 2 ετών... » υπό ορισμένες προϋποθέσεις.
Το άρθρο 5 ορίζει:
« 1)
α)
Οι v.q.p.r.d. δεν λαμβάνονται παρά μόνον από σταφυλές που προέρχονται από ποικιλίες που περιλαμβάνονται στον κατάλογο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 3 και τρυ-γούνται εντός της καθορισμένης περιοχής.
Η ανωτέρω διάταξη δεν αποτελεί εμπόδιο στην παρασκευή ενός v.q.p.r.d. με τους όρους που αναφέρονται στο άρθρο 3, παράγραφος 3, ή στην παραγωγή του σύμφωνα με παραδοσιακές πρακτικές.
β)
...
2)
Η μεταποίηση των σταφυλών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, περίπτωση α), σε γλεύκος και του γλεύκους σε οίνο διασφαλίζεται στο εσωτερικό της καθορισμένης περιοχής που έχουν τρυγηθεί.
Εντούτοις η μεταποίηση μπορεί να πραγματοποιηθεί από την καθορισμένη περιοχή με την επιφύλαξη ότι υφίσταται νομοθεσία πρόσφορη επί θεμάτων ελέγχου και ότι το επιτρέπει η κανονιστική ρύθμιση του παραγωγού κράτους μέλους.
3)
Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου θεσπίζονται κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 7 του κανονισμού 24.
Περιλαμβάνουν ιδίως:
—
τις διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέψουν παρεκκλίσεις από τον κανόνα κατ' εφαρμογή του οποίου η μεταποίηση σταφυλών σε γλεύκος και του γλεύκους σε οίνο γίνεται στο εσωτερικό της καθορισμένης περιοχής.
—
κατάλογο των v.q.p.r.d. που αποτελούν αντικείμενο παραδοσιακών πρακτικών, που αναφέρονται στην παράγραφο 1. »
15.
Η διάταξη αυτή συμπίπτει κατ' ουσίαν με το άρθρο 6 του κανονισμού 338/79 του Συμβουλίου της 5ης Φεβρουαρίου 1979 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 159) που αντικατέστησε και συμπλήρωσε τον κανονισμό 817/70.
16.
Η διαδικασία του άρθρου 7 του κανονισμού 24 περί βαθμιαίας δημιουργίας κοινής οργανώσεως της αμπελοοινικής αγοράς (JO 1962, σ. 989), στην οποία παραπέμπει η πιο πάνω παράγραφος 3, συνίσταται στη θέσπιση άμεσα εφαρμοστέων μέτρων από την Επιτροπή, δηλαδή την « επιτροπή διαχειρίσεως οίνων ». Το άρθρο 7 του κανονισμού 24 αντιστοιχεί από πλευράς κειμένου στο άρθρο 67 του κανονισμού 337/79 του Συμβουλίου, της 5ης Φεβρουαρίου 1979 περί κοινής οργανώσεως της αμπελοοινικής αγοράς ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/024, σ. 1129) που αντικατέστησε και συμπλήρωσε τον κανονισμό 24.
17.
Επί τη βάσει της εξουσιοδοτήσεως του προαναφερθέντος άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 817/70, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό 1698/70 της 25ης Αυγούστου 1970, περί ορισμένων παρεκκλίσεων που αφορούν την επεξεργασία των v.q.p.r.d. ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 176). Κατά το πρώτο άρθρο του, παράγραφος 1 :
« Κατά την επεξεργασία ενός v.q.p.r.d. η μεταποίηση των σταφυλών σε γλεύκος και του γλεύκους σε οίνο σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 817/70 δεν δύναται να πραγματοποιηθεί παρά μόνον εάν επιτρέπεται. »
Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού:
« Η εξουσιοδότηση για μεταποίηση που αναφέρεται στο άρθρο 1 δεν δύναται να δοθεί από τον αρμόδιο οργανισμό των παραγωγών κρατών μελών παρά μόνον στους οινοποιούς που επεξεργάζονται σταφυλές ή γλεύκος σταφυλής, τα οποία προορίζονται να παράγουν v.q.p.r.d. στις εγκαταστάσεις τους και ευρίσκονται σε άμεση γειτνίαση με την εν λόγω καθορισμένη περιοχή. »
Το άρθρο 3 προβλέπει ότι:
« Σταφυλές και γλεύκη σταφυλής που προβλέπονται στο άρθρο 1 πρέπει να φυλάσσονται χωριστά από σταφυλές και γλεύκη σταφυλής ακατάλληλα να δώσουν v.q.p.r.d. »,
και το άρθρο 4 επιβάλλει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν
« τα απαραίτητα μέτρα για να διασφαλισθεί ο έλεγχος της κατοχής, της διακινήσεως και της οινοποιήσεως των σταφυλών και γλευκών που προβλέπονται στο άρθρο 1 »,
για να αποφευχθούν οι κίνδυνοι νοθείας, τους οποίους συνεπάγεται ενδεχόμενη άδεια οινοποιήσεως εκτός της καθορισμένης περιοχής, όπως αναφέρει η τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού. Σύμφωνα με αυτή την αιτιολογική σκέψη η οινοποίηση εκτός της καθορισμένης περιοχής πρέπει να περιοριστεί
« για την περίπτωση που οι σταφυλές και το γλεύκος σταφυλής μεταποιούνται για την παραγωγή v.q.p.r.d., σε εγκατάσταση που ευρίσκεται σε άμεση γειτνίαση με την καθορισμένη περιοχή ».
IV — Οι επίμαχες εθνικές διατάξεις
18.
Η διατύπωση του άρθρου 5 του νόμου περί οίνων έχει ως εξής:
« Μεταποίηση οίνων ποιότητος εκτός καθορισμένης περιοχής
1.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 817/70 και των εκτελεστικών κανονισμών που εκδόθηκαν από το Συμβούλιο και από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η μεταποίηση των σταφυλών σε γλεύκος και του γλεύκους σε οίνο προς παραγωγή ενός v.q.p.r.d. μπορεί να επιτραπεί και εκτός της καθορισμένης περιοχής, όπου τρυγήθηκαν οι εν λόγω σταφυλές. Οι κυβερνήσεις των αμπελουργικών Lander στο έδαφος των οποίων πρέπει να γίνει η μεταποίηση υποδεικνύουν τους οργανισμούς που είναι αρμόδιοι για την έκδοση της άδειας. »
19.
Το άρθρο 64 του ίδιου νόμου έχει την εξής διατύπωση:
« Επεξεργασία
Η άδεια, ανάλογη με εκείνην που προβλέπεται στο άρθρο 5 για τον οίνο ποιότητος (άρθρο 11 ), μπορεί να χορηγηθεί μέχρι τις 31 Αυγούστου 1976 ακόμα και για μεταποίηση που πραγματοποιείται εντός της γερμανικής αμπελουργικής περιοχής (άρθρο 10, παράγραφος 8 ), αρκεί αυτό να είναι σύμφωνο με παραδοσιακή πρακτική κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, περίπτωση α), δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 817/70. »
V — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
20.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η κατάσταση πραγμάτων που συνίσταται στην εφαρμογή του άρθρου 5 του εθνικού νόμου πέρα από την 31η Αυγούστου 1976 αντίκειται στην κοινοτική νομοθεσία. Οι " παραδοσιακές πρακτικές τις οποίες επιτρέπει το άρθρο 5, παράγραφος 1, περίπτωση α), του κανονισμού 817/70 δεν αφορούν, κατά τη γνώμη της Επιτροπής, παρά τον τόπο του τρύγου και όχι τον τόπο μεταποίησης που ρυθμίζεται από τη δεύτερη παράγραφο της εν λόγω διάταξης.
21.
Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση αμύνεται υποστηρίζοντας ότι το άρθρο 5, παράγραφος 2, του προαναφερθέντος κανονισμού 817/70 επιτρέπει τη χορήγηση αδειών κατά παρέκκλιση. Υποστηρίζει ότι το προαναφερόμενο άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1698/70 της Επιτροπής είναι ανίσχυρο καθό μέρος επιφέρει περιορισμό σ' αυτό το άρθρο 5. Προβάλλει στην ουσία τρεις ισχυρισμούς κατά του κύρους.
Πρώτος ισχυρισμός: μη τήρηση από την Επιτροπή των ορίων εξουσιοδότησης
22.
Κατά την ομοσπονδιακή κυβέρνηση το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 817/70 (που αντιστοιχεί στο άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 338/79) θεσπίζει έναν κανόνα και μία εξαίρεση: ο κανόνας είναι ότι η οινοποίηση πρέπει να πραγματοποιείται εντός της καθορισμένης περιοχής' η εξαίρεση είναι ότι επιτρέπεται η οινοποίηση εκτός αυτών των περιοχών σε περιπτώσεις που συνιστούν « παραδοσιακές μεθόδους » με τη μόνη επιφύλαξη ότι εξασφαλίζεται πρόσφορος έλεγχος. Αυτοί οι κανονισμοί του Συμβουλίου δεν επιβάλλουν κανέναν άλλο περιορισμό στα κράτη μέλη, ούτε εδαφικό ούτε χρονικό. Κατά συνέπεια, η εξουσιοδότηση που παρέχεται στην Επιτροπή με την τρίτη παράγραφο του άρθρου 5 να λαμβάνει μέτρα εφαρμογής δεν έχει άλλη έννοια παρά να της αναθέσει το καθήκον να επιβλέπει τη μη καταχρηστική εφαρμογή των αρμοδιοτήτων που ανήκουν, δυνάμει αυτής της διάταξης, στα κράτη μέλη. Η Επιτροπή συνεπώς θεσπίζοντας το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1698/70, αντιποιήθηκε τις αρμοδιότητες των κρατών μελών καθιστώντας έτσι κενό εννοίας και περιεχομένου το δικαίωμά τους να επιτρέπουν την μεταποίηση εκτός των καθορισμένων περιοχών. Πράγματι, η διάταξη αυτή δεν επιτρέπει παρά μία μόνο εξαίρεση υπέρ των επιχειρήσεων που είναι εγκαταστημένες «σε άμεση γειτνίαση » με τις καθορισμένες περιοχές και δεν αφήνει έτσι καμιά άλλη δυνατότητα στα κράτη μέλη που να τους επιτρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα κριτήρια που έχουν σχέση με τους παραδοσιακούς παράγοντες ή με τις ιδιαίτερες περιστάσεις και με τη διαφορετική δομή των επιχειρήσεων μεταποίησης ή των αμπελουργικών εκτάσεων που τους ανήκουν.
23.
Ως προς τα πραγματικά περιστατικά, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση προβάλλει ότι οι επιχειρήσεις που βρίσκονται εκτός των αμπελουργικών περιοχών δεν εκπροσωπούν παρά το 0,5 % του συνόλου. Πρόκειται για επιχειρήσεις που ιδρύθηκαν πριν από δεκαετίες — ή ακόμη και αιώνες — και μερικές από αυτές διαθέτουν αμπέλια σε περισσότερες περιοχές. Εξάλλου το 90 % της παραγωγής σταφυλών της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας μεταποιείται σε v.q.p.r.d. Τέλος, οι δυνατότητες ελέγχου είναι οι ίδιες ή ίσως και αποτελεσματικότερες στις αμφισβητούμενες περιοχές εξαιτίας του αυξημένου αριθμού των ελεγκτών.
24.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι έκαμε νόμιμη χρήση της εξουσιοδότησης της. Παρέμεινε μέσα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της για να εξεύρει ένα μέσο εγκαθιδρύσεως της ενιαίας αγοράς. Το κριτήριο της « άμεσης γειτνίασης », διατηρήθηκε με ομόφωνη συναίνεση της επιτροπής διαχείρισης, είναι κριτήριο αντικειμενικό και αφήνει περιθώριο στα κράτη μέλη να συγκεκριμενοποιήσουν κατά την αντίληψη τους τον αόριστο νομικό όρο της « άμεσης γειτνίασης ». Αντίθετα, τα κριτήρια που προτείνει η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν συμβιβάζονται με την αμπελουργική πολιτική της Κοινότητας, που αποβλέπει στη βελτίωση της ποιότητας παραγωγής και στην προστασία των v.q.p.r.d.
Αεύτερος ισχυρισμός: παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας
25.
Με αυτό τον ισχυρισμό,προφανώς επικουρικό, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ο περιορισμός της δυνατότητας οινοποίησης μόνον στις περιοχές « άμεσης γειτνίασης» δεν είναι αναγκαίο και πρόσφορο μέτρο για την επίτευξη των σκοπών, που συνίστανται στην αποφυγή της νοθείας και στην εξασφάλιση της γνησιότητας της μεταποίησης σε οίνο και τους οποίους η Επιτροπή διατείνεται ότι θέλει να πραγματοποιήσει με τη θέσπιση του κανονισμού 1698/70. Οι κίνδυνοι νοθείας μπορούν να αποσοβηθούν με το λιγότερο καταναγκαστικό μέτρο του αυξημένου ελέγχου· τέτοιος έλεγχος είναι πιο αποτελεσματικός σε επιχειρήσεις εγκατεστημένες εκτός των καθορισμένων περιοχών, λόγω του περιορισμένου αριθμού τους. Εξάλλου η γνησιότητα της μεταποίησης σε οίνο δεν θα συνδεόταν αποκλειστικά με χαρακτηριστικά ίδια μιας περιοχής. Μπορεί να συμβαίνει κάτι διαφορετικό σε άλλα κράτη μέλη, αλλά στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία η τεχνολογία οινοποίησης αυτή καθαυτή δεν παρουσιάζει διαφορές στη διαδικασία επεξεργασίας οίνων ποιότητας που προέρχονται από διαφορετικές περιοχές. Το επιχείρημα που έχει αντλήσει η Επιτροπή από εμπειρίες από άλλα κράτη μέλη είναι ανεφάρμοστο, καθόσον οι συνθήκες δεν συγκρίνονται ούτε στο ελάχιστο, λόγω των διαφορετικών παραδόσεων και συνηθειών.
26.
Η Επιτροπή θεωρεί το επίμαχο μέτρο αναγκαίο, κατάλληλο και πρόσφορο για να θέσει σε εφαρμογή την πολιτική εμπορίας των οίνων, όπως την καθόρισε το Συμβούλιο. Αυτό το μέσο μειώνει τους κινδύνους νοθείας, διότι οι δυνατότητες ελέγχου εντός των καθορισμένων περιοχών διευκολύνουν την αποτροπή λαθραίων και παρανόμων αναμείξεων με οίνους που προέρχονται από άλλες περιοχές ή τρίτες χώρες. Η βεβαιότητα ότι οι σταφυλές και τα γλεύκη προέρχονται από καθορισμένες περιοχές είναι μία από τις απαραίτητες οικονομικές προϋποθέσεις για την πραγματοποίηση ξεχωριστής αγοράς από την αγορά των άλλων οίνων. Τέλος, η Επιτροπή παρατηρεί ότι το επίμαχο μέτρο περιλαμβάνεται επίσης στο πλαίσιο των προσπαθειών που αναπτύσσονται σε διεθνές επίπεδο για την εξασφάλιση μεγαλύτερης προστασίας των ονομασιών καταγωγής.
Τρίτος ισχυρισμός: παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων
27.
Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το εν λόγω μέτρο παραβιάζει επίσης τα θεμελιώδη δικαιώματα των θιγομένων επιχειρήσεων, ιδίως το δικαίωμα ελεύθερης επιλογής επαγγέλματος και το δικαίωμα επί της' ιδιοκτησίας. Ως προς την ελεύθερη επιλογή επαγγέλματος η ομοσπονδιακή κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι τίθεται προφανώς σε κίνδυνο η ελευθερία επιλογής επαγγελματικής δραστηριότητας τουλάχιστον όλων των επιχειρήσεων, η οικονομική υπόσταση των οποίων στηρίζεται στην οινοποίηση, όταν καταργείται το κύριο αντικείμενο της δραστηριότητάς τους, δηλαδή η οινοποίηση. Ο περιορισμός που εισάγεται έτσι χωρίς αντικειμενική αιτιολογία συνιστά δυσανάλογη προσβολή αυτού του θεμελιώδους δικαιώματος.
28.
Ως προς το δικαίωμα επί της ιδιοκτησίας, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία πρεσβεύει ότι η πλειονότητα των επιχειρήσεων που θίγονται από την απαγόρευση της οινοποίησης είναι καταδικασμένες να κλείσουν διότι οι εγκαταστάσεις τους δεν μπορούν, από οικονομική άποψη, ούτε να αναδιοργανωθούν ούτε να πωληθούν με ικανοποιητικούς όρους. Ακόμα κι αν ορισμένες επιχειρήσεις μπορέσουν να επιβιώσουν, η απαγόρευση συνιστά σοβαρή προσβολή της ιδιοκτησίας που δεν δικαιολογείται από το γενικό συμφέρον της Κοινότητας. Καμιά αντικειμενική εκτίμηση του γενικού συμφέροντος δεν φαίνεται ικανή να δικαιολογήσει την κατάργηση του περιορισμένου αριθμού παρεκκλίσεων από την αρχή της « μεταποίησης σε οίνο εντός της περιοχής καλλιέργειας ».
29.
Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση υπογραμμίζει σχετικά ότι οι διάφορες λύσεις, τις οποίες η Επιτροπή διατείνεται ότι πρότεινε για να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα των θιγομένων επιχειρήσεων, δεν συνιστούν παρά μεταβατική περίοδο με σκοπό την παύση της λειτουργίας τους. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν επιφέρει λύση. Η μεταποίηση σε οίνο αποτελεί χαρακτηριστική και παραδοσιακή δραστηριότητα για τις περισσότερες από τις εν λόγω επιχειρήσεις. Ακόμη και για τις πολύπλευρες επιχειρήσεις, η αλλαγή δραστηριότητας θα συνεπαγόταν δυσβάστακτες και αντικειμενικά αδικαιολόγητες δαπάνες και επενδυτικό κόστος.
30.
Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θεωρεί, τέλος, ότι η επίμαχη διάταξη ευνοεί τις επιχειρήσεις εντός των καθορισμένων περιοχών σε βάρος εκείνων που βρίσκονται σε άλλες περιοχές, εισάγοντας έτσι στρέβλωση του ανταγωνισμού.
31.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι το επίμαχο μέτρο δεν οδηγεί σε άρνηση των εν λόγω θεμελιωδών δικαιωμάτων, αλλά περιορίζει την άσκηση τους νόμιμα και δικαιολογείται από το γεγονός ότι θεσπίστηκε προς το συμφέρον της Κοινότητας. Η ελευθερία επιλογής επαγγέλματος δεν καταργείται απλώς περιορίζεται λόγω της νόμιμης αιτίας της προστασίας της γνησιότητας του οίνου, που είναι απαραίτητη για την εγκαθίδρυση οικονομικά αυτόνομης αγοράς των v.q.p.r.d.
32.
Αντίστοιχα δεν θίγεται το δικαίωμα της ιδιοκτησίας καθαυτό, διότι το επίμαχο μέτρο συνιστά απλώς σύννομο περιορισμό στη χρήση της ιδιοκτησίας και ανάλογο με το συμφέρον της Κοινότητας. Εν πάση περιπτώσει η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η επεξεργασία οίνων ποιότητας δεν αντιπροσωπεύει παρά τμήμα μόνο της διαδικασίας μεταποίησης και επεξεργασίας και ότι τα προβλήματα που μπορεί να προκύψουν σε περίπτωση απαγόρευσης οιασδήποτε μεταποίησης μπορούν να ρυθμιστούν κατά τη διάρκεια μεταβατικών περιόδων, ώστε οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις να έχουν τη δυνατότητα να προσαρμοστούν στην καινούρια κατάσταση που δημιουργεί το κοινοτικό δίκαιο. Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος που η Επιτροπή άφησε να κυλήσει ένα σημαντικό χρονικό περιθώριο πριν ασκήσει την προσφυγή λόγω παραβάσεως.
33.
Τέλος, η Επιτροπή θεωρεί ότι το επίμαχο μέτρο δεν θίγει τον ανταγωνισμό παρά για να δημιουργήσει προϋποθέσεις ανταγωνισμού ενιαίες σε όλες τις αμπελουργικές περιοχές της Κοινότητας.
Κ. Κακούρης
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 18ης Σεπτεμβρίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 116/82,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους νομικούς της συμβούλους Gianluigi Campogrande και Peter Karpenstein, επικουρούμενους από τον Meinhard Hilf, του Πανεπιστημίου του Bielefeld, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενης από τον Jochim Sedemund, δικηγόρο Κολωνίας, με τόπο επιδόσεων την Πρεσβεία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, θεσπίζοντας και εφαρμόζοντας τις διατάξεις του νόμου περί οίνων της 14ης Ιουλίου 1971 και του εκτελεστικού κανονισμού «οίνοι» της 15ης Ιουλίου 1971, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις διατάξεις που εκδόθηκαν στο πλαίσιο της κοινής οργάνωσης της αμπελοοινικής αγοράς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, Τ. Koopmans, U. Everling και Κ. Bahlmann, προέδρους τμήματος, Ο. Due, Υ. Galmot και Κ. Κακούρη, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: Κ. Riechenberg, εκτελών καθήκοντα υπαλλήλου διοικήσεως
αφού έλαβε υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 20ής Φεβρουαρίου 1986,
αφού άκουσε τις προτάσεις που ανέπτυξε ο γενικός εισαγγελέας κατά τη συνεδρίαση της 17ης Απριλίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 4 Απριλίου 1982, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, θεσπίζοντας και εφαρμόζοντας τις διατάξεις του νόμου περί οίνων της 14ης Ιουλίου 1971 [BGBl. (Εφημερίδα της Κυβερνήσεως) 1971 Ι, σ. 893 ] και του εκτελεστικού κανονισμού « οίνοι » της 15ης Ιουλίου 1971 ( BGBl. 1971 Ι, σ. 926 ), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις διατάξεις που θεσπίστηκαν στο πλαίσιο της κοινής οργάνωσης της αμπελοοινικής αγοράς.
2
Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας η Επιτροπή παραιτήθηκε των αιτιάσεων της ως προς τρεις ειδικότερες παραβάσεις, αποδιδόμενες στην κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας εμμένοντας, εντούτοις, επί του αιτήματος της προσφυγής της περί καταδίκης της καθής στο σύνολο των δικαστικών εξόδων. Η διαφορά περιορίζεται έτσι στο αν επιτρέπεται η επεξεργασία των οίνων ποιότητας που παράγονται μέσα σε καθορισμένες περιοχές (κατωτέρω v.q.p.r.d.), εκτός των αμπελουργικών περιοχών ή των περιοχών που βρίσκονται σε άμεση γειτνίαση με αυτές, κατ' εφαρμογή του άρθρου 64 του νόμου περί οίνων, ακόμη και μετά την εκπνοή της προθεσμίας που ορίζεται σ' αυτό το άρθρο.
Η σχετική κοινοτική κανονιστική ρύθμιση
3
Οι ειδικές διατάξεις περί v.q.p.r.d. θεσπίστηκαν από τον κανονισμό 817/70 του Συμβουλίου, της 28ης Απριλίου 1970 (ABl. L 99 της 5.5.1970, σ. 20), όπως αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό 338/79 του Συμβουλίου, της 5ης Φεβρουαρίου 1979 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 159 ). Το άρθρο 3 του κανονισμού 817/70 προέβλεπε την κατάρτιση από κάθε κράτος μέλος καταλόγου ποικιλιών κατάλληλων για την παραγωγή των v.q.p.r.d. και ότι οι ποικιλίες που δεν θα περιλαμβάνονταν σ' αυτό τον κατάλογο έπρεπε να καταργηθούν. Στην παράγραφο 3 προβλεπόταν δυνατότητα παρέκκλισης επί τρία έτη.
4
Το άρθρο 5 του ίδιου κανονισμού, που αντιστοιχεί κατά περιεχόμενο στο άρθρο 6 του προαναφερθέντος κανονισμού 338/79, όριζε ότι:
« 1)
α)
Οι v.q.p.r.d. δεν λαμβάνονται παρά μόνο από σταφυλές προερχόμενες από ποικιλίες που περιλαμβάνονται στον κατάλογο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 3 και τρυγοόνται εντός καθορισμένης περιοχής.
Η ανωτέρω διάταξη δεν αποτελεί εμπόδιο στην παρασκευή ενός v.q.p.r.d. με τους όρους που αναφέρονται στο άρθρο 3, παράγραφος 3, ή στην παραγωγή του σύμφωνα με παραδοσιακές πρακτικές.
β)
...
2)
Η μεταποίηση των σταφυλών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, περίπτωση α ), σε γλεύκος και του γλεύκους σε οίνο, διασφαλίζεται στο εσωτερικό της καθορισμένης περιοχής, όπου έχουν τρυγηθεί.
Εντούτοις η μεταποίηση μπορεί να πραγματοποιηθεί έξω από την καθορισμένη περιοχή με την επιφύλαξη ότι υφίσταται νομοθεσία πρόσφορη επί θεμάτων ελέγχου και ότι το επιτρέπει η κανονιστική ρύθμιση του παραγωγού κράτους μέλους.
3)
Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου θεσπίζονται κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 7 του κανονισμού 24.
Περιλαμβάνουν ιδίως:
—
τις διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέψουν παρεκκλίσεις από τον κανόνα, κατ' εφαρμογή του οποίου η μεταποίηση σταφυλών σε γλεύκος και του γλεύκους σε οίνο γίνεται στο εσωτερικό της καθορισμένης περιοχής·
—
κατάλογο των v.q.p.r.d. που αποτελούν αντικείμενο παραδοσιακών πρακτικών που αναφέρονται στην παράγραφο 1. »
5
Βάσει της εξουσιοδότησης του προαναφερθέντος άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 817/70, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό 1698/70 της 25ης Αυγούστου 1970 περί ορισμένων παρεκκλίσεων που αφορούν την επεξεργασία των v.q.p.r.d. ( EE ειδ. έκδ. 03/005, σ. 176 ). Κατά το πρώτο άρθρο, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού:
« Κατά την επεξεργασία ενός v.q.p.r.d. η μεταποίηση των σταφυλών σε γλεύκος και του γλεύκους σε οίνο σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) αριθ. 817/70 δεν δύναται να πραγματοποιηθεί παρά μόνον εάν επιτρέπεται. »
Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1 :
« Η εξουσιοδότηση για μεταποίηση που αναφέρεται στο άρθρο 1 δεν δύναται να δοθεί από τον αρμόδιο οργανισμό των παραγωγών κρατών μελών παρά μόνον στους οινοποιούς που επεξεργάζονται σταφυλές ή γλεύκος σταφυλής τα οποία προορίζονται να παράγουν v.q.p.r.d. στις εγκαταστάσεις τους και ευρίσκονται σε άμεση γειτνίαση με την εν λόγω καθορισμένη περιοχή. »
6
Εξάλλου, το άρθρο 3 του ίδιου κανονισμού προβλέπει ότι:
« Σταφυλές και γλεύκη σταφυλής που προβλέπονται στο άρθρο 1 πρέπει να φυλάσσονται χωριστά από σταφυλές και γλεύκη σταφυλής ακατάλληλα να δώσουν v.q.p.r.d. »,
και το άρθρο 4 επιβάλλει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν
« τα απαραίτητα μέτρα για να διασφαλισθεί ο έλεγχος της κατοχής, της διακινήσεως και της οινοποιήσεως σταφυλών και γλευκών που προβλέπονται στο άρθρο 1 »,
αυτά δε τα άρθρα αποσκοπούν στο ν' αποφευχθούν οι κίνδυνοι νοθείας, τους οποίους συνεπάγεται ενδεχόμενη άδεια οινοποιήσεως εκτός της καθορισμένης περιοχής παραγωγής, όπως αναφέρει η τρίτη αιτιολογική σκέψη αυτού του κανονισμού, κατά την οποία η οινοποίηση εκτός της καθορισμένης περιοχής παραγωγής πρέπει να περιοριστεί « για την περίπτωση που οι σταφυλές και το γλεύκος σταφυλής μεταποιούνται, για την παραγωγή v.q.p.r.d., σε εγκατάσταση που ευρίσκεται σε άμεση γειτνίαση με την καθορισμένη περιοχή ».
Οι διατάξεις του εθνικού δικαίου οι σχετικές με το αντικείμενο της διαφοράς
7
Το άρθρο 5, πρώτη παράγραφος, του γερμανικού νόμου περί οίνων, τιτλοφορούμενο « μεταποίηση οίνων ποιότητας εκτός καθορισμένης περιοχής », ορίζει ότι
« προς παραγωγή ενός v.q.p.r.d., μπορεί να επιτραπεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 817/70 και των εκτελεστικών κανονισμών, που εκδόθηκαν από το Συμβούλιο ή την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, να γίνει η μεταποίηση των σταφυλών σε γλεύκος και του γλεύκους σε οίνο και εκτός της καθορισμένης περιοχής στην οποία τρυγήθηκαν οι εν λόγω σταφυλές. Οι κυβερνήσεις των αμπελουργικών Lander, στο έδαφος των οποίων πρέπει να γίνει η μεταποίηση, υποδεικνύουν τους αρμόδιους οργανισμούς για την έκδοση της άδειας ».
Η άδεια αυτή, κατά το άρθρο 64 του ίδιου εθνικού νόμου,
« μπορεί να χορηγηθεί μέχρι τις 31 Αυγούστου 1976 ακόμη και για μεταποίηση που πραγματοποιήθηκε εντός της γερμανικής αμπελουργικής περιοχής... αρκεί αυτό να είναι σύμφωνο με παραδοσιακή πρακτική κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, περίπτωση α ), δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 817/70 ».
Επί της ουσίας
8
Η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας αμφισβητεί το κύρος του προαναφερθέντος άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1698/70 της Επιτροπής, κατά το μέτρο που περιορίζει τη δυνατότητα χορηγήσεως αδειών κατά παρέκκλιση μόνο στις εγκαταστάσεις που ευρίσκονται σε άμεση γειτνίαση με τις καθορισμένες περιοχές. Προβάλλει τρεις κυρίως ισχυρισμούς κατά του κύρους αυτής της διάταξης.
Επί του πρώτου ισχυρισμού που αφορά τη μη τήρηση από την Επιτροπή των ορίων της εξουσιοδότησης
9
Κατά την κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας το πρόβλημα της χορήγησης αδειών εκτός των καθορισμένων περιοχών ρυθμίζεται σαφώς από το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 817/70 που επιτρέπει τέτοιες άδειες σε όλες τις περιπτώσεις που συνιστούν « παραδοσιακές πρακτικές » με τη μόνη επιφύλαξη της εξασφάλισης πρόσφορου ελέγχου. Κανένας άλλος περιορισμός δεν επιβάλλεται στα κράτη μέλη, ούτε εδαφικός ούτε χρονικός. Κατά συνέπεια, η εξουσιοδότηση που απονέμεται στην Επιτροπή από την τρίτη παράγραφο του άρθρου 5 δεν έχει άλλη έννοια εκτός από τη λήψη μέτρων ελέγχου για να εξασφαλιστεί η μη καταχρηστική άσκηση των αρμοδιοτήτων που απονέμονται στα κράτη μέλη δυνάμει των παραγράφων 1 και 2. Εντούτοις, η Επιτροπή, θεσπίζοντας το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1698/70 αντιποιήθηκε τις αρμοδιότητες που απονέμονται στα κράτη μέλη βάσει αυτών των παραγράφων, καθιστώντας έτσι κενό εννοίας και περιεχομένου το δικαίωμα τους να επιτρέπουν την οινοποίηση εκτός των καθορισμένων περιοχών, εφόσον δεν αφήνει καμία δυνατότητα στα κράτη μέλη να λάβουν υπόψη τα κριτήρια που αφορούν τους παραδοσιακούς παράγοντες, τις ιδιάζουσες περιστάσεις και τις διαφορετικές δομές των επιχειρήσεων μεταποίησης ή των αμπελουργικών εκτάσεων που τους ανήκουν.
10
Ως προς την πραγματική κατάσταση, η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας τονίζει ότι, οι επιχειρήσεις εκτός των αμπελουργικών περιοχών δεν αντιπροσωπεύουν παρά το 0,5 ο/ο του συνόλου. Πρόκειται για επιχειρήσεις που λειτουργούν εδώ και δεκαετίες — ή και αιώνες — και πολλές απ' αυτές διαθέτουν αμπε-λοτεμάχια σε περισσότερες περιοχές. Εξάλλου, το 90 ο/ο της παραγωγής σταφυλών της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας μεταποιείται σε v.q.p.r.d. Τέλος, οι δυνατότητες ελέγχου στις αμφισβητούμενες περιοχές είναι οι ίδιες ή και ακόμη πιο αποτελεσματικές λόγω του ηυξημένου αριθμού των ελεγκτών.
11
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η εξουσιοδότηση του άρθρου 5, παράγραφος 3, είναι ευρύτερη και συνίσταται στον καθορισμό των λεπτομερειών ως προς τη δυνατότητα χορήγησης αδειών κατά παρέκκλιση. Η Επιτροπή έκανε νόμιμη χρήση αυτής της εξουσιοδότησης. Παρέμεινε μέσα στα όρια της διακριτικής εξουσίας που της έχει απονεμηθεί, για να εξεύρει τον τρόπο εγκαθίδρυσης της ενιαίας αγοράς. Το κριτήριο της « άμεσης γειτνίασης » θεσπίστηκε με ομόφωνη γνώμη της επιτροπής διαχειρίσεως, πρόκειται για αντικειμενικό κριτήριο και αφήνει στα κράτη μέλη περιθώριο να καθορίσουν κατά την κρίση τους την οριστική έννοια που θα δώσουν στον αόριστο νομικό όρο της « άμεσης γειτνίασης ». Αντίθετα, τα κριτήρια που προτείνονται από την κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας δεν είναι σύμφωνα με την αμπελουργική πολιτική της Κοινότητας που έχει ως στόχο τη βελτίωση της ποιότητας παραγωγής και την προστασία των v.q.p.r.d.
12
Τονίζεται ότι ο κανονισμός 817/70, όπως ορίζεται στη δεύτερη αιτιολογική του σκέψη, αποτελεί μέρος της πολιτικής στην οποία στοχεύει ο κανονισμός 816/70 του Συμβουλίου της 28ης Απριλίου 1970 περί συμπληρωματικών διατάξεων επί θεμάτων κοινής οργανώσεως της αμπελοοινικής αγοράς ( ABI. L 99, σ. 1 ) και αποσκοπεί στην πραγμάτωση των ίδιων στόχων με τον τελευταίο, δηλαδή την ανάπτυξη πολιτικής ποιότητας στον αμπελοοινικό τομέα που δεν μπορεί παρά να συμβάλλει στη βελτίωση των συνθηκών της αγοράς και ως εκ τούτου στην αύξηση των δυνατοτήτων διαθέσεως.
13
Κατά την τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 817/70 « αν και είναι αναγκαίο να ληφθούν υπόψη οι παραδοσιακές συνθήκες παραγωγής, είναι ωστόσο σημαντικό να καταβληθεί κοινή προσπάθεια εναρμονίσεως όσον αφορά τις απαιτήσεις ποιότητος ». Αυτός ο κανονισμός θεσπίζει τους βασικούς κανόνες που μπορούν να επιτρέψουν το χαρακτηρισμό κάθε v.q.p.r.d., παρέχοντας εντούτοις στα κράτη μέλη τη δυνατότητα θεσπίσεως ορισμένων εξαιρετικών παρεκκλίσεων από αυτούς τους κανόνες.
14
Έτσι, ως προς τις αμφισβητούμενες διατάξεις στην παρούσα υπόθεση, ο κανονισμός θεσπίζει στο άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανόνα ότι οι v.q.p.r.d. δεν λαμβάνονται παρά μόνο από ποικιλίες που περιλαμβάνονται στον κατάλογο και από σταφυλές που τρυγούνται στο εσωτερικό της καθορισμένης περιοχής. Δύο δυνατότητες παρεκκλίσεως προβλέπονται σ' αυτό τον κανόνα, η πρώτη αφορά τη δυνατότητα ανοχής ορισμένων ποικιλιών επί τρία έτη και η δεύτερη τους v.q.p.r.d. που παράγονται κατά τις παραδοσιακές πρακτικές. Εκτός αυτού, η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου θεσπίζει τον κανόνα κατά τον οποίο η μεταποίηση των σταφυλών σε γλεύκος και του γλεύκους σε οίνο πρέπει να εξασφαλίζεται στο εσωτερικό της καθορισμένης περιοχής όπου τρυγήθηκαν. Μπορεί να επιτραπεί παρέκκλιση απ' αυτό τον κανόνα βάσει της κανονιστικής ρυθμίσεως ενός κράτους μέλους, υπό την επιφύλαξη πρόσφορων διατάξεων σε θέματα ελέγχου.
15
Εντούτοις οι προαναφερόμενες παράγραφοι 1 και 2 δεν περιλαμβάνουν παρά γενικές διατάξεις χωρίς να καθορίζουν τις λεπτομέρειες εφαρμογής τους. Η φροντίδα του καθορισμού τους ανατέθηκε στην Επιτροπή με την προαναφερθείσα επίδικη εξουσιοδότηση της παραγράφου 3 του άρθρου 5, που προβλέπει ότι οι λεπτομέρειες εφαρμογής του άρθρου 5 περιλαμβάνουν ιδίως, αφενός, τη δυνατότητα που παρέχεται στις εθνικές διατάξεις να παρεκκλίνουν από τον προαναφερόμενο κανόνα της μεταποίησης στο εσωτερικό της καθορισμένης περιοχής τρύγου και, αφετέρου, τον κατάλογο των v.q.p.r.d. που αποτελούν αντικείμενο παραδοσιακών πρακτικών.
16
Από την οικονομία και τη συστηματική κατάταξη του προαναφερθέντος κανονισμού απορρέει ότι η διάταξη της παραγράφου 1, περίπτωση α), δεύτερο εδάφιο, του άρθρου 5, που αφορά τους v.q.p.r.d. « που παρήχθησαν κατά τις παραδοσιακές πρακτικές», δεν συνιστά παρά εξαίρεση από τον κανόνα της αποκλειστικής χρησιμοποίησης ορισμένων ποικιλιών και δεν αφορά επομένως παρά μόνο τις ποικιλίες και όχι τις περιοχές του τρύγου. Η εξαίρεση αυτή έπρεπε να έχει διευκρινιστεί με τον εκτελεστικό κανονισμό της Επιτροπής που ορίζει τον κατάλογο αυτών των v.q.p.r.d. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί σαν αβάσιμη η ερμηνεία που προτείνεται από την κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας κατά την οποία η διάταξη αυτή επιτρέπει, εκτός από την προσωρινή διατήρηση της χρησιμοποίησης ποικιλιών άλλων από αυτές που αναφέρονται στον κατάλογο, και τη διατήρηση των παραδοσιακών πρακτικών μεταποίησης των σταφυλών καιτου γλεύκους και μάλιστα χωρίς τον περιορισμό που επιβάλλει ο κανόνας για σεβασμό της περιοχής του τρύγου.
17
Προκύπτει ομοίως από το γράμμα της παραγράφου 3 του άρθρου 5 και από τη θέση του στην ανωτέρω περιγραφόμενη συστηματική κατάταξη ότι μ' αυτή τη διάταξη ανατέθηκε στην Επιτροπή η εξουσία να προβαίνει σε προσδιορισμό και οριοθέτηση της περιφέρειας, μέσα στην οποία μπορούν οι κανονιστικές ρυθμίσεις των κρατών μελών να θεσπίζουν τους όρους χορήγησης αδειών μεταποίησης εκτός της καθορισμένης περιοχής. Κατά συνέπεια, η ερμηνεία που δίδεται από την κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας κατά την οποία η εξουσιοδότηση που δόθηκε στην Επιτροπή δεν αφορά αυτόν τον προσδιορισμό και την οριοθέτηση, αλλά αποκλειστικά και μόνο τη θέσπιση αποτελεσματικών μέτρων ελέγχου κατά των καταχρήσεων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
18
Πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί ο ισχυρισμός της καθής κυβερνήσεως, κατά τον οποίο η Επιτροπή δεν ήταν εξουσιοδοτημένη από το εν λόγω άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1698/70 να θεσπίσει ότι η άδεια δίδεται μόνον στις επιχειρήσεις « που βρίσκονται σε άμεση γειτνίαση με την επίδικη καθορισμένη περιοχή ».
Επί του δευτέρου ισχυρισμού που αφορά την παράβαση της αρχής της αναλογικότητας
19
Μ' αυτό τον επικουρικό ισχυρισμό, η κυβέρνηοη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας υποστηρίζει ότι, ακόμη και αν, κατ' αρχήν, ο περιορισμός της δυνατότητας οινοποίησης μόνο μέσα στις περιοχές « άμεσης γειτνίασης » δεν υπερβαίνει τα όρια εξουσιοδοτήσεως που ορίζονται στο άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 817/70, δεν συνιστούσε στην προκειμένη περίπτωση μέτρο αναγκαίο και πρόσφορο προς αποφυγή των κινδύνων νοθείας και διασφάλιση της αυθεντικότητας της οινοποίησης, στόχους τους οποίους η Επιτροπή υποστηρίζει ότι επιδίωξε. Οι κίνδυνοι νοθείας θα μπορούσαν να αποφευχθούν με το λιγότερο καταναγκαστικό μέσο ενός αυξημένου ελέγχου που θα τελεσφορούσε ανεξάρτητα από την απόσταση μεταφοράς των στα-φυλών. Η αυθεντικότητα της οινοποίησης, εξάλλου, δεν θα εξαρτιόταν αποκλειστικά από τα κύρια χαρακτηριστικά μιας περιοχής. Πιθανόν να μη συμβαίνει το ίδιο σε άλλα κράτη μέλη, αλλά στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας η τεχνολογία της οινοποίησης αυτή καθαυτή δεν παρουσιάζει διαφορές στη διαδικασία επεξεργασίας των οίνων ποιότητας ανάλογα με την προέλευση τους από διαφορετικές περιοχές.
20
Η Επιτροπή θεωρεί ότι το εν λόγω μέτρο συνιστά μέσο αναγκαίο, ενδεικνυόμενο και πρόσφορο για την εφαρμογή της πολιτικής που καθόρισε η ίδια. Το μέτρο αυτό μειώνει τους κινδύνους νοθείας. Η βεβαιότητα ότι οι σταφυλές και το γλεύκος προέρχονται από καθορισμένες περιοχές συνιστά έναν από τους απαραίτητους οικονομικούς όρους για την επίτευξη αγοράς που θα διακρίνεται από την αγορά των άλλων οίνων. Τέλος, η Επιτροπή παρατηρεί ότι το προσβαλλόμενο μέτρο εντάσσεται επίσης στο πλαίσιο των προσπαθειών που αναπτύσσονται σε διεθνές επίπεδο για τη διασφάλιση καλύτερης προστασίας των ενδείξεων καταγωγής.
21
Υπενθυμίζεται ότι η αρχή της αναλογικότητας απαιτεί, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα μέτρα που επιβάλλονται με τις πράξεις των κοινοτικών οργάνων να είναι κατάλληλα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και να μην υπερβαίνουν τα προς αυτό απαιτούμενα όρια.
22
Όπως προκύπτει από την τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1698/70, η διάταξη του άρθρου 2, παράγραφος 1, έχει διττό σκοπό: να διασφαλίσει την ποιότητα των v.q.p.r.d., οι οποίοι, εξ ορισμού, πρέπει, κατά κανόνα, να παρασκευάζονται μέσα στην περιοχή του τρύγου και ν' αποφευχθούν οι κίνδυνοι νοθείας που συνεπάγονται οι συνθήκες οινοποιήσεως που επιτρέπεται κατά παρέκκλιση εκτός της καθορισμένης περιοχής. Επομένως, ο περιορισμός αυτής της πρακτικής σε μόνες τις περιοχές που βρίσκονται σε άμεση γειτνίαση με την καθορισμένη περιοχή είναι ικανός να επιτύχει αυτό το στόχο.
23
Εξάλλου, η Επιτροπή, θεωρώντας ότι ο περιορισμός αυτός είναι αναγκαίος για την επίτευξη του προαναφερθέντος σκοπού, δεν υπερέβη το περιθώριο εκτιμήσεως που της παρέχεται με την εν λόγω εξουσιοδότηση. Πράγματι, η ελευθερία μεταποίησης ανεξάρτητα από τον τόπο του τρύγου, έστω και απομακρυσμένο, θέτει σε κίνδυνο την τελεσφόρηση της πολιτικής ποιότητας και ενδέχεται να προκαλέσει σύγχυση στους καταναλωτές που, λογικά, προσδοκούν ένας v.q.p.r.d. να έχει παραχθεί μέσα στην καθορισμένη περιοχή του τρύγου, την οποία αναγράφει η ονομασία του. Είναι, εξάλλου, προφανές ότι η αποτελεσματικότητα του ελέγχου διακυβεύεται καθ' ο μέτρο πρέπει να επεκτείνεται σε γεωγραφική περιοχή πολύ πιο εκτεταμένη.
24
Κατά συνέπεια, ο δεύτερος ισχυρισμός της κυβερνήσεως είναι ομοίως απορριπτέος.
Επί του τρίτου ισχυρισμού που αφορά την παράβαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων
25
Η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας υποστηρίζει ότι οι επιχειρήσεις που θίγονται από την απαγόρευση οινοποιήσεως είναι καταδικασμένες να κλείσουν, διότι οι εγκαταστάσεις τους δεν μπορούν, από οικονομικής απόψεως, ούτε να αναδιοργανωθούν ούτε να πωληθούν με λογικούς όρους. Ακόμα και αν ορισμένες επιχειρήσεις θα μπορούσαν να επιβιώσουν, η απαγόρευση συνιστά σοβαρή προσβολή της ιδιοκτησίας που δεν δικαιολογείται από το γενικό συμφέρον της Κοινότητας. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση υπογραμμίζει σχετικά ότι οι διάφορες λύσεις, τις οποίες η Επιτροπή διατείνεται ότι πρότεινε για να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα των θιγομένων επιχειρήσεων, έχουν σαν μόνη συνέπεια να τους χορηγήσουν μια μεταβατική περίοδο για να παύσουν τη λειτουργία τους. Κάτι τέτοιο δεν επιφέρει λύση. Η μεταποίηση σε οίνο αποτελεί χαρακτηριστική και παραδοσιακή δραστηριότητα για τις περισσότερες από τις εν λόγω επιχειρήσεις. Ακόμη και για τις πολύπλευρες επιχειρήσεις, η αλλαγή δραστηριότητας θα συνεπαγόταν δυσβάστακτες και αντικειμενικά αδικαιολόγητες δαπάνες και επενδυτικό κόστος. Συνεπώς, το εν λόγω μέτρο επιφέρει σοβαρό πλήγμα στο δικαίωμα ιδιοκτησίας και στο δικαίωμα ελευθερίας επιλογής του επαγγέλματος, βλάβη που δεν δικαιολογείται από το γενικό συμφέρον της Κοινότητας.
26
Η Επιτροπή θεωρεί ότι το εν λόγω μέτρο συνιστά νόμιμο και δικαιολογημένο περιορισμό στην άσκηση θεμελιωδών δικαιωμάτων δεδομένου ότι θεσπίστηκε προς το συμφέρον της Κοινότητας. Η ελεύθερη άσκηση επαγγέλματος δεν περιορίζεται παρά για το νόμιμο λόγο της προστασίας της γνησιότητας του οίνου που είναι απαραίτητη για την εγκαθίδρυση οικονομικά αυτόνομης αγοράς των v.q.p.r.d. Αντίστοιχα, δεν θίγεται το δικαίωμα ιδιοκτησίας καθαυτό, διότι το επίμαχο μέτρο συνιστά απλώς νόμιμο περιορισμό στη χρήση της ιδιοκτησίας, ανάλογο με το συμφέρον της Κοινότητας. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το αμφισβητούμενο μέτρο δεν έχει ως αποτέλεσμα την εξαφάνιση των επιχειρήσεων, τις οποίες αφορά. Η επεξεργασία των οίνων ποιότητας δεν αντιπροσωπεύει παρά μέρος μόνον της επεξεργασίας των οίνων και τα προβλήματα, που μπορούσαν να προκύψουν από την απαγόρευση της μεταποίησης, θα ήταν δυνατό να ρυθμιστούν κατά τη μεταβατική περίοδο που επέτρεπε στις εν λόγω επιχειρήσεις να προσαρμοστούν προς τη νέα κατάσταση η οποία δημιουργήθηκε από το κοινοτικό δίκαιο. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η Επιτροπή άφησε να κυλήσει ένα μεγάλο χρονικό διάστημα πριν ασκήσει την προσφυγή λόγω παραβάσεως.
27
Παρατηρείται, πρώτον, ότι η επίμαχη διάταξη δεν θίγει την υπόσταση επιχειρήσεων που παράγουν v.q.p.r.d. ή την ουσία της ελεύθερης επιλογής επαγγέλματος. Δεν θίγει άμεσα, αλλά μόνον έμμεσα, ένα συναφές δικαίωμα, αφού οι περιορισμοί τους οποίους περιλαμβάνει, έχουν ορισμένες επιπτώσεις επί των δυνατοτήτων εκμεταλλεύσεως των επιχειρήσεων από τους παραγωγούς και μέσω αυτού και μόνον επί της ασκήσεως του επαγγέλματος.
28
Πρέπει περαιτέρω να γίνει δεκτό ότι η επίδικη διάταξη εντάσσεται στο γενικό πλαίσιο της κοινής οργάνωσης της αγοράς και, ιδίως, της πολιτικής ποιότητας του οίνου. Αποβλέπει στην πραγμάτωση, με πρόσφορα μέσα, του αντικειμενικού σκοπού της κανονιστικής ρύθμισης σ' αυτό τον τομέα και, συνεπώς, του σκοπού του άρθρου 39 της Συνθήκης, που συνιστά στόχο γενικού ενδιαφέροντος επιδιωκόμενο από την Κοινότητα.
29
Ενόψει αυτού του στόχου γενικού συμφέροντος, ο περιορισμός που θεσπίστηκε από την επίμαχη διάταξη δεν συνεπάγεται κανένα υπερβολικό περιορισμό της ασκήσεως των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
30
Απορρίπτεται επομένως και ο τρίτος ισχυρισμός που προβάλλεται από την καθής κυβέρνηση.
31
Επί τη βάσει των προηγουμένων σκέψεων κρίνεται βάσιμη η παρούσα προσφυγή.
Επί των δικαστικών εξόδων
32
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα.
33
Εξάλλου, κατά το άρθρο 69, παράγραφος 4, εδάφιο πρώτο, του κανονισμού διαδικασίας, ο παραιτούμενος διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εκτός αν η παραίτηση του δικαιολογείται από τη στάση του αντιδίκου.
34
Σημειούται ότι στην προκειμένη περίπτωση η προσφυγή και η παρεπόμενη παραίτηση της Επιτροπής από ορισμένες αιτιάσεις είναι αποτέλεσμα της στάσης της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, η οποία δεν εφήρμοσε τα απαραίτητα μέτρα για να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της παρά μετά την προσφυγή της Επιτροπής. Πρέπει, επομένως, να καταδικαστεί η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στο σύνολο των δικαστικών εξόδων, δεδομένου ότι ηττήθη ως προς τους ισχυρισμούς της επί της αιτιάσεως που παρέμεινε ως αντικείμενο της προσφυγής.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφαίνεται:
1)
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, επιτρέποντας την επεξεργασία των οίνων ποιότητας, που παράγονται μέσα σε καθορισμένες περιοχές, εκτός των καθορισμένων περιοχών αυτών ή των περιοχών που βρίσκονται σε άμεση γειτνίαση μ' αυτές, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη και το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1698/70 της Επιτροπής, της 25ης Αυγούστου 1970 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 176 ).
2)
Καταδικάζει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα. -
Mackenzie Stuart
Koopmans
Everling
Bahlmann
Due
Galmot
Κακούρης
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 18 Σεπτεμβρίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
Α. J. Mackenzie Stuart
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy