Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 118 έως 123/82,
Maria Grazia Celant (υπόθεση 118/82),
Serena Ossola (υπόθεση 119/82),
Sonia Farfaletti-Casali (υπόθεση 120/82),
Clementina Forni-Chatanay (υπόθεση 121/82),
Nerino Gemo (υπόθεση 122/82),
Giuseppina Fiombo-Brebbia (υπόθεση 123/82),
έκτακτοι υπάλληλοι της Επιτροπής, αμειβόμενοι από τις πιστώσεις για έρευνες και επενδύσεις, τοποθετημένοι στις εγκαταστάσεις της ISPRA του Κοινού Κέντρου Ερευνών, εκπροσωπούμενοι κατά την έγγραφη διαδικασία από τον Cesare Ribolzi, δικηγόρο Μιλάνου, και κατά την προφορική διαδικασία από τον
Giuseppe Marchesini, δικηγόρο Vicenza, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Victor Biel, 18 A, rue des Glacis,
προσφεύγοντες,
κατά
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΠΩΠΑΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ, εκπροσωπούμενης από τον Eugenio de March, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον Paolo de Caterini, δικηγόρο Ρώμης, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Oreste Montako, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχουν ως αντικείμενο αιτήσεις ακύρωσης των αποφάσεων της Επιτροπής περί προσδιορισμού του ποσού της σύνταξης λόγω συμπλήρωσης συντάξιμου χρόνου,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
συγκείμενο από τους Ρ. Pescatore, πρόεδρο τμήματος, Ο. Due και Κ. Bahlmann, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Reischl
γραμματέας: Ρ. Heim
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, η εξέλιξη της διαδικασίας, τα αιτήματα και οι λόγοι ακύρωσης, καθώς και τα επιχειρήματα των διαδίκων συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Ιστορικό
Μέχρις ότου τέθηκε σε ισχύ, την 1η Νοεμβρίου 1976, ο κανονισμός 2615/76 του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 1976, περί τροποποιήσεως του κανονισμού 259/68 όσον αφορά το καθεστώς που εφαρμόζεται στους μη μόνιμους υπαλλήλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (GU L 299, σ. 1), οι έξι προσφεύγοντες εργάζονταν ως μέλη του προσωπικού εγκαταστάσεων του Κοινού Κέντρου Ερευνών στην Ispra.
Με τον κανονισμό 2615/76, το Συμβούλιο, εκτιμώντας ότι ενδείκνυται, «χωρίς να θίγονται οι αρχές του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων, να επέλθουν ορισμένες τροποποιήσεις στο καθεστώς που εφαρμόζεται στους μη μόνιμους υπαλλήλους (...) προκειμένου να επιτευχθεί η δικαιότερη εφαρμογή των διατάξεων του επί του προσωπικού που αμείβεται από τις πιστώσεις για έρευνες και επενδύσεις», κατάργησε την ιδιότητα του μέλους του προσωπικού εγκαταστάσεων του Κέντρου και, συμπληρώνοντας το άρθρο 2 του κανονισμού 259/68, την αντικατέστησε με μια τέταρτη κατηγορία έκτακτου υπάλληλου, δηλαδή:
Τον υπάλληλο ο οποίος προσλαμβάνεται για να καταλάβει προσωρινά μόνιμη θέση η οποία- αμείβεται από τις πιστώσεις ερευνών και επενδύσεων και περιλαμβάνεται στον πίνακα θέσεων που προσαρτάται στον προϋπολογισμό του οικείου οργάνου.
Το άρθρο 2 του κανονισμού 2615/76 προέβλεψε ορισμένες μεταβατικές διατάξεις για να διασφαλιστεί η μετάβαση από το καθεστώς του μέλους του προσωπικού εγκαταστάσεων στο καθεστώς του έκτακτου υπαλλήλου.
'Ετσι, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, το μέλος του προσωπικού εγκαταστάσεων, το οποίο αμειβόταν από τις πιστώσεις για έρευνες και επενδύσεις και ήταν σε υπηρεσία κατά την ημέρα που άρχισε να ισχύει ο κανονισμός, έπρεπε να κληθεί από την αρμόδια για το σκοπό αυτό αρχή να συνάψει σύμβαση πρόσληψης υπό τους όρους που προβλέπει το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων για τους έκτακτους υπαλλήλους' η σύμβαση αυτή θα άρχιζε να ισχύει από την ημέρα εκείνη.
Ως προς την κοινωνική ασφάλιση, το άρθρο 1, παράγραφος 8, του κανονισμού 2615/76 τροποποίησε το άρθρο 39, παράγραφος 2, πρώτη φράση, του καθεστώτος για το λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων υπό την έννοια ότι το πρώην μέλος του προσωπικού εγκαταστάσεων που έγινε έκτακτος υπάλληλος δικαιούται συγκεκριμένα σύνταξη λόγω συμπλήρωσης συντάξιμου χρόνου υπό τους όρους που προβλέπονται στον τίτλο V, κεφάλαιο 3, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων (άρθρα 77 ώς 84) και στο παράρτημα VΙΙΙ του κανονισμού αυτού.
Οι μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 2, παράγραφος 4, εδάφιο 1, του κανονισμού 2615/76 όριζαν ότι, για τα μέλη του προσωπικού εγκαταστάσεων που υπηρετούσαν κατά την ημέρα που άρχισε να ισχύει ο κανονισμός, ο χρόνος υπηρεσίας — ο οποίος προβλέπεται στο άρθρο 77, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης (στο εξής: Κανονισμού), κατά το οποίο ο υπάλληλος που έχει συμπληρώσει τουλάχιστον δέκα έτη υπηρεσίας δικαιούται σύνταξη λόγω συμπλήρωσης συντάξιμου χρόνου — υπολογίζεται λαμβανομένων υπόψη των ετών υπηρεσίας που έχει συμπληρώσει ως μέλος του προσωπικού εγκαταστάσεων.
Όμως, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 4, εδάφιο 2, για τον υπολογισμό των συντάξιμων ετών κατά την έννοια του άρθρου 2 του παραρτήματος VΙΙΙ του Κανονισμού, το οποίο ορίζει ότι «η σύνταξη λόγω συμπλήρωσης συντάξιμου χρόνου εκκαθαρίζεται βάσει του συνολικού αριθμού συντάξιμων ετών του υπαλλήλου. Κάθε έτος που υπολογίζεται σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται κατωτέρω στο άρθρο 3 παρέχει δικαίωμα για ένα συντάξιμο έτος, κάθε δε ολόκληρος μήνας για ένα δωδέκατο ενός συντάξιμου έτους», λαμβάνονται υπόψη μόνο τα έτη υπηρεσίας που ο υπάλληλος έχει συμπληρώσει υπό τη νέα του ιδιότητα ως έκτακτου υπαλλήλου.
Η Επιτροπή εντούτοις αποφάσισε να εφαρμόσει εν προκειμένω αναλογικά το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VΙΙΙ του Κανονισμού, το οποίο παρέχει την ευχέρεια στον υπάλληλο που εισέρχεται στην υπηρεσία των Κοινοτήτων μετά τη λήξη των καθηκόντων του σε διοίκηση, σε εθνικό ή διεθνή οργανισμό ή σε επιχείρηση, να καταβάλει στις Κοινότητες κατά το χρόνο της μονιμοποίησης του
—
είτε το ασφαλιστικό ισοδύναμο των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων λόγω συμπλήρωσης συντάξιμου χρόνου που έχει αποκτήσει στη διοίκηση, τον εθνικό ή διεθνή οργανισμό ή την επιχείρηση στην οποία υπαγόταν,
—
είτε τα ποσά των συνταξιοδοτικών εισφορών που του οφείλονται από το συνταξιοδοτικό ταμείο αυτής της διοίκησης, του οργανισμού ή της επιχείρησης κατά το χρόνο της αποχώρησης του.
Σε αυτή την περίπτωση, το κοινοτικό όργανο στο οποίο υπηρετεί ο υπάλληλος καθορίζει, λαμβάνοντας υπόψη το βαθμό κατά τη μονιμοποίηση, τον αριθμό των συντάξιμων ετών που συνυπολογίζει σύμφωνα με το δικό του σύστημα βάσει του ποσού του ασφαλιστικού ισοδύναμου ή των επιστραφέντων ποσών των συνταξιοδοτικών εισφορών.
Στα πρώην μέλη του προσωπικού εγκαταστάσεων παρασχέθηκε η δυνατότητα, αφού διορίστηκαν έκτακτοι υπάλληλοι, να ζητήσουν τη μεταφορά, σύμφωνα με τις γενικές εκτελεστικές διατάξεις του άρθρου 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VΙΙΙ του Κανονισμού (που δημοσιεύτηκαν στον «Ταχυδρόμο του προσωπικού» της 19ης Οκτωβρίου 1977) και βάσει του ασφαλιστικού ισοδύναμου ή των επιστραφέντών ποσών των συνταξιοδοτικών εισφορών, των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που είχαν αποκτήσει στο πλαίσιο των εθνικών συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στα οποία υπάγονταν προηγουμένως, ανάλογα με τον τόπο όπου υπηρετούσαν, ως μέλη του προσωπικού εγκαταστάσεων.
Ειδικότερα, στις εγκαταστάσεις της Ispra του Κοινού Κέντρου Ερευνών διανεμήθηκε στις 13 Ιουλίου 1978 ανακοίνωση, η οποία είχε ήδη δημοσιευτεί στον «Ταχυδρόμο του προσωπικού» αριθ. 391 της 14ης Ιουνίου 1978, η οποία πληροφορούσε τους έκτακτους υπαλλήλους που ήταν προηγουμένως ασφαλισμένοι στον ιταλικό οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης INPS (Istituto nazionale della previdenza sociale) ότι είχε καταστεί δυνατή η μεταφορά των συνταξιοδοτικών τους δικαιωμάτων στο κοινοτικό σύστημα χάρη σε συμφωνία που είχε συναφθεί στη Ρώμη στις 2 Μαρτίου 1978 μεταξύ του INPS και της Κοινότητας.
Οι ενδιαφερόμενοι καλούνταν να υποβάλουν αίτηση μεταφοράς πριν από τις 13 Δεκεμβρίου 1978 και να συμπληρώσουν ένα ερωτηματολόγιο για το σκοπό αυτό.
Μια εγκύκλιος με ημερομηνία 10 Απριλίου 1979 πληροφόρησε τους ενδιαφερόμενους έκτακτους υπαλλήλους ότι μπορούσαν να αναβάλουν την οριστική τους απόφαση μέχρις ότου τους ανακοινωθούν με ακρίβεια τα συντάξιμα έτη που θα λαμβάνονταν υπόψη για τον προσδιορισμό της κοινοτικής τους σύνταξης βάσει του ασφαλιστικού ισοδύναμου που θα μεταφερόταν.
Στους ενδιαφερόμενους υπαλλήλους, μεταξύ των οποίων και οι έξι προσφεύγοντες, κοινοποιήθηκε τον Ιούνιο και Ιούλιο 1981 ο ακριβής υπολογισμός των συντάξιμων ετών που τους είχαν αναγνωριστεί βάσει των ετών υπηρεσίας πριν από την πρόσληψη τους ως έκτακτων υπαλλήλων, δυνάμει του άρθρου 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VΙΙΙ του Κανονισμού· οι υπάλληλοι αυτοί καλούνταν συγχρόνως να λάβουν εντός προθεσμίας 30ημερών απόφαση για τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που είχαν αποκτήσει στο πλαίσιο διαφόρων εθνικών συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης.
Οι προσφεύγοντες επιβεβαίωσαν μετά από λίγο ότι επέλεγαν τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών τους δικαιωμάτων στο κοινοτικό σύστημα, αλλά εξέφρασαν επιφυλάξεις για τον υπολογισμό των συντάξιμων ετών που είχαν ληφθεί υπόψη σχετικά.
Οι προσφεύγοντες υπέβαλαν ενστάσεις ενώπιον της Επιτροπής το Σεπτέμβριο 1981, και ένας από αυτούς τον Οκτώβριο 1981, κατ' εφαρμογή του άρθρου 90, παράγραφος 2, του Κανονισμού, κατά του ότι η Επιτροπή δεν είχε λάβει υπόψη για τον προσδιορισμό των δικαιωμάτων τους επί της κοινοτικής συντάξεως το σύνολο των συντάξιμων ετών υπηρεσίας που είχαν συμπληρώσει ως μέλη του προσωπικού εγκαταστάσεων.
ΙΙ — Έγγραφη διαδικασία
Οι ενστάσεις τους παρέμειναν χωρίς απάντηση επί τέσσερις μήνες μετά την υποβολή τους και οι προσφεύγοντες άσκησαν προσφυγή, οι μεν δύο πρώτοι στις 5 Απριλίου 1982 (υποθέσεις 118/82 και 119/82), οι δε υπόλοιποι τέσσερις στις 6 Απριλίου 1982 (υποθέσεις 120/82, 121/82, 122/82 και 123/82), κατά των σιωπηρών απορριπτικών αποφάσεων που συνάγονταν από τη σιωπή της Επιτροπής.
Ρητές απορριπτικές αποφάσεις εκδόθηκαν το Μάρτιο 1982.
Με διάταξη της 29ης Απριλίου 1982, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα), και με τη συναίνεση των διαδίκων, αποφάσισε να ενώσει και να συνεκδικάσει τις έξι υποθέσεις προς διευκόλυνση της διαδικασίας και προς έκδοση κοινής απόφασης.
Η έγγραφη διαδικασία ακολούθησε κανονική πορεία.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Ενόψει της επ' ακροατηρίου συζήτησης, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) κάλεσε τους διαδίκους να περιορίσουν τις προφορικές τους επεξηγήσεις στον πρώτο λόγο που πρόβαλαν οι προσφεύγοντες και τους ζήτησε να μη θίξουν τα ζητήματα περί του παραδεκτού ούτε το δεύτερο και τρίτο λόγο, για τους οποίους το Δικαστήριο έκρινε ότι έχει επαρκή γνώση από την έγγραφη διαδικασία· κάλεσε επίσης τους προσφεύγοντες να μην αναπτύξουν περισσότερο τις «συμπληρωματικές σκέψεις» που αναφέρονται στην απάντηση.
Το Δικαστήριο κάλεσε εξάλλου την Επιτροπή να συνοδεύεται από έναν εμπειρογνώμονα ο οποίος να είναι σε θέση να εξηγήσει στο Δικαστήριο, χωρίς να χρησιμοποιήσει τεχνικούς όρους, το σύστημα μεταφοράς στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VΙΙΙ του Κανονισμού, καθώς και τη μέθοδο υπολογισμού που χρησιμοποιήθηκε για τον προσδιορισμό των δικαιωμάτων των προσφευγόντων.
ΙΙΙ — Αιτήματα των διαδίκων
Οι προσφεύγοντες ζητούν από το Δικαστήριο, καθένας για λογαριασμό του,
—
να ακυρώσει την πράξη με την οποία η Επιτροπή, για τον υπολογισμό της κοινοτικής σύνταξης λόγω συμπλήρωσης συντάξιμου χρόνου, έλαβε εν μέρει μόνο υπόψη το χρόνο υπηρεσίας που είχε συμπληρώσει πριν από το διορισμό του ως έκτακτου υπαλλήλου·
—
να υποχρεώσει την Επιτροπή να αναγνωρίσει, για τον υπολογισμό της σύνταξης αυτής, το σύνολο του χρόνου υπηρεσίας που έχει συμπληρώσει σ' αυτή·
—
να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
Η Επιτροπή ζητεί από το δικαστήριο
—
να κηρύξει τις προσφυγές απαράδεκτες και ουσία αβάσιμες και να τις απορρίψει·
—
να καταδικάσει τους προσφεύγοντες στα δικαστικά έξοδα.
IV — Λόγοι ακύρωσης και επιχειρήματα των διαδίκων κατά την έγγραφη διαδικασία
Α — Ως προς το παραδεκτό
Η Επιτροπή θεωρεί τις προσφυγές απαράδεκτες, διότι ασκήθηκαν μετά τη λήξη των προθεσμιών που τάσσει ο Κανονισμός.
Για την εξέταση του παραδεκτού, η πράξη που λαμβάνεται υπόψη δεν είναι η κοινοποίηση προς τους προσφεύγοντες του οριστικού υπολογισμού των προηγούμενων ετών υπηρεσίας πριν από την πρόσληψη τους ως έκτακτων υπαλλήλων, αλλά η απόφαση, που είχε εκδοθεί άλλοτε, να εφαρμοστεί στα πρώην μέλη του προσωπικού εγκαταστάσεων το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VΙΙΙ του Κανονισμού. Η κοινοποίηση του οριστικού υπολογισμού δεν συνιστά παρά τη λογική συνέπεια και την επακριβή εφαρμογή απόφασης που είχε ληφθεί πολύ νωρίτερα.
Η απόφαση να εφαρμοστεί το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VΙΙΙ του Κανονισμού είχε γνωστοποιηθεί στους ενδιαφερόμενους υπαλλήλους τον Ιούνιο/Ιούλιο 1978' η απόφαση αυτή συνιστά την πράξη που μπορεί να «προκαλέσει βλάβη» στους προσφεύγοντες κατά την έννοια των άρθρων 90 και 91 του Κανονισμού. Η μεταβολή της υπηρεσιακής κατάστασης των προσφευγόντων απορρέει απευθείας από την απόφαση αυτή, η οποία τους είχε παράσχει τη δυνατότητα να εκτιμήσουν οριστικά και επακριβώς την έκταση και τα όρια της ατομικής τους κατάστασης όσον αφορά τον προσδιορισμό των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που είχαν αποκτήσει ως μέλη του προσωπικού εγκαταστάσεων.
Οι προσφεύγοντες αφετέρου φρονούν ότι οι προσφυγές είναι πλήρως παραδεκτές: η πράξη η οποία για πρώτη φορά συγκεκριμενοποιεί μια ρητή και οριστική άποψη της Επιτροπής επί του θέματος είναι η απόφαση της η οποία ορίζει τον αριθμό των συντάξιμων ετών που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της σύνταξης λόγω συμπλήρωσης συντάξιμου χρόνου.
Η απόφαση της Επιτροπής να εφαρμόσει αναλογικά το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VΙΙΙ του Κανονισμού δεν μπορεί, σε καμιά περίπτωση και ανεξάρτητα από το αν και πότε οι ενδιαφερόμενοι έλαβαν γνώση της, να θεωρηθεί ως «βλαπτική» πράξη που να μπορεί να προσβληθεί με διοικητική ένσταση και, επομένως, με δικαστική προσφυγή.
Η βλάβη του ατομικού συμφέροντος των προσφευγόντων δεν εμφανίστηκε παρά μόνο σε μεταγενέστερη φάση, όταν είχαν πληρωθεί δύο ουσιώδεις προϋποθέσεις: η επιλογή του ενδιαφερόμενου να εξαγοράσει τα προηγούμενα έτη υπηρεσίας για τον προσδιορισμό της κοινοτικής σύνταξης και ο υπολογισμός των ετών αυτών υπηρεσίας ως κοινοτικού συντάξιμου χρόνου που παρέχει συνταξιοδοτικό δικαίωμα.
Την αντίληψη αυτή συμμερίστηκε και η ίδια η διοίκηση, η οποία κάλεσε τους ενδιαφερομένους να δηλώσουν συγκεκριμένα τις υπηρεσίες που είχαν προσφέρει πριν από το διορισμό τους ως έκτακτων υπαλλήλων, χωρίς να επηρεάζεται η οριστική απόφαση που θα καλούνταν να λάβουν όταν θα λάμβαναν γνώση του υπολογισμού του ασφαλιστικού ισοδύναμου των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που είχαν γεννηθεί προηγουμένως.
Υπό τις συνθήκες αυτές, η ένσταση κατά αποφάσεων γενικής ισχύος με κανονιστικό περιεχόμενο, που δεν είχαν ανακοινωθεί προσωπικά στους ενδιαφερομένους ούτε είχαν δημοσιευτεί στα επίσημα πληροφοριακά όργανα και είχαν εκδοθεί αρκετά έτη προτού ακόμη οι ενδιαφερόμενοι κληθούν να επιλέξουν την κοινοτική σύνταξη και πληροφορηθούν σε ποιο μέτρο τα προηγούμενα έτη υπηρεσίας τους θα λαμβάνονταν υπόψη, θα επέσυρε ισχυρότερη ένσταση απαραδέκτου, αφού δεν θα υπήρχε οιαδήποτε πραγματική βλάβη των συμφερόντων των εν λόγω υπαλλήλων.
Β — Επί της ουσίας
Οι προσφεύγοντες, προς υποστήριξη των προσφυγών τους, επικαλούνται λόγους που ανάγονται στην παράβαση της συνθήκης και των εκτελεστικών της κανόνων δικαίου, υπό την έννοια ότι στην περίπτωση τους δεν έχει αναλογική εφαρμογή το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του Κανονισμού, στην παραβίαση της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων και στην κατάχρηση εξουσίας' στην απάντηση τους υποβάλλουν «συμπληρωματικές σκέψεις» που στηρίζονται στη χρησιμοποίηση από την Επιτροπή ενός διορθωτικού συντελεστή.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι όλοι οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι.
Επί της αναλογικής εφαρμογής του άρθρου 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του Κανονισμού
Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι η αναλογική εφαρμογή στην περίπτωση τους του άρθρου 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του Κανονισμού είναι παράνομη.
α)
Η διάταξη αυτή ρυθμίζει μια κατάσταση που διαφέρει ουσιωδώς από τη δική τους. Από το γράμμα και το πνεύμα της διάταξης αποδεικνύεται σαφώς ότι σκοπός της είναι να λάβει υπόψη, στο μέτρο του δυνατού, τις περιόδους εργασίας που έχουν πραγματοποιηθεί σε υπηρεσία εκτός των Κοινοτήτων οι προσφεύγοντες όμως είχαν απασχοληθεί στις ίδιες τις Κοινότητες.
Η εφαρμογή του άρθρου 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του Κανονισμού δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ούτε από άποψη νομιμότητας ούτε από την ευρύτερη άποψη της δικαιοσύνης.
6)
Εφόσον η Επιτροπή διαπίστωσε την ύπαρξη κενού και αναγκάστηκε να καταφύγει στην αναλογία, η αναλογία δεν έπρεπε να γίνει με την προηγούμενη υπηρεσία εκτός του κοινοτικού πλαισίου, για την οποία η Επιτροπή δεν φέρει καμιά ευθύνη, αλλά με την κοινοτική υπηρεσία που έχει συμπληρώσει ένας υπάλληλος. Η κατάσταση των πρώην τοπικών υπαλλήλων και των πρώην υπαλλήλων εγκαταστάσεων σχεδόν ταυτίζεται με την κατάσταση των επικουρικών υπαλλήλων, εφόσον και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για υπηρεσίες που έχουν παρασχεθεί στην Επιτροπή' έχουν επομένως εφαρμογή οι αρχές που έχει δεχτεί το Δικαστήριο με την απόφαση του της 1ης Φεβρουαρίου 1979 (17/78, Deshormes, Race. σ. 189). Για τον υπολογισμό της σύνταξης η Επιτροπή άλλωστε λαμβάνει υπόψη το σύνολο του χρόνου που έχει πραγματοποιηθεί με την ιδιότητα του επικουρικού υπαλλήλου σε όλες τις περιπτώσεις που ο μόνιμος υπάλληλος, κατά την περίοδο που εργάστηκε ως επικουρικός, ασκούσε τα ίδια καθήκοντα με αυτά που του ανατέθηκαν στην υπηρεσία στην οποία διορίστηκε έπειτα. Όσον αφορά τους πρώην τοπικούς υπαλλήλους και τα μέλη του προσωπικού εγκαταστάσεων, είναι αναμφισβήτητο ότι συνεχίζουν να ασκούν, υπό νέα ιδιότητα, τα ίδια καθήκοντα με αυτά που ασκούσαν κατά το παρελθόν.
γ)
Δεν μπορούν να γίνουν δεκτές αντιρρήσεις που αφορούν τη χρηματοδότηση του συστήματος πρόνοιας για τις προηγούμενες υπηρεσίες.
Η Επιτροπή ευθύνεται για το τμήμα της χρηματοδότησης που βαρύνει τον εργοδότη' η Επιτροπή αφετέρου οφείλει να μετέχει στη χρηματοδότηση των συνταξιοδοτικών συστημάτων για τους μόνιμους υπαλλήλους της. Τέλος, οι εισφορές που παρακρατούνταν από τις αποδοχές των πρώην τοπικών υπαλλήλων και των πρώην μελών του προσωπικού εγκαταστάσεων δεν είναι καθόλου κατώτερες, το αντίθετο μάλιστα, από το ανάλογο τμήμα των αποδοχών των μόνιμων υπαλλήλων το οποίο καταβάλλεται στο κοινοτικό συνταξιοδοτικό ταμείο.
Τα μέτρα επομένως που έλαβε η Επιτροπή δεν δικαιολογούνται ούτε από την κατανομή ούτε από το ύψος των εισφορών.
Πρέπει να τονιστεί επίσης ότι η πλήρης αναγνώριση του προηγούμενου συντάξιμου χρόνου των προσφευγόντων δεν 9α τους είχε καταστήσει επ' ουδενί λόγω αδικαιολόγητα πλουσιότερους σε βάρος αυτών που είχαν εγγραφεί εξαρχής στο κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα: οι εισφορές που έχουν καταβάλει οι προσφεύγοντες στο INPS είναι υψηλότερες από τις κρατήσεις που διενεργούνται στο πλαίσιο του κοινοτικού συστήματος· το τμήμα των εισφορών που έχει καταβάλει το κοινοτικό όργανο στο INPS δεν είναι κατώτερο από αυτό με το οποίο βαρύνεται για τους μόνιμους υπαλλήλους του· η μεταφορά του ασφαλιστικού ισοδύναμου στην Επιτροπή την θέτει στην ίδια κατάσταση με αυτή στην οποία 3α βρισκόταν αν είχε η ίδια ευθύς εξαρχής αναλάβει τις υποχρεώσεις κοινωνικής ασφάλισης για τους τοπικούς υπαλλήλους και για τα μέλη του προσωπικού εγκαταστάσεων.
Η αμοιβαιότητα μεταξύ των αντίστοιχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων θα ήταν ουσιαστικά η ίδια με αυτή που υφίσταται στη σχέση μεταξύ Επιτροπής και μόνιμων υπαλλήλων.
δ)
Στην απάντηση τους οι προσφεύγοντες προτείνουν την ένσταση έλλειψης νομιμότητας του κανονισμού 2615/76, στο μέτρο που οι προσβαλλόμενες πράξεις έχουν εκδοθεί σε εκτέλεση του και ο κανονισμός αυτός ορίζει ότι η υπηρεσία που έχει παρασχεθεί υπό την ιδιότητα του μέλους του προσωπικού εγκαταστάσεων ή του τοπικού υπαλλήλου αναγνωρίζεται μόνο προκειμένου να συνυπολογιστεί για τη συμπλήρωση συντάξιμου χρόνου επαρκούς για την απόκτηση συνταξιοδοτικού δικαιώματος.
ε)
Η απόφαση του Δικαστηρίου της 1ης Απριλίου 1971 (54/70, Landra, Race. σ. 315), στην οποία παραπέμπει η Επιτροπή, δεν έχει σχέση με τις παρούσες υποθέσεις: δεν πρόκειται εν προκειμένω για σώρευση δύο συνταξιοδοτικών συστημάτων, αλλά για επιλογή μόνο του κοινοτικού ασφαλιστικού συστήματος η υπαγωγή εξάλλου των προσφευγόντων σε ένα ασφαλιστικό σύστημα διαφορετικό από το κοινοτικό σύστημα οφείλεται μόνο στα κοινοτικά όργανα και η Επιτροπή δεν μπορεί να επικαλείται κατά των προσφευγόντων μια κατάσταση που έχει δημιουργηθεί από τη θέληση της και μόνο.
Η Επιτροπή έχει τη γνώμη ότι στην προκειμένη περίπτωση απλώς εφάρμοσε το νόμο και στηρίχτηκε στη νομολογία του Δικαστηρίου.
α)
Η διάταξη του κανονισμού 2615/76 — η οποία, για τον υπολογισμό των συντάξιμων ετών που προσδιορίζουν το ύψος της κοινοτικής σύνταξης που οφείλεται στα πρώην μέλη του προσωπικού εγκαταστάσεων, επιτρέπει να λαμβάνονται υπόψη μόνο τα έτη υπηρεσίας που έχουν συμπληρωθεί υπό την ιδιότητα του έκτακτου υπαλλήλου — αποτελεί εφαρμογή της βασικής αρχής που διέπει το σύνολο του κοινοτικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, όπως ορίζεται στο άρθρο 83 του Κανονισμού· η αρχή αυτή καθιερώνει στενή σχέση ανάμεσα στην κτήση του δικαιώματος για σύνταξη λόγω συμπλήρωσης του συντάξιμου χρόνου και στην εκ μέρους του ενδιαφερομένου χρηματοδότηση του ταμείου που έχει συσταθεί για την καταβολή της σύνταξης αυτής.
6)
Σύμφωνα με την απόφαση Landra, οι εισφορές σε ένα σύστημα ξένο προς τις Κοινότητες δεν παρέχουν αυτόματα κοινοτικά συνταξιοδοτικά δικαιώματα και η αναγνώριση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που έχουν κτηθεί πριν από τη μονιμοποίηση, στην περίπτωση του προσωπικού που υπόκειται στο καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων, μπορεί να γίνει μόνο για τους έκτακτους υπαλλήλους, οι οποίοι από την πρόσληψη τους, σε αντίθεση με τους άλλους μη μόνιμους υπαλλήλους, υπάγονται στο κοινοτικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης και καταβάλλουν εισφορές στο κοινοτικό συνταξιοδοτικό ταμείο.
Η απόφαση Deshormes εκδόθηκε σε πλαίσιο εντελώς διαφορετικό από το πλαίσιο των παρουσών υποθέσεων.
γ)
Η προσφυγή εν προκειμένω στο άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του Κανονισμού είναι σύμφωνη προς τη νομολογία της απόφασης Landra. Αναπόφευκτη συνέπεια είναι ότι το ποσό που μεταφέρεται πιστώνεται στον υπάλληλο σε συντάξιμα έτη που υπολογίζονται σύμφωνα με το σύστημα και τις παραμέτρους που οι Κοινότητες εφαρμόζουν κανονικά. Ενδεχόμενη επιβάρυνση του κοινοτικού προϋπολογισμού με ένα συμπληρωματικό ποσό για την πλήρη εξομοίωση του προηγούμενου χρόνου υπηρεσίας στην περίπτωση ανεπαρκούς ασφαλιστικού ισοδύναμου δεν θα είχε καμιά νόμιμη βάση, θα συνιστούσε παραβίαση της αρχής της αμοιβαίας εισφοράς στην οποία στηρίζεται το σύνολο του συστήματος της κοινοτικής κοινωνικής ασφάλισης και, σε τελευταία ανάλυση, θα οδηγούσε σε αδικαιολόγητο πλουτισμό όσων θα ωφελούνταν σχετικά.
Η μέριμνα για την ορθή διαχείριση των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης επιβάλλει κατ' ανάγκη να υφίσταται αμοιβαία εξάρτηση ανάμεσα στις καταβαλλόμενες εισφορές και στην οφειλόμενη σύνταξη. Ως προς το σημείο αυτό, πρέπει να τονιστεί ότι ναι μεν οι εισφορές που καταβλήθηκαν στο συνταξιοδοτικό ταμείο του INPS, τόσο από τα κοινοτικά όργανα όσο και από τους υπαλλήλους τους, ήταν για μια σύντομη μόνο περίοδο υψηλότερες από τις εισφορές που προβλέπονται από το κοινοτικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, αυτό όμως συνέβαινε μόνο σε ποσοστό επί των ακαθάριστων αποδοχών και όχι σε απόλυτες τιμές· το αποφασιστικό βέβαια στοιχείο για τον υπολογισμό των συντάξιμων ετών που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την κοινοτική σύνταξη είναι το συνολικό ύψος του ασφαλιστικού ισοδύναμου που έχει συσσωρευτεί στο INPS και μεταφέρεται στο κοινοτικό συνταξιοδοτικό ταμείο.
Εξάλλου, ο μηχανισμός μετατροπής του ασφαλιστικού ισοδύναμου των δικαιωμάτων για σύνταξη λόγω συμπλήρωσης συντάξιμου χρόνου που έχουν κτηθεί προηγουμένως σε συντάξιμα έτη που πρέπει να συνυπολογιστούν για την κοινοτική σύνταξη απέχει πολύ από το να καταλήγει πάντοτε και σε όλες τις περιπτώσεις σε αρνητικά αποτελέσματα για τους ενδιαφερομένους' το αποτέλεσμα εξαρτάται από το βάρος που αντιπροσωπεύει για κάθε ενδιαφερόμενο η αξία των διαφόρων στοιχείων (μεταφερόμενο ποσό, ηλικία, βαθμός κατά τη μονιμοποίηση) που συνθέτουν τη μέθοδο μετατροπής.
δ)
Η ένσταση έλλειψης νομιμότητας που προτείνεται κατά του κανονισμού 2615/76 συνιστά νέο ισχυρισμό που προβάλλεται κατά τη διάρκεια της δίκης κατά παράβαση των άρθρων 38 και 42 του κανονισμού διαδικασίας και είναι, για το λόγο αυτό, απαράδεκτη.
Εν πάση περιπτώσει, η ένσταση δεν στηρίζεται σε καμιά νομική επιχειρηματολογία και ο εν λόγω κανονισμός δεν αποτελεί παρά εφαρμογή της θεμελιώδους αρχής του κοινοτικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, η οποία τίθεται από το άρθρο 83 του Κανονισμού.
Επί της αρχής της απαγορενοεως των διακρίαεων
Οι προοφενγοντες υποστηρίζουν ότι τα προσβαλλόμενα μέτρα παραβιάζουν επίσης την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων μεταξύ των υπαλλήλων που έχουν ασκήσει στο ίδιο κοινοτικό όργανο στην ουσία ίδια καθήκοντα με αυτά που έχουν ασκήσει τα πρόσωπα τα οποία διορίστηκαν ευθύς εξαρχής στην κατηγορία των μόνιμων υπαλλήλων.
α)
Τα καθήκοντα των προσφευγόντων, πριν και μετά την 1η Νοεμβρίου 1976, παρέμειναν τα ίδια, επικυρώθηκαν οι εκδέσεις κρίσης που τους αφορούσαν, δεν τους ζητήθηκε καμιά περίοδος δοκιμασίας και ολόκληρη η προϋπηρεσία τους ελήφθη υπόψη για τη νέα κατάταξη και τον υπολογισμό του αναγκαίου συντάξιμου χρόνου για την παροχή σύνταξης λόγω αποχώρησης από την υπηρεσία. Υπό τις συνθήκες αυτές, για τον προσδιορισμό της σύνταξης δεν δικαιολογείται διαφοροποίηση σε σχέση με αυτούς που είχαν την τύχη να διοριστούν μόνιμοι υπάλληλοι από τότε που εισήλθαν στα κοινοτικά όργανα.
6)
Η μερική μόνο αναγνώριση της προϋπηρεσίας των προσφευγόντων 9α είχε επίσης ως συνέπεια, ακόμη και αν συνεχίσουν να εργάζονται μέχρι τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας, να πάρουν αρκετά χαμηλή σύνταξη.
γ)
Η μετάβαση των προσφευγόντων στο νέο τους «καθεστώς» έχει βέβαια επιφέρει βελτίωση της νομικής τους κατάστασης και έχει μετριάσει τις πιο κραυγαλέες ανισότητες σε σχέση με τους συναδέλφους τους που είναι μόνιμοι υπάλληλοι' συνεχίζουν όμως να υφίστανται την αβεβαιότητα της κατάστασης τους, ιδιαίτερα σοβαρή στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης.
Η Επιτροπή αποκρούει τόσο τους νομικούς όσο και τους πραγματικούς ισχυρισμούς των προσφευγόντων.
α)
Η μη πλήρης αναγνώριση των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που έχουν κτηθεί στο πλαίσιο εθνικών συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης αποτελεί συνέπεια όχι μόνο της βασικής αρχής για αντιστοιχία μεταξύ εισφορών και συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, αλλά και της ύπαρξης περισσότερων από ένα συστημάτων στα οποία υπόκειται το προσωπικό των Κοινοτήτων. Πρόκειται εν προκειμένω για συστήματα εντελώς αυτόνομα και ξεχωριστά, στα οποία δεν μπορεί να έχει εφαρμογή η αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων.
Η αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων έχει εφαρμογή μέσα στην ίδια κατηγορία προσωπικού. Η αρχή αυτή όμως δεν μπορεί να απαγορεύει σε μια δημόσια διοίκηση τη δυνατότητα, παράλληλα με τους μόνιμους υπαλλήλους που προσλαμβάνει κατόπιν διαγωνισμού, να χρησιμοποιεί στην υπηρεσία της προσωπικό βάσει συμβατικής σχέσης που ρυθμίζεται από ειδικές διατάξεις.
6)
Η κατάταξη των προσφευγόντων στην κατηγορία των έκτακτων υπαλλήλων δεν συνεπάγεται ουσιαστικά βλάβη της συνταξιοδοτικής τους κατάστασης: η κοινοτική τους σύνταξη ασφαλώς δεν είναι κατώτερη, αλλά πιθανόν πολύ ανώτερη, από τη σύνταξη που 9α εισέπρατταν βάσει του εθνικού συστήματος.
γ)
Από γενικότερη άποψη, πρέπει να ση-μειω9εί ότι η κατάσταση των έκτακτων υπαλλήλων αποτελεί καρπό συγκεκριμένης επιλογής της νομοθετικής πολιτικής των κοινοτικών οργάνων, στην οποία προέβησαν με πλήρη επίγνωση τα όργανα αυτά με σκοπό να συμβιβάσουν όσο το δυνατόν περισσότερες εγγυήσεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης υπέρ του προσωπικού με την αναγκαία ελαστικότητα των δομών οργάνωσης της έρευνας' η θέση των υπαλλήλων αυτών δεν είναι άλλωστε, από άποψη ουσίας, τόσο δυσμενής όσο υποστηρίζουν οι προσφεύγοντες, ιδίως ως προς το συνταξιοδοτικό σύστημα.
Επί τον λόγου που αφορά την κατάχρηση εξουσίας
Οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VΙΙΙ του Κανονισμού εφαρμόστηκε εν προκειμένω με διαφορετικό σκοπό και καθ' υπέρβαση του σκοπού του νομοθέτη και δημιούργησε άλλωστε κατάσταση εμφανώς άδικη και παράνομη: παράνομη, καθόσον αποβλέπει στη ρύθμιση μιας συγκεκριμένης κατάστασης που διαφέρει τόσο ως προς την ουσία όσο και τον τύπο άδικη, διότι εξομοιώνει υπηρεσία που έχει παρασχεθεί στο κοινοτικό πλαίσιο με υπηρεσία που έχει παρασχεθεί εκτός του πλαισίου αυτού.
Η Επιτροπή σημειώνει ότι ο λόγος αυτός απλώς επαναλαμβάνει τα επιχειρήματα που έχουν αναπτυχθεί σχετικά με τους άλλους δύο λόγους, χωρίς να προσθέτει κανένα νέο στοιχείο.
Ως προς τις «συμπληρωματικές σκέψεις»
Οι προσφεύγοντες στην απάντηση τους αμφισβητούν τη νομιμότητα της εφαρμογής, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε νομισματική μετατροπή, του διορθωτικού συντελεστή 157,8 επί του βασικού μισθού που εκφράζεται σε βελγικά φράγκα' αυτό είχε ως συνέπεια τη σημαντική μείωση του συντάξιμου χρόνου. Επιπλέον, στους προσφεύγοντες δεν παρασχέθηκε καμιά δυνατότητα να μετατρέψουν, βάσει της συναλλαγματικής ισοτιμίας που ίσχυε κατά την ημέρα της μεταφοράς, τα ποσά που υπήρχαν στους εθνικούς οργανισμούς ασφάλισης.
Η Επιτροπή τονίζει ότι εν προκειμένω πρόκειται για εντελώς νέο αίτημα που αποβλέπει στη διεύρυνση του αντικειμένου των εισαγωγικών δικογράφων της δίκης, το οποίο υποβάλλεται χωρίς προηγούμενη ένσταση βάσει του άρθρου 90 του Κανονισμού, και είναι επομένως απόλυτα απαράδεκτο.
Εν πάση περιπτώσει, για τον προσδιορισμό του βασικού μισθού των μόνιμων υπαλλήλων κατά το έτος 1976, όταν η περιοδική αναπροσαρμογή των αποδοχών γινόταν χωρίς μεταβολή του πίνακα αποδοχών αλλά με την εφαρμογή ενός διορθωτικού συντελεστή, ήταν αναγκαίο να εφαρμοστεί ο διορθωτικός συντελεστής που ίσχυε τότε επί του ποσού που προέκυπτε από τον πίνακα.
V — Προφορική διαδικασία
Οι προσφεύγοντες, εκπροσωπούμενοι από το δικηγόρο Marchesini, και η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από το δικηγόρο de Caterini, ανέπτυξαν τα επιχειρήματά τους, ιδιαίτερα σε σχέση με την κατ' αναλογία εφαρμογή του άρθρου 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του Κανονισμού, κατά τη συνεδρίαση της 5ης Μαΐου 1983. Στη συνεδρίαση αυτή απάντησαν επίσης σε ορισμένες ερωτήσεις που τους υπέβαλε το Δικαστήριο' το δικηγόρο της Επιτροπής επικουρούσε για το σκοπό αυτό ο R. Tanzilli, προϊστάμενος τμήματος στη Γενική Διεύθυνση Προσωπικού και Διοίκησης, με την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του στη συνεδρίαση της 7ης Ιουλίου 1983.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφα που κατατέθηκαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 5 και 6 Απριλίου 1982, η Maria Grazia Celant και πέντε άλλοι προσφεύγοντες, έκτακτοι υπάλληλοι της Επιτροπής τοποθετημένοι στις εγκαταστάσεις του Κοινού Κέντρου Ερευνών στην Ispra, άσκησαν προσφυγές με τις οποίες ζητούν την ακύρωση των αποφάσεων με τις οποίες η Επιτροπή προσδιόρισε τη διάρκεια της υπηρεσίας που έχουν συμπληρώσει οι ενδιαφερόμενοι, προκειμένου να υπολογίσει τη σύνταξη τους λόγω συμπλήρωσης συντάξιμου χρόνου κατόπιν της μεταφοράς τους από το ιταλικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης στο συνταξιοδοτικό σύστημα των μόνιμων και των λοιπών υπαλλήλων της Κοινότητας.
2
Από τη δικογραφία προκύπτει ότι οι προσφεύγοντες αρχικά απασχολήθηκαν ως «μέλη του προσωπικού εγκαταστάσεων» του Κοινού Κέντρου Ερευνών στην Ispra και ότι με την ιδιότητα αυτή υπάγονταν στο ιταλικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, το οποίο έχει αναλάβει το Istituto nazionale della previdenza sociale (INPS).
3
Βάσει του κανονισμού 2615/76 του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 1976, που τροποποίησε τον κανονισμό 259/68 όσον αφορά το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων (GU L 299, σ. 1), η ιδιότητα του μέλους του προσωπικού εγκαταστάσεων καταργήθηκε και οι προσφεύγοντες απέκτησαν την ιδιότητα των έκτακτων υπαλλήλων δυνάμει του άρθρου 2 του καθεστώτος του λοιπού προσωπικού (στο εξής: «το Καθεστώς»), όπως συμπληρώθηκε με την εισαγωγή νέας κατηγορίας, που ορίζεται ως εξής στο εδάφιο δ που προστέθηκε στο άρθρο 2:
«δ) Ο υπάλληλος ο οποίος προσλαμβάνεται για να καταλάβει προσωπινά μόνιμη θέση, η οποία αμείβεται από τις πιστώσεις ερευνών και επενδύσεων και περιλαμβάνεται στον πίνακα θέσεων που προσαρτάται στον προϋπολογισμό του οικείου οργάνου.»
4
Επιπλέον, ο κανονισμός 2615/76 ενέταξε τα πρώην μέλη του προσωπικού εγκαταστάσεων στο συνταξιοδοτικό σύστημα της Κοινότητας αντικαθιστώντας την παράγραφο 2 του άρθρου 39 του Καθεστώτος με το ακόλουθο κείμενο:
«Κατά τη λήξη των καθηκόντων του, ο υπάλληλος ο οποίος αναφέρεται στο άρθρο 2, στοιχείο γ ή δ, δικαιούται σύνταξη λόγω συμπλήρωσης συντάξιμου χρόνου ή εφάπαξ αποζημίωση λόγω εξόδου από την υπηρεσία υπό τους όρους που προβλέπονται στις διατάξεις του τίτλου V, κεφάλαιο 3, του Κανονισμού και του παραρτήματος VIII του Κανονισμού.»
5
Το άρθρο 2 του κανονισμού 2615/76 προβλέπει, ως μεταβατικό μέτρο, στην παράγραφο 4, εδάφιο 1, υπέρ των μελών του προσωπικού εγκαταστάσεων που απέκτησαν την ιδιότητα του έκτακτου υπαλλήλου, ότι τα έτη υπηρεσίας που συμπλήρωσαν με την ιδιότητα του μέλους του προσωπικού εγκαταστάσεων λαμβάνονται υπόψη για την εφαρμογή του άρθρου 77, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων (στο εξής: «ο Κανονισμός»), σύμφωνα με το οποίο η παροχή συνταξιοδοτικού δικαιώματος λόγω συμπλήρωσης συντάξιμου χρόνου προϋποθέτει τη συμπλήρωση τουλάχιστον 10 ετών υπηρεσίας.
6
Αντίθετα, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του κανονισμού 2615/76, για τον προσδιορισμό των συντάξιμων ετών βάσει των οποίων υπολογίζεται η σύνταξη κατά την έννοια του άρθρου 2 του παραρτήματος VIII του Κανονισμού, λαμβάνονται υπόψη μόνο τα συντάξιμα έτη υπηρεσίας που έχει συμπληρώσει το πρώην μέλος του προσωπικού εγκαταστάσεων υπό τη νέα του ιδιότητα του έκτακτου υπαλλήλου.
7
Η Επιτροπή όμως, για λόγους επιείκειας, αποφάσισε να εφαρμόσει κατ' αναλογία στα πρώην μέλη του προσωπικού εγκαταστάσεων που θα υπέβαλαν σχετική αίτηση τις διατάξεις του άρθρου 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του Κανονισμού, οι οποίες παρέχουν την ευχέρεια σε έναν υπάλληλο που εισέρχεται στην υπηρεσία ενός κοινοτικού οργάνου και υπαγόταν ήδη σε εθνικό οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης να μεταφέρει στις Κοινότητες το ασφαλιστικό ισοδύναμο των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων λόγω συμπλήρωσης συντάξιμου χρόνου τα οποία έχει αποκτήσει σε εθνικό πλαίσιο. Στην περίπτωση αυτή, το όργανο στο οποίο υπηρετεί ο υπάλληλος καθορίζει, λαμβάνοντας υπόψη το βαθμό κατά τη μονιμοποίηση, τον αριθμό των συντάξιμων ετών που υπολογίζει σύμφωνα με το καθεστώς που το διέπει και βάσει του ποσού του ασφαλιστικού ισοδύναμου.
8
Στις 2 Μαρτίου 1978 οι Κοινότητες συνήψαν συμφωνία με το INPS για τη μεταφορά στο κοινοτικό σύστημα των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων των υπαλλήλων που υπάγονταν προηγουμένως στο ιταλικό συνταξιοδοτικό σύστημα.
9
Κατόπιν της συμφωνίας αυτής, η Επιτροπή δημοσίευσε μια ανακοίνωση στον «Ταχυδρόμο του προσωπικού» αριθ. 391, της 14ης Ιουνίου 1978. Λίγο αργότερα, στις 13 Ιουλίου 1978, η Επιτροπή διένειμε την ίδια ανακοίνωση στις εγκαταστάσεις του Κοινού Κέντρου Ερευνών στην ISPRA, για να επιστήσει την προσοχή των ενδιαφερομένων στην ύπαρξη της συμφωνίας, και έταξε προθεσμία μέχρι τις 13 Δεκεμβρίου 1978 για την υποβολή αιτήσεων για την έγκριση της μεταφοράς. Μια εγκύκλιος της 10ης Απριλίου 1979 πληροφόρησε τους ενδιαφερόμενους έκτακτους υπαλλήλους ότι μπορούσαν να αναβάλουν την οριστική τους απόφαση μέχρις ότου τους γνωστοποιηθεί με ακρίβεια ο υπολογισμός των συντάξιμων ετών που θα λαμβάνονταν υπόψη για τον προσδιορισμό της κοινοτικής τους σύνταξης, βάσει του ασφαλιστικού ισοδύναμου που 3α μεταφερόταν.
10
Οι προσφεύγοντες είχαν γνωστοποιήσει την πρόθεση τους να επωφεληθούν από τη δυνατότητα αυτή και τον Ιούνιο και Ιούλιο 1981 τους κοινοποιήθηκε ο ακριβής υπολογισμός των συντάξιμων ετών που τους είχαν αναγνωριστεί' συγχρόνως κλήθηκαν να λάβουν οριστική απόφαση εντός προθεσμίας 30ημερών.
11
Όλοι ot προσφεύγοντες επιβεβαίωσαν την επιλογή τους για τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών τους δικαιωμάτων στο κοινοτικό σύστημα, αλλά εξέφρασαν επιφυλάξεις ως προς τον υπολογισμό των συντάξιμων ετών που είχαν ληφθεί υπόψη για το σκοπό αυτό.
12
Στη συνέχεια, υπέβαλαν ενστάσεις, κατ' εφαρμογή του άρδρου 90, παράγραφος 2, του Κανονισμού, κατά του ότι η Επιτροπή δεν είχε λάβει υπόψη για τον προσδιορισμό των δικαιωμάτων τους επί της κοινοτικής συντάξεως, το σύνολο των συντάξιμων ετών υπηρεσίας που είχαν συμπληρώσει οι προσφεύγοντες ως μέλη του προσωπικού εγκαταστάσεων. Επειδή δεν δόθηκε απάντηση στις ενστάσεις αυτές εντός της προθεσμίας που προβλέπεται από τον Κανονισμό, ασκήθηκαν οι παρούσες προσφυγές στις 5 και 6 Απριλίου 1982.
Επί του παραδεκτού
13
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η πράξη που πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό της προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής δεν είναι η κοινοποίηση προς τους προσφεύγοντες του οριστικού υπολογισμού των δικαιωμάτων τους τον Ιούνιο/Ιούλιο 1982, αλλά η απόφαση να εφαρμοστεί στα πρώην μέλη του προσωπικού εγκαταστάσεων το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του Κανονισμού, η οποία γνωστοποιήθηκε στους ενδιαφερομένους τον Ιούνιο/Ιούλιο 1978. Η απόφαση αυτή επομένως αποτελεί την πράξη που μπορεί να «προκαλέσει βλάβη» στους προσφεύγοντες κατά την έννοια των άρθρων 90 και 91 του Κανονισμού. Οι προσφεύγοντες ήταν τότε σε θέση να εκτιμήσουν με ακρίβεκττην έκταση και τα όρια της ατομικής τους κατάστασης και όφειλαν να ασκήσουν τις προσφυγές τους. Η κοινοποίηση του οριστικού υπολογισμού το 1981 δεν αποτελεί παρά το λογικό επακόλουθο απόφασης που είχε ληφθεί πολύ νωρίτερα και δεν είχε προσβληθεί εντός των νομίμων προθεσμιών.
14
Η ένσταση αυτή που πρότεινε η Επιτροπή πρέπει να απορριφθεί ως αντίθετη προς την καλή πίστη που πρέπει να διέπει τις σχέσεις μεταξύ της κοινοτικής διοίκησης και των μόνιμων και λοιπών υπαλλήλων της, ακόμη και όταν είναι αντίδικοι.
15
Πρέπει να παρατηρηθεί στο θέμα αυτό ότι οι ανακοινώσεις που διανεμήθηκαν τον Ιούνιο/Ιούλιο 1978 δεν ήταν αποφάσεις, αλλά μια πρόταση προς τους ενδιαφερόμενους υπαλλήλους, της οποίας τα επακόλουθα εξαρτιόνταν από την αποδοχή της εκ μέρους των υπαλλήλων. Επιπλέον, αν ληφθεί υπόψη ο πολύπλοκος χαρακτήρας των υπολογισμών που χρειάστηκαν για να προσδιοριστεί, ατομικά για καθένα από τους προσφεύγοντες, το ασφαλιστικό ισοδύναμο των δικαιωμάτων που είχαν αποκτήσει στο εθνικό σύστημα στο οποίο υπάγονταν προηγουμένως και η μετατροπή του ενεργητικού αυτού σε συντάξιμα έτη σύμφωνα με τους κανόνες του κοινοτικού συστήματος, είναι προφανές ότι οι προσφεύγοντες δεν ήταν σε θέση να υποβάλουν λυσιτελώς ένσταση και να ασκήσουν προσφυγή πριν ακόμη κοινοποιηθούν οι αποφάσεις τον Ιούνιο/Ιούλιο 1981.
Επί της ουσίας
16
Οι αιτιάσεις των προσφευγόντων πηγάζουν από το γεγονός ότι το ασφαλιστικό ισοδύναμο, όπως υπολογίστηκε από τον ιταλικό οργανισμό, η Κοινότητα το επανεκτίμησε σύμφωνα με τους δικούς της σχετικούς κανόνες, με αποτέλεσμα ο αριθμός των συντάξιμων ετών που αναγνωρίστηκαν να είναι αισθητά κατώτερος από το χρόνο υπηρεσίας των ενδιαφερομένων στο Κοινό Κέντρο Ερευνών της Κοινότητας. Οι προσφεύγοντες δεν αμφισβητούν ότι οι ισχύοντες σχετικά κανόνες εφαρμόστηκαν ορθά και από τις δύο πλευρές' η διαφωνία τους αφορά το σημείο κατά πόσο η Κοινότητα μπορεί, κατ' εφαρμογή των δικών της κανόνων, να μειώσει τα συντάξιμα έτη που λαμβάνονται υπόψη για το ύψος της κοινοτικής τους σύνταξης σε χρόνο κατώτερο από τον πραγματικό χρόνο υπηρεσίας τους.
17
Οι προσφεύγοντες προσάπτουν στην Επιτροπή ότι, εξομοιώνοντας την κατάσταση των πρώην μελών του προσωπικού εγκαταστάσεων με την κατάσταση των μόνιμων υπαλλήλων που εισέρχονται στην υπηρεσία της Κοινότητας μετά από προϋπηρεσία στη διοίκηση κράτους μέλους ή στον ιδιωτικό τομέα, προβαίνει σε εσφαλμένη αναλογική εφαρμογή προς βλάβη τους. Κατά τη γνώμη τους, η σύγκριση δεν πρέπει να γίνει, για να είναι ορδή, με την κατάσταση στην οποία αναφέρεται το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του Κανονισμού, αλλά με την κατάσταση των μόνιμων υπαλλήλων, εφόσον εξυπακούεται ότι οι προσφεύγοντες, αντίθετα με τα πρόσωπα που αφορά το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII, έχουν αφιερώσει ευθύς εξαρχής τη δραστηριότητά τους στην Κοινότητα. Στην απάντηση τους οι προσφεύγοντες αμφισβήτησαν ακόμη και το κύρος του κανονισμού 2615/76, καθόσον ο κανονισμός αυτός, στο άρθρο του 2, παράγραφος 4, αναγνώρισε την υπηρεσία που είχαν συμπληρώσει ως μέλη του προσωπικού εγκαταστάσεων μόνο κατά το συνυπολογισμό για τη συμπλήρωση του ελάχιστου χρόνου υπηρεσίας που απαιτείται για την απόκτηση δικαιώματος επί παροχών, αλλά δεν έλαβε υπόψη τις ίδιες περιόδους για τον προσδιορισμό των συντάξιμων ετών.
18
Κατά δεύτερο λόγο, οι προσφεύγοντες εκθέτουν ότι αυτή η διαφορετική μεταχείριση μεταξύ αυτών των ίδιων και των μόνιμων υπαλλήλων συνιστά δυσμενή διάκριση σε βάρος τους. Τέλος, υποστηρίζουν ότι ο τρόπος ενέργειας της Επιτροπής συνιστά κατάχρηση εξουσίας.
19
Στην απάντησή τους οι προσφεύγοντες προέβαλαν νέο λόγο, που αντλείται από το γεγονός ότι η Επιτροπή εφάρμοσε ένα διορθωτικό συντελεστή, όπως φαίνεται από τα έγγραφα στα οποία καθορίζονται οι αποδοχές των ενδιαφερομένων σε βελγικά φράγκα κατά το χρόνο που διορίστηκαν έκτακτοι υπάλληλοι. Οι προσφεύγοντες φρονούν ότι η εφαρμογή αυτού του διορθωτικού συντελεστή είχε ως συνέπεια να μειωθεί σημαντικά ο συντάξιμος χρόνος.
20
Ο τελευταίος αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως όψιμος. Επειδή υποβλήθηκε κατά το στάδιο μόνο της απάντησης, η Επιτροπή δεν μπόρεσε να προετοιμάσει κατάλληλα την υπεράσπιση της, αφού μάλιστα το περιεχόμενό του δεν προκύπτει σαφώς από τα έγγραφα των προσφευγόντων.
21
Ως προς τους λόγους περί παραβίασης της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων και της υποτιθέμενης κατάχρησης εξουσίας, συγχέονται στην πραγματικότητα με τον πρώτο λόγο περί εσφαλμένης αναλογίας της κατάστασης των προσφευγόντων με την κατάσταση των προσώπων στα οποία αναφέρεται το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII. Οι λόγοι αυτοί, επομένως, μπορούν να συνεξεταστούν.
22
Ενόψει των επιχειρημάτων που ανέπτυξαν οι προσφεύγοντες, πρέπει να παρατηρηθεί, πρώτον, ότι δεν μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση το διαφορετικό καθεστώς που ισχύει μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών προσώπων που προσλαμβάνουν οι Κοινότητες είτε ως μόνιμους υπαλλήλους είτε ως υπαλλήλους των διαφόρων κατηγοριών που διέπονται από το καθεστώς του λοιπού προσωπικού. 'Οπως ορθώς ανέφερε η Επιτροπή, ο καθορισμός καθεμιάς από τις κατηγορίες αυτές ανταποκρίνεται σε νόμιμες ανάγκες της κοινοτικής διοίκησης και στη φύση των εργασιών, μόνιμων ή έκτακτων, που έχει την αποστολή να εκτελεί. Δεν μπορεί συνεπώς να θεωρείται ως διάκριση το γεγονός ότι, από άποψη εγγυήσεων του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και από άποψη παροχών κοινωνικής ασφάλισης, ορισμένες κατηγορίες προσώπων που προσλαμβάνονται από τις Κοινότητες απολαύουν εγγυήσεων ή παροχών που δεν παρέχονται σε άλλες κατηγορίες. Ειδικότερα, πρέπει να σημειωθεί ότι η κατάσταση των υπαλλήλων που διέπονται από το καθεστώς του λοιπού προσωπικού χαρακτηρίζεται γενικά από τη συμβατική φύση της σχέσης εργασίας και από την υπαγωγή σημαντικού μέρους του προσωπικού αυτού στους εθνικούς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, είτε του τόπου της καταγωγής τους είτε του τόπου της κατοικίας τους.
23
Δεύτερον, πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι προσφεύγοντες είχαν αποδεχθεί ελεύθερα με σύμβαση το νομικό καθεστώς τους ως μελών του προσωπικού εγκαταστάσεων, που συνεπαγόταν την υπαγωγή στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης της χώρας κατοικίας τους. Στην ίδια αλληλουχία σκέψεων, πρέπει να τονιστεί ότι η μεταφορά του ιταλικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης στο συνταξιοδοτικό σύστημα της Κοινότητας αποτελούσε για τους προσφεύγοντες δικαίωμα προαίρεσης, το οποίο άσκησαν ελεύθερα σε χρόνο κατά τον οποίο είχαν ακριβή επίγνωση των συνεπειών. Είχαν τη δυνατότητα τότε να εκτιμήσουν τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της επιλογής τους και να λάβουν απόφαση σύμφωνη προς τα συμφέροντα τους.
24
Ακόμη και ανεξάρτητα από τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναγνωριστεί ότι οι αντιρρήσεις που εγείρουν οι προσφεύγοντες κατά του κύρους των μεταβατικών διατάξεων του κανονισμού 2615/76 και κατά του μέτρου που έλαβε η Επιτροπή είναι αβάσιμες.
25
Όταν αποφασίστηκε η κατάργηση του προσωπικού εγκαταστάσεων και η μεταφορά των υπαλλήλων αυτών στην κατηγορία των έκτακτων υπαλλήλων, το Συμβούλιο συμπλήρωσε το άρθρο 39 του Καθεστώτος και παρέσχε στα πρώην μέλη του προσωπικού εγκαταστάσεων δικαίωμα για κοινοτική σύνταξη, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού και του παραρτήματος VΙΙΙ, από την ημέρα που οι ενδιαφερόμενοι απέκτησαν την ιδιότητα των έκτακτων υπαλλήλων. Με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 2, παράγραφος 4, εδάφιο 1, του κανονισμού 2615/76, το Συμβούλιο αναγνώρισε υπέρ των προσφευγόντων το χρόνο υπηρεσίας τους ως μελών του προσωπικού εγκαταστάσεων ενόψει της προϋποθέσεως που θέτει το άρθρο 77, παράγραφος 1, του Κανονισμού, το οποίο εξαρτά την αναγνώριση συνταξιοδοτικού δικαιώματος από τη συμπλήρωση τουλάχιστον δεκαετούς υπηρεσίας. Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 2, παράγραφος 4, του κανονισμού 2615/76, του οποίου το κύρος αμφισβητούν οι προσφεύγοντες, ορίζει ότι ο ίδιος αυτός χρόνος υπηρεσίας δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό των συντάξιμων ετών που χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό του ύψους της σύνταξης κατά την έννοια του άρθρου 2 του παραρτήματος VΙΙΙ του Κανονισμού. Η διάταξη αυτή δεν αφαιρεί από τους προσφεύγοντες κανένα δικαίωμα, δεδομένου ότι έχει ως σκοπό μόνο να διευκρινίσει μια συνέπεια που απορρέει, εν πάση περιπτώσει, από το άρθρο 39, παράγραφος 2, του Καθεστώτος και η οποία άλλωστε είναι σύμφωνη με τις γενικές αρχές που διέπουν τη διαχρονική ισχύ των νόμων. Το Συμβούλιο δεν είχε καμιά υποχρέωση να θεσπίσει υπέρ των προσφευγόντων μεταβατικές διατάξεις που να είναι ευνοϊκότερες από τις διατάξεις του κανονισμού 2615/76.
26
Ομοίως, η Επιτροπή δεν είχε καμιά υποχρέωση να χορηγήσει στους προσφεύγοντες συμπληρωματικά συνταξιοδοτικά οφέλη που να υπερβαίνουν αυτά που προκύπτουν από την εφαρμογή του κανονισμού 2615/76. Δεν είναι δυνατό επομένως να της προσαφθεί ότι, για την εφαρμογή του άρθρου 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VΙΙΙ του Κανονισμού, παραχώρησε στους ενδιαφερομένους δικαίωμα προαίρεσης. Αντίθετα προς όσα ισχυρίζονται οι προσφεύγοντες, η λύση την οποία πρότεινε η Επιτροπή δεν βασίζεται σε αναλογία που αντιβαίνει στο νόμο. Πράγματι, το κοινό σημείο της κατάστασης των προσφευγόντων με την κατάσταση των προσώπων που αναφέρονται στην ανωτέρω διάταξη είναι ότι προτού ενταχθούν στο συνταξιοδοτικό σύστημα της Κοινότητας υπάγονταν σε άλλο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης. Το γεγονός ότι η υπαγωγή αυτή οφειλόταν σε σχέση εργασίας με όργανο της Κοινότητας δεν μεταβάλλει την κατάσταση των προσφευγόντων, ενώ ο διακανονισμός αυτός, τον οποίο αποδέχτηκαν ελεύθερα οι ενδιαφερόμενοι όταν ανέλαβαν υπηρεσία, αποτελούσε τμήμα της ειδικής υπηρεσιακής τους κατάστασης.
27
Οι προσφεύγοντες δεν μπορούν επομένως να απαιτήσουν να υπαχθούν πλήρως στο κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα αναδρομικά και χωρίς αντιπαροχή εκ μέρους τους. Ο μόνος μηχανισμός που συμβιβάζεται με την υγιή οικονομική διαχείριση του κοινοτικού συνταξιοδοτικού συστήματος, σε περίπτωση αναδρομικής αναγνώρισης ασφαλιστικών περιόδων, συνίσταται στην εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 11 του παραρτήματος VIII του Κανονισμού, η οποία επιτρέπει τη μεταφορά του ασφαλιστικού ισοδύναμου ως κάλυψη των εξόδων που αναλαμβάνει το κοινοτικό σύστημα για περιόδους για τις οποίες αρχικά δεν είχε αναλάβει οιαδήποτε ευθύνη.
28
Επειδή ο προσδιορισμός του ασφαλιστικού ισοδύναμου εκ μέρους του αρχικού οργανισμού κοινωνικής ασφάλισης και ο επανυπολογισμός του σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν στο συνταξιοδοτικό σύστημα της Κοινότητας στηρίζονται σε διαφορετικά δεδομένα και σε διαφορετικούς παράγοντες εκτίμησης όσον αφορά το ιστορικό των ενδιαφερομένων, τις μελλοντικές προοπτικές τους, το ύψος των εισφορών, τη φύση και το ύψος των παροχών, είναι φυσιολογικό ο καθορισμός των συντάξιμων ετών που πρέπει να ληφθούν υπόψη για την κοινοτική σύνταξη να καταλήγει σε διαφορετικό αριθμό από τον αριθμό των συντάξιμων ετών που έχει υπολογίσει ο εθνικός οργανισμός. Επειδή τα συντάξιμα αυτά έτη έχουν σημασία μόνο σε σχέση με τις παροχές για τις οποίες χορηγούν δικαίωμα στο πλαίσιο των διαφόρων συστημάτων, εθνικού και κοινοτικού, δεν μπορούν να συγκριθούν μεταξύ τους, εκτός αν συνυπολογιστεί ως ασφαλιστικό ισοδύναμο τόσο η προσωπική κατάσταση κάθε ενδιαφερομένου όσο και τα γενικά χαρακτηριστικά των εν λόγω συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης. Οι προσφεύγοντες όμως, οι οποίοι περιορίζονται να συγκρίνουν τους εαυτούς τους με τους μόνιμους υπαλλήλους της Κοινότητας, δεν έχουν προσκομίσει κανένα στοιχείο που θα μπορούσε να δημιουργήσει αμφιβολίες για το κατά πόσο οι μαθηματικοί τύποι που χρησιμοποίησαν οι υπηρεσίες της Κοινότητας για τον υπολογισμό του ασφαλιστικού ισοδύναμου αποδίδουν ορθώς τη σχέση ανάμεσα στο ασφαλιστικό ισοδύναμο που υπολόγισε ο ιταλικός οργανισμός και την επανεκτίμηση του κεφαλαίου αυτού σύμφωνα με τα ειδικά κριτήρια του κοινοτικού συστήματος.
29
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η Επιτροπή, προτείνοντας στους προσφεύγοντες τη μεταφορά στο συνταξιοδοτικό σύστημα της Κοινότητας κατά τρόπο σύμφωνο προς το σύστημα του Κανονισμού, δεν παρανόμησε έναντί τους, δεν τους μεταχειρίστηκε δυσμενώς και δεν είναι δυνατό να της καταλογιστεί οιαδήποτε κατάχρηση εξουσίας.
30
Κατά συνέπεια, οι προσφυγές πρέπει να απορριφθούν.
Επί των δικαστικών εξόδων
31
Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα.
32
Σύμφωνα όμως με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας, προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων των Κοινοτήτων, τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν.
33
Δυνάμει του άρθρου 69, παράγραφος 3, εδάφιο 2, του κανονισμού διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί εντούτοις να καταδικάσει ακόμα και το νικήσαντα διάδικο στην καταβολή προς τον αντίδικο των εξόδων στα οποία αναγκάστηκε να υποβληθεί, αν κρίνει ότι τα έξοδα αυτά προκλήθηκαν χωρίς εύλογη αιτία. Η διάταξη αυτή πρέπει να εφαρμοστεί έναντι της Επιτροπής η οποία περιέπλεξε ανώφελα τη διεξαγωγή της δίκης προβάλλοντας καταφανώς αβάσιμη ένσταση απαραδέκτου. Πρέπει επομένως να καταδικαστεί η Επιτροπή να καταβάλει τμήμα των δικαστικών εξόδων των προσφευγόντων, κατ' εκτίμηση δε το ένα τρίτο.
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
κρίνει και αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει τις προσφυγές.
2)
Η Επιτροπή φέρει τα δικαστικά της έξοδα και το ένα τρίτο των δικαστικών εξόδων των προσφευγόντων, ενώ οι ίδιοι φέρουν τα υπόλοιπα.
Pescatore
Due
Bahlmann
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 6 Οκτωβρίου 1983.
Κατ' εντολή του γραμματέα
H. A. Riihi
Κύριος υπάλληλος διοικήσεως
Ο πρόεδρος του δεύτερου τμήματος
P. Pescatore
Full & Egal Universal Law Academy