Στην υπόθεση 132/82,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το νομικό της σύμβουλο Michel van Ackere, επικουρούμενο από τον Thomas van Rijn, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Oreste Montako, επίσης μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg, Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασίλειου του Βελγίου, εκπροσωπούμενου από τον Robert Hoebaer, διευθυντή του υπουργείου εξωτερικών, εξωτερικού εμπορίου και συνεργασίας με τις αναπτυσσόμενες χώρες, επικουρούμενο από τον J. Claeys Bouuaert, δικηγόρο, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την έδρα της πρεσβείας του Βελγίου στο Λουξεμβούργο, 4, rue des Girondins, Résidence Champagne,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου, εισπράττοντας αποθήκευτρα κατά την προσκόμιση εμπορευμάτων, τα οποία εισάγονται στο Βέλγιο και προέρχονται από κράτος μέλος ή που κυκλοφορούν ελεύθερα, σε ειδική αποθήκη για τη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 9 και 12 της συνθήκης,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους J. Mertens de Wilmars, πρόεδρο, Ρ. Pescatore και U. Everling, προέδρους τμήματος, Mackenzie Stuart, O. Due, Κ. Bahlmann και Y. Galmot, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. F. Mancini
γραμματέας: Ρ. Heim
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας, τα αιτήματα, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Η συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων για τα εμπορεύματα που εισάγονται στο Βέλγιο και τα οποία κατάγονται από κράτος μέλος ή κυκλοφορούν ελεύθερα διενεργείται είτε στα σύνορα είτε στο εσωτερικό της χώρας.
Στην πρώτη περίπτωση δεν οφείλεται καμιά χρηματική επιβάρυνση· στη δεύτερη όμως, η προσκόμιση των εμπορευμάτων σε ειδικό τμήμα των δημόσιων αποθηκών συνεπάγεται την καταβολή ενός τέλους το οποίο καθορίζεται και εισπράττεται από τους δήμους και τις κοινότητες σε αντάλλαγμα της χρήσεως των χώρων που διατίθενται στους εισαγωγείς.
Δυνάμει του άρθρου 25 του νόμου της 20ής Φεβρουαρίου 1978, περί τελωνειακών αποθηκών και περί προσωρινής εναποθηκεύσεως (Moniteur belge της 22. 3. 1978), το κράτος δεν παρεμβαίνει παρά μόνο για να καθορίζει το ανώτατο ύψος των αποθη-κεύτρων και να ρυθμίζει τον τρόπο καταβολής.
Από τις διατάξεις του βασιλικού διατάγματος της 29ης Ιανουαρίου 1979, περί τελωνειακών αποθηκών και προσωρινής εναποθηκεύσεως (Moniteur Belge της 7. 3. 1979) προκύπτει ότι τα αποθήκευτρα δεν μπορούν να υπερβαίνουν τα 5,50 φράγκα ανά δέμα ή ανά 100 κιλά μεικτού βάρους εμπορευμάτων που εκφορτώνονται στην αποθήκη, τα 3,50 φράγκα ανά δέμα ή ανά 100 κιλά μεικτού βάρους εμπορευμάτων που εκφορτώνονται εκτός αποθήκης (σε αποβάθρα ή περίβολο) και τα 13,00 φράγκα ανά 1000 κιλά μεικτού βάρους όταν με άδεια του τελωνείου δεν γίνεται εκφόρτωση χωρίς όμως το ποσό να μπορεί να υπερβαίνει τα 130 φράγκα ανά σιδηροδρομική άμαξα, φορτηγό όχημα ή ρυμουλκούμενο όχημα.
Η Επιτροπή, θεωρώντας ότι τα αποθήκευτρα αυτά συνιστούν φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδύναμου αποτελέσματος με τελωνειακούς δασμούς, με έγγραφο της 2ας Αυγούστου 1978, κίνησε κατά του Βελγίου τη διαδικασία που προβλέπεται από το άρθρο 169 της συνθήκης. Με το έγγραφο αυτό η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, βάσει πάγιας νομολογίας που έχει καθιερωθεί κυρίως με τις αποφάσεις της 1ης Ιουλίου 1969 (Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, 24/68, Recueil σ. 193 και Sociaal Fonds voor de Diamantarbeiders, 2/69 και 3/69, Recueil σ. 211), τα υπό κρίση αποθήκευτρα δεν μπορούν να θεωρηθούν ως αντιπαροχή για υπηρεσίες που παρέχονται ουσιαστικά και ατομικά κατά τρόπο που να προσπορίζουν στους εισαγωγείς καθορισμένο όφελος. Η Επιτροπή κάλεσε τη βελγική κυβέρνηση να της γνωστοποιήσει τις παρατηρήσεις της εντός προθεσμίας δύο μηνών.
Με έγγραφο της 22ας Σεπτεμβρίου 1978, η Μόνιμη Αντιπροσωπεία του Βελγίου δήλωσε ότι τα εν λόγω τέλη συνιστούν παροχή η οποία καταβάλλεται στο δήμο σε αντάλλαγμα για την κατασκευή, συντήρηση και επισκευή των ειδικών αποθηκών και για τη δυνατότητα να εναποτίθενται σε αυτές τα εμπορεύματα υπό την προστασία υπηρεσιών ελέγχου.
Η Επιτροπή, επειδή θεώρησε ότι από το έγγραφο της 22ας Σεπτεμβρίου 1978 προέκυπτε η ύπαρξη κάποιας παρανοήσεως, ήρθε σε νέες επαφές με τις αρμόδιες βελγικές υπηρεσίες ύστερα από τις οποίες η βελγική κυβέρνηση διευκρίνισε τη στάση της με συμπληρωματική απάντηση στην όχληση της Επιτροπής.
Σε έγγραφο της 21ης Νοεμβρίου 1979, η Μόνιμη Αντιπροσωπεία ισχυρίστηκε ότι δεν είναι υποχρεωτική η χρήση ειδικού τμήματος των δημόσιων αποθηκών. Ο εισαγωγέας, που δεν διαθέτει μόνιμο τελωνειακό γραφείο εγκατεστημένο εντός της ίδιας της επιχειρήσεως του, μπορεί είτε να καταφύγει σε ένα από τα εγκεκριμένα κινητά κέντρα ελέγχου, τα οποία ελέγχουν κατ' οίκον τα εμπορεύματα που έχουν προωθηθεί απευθείας από τα σύνορα, είτε να οδηγήσει τα εμπορεύματα σε ιδιωτική αποθήκη όπου λειτουργεί τελωνειακή υπηρεσία. Η χρησιμοποίηση των ειδικών αποθηκών παρέχει έτσι πραγματικό και προσωπικό όφελος για τον εισαγωγέα, ο οποίος είτε δεν διαθέτει επαρκείς εγκαταστάσεις για τελωνειακή εξυπηρέτηση και για το λόγο αυτό δεν μπορεί να καταφεύγει στα κινητά κέντρα είτε δεν επιθυμεί να χρησιμοποιήσει ιδιωτικές αποθήκες έναντι καταβολής τελών που καθορίζονται από τους διαχειριζόμενους αυτές.
Στις 12 Μαρτίου 1981 η Επιτροπή εξέδωσε την προβλεπόμενη από το άρθρο 169, πρώτη παράγραφος, της συνθήκης αιτιολογημένη γνώμη. Με τη γνώμη αυτή η επιτροπή υποστηρίζει ότι τα αποθήκευτρα εισπράττονται λόγω μόνης της αφίξεως των εμπορευμάτων στην ειδική αποθήκη και όχι λόγω της πραγματικής και εκούσιας χρησιμοποιήσεως των εγκαταστάσεων από τον εισαγωγέα επί χρόνο που υπερβαίνει τον απόλυτα απαραίτητο για τη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων. Η είσπραξη τελών κατά τον εκτελωνισμό στο εσωτερικό της χώρας δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από τη δυνατότητα να διενεργούνται δωρεάν στα σύνορα οι τελωνειακές διατυπώσεις. Στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για διατυπώσεις που διενεργούνται με σκοπό να μπορέσουν να διατεθούν στην αγορά τα σχετικά προϊόντα. Τέτοιες διατυπώσεις δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να συνεπάγονται την καταβολή τελών.
Η αιτιολογημένη γνώμη διαβιβάστηκε στη βελγική κυβέρνηση στις 18 Μαρτίου 1981 και την καλούσε να συμμορφωθεί με τις διατάξεις της εντός προθεσμίας δύο μηνών.
Η Μόνιμη Αντιπροσωπεία του Βελγίου με έγγραφο της 15ης Μαΐου 1981, απαντώντας στην αιτιολογημένη γνώμη, δήλωσε ότι η βελγική κυβέρνηση, διατηρούσε την άποψη που είχε εκφράσει στο έγγραφο της 21ης Νοεμβρίου 1979.
Στις 23 Απριλίου 1982 η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή η οποία πρωτοκολλήθηκε την ίδια ημέρα στη γραμματεία του Δικαστηρίου.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο, με έγγραφο της 26ης Ιανουαρίου 1983, κάλεσε τη βελγική κυβέρνηση και την Επιτροπή να απαντήσουν γραπτώς, πριν από την 1η Μαρτίου 1983, στις ακόλουθες ερωτήσεις:
Ερώτηση προς τη δελγική κυβέρνηση:
Σε ποιες περιπτώσεις, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων των άρθρων 16 και 34 του βασιλικού διατάγματος της 29ης Ιανουαρίου 1979, ο εισαγωγέας απαλλάσσεται από την καταβολή αποθηκεύτρων;
Ερώτηση προς την Επιτροπή:
Ποια είναι η κατάσταση, ως προς το σημείο αυτό, στα άλλα κράτη μέλη;
Οι απαντήσεις της βελγικής κυβερνήσεως και της Επιτροπής πρωτοκολλήθηκαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 21 Φεβρουαρίου και την 1η Μαρτίου 1983 αντιστοίχως.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
1.
να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο του Βελγίου, εισπράττοντας αποθήκευτρα κατά την προσκόμιση εμπορευμάτων, τα οποία εισάγονται στο Βέλγιο και προέρχονται από κράτος μέλος ή που κυκλοφορούν ελεύθερα, σε ειδική αποθήκη προκειμένου να συμπληρωθούν οι τελωνειακές διατυπώσεις, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 9 και 12 της συνθήκης περί ιδρύσεως των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
2.
να καταδικάσει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.
Το Βασίλειο τον Βελγίου ζητεί από το Δικαστήριο:
1.
να κρίνει την προσφυγή της Επιτροπής αβάσιμη
2.
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Κατά την Επιτροπή, από πάγια νομολογία που έχει κυρίως καθιερωθεί με την απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 1977 (Bauhuis, 46/76, Recueil σ. 5) προκύπτει ότι «οιαδήποτε χρηματική επιβάρυνση, έστω ελάχιστη, που επιβάλλεται μονομερώς, ανεξάρτητα της ονομασίας της και της τεχνικής της, και που επιβαρύνει τα εμπορεύματα λόγω του γεγονότος ότι διέρχονται από τα σύνορα, όταν δεν είναι κυριολεκτικά δασμός, συνιστά φορολογική επιβάρυνση ισοδύναμου αποτελέσματος υπό την έννοια των άρθρων 9, 12 και 13 και 16 της συνθήκης, ακόμη και αν δεν εισπράττεται από το κράτος». Αυτό δεν συμβαίνει τότε μόνο αν η εν λόγω επιβάρυνση συνιστά αμοιβή για υπηρεσία που έχει πράγματι παρασχεθεί στον εισαγωγέα και της οποίας το ποσό είναι ανάλογο προς την ανωτέρω υπηρεσία ή αν η επιβάρυνση ανήκει σε γενικό σύστημα εσωτερικών τελών που περιλαμβάνουν συστηματικά, σύμφωνα με τα ίδια αντικειμενικά κριτήρια, τα εγχώρια προϊόντα και τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα προϊόντα (σχετικά, απόφαση της 14. 12. 1962, Επιτροπή κατά Βελγίου και Λουξεμβούργου, 2 και 3/62, Recueil σ. 813 απόφαση της 8. 11. 1979, Denkavit, 251/78, Recueil σ. 3369· απόφαση της 28. 1. 1981, Kortmann, 32/80, Recueil σ. 251 απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 1981, Επιτροπή κατά Γαλλίας, 90/79, Recueil σ. 283).
Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, τα αποθή-κευτρα που εισπράττονται από τις βελγικές αρχές δεν συνιστούν ούτε εσωτερική φορολογική επιβάρυνση ούτε αμοιβή για παρεχόμενη υπηρεσία.
Κατά το άρθρο 30 του βασιλικού διατάγματος της 29ης Ιανουαρίου 1979 περί τελωνειακών αποθηκών και προσωρινής εναποθέσεως «η καταβολή των αποθηκεύτρων πραγματοποιείται για τα εμπορεύματα που φθάνουν με προορισμό την αποθήκη και αδιάκριτα αν εκφορτώνονται εκεί ή όχι». Κατά την Επιτροπή, από τη διάταξη αυτή προκύπτει σαφώς ότι η καταβολή των τελών δεν δικαιολογείται λόγω της πραγματικής χρήσεως των διευκολύνσεων της αποθήκης αλλά λόγω της μόνης διελεύσεως των συνόρων ή, ακόμη ακριβέστερα, της προσκομίσεως των εισαγόμενων εμπορευμάτων στην ειδική αποθήκη προκειμένου να συμπληρωθούν οι τελωνειακές διατυπώσεις.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι ακόμη και αν η χρήση της ειδικής αποθήκης είναι προαιρετική, όπως υποστηρίζει η βελγική κυβέρνηση, το γεγονός αυτό δεν επιτρέπει στο βελγικό κράτος να εισπράττει αποθή-κευτρα. Η Επιτροπή αναφέρει ότι, σύμφωνα με την προεκτιθέμενη νομολογία, το γεγονός ότι τα επίδικα αποθήκευτρα εισπράττονται από τις δημοτικές αρχές δεν επηρεάζει το χαρακτηρισμό τους έναντι των διατάξεων της συνθήκης.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι θα υπήρχε ενδεχομένως παροχή υπηρεσίας αν η είσπραξη του τέλους περιοριζόταν στην περίπτωση που η παραμονή των εμπορευμάτων στην ειδική αποθήκη υπερβαίνει τον απολύτως αναγκαίο χρόνο για τη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων. Από το άρθρο 34 του προαναφερομένου βασιλικού διατάγματος προκύπτει, όμως, ότι ο εισαγωγέας οφείλει να καταβάλει τα αποθήκευτρα ακόμη και αν, επιθυμώντας να έχει στη διάθεση του τα εμπορεύματα αμέσως μετά τη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων και να μην τα εναποθέσει στην αποθήκη, έχει απαλλαγεί από την εναποθήκευση σύμφωνα με το άρθρο 16 του ίδιου βασιλικού διατάγματος.
Κατά την Επιτροπή, η οποία αναφέρεται στην απόφαση της 16ης Ιουνίου 1966, Γερμανία κατά Επιτροπής, υποθ. 52 και 55/65, Recueil σ. 227, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η διευκόλυνση της συμπληρώσεως των τελωνειακών διατυπώσεων συνιστά πραγματική υπηρεσία που παρέχεται στον εισαγωγέα και ότι δικαιολογεί αμοιβή ενώ οι ανωτέρω διατυπώσεις επιβάλλονται από το κράτος για δικό του συμφέρον και δεν προσπορίζουν κανένα ουσιαστικό όφελος στον εισαγωγέα.
Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, αντίκειται στους κοινοτικούς στόχους, οι οποίοι αποβλέπουν στο να ευνοούν τη συμπλήρωση των διατυπώσεων εκτελωνισμού πλησίον των τόπων χρήσεως ή καταναλώσεως, και οι οποίοι συγκεκριμενοποιούνται από τον κανονισμό 222/77 του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, περί της κοινοτικής διαμετακομίσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/003, σ. 3), η επιβολή «κυρώσεως» στον εισαγωγέα που κάνει χρήση των σχετικά θεσπισμένων διαδικασιών επιβάλλοντάς του την καταβολή αποθηκεύτρων.
Κατά τη βελγική κυβέρνηση, τα τέλη για την ειδική αποθήκη δεν μπορούν να εξομοιωθούν με φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδύναμου αποτελέσματος με τελωνειακούς δασμούς στο μέτρο που αφενός μεν δεν εισπράττονται λόγω της διελεύσεως των εμπορευμάτων από τα σύνορα, αφετέρου δε αποτελούν την αμοιβή για υπηρεσία που έχει πράγματι παρασχεθεί στους εισαγωγείς.
Η βελγική κυβέρνηση δηλώνει ότι η χρήση των ειδικών αποθηκών είναι προαιρετική. Οι τελωνειακές διατυπώσεις μπορούν να συμπληρωθούν στο εσωτερικό της χώρας, είτε στις εγκαταστάσεις 600 περίπου επιχειρήσεων που έχουν αναγνωριστεί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ως εγκεκριμένοι παραλήπτες στο πλαίσιο των μέτρων βελτιώσεως του καθεστώτος της κοινοτικής διαμετακομίσεως είτε στις εγκαταστάσεις μεγάλων επιχειρήσεων όπου έχει εγκατασταθεί μόνιμο τελωνειακό γραφείο είτε στις αποθήκες ή ακάλυπτους χώρους προσωρινής εναποθέσεως ιδιωτικών επιχειρήσεων που βρίσκονται σε λιμάνια ή αεροδρόμια καθώς και σε ορισμένα σημαντικά κέντρα.
Η βελγική κυβέρνηση αναφέρει ότι όταν οι τελωνειακές διατυπώσεις συμπληρώνονται στις εγκαταστάσεις του ίδιου του εισαγωγέα, που αναγνωρίζεται ως εγκεκριμένος παραλήπτης, τότε μόνο δεν εισπράττονται καθόλου αποθήκευτρα. Υπογραμμίζεται, όμως, ότι ακόμη και στην περίπτωση αυτή η επιχείρηση θα υποβληθεί σε ορισμένα έξοδα που αντιστοιχούν στη δημιουργία των κατάλληλων εγκαταστάσεων. Όταν απεναντίας ο εισαγωγέας οδηγεί τα εισαγόμενα εμπορεύματα σε ιδιωτική επιχείρηση όπου λειτουργεί τελωνειακή υπηρεσία, θα καταβάλει στην εν λόγω επιχείρηση ποσό για τη χρήση των εγκαταστάσεών της.
Κατά τη γνώμη της βελγικής κυβερνήσεως, η υπηρεσία που παρέχουν οι δημοτικές αρχές δικαιολογεί για τους ίδιους λόγους την καταβολή αποθηκεύτρων ως αντιπαροχή για το κόστος συντηρήσεως των εγκαταστάσεων.
Η βελγική κυβέρνηση θεωρεί ότι τη γενεσιουργό αιτία του επίδικου τέλους δεν συνιστά κατά νόμο η διέλευση των συνόρων, αλλά η χρήση υποδομής που παρέχει και χρηματοδοτεί τρίτος, η δημοτική αρχή.
Η βελγική κυβέρνηση, η οποία αναφέρεται στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Roemer επί των υποθέσεων 52 και 55/65, Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά Επιτροπής, Recueil 1966, σ. 246, θεωρεί ότι η καταβολή αποθηκεύτρων δικαιολογείται έναντι των διατάξεων της συνθήκης στο μέτρο που τα κίνητρα και οι στόχοι του τέλους αυτού δεν αποβλέπουν σε οιαδήποτε μορφή προστατευτισμού αλλά αποσκοπούν αποκλειστικά στην εύλογη κάλυψη των εξόδων που προκαλούνται από τη λειτουργία εμπορικών αποθηκών. Η βελγική κυβέρνηση τονίζει ότι τα έσοδα από τα επίδικα τέλη, των οποίων το ανώτατο ύψος καθορίζεται από το κράτος, είναι κατώτερα από το κόστος και τη συντήρηση των ειδικών αποθηκών.
Κατά τη βελγική κυβέρνηση, η διάθεση προς τους εισαγωγείς τέτοιων αποθηκών ανταποκρίνεται πλήρως στην έννοια της πράγματι παρεχόμενης υπηρεσίας, όπως αυτή έχει καθοριστεί από το Δικαστήριο κυρίως με τις αποφάσεις της 1ης Ιουλίου 1969 (Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, 24/68, αναφέρθηκε πιο πάνω Sociaal Fonds voor de Diamantarbeiders, 2 και 3/69, αναφέρθηκε πιο πάνω) και της 26. 2. 1975 (W. Cadsky SpA, 63/74, Recueil σ. 281). Η δυνατότητα χρήσεως δημόσιας αποθήκης επιτρέπει στους εισαγωγείς, οι οποίοι είτε είναι ανεπαρκώς εξοπλισμένοι για να μπορούν να αναγνωριστούν ως εγκεκριμένοι παραλήπτες στο πλαίσιο των μέτρων βελτιώσεως του καθεστώτος της κοινοτικής διαμετακομίσεως είτε δεν επιθυμούν να κάνουν χρήση ακάλυπτων χώρων ή αποθηκών προσωρινής εναποθηκεύσεως άλλων επιχειρήσεων, να συμπληρώνουν τις τελωνειακές διατυπώσεις πλησίον του τόπου καταναλώσεως των εμπορευμάτων.
Η βελγική κυβέρνηση κρίνει ότι η άποψη της Επιτροπής, κατά την οποία τα τέλη συνιστούν φορολογική επιβάρυνση ισοδύναμου αποτελέσματος στο μέτρο που είναι ανεξάρτητη από τη διάρκεια της χρήσεως των αποθηκών και που οφείλεται ακόμη κι αν τα εμπορεύματα δεν εκφορτώνονται, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Η βελγική κυβέρνηση διευκρινίζει ότι ο υπολογισμός των τελών δεν γίνεται κατ' αποκοπή γιατί το ποσό ποικίλλει ανάλογα με το βάρος και το χώρο εκφορτώσεως. Το εισπραττόμενο τέλος μπορεί αφετέρου να συγκριθεί με ενοίκιο ή με τέλος σταθμεύσεως.
Κατά τη βελγική κυβέρνηση, τα εμπορεύματα παραμένουν γενικά στην αποθήκη πέρα από τον απολύτως αναγκαίο χρόνο για τη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων, απλώς, παραδείγματος χάρη, λόγω καθυστερήσεως που οφείλεται στην ταυτόχρονη άφιξη πολλών εισαγωγέων. Αν υποτεθεί στην περίπτωση αυτή ότι ο εισαγωγέας που σταθμεύει το φορτηγό του αυτοκίνητο σε δημόσια οδό δεν οφείλει αποθήκευτρα η λύση αυτή δεν παρέχει κανένα ουσιαστικό όφελος λαμβανομένων υπόψη των δυσχερειών σταθμεύσεως και των προβλημάτων ασφάλειας που ενδεχομένως ανακύπτουν από τη μη φύλαξη των εμπορευμάτων.
Κατά τη γνώμη της βελγικής κυβερνήσεως, αν το Δικαστήριο ακολουθήσει την άποψη της Επιτροπής, οι δημοτικές αρχές θα εξαναγκαστούν να τροποποιήσουν τους κανόνες σχετικά με την καταβολή αποθη-κεύτρων και μάλιστα ανάλογα με τη διάρκεια της σταθμεύσεως πριν και μετά από τη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων, τις καθυστερήσεις... Τέτοιες διατάξεις δεν θα διευκόλυναν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων καθόσο θα συνεπάγονταν πρόσθετα διοικητικά έξοδα σε βάρος των εισαγωγέων και σε ορισμένες περιπτώσεις την είσπραξη τελών υψηλότερων των σημερινών κατ' αποκοπή ποσών.
IV — Περίληψη των γραπτών παρατηρήσεων που κατατέθηκαν σε απάντηση των ερωτήσεων που είχε υποβάλει το Δικαστήριο
Η βελγική κυβέρνηση, σε απάντηση της ερωτήσεως σε ποιες περιπτώσεις, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων των άρθρων 16 και 34 του βασιλικού διατάγματος της 29ης Ιανουαρίου 1979, ο εισαγωγέας απαλλάσσεται από την καταβολή αποθηκεύ-τρων, δηλώνει ότι οι διατάξεις του βασιλικού αυτού διατάγματος δεν προβλέπουν καθόλου την περίπτωση απαλλαγής από τα αποθήκευτρα.
Κατά το άρθρο 16 του ανωτέρω βασιλικού διατάγματος, «αν ο εισαγωγέας, που έχει δηλώσει ότι τα εμπορεύματα προορίζονται για δημόσια αποθήκη, επιθυμεί να τα έχει στη διάθεση του για έναν από τους άλλους επιτρεπόμενους προορισμούς, ο τελώνης μπορεί να τον απαλλάξει από την εναποθήκευση». Κατά τη βελγική κυβέρνηση, τα αποθήκευτρα οφείλονται στην περίπτωση που αντιμετωπίζεται στο ανωτέρω άρθρο 16.
Το άρθρο 34 του βασιλικού διατάγματος της 29ης Ιανουαρίου 1979 διακρίνει δύο περιπτώσεις. Δυνάμει της διατάξεως αυτής, «ο ειδικός κανονισμός μπορεί να ορίζει ότι τα αποθήκευτρα που προβλέπονται για τα εμπορεύματα που φθάνουν στην ειδική αποθήκη επιβάλλονται επίσης:
1)
στα εμπορεύματα που δηλώνονται ότι προορίζονται για δημόσια αποθήκη και για τα οποία ο τελώνης, κατά την άφιξη τους, χορηγεί απαλλαγή εναποθηκεύσεως·
2)
στα εισαγόμενα από το εξωτερικό εμπορεύματα τα οποία προσκομίζονται σε δημόσια αποθήκη προκειμένου να παύσουν να τελούν υπό διαμετακόμιση».
Η παράγραφος 1 αναφέρεται στην περίπτωση που αντιμετωπίζεται από το προαναφερόμενο άρθρο 16, και κατά την οποία οφείλονται τα αποθήκευτρα αυτά. Το ίδιο συμβαίνει στην περίπτωση που έχει υπόψη της η παράγραφος 2 του άρθρου 34, όπου ο εισαγωγέας κάνει επίσης χρήση του ειδικού χώρου της δημόσιας αποθήκης.
Η βελγική κυβέρνηση σημειώνει ότι όλες οι περιπτώσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του βασιλικού διατάγματος αναφέρονται ρητά στον ειδικό κανονισμό δημόσιων αποθηκών κάθε δήμου ή κοινότητας.
Η Επιτροπή, απαντώντας στο ερώτημα ποια είναι η κατάσταση ως προς το σημείο αυτό στα άλλα κράτη μέλη, δηλώνει ότι, σύμφωνα με έρευνα που έγινε τα έτη 19761977, αποθήκευτρα για εικονική πράξη, όπως αυτά που εισπράττονται στο Βέλγιο, δεν εισπράττονται στα άλλα κράτη μέλη. Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, δεν υπάρχει κανείς λόγος που να οδηγεί στη σκέψη ότι η κατάσταση έχει στο μεταξύ μεταβληθεί.
Η Επιτροπή εκφράζει τη λύπη της γιατί δεν μπόρεσε να πληροφορήσει το Δικαστήριο για την κατάσταση στην Ελλάδα. Υπολογίζει ότι θα είναι σε θέση να το κάνει κατά τη συνεδρίαση.
V — Προφορική διαδικασία
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Μ. van Ackere, και η βελγική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον R. Hoebaer και τον I. Claeys Bouuaert, δικηγόρο στο Cour de cassation του Βελγίου στις Βρυξέλλες, ανάπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους στη συνεδρίαση της 8ης Μαρτίου 1983.
Ο γενικός εισαγγελέας ανάπτυξε τις προτάσεις του στη συνεδρίαση της 20ής Απριλίου 1983.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Απριλίου 1982, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου, εισπράττοντας αποθήκευτρα κατά την προσκόμιση εμπορευμάτων, τα οποία εισάγονται στο Βέλγιο και προέρχονται από κράτος μέλος ή που κυκλοφορούν ελεύθερα, σε ειδική αποθήκη για τη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρ9ρα 9 και 13 της συνθήκης.
2
Ο νόμος της 20ής Φεβρουαρίου 1978 περί τελωνειακών αποθηκών και προσωρινής εναποθέσεως (Moniteur belge της 22. 3. 1978) ορίζει ως τελωνειακές αποθήκες τους χώρους όπου τα εμπορεύματα μπορούν να παραμένουν ελεύθερα εισαγωγικών δασμών και φορολογικών επιβαρύνσεων κατά τη διάρκεια της εναποθηκεύσεως. Ο νόμος θέτει την αρχή ότι τα εμπορεύματα που εναποτίθενται στις δημόσιες αποθήκες επιβαρύνονται με «αποθήκευτρα», των οποίων τα καθαρά έσοδα καταβάλλονται στους δήμους ή κοινότητες που παρέχουν τους χώρους. Σύμφωνα με το άρθρο 25 του ίδιου νόμου, το βασιλικό διάταγμα της 29ης Ιανουαρίου 1979 (Moniteur belge της 7. 3. 1979) καθόρισε τον πίνακα των δημόσιων αποθηκών, προσδιόρισε το ανώτατο ύψος των αποθηκεύτρων και ρύθμισε τον τρόπο καταβολής τους.
3
Η νομοθεσία αυτή ανταποκρίνεται καταρχήν στις κατευθύνσεις που ορίζει η οδηγία 68/312 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουλίου 1968 (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/001, σ. 26). Η οδηγία αυτή καθόρισε τους κανόνες που πρέπει να περιέχουν οι εθνικές νομοθεσίες σχετικά με την προσωρινή εναπόθεση των εμπορευμάτων που οι εισαγωγείς δεν επιθυμούν να θέσουν αμέσως υπό συγκεκριμένο τελωνειακό καθεστώς. Τα εμπορεύματα αυτά πρέπει να εναποτίθεται σε δημόσιες ή ιδιωτικές αποθήκες που καθορίζονται από τις εθνικές αρχές και υπό τους όρους που θέτουν αυτές, για χρονική περίοδο μέχρι 15ημερών, η οποία μπορεί να παραταθεί υπό ορισμένες προϋποθέσεις.
4
Η ανάπτυξη της κοινοτικής διαμετακομίσεως που ορίζεται και προστατεύεται από τον κανονισμό 222/77 του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976 (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/003, σ. 3), ο οποίος κωδικοποιεί τον κανονισμό 542/69 του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1969, όπως έχει τροποποιηθεί, παρέχει έτσι στους εισαγωγείς τη δυνατότητα να διακινούν τα εμπορεύματά τους ελεύθερα τελών και φορολογικών επιβαρύνσεων από τα σύνορα μέχρι τις δημόσιες αποθήκες που βρίσκονται στο εσωτερικό της χώρας. Στις αποθήκες αυτές μπορούν να προβούν σε εκτελωνισμό και έχουν επίσης την ευχέρεια να τα δέσουν εκεί υπό προσωρινή εναπόθεση, ιδίως όταν δεν επιθυμούν να τα υποβάλουν αμέσως υπό συγκεκριμένο τελωνειακό καθεστώς.
5
Η παρούσα διαφορά δημιουργήθηκε από την είσπραξη αποθηκεύτρων για τα εμπορεύματα που προσκομίζονται σε τέτοιες δημόσιες αποθήκες που βρίσκονται στο εσωτερικό της χώρας.
6
Η Επιτροπή κρίνει ότι τα αποθήκευτρα που εισπράττουν οι βελγικές αρχές συνιστούν φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδύναμου αποτελέσματος με τελωνειακούς δασμούς, υπό την έννοια των άρθρων 9 και 12 της συνθήκης, καθόσον η καταβολή των αποθηκεύτρων αυτών δεν αντιστοιχεί σε αμοιβή παρεχόμενης υπηρεσίας προς τον εισαγωγέα, αλλά συνδέεται με μόνη τη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων.
7
Η βελγική κυβέρνηση θεωρεί ότι ο χαρακτηρισμός ως φορολογικής επιβαρύνσεως ισοδύναμου αποτελέσματος με τελωνειακούς δασμούς δεν μπορεί να γίνει δεκτός, δεδομένου ότι τη γενεσιουργό αιτία, κατά νόμο, των επιδίκων αποθηκεύτρων δεν συνιστά ούτε η διέλευση των συνόρων ούτε η συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων, αλλά η υπό των εισαγωγέων χρήση των δημόσιων αποθηκών που θέτουν στη διάθεση τους οι δήμοι και οι κοινότητες. Η χρήση αυτή συνιστά παρεχόμενη υπηρεσία προς τους εισαγωγείς και μπορεί να συνεπάγεται την καταβολή αποθηκεύτρων.
8
Σημειώνεται καταρχάς ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία, οιαδήποτε χρηματική επιβάρυνση, έστω και ελάχιστη, που επιβάλλεται μονομερώς, ανεξάρτητα της ονομασίας της και της τεχνικής της, και που επιβαρύνει τα εμπορεύματα λόγω του γεγονότος ότι διέρχονται από τα σύνορα, όταν δεν είναι κυριολεκτικά τελωνειακός δασμός, συνιστά φορολογική επιβάρυνση ισοδύναμου αποτελέσματος υπό την έννοια των άρθρων 9, 12, 13 και 16 της συνθήκης, ακόμη και αν δεν εισπράττεται από το κράτος. Άλλως έχει το πράγμα όταν η εν λόγω επιβάρυνση συνιστά αμοιβή για υπηρεσία που έχει πράγματι παρασχεθεί στον εισαγωγέα και όταν το ποσό της είναι ανάλογο προς την ανωτέρω υπηρεσία, εφόσον πρόκείται, όπως στην προκειμένη περίπτωση, για δικαιώματα που επιβαρύνουν αποκλειστικά εισαγόμενα προϊόντα.
9
Η αιτιολογία της απαγορεύσεως φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδύναμου αποτελέσματος με τελωνειακούς δασμούς, η οποία περιέχεται στις διατάξεις της συνθήκης, έγκειται στο ότι οι χρηματικές επιβαρύνσεις που επιβάλλονται λόγω ή επ' ευκαιρία της διελεύσεως των συνόρων συνιστούν εμπόδιο για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων.
10
Ενόψει των αρχών αυτών, προκειμένου να κριθεί αν τα επίδικα αποθήκευτρα έχουν ή όχι το χαρακτήρα φορολογικής επιβαρύνσεως ισοδύναμου αποτελέσματος με τελωνειακούς δασμούς, πρέπει να σημειωθεί, πρώτον, ότι η προσωρινή εναπόθεση των εισαγόμενων εμπορευμάτων εντός των ειδικών χώρων των δημόσιων αποθηκών συνιστά, προφανώς, υπηρεσία παρεχόμενη προς τους επιχειρηματίες. Πράγματι, μια τέτοια εναπόθεση δεν μπορεί ν' αποφασιστεί παρά μόνο κατόπιν αιτήσεως των επιχειρηματιών και διασφαλίζει την ελεύθερη δασμών διατήρηση των εν λόγω εμπορευμάτων μέχρις ότου οι ενδιαφερόμενοι αποφασίσουν για τον προορισμό που θα τους δώσουν. Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί άλλωστε ότι η προσωρινή εναπόθεση μπορεί νομίμως να συνεπάγεται την καταβολή τελών ανάλογων προς την παρεχόμενη με τον τρόπο αυτόν υπηρεσία.
11
Τόσο όμως από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 16, 30 και 34 του βελγικού βασιλικού διατάγματος της 25ης Ιανουαρίου 1979, όσο και από την ενώπιον του Δικαστηρίου διεξαχθείσα συζήτηση προκύπτει ότι τα αποθήκευτρα οφείλονται επίσης και όταν τα εμπορεύματα προσκομίζονται στη δημόσια αποθήκη για την απλή συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων, παρόλον ότι έχουν απαλλαγεί από την εναποθήκευση και ο εισαγωγέας δεν έχει ζητήσει να τεθούν υπό προσωρινή εναπόθεση.
12
Η βελγική κυβέρνηση ισχυρίζεται βέβαια ότι, ακόμη και στην περίπτωση αυτή, έχει παρασχεθεί κάποια υπηρεσία προς τον εισαγωγέα. Ο εισαγωγέας έχει πάντοτε τη δυνατότητα να αποφύγει την καταβολή των επίδικων τελών επιλέγοντας να εκτελωνίσει τα εμπορεύματα του στα σύνορα, όπου ο εκτελωνισμός διενεργείται δωρεάν. Η διέλευση από δημόσια αποθήκη παρέχει επιπλέον στον εισαγωγέα την ευχέρεια να μπορεί να διενεργεί τον εκτελωνισμό πλησίον του τόπου προορισμού των προϊόντων του και τον απαλλάσσει είτε από το να διαθέτει ο ίδιος κατάλληλες εγκαταστάσεις για τον εκτελωνισμό είτε από το να προστρέχει για το σκοπό αυτό σε ιδιωτικές εγκαταστάσεις των οποίων η χρήση είναι δαπανηρότερη από τη χρήση των δημοσίων αποθηκών. Είναι, επομένως, νόμιμο να παρακρατείται τέλος ανάλογο προς την υπηρεσία αυτή.
13
Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί εντούτοις να γίνει δεκτή. Αν και είναι ακριβές ότι η διέλευση από δημόσια αποθήκη που βρίσκεται στο εσωτερικό της χώρας παρέχει στους εισαγωγείς ορισμένα οφέλη, φαίνεται, καταρχάς, ότι τα οφέλη αυτά συνδέονται με μόνη τη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων, η οποία, ανεξάρτητα τόπου, συνιστά πάντοτε υποχρέωση. Πρέπει να παρατηρηθεί επιπλέον ότι τα οφέλη αυτά προέρχονται από το καθεστώς της κοινοτικής διαμετακομίσεως, το οποίο έχει θεσπιστεί από τους κανονισμούς 542/69 και 222/77, όχι προς το ιδιωτικό συμφέρον των επιχειρηματιών, αλλά, όπως επισημαίνεται σαφώς στην τέταρτη και στην έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 222/77, προς εξασφάλιση ομαλότερης ροής στη διακίνηση των εμπορευμάτων και προς διευκόλυνση της μεταφοράς στο εσωτερικό της Κοινότητας. Δεν μπορεί, επομένως, να γεννηθεί θέμα επιβαρύνσεως με οιαδήποτε βάρη των διευκολύνσεων εκτελωνισμού που έχουν δοθεί προς το συμφέρον της κοινής αγοράς.
14
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η καταβολή αποθηκεύτρων, η οποία απαιτείται κατά την απλή συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αντιστοιχεί σε αμοιβή για υπηρεσία που έχει πράγματι παρασχεθεί προς τον εισαγωγέα.
15
Πρέπει κατά συνέπεια να κριθεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου, εισπράττοντας αποθήκευτρα κατά την προσκόμιση εμπορευμάτων, τα οποία εισάγονται στο Βέλγιο και προέρχονται από κράτος μέλος ή που κυκλοφορούν ελεύθερα, σε ειδική αποθήκη για τη μόνη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 9 και 12 της συνθήκης.
Επί των δικαστικών εξόδων
16
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Επειδή στην προκειμένη περίπτωση το Βασίλειο του Βελγίου ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
κρίνει και αποφασίζει:
1)
Το Βασίλειο του Βελγίου, εισπράττοντας αποθήκευτρα κατά την προσκόμιση εμπορευμάτων, τα οποία εισάγονται στο Βέλγιο και προέρχονται από κράτος μέλος ή που κυκλοφορούν ελεύθερα, σε ειδική αποθήκη για τη μόνη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 9 και 12 της συνθήκης.
2)
Καταδικάζει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.
Menens de Wilmars
Pescatore
Everling
Mackenzie Stuart
Due
Bahlmann
Galmot
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 17 Μαίου 1983.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
J. Menens de Wilmars
Full & Egal Universal Law Academy