Στην υπόθεση 133/82,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το νομικό της σύμβουλο Michel van Ackere, επικουρούμενο από τον Thomas van Rijn, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Oreste Montako, επίσης μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg, Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, εκπροσωπούμενου από τον Claude Lutty, σύμβουλο διευθύνσεως του υπουργείου οικονομικών, 3, rue de la Congrégation, Λουξεμβούργο,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, εισπράττοντας αποθήκευτρα κατά την προσκόμιση εμπορευμάτων, τα οποία εισάγονται στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου και προέρχονται από κράτος μέλος ή που κυκλοφορούν ελεύθερα, σε ειδική αποθήκη για τη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 9 και 12 της συνθήκης,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους J. Mertens de Wilmars, πρόεδρο, Ρ. Pescatore και U. Everling, προέδρους τμήματος, Mackenzie Stuart, O. Due, Κ. Bahlmann και Y. Galmot, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. F. Mancini
γραμματέας: Ρ. Heim
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας, τα αιτήματα, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Η συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων για τα εμπορεύματα που εισάγονται στο Λουξεμβούργο και τα οποία κατάγονται από κράτος μέλος ή κυκλοφορούν ελεύθερα διενεργείται είτε στα σύνορα είτε στο εσωτερικό της χώρας.
Στην πρώτη περίπτωση δεν οφείλεται καμιά χρηματική επιβάρυνση' στη δεύτερη όμως, η προσκόμιση των εμπορευμάτων σε ειδικό τμήμα των δημόσιων αποθηκών συνεπάγεται την καταβολή ενός τέλους το οποίο καθορίζεται και εισπράττεται από τους δήμους και τις κοινότητες σε αντάλλαγμα της χρήσεως των χώρων που τίθενται στους εισαγωγείς.
Οι υπουργικοί κανονισμοί της 21ης Απριλίου 1978 (Mémorial 1978, σ. 508) και της 2ας Ιουλίου 1979 (Mémorial 1979, σ. 1189) δημοσιεύουν στο Λουξεμβούργο το βελγικό νόμο της 20ής Φεβρουαρίου 1978 και το βασιλικό διάταγμα της 29ης Ιανουαρίου 1979 αντιστοίχως, περί τελωνειακών αποθηκών και περί προσωρικής εναποθέσεως.
Δυνάμει του άρθρου 25 του βελγικού νόμου της 20ής Φεβρουαρίου 1978, περί τελωνειακών αποθηκών και περί προσωρινής εναποθέσεως, το κράτος δεν παρεμβαίνει παρά μόνο για να καθορίζει το ανώτατο ύψος των αποθηκεύτρων Kat να ρυθμίζει τον τρόπο καταβολής.
Από τις διατάξεις του βασιλικού διατάγματος της 29ης Ιανουαρίου 1979, περί τελωνειακών αποθηκών και προσωρινής εναποθέσεως, προκύπτει ότι τα αποθήκευτρα δεν μπορούν να υπερβαίνουν τα 5,50 φράγκα ανά δέμα ή ανά 100 κιλά μεικτού βάρους εμπορευμάτων που εκφορτώνονται στην αποθήκη, τα 3,50 φράγκα ανά δέμα ή ανά 100 κιλά μεικτού βάρους εμπορευμάτων που εκφορτώνονται εκτός αποθήκης (σε αποβάθρα ή περίβολο) και τα 13,00 φράγκα ανά 1000 κιλά μεικτού βάρους όταν με άδεια του τελωνείου δεν γίνεται εκφόρτωση χωρίς όμως το ποσό να μπορεί να υπερβαίνει τα 130 φράγκα ανά σιδηροδρομική άμαξα, φορτηγό όχημα ή ρυμουλκούμενο όχημα.
Η Επιτροπή, θεωρώντας ότι τα αποθήκευτρα αυτά συνιστούν φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδύναμου αποτελέσματος με τελωνειακούς δασμούς, με έγγραφο της 16ης Φεβρουαρίου 1981 κίνησε κατά του Λουξεμβούργου τη διαδικασία που προβλέπεται από το άρθρο 169 της συνθήκης. Με το έγγραφο αυτό η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, βάσει πάγιας νομολογίας που έχει καθιερωθεί κυρίως με τις αποφάσεις της 1ης Ιουλίου 1969 (Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, 24/68, Recueil σ. 193, και Sociaal Fonds voor de Diamantarbeiders, 2/69 και 3/69, Recueil σ. 211), τα υπό κρίση αποθήκευτρα δεν μπορούν να θεωρηθούν ως αντιπαροχή για υπηρεσίες που παρέχονται ουσιαστικά και ατομικά κατά τρόπο που να προσπορίζουν στους εισαγωγείς καθορισμένο όφελος. Η Επιτροπή κάλεσε την κυβέρνηση του Λουξεμβούργου να της γνωστοποιήσει τις παρατηρήσεις της εντός προθεσμίας δύο μηνών.
Με έγγραφο της 17ης Ιουνίου 1981, η Μόνιμη Αντιπροσωπεία του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου δήλωσε ότι η κυβέρνηση του Λουξεμβούργου συντάσσεται με την άποψη που υποστηρίζει η βελγική κυβέρνηση στην ανάλογη υπόθεση που έχει κινηθεί κατά του Βασιλείου του Βελγίου, κατά την οποία η χρήση των ειδικών αποθηκών αποτελεί για τον εισαγωγέα πραγματικό και προσωπικό όφελος, το οποίο επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος μπορεί να επιλέξει ανάμεσα στη διαδικασία δωρεάν εκτελωνισμού στα σύνορα και στη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων στο εσωτερικό της χώρας έναντι καταβολής τελών για χρήση ειδικής αποθήκης.
Στις 8 Δεκεμβρίου 1981, η Επιτροπή εξέδωσε την αιτιολογημένη γνώμη, η οποία προβλέπεται από το άρθρο 169, πρώτη παράγραφος, της συνθήκης. Η γνώμη αυτή, με διατύπωση παρόμοια με τη διατύπωση της αιτιολογημένης γνώμης που είχε απευθυνθεί στις 12 Μαρτίου 1981 προς τη βελγική κυβέρνηση, διαπιστώνει ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, εισπράττοντας αποθήκευτρα κατά την προσκόμιση εμπορευμάτων, τα οποία εισάγονται στο Λουξεμβούργο και προέρχονται από κράτος μέλος ή που κυκλοφορούν ελεύθερα, σε ειδική αποθήκη για τη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 9 της συνθήκης ΕΟΚ.
Η αιτιολογημένη γνώμη διαβιβάστηκε στην κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου στις 14 Δεκεμβρίου 1981 και την καλούσε να συμμορφωθεί με τις διατάξεις της εντός προθεσμίας ενός μηνός.
Δεδομένου ότι η κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου δεν απάντησε στην αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής, η Επιτροπή άσκησε στις 23 Απριλίου 1982 την παρούσα προσφυγή, η οποία πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 26 Απριλίου 1982.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 21 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου και το άρθρο 45 του κανονισμού διαδικασίας, αποφάσισε τη διεξαγωγή αποδείξεων.
Με έγγραφο της 26ης Ιανουαρίου 1983, ο γραμματέας του Δικαστηρίου κάλεσε την κυβέρνηση του Λουξεμβούργου να απαντήσει πριν από τις 19 Φεβρουαρίου 1983 στην ακόλουθη ερώτηση : «Σε ποιες περιπτώσεις, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων των άρθρων 16 και 34 του βασιλικού διατάγματος της 29ης Ιανουαρίου 1979, ο εισαγωγέας απαλλάσσεται από την καταβολή αποθηκεύτρων;»
Με έγγραφο της ίδιας ημέρας, ο γραμματέας του Δικαστηρίου ζήτησε από την Επιτροπή να αναφέρει, πριν από την 1η Μαρτίου 1983, ποια είναι η κατάσταση, ως προς το σημείο αυτό, στα άλλα κράτη μέλη.
Οι απαντήσεις της κυβερνήσεως του Λουξεμβούργου και της Επιτροπής πρωτοκολλήθηκαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 22 Φεβρουαρίου 1983 και την 1η Μαρτίου 1983 αντιστοίχως.
II — Αιτήματα των διακίκων
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
1.
να αναγνωρίσει ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, εισπράττοντας αποθήκευτρα κατά την προσκόμιση εμπορευμάτων, τα οποία εισάγονται στο Λουξεμβούργο και προέρχονται από κράτος μέλος ή που κυκλοφορούν ελεύθερα, σε ειδική αποθήκη προκειμένου να συμπληρωθούν οι τελωνειακές διατυπώσεις, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 9 και 12 της συνθήκης περί ιδρύσεως των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
2.
να καταδικάσει το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου στα δικαστικά έξοδα.
Το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου ζητεί από το Δικαστήριο:
1.
να κρίνει την προσφυγή της Επιτροπής αβάσιμη·
2.
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Κατά την Επιτροπή, από πάγια νομολογία που έχει κυρίως καθιερωθεί με την απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 1977 (Bauhuis, 46/76, Recueil σ. 5) προκύπτει ότι «οιαδήποτε χρηματική επιβάρυνση, έστω ελάχιστη, που επιβάλλεται μονομερώς, ανεξάρτητα της ονομασίας της και της τεχνικής της, και που επιβαρύνει τα εμπορεύματα λόγω του γεγονότος ότι διέρχονται από τα σύνορα, όταν δεν είναι κυριολεκτικά δασμός, συνιστά φορολογική επιβάρυνση ισοδύναμου αποτελέσματος υπό την έννοια των άρθρων 9, 12, 13 και 16 της συνθήκης, ακόμη και αν δεν εισπράττεται από το κράτος». Αυτό δεν συμβαίνει τότε μόνο αν η εν λόγω επιβάρυνση συνιστά αμοιβή για υπηρεσία που έχει πράγματι παρασχεθεί στον εισαγωγέα και της οποίας το ποσό είναι ανάλογο προς την ανωτέρω υπηρεσία ή αν η επιβάρυνση ανήκει σε γενικό σύστημα εσωτερικών τελών που περιλαμβάνουν συστηματικά, σύμφωνα με τα ίδια αντικειμενικά κριτήρια, τα εγχώρια προϊόντα και τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα προϊόντα (σχετικά, απόφαση της 14. 12. 1962, Επιτροπή κατά Βελγίου και Λουξεμβούργου, 2 και 3/62, Recueil σ. 813' απόφαση της 8. 11. 1979, Denkavit, 251/78, Recueil σ. 3369 απόφαση της 28. 1. 1981, Kortmann, 32/80, Recueil σ. 251 απόφαση της 3. 2. 1981, Επιτροπή κατά Γαλλίας, 90/79, Recueil σ. 283).
Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, τα αποθή-κευτρα που εισπράττονται από τις αρχές του Λουξεμβούργου, δυνάμει του règlement ministériel της 21ης Απριλίου 1978 και του règlement grand-ducal της 31ης Μαρτίου 1978, δεν ανήκουν σε γενικό σύστημα εσωτερικών τελών καθόσον τα τέλη αυτά επιβαρύνουν τα προϊόντα αποκλειστικά λόγω της διελεύσεως τους από τα σύνορα. Τα εν λόγω αποθήκευτρα δεν μπορούν κατά μείζονα λόγο να θεωρηθούν ως αμοιβή για ατομική υπηρεσία που παρέχεται στον εισαγωγέα.
Κατά το άρθρο 30 του βασιλικού διατάγματος της 29ης Ιανουαρίου 1979 περί τελωνειακών αποθηκών και προσωρινής εναποθέσεως «η καταβολή των αποθηκεύτρων πραγματοποιείται για τα εμπορεύματα που φθάνουν με προορισμό την αποθήκη και αδιάκριτα αν εκφορτώνονται εκεί ή όχι». Κατά την Επιτροπή, από τη διάταξη αυτή προκύπτει σαφώς ότι η καταβολή των τελών δεν δικαιολογείται λόγω της πραγματικής χρήσεως των διευκολύνσεων της αποθήκης αλλά λόγω της μόνης διελεύσεως των συνόρων ή, ακόμη ακριβέστερα, της προσκομίσεως των εισαγόμενων εμπορευμάτων στην ειδική αποθήκη προκειμένου να συμπληρωθούν οι τελωνειακές διατυπώσεις.
Η Επιτροπή παρατηρεί, βάσει της αποφάσεως της 16ης Ιουνίου 1966 (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά Επιτροπής, 52 και 55/65, Recueil σ. 227), ότι η είσπραξη αποθηκεύτρων δεν μπορεί να δικαιολογηθεί όταν το μοναδικό όφελος που προκύπτει για τον εισαγωγέα από τη χρήση της ειδικής αποθήκης συνίσταται στο να μπορεί να διαθέσει τα εμπορεύματα στην αγορά του Μεγάλου Δουκάτου ενώ τα ίδια τα εισαγόμενα προϊόντα δεν αποκομίζουν κανένα άμεσο ή έμμεσο όφελος.
Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, αντίκειται στους κοινοτικούς στόχους, οι οποίοι αποβλέπουν στο να ευνοούν τη συμπλήρωση των διατυπώσεων εκτελωνισμού πλησίον των τόπων χρήσεως ή καταναλώσεως, και οι οποίοι συγκεκριμενοποιούνται από τον κανονισμό 222/77 του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, περί της κοινοτικής διαμετακομίσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/003, σ. 3), η επιβολή «κυρώσεως» στον εισαγωγέα που κάνει χρήση των σχετικά θεσπισμένων διαδικασιών επιβάλλοντας του την καταβολή αποθηκεύτρων.
Κατά την κυθέρνηση του Αουξεμθούργου, τα τέλη για την ειδική αποθήκη δεν μπορούν να εξομοιωθούν με φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδύναμου αποτελέσματος με τελωνειακούς δασμούς στο μέτρο που αφενός μεν δεν εισπράττονται λόγω της διελεύσεως των εμπορευμάτων από τα σύνορα, αφετέρου δε αποτελούν την αμοιβή για υπηρεσία που έχει πράγματι παρασχεθεί στους εισαγωγείς.
Η κυβέρνηση του Λουξεμβούργου τονίζει ότι, για τη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων στο εσωτερικό της χώρας, η χρήση της ειδικής αποθήκης είναι προαιρετική. Οι τελωνειακές διατυπώσεις μπορούν να διενεργηθούν επίσης είτε στις εγκαταστάσεις είκοσι περίπου επιχειρήσεων, οι οποίες έχουν αναγνωριστεί υπό ορισμένες προϋποθέσεις ως εγκεκριμένοι παραλήπτες στο πλαίσιο των μέτρων βελτιώσεως του καθεστώτος της κοινοτικής διαμετακομίσεως, είτε στις εγκαταστάσεις μεγάλων επιχειρήσεων όπου έχει εγκατασταθεί μόνιμο τελωνειακό γραφείο, είτε στις αποθήκες ή ακάλυπτους χώρους προσωρινής εναποθέσεως ιδιωτικών επιχειρήσεων στο αεροδρόμιο του Λουξεμβούργου, στον παραποτάμιο λιμένα του Μοζέλα, είτε στους ειδικούς χώρους των δημόσιων αποθηκών του Ettel-brück, του Λουξεμβούργου και του Esch-sur-Alzette.
Η κυβέρνηση του Λουξεμβούργου αναφέρει ότι όταν οι τελωνειακές διατυπώσεις συμπληρώνονται στις εγκαταστάσεις του ίδιου του εισαγωγέα, που αναγνωρίζεται ως εγκεκριμένος παραλήπτης, τότε μόνο δεν εισπράττονται καθόλου αποθήκευτρα. Όμως, ακόμη και στην περίπτωση αυτή, η επιχείρηση θα υποβληθεί σε ορισμένα έξοδα που αντιστοιχούν στη δημιουργία των κατάλληλων εγκαταστάσεων. 'Οταν απεναντίας ο εισαγωγέας οδηγεί τα εισαγόμενα εμπορεύματα σε ιδιωτική επιχείρηση όπου λειτουργεί τελωνειακή υπηρεσία, θα καταβάλει στην εν λόγω επιχείρηση ποσό για τη χρήση των εγκαταστάσεώ της.
Κατά τη γνώμη της κυβερνήσεως που Λουξεμβούργου, η υπηρεσία που παρέχουν οι δημοτικές αρχές δικαιολογεί για τους ίδιους λόγους την καταβολή αποθηκεύτρων ως αντιπαροχή για το κόστος συντηρήσεως των εγκαταστάσεων.
Η κυβέρνηση του Λουξεμβούργου θεωρεί ότι τη γενεσιουργό αιτία του επίδικου τέλους δεν συνιστά κατά νόμο η διέλευση των συνόρων, αλλά η χρήση υποδομής που παρέχει και χρηματοδοτεί τρίτος, η δημοτική αρχή.
Η κυβέρνηση του Λουξεμβούργου τονίζει ότι τα ειδικά αποθήκευτρα καθορίζονται και επιβάλλονται από τις κοινοτικές ή δημοτικές αρχές προς αποκλειστικό όφελός τους. Το ανώτατο ποσό τους καθορίζεται σε κυβερνητικό επίπεδο κατ' εφαρμογή των κανονισμών της UEBL.
Κατά την κυβέρνηση του Λουξεμβούργου, η διάθεση προς τους εισαγωγείς τέτοιων αποθηκών ανταποκρίνεται πλήρως στην έννοια της πράγματι παρεχόμενης υπηρεσίας, όπως αυτή έχει καθοριστεί από το Δικαστήριο κυρίως με τις αποφάσεις της 1ης Ιουλίου 1969 (Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, 24/68, αναφέρθηκε πιο πάνω Sociaal Fonds voor de Diammantarbeiders, 2 και 3/69, αναφέρθηκε πιο πάνω), της 26ης Φεβρουαρίου 1975 (W. Cadsky SpA, 63/74, Recueil σ. 281) και της 25ης Ιανουαρίου 1975 (Bauhuis, 46/76). Η δυνατότητα χρήσεως δημόσιας αποθήκης επιτρέπει στους εισαγωγείς, οι οποίοι είτε είναι ανεπαρκώς εξοπλισμένοι για να μπορούν να αναγνωριστούν ως εγκεκριμένοι παραλήπτες στο πλαίσιο των μέτρων βελτιώσεως του καθεστώτος της κοινοτικής διαμετακομίσεως είτε δεν επιθυμούν να κάνουν χρήση ακάλυπτων χώρων ή αποθηκών προσωρινής εναποθηκεύσεως άλλων επιχειρήσεων, να συμπληρώνουν τις τελωνειακές διατυπώσεις πλησίον του τόπου καταναλώσεως των εμπορευμάτων.
Η κυβέρνηση του Λουξεμβούργου κρίνει ότι η άποψη της Επιτροπής, κατά την οποία τα τέλη συνιστούν φορολογική επιβάρυνση ισοδύναμου αποτελέσματος στο μέτρο που είναι ανεξάρτητη από τη διάρκεια της χρήσεως των αποθηκών και που οφείλεται ακόμη κι αν τα εμπορεύματα δεν εκφορτώνονται, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Η κυβέρνηση του Λουξεμβούργου διευκρινίζει ότι ο υπολογισμός των τελών δεν γίνεται κατ' αποκοπή γιατί το ποσό ποικίλλει ανάλογα με το βάρος και το χώρο εκφορτώσεως. Το εισπραττόμενο τέλος μπορεί αφετέρου να συγκριθεί με ενοίκιο ή με τέλος σταθμεύσεως.
Κατά την κυβέρνηση του Λουξεμβούργου, τα εμπορεύματα παραμένουν γενικά στην αποθήκη πέρα από τον απολύτως αναγκαίο χρόνο για τη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων, απλώς, παραδείγματος χάρη, λόγω καθυστερήσεως που οφείλεται στην ταυτόχρονη άφιξη πολλών εισαγωγέων. Αν υποτεθεί στην περίπτωση αυτή ότι ο εισαγωγέας που σταθμεύει το φορτηγό του αυτοκίνητο σε δημόσια οδό δεν οφείλει αποθήκευτρα, η λύση αυτή δεν παρέχει κανένα ουσιαστικό όφελος, λαμβανομένων υπόψη των δυσχερειών σταθμεύσεως και των προβλημάτων ασφάλειας που ενδεχομένως ανακύπτουν από τη μη φύλαξη των εμπορευμάτων.
Κατά τη γνώμη της κυβερνήσεως του Λουξεμβούργου, αν το Δικαστήριο ακολουθήσει την άποψη της Επιτροπής, οι δημοτικές αρχές θα εξαναγκαστούν να τροποποιήσουν τους κανόνες σχετικά με την καταβολή αποθηκεύτρων και μάλιστα ανάλογα με τη διάρκεια της σταθμεύσεως πριν και μετά από τη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων, τις καθυστερήσεις ... Τέτοιες διατάξεις δεν θα διευκόλυναν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων καθόσον θα συνεπάγονταν πρόσθετα διοικητικά έξοδα σε βάρος των εισαγωγέων και σε ορισμένες περιπτώσεις την είσπραξη τελών υψηλότερων των σημερινών κατ' αποκοπή ποσών.
IV — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν σε απάντηση των ερωτήσεων που είχε υποβάλει το Δικαστήριο
Η κυβέρνηση του Λουξεμβούργου, σε απάντηση της ερωτήσεως σε ποιες περιπτώσεις, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων των άρθρων 16 και 34 του βασιλικού διατάγματος της 29ης Ιανουαρίου 1979, ο εισαγωγέας απαλλάσσεται από την καταβολή αποθηκεύτρων, δηλώνει ότι οι διατάξεις του βασιλικού αυτού διατάγματος δεν προβλέπουν καθόλου την περίπτωση απαλλαγής από τα αποθήκευτρα.
Κατά το άρθρο 16 του ανωτέρω βασιλικού διατάγματος, «αν ο εισαγωγέας, που έχει δηλώσει ότι τα εμπορεύματα προορίζονται για δημόσια αποθήκη, επιθυμεί να τα έχει στη διάθεση του για έναν από τους άλλους επιτρεπόμενους προορισμούς, ο τελώνης μπορεί να τον απαλλάξει από την εναποθήκευση». Κατά την κυβέρνηση του Λουξεμβούργου, τα αποθήκευτρα οφείλονται στην περίπτωση που αντιμετωπίζεται στο ανωτέρω άρθρο 16.
Το άρθρο 34 του βασιλικού διατάγματος της 29ης Ιανουαρίου 1979 διακρίνει δύο περιπτώσεις. Δυνάμει της διατάξεως αυτής, «ο ειδικός κανονισμός μπορεί να ορίζει ότι τα αποθήκευτρα που προβλέπονται για τα εμπορεύματα που φθάνουν στην ειδική αποθήκη επιβάλλονται επίσης:
1)
στα εμπορεύματα που δηλώνονται ότι προορίζονται για δημόσια αποθήκη και για τα οποία ο τελώνης, κατά την άφιξη τους, χορηγεί απαλλαγή εναποθηκεύσεως'
2)
στα εισαγόμενα από το εξωτερικό εμπορεύματα τα οποία προσκομίζονται σε δημόσια αποθήκη προκειμένου να παύσουν να τελούν υπό διαμετακόμιση».
Η παράγραφος 1 αναφέρεται στην περίπτωση που αντιμετωπίζεται από το προαναφερόμενο άρθρο 16, και κατά την οποία οφείλονται τα αποθήκευτρα αυτά. Το ίδιο συμβαίνει στην περίπτωση που έχει υποψή της η παράγραφος 2 του άρθρου 34, όπου ο εισαγωγέας κάνει επίσης χρήση του ειδικού χώρου της δημόσιας αποθήκης.
Η κυβέρνηση του Λουξεμβούργου σημείωνει ότι όλες οι περιπτώσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του βασιλικού διατάγματος αναφέρονται ρητά στον ειδικό κανονισμό δημόσιων αποθηκών κάθε δήμου ή κοινότητας.
Η Επιτροπή, απαντώντας στο ερώτημα ποια είναι η κατάσταση ως προς το σημείο αυτό στα άλλα κράτη μέλη, δηλώνει ότι, σύμφωνα με έρευνα που έγινε τα έτη 1976-1977, αποθήκευτρα για εικονική πράξη, όπως αυτά που εισπράττονται στο Λουξεμβούργο, δεν εισπράττονται στα άλλα κράτη μέλη. Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, δεν υπάρχει κανείς λόγος που να οδηγεί στη σκέψη ότι η κατάσταση έχει στο μεταξύ μεταβληθεί.
Η Επιτροπή εκφράζει τη λύπη της γιατί δεν μπόρεσε να πληροφορήσει το Δικαστήριο για την κατάσταση στην Ελλάδα. Υπολογίζει ότι θα είναι σε θέση να το κάνει κατά τη συνεδρίαση.
V — Προφορική διαδικασία
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και η κυβέρνηση του Λουξεμβούργου ανάπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους στη συνεδρίαση της 8ης Μαρτίου 1983.
Ο γενικός εισαγγελέας ανάπτυξε τις προτάσεις του στη συνεδρίαση της 20ής Απριλίου 1983.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Απριλίου 1982, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, εισπράττοντας αποθήκευτρα κατά την προσκόμιση εμπορευμάτων, τα οποία εισάγονται στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου και προέρχονται από κράτος μέλος ή που κυκλοφορούν ελεύθερα, σε ειδική αποθήκη για τη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 9 και 12 της συνθήκης.
2
Τα règlements ministériels (υπουργικοί κανονισμοί) της 21ης Απριλίου 1978 (Mémorial 1978, σ. 505) και της 2ας Ιουλίου 1979 (Mémorial 1979, σ. 1189) δημοσιεύουν στο Λουξεμβούργο, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις στο πλαίσιο της οικονομικής ενώσεως Βελγίου-Λουξεμβούργου, το βελγικό νόμο της 20ής Φεβρουαρίου 1978 και το βελγικό βασιλικό διάταγμα της 29ης Ιανουαρίου 1979, αντιστοίχως, περί τελωνειακών αποθηκών και προσωρινής εναποθέσεως.
3
Ο νόμος της 20ής Φεβρουαρίου 1978 ορίζει ως τελωνειακές αποθήκες τους χώρους όπου τα εμπορεύματα μπορούν να παραμένουν ελεύθερα εισαγωγικών δασμών και φορολογικών επιβαρύνσεων κατά τη διάρκεια της εναποθηκεύσεως. Ο νόμος θέτει την αρχή ότι τα εμπορεύματα που εναποτίθενται στις δημόσιες αποθήκες επιβαρύνονται με «αποθήκευτρα», των οποίων τα καθαρά έσοδα καταβάλλονται στους δήμους ή κοινότητες που παρέχουν τους χώρους. Σύμφωνα με το άρθρο 25 του ίδιου νόμου, το βασιλικό διάταγμα της 29ης Ιανουαρίου 1979 καθόρισε τον πίνακα των δημόσιων αποθηκών, προσδιόρισε το ανώτατο ύψος των αποθηκεύτρων και ρύθμισε τον τρόπο καταβολής τους.
4
Η νομοθεσία αυτή ανταποκρίνεται καταρχήν στις κατευθύνσεις που ορίζει η οδηγία 68/312 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουλίου 1968 (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/001, σ. 26). Η οδηγία αυτή καθόρισε τους κανόνες που πρέπει να περιέχουν οι εθνικές νομοθεσίες σχετικά με την προσωρινή εναπόθεση των εμπορευμάτων που οι εισαγωγείς δεν επιθυμούν να θέσουν αμέσως υπό συγκεκριμένο τελωνειακό καθεστώς. Τα εμπορεύματα αυτά πρέπει να εναποτίθενται σε δημόσιες ή ιδιωτικές αποθήκες που καθορίζονται από τις εθνικές αρχές και υπό τους όρους που θέτουν αυτές, για χρονική περίοδο μέχρι 15ημερών, η οποία μπορεί να παραταθεί υπό ορισμένες προϋποθέσεις.
5
Η ανάπτυξη της κοινοτικής διαμετακομίσεως που ορίζεται και προστατεύεται από τον κανονισμό 222/77 του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976 (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/003, σ. 3), ο οποίος κωδικοποιεί τον κανονισμό 542/69 του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1969, όπως έχει τροποποιηθεί, παρέχει έτσι στους εισαγωγείς τη δυνατότητα να διακινούν τα εμπορεύματά τους ελεύθερα τελών και φορολογικών επιβαρύνσεων από τα σύνορα μέχρι τις δημόσιες αποθήκες που βρίσκονται στο εσωτερικό της χώρας. Στις αποθήκες αυτές μπορούν να προβούν σε εκτελωνισμό και έχουν επίσης την ευχέρεια να τα θέσουν εκεί υπό προσωρινή εναπόθεση, ιδίως όταν δεν επιθυμούν να τα υποβάλουν αμέσως υπό συγκεκριμένο τελωνειακό καθεστώς.
6
Η παρούσα διαφορά δημιουργήθηκε από την είσπραξη αποθηκεύτρων για τα εμπορεύματα που προσκομίζονται σε τέτοιες δημόσιες αποθήκες που βρίσκονται στο εσωτερικό της χώρας.
7
Η Επιτροπή κρίνει ότι τα αποθήκευτρα που εισπράττουν οι αρχές του Λουξεμβούργου συνιστούν φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδύναμου αποτελέσματος με τελωνειακούς δασμούς, υπό την έννοια των άρθρων 9 και 12 της συνθήκης, καθόσον η καταβολή των αποθηκεύτρων αυτών δεν αντιστοιχεί σε αμοιβή παρεχόμενης υπηρεσίας προς τον εισαγωγέα, αλλά συνδέεται με μόνη τη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων.
8
Η κυβέρνηση του Λουξεμβούργου θεωρεί ότι ο χαρακτηρισμός ως φορολογικής επιβαρύνσεως ισοδύναμου αποτελέσματος με τελωνειακούς δασμούς δεν μπορεί να γίνει δεκτός, δεδομένου ότι τη γενεσιουργό αιτία, κατά νόμο, των επίδικων αποθηκεύτρων δεν συνιστά ούτε η διέλευση των συνόρων ούτε η συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων, αλλά η υπό των εισαγωγέων χρήση των δημόσιων αποθηκών που θέτουν στη διάθεση τους οι δήμοι και οι κοινότητες. Η χρήση αυτή συνιστά παρεχόμενη υπηρεσία προς τους εισαγωγείς και μπορεί να συνεπάγεται την καταβολή αποθηκεύτρων.
9
Σημειώνεται καταρχάς ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία, οιαδήποτε χρηματική επιβάρυνση, έστω και ελάχιστη, που επιβάλλεται μονομερώς, ανεξάρτητα της ονομασίας της και της τεχνικής της, και που επιβαρύνει τα εμπορεύματα λόγω του γενονότος ότι διέρχονται από τα σύνορα, όταν δεν είναι κυριολεκτικά τελωνειακός δασμός, συνιστά φορολογική επιβάρυνση ισοδύναμου αποτελέσματος υπό την έννοια των άρθρων 9, 12, 13 και 16 της συνθήκης, ακόμη και αν δεν εισπράττεται από το κράτος. Άλλως έχει το πράγμα όταν η εν λόγω επιβάρυνση συνιστά αμοιβή για υπηρεσία που έχει πράγματι παρασχεθεί στον εισαγωγέα και όταν το ποσό της είναι ανάλογο προς την ανωτέρω υπηρεσία, εφόσον πρόκειται, όπως στην προκειμένη περίπτωση, για δικαιώματα που επιβαρύνουν αποκλειστικά εισαγόμενα προϊόντα.
10
Η αιτιολογία της απαγορεύσεως φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδύναμου αποτελέσματος με τελωνειακούς δασμούς, η οποία περιέχεται στις διατάξεις της συνθήκης, έγκειται στο ότι οι χρηματικές επιβαρύνσεις που επιβάλλονται λόγω ή επ' ευκαιρία της διελεύσεως των συνόρων συνιστούν εμπόδιο για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων.
11
Ενόψει των αρχών αυτών, προκειμένου να κριθεί αν τα επίδικα αποθήκευτρα έχουν ή όχι το χαρακτήρα φορολογικής επιβαρύνσεως ισοδύναμου αποτελέσματος με τελωνειακούς δασμούς, πρέπει να σημειωθεί, πρώτον, ότι η προσωρινή εναπόθεση των εισαγόμενων εμπορευμάτων εντός των ειδικών χώρων των δημόσιων αποθηκών συνιστά, προφανώς, υπηρεσία παρεχόμενη προς τους επιχειρηματίες. Πράγματι, μια τέτοια εναπόθεση δεν μπορεί ν' αποφασιστεί παρά μόνο κατόπιν αιτήσεως των επιχειρηματιών και διασφαλίζει την ελεύθερη δασμών διατήρηση των εν λόγω εμπορευμάτων μέχρις ότου οι ενδιαφερόμενοι αποφασίσουν για τον προορισμό που θα τους δώσουν. Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί άλλωστε ότι η προσωρινή εναπόθεση μπορεί νομίμως να συνεπάγεται την καταβολή τελών ανάλογων προς την παρεχόμενη με τον τρόπο αυτόν υπηρεσία.
12
Τόσο όμως από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 16, 30 και 34 του βελγικού βασιλικού διατάγματος της 29ης Ιανουαρίου 1979, όσο και από την ενώπιον του Δικαστηρίου διεξαχθείσα συζήτηση προκύπτει ότι τα αποθήκευτρα οφείλονται επίσης και όταν τα εμπορεύματα προσκομίζονται στη δημόσια αποθήκη για την απλή συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων, παρόλον ότι έχουν απαλλαγεί από την εναποθήκευση και ο εισαγωγέας δεν έχει ζητήσει να τεθούν υπό προσωρινή εναπόθεση.
13
Η κυβέρνηση του Λουξεμβούργου ισχυρίζεται βέβαια ότι, ακόμη και στην περίπτωση αυτή, έχει παρασχεθεί κάποια υπηρεσία προς τον εισαγωγέα. Ο εισαγωγέας έχει πάντοτε τη δυνατότητα να αποφύγει την καταβολή των επίδικων τελών επιλέγοντας να εκτελωνίσει τα εμπορεύματά του στα σύνορα, όπου ο εκτελωνισμός διενεργείται δωρεάν. Η διέλευση από δημόσια αποθήκη παρέχει επιπλέον στον εισαγωγέα την ευχέρεια να μπορεί να διενεργεί τον εκτελωνισμό πλησίον του τόπου προορισμού των προϊόντων του και τον απαλλάσσει είτε από το να διαθέτει ο ίδιος κατάλληλες εγκαταστάσεις για τον εκτελωνισμό είτε από το να προστρέχει για το σκοπό αυτό σε ιδιωτικές εγκαταστάσεις των οποίων η χρήση είναι δαπανηρότερη από τη χρήση των δημόσιων αποθηκών. Είναι, επομένως, νόμιμο να παρακρατείται τέλος ανάλογο προς την υπηρεσία αυτή.
14
Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί εντούτοις να γίνει δεκτή. Αν και είναι ακριβές ότι η διέλευση από δημόσια αποθήκη που βρίσκεται στο εσωτερικό της χώρας παρέχει στους εισαγωγείς ορισμένα οφέλη, φαίνεται, καταρχάς, ότι τα οφέλη αυτά συνδέονται με μόνη τη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων, η οποία, ανεξάρτητα τόπου, συνιστά πάντοτε υποχρέωση. Πρέπει να παρατηρηθεί επιπλέον ότι τα οφέλη αυτά προέρχονται από το καθεστώς της κοινοτικής διαμετακομίσεως, το οποίο έχει θεσπιστεί από τους κανονισμούς 542/69 και 222/77, όχι προς το ιδιωτικό συμφέρον των επιχειρηματιών, αλλά, όπως επισημαίνεται σαφώς στην τέταρτη και στην έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 222/77, προς εξασφάλιση ομαλότερης ροής στη διακίνηση των εμπορευμάτων και προς διευκόλυνση της μεταφοράς στο εσωτερικό της Κοινότητας. Δεν μπορεί, επομένως, να γεννηθεί θέμα επιβαρύνσεως με οιαδήποτε βάρη των διευκολύνσεων εκτελωνισμού που έχουν δοθεί προς το συμφέρον της κοινής αγοράς.
15
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η καταβολή αποθηκεύτρων, η οποία απαιτείται κατά την απλή συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αντιστοιχεί σε αμοιβή για υπηρεσία που έχει πράγματι παρασχεθεί προς τον εισαγωγέα.
16
Πρέπει κατά συνέπεια να κριθεί ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, εισπράττοντας αποθήκευτρα κατά την προσκόμιση εμπορευμάτων, τα οποία εισάγονται στο Λουξεμβούργο και προέρχονται από κράτος μέλος ή που κυκλοφορούν ελεύθερα, σε ειδική αποθήκη για τη μόνη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 9 και 12 της συνθήκης.
Επί των δικαστικών εξόδων
17
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Επειδή στην προκειμένη περίπτωση το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
κρίνει και αποφασίζει:
1)
Το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, εισπράττοντας αποθήκευτρα κατά την προσκόμιση εμπορευμάτων, τα οποία εισάγονται στο Λουξεμβούργο και προέρχονται από κράτος μέλος ή που κυκλοφορούν ελεύθερα, σε ειδική αποθήκη για τη μόνη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 9 και 12 της συνθήκης.
2)
Καταδικάζει το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου στα δικαστικά έξοδα.
Mertens de Wilmars
Pescatore
Everling
Mackenzie Stuart
Due
Bahlmann
Galmot
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 17 Μαΐου 1983.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
J. Mertens de Wilmars
Full & Egal Universal Law Academy