Στην υπόθεση 148/82,
Jean-Claude Renaud, πρώην υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτοικος Βρυξελλών, avenue Marie-Josée 133, Βρυξέλλες, εκπροσωπούμενος από τον Edmond Lebrun, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Tony Biever, 83, boulevard Grande-Duchesse-Charlotte,
προσφεύγων,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Hendrik van Lier, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον Robert Andersen, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Oreste Montako, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση των αποφάσεων της καθής που απομάκρυναν τον προσφεύγοντα από την υπηρεσία και δεν τον τοποθέτησαν σε άλλη θέση,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
συγκείμενο από τους U. Everling, πρόεδρο τμήματος, Mackenzie Stuart και Y. Galmot, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. F. Mancini
γραμματέας: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματέας
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Ο προσφεύγων, αποσπασμένος από τη γαλλική διοίκηση, είναι πτυχιούχος φιλολογίας, νομικής, και διπλωματούχος της Εθνικής Σχολής Διοίκησης. Στην Επιτροπή ανέλαβε καθήκοντα την 1η Σεπτεμβρίου 1977 ως μόνιμος υπάλληλος με το βαθμό Α 2, στη θέση του κύριου συμβούλου στη ΓΔ ΧVΙΙ «Ενέργεια». Τα καθήκοντά του αφορούσαν κυρίως τα διεθνή προβλήματα ενέργειας και τις διμερείς και πολυμερείς διαπραγματεύσεις.
Με έγγραφο του προέδρου της Επιτροπής, της 4ης Μαΐου 1981, ο προσφεύγων ειδοποιήθηκε ότι η Επιτροπή επρόκειτο να τον απομακρύνει από την υπηρεσία σύμφωνα με το άρ9ρο 50. Στο πλαίσιο των κατευθυντήριων γραμμών που υιο9ετήθηκαν στις 26 Μαρτίου 1980, με βάση τις εκθέσεις Spierenburg και Ortoli ( 1 ) η Επιτροπή αντιμετώπιζε την κατάργηση ορισμένων θέσεων κυρίων συμβούλων. Ο προσφεύγων, αφού κλήθηκε να υποβάλει τις παρατηρήσεις του, ανέφερε τις δυσχέρειες που υπήρχαν σχετικά με την επανένταξη του στην υπηρεσία, από την οποία προερχόταν και ζήτησε να τοπο9ετη9εί σε άλλη θέση του 6α9μού του στην Επιτροπή. Με έγγραφο της 24ης Ιουνίου 1981, ο πρόεδρος της Επιτροπής απάντησε, επιβεβαιώνοντας την πρόθεση της Επιτροπής να τον απομακρύνει από την υπηρεσία, διαβεβαιώνοντάς τον όμως ότι η Επιτροπή θα ελάμβανε σοβαρά υπόψη τις παρατηρήσεις του και θα εξέταζε το ενδεχόμενο της ανατοποθέτησής του σε άλλη θέση του βαθμού του. Πάντως, με πράξη της 8ης Ιουλίου 1981, η Επιτροπή αποφάσισε να εφαρμόσει το άρθρο 50 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων. Ο προσφεύγων απομακρύνθηκε από τη θέση του προς το συμφέρον της υπηρεσίας από την 1η Νοεμβρίου 1981. Ο προσφεύγων δεν τοπο9ετή9ηκε σε άλλη θέση της κατηγορίας του αντίστοιχης προς το βαθμό του και, συνεπώς, του αναγνωρίστηκαν τα δικαιώματα που προβλέπονται στην περίπτωση αυτή.
Στις 9 Σεπτεμβρίου 1981, ο προσφεύγων υπέβαλε υποψηφιότητα για τη θέση του διευθυντή στη διεύθυνση Δ της Γενικής Διεύθυνσης Ι «Εξωτερικές Σχέσεις». Η υποψηφιότητα για τη θέση αυτή απορρίφ9ηκε. Ο προσφεύγων υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, ένσταση, με την οποία ζητούσε την ακύρωση της απόφασης για απομάκρυνση από την υπηρεσία. Επειδή η Επιτροπή δεν απάντησε στην εν λόγω ένσταση, θεωρείται ότι έλαβε σιωπηρή απορριπτική απόφαση, η οποία υπόκειται σε προσφυγή μετά την εκπνοή προθεσμίας τεσσάρων μηνών από την ημέρα υποβολής της ένστασης. Μετά την άσκηση εκ μέρους του προσφεύγοντος της παρούσας προσφυγής, η Επιτροπή, στη συνεδρίαση της της 18ης Μαΐου 1982, προέβη στην απάντηση στην ένσταση, που ανακοινώθηκε στον προσφεύγοντα με έγγραφο της 3ης Ιουνίου 1982. Με το έγγραφο αυτό απερρίπτετο η ένσταση.
Ο προσφεύγων άσκησε την παρούσα προσφυγή με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 12 Μαΐου 1982. Η έγγραφη διαδικασία εξελίχθηκε κανονικά.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετ' ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Ο προσφεύγων ζητεί από το Δικαστήριο:
Α — Κυρίως
1.
να ακυρώσει την από 8 Ιουλίου 1981 απόφαση της καθής, με την οποία απομακρύνθηκε από την υπηρεσία,
2.
να ακυρώσει τη σιωπηρή απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η από 14 Οκτωβρίου 1981 ένσταση του,
Β — Επικουρικώς
3.
να ακυρώσει την απόφαση της καθής για μη τοποθέτηση του σε άλλη θέση της κατηγορίας του αντίστοιχης προς το βαθμό του και ειδικότερα για τη μη τοποθέτηση του στη θέση του διευθυντή της διεύθυνσης Δ, της Γενικής Διεύθυνσης Ι «Εξωτερικές Σχέσεις»,
4.
να ακυρώσει τις αποφάσεις της καθής για πλήρωση, μετά την απομάκρυνση του προσφεύγοντος από την υπηρεσία, των θέσεων της κατηγορίας του που αντιστοιχούν στο βαθμό του και ειδικότερα την απόφαση της καθής για πλήρωση της θέσης διευθυντή της διεύθυνσης Δ της Γενικής Διεύθυνσης Ι «Εξωτερικές Σχέσεις»,
5.
να ακυρώσει τη σιωπηρή απορριπτική απόφαση επί της ενστάσεως που υπέβαλε στις 14 Οκτωβρίου 1981,
6.
να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή,
—
να επιδικάσει κατά νόμο τα δικαστικά έξοδα.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Α — Η απόφαση για απομάκρυνση από την υπηρεσία
Κατά τον προσφεύγοντα, η απόφαση για απομάκρυνση από την υπηρεσία δεν είναι επαρκώς κατά νόμον αιτιολογημένη. Η αιτιολογία της απόφασης για απομάκρυνση από την υπηρεσία είναι διατυπωμένη ως εξής: «Στο πλαίσιο της γενικής αναδιάρθρωσης των υπηρεσιών της, η Επιτροπή αποφάσισε την κατάργηση ορισμένων θέσεων κύριων συμβούλων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και εκείνη που κατέχει ο Renaud ...». Πρόκειται για εντελώς γενική αιτιολογία χωρίς κανένα συγκεκριμένο στοιχείο. Εσφαλμένα αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι με το έγγραφο της 24ης Ιουνίου 1981 η Επιτροπή διευκρίνισε στον ενδιαφερόμενο τους λόγους για τους οποίους επρόκειτο να λάβει το μέτρο. Το εν λόγω έγγραφο δεν περιέχει καμία διευκρίνιση και αποτελεί μόνο γενικότητες. Ο προσφεύγων υπενθυμίζει την απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Μαΐου 1978 (υπόθεση 34/77, Oslizlok, Recueil, σ. 1099, σκέψη 18).
Περαιτέρω, ο προσφεύγων προσάπτει στην καθής κατάχρηση εξουσίας. Η προσβαλλόμενη απόφαση εντάσσεται στο πλαίσιο γενικευμένης εφαρμογής του άρθρου 50 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, σκοπός του οποίου είναι η αποσυμφόρηση της υπηρεσίας. Οι λόγοι για τους οποίους δικαιολογείται, δυνάμει του άρθρου 50 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, η απομάκρυνση από την υπηρεσία ενδέχεται να συνίσταται αποκλειστικά στις αντικειμενικές ανάγκες της υπηρεσίας ή στην εκτίμηση των ατομικών προσόντων των υπαλλήλων σε σχέση με τις ανάγκες αυτές. Το άρθρο 50 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης απαιτεί εξαιρετικά λεπτομερή εξέταση κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης και δεν είναι δυνατό να χρησιμεύσει για μια διαδικασία που προσομοιάζει στο αμερικανικό «spoil system», σύμφωνα με το οποίο η αλλαγή προέδρου συνεπάγεται το χορό των μεταθέσεων των ανώτερων υπαλλήλων. Είναι αντίθετο προς τις αρχές που διέπουν την ευρωπαϊκή δημόσια υπηρεσία στο θέμα της σταδιοδρομίας και της μονιμότητας της θέσης, έστω και αν δεν είναι απόλυτη για τους υπαλλήλους με βαθμό ΑΙ και Α 2. Αν στην περίπτωση του προσφεύγοντος συνέτρεχε πράγματι αντικειμενική υπηρεσιακή ανάγκη που δικαιολογεί την απομάκρυνση του από την υπηρεσία, η Επιτροπή θα μπορούσε να καταργήσει τη θέση, αλλά και να τοποθετήσει τον προσφεύγοντα σε μια από τις κενές θέσεις διευθυντή (6λ. σημείο Β, παρακάτω).
Η Επιτροπή αναφέρεται στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα J.-P. Warner στην υπόθεση 34/77, Osliszlok, στις οποίες ο γενικός εισαγγελέας θεώρησε ότι ot αποφάσεις που λαμβάνονται κατ' εφαρμογή του άρθρου 50 δεν χρειάζεται να είναι αιτιολογημένες. Με την απόφαση του στην ίδια υπόθεση, το Δικαστήριο υπογράμμισε την ευρεία διακριτική εξουσία που διαθέτει η Επιτροπή. Η Επιτροπή έχει την υποχρέωση να προβεί σε λεπτομερή εξέταση των στοιχείων της υπόθεσης και να δώσει την ευκαιρία στον υπάλληλο προηγουμένως να προασπίσει λυσιτελώς τα συμφέροντά του. Ακόμα και αν η απόφαση για απομάκρυνση από την υπηρεσία δεν χρειάζεται να είναι ρητά αιτιολογημένη, ο ενδιαφερόμενος μπόρεσε πάντως να πληροφορηθεί τους λόγους που ώθησαν την Επιτροπή να αντιμετωπίσει την απομάκρυνση του από την υπηρεσία. Οι λόγοι αυτοί συνάγονται από τα έγγραφα της 4ης Μαΐου και της 24ης Ιουνίου 1981. Εφόσον η Επιτροπή, στο πλαίσιο γενικής αναδιάρθρωσης των υπηρεσιών της, καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ορισμένες θέσεις κύριων συμβούλων δεν ανταποκρίνονται πλέον στις πραγματικές ανάγκες, έχει δικαίωμα να τις καταργήσει, εφαρμόζοντας τη διαδικασία του άρθρου 50 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Η Επιτροπή έκρινε ότι απαιτείται η αναδιάρθρωση της ΓΔ XVII προκειμένου να προσαρμοστεί αυτή στις νέες απαιτήσεις. Στη σύνοδο της 15ης Ιουλίου 1981, η Επιτροπή ενέκρινε τις προτάσεις των Davignon και O'Kennedy να συσταθεί νέα διεύθυνση Ε «Εξοικονόμηση Ενέργειας και Εναλλακτικές Πηγές Ενέργειας, Ηλεκτρισμός και Θερμότητα» και, λαμβάνοντας υπόψη τις μεταβιβάσεις αρμοδιοτήτων στη νέα αυτή διεύθυνση σχετικά με τις εναλλακτικές πηγές ενέργειας, να ονομασθεί εφεξής η διεύθυνση Δ «Πυρηνική Ενέργεια» και να τεθεί επικεφαλής της ο Caccia Dominioni, μετατάσσοντάς τον με τη θέση του από τη ΓΔΧΙΙ στη ΓΔΧνίΙ. Όσον αφορά τη θέση που κατείχε τότε ο προσφεύγων, η απασχόληση του ως κύριου συμβούλου δεν είχε πλέον λόγο ύπαρξης και η θέση μεταβιβάστηκε από τη ΓΔ XVII στη ΓΔ XII κατά την έξοδο του ενδιαφερομένου από την υπηρεσία.
Η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να υπεισέλθει σε περισσότερες λεπτομέρειες και, ιδίως, να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους αποφάσισε να καταργήσει ορισμένες θέσεις κύριων συμβούλων και να διατηρήσει άλλες.
Η Επιτροπή υποστηρίζει τη δυνατότητα που της παρέχεται να λαμβάνει ατομικά μέτρα απομάκρυνσης από τη θέση προς το συμφέρον της υπηρεσίας, εφόσον κάθε ένα από τα μέτρα αυτά είναι αυτό καθεαυτό νομότυπο. Δεν αμφισβητεί ότι τα ατομικά αυτά μέτρα ελήφθησαν εν μέρει για να επιτρέψουν την πρόσληψη υπαλλήλων ελληνικής ιθαγενείας, αλλ' ελήφθησαν επίσης ενόψει των αναδιαρθρώσεων που προκύπτουν από την εφαρμογή των προτάσεων Spierenburg και Ortoli. Με άλλους λόγους, τα διάφορα ατομικά μέτρα ελήφθησαν σε κάθε περίπτωση με γνώμονα τις αντικειμενικές ανάγκες της υπηρεσίας και/ή τα ατομικά προσόντα των υπαλλήλων σε σχέση με τις ανάγκες αυτές. Η Επιτροπή έχει το δικαίωμα να καταργήσει τη θέση του κύριου συμβούλου του προσφεύγοντος, χωρίς να τον μεταθέσει προηγουμένως σε άλλη θέση διευθυντή.
Ο προσφεύγων αναφέρει ένα ενημερωτικό δελτίο της Επιτροπής του προσωπικού των Βρυξελλών και ένα απόσπασμα του ταχυδρομείου του προσωπικού που επικρίνουν τις αποφάσεις που έλαβε η Επιτροπή με 6άση το άρθρο 50 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
Ο προσφεύγων βεβαιώνει ότι, όπως προκύπτει από τα ίδια τα έγγραφα της καθής, απομακρύνθηκε από την υπηρεσία με απόφαση της 8ης Ιουλίου 1981, προτού ακόμα ληφθεί η απόφαση για κατάργηση της θέσης αυτής στις 15 Ιουλίου 1981 και προτού γίνει η ανακοίνωση των Davignon και O'Kennedy για την αναδιάρθρωση της ΓΔ XVII «Ενέργεια», στην οποία ανήκε ο προσφεύγων από τις 10 Ιουλίου 1981. Η αιτιολόγηση της απόφασης της 8ης Ιουλίου 1981 για απομάκρυνση από την υπηρεσία, εκθέτοντας ότι την απόφαση για την κατάργηση ορισμένων θέσεων έλαβε η Επιτροπή στο πλαίσιο γενικής αναδιάρθρωσης των υπηρεσιών της, είναι τουλάχιστον ανακριβής.
Τα προβαλλόμενα με το δικόγραφο της προσφυγής, δηλαδή: γενικευμένη εφαρμογή του άρθρου 50 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης για να αποσυμφορηθεί η υπηρεσία εκ των προτέρων κατάρτιση πινάκων χωρίς έρευνα των συγκεκριμένων καταστάσεων και προτού καν να κινηθεί η σχετική διαδικασία, έχουν αποδειχθεί.
Με την ανταπάντηση της, η Επιτροπή δεν αρνείται ότι τα μέτρα απομάκρυνσης από την υπηρεσία ενδέχεται να δημιουργήσουν κάποια δυσφορία. Το μόνο που ενδιαφέρει στο πλαίσιο της παρούσας δίκης είναι αν τα προσβαλλόμενα μέτρα είναι ή όχι θεμιτά. Η Επιτροπή κάνει διάκριση μεταξύ της απόφασης της της 8ης Ιουλίου 1981 να απομακρύνει τον προσφεύγοντα από την υπηρεσία και της απόφασής της της 15ης Ιουλίου 1981 που δεν αφορά την κατάργηση της θέσης του προσφεύγοντος, η οποία είναι δεδομένη, αλλά που έχει τελείως διαφορετικό αντικείμενο, την αναδιάρθρωση δηλαδή της Γενικής Διεύθυνσης Ενέργειας. Η αναδιάρθρωση αυτή πραγματοποιείται αρχίζοντας από τις θέσεις που παραμένουν στη ΓΔ XVII. Με χρονολογική σειρά, η Επιτροπή εξέτασε ορισμένες θέσεις κύριων συμβούλων και κατήργησε ορισμένες που είχαν γίνει περιττές. Σε μια δεύτερη φάση, τις απομακρύνσεις από την υπηρεσία ακολούθησε ανακατανομή των κατ' αυτό τον τρόπο ελευθερωμένων θέσεων που προβλέπονται από τον προϋπολογισμό μεταξύ των Γενικών Διευθύνσεων της Επιτροπής, ανακατανομή που συνόδευαν μέτρα αναδιάρθρωσης. Η αναδιάρθρωση αυτή είναι καρπός μακράς ωρίμανσης και ανταποκρίνεται σε πολύ ευρύτερες αντικειμενικές υπηρεσιακές ανάγκες. Ο λόγος που ώθησε την Επιτροπή να καταργήσει τη θέση του προσφεύγοντος και όχι κάποια άλλη είναι απλός: η Επιτροπή έκρινε ότι η θέση αυτή ήταν περιττή.
Β — Η απόφαση για μη τοποθέτηση τον προσφεύγοντος σε άλλη θέση
Ο προσφεύγων προσβάλλει τη μη τοποθέτηση του σε άλλη θέση, αντίστοιχης προς το βαθμό του, ενώ διέθετε όλα τα απαιτούμενα προσόντα για να καταλάβει άλλες κενές θέσεις αντίστοιχες προς το βαθμό του και την έλλειψη αιτιολόγησης από την Επιτροπή της μη τοποθέτησής του. Περαιτέρω, η Επιτροπή δεν εξέτασε αυτεπάγγελτα όπως ήταν υποχρεωμένη να κάνει, τις δυνατότητες ανατοποθέτησης του προσφεύγοντος υπαλλήλου που χάνει τη θέση του.
Ο προσφεύγων αναφέρει τη θέση του διευθυντή της διεύθυνσης Α της ΓΔ XVII «Ενέργεια». Η εν λόγω διεύθυνση είναι αρμόδια για την ενεργειακή πολιτική, τις αναλύσεις και προβλέψεις, καθώς και τη σύναψη των σχετικών συμβάσεων. Ο προσφεύγων είναι οπωσδήποτε ικανός να αναλάβει τα καθήκοντα που είναι ανατεθειμένα στην εν λόγω διεύθυνση, η οποία, άλλωστε, ξαναπήρε ένα μέρος του προσωπικού της.
Ο προσφεύγων υπέβαλε υποψηφιότητα για τη θέση διευθυντή της διεύθυνσης Δ της ΓΔ Δ «Εξωτερικές Σχέσεις». Η καταλληλότητά του για τη θέση αυτή προκύπτει αναμφισβήτητα από το φάκελλο υποψηφιότητάς του. Η θέση στην εν λόγω διεύθυνση πληρώθηκε με προαγωγή υπαλλήλου A 3. Ακόμα κι αν γίνει δεκτό ότι ο εν λόγω υπάλληλος είχε τα ίδια προσόντα με του προσφεύγοντος, προκειμένου να εκπληρώσει τα καθήκοντα που απαιτεί ή θέση αυτή, έπρεπε να είχε προτιμηθεί ο προσφεύγων. Ο τελευταίος υποστηρίζει ότι υπάλληλος με βαθμό Α 2, ο οποίος απομακρύνθηκε από την υπηρεσία, πρέπει να τοποθετηθεί σε κενή θέση Α 2, για την οποία διαθέτει τα απαιτούμενα προσόντα, κατά προτεραιότητα έναντι υπαλλήλου Α 3.
Όσον αφορά την απόφαση της Επιτροπής να πληρώσει κενή θέση στη ΓΔ Ι, ο προσφεύγων επικρίνει την έλλειψη αιτιολογίας της εν λόγω απόφασης. Σχετικά με τη θέση στη ΓΔΧνίΙ, ο προσφεύγων επικρίνει το γεγονός ότι δεν εξετάστηκαν αυτεπάγγελτα οι δυνατότητες ανατοποθέτησής του.
Η Επιτροπή απαντά ότι διαθέτει διακριτική εξουσία, όσον αφορά την ανατοποθέτηση υπαλλήλου που έχασε τη θέση του σε άλλη θέση, αντίστοιχη προς το βαθμό του. Πάντως ο ενδιαφερόμενος πρέπει να έχει τη δυνατότητα να επικαλεστεί λυσιτελώς τα συμφέροντά του. Ο προσφεύγων είχε την ευκαιρία αυτή και έλαβε γνώση των θέσεων διευθυντή στην ΓΔ Ι και στη ΓΔ XVII που κενώθηκαν, υπέβαλε δε στις 9 Σεπτεμβρίου 1981 υποψηφιότητα για την πρώτη από τις δύο αυτές θέσεις.
Η απόφαση για μη ανατοποθέτηση του υπαλλήλου σε άλλη θέση του αυτού βαθμού δεν χρειάζεται να είναι ρητά αιτιολογημένη. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου στην υπόθεση Oslizlok συντρέχουν λόγοι που αφορούν αυτή την ίδια την απόφαση για μη ανατοποθέτηση και διαφέρουν από εκείνους που είχαν ως συνέπεια την απομάκρυνση από την υπηρεσία. Η συμβουλευτική επιτροπή για το διορισμό στους βαθμούς Α 2 και Α 3 έκρινε ότι οι υποψηφιότητες του προσφεύγοντος και των Beseler και Εξηντάρη έπρεπε να ληφθούν ιδιαίτερα υπόψη. Μετά. από συγκριτική εξέταση των προσόντων των υποψηφίων, η Επιτροπή αποφάσισε ότι έπρεπε να προτιμηθεί η υποψηφιότητα του Beseler, προϊσταμένου στο τμήμα «Μέσα αυτόνομης και συμβατικής εμπορικής πολιτικής μέτρα antidumping, διασφαλίσεως και εξισωτικά τέλη άρθρο 115 ΕΟΚ, γενικά ζητήματα», λόγω της βαθιάς και συγκεκριμένης πείρας του σχετικά με τα προβλήματα της ΓΔ Ι Δ. Η Επιτροπή αμφισβητεί ότι ο προσφεύγων έχει δικαίωμα να τοποθετηθεί κατά προτεραιότητα στη θέση αυτή και θεωρεί ότι δεν υπερέβη τα όρια της διακριτικής εξουσίας που διαθέτει, προτιμώντας αντί του προσφεύγοντος υπάλληλο κατώτερο, ο οποίος όμως κατέχει μεγαλύτερη συγκεκριμένη πείρα σχετικά με τα προβλήματα της εν λόγω διεύθυνσης και ιδίως με τα προβλήματα dumping.
Όσον αφορά τη θέση διευθυντή της νέας διεύθυνσης ΓΔ XVII Α, που συγκεντρώνει όλες τις δραστηριότητες οριζόντιου χαρακτήρα, όπως την ενεργειακή πολιτική, τις αναλύσεις και προβλέψεις, το χειρισμό και την παρακολούθηση των συμβάσεων, ο προσφεύγων, κρίνοντας χωρίς αμφιβολία ότι δεν διαθέτει τα απαιτούμενα προσόντα, δεν υπέβαλε υποψηφιότητα. Η Επιτροπή πλήρωσε την εν λόγω θέση μετά την 1η Νοεμβρίου 1981 και διόρισε έναν εξωτερικό υποψήφιο, που διέθετε όλα τα απαιτούμενα προσόντα.
Ο προσφεύγων επιμένει στο γεγονός ότι διαθέτει όλα τα απαιτούμενα προσόντα για να καταλάβει τη θέση του διευθυντή της ΓΔ Ι Δ, αναφέροντας τη γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής για το διορισμό στους βαθμούς Α 2 και Α 3 που επιβεβαιώνει την άποψη του. Εμμένει επίσης στο ότι πρέπει να δίδεται προτεραιότητα στην επανα-πρόσληψη υπαλλήλου με το βαθμό Α 2, ο οποίος απομακρύνθηκε από την υπηρεσία. Η προτεραιότητα αυτή, ακόμη και αν δεν προκύπτει ρητά από το άρθρο 50, παράγραφος 3, απορρέει από τη φύση των πραγμάτων. Στην περίπτωση δύο υποψηφίων με τα αυτά προσόντα για μία θέση, για τον ένα μεν ο μη διορισμός του συνεπάγεται την απόλυση, για τον άλλο δε η μοναδική συνέπεια συνίσταται στη μη προαγωγή του. Η λογική επιβάλλει, για λόγους επιεικείας η ανατοποθέτηση του υπαλλήλου που έχασε τη θέση του να αποτελεί, όσο είναι δυνατό, το κατά προτίμηση κριτήριο, τουλάχιστον έναντι ιεραρχικά κατώτερου υπαλλήλου, υποψηφίου για προαγωγή. Επίσης, η αρχή της μονιμότητας της θέσης των υπαλλήλων επιβάλλει την αναγνώριση του δικαιώματος προτεραιότητας. Η απόφαση για μη ανατοποθέτηση του προσφεύγοντος δεν είναι ρητά αιτιολογημένη, ενώ από τον υπηρεσιακό φάκελο δεν διαφαίνεται ο λόγος. Δεν αρκεί η διαβεβαίωση ότι έγινε συγκριτική εξέταση των προσόντων και των ικανοτήτων των υποψηφίων, χωρίς να αναφέρονται, έστω και συνοπτικά, οι λόγοι που οδήγησαν στο διορισμό του υποψηφίου για την προαγωγή υπαλλήλου. Ακόμη και αν γίνεται λόγος στο υπόμνημα αντίκρουσης ότι η εκλογή του Beseler έγινε γιατί διέθετε μεγαλύτερη πείρα στα ζητήματα dumping, αυτό δεν εμφαίνεται ούτε στην επίδικη απόφαση ούτε στη γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής.
Κατά την Επιτροπή, η συμβουλευτική επιτροπή προβαίνει σε μια πρώτη επιλογή μεταξύ των υποψηφίων, κάνοντας δεκτούς εκείνους που συγκεντρώνουν τις ελάχιστες απαιτούμενες προϋποθέσεις για να διοριστούν στη θέση. Υποβάλλει τον πίνακα των εν λόγω υποψηφίων κατ' αλφαβητική σειρά. Στην ΑΔΑ εναπόκειται να επιλέξει μεταξύ αυτών. Η Επιτροπή δίνει περισσότερες διευκρινίσεις για τα προσόντα του Beseler, συγγραφέα έργου σχετικά με το dumping. Έκρινε ότι ο Beseler ήταν ο καλύτερος από τους υποψηφίους που παρουσιάστηκαν. Το προβαλλόμενο δικαίωμα προτεραιότητας, αν υποτεθεί ότι αυτό υπάρχει, δεν είναι δυνατό εν πάση περιπτώσει να ληφθεί υπόψη παρά σε περίπτωση επιλογής μεταξύ δύο ex aequo υποψηφίων. Οι σκέψεις που αφορούν την επιείκεια και τη μονιμότητα της θέσης δεν μπορούν να υπερισχύσουν του υπέρτερου συμφέροντος της υπηρεσίας. Επιπλέον, ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης επιφυλάσσει ειδική μεταχείριση στους υπαλλήλους των βαθμών Α 1 και Α 2.
Έκταση της προσφυγής
Οι διάδικοι συμφωνούν ότι η προσφυγή πρέπει να θεωρηθεί ότι εκτείνεται και κατά της απόφασης της Επιτροπής της 6ης Απριλίου 1982, με την οποία αυτή αποφάσισε να διορίσει τον Bescler στη θέση του διευθυντή της διεύθυνσης Δ της Γενικής Διεύθυνσης Ι και κατά της οποίας ο προσφεύγων υπέβαλε στις 28 Μαίου 1982 ένσταση, επιδιώκοντας την ακύρωση της απόφασης της ΑΔΑ να απορρίψει την υποψηφιότητά του και, κατά συνέπεια, την ακύρωση της απόφασης με την οποία πληρώθηκε η εν λόγω θέση.
IV — Προφορική διαδικασία
Οι διάδικοι αγόρευσαν κατά τη συνεδρίαση της 18ης Μαρτίου 1981.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του στις 30 Ιουνίου 1983.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 12 Μαΐου 1982, ο Renaud, πρώην υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με 6αθμό Α 2, άσκησε προσφυγή ακύρωσης της απόφασης της Επιτροπής της 8ης Ιουλίου 1981, με την οποία απομακρύνθηκε από την υπηρεσία, της απόφασης που δεν τον τοποθέτησε σε άλλη θέση της κατηγορίας του, αντίστοιχης προς το 6αθμό του, καθώς και των αποφάσεων, με τις οποίες πληρώθηκαν, μετά την απομάκρυνση του προσφεύγοντος από την υπηρεσία, οι θέσεις της κατηγορίας του που αντιστοιχούσαν στο 6αθμό του. Τα επικουρικά αιτήματα αφορούν ειδικότερα τη θέση του διευθυντή της διεύθυνσης Δ της ΓΔ Ι «Εξωτερικές Σχέσεις».
2
Ο προσφεύγων ανέλαβε καθήκοντα στην Επιτροπή την 1η Σεπτεμβρίου 1977 ως υπάλληλος με 6αθμό Α2 και τοποθετήθηκε στη θέση του κύριου συμβούλου στη ΓΔ XVII «Ενέργεια». Τα καθήκοντα του αφορούσαν κυρίως τα διεθνή προβλήματα ενεργείας και τις διμερείς και πολυμερείς διαπραγματεύσεις.
3
Με έγγραφο του προέδρου της Επιτροπής, της 4ης Μαΐου 1981, ο προσφεύγων ειδοποιήθηκε ότι η Επιτροπή αντιμετώπιζε, βάσει του άρθρου 50 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων, την απομάκρυνση του από την υπηρεσία. Αφού άκουσε τις παρατηρήσεις του προσφεύγοντος, η Επιτροπή αποφάσισε στις 8 Ιουλίου 1981 να τον απομακρύνει προς το συμφέρον της υπηρεσίας από την 1η Νοεμβρίου 1981. Επειδή ο προσφεύγων δεν τοποθετήθηκε σε άλλη θέση της κατηγορίας του, αντίστοιχης προς το βαθμό του, του αναγνωρίστηκαν τα δικαιώματα που προβλέπονται στην περίπτωση αυτή.
4
Προς υποστήριξη της προσφυγής του ακύρωσης ο Renaud ισχυρίζεται ότι η εν λόγω απόφαση δεν ήταν επαρκώς κατά νόμο αιτιολογημένη και ότι επιπλέον είχε ληφθεί κατά κατάχρηση εξουσίας. Η αιτιολογία ήταν υπερβολικά γενική και δεν περιείχε συγκεκριμένα στοιχεία. Η απόφαση για την απομάκρυνση από την υπηρεσία ελήφθη στο πλαίσιο της γενικευμένης εφαρμογής του άρθρου 50 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, σκοπός του οποίου είναι η διευκόλυνση της αντικατάστασης ανώτερων υπαλλήλων κατά την αλλαγή ορισμένων μελών της Επιτροπής, όπως συνηθίζεται στο πλαίσιο του αμερικανικού «spoil system», όπου οποιαδήποτε αλλαγή στην προεδρία επιφέρει αντικατάσταση των ανώτερων υπαλλήλων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η απόφαση ελήφθη σε εποχή κατά την οποία μόλις είχε μεταβληθεί η σύνθεση της Επιτροπής με ανανέωση της θητείας ορισμένων μελών ή διορισμό άλλων.
5
Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση της 11ης Μαΐου 1978, υπόθεση 34/77, Oslizlok κατά Επιτροπής, Recueil σ. 1099), η Επιτροπή διαθέτει ευρεία διακριτική εξουσία σχετικά με τις αποφάσεις για απομάκρυνση από την υπηρεσία των υπαλλήλων με βαθμό Α 1 και Α 2. Η εξουσία αυτή προϋποθέτει συγχρόνως μεγάλη ελευθερία στη λήψη αποφάσεων, τόσο όσον αφορά τις αντικειμενικές ανάγκες της υπηρεσίας, όσο και όσον αφορά την εκτίμηση των ατομικών προσόντων των ενδιαφερόμενων υπαλλήλων και την εξονυχιστική εξέταση των στοιχείων κάθε περίπτωσης.
6
Το Δικαστήριο είχε επίσης την ευκαιρία να διευκρινίσει ότι τα όργανα είναι αρμόδια να καθορίζουν και να τροποποιούν την οργάνωση των υπηρεσιών τους αναλόγως των αναγκών τους.
7
Οι λόγοι που επικαλείται η Επιτροπή με το έγγραφο της 4ης Μαΐου 1980 και με την προσβαλλόμενη απόφαση αφορούν τις κατευθυντήριες γραμμές που υιοθέτησε η Επιτροπή στη συνοδό της της 26ης Μαρτίου 1980, οι οποίες καθορίστηκαν με βάση ιδίως τις εκθέσεις Spierenburg και Ortoli. Κατά την Επιτροπή, η αναδιάρθρωση έθιγε ιδιαίτερα τις ανώτερες θέσεις και συνεπαγόταν την κατάργηση ορισμένου αριθμού θέσεων κύριου συμβούλου μεταξύ των οποίων και του προσφεύγοντος.
8
Πράγματι, από τα έγγραφα που δημοσίευσε η Επιτροπή προκύπτει ότι ύστερα από τις συζητήσεις που έγιναν στους κόλπους της Επιτροπής το Σεπτέμβριο 1978, συνεστήθη τον Ιανουάριο του 1979 ομάδα από πέντε ανεξάρτητες προσωπικότητες, με πρόεδρο τον πρεσβευτή Dirk Spierenburg, πρώην αντιπρόεδρο της Ανώτατης Αρχής της ΕΚΑΧ και πρώην μόνιμο αντιπρόσωπο των Κάτω Χωρών, προκειμένου να εξετάσει τη δομή και τη λειτουργία της Επιτροπής. Η ομάδα αυτή υπέβαλε την έκθεση της στις 24 Σεπτεμβρίου 1979. Στην εν λόγω έκθεση δόθηκε ευρεία δημοσιότητα, αποτέλεσε δε αντικείμενο συζητήσεως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Στο τρίτο μέρος της εν λόγω έκθεσης προτείνονται ορισμένες αναδιαρθρώσεις της διοικητικής πολιτικής και της διοικητικής οργάνωσης της Επιτροπής, συμπεριλαμβανομένης της μείωσης του αριθμού των βασικών διοικητικών μονάδων. Η Επιτροπή αποδέχθηκε την αρχή της εν λόγω μείωσης κατά τη συνεδρίαση που έγινε τον Οκτώβριο 1979. Μετά τη συνεδρίαση ακολούθησε δήλωση προς τον τύπο του προέδρου της Επιτροπής Jenkins. Η Επιτροπή συνέστησε επίσης ομάδα εργασίας υπό την προεδρία του Ortoli που συνέταξε έκθεση το Μάρτιο 1980.
9
Τα γεγονότα αυτά καταδεικνύουν ότι η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της Επιτροπής αποτέλεσε αντικείμενο κατά βάθος συζήτησης για μεγάλο χρονικό διάστημα και δεν μπορεί να συνδεθεί μόνο με το γεγονός του διορισμού νέων μελών της Επιτροπής. Ετσι, το γεγονός ότι σχετικά υψηλός αριθμός ανώτερων υπαλλήλων υποβλήθηκε στο μέτρο της απομάκρυνσης από την υπηρεσία συγχρόνως με τον προσφεύγοντα δεν συνιστά καθεαυτό κατάχρηση εξουσίας. Άρα, ελλείψει οποιουδήποτε άλλου στοιχείου προς υποστήριξη των ισχυρισμών του προσφεύγοντος, η αιτίαση για κατάχρηση εξουσίας πρέπει να απορριφθεί.
10
Τέλος, πρέπει να παρατηρηθεί ότι ο προσφεύγων είχε την ευκαιρία να προασπίσει τα συμφέροντά του, δοθέντος ότι ειδοποιήθηκε για τις προθέσεις της Επιτροπής με έγγραφο της 4ης Μαΐου 1981. Με το εν λόγω έγγραφο, η Επιτροπή διευκρίνιζε ότι θεωρούσε πως η θέση του προσφεύγοντος δεν ήταν πλέον απαραίτητη. Η αιτιολογία αυτή αρκούσε για να προβάλει ο προσφεύγων το συμφέρον που παρουσίαζε ενδεχομένως για την Επιτροπή η διατήρηση θέσης κύριου συμβούλου για την εκτέλεση των καθηκόντων που μέχρι τότε είχαν ανατεθεί στην εν λόγω θέση.
11
Συνεπώς, το αίτημα ακύρωσης της απόφασης που απομάκρυνε τον προσφεύγοντα από την υπηρεσία πρέπει να απορριφθεί.
12
Επικουρικά, ο προσφεύγων επικρίνει το γεγονός ότι δεν τοποθετήθηκε σε άλλη θέση. Θεωρεί ότι ήταν ικανός να αναλάβει τη θέση διευθυντή της διεύθυνσης Ι της ΓΔ XVII «Ενέργεια» και ότι επιπλέον υπέβαλε την υποψηφιότητά του για τη θέση διευθυντή της διεύθυνσης Δ της ΓΔ Ι «Εξωτερικές Σχέσεις». Η καταλληλότητά του για τη θέση αυτή συνάγεται αναμφισβήτητα από την αίτηση υποψηφιότητας του. Η θέση, όμως, της εν λόγω διεύθυνσης πληρώθηκε με προαγωγή υπαλλήλου βαθμού Α 3. Κατά τον προσφεύγοντα, υπάλληλος με βαθμό Α 2, ο οποίος απομακρύνθηκε από την υπηρεσία, πρέπει να ανατοποθετείται σε θέση, για την οποία κατέχει τα απαραίτητα προσόντα κατά προτίμηση έναντι υπαλλήλου με βαθμό Α 3.
13
Πρέπει σχετικώς να παρατηρηθεί ότι η Επιτροπή διαθέτει, όσον αφορά την απόφαση για ανατοποθέτηση των υπαλλήλων σε άλλη θέση του ιδίου βαθμού, ευρεία διακριτική εξουσία. Οι υπάλληλοι, τους οποίους η Επιτροπή αποφάσισε να απομακρύνει από την υπηρεσία, δεν απολαύουν για το λόγο αυτό καμιάς προτεραιότητας σε σχέση με άλλους υπαλλήλους που μπορεί να ληφθούν υπόψη. Πάντως, πρέπει να τους έχει δοθεί δεόντως η δυνατότητα να προασπίσουν λυσιτελώς τα συμφέροντά τους.
14
Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, η Επιτροπή παρέσχε στον προσφεύγοντα τη δυνατότητα να προασπίσει λυσιτελώς τα συμφέροντά του, γνωστοποιώντας του την ύπαρξη των θέσεων που κενώθηκαν, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι θέσεις διευθυντή στη ΓΔ Ι και διευθυντή στη ΓΔ XVII, ο προσφεύγων δε υπέβαλε υποψηφιότητα για την πρώτη από τις εν λόγω δύο θέσεις. Προκειμένου να πληρώσει την εν λόγω θέση, η Επιτροπή προέβη σε συγκριτική εξέταση των διαφόρων υποψηφίων και επέλεξε για διορισμό στην κενή θέση άλλο πρόσωπο αντί του προσφεύγοντος. Η εν λόγω απόφαση λοιπόν ελήφθη σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Όσον αφορά τη θέση στη ΓΔ XVIΙ, ο ίδιος ο προσφεύγων δεν έκρινε σκόπιμο να υποβάλει υποψηφιότητα και υπό τις περιστάσεις αυτές η Επιτροπή δεν όφειλε να την εξετάσει.
15
Το επικουρικό αίτημα του προσφεύγοντος για ακύρωση της απόφασης που δεν τον τοποθέτησε σε άλλη θέση πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί επίσης. Για τους ίδιους λόγους, δεν συντρέχει λόγος να ακυρωθούν οι αποφάσεις της Επιτροπής που παρεμβλήθηκαν και που αφορούν την πλήρωση των κενών θέσεων.
Επί των δικαστικών εξόδων
16
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα.
17
Σύμφωνα όμως με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας, προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων των Κοινοτήτων, τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν.
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
κρίνει και αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Everling
Mackenzie Stuart
Galmot
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 28 Σεπτεμβρίου 1983.
Κατ' εντολή
του γραμματέα
Η. Α. Rühi
Κύριος υπάλληλος διοικήσεως
Ο πρόεδρος του τρίτου τμήματος
U. Everling
( 1 ) - Δελτίο ΕΟΚ 3-1980, σημείο 2.33 14η Γενική Εκθεση επί των δραστηριοτήτων της Επιτροπής, σημείο 29.
Full & Egal Universal Law Academy