Στην υπόθεση 155/82,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το νομικό της σύμβουλο Rolf Wägenbaur, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Oreste Montako, μέλος της νομικής υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασίλειου του Βελγίου, εκπροσωπούμενου από τον Robert Hoebaer, διευθυντή στο υπουργείο εξωτερικών, εξωτερικού εμπορίου και συνεργασίας με τις αναπτυσσόμενες χώρες, επικουρούμενο από τον R. Huysman, επιθεωρητή-προϊστάμενο υπηρεσίας στο υπουργείο δημόσιας υγείας, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία του Βελγίου,
καθοό,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι, το Βασίλειο του Βελγίου περιορίζοντας στα πρόσωπα που είναι εγκατεστημένα στο Βέλγιο το δικαίωμα να ζητούν την άδεια ή την έγκριση παρασιτοκτόνων μη γεωργικής χρήσεως και φυτοφαρμάκων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 30 και επόμενα της συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους J. Menens de Wilman, πρόεδρο, Ρ. Pescatore, A. O'Keeffe και U. Everling, προέδρους τμήματος, Mackenzie Stuart, G. Bosco, T. Koopmans, O. Due και Κ. Bahlmann, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: S. Rozès
γραμματέας: Ρ. Heim
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τά πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας, τα αιτήματα και οι ισχυρισμοί καθώς και τα επιχειρήματα των διαδίκων συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Ιστορικό
Το βασιλικό διάταγμα της 5ης Ιουνίου 1975 περί κατοχής, εμπορίας και χρησιμοποιήσεως των παρασιτοκτόνων και των φυτοφαρμάκων (Moniteur belge [Επίσημη Εφημερίδα του Βελγίου] σ. 13864), με το άρθρο του 4, ορίζει:
Απαγορεύεται η διάθεση στο εμπόριο, η κτήση, η προσφορά, η έκθεση ή η θέση προς πώληση, η κατοχή, η παρασκευή, η μεταφορά, η πώληση, η παράδοση εξ επαχθούς ή χαριστικής αιτίας, η εισαγωγή ή η χρησιμοποίηση φυτοφαρμάκων, τα οποία δεν έχουν προηγουμένως εγκριθεί από τον υπουργό που είναι αρμόδιος για τη γεωργία.
Σε περίπτωση μεταβολής της συνθέσεως, της σημασίας ή της χρήσεως ενός εγκεκριμένου προϊόντος [φυτοφαρμάκου], απαιτείται συμπληρωματική έγκριση.
Το άρθρο 8 του βασιλικού διατάγματος περιλαμβάνει πανομοιότυπες διατάξεις για τα παρασιτοκτόνα μη γεωργικής χρήσεως· τα παρασιτοκτόνα αυτά πρέπει να τύχουν της προηγούμενης εγκρίσεως του υπουργού που είναι αρμόδιος για τη δημόσια υγεία.
Για την εφαρμογή του βασιλικού διατάγματος, κατά το άρθρο του 1, 2°, ως φυτοφάρμακα νοούνται τα παρασιτοκτόνα γεωργικής χρήσεως' οι ουσίες και ιδιοσκευάσματα που προορίζονται να προστατεύουν ή να ρυθμίζουν τη γεωργική παραγωγή ή να εξασφαλίζουν τη διατήρηση των φυτών, μερών των φυτών και φυτικών προϊόντων οι ουσίες και ιδιοσκευάσματα που προορίζονται να καταπολεμούν τα φυτικά παράσιτα, λειχήνες και φύκια· οι ουσίες και ιδιοσκευάσματα που προορίζονται να καταστρέφουν τα φυτά και τα μέρη φυτών, να προλαμβάνουν ή να παρεμποδίζουν την ανεπιθύμητη ανάπτυξη' οι ουσίες και ιδιοσκευάσματα που προορίζονται να καταπολεμούν ή να καταστρέφουν τα δερματικά παράσιτα των εκτρεφόμενων ή προσοδοφόρων ζώων, συμπεριλαμβανομένων και των περιστερών οι μικροοργανισμοί και ιοί ως δραστικές ουσίες στην αντιπαρασιτική αγωγή' τα διαβρεχτικά και τα συγκολλητικά ή άλλα πρόσθετα, εφόσον έχουν διατεθεί στο εμπόριο για το σκοπό αυτόν.
Κατά το άρθρο 1, 3° του βασιλικού διατάγματος, θεωρούνται παρασιτοκτόνα μη γεωργικής χρήσεως οι ουσίες και ιδιοσκευάσματα καθώς και οι μικροοργανισμοί και οι ιοί που δεν προορίζονται να χρησιμοποιηθούν στο γεωργικό τομέα, για την καταπολέμηση ή την εξάλειψη των ζώων που μπορούν να προκαλέσουν ζημίες στα φυτικά και ζωικά προϊόντα, την πρόληψη της αποσυνθέσεως των φυτικών και ζωικών προϊόντων, την καταπολέμηση ή την εξάλειψη επιβλαβών ζώων, φυτών ή μικροοργανισμών στις κατοικίες, τα κτίρια, τα μέσα συγκοινωνίας, τις πισίνες, τους χώρους απορριμμάτων και τους υπονόμους, την καταπολέμηση ή την εξάλειψη των ζώων, των φυτών ή των μικροοργανισμών που μπορούν να προκαλέσουν ασθένειες στον άνθρωπο ή στα ζώα, την καταπολέμηση ή την εξάλειψη των δερματικών παρασίτων των μικρών οικιακών ζώων.
Το άρθρο 12 του βασιλικού διατάγματος ορίζει ότι:
Η αίτηση εγκρίσεως ή άδειας, η αίτηση ανανεώσεως της εγκρίσεως ή της άδειας, και η αίτηση συμπληρωματικής εγκρίσεως ή άδειας υποβάλλονται με έντυπο, του οποίου το πρότυπο καθορίζεται στο παράρτημα Ι του παρόντος διατάγματος.
Η αίτηση σε τρία αντίτυπα υποβάλλεται στον αρμόδιο υπουργό από πρόσωπο εγκατεστημένο στο Βέλγιο και υπεύθυνο για τη διάθεση στο εμπόριο του φυτοφαρμάκου ή του παρασιτοκτόνου μη γεωργικής χρήσεως, είτε αυτό είναι παρασκευαστής, εισαγωγέας, κύριος ή αντιπρόσωπος.
Με έγγραφο της 5ης Νοεμβρίου 1979, η Επιτροπή επέσυρε την προσοχή της κυβερνήσεως του Βασιλείου του Βελγίου στο γεγονός ότι οι αρχές της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας είχαν υποβάλει στην Επιτροπή αιτιάσεις, με τις οποίες θεωρούσαν ότι το άρθρο 12 του βασιλικού διατάγματος, εξαρτώντας την έγκριση των αναφερομένων προϊόντων από την υποχρέωση υπάρξεως αντιπροσώπου στο Βέλγιο, θέτει τους μη βέλγους παραγωγούς σε μειονεκτική θέση και συνιστά, για το λόγο αυτό, εμπόδιο στο ενδοκοινοτικό εμπόριο.
Η Επιτροπή παρατηρούσε ότι κατά το άρθρο 2, παράγραφος 3, εδάφιο 7 της οδηγίας της 70/50, της 22ας Δεκεμβρίου 1969, η οποία βασίζεται στις διατάξεις του άρθρου 33, παράγραφος 7, περί καταργήσεως των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών που δεν είναι αντικείμενο άλλων διατάξεων, οι οποίες έχουν θεσπιστεί δυνάμει της συνθήκης ΕΟΚ (JO L 13, 1970, σ. 29), πρέπει να θεωρούνται ως μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς τα μέτρα που «εξαρτούν τη διάθεση στην εθνική αγορά εισαγόμενων προϊόντων από την προϋπόθεση ότι υπάρχει υπεύθυνος ή αντιπρόσωπος στο έδαφος του κράτους μέλους εισαγωγής».
Με την απάντηση της, στις 31 Δεκεμβρίου 1979, η κυβέρνηση του Βασιλείου του Βελγίου θεώρησε ότι ο διορισμός υπεύθυνου βέλγου υπηκόου, για τη διάθεση στην αγορά, είναι αναγκαία όταν προβλέπεται διαδικασία εγκρίσεως ή άδειας, λόγω των κινδύνων που συνδέονται με τη χρήση των επίδικων προϊόντων.
Η Επιτροπή, με έγγραφο της 27ης Μαρτίου 1981 κίνησε^ κατά του Βασιλείου του Βελ-γίοιΓτη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 169 της συνθήκης ΕΟΚ. Υποστήριζε με το ανωτέρω έγγραφο ότι το άρθρο 12 του βασιλικού διατάγματος της 5ης Ιουνίου 1975 συνιστά εμπόδιο στο ενδοκοινοτικό εμπόριο των επίδικων προϊόντων και παράβαση του άρθρου 30 της συνθήκης ΕΟΚ, καθόσον καθιστά την εμπορία των εισαγόμενων προϊόντων δυσκολότερη από εκείνη των εθνικών προϊόντων δεν μπορούν να προβληθούν ούτε λόγοι δημόσιας τάξεως ούτε δημόσιας υγείας για να δικαιολογήσουν το μέτρο αυτό βάσει του άρθρου 36 της συνθήκης.
Με τις παρατηρήσεις της, στις 21 Μαΐου 1981, η βελγική κυβέρνηση δέχθηκε ότι το άρθρο 12 του βασιλικού διατάγματος «μπορεί βεβαίως να έχει ως φαινομενικό αποτέλεσμα να καθιστά την εμπορία των εισαγόμενων προϊόντων δυσκολότερη από την εμπορία των εθνικών προϊόντων», αλλά επέμεινε στην άποψη της ότι η διάταξη αυτή είναι αναγκαία' πρόκειται για προϊόντα επικίνδυνα, που για το λόγο αυτό υπόκεινται σε εξαιρετικά αυστηρή κανονιστική ρύθμιση σε όλα τα επίπεδα εμπορίας τους, και είναι θεμελιώδες το σύστημα ελέγχου να είναι όσο το δυνατό περισσότερο αποτελεσματικό' η αποτελεσματικότητα αυτή προϋποθέτει τη δυνατότητα εντοπισμού των προϊόντων οποτεδήποτε, για να υπάρχει κυρίως η δυνατότητα να αποσύρεται από την αγορά το σύνολο μιας παρτίδας όταν ένα προϊόν αποκαλύπτεται ως ακατάλληλο, και απαιτεί οι ενδεχόμενες διώξεις να μη στερούνται εκ των προτέρων πρακτικής αποτελεσματικότητας. Οι εγγυήσεις που απαιτούνται για το σκοπό αυτό συνίστανται απλώς στην υπόδειξη ενός εθνικού υπεύθυνου για την ποιότητα των προϊόντων, ο οποίος μπορεί να είναι ένας απλός τοπικός αντιπρόσωπος, και λαμβάνοντας υπόψη τους επιδιωκόμενους σκοπούς, δεν φαίνεται ότι αυτό πρέπει να θεωρηθεί αυτομάτως ως υπερβολική επιβάρυνση των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων.
Η Επιτροπή, κατ' εφαρμογή του άρθρου 169, πρώτη παράγραφος της συνθήκης ΕΟΚ, διατύπωσε στις 23 Οκτωβρίου 1981 και κοινοποίησε στο Βασίλειο του Βελγίου στις 30 Οκτωβρίου αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία διαπίστωνε την παράβαση από το Βασίλειο του Βελγίου των υποχρεώσεων που υπέχει από τη συνθήκη, και το καλούσε να λάβει τα αναγκαία μέτρα, εντός προθεσμίας δύο μηνών.
Με την απάντηση της στις 18 Φεβρουαρίου 1982, η βελγική κυβέρνηση επέμενε στην ανάγκη προστασίας της δημόσιας υγείας στον τομέα των παρασιτοκτόνων μη γεωργικής χρήσεως και στον τομέα των φυτοφαρμάκων το γεγονός ότι απαιτείται εγκατάσταση στο Βέλγιο του προσώπου που είναι υπεύθυνο για τη διάθεση του προϊόντος στο εμπόριο, παρέχει, σχετικώς, ορισμένες εγγυήσεις, οι οποίες δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ασυμβίβαστες με τη συνθήκη.
Π — Έγγραφη διαδικασία
Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 17 Μαΐου 1982, η Επιτροπή, κατ' εφαρμογή του άρθρου 169, δεύτερη παράγραφος της συνθήκης ΕΟΚ, άσκησε προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου για την παράβαση που προσάπτει στο Βασίλειο του Βελγίου.
Η έγγραφη διαδικασία ακολούθησε την κανονική της πορεία.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Πάντως, κάλεσε τη βελγική κυβέρνηση και την 'Επιτροπή να απαντήσουν γραπτώς σε ορισμένο αριθμό ερωτημάτων, πράγμα που έπραξαν εντός των ταχθεισών προθεσμιών.
III — Αιτήματα των διαδίκων
Η Επιτροπή ζψά από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο του Βελγίου, ορίζοντας ότι μόνο πρόσωπα εγκατεστημένα στο Βέλγιο μπορούν να ζητούν την έγκριση και τη χορήγηση άδειας για παρασιτοκτόνα και φυτοφάρμακα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 30 Kat επόμενα της συνθήκης ΕΟΚ'
—
να καταδικάσει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.
Η κνβέρνηοη τον Βαοιλείον του Βελγίου ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να κρίνει την προσφυγή της Επιτροπής αβάσιμη
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
IV — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων κατά την έγγραφη διαδικασία
Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι πράγματι πολλά φυτοφάρμακα και παρασιτοκτόνα μη γεωργικής χρήσεως εμφανίζουν πιθανό κίνδυνο δηλητηριάσεως· η διαπίστωση αυτή δεν μπορεί πάντως να δικαιολογήσει την επίδικη διάταξη.
Η Επιτροπή υπενθυμίζει, εξάλλου, ότι υπέ-οαλε στο Συμβούλιο, στις 4 Αυγούστου 1976, πρόταση οδηγίας ως προς τη διάθεση στην αγορά των εγκεκριμένων φυτοφαρμάκων ΕΟΚ (JO C 212, σ. 3), με την οποία δίδεται στο ζήτημα της εγκαταστάσεως κοινοτική λύση, ασυμβίβαστη με την «εθνική» λύση, και ότι άσκησε ήδη προσφυγές κατά πολλών κρατών μελών για παραβάσεις παρόμοιες με εκείνη που είναι αντικείμενο της παρούσας υποθέσεως, κυρίως στον τομέα των φαρμάκων και των φυτοφαρμάκων.
Στο νομικό επίπεδο, πρέπει να διαπιστωθεί ότι το άρθρο 12, εδάφιο 2 του βασιλικού διατάγματος της 5ης Ιουνίου 1975 υποχρεώνει τους παραγωγούς των άλλων κρατών μελών να προσφύγουν υποχρεωτικά στις υπηρεσίες ενός εισαγωγέα ή διανομέα εγκατεστημένου στο Βέλγιο, ο οποίος θα είναι για λογαριασμό τους «υπεύθυνος για τη διάθεση στο εμπόριο» και ο οποίος, με την ιδιότητα αυτή, μόνο αυτός δικαιούται να ζητήσει την έγκριση ή τη χορήγηση άδειας για τα προϊόντα τους από τον αρμόδιο υπουργό.
α)
Η υποχρέωση αυτή παρεμποδίζει τις εμπορικές δραστηριότητες που συνδέονται με την εισαγωγή και εμπορία, κατά το μέτρο που ο εισαγωγέας άλλου κράτους μέλους — ο οποίος πολύ συχνά είναι και ο παραγωγός — εμποδίζεται να ζητήσει ο ίδιος τις αναγκαίες εγκρίσεις στο Βέλγιο. Το γεγονός ότι οφείλει να ζητήσει υποχρεωτικά τη μεσολάβηση μιας επιχειρήσεως εγκατεστημένης στο Βέλγιο συνεπάγεται κατ' ανάγκη έξοδα και επιβάλλει επιβαρύνσεις, στις οποίες δεν υποβάλλονται ο εθνικοί παραγωγοί. Κατά την οδηγία 70/50 τα μέτρα αυτά θεωρούνται ως μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς.
Το γεγονός ότι επιφυλάσσει σε πρόσωπο εγκατεστημένο στο Βέλγιο τη δυνατότητα να ζητήσει τις αναγκαίες εγκρίσεις και άδειες για τα φυτοφάρμακα και τα παρασιτοκτόνα μη γεωργικής χρήσεως συνεπάγεται εμπόδια στο εμπόριο: είναι ικανό να παρεμποδίσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το ενδοκοινοτικό εμπόριο και αποτελεί, επομένως, μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό στις εισαγωγές αντίθετο με το άρθρο 30 της συνθήκης αν δεν καλύπτεται από το άρθρο 36.
Η απαίτηση εγκρίσεως ή άδειας για τη διάθεση στην αγορά δικαιολογείται βάσει του άρθρου 36' αμφισβητείται, εν προκειμένω, η αναγκαιότητα αντιπροσώπου εγκατεστημένου στο Βέλγιο, ο οποίος μόνο αυτός μπορεί να ζητήσει την έγκριση ή τη χορήγηση άδειας. Η σύγκριση με την κατάσταση που ισχύει στα κράτη μέλη καταδεικνύει ότι είναι πλήρως δυνατό να γίνει διάκριση μεταξύ χορηγήσεως άδειας και αναγκαιότητας εγκαταστάσεως.
Η επίδικη κανονιστική ρύθμιση δεν έχει ίσως μεγάλη πρακτική σημασία, κατά το μέτρο που οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις, οπωσδήποτε, για λόγους στρατηγικής στον τομέα των πωλήσεων, έχουν αντιπρόσωπο στο Βέγλιο' η σκέψη αυτή θέτει, πάντως, το ερώτημα γιατί το Βέλγιο πιστεύει ότι πρέπει να διατηρήσει μια κανονιστική ρύθμιση, η οποία έχει ελάχιστη μόνο σημασία.
Υπάρχει αντίφαση στην επιχειρηματολογία της βελγικής κυβερνήσεως, η οποία, αφενός, προσπαθεί να ελαχιστοποιήσει τα εμπόδια στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, και αφετέρου, υπογραμμίζει όλες τις υποχρεώσεις που βαρύνουν αυτόν που αιτείται την έγκριση ή τη χορήγηση άδειας.
Λαμβάνοντας υπόψη τις υποχρεώσεις αυτές, ο αιτών την έγκριση θα έχει φυσικά την αξίωση να αμειφθεί αναλόγως για τις υπηρεσίες του· η επιβάρυνση δεν 9α είναι, επομένως, καθόλου ασήμαντη. Επιπλέον, εισάγει ασφαλώς διάκριση, εφόσον οι εθνικοί παραγωγοί δεν θα επιβαρύνονται.
6)
Η αναγκαιότητα και η νομιμότητα να οργανωθεί στον εξεταζόμενο τομέα ένα σύστημα επιτηρήσεως, εξακριβώσεως και ελέγχου και να προβλεφθούν τα αναγκαία μέτρα προστασίας προς το συμφέρον της διαφυλάξεως της δημόσιας υγείας δεν αμφισβητείται. Μια προληπτική κανονιστική ρύθμιση, πάντως, και η συμφωνία με τη ρύθμιση αυτή, κατά κανένα τρόπο δεν συνεπάγεται την ανάγκη εγκαταστάσεως στο Βέλγιο.
Η βελγική κυβέρνηση συγχέει αίτηση εγκρίσεως και διάθεση στο εμπόριο · λογικά δεν πρέπει να υπάρχει ταυτότητα μεταξύ του αιτούντος/κατόχου της εγκρίσεως και του υπεύθυνου για τη διάθεση στο εμπόριο. Οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται στον κατόχο της εγκρίσεως, κυρίως στον τομέα της ευθύνης, θα μπορούσαν εξίσου να ανατεθούν στον υπεύθυνο για τη διάθεση στο εμπόριο του επίδικου προϊόντος.
Η αρχή που χορήγησε την έγκριση ή την άδεια είναι εξίσου αρμόδια με οποιονδήποτε άλλον να παρέχει τις αναγκαίες πληροφορίες, όσον αφορά τη χημική σύνθεση του προϊόντος και τις τοξικολογικές του ιδιότητες.
Ούτε και η δυνατότητα να κινηθεί η ποινική ή η πολιτική δίκη συνιστά δικαιολογία του επικρινόμενου μέτρου: στο πλαίσιο της διοικητικής και δικαστικής διακρατικής συνδρομής υπάρχουν ήδη
αρκετές δυνατότητες διώξεως ενός εγκληματία, ακόμη κι όταν είναι εγκατεστημένος στο έδαφος άλλου κράτους μέλους: όσον αφορά τις αγωγές αποζημιώσεως, η σύμβαση του 1968 για τη διεθνή διακαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεως σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις ανταποκρίνεται στις ανάγκες των ιδιωτών που ενδεχομένως έχουν ζημιωθεί.
γ)
Κατά η νομολογία του Δικαστηρίου, εναπόκειται σ' αυτόν που επικαλείται μια από τις ρήτρες που εισάγουν εξαίρεση του άρθρου 36, να προσκομίσει την απόδειξη ότι τα επίδικα μέτρα είναι αναγκαία και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας η απόδειξη αυτή δεν έχει προσκομιστεί εν προκειμένω.
Στα επιχειρήματα που προβάλλει, η βελγική κυβέρνηση συγχέει αίτηση εγκρίσεως και διάθεση στο εμπόριο· ειδικότερα, η ανάγκη προβλέψεως αποτελεσματικών ποινικών κυρώσεων, εφόσον γίνει δεκτό ότι είναι απαραίτητες για τη διασφάλιση της δημόσιας υγείας, δεν πρέπει κατ' ανάγκη να βαρύνουν τον αιτούντα την έγκριση αρκεί να αφορούν τον παρασκευαστή και τον πωλητή του προϊόντος.
Το μόνο γεγονός ότι στα περισσότερα κράτη μέλη δεν υπάρχει κανονιστική ρύθμιση ανάλογη με την επίδικη αρκεί για να αποδειχθεί ότι άλλα μέτρα είναι δυνατά για να εξασφαλιστεί η προστασία της υγείας και της ζωής των προσώπων.
Ως προς το επιχείρημα ότι το επίδικο μέτρο δεν συνεπάγεται ούτε αυθαίρετη διάκριση ούτε συγκεκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο, πρέπει να παρατηρηθεί ότι το άρθρο 52 του βασιλικού διατάγματος της 5ης Ιουνίου 1975 προβλέπει έγκριση ή χορήγηση άδειας Benelux, η οποία επιτρέπει στο Βέλγιο να παραιτηθεί όχι μόνο από την απαίτηση υποβολής της αιτήσεως από πρόσωπο εγκατεστημένο στο Βέλγιο, αλλά ακόμη και από την απαίτηση εθνικής εγκρίσεως ή άδειας, εφόσον έχει χορηγηθεί έγκριση ή άδεια από τις Κάτω Χώρες ή το Λουξεμβούργο. Αυτό που είναι δυνατό στο πλαίσιο της Οικονομικής Ενώσεως Benelux πρέπει να είναι δυνατό και στο πλαίσιο της ΕΟΚ.
Η κυβέρνηση του Βασιλείου του Βελγίου επιμένει στο γεγονός ότι τα φυτοφάρμακα και παρασιτοκτόνα μη γεωργικής χρήσεως είναι προϊόντα επικίνδυνα για την υγεία των προσώπων που έρχονται σε επαφή με αυτά, είτε στην επαγγελματική ή οικιακή χρήση είτε ως τρίτα πρόσωπα που εκτίθενται στη δράση τους. Ο κίνδυνος δηλητηριάσεως λόγω καταπόσεως, εισπνοής ή απορροφήσεως από το δέρμα έχει αυξηθεί αισθητά κατά τα τελευταία χρόνια, λόγω της μεγάλης αυξήσεως στη χρησιμοποίηση των παρασιτοκτόνων και των φυτοφαρμάκων. Η προστασία αυτών που τα χρησιμοποιούν καθιστά απαραίτητα, κυρίως, τα νομοθετικά μέτρα, τα οποία συνεπάγονται απόδοση πραγματικών ευθυνών το άρθρο 12 του βασιλικού διατάγματος της 5ης Ιουνίου 1975 ανταποκρίνεται στο σκοπό αυτόν.
Προς το παρόν, η προστασία της δημόσιας υγείας, στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, στηρίζεται σ' ένα σύστημα εγκρίσεως που ανήκει στην αρμοδιότητα κάθε κράτους μέλους. Η εναρμόνιση των συστημάτων εγκρίσεως βρίσκεται υπό μιελέτη δεν είναι πραγματική παρά μόνο για την ταξινόμηση, τη συσκευασία και την επισήμανση των επικίνδυνων ουσιών (οδηγία του Συμβουλίου 67/548, της 27ης Ιουνίου 1967, ΕΕ ειδ. έκδ. 13/001, σ. 34). Το Βέλγιο, υποστηριζόμενο από άλλα κράτη μέλη, επιμένει στην άποψη του ως προς την αναγκαιότητα να επιτρέπεται στα κράτη μέλη να απαιτούν ο αιτών την έγκριση να είναι εγκατεστημένος στο έδαφος του κράτους, στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση.
α)
Η επίδικη βελγική κανονιστική ρύθμιση αποβλέπει στην εξασφάλιση των μεγαλύτερων εγγυήσεων προκειμένου να προλαμβάνονται τα ατυχήματα και οι πολύ σοβαρές συνέπειες που προκύπτουν από αυτά. Ο κάτοχος της εγκρίσεως που είναι εγκατεστημένος στο Βέλγιο είναι αναμφισβήτητα σε καλύτερη θέση από τον αλλοδαπό κάτοχο εγκρίσεως, ο οποίος ενδεχομένως διαμένει σε τόπο πολύ απομακρυσμένο από τον τόπο όπου χρησιμοποιείται το προϊόν, για να εξακριβώσει αν το προϊόν είναι σύμφωνο με την κανονιστική ρύθμιση. Η πραγματική ασφάλεια δεν μπορεί να εξασφαλιστεί παρά μόνο αν, μετά την έγκριση, λαμβάνονται και άλλα μέτρα, όπως ο έλεγχος των παρτίδων ως προς τη σύνθεση τους και την επισήμανση τους, τον περιορισμό των πωλήσεων, τη χρησιμοποίηση των περισσότερο τοξικών προϊόντων από εγκεκριμένα πρόσωπα που έχουν τα προσόντα για το σκοπό αυτό, τη δυνατότητα να κληθεί έγκαιρα ο υπεύθυνος. Σε περίπτωση ατυχήματος, εναπόκειται στον κατόχο της εγκρίσεως, ως πρόσωπο που γνωρίζει ολόκληρη τη σύνθεση του προϊόντος και τις ιδιαίτερες τοξικολογικές ιδιότητες του, να δώσει τις απαραίτητες πληροφορίες στο θεράποντα ιατρό. Εξάλλου, προκειμένου να εξασφαλιστεί η θέση εκτός κυκλοφορίας του επικίνδυνου προϊόντος, είναι ευκολότερο να καταστούν γνωστοί οι παραλήπτες του προϊόντος αν ο υπεύθυνος είναι εγκατεστημένος στο Βέλγιο· επιπλέον, ο κάτοχος της εγκρίσεως είναι υπεύθυνος για τις βλαβερές συνέπειες στην υγεία, οι οποίες προκύπτουν από τη μη συμφωνία του προϊόντος με τους όρους της εγκρίσεως.
6)
Το ότι ο αλλοδαπός παραγωγός, ελλείψει εναρμονισμένου συστήματος εγκρίσεως στο κοινοτικό επίπεδο, οφείλει να συμμορφωθεί προς τις προδιαγραφές, που ορίζονται για την έγκριση, από κάθε κράτος μέλος καθώς και η υποχρέωση να απευθυνθεί σε κάθε κυβέρνηση προκειμένου να επιτύχει την εθνική έγκριση, συνιστούν καθεαυτά εμπόδιο στο εμπόριο. Η απαίτηση υπάρξεως αντιπροσώπου στο εθνικό έδαφος δεν είναι παρά ένα από τα στοιχεία του συστήματος της εθνικής εγκρίσεως, η οποία θεωρείται ως ένα ομοιογενές σύνολο.
γ)
Η απαίτηση αυτή δεν έχει παρά μικρή επίπτωση στο εμπόριο: η αλλοδαπή επιχείρηση διαθέτει πλήρη ελευθερία διορισμού ενός αντιπροσώπου Kat τα ενδεχόμενα έξοδα που προκύπτουν είναι περιορισμένα. Εξάλλου, η ύπαρξη αντιπροσώπου σ' ένα κράτος μέλος μπορεί να εμφανίζει εμπορικά πλεονεκτήματα για την αλλοδαπή επιχείρηση στην πράξη, όλες οι επιχειρήσεις έχουν τοπικό αντιπρόσωπο ακόμη και στα κράτη που δεν έχουν την απαίτηση να υπάρχει αντιπρόσωπος εγκατεστημένος στο εθνικό έδαφος. Η ανάγκη αντιπροσώπου δεν επιβάλλει, εξάλλου, νέα εγκατάσταση στο Βέλγιο, εφόσον η αίτηση εγκρίσεως μπορεί να υποβληθεί από έναν εγκατεστημένο ήδη αντιπρόσωπο.
Εν πάση περιπτώσει, αν υπάρχει εμπόδιο στο εμπόριο, αυτό δεν μπορεί πραγματικά να θεωρηθεί ότι έχει ισοδύναμο αποτέλεσμα με ποσοτικό περιορισμό κατά την έννοια του άρθρου 30 της συνθήκης ΕΟΚ. Οποιοδήποτε κανονιστικό μέτρο που λαμβάνει μια κυβέρνηση ως προς τις εισαγωγές δεν συνιστά αυτόματα μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος. Πρόκειται, στην προκειμένη περίπτωση, για κανονιστικό μέτρο που σκοπό έχει να προστατεύει υπό τις καλύτερες προϋποθέσεις τη δημόσια υγεία στο επίπεδο της απειλής που συνιστά η ποινική κύρωση, η απαίτηση υπάρξεως αντιπροσώπου έχει ως συνέπεια, όχι τη δημιουργία διακρίσεως, αλλά αντιθέτως, να θέτει την αλλοδαπή και την εθνική επιχείρηση στο ίδιο επίπεδο: χωρίς το μέτρο αυτό, η αλλοδαπή επιχείρηση θα ήταν σε πλεονεκτική θέση, επειδή θα υποβαλλόταν σε μικρότερο βαθμό από την εθνική στον ποινικό καταναγκασμό.
δ)
Λαμβάνοντας υπόψη τον κίνδυνο που εμφανίζουν τα φυτοφάρμακα και τα παρασιτοκτόνα μη γεωργικής χρήσεως για την υγεία του πληθυσμού, θα πρέπει να καταβάλλονται οι μεγαλύτερες δυνατές προσπάθειες ώστε η επιχείρηση να καθίσταται υπεύθυνη. Το μέτρο που επιβάλλει το άρθρο 12 του βασιλικού διατάγματος πρέπει να θεωρείται ότι ανταποκρίνεται στη διασφάλιση ανώτερου γενικού συμφέροντος, το οποίο υπερέχει από τις απαιτήσεις της πλήρους εμπορικής ελευθερίας.
ε)
Εν πάση περιπτώσει, το επίδικο μέτρο βρίσκει την αιτιολόγηση του στο άρθρο 36 της συνθήκης ως μέτρο προστασίας της υγείας και της ζωής των προσώπων.
Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι τα κράτη έχουν το δικαίωμα να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίζουν την αποτελεσματική προστασία της υγείας του πληθυσμού τους. Για το σκοπό αυτό, ο κάτοχος της εγκρίσεως θα πρέπει να υφίσταται τις συνέπειες της ευθύνης που αναλαμβάνει θέτοντας σε κυκλοφορία προϊόντα μη σύμφωνα με τους όρους της εγκρίσεως ο κάτοχος [της εγκρίσεως] πρέπει να υπόκειται σε ποινικές κυρώσεις. Οι κυρώσεις αυτές, εκτός του κατασταλτικού χαρακτήρα τους, έχουν και προληπτικό σκοπό.
Αντίθετα από τη γνώμη της Επιτροπής, το πρόβλημα δεν βρίσκεται στο επίπεδο της δυνατότητας κινήσεως της ποινικής διαδικασίας: οι παραβάσεις που γίνονται στο βελγικό έδαφος μπορούν πάντοτε να δώσουν λαβή για ποινική δίωξη και, στην περίπτωση αυτή, θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν οι συμβάσεις δικαστικής συνδρομής στον ποινικό τομέα. Η δυσκολία δεν βρίσκεται ούτε στη δυνατότητα εκδόσεως, στο Βέλγιο, αποφάσεως κατά εγκληματία που είναι εγκατεστημένος στην αλλοδαπή, αλλά στην αποτελεσματικότητα μιας τέτοιας αποφάσεως. Το πραγματικό πρόβλημα είναι κατά πόσον, σε περίπτωση παραβάσεως της κανονιστικής ρυθμίσεως που ισχύει στο Βέλγιο, ο δράστης της παραβάσεως, ο οποίος είναι εγκατεστημένος στην αλλοδαπή, μπορεί να είναι αντικείμενο πραγματικής ποινικής κυρώσεως· και, ως προς αυτό, η διεθνής δικαστική συνδρομή είναι ουσιαστικά ανενεργός.
Ούτε η έκδοση ούτε η καταγγελία των περιστατικών ούτε η περιγραφή του τύπου της εκτελέσεως στην ποινική απόφαση αποτελούν πρόσφορες λύσεις όσον αφορά την καταστολή των παραβάσεων που γίνονται στο Βέλγιο, ο δράστης των παραβάσεων που είναι εγκατεστημένος στην αλλοδαπή προστατεύεται ουσιαστικά από πραγματικές κυρώσεις.
Η απόδοση ευθύνης σ' αυτούς που διαθέτουν το προϊόν προς πώληση στο εθνικό έδαφος (εισαγωγείς, χονδρέμποροι, μεταπωλητές) θα είχε ως αποτέλεσμα μείωση της ευθύνης αυτής, που θα εξασθενούσε κατά πολύ την κανονιστική ρύθμιση.
Η σύμβαση του 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων είναι άσχετη, εφόσον δεν αναφέρεται ούτε στο ποινικό δίκαιο ούτε στη διεθνή δικαστική συνδρομή στις ποινικές υποθέσεις.
Η απειλή πραγματικής ποινικής κυρώσεως είναι όρος sine qua non της ευθύνης που είναι αναγκαίο να αναλάβει αυτός ο οποίος θέτει σε κυκλοφορία στο εθνικό έδαφος το τοξικό προϊόν.
στ)
Το άρθρο 12 του βασιλικού διατάγματος είναι σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας. Ο στόχος συνίσταται στο να προφυλαχθεί καλύτερα η δημόσια υγεία, εξασφαλίζοντας κυρίως, την αποτελεσματικότητα της ποινικής κυρώσεως που έχει τόσο κατασταλτικό όσο και προληπτικό ρόλο· ο διορισμός από την αλλοδαπή επιχείρηση ενός αντιπροσώπου εγκατεστημένου στο Βέλγιο δύσκολα μπορεί να εξομοιωθεί με εμπορικό καταναγκασμό ικανό να διαταράξει το ενδοκοινοτικό εμπόριο.
ζ)
Το επίδικο μέρος δεν συνιστά ούτε μέσο αυθαίρετης διακρίσεως ούτε συγκεκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών.
Η προσφυγή σε αντιπρόσωπο εγκατεστημένο στο Βέλγιο δεν είναι καθόλου αυθαίρετη · αντίθετα, έχει ως στόχο, με σκοπό τη διαφύλαξη της δημόσιας υγείας, να υποβάλλει όλους τους κατόχους εγκρίσεως στους ίδιους ποινικούς όρους. Το να υποστηρίζεται ότι το επίδικο μέτρο συνιστά συγκεκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών ισοδυναμεί με πλήρη παραγνώριση του στόχου της δημόσιας υγείας που επιδιώκεται με την επίδικη κανονιστική ρύθμιση.
Το σύστημα εγκρίσεως Benelux, το οποίο επικαλείται η Επιτροπή, είναι εναρμονισμένο σύστημα που δεν εφαρμόζεται, άλλωστε, στα παρασιτοκτόνα και τα φυτοφάρμακα.
V — Προφορική διαδικασία
Η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον Wägenbaur, και η κυβέρνηση του Βασιλείου του Βελγίου, εκπροσωπούμενη από τον Hoebaer, αγόρευσαν στη συνεδρίαση της 7ης Δεκεμβρίου 1982.
Η γενική εισαγγελέας ανέπτυξε τις παρατηρήσεις της στη συνεδρίαση της 19ης Ιανουαρίου 1983.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 Μαΐου 1982, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου, περιορίζοντας στα πρόσωπα που είναι εγκατεστημένα στο Βέλγιο το δικαίωμα να ζητούν τη χορήγηση άδειας ή εγκρίσεως για παρασιτοκτόνα μη γεωργικής χρήσεως και φυτοφάρμακα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 30 και επόμενα της συνθήκης ΕΟΚ.
2
Με το βασιλικό διάταγμα της 5ης Ιουνίου 1975, περί κατοχής, εμπορίας και χρησιμοποιήσεως των παρασιτοκτόνων και φυτοφαρμάκων (Moniteur Belge, [Εφημερίδα της κυβερνήσεως του Βελγίου] σ. 13864), το Βέλγιο εξαρτά από τη χορήγηση κυβερνητικής αδείας την εμπορία, στο έδαφος του, των παρασιτοκτόνων μη γεωργικής χρήσεως και των φυτοφαρμάκων που καθορίζονται εκτενέστερα στο βασιλικό διάταγμα που αναφέρεται πιο πάνω. Από τις διατυπώσεις που επιβάλλει το άρθρο 12 του ίδιου διατάγματος προκύπτει ότι η άδεια αυτή δεν μπορεί να χορηγηθεί παρά μόνο σε πρόσωπο εγκατεστημένο στο Βέλγιο και υπεύθυνο για τη διάθεση στο εμπόριο ενός από τα μνημονευόμενα προϊόντα, με την ιδιότητα του παρασκευαστή, του εισαγωγέα, του κυρίου ή του αντιπροσώπου.
3
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η διάταξη αυτή, εξαρτώντας την έγκριση των προϊόντων που αφορά από την υποχρέωση υπάρξεως αντιπροσώπου στο Βέλγιο, έχει ως αποτέλεσμα να θέτει σε μειονεκτική θέση τους μη βέλγους παραγωγούς και, για το λόγο αυτό, συνιστά εμπόδιο στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, ασυμβίβαστο προς το άρθρο 30 της συνθήκης. Ειδικότερα, προβάλλει ότι κατά το άρθρο 2, παράγραφος 3, εδάφιο ζ της οδηγίας της 70/50, της 22ας Δεκεμβρίου 1969, η οποία στηρίζεται στις διατάξεις του άρθρου 33, παράγραφος 7, περί καταργήσεως των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών, τα οποία δεν αποτελούν αντικείμενο άλλων διατάξεων που εκδόθηκαν δυνάμει της συνθήκης ΕΟΚ (JO L 13, 1970, σ. 29), πρέπει να θεωρούνται ως μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς τα μέτρα που «εξαρτούν τη διάθεση στην εθνική αγορά των εισαγόμενων προϊόντων από την προϋπόθεση να υπάρχει υπεύθυνος ή αντιπρόσωπος στο έδαφος του κράτους μέλους εισαγωγής».
4
Η Επιτροπή, επομένως, κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 169 της συνθήκης και, στις 23 Οκτωβρίου 1981, διατύπωσε αιτιολογημένη γνώμη με την οποία απαιτεί από το Βασίλειο του Βελγίου να καταργήσει από τη νομοθεσία του την προϋπόθεση που αναφέρεται στην εγκατάσταση στο εθνικό έδαφος του κατόχου της άδειας για την εμπορία ενός από τα αναφερόμενα προϊόντα.
5
Η βελγική κυβέρνηση, με τη διατύπωση της απόψεως της στις 18 Φεβρουαρίου 1982, κατέστησε γνωστό ότι, λαμβάνοντας υπόψη τον επικίνδυνο χαρακτήρα των επίδικων προϊόντων, θεωρούσε το επικρινόμενο μέτρο ως δικαιολογημένο από την ανάγκη προστασίας της δημόσιας υγείας.
6
Κατόπιν της διατυπώσεως της απόψεως αυτής, η Επιτροπή άσκησε, στις 17 Μαΐου 1982, προσφυγή βάσει του άρθρου 169.
7
Δεν αμφισβητείται ότι η προϋπόθεση που θέτει η βελγική νομοθεσία συνιστά εμπόδιο στην εισαγωγή των αναφερθέντων προϊόντων στο Βέλγιο, κατά το μέτρο που επιβάλλει στις εγκατεστημένες στα άλλα κράτη μέλη επιχειρήσεις τα έξοδα εγκαταστάσεως αντιπροσώπου στο Βέλγιο και μπορεί, από το γεγονός αυτό, να καταστήσει δύσκολη, ή και αδύνατη, την είσοδο στη βελγική αγορά ορισμένων επιχειρήσεων, ιδίως των μεσαίων και μικρών επιχειρήσεων.
8
Η βελγική κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι η απαίτηση αυτή δυσχεραίνει το ενδοκοινοτικό εμπόριο, αλλά τη δικαιολογεί από την ανάγκη προστασίας της δημόσιας υγείας, την οποία αναγνωρίζει το άρθρο 36 της συνθήκης.
9
Εφιστά την προσοχή στο γεγονός ότι το σύστημα εγκρίσεως δεν είναι ακόμη εναρμονισμένο σε κοινοτικό επίπεδο στον εξεταζόμενο τομέα, ώστε κάθε κράτος μέλος καθορίζει τους κανόνες εγκρίσεως για το δικό του έδαφος. Συνεπώς, η απαίτηση υπάρξεως αντιπροσώπου στο εθνικό έδαφος δεν είναι, ως προς το θέμα αυτό, παρά ένα από τα στοιχεία του εθνικού συστήματος εγκρίσεως, το οποίο θεωρείται ως ένα ομοιογενές σύνολο.
10
Αν ληφθεί υπόψη η ευρεία έκταση στη χρησιμοποίηση των επίδικων προϊόντων και η μεγάλη τοξικότητα ορισμένων από τα προϊόντα αυτά, επιβάλλονται στον τομέα αυτό αυστηρά μέτρα ελέγχου και ευθύνης. Σχετικώς, η απαίτηση, για κάθε παραγωγό που επιθυμεί να διαθέσει στο εμπόριο ορισμένο προϊόν, να έχει έναν υπεύθυνο αντιπρόσωπο στο βελγικό έδαφος, δικαιολογείται από ένα σύνολο σκέψεων που αναφέρονται
—
στην ομαλή εξέλιξη των διατυπώσεων εγκρίσεως, οι οποίες για ορισμένα προϊόντα είναι ιδιαιτέρως περίπλοκες και απαιτούν, για το λόγο αυτό, άμεση επαφή μεταξύ αιτούντος και διοικήσεως'
—
στην τήρηση των κανόνων στον τομέα της επισήμανσης των προϊόντων
—
στον έλεγχο της συμφωνίας του προϊόντος που κυκλοφορεί στο εμπόριο και του προϊόντος που έχει εγκριθεί' και
—
στην παρουσία στην επικράτεια ενός προσώπου με το οποίο μπορεί να γίνει εύκολη και ταχεία επαφή σε περίπτωση ατυχήματος ή σε περίπτωση παραπόνων εκ μέρους των καταναλωτών.
11
Επιπλέον, η βελγική κυβέρνηση προβάλλει ότι μόνο η εγκατάσταση στο εθνικό έδαφος υπεύθυνου προσώπου εγγυάται την αποτελεσματικότητα της διώξεως σε περίπτωση παραβάσεως της νομοθεσίας στον τομέα της προστασίας της δημόσιας υγείας.
12
Δεν είναι δυνατό να αμφισβητηθούν, ως προς την αρχή τους, τα επιχειρήματα που ανέπτυξε η βελγική κυβέρνηση, υπό την έννοια ότι κάθε κράτος μέλος δικαιούται να θεσπίζει, στο έδαφος του και ιδίως σ' έναν τομέα όπου ο στόχος της εναρμονίσεως των μέτρων υγειονομικού ελέγχου δεν έχει ακόμη επιτευχθεί, όλες τις πρόσφορες διατάξεις προκειμένου να εξασφαλίζει την προστασία της δημόσιας υγείας. Πάντως, τα μέτρα αυτά δεν δικαιολογούνται παρά μόνο υπό τον όρο ότι αποδεικνύεται ότι είναι αναγκαία προκειμένου να εξασφαλιστεί ο στόχος προστασίας στον οποίο αποβλέπει το άρθρο 36 και ότι η προστασία αυτή δεν μπορεί να επιτευχθεί με μέτρα λιγότερο περιοριστικά της ελεύθερης διακινήσεως των εμπορευμάτων στο εσωτερικό της Κοινότητας.
13
Τα επιχειρήματα που ανέπτυξε η βελγική κυβέρνηση επιδέχονται, υπό την οπτική αυτή γωνία, δύο παρατηρήσεις.
14
Αφενός, φαίνεται ότι οι στόχοι στους οποίους αποβλέπει η βελγική κυβέρνηση όσον αφορά την εκπλήρωση των διατυπώσεων εγκρίσεως, τους κανόνες επισημάνσεως, τον έλεγχο της συμφωνίας του προϊόντος που κυκλοφορεί στο εμπόριο με το εγκεκριμένο προϊόν, καθώς και τη δυνατότητα παροχής πληροφοριών σε περίπτωση ατυχήματος ή παραπόνων μπορούν να εκπληρωθούν πλήρως με κατάλληλα μέτρα οργανώσεως στο στάδιο της εξετάσεως των φακέλων και της χορηγήσεως της εγκρίσεως, χωρίς να είναι αναγκαία η εγκατάσταση αντιπροσώπου στο εθνικό έδαφος.
15
Αφετέρου, τα ζητήματα ποινικής ευθύνης δεν ενδιαφέρουν, από την άποψη του σκοπού του άρθρου 36, παρά μόνο κατά το μέτρο που η εφαρμογή των κατασταλτικών διατάξεων μπορεί να έχει προληπτικό αποτέλεσμα. Φαίνεται, σχετικώς, ότι από άποψη αποτελεσματικής προλήψεως, μόνες οι προηγούμενες διατυπώσεις εγκρίσεως, καθώς και οι έλεγχοι που διενεργούνται στο στάδιο αυτό και ενδεχόμενα, κατά τη διάθεση του προϊόντος στην αγορά, μπορούν να παράσχουν ασφάλεια σύμφωνη με το σκοπό του άρθρου 36 και ότι, ακόμη κι αν οι ποινικές κυρώσεις είναι ικανές να έχουν προληπτικό αποτέλεσμα στη συμπεριφορά που κολάζουν, το αποτέλεσμα αυτό ούτε εξασφαλίζεται ούτε, εν πάση περιπτώσει, ενισχύεται, ως προς τον παρασκευαστή άλλου κράτους μέλους που πέτυχε την έγκριση, από μόνη την παρουσία στο εθνικό έδαφος προσώπου, το οποίο έχει την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου του παρασκευαστή αυτού.
16
Η απαίτηση εγκαταστάσεως αντιπροσώπου στο εθνικό έδαφος δεν είναι, επομένως, ικανή, ενόψει του σκοπού προστασίας της δημόσιας υγείας, να εξασφαλίσει πρόσθετες ικανοποιητικές εγγυήσεις, για να δικαιολογείται εξαίρεση από την απαγόρευση του άρθρου 30.
17
Πρέπει, επομένως, να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο όρος που επιβάλλει η βελγική νομοθεσία, κατά τον οποίο η έγκριση για παρασιτοκτόνα μη γεωργικής χρήσεως και για φυτοφάρμακα χορηγείται μόνο σε πρόσωπα εγκατεστημένα στο Βέλγιο, δεν δικαιολογείται βάσει του άρθρου 36 και ότι συνιστά, συνεπώς, περιορισμό στο ενδοκοινοτικό εμπόριο ασυμβίβαστο προς το άρθρο 30 της συνθήκης.
Επί των δικαστικών εξόδων
18
Σύμφωνα με το όρθρο 69, παράγραφος 2 του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή το καθού ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
κρίνει και αποφασίζει:
1)
Περιορίζοντας στα πρόσωπα που είναι εγκατεστημένα στο Βέλγιο το δικαίωμα να ζητούν τη χορήγηση άδειας ή εγκρίσεως για τα παρασιτοκτόνα μη γεωργικής χρήσεως και τα φυτοφάρμακα, το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρΦρα 30 και επόμενα της συνθήκης ΕΟΚ.
2)
Καταδικάζει το καθού στα δικαστικά έξοδα.
Menens de Wilmars
Pescatore
O'Keeffe
Everling
Mackenzie Stuart
Bosco
Koopmans
Due
Bahlmann
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 2 Μαρτίου 1983.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
J. Mertens de Wilmars
Full & Egal Universal Law Academy