Στην υπόθεση 156/82,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Finanzgericht του Αμβούργου προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
SA Nicolas Corman & Fils, με έδρα τις Βρυξέλλες,
και
Hauptzollamt Hamburg-Jonas,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων του κανονισμού 1259/72 της Επιτροπής, της 16ης Ιουνίου 1972, περί της διαθέσεως βουτύρου σε μειωμένη τιμή σε ορισμένες κοινοτικές επιχειρήσεις μεταποιήσεως (JO L 139, σ. 18) και του κανονισμού 974/71 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1971, περί ορισμένων μέτρων συγκυριακής πολιτικής που πρέπει να ληφθούν στο γεωργικό τομέα ως συνέπεια της προσωρινής διευρύνσεως των περιθωρίων διακυμάνσεως των νομισμάτων ορισμένων κρατών μελών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 192),
TO ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
συγκείμενο από τους J. Menens de Wilman, πρόεδρο, U. Everling, πρόεδρο τμήματος, Mackenzie Stuart, O. Due και Y. Galmot, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Reischl
γραμματέας: J. A. Pompe, 6οη9ός γραμματέας
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υπο9έ-σεως, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν δυνάμει του άρ9ρου 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ έχουν συνοπτικώς ως εξής:
Ι — Περιστατικά και διαδικασία
1.
Η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη εταιρεία SA Nicolas Corman & Fils, Βρυξέλλες (στο εξής Corman), αγόρασε το 1973 βούτυρο από το γερμανικό οργανισμό παρεμβάσεως, στο πλαίσιο του κανονισμού 1259/72 της Επιτροπής, της 16ης Ιουνίου 1972, περί της διαθέσεως βουτύρου σε μειωμένες τιμές σε ορισμένες κοινοτικές επιχειρήσεις μεταποιήσεως (JO L 139, σ. 18).
Η εταιρεία Corman εξήγαγε το βούτυρο αυτό στο Βέλγιο, όπου το μεταποίησε σε συμπυκνωμένο βούτυρο, το οποίο στη συνέχεια επανεισήγαγε στη Γερμανία όπου το επώλησε.
Κατά την εξαγωγή από τη Γερμανία στο Βέλγιο και έπειτα κατά την επανεισαγωγή στη Γερμανία, οι γερμανικές αρχές κατέβαλαν και εισέπραξαν αντίστοιχα νομισματικό εξισωτικό ποσό ίσο προς τα Vio του πλήρους νομισματικού εξισωτικού ποσού, όπως προβλέπεται από το άρ9ρο 20 του ανωτέρω κανονισμού.
Αφού διαπίστωσαν ότι το βούτυρο δεν είχε χρησιμοποιηθεί σύμφωνα με τον προορισμό που προβλέπεται στο άρ9ρο 6 του εν λόγω κανονισμού, οι γερμανικές αρχές εισέπραξαν λόγω της επανεισαγωγής από το Βέλγιο στη Γερμανία τη διαφορά μεταξύ του μειωμένου νομισματικού εξισωτικού ποσού που προβλέπεται στο άρ9ρο 20 του κανονισμού 1259/72 και του πλήρους ποσού.
Με την απόφαση της 28ης Ιουνίου 1979 επί της υποθέσεως 217/78, Corman κατά Hauptzollamt Aachen-Süd (Recueil σ. 2287), το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) έκρινε ότι η αναμόρφωση αυτή ήταν δυνατή σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο.
2.
Η εταιρεία Corman ζήτησε στη συνέχεια από τις γερμανικές αρχές να της καταβάλουν τη διαφορά μεταξύ του μειωμένου νομισματικού εξισωτικού ποσού που προβλέπεται στο άρθρο 20 του κανονισμού 1259/72 και του πλήρους ποσού, για την εξαγωγή από τη Γερμανία στο Βέλγιο. Δεδομένου ότι η αίτηση αυτή απορρίφθηκε από το καθού στην κύρια δίκη, το Hauptzollamt Hamburg-Jonas, λόγω του ότι υποβλήθηκε εκπροθέσμως, η εταιρεία Corman άσκησε προσφυγή ενώπιον του Finanzgericht του Αμβούργου.
Διαπιστώνοντας ότι η αιτιολογία αυτή δεν ευσταθούσε, το Finanzgericht ανέβαλε τη δίκη και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα:
«Ο κανονισμός 974/71 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1971, περί του συστήματος των νομισματικών εξισωτικών ποσών, λαμβανομένου υπόψη του κανονισμού 1259/72, ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες περί της εφαρμογής του συστήματος των νομισματικών εξισωτικών ποσών, πρέπει να καταβληθεί εκ των υστέρων η διαφορά μέχρι του πλήρους νομισματικού εξισωτικού ποσού αν κατά την εξαγωγή αποθεματοποιημένου βουτύρου καταβλήθηκε κατά το άρθρο 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 1259/72 το μειωμένο νομισματικό εξισωτικό ποσό, το συμπυκνωμένο βούτυρο όμως που παρασκευάσθηκε από το βούτυρο αυτό δεν χρησιμοποιήθηκε προς το σκοπό και εντός της προθεσμίας που προβλέπονται από τον κανονισμό 1259/72 και ως εκ τούτου κατά την επανεισαγωγή προσεπιβαρύνθηκε με τη διαφορά μέχρι του πλήρους νομισματικού εξισωτικού ποσού,
ή δεν απαιτείται η εκ των υστέρων καταβολή της διαφοράς μέχρι του πλήρους νομισματικού εξισωτικού ποσού;»
3.
Με τον κανονισμό 1259/72η Επιτροπή εισήγαγε ένα σύστημα διαρκών δημόσιων διαγωνισμών για την πώληση από τους οργανισμούς παρεμβάσεως βουτύρου σε μειωμένες τιμές σε ορισμένες επιχειρήσεις μεταποιήσεως της Κοινότητας.
Σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού αυτού, οι υπερθεματιστές πρέπει να αναλάβουν γραπτώς την υποχρέωση να μεταποιήσουν υπό ορισμένους όρους το βούτυρο σε συμπυκνωμένο βούτυρο, αυτό δε να το μεταποιήσουν μόνο σε προϊόντα υπαγόμενα στην κλάση 19.08 του Κοινού Δασμολογίου (προϊόντα της εκλεκτής αρτοποιίας, της ζαχαροπλαστικής και της μπισκοτοποιίας).
Σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 1, του κανονισμού, οι υπερθεματιστές οφείλουν επιπλέον να συστήσουν εγγύηση για τη μεταποίηση. Σύμφωνα με το άρθρο 18, παράγραφος 2, η εγγύηση αυτή «αποδίδεται μόνο για τις ποσότητες για τις οποίες ο υπερθεματιστής προσκομίζει την απόδειξη στον αρμόδιο οργανισμό ότι τηρήθηκαν οι όροι που αναφέρονται στο άρθρο 6».
Το άρθρο 20 του κανονισμού προβλέπει ότι τα εξισωτικά ποσά που ισχύουν για το βούτυρο και το μέρος του βουτύρου που περιλαμβάνεται στο συμπυκνωμένο βούτυρο αντιστοιχούν στα Vio του πλήρους ποσού. Σύμφωνα με την προτελευταία αιτιολογική σκέψη του κανονισμού, η διάταξη αυτή αποσκοπεί «στο να ληφθεί υπόψη η αξία των εν λόγω προϊόντων».
4.
Στην ανωτέρω απόφαση της 28ης Ιουνίου 1979 το Δικαστήριο εδέχθη ότι η εφαρμογή, σύμφωνα με τον ανωτέρω κανονισμό, μειωμένου νομισματικού εξισωτικού ποσού δεν υπάγεται στα προβλεπόμενα από τον κανονισμό μέτρα που αποβλέπουν στην προώθηση της διαθέσεως αποθεματοποιημένου βουτύρου, αλλά εντάσσεται στους γενικούς κανόνες περί νομισματικών εξισωτικών ποσών που ορίζονται από τον κανονισμό 974/71 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1971 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 192). Κατά συνέπεια, έκρινε ότι ο καθορισμός των νομισματικών εξισωτικών ποσών στηρίζεται μεταξύ άλλων στην τιμή των σχετικών προϊόντων. Κατά το Δικαστήριο, βάσει των κανόνων αυτών, το άρθρο 20 του κανονισμού 1259/72 προβλέπει την εφαρμογή μειωμένου νομισματικού εξισωτικού ποσού διότι, λαμβανομένων υπόψη των περιορισμών διαθέσεως στο εμπόριο που βαρύνουν το βούτυρο που πωλείται στα πλαίσια του εν λόγω κανονισμού, η εμπορική αξία του και κατά συνέπεια η τιμή του μειώνονται στον ίδιο βαθμό. Εδέχθη τέλος ότι στην ίδια αρχή βασίζεται η αναμόρφωση των μειωμένων νομισματικών εξισωτικών ποσών στην οποία προέβησαν οι γερμανικές αρχές για το βούτυρο που δεν χρησιμοποιήθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού. «Διότι κατά το μέτρο που ο εισαγωγέας δεν προσκόμισε την απόδειξη εντός της ταχθείσας προθεσμίας ότι το εμπόρευμα χρησιμοποιήθηκε κατά τον τρόπο ο οποίος αποτελεί την προϋπόθεση για τη μείωση των εξισωτικών ποσών, το εμπόρευμα αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει τη συμβατική αξία που'του αποδόθηκε βάσει της ελάχιστης τιμής πωλήσεως που καθορίστηκε από τον κανονισμό 1259/72..., αλλά πρέπει να θεωρηθεί σαν βούτυρο που διατέθηκε στη συνήθη τιμή της αγοράς. Στην περίπτωση αυτή, απόκειται στις αρμόδιες τελωνειακές αρχές, δυνάμει του κανονισμού 974/71 του Συμβουλίου, να εφαρμόσουν τα εξισωτικά ποσά που προβλέπονται για το βούτυρο που διατίθεται στο εμπόριο σε μια τέτοια τιμή και να αναμορφώσουν έτσι τα μειωμένα εξισωτικά ποσά που είχαν αρχικά εφαρμοσθεί. Η αύξηση αυτή, λαμβανομένης υπόψη της τιμής της αγοράς των εν λόγω προϊόντων, έχει τη νομική της βάση στους ίδιους τους γενικούς κανόνες που διέπουν την εφαρμογή των νομισματικών εξισωτικών ποσών.»
5.
Το Finanzgericlu του Αμβούργου, αφού συνόψισε τις σκέψεις της ανωτέρω αποφάσεως του Δικαστηρίου της 28ης Ιουνίου 1979, παρατηρεί τα ακόλουθα:
«Αν, βάσει της επιχειρηματολογίας αυτής, εκκινήσει κανείς γενικά από το ότι στις περιπτώσεις που τα κατά το άρθρο 20 του κανονισμού 1259/72 μειωμένα νομισματικά εξισωτικά ποσά δεν εφαρμόζονται εκ των υστέρων λόγω διαθέσεως αντίθετης προς τον καθορισμένο σκοπό ή εκτός της ταχθείσης προθεσμίας, ισχύουν οι γενικοί κανόνες του κανονισμού 974/71 περί νομισματικών εξισωτικών ποσών κατά τους οποίους το εμπόρευμα πρέπει να θεωρηθεί ότι διατέθηκε στη συνήθη τιμή της αγοράς, τότε αυτό θα σήμαινε για την εξαγωγή αποθεματοποιημένου βουτύρου ότι πρέπει να καταβληθεί εκ των υστέρων η διαφορά μέχρι του πλήρους νομισματικού εξισωτικού ποσού αντίστοιχα με την εκ των υστέρων είσπραξη κατά την εισαγωγή. Τη συνέπεια αυτή είδε επίσης ο γενικός εισαγγελέας Warner για την περίπτωση εισαγωγής σε χώρα με υποτιμημένο νόμισμα (προτάσεις της 3. 5. 1979, Recueil 1979, σ. 2285). Η διοίκηση τελωνείων, στις περιπτώσεις που κατά την εξαγωγή αποθεματοποιημένου βουτύρου καταβλήθηκαν μειωμένα νομισματικά εξισωτικά ποσά και κατά την επανεισαγωγή συμπυκνωμένου βουτύρου εισπράχθηκαν συμπληρωματικώς εξισωτικά ποσά λόγω μη διαθέσεως προς τον καθορισμένο σκοπό, κατέβαλε εκ των υστέρων τη διαφορά μέχρι του πλήρους νομισματικού εξισωτικού ποσού. Εφόσον η εξαγωγή αποθεματοποιημένου βουτύρου και η επανεισαγωγή συμπυκνωμένου βουτύρου διενεργούνται από την ίδια επιχείρηση — όπως στην προκειμένη περίπτωση —, φαίνεται αμφίβολη η διαφορετική μεταχείριση αναλόγως του αν πρόκειται για εισφορές υπέρ της Κοινότητας ή για πλεονεκτήματα υπέρ επιχειρηματιών. Αν η εφαρμογή των γενικών κανόνων περί νομισματικών εξισωτικών ποσών βάσει της συνήθους τιμής της αγοράς εξαρτάται από τη μη πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 20 του κανονισμού 1259/72, τότε αυτό ισχύει επίσης για τα μειωμένα νομισματικά εξισωτικά ποσά που καταβλήθηκαν κατά την εξαγωγή. Από την άποψη επίσης της εγγυήσεως που πρέπει να συσταθεί για τη μεταποίηση (άρθρα 12 και 13 του κανονισμού 1259/72), η οποία πρέπει να καλύπτει τη διαφορά μεταξύ της τιμής κτήσεως του αποθεματοποιημένου βουτύρου και της πλήρους τιμής της αγοράς του βουτύρου (βλ. δήλωση της Επιτροπής, υπόθεση 216/78, Recueil 1979, σ. 2278), δεν φαίνεται αδικαιολόγητη η εκ των υστέρων χορήγηση νομισματικών εξισωτικών ποσών.
Αφετέρου, για την εκ των υστέρων καταβολή της διαφοράς μέχρι του πλήρους νομισματικού εξισωτικού ποσού υπάρχουν οι ακόλουθοι ενδοιασμοί: για την εξαγωγή αποθεματοποιημένου βουτύρου προς διάθεση yta καθορισμένους σκοπούς προβλέπεται στο άρθρο 20 του κανονισμού 1259/72 απλώς και μόνο χορήγηση μειωμένου νομισματικού εξισωτικού ποσού. Η καταβολή του πλήρους νομισματικού εξισωτικού ποσού δεν ρυθμίζεται ρητά για την προκειμένη περίπτωση από το κοινοτικό δίκαιο- αυτή θα μπορούσε να αντίκειται προς την έννοια και το σκοπό του κανονισμού 1259/72. Εφόσον ο κανονισμός 1259/72 ήθελε να αποκλείσει μια διάθεση των εμπορευμάτων διαφορετική από την προβλεπόμενη, η εκ των υστέρων καταβολή της διαφοράς μέχρι του πλήρους εξισωτικού ποσού θα μπορούσε να συνεπάγεται τελικά την έγκριση συμπεριφοράς αντίθετης προς τον καθορισμένο σκοπό, πράγμα που δεν περιλαμβανόταν στους στόχους του κανονισμού 1259/72.
Δεν πρέπει εξάλλου να παραβλεφθεί ότι η εκ των υστέρων καταβολή επίσης στην περίπτωση διαθέσεως αντίθετης προς τον καθορισμένο σκοπό μπορεί να ευνοήσει καταχρήσεις.»
6.
Η διάταξη περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 19 Μαΐου 1982.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενη από τον Ρ. Wendt, δικηγόρο Αμβούργου, το καθού, εκπροσωπούμενο από τον U. Willwater, Zollamtsrat και η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον J. Sack, μέλος της νομικής υπηρεσίας της.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Το Δικαστήριο κάλεσε πάντως την Επιτροπή να του παράσχει πληροφορίες εγγράφως και πριν από την επ' ακροατηρίου συζήτηση, σχετικά με την πρακτική που ακολουθείται από τα άλλα κράτη μέλη σε περιπτώσεις ανάλογες προς την προκειμένη και να εξετάσει διεξοδικότερα το ζήτημα κατά πόσο πράγματι τα μέτρα ελέγχου που ορίζονται από τον κανονισμό 1259/72 αρκούν για να αποκλείσουν κάθε περίπτωση καταχρήσεως.
Με διάταξη της 17ης Νοεμβρίου 1982, το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού διαδικασίας, αποφάσισε να αναθέσει την εκδίκαση της υποθέσεως στο πέμπτο τμήμα.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
Α — Παρανηρήαεις της εταιρείας Corman
Κατά την εταιρεία Corman, οι σκέψεις του Δικαστηρίου στην ανωτέρω απόφαση της 28ης Ιουνίου 1979 όσον αφορά το περιεχόμενο και το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 20 του κανονισμού 1259/72 ισχύουν κατά παρόμοιο τρόπο τόσο για την είσπραξη όσο και για την εκ των υστέρων καταβολή των νομισματικών εξισωτικών ποσών σε περίπτωση εκτροπής του εμπορεύματος από τον προβλεπόμενο προορισμό του. Η σκέψη κατά την οποία η μείωση του νομισματικού εξισωτικού ποσού δυνάμει του άρθρου 20 του κανονισμού 1259/72 βασίζεται στη μειωμένη εμπορική αξία του βουτύρου λόγω των περιορισμών που επιβάλλονται στη χρησιμοποίηση του δεν συνεπάγεται μόνο την εκ των υστέρων είσπραξη της διαφοράς μεταξύ του μειωμένου νομισματικού εξισωτικού ποσού και του πλήρους νομισματικού εξισωτικού ποσού κατά την εισαγωγή στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, αλλά επίσης την εκ των υστέρων καταβολή της διαφοράς αυτής κατά την εξαγωγή εκτός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Δωτι και στις δύο περιπτώσεις η αιτιολογία είναι η ίδια: κατά το μέτρο που το προϊόν δεν χρησιμοποιήθηκε σύμφωνα με τον καθορισμένο προορισμό, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει τη συμβατική αξία που του αποδίδεται βάσει της ελάχιστης τιμής πωλήσεως που ορίζεται από τον κανονισμό, αλλά πρέπει να θεωρηθεί ως βούτυρο που διατίθεται στη συνήθη τιμή της αγοράς.
Η εταιρεία Corman παρατηρεί επιπλέον ότι δεν είναι δικαιολογημένο να έχει αμφιβολίες το Finanzgericht όσον αφορά το αποτέλεσμα αυτό για το λόγο ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν προβλέπει ρητά την εκ των υστέρων καταβολή του πλήρους νομισματικού εξισωτικού ποσού. Επί του σημείου αυτού η εταιρεία Corman υπενθυμίζει ότι στην ανωτέρω απόφαση της 28ης Ιουνίου 1979 το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 20 του κανονισμού 1259/72 αποτελεί εξαίρεση) από τη γενική ρύθμιση του κανονισμού 974/71, πράγμα που έχει ως συνέπεια ότι η γενική ρύθμιση πρέπει να εφαρμοσθεί αν δεν πληρούνται οι όροι για την οριστική εφαρμογή του μειωμένου νομισματικού εξισωτικού ποσού.
Κατά την εταιρεία Corman, ούτε το άρθρο 20 του κανονισμού 1259/72 ούτε ο κανονισμός 974/71 περιέχουν στοιχεία τα οποία επιτρέπουν να λεχθεί ότι πρέπει να γίνει η εν λόγω ενέργεια μόνον όταν πρόκειται για την είσπραξη νομισματικού εξισωτικού ποσού και όχι όταν πρόκειται για καταβολή νομισματικού εξισωτικού ποσού. Απεναντίας μάλιστα, το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 974/71 ορίζει ότι το νομισματικό εξισωτικό ποσό πρέπει να εφαρμόζεται κατά τρόπο ομοιόμορφο, ανεξάρτητα του αν πρόκειται για την είσπραξη ή την καταβολή του.
Όσον αφορά τον ενδοιασμό του Finanzgericlit που αναφέρεται στο ότι η εκ των υστέρων καταβολή του νομισματικού εξισωτικού ποσού θα μπορούσε να είναι αντίθετη προς το στόχο του κανονισμού 1259/72 για το λόγο ότι θα ισοδυναμούσε με έγκριση της εκτροπής του εμπορεύματος από τον προβλεπόμενο προορισμό του ή ακόμη και με εύνοια καταχρήσεως στον αποκλεισμό της οποίας αποσκοπεί ο κανονισμός, η εταιρεία Corman παρατηρεί ότι δεν αποτελεί στόχο του εν λόγω κανονισμού ο αποκλεισμός της χρησιμοποιήσεως του βουτύρου για σκοπούς άλλους από τους προβλεπόμενους. Αντίθετα, σημαντικό είναι μόνο να αποφευχθεί να έχει ακόμη το βούτυρο τη μειωμένη τιμή που προβλέπεται για την περίπτωση της καθορισμένης χρησιμοποιήσεως, όταν φθάνει στην κανονική αγορά. Αυτός είναι ο σκοπός των διατάξεων που αναφέρονται στην εγγύηση μεταποιήσεως.
Από τις παρατηρήσεις της Επιτροπής στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 99 και 100/76. Beste Boter και Hoche, απόφαση της 11ης Μαΐου 1977 (Recueil 1977, σ. 868), συνάγεται πράγματι ότι απόκειται στον αγοραστή του βουτύρου να αποφασίσει αν θέλει να συμμορφωθεί με την καθορισμένη χρησιμοποίηση και να έχει έτσι κατά τρόπο οριστικό το πλεονέκτημα της τιμής ή, αντίθετα, αν θέλει να χρησιμοποιήσει το βούτυρο για άλλους σκοπούς και να χάσει έτσι το πλεονέκτημα της τιμής.
Και αν ακόμη θεωρηθεί ότι στόχος του κανονισμού 1259/72 είναι να μην φθάσει σε καμία περίπτωση στην κανονική αγορά το βούτυρο που πωλείται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του κανονισμού, πρέπει εντούτοις να διαπιστωθεί ότι ο κανονισμός προβλέπει συγκεκριμένα μέτρα για την επίτευξη των στόχων του, τα οποία δεν περιλαμβάνουν τη μείωση του νομισματικού εξισωτικού ποσού. Ετσι, στην τέταρτη αιτιολογική σκέψη του εν λόγω κανονισμού αναφέρονται τα ακόλουθα:
«Εκτιμώντας ότι είναι αναγκαία η καθιέρωση ενός συστήματος ελέγχου που να εξασφαλίζει ότι το βούτυρο δεν εκτρέπεται από τον προορισμό του' ότι ο έλεγχος αυτός πρέπει να ασκείται από τη στιγμή της εξόδου από το απόθεμα μέχρι τη μεταποίηση του βουτύρου· ότι εκτός από τη σύσταση εγγυήσεως, στην επίτευξη του στόχου αυτού μπορούν να συμβάλουν η τήρηση λογιστικής επί των υλών σε όλα τα στάδια διαθέσεως στο εμπόριο, καθώς και η πρόσμιξη στο βούτυρο που προορίζεται για μεταποίηση μιας ουσίας ώστε να καθίσταται διακριτό.»
Μνεία των νομισματικών εξισωτικών ποσών γίνεται μόνο στην προτελευταία αιτιολογική σκέψη (που αναφέρεται ανωτέρω στο σημείο Ι, 3), χωρίς να γίνεται καμία αναφορά στο στόχο που επιδιώκεται από τον κανονισμό 1259/72.
Αυτό δείχνει ότι το άρθρο 20 του κανονισμού 1259/72 δεν εντάσσεται στο πλαίσιο της ρυθμίσεως του κανονισμού αυτού, αλλά στο πλαίσιο της ρυθμίσεως του κανονισμού 974/71. Κατά συνέπεια, η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως δεν συμβάλλει καθόλου στην επίτευξη του στόχου που επιδιώκεται από τον κανονισμό 1259/72.
Η ίδια η λειτουργία των νομισματικών εξισωτικών ποσών και της μειώσεως τους τα εμποδίζει εξάλλου να διαδραματίσουν το ρόλο αυτό. Η λειτουργία αυτή συνίσταται πράγματι στην αντιστάθμιση των διαφορών τιμής που υπάρχουν μεταξύ των κρατών μελών λόγω της διακυμάνσεως των νομισματικών ισοτιμιών.
Προς τη λειτουργία αυτή ανταποκρίνεται το γεγονός ότι τα νομισματικά εξισωτικά ποσά εξαρτώνται πάντοτε από τις βασικές τιμές. Η ιδέα αυτή αποτελεί επίσης τη βάση της μειώσεως του νομισματικού εξισωτικού ποσού για το αποθεματοποιημένο βούτυρο που πωλείται σε κατώτερη τιμή, όπως δείχνει η προτελευταία αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1259/72.
Η εταιρεία Corman υποστηρίζει τέλος ότι είναι εσφαλμένη η ιδέα κατά την οποία η εκ των υστέρων καταβολή της διαφοράς των νομισματικών εξισωτικών ποσών κατά την εξαγωγή θα μπορούσε να ενθαρρύνει τις καταχρήσεις.
Όπως δείχνει η τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1259/72, οι καταχρήσεις πρέπει να αποτρέπονται προπάντων με την απειλή της απώλειας της εγγυήσεως για τη μεταποίηση. Για το λόγο αυτό, η Επιτροπή όχι μόνον καθόρισε ευθύς εξαρχής το ποσό της εγγυήσεως για τη μεταποίηση στο επίπεδο της διαφοράς μεταξύ της ελάχιστης τιμής πωλήσεως και της τιμής της αγοράς, αλλά επιπλέον συμπεριέλαβε στη διαφορά αυτή ένα ποσό ασφαλείας 11 μέχρι 20 λογιστικών μονάδων για 100 κιλά, ώστε να καταστούν μη ενδιαφέρουσες όλες οι τυχόν δυνατότητες καταχρήσεως.
Στον κανονισμό 2815/72 της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1972, περί τροποποιήσεως του κανονισμού 1259/72 (JO L 297, σ. 3), η Επιτροπή νομιμοποίησε την πρακτική αυτή τροποποιώντας το άρθρο 9, παράγραφος 2, υπό την έννοια ότι η εγγύηση για τη μεταποίηση δεν καλύπτει μόνο τη διαφορά μεταξύ της τιμής της αγοράς και της ελάχιστης τιμής πωλήσεως, αλλά η διαφορά αυτή είναι ένα μόνον από τα στοιχεία τα οποία λαμβάνονται υπόψη κατά τον καθορισμό της εγγυήσεως.
Η εγγύηση μεταποιήσεως είναι τόσο υψηλή, ώστε η απώλειά της προξενεί ζημία στον ενδιαφερόμενο έστω και αν του καταβάλλεται η διαφορά του νομισματικού εξισωτικού ποσού, όπως δείχνει ο υπολογισμός που προσκόμισε η εταιρεία Corman.
Βάσει των σκέψεων αυτών, η εταιρεία Corman προτείνει συνεπώς να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε το Finanzgericht:
«Ο κανονισμός 974/71 ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες περί της εφαρμογής των νομισματικών εξισωτικών ποσών, πρέπει να καταβληθεί εκ των υστέρων η διαφορά μέχρι του πλήρους νομισματικού εξισωτικού ποσού αν κατά την εξαγωγή αποθε-ματοποιημένου βουτύρου καταβλήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 1259/72 το μειωμένο νομισματικό εξισωτικό ποσό, το συμπυκνωμένο βούτυρο όμως που παρασκευάσθηκε από το βούτυρο αυτό δεν χρησιμοποιήθηκε προς το σκοπό και εντός της προθεσμίας που ορίζονται στον κανονισμό 1259/72 και για το λόγο αυτό κατά την επανεισαγωγή προσεπιβαρύνθηκε με τη διαφορά μέχρι του πλήρους νομισματικού εξισωτικού ποσού.»
Β — Παρατηρήσείς νου Hauptzollamt Hamburg-Jonas
Το Hauptzollamt Hamburg-Jonas είναι της γνώμης ότι πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση στο ερώτημα του Finanzgericht του Αμβούργου. Κατά την άποψή του, η απόφαση περί χορηγήσεως δεν μπορεί να είναι διαφορετική από την απόφαση περί εισπράξεως. Και στις δύο περιπτώσεις, οι διατάξεις που πρέπει να ερμηνευθούν είναι ίδιες και ούτε το άρθρο 20 του κανονισμού 1259/72 ούτε το άρθρο 2 του κανονισμού 974/71 κάνουν διάκριση.
Όπως εδέχθη το Δικαστήριο στην ανωτέρω απόφαση της 28ης Ιουνίου 1979, οι γενικοί κανόνες περί των νομισματικών εξισωτικών ποσών, στους οποίους υπάγεται και το άρθρο 20 του κανονισμού 1259/72, βασίζονται στην αρχή κατά την οποία τα ποσά αυτά πρέπει να προσαρμόζονται στις τιμές των εν λόγω προϊόντων, δηλαδή στην εμπορική αξία τους. Κατά συνέπεια, τα νομισματικά εξισωτικά ποσά δεν μειώνονται σύμφωνα με το άρθρο 20 του κανονισμού 1259/72 όταν το εμπόρευμα, το οποίο στην αρχή πωλήθηκε σε μειωμένη τιμή δυνάμει του κανονισμού αυτού, δεν χρησιμοποιήθηκε σύμφωνα με τον εν λόγω κανονισμό και έτσι η εμπορική αξία του δεν μειώθηκε λόγω περιορισμένων δυνατοτήτων χρησιμοποιήσεως. Η νομική αυτή συνέπεια επέρχεται ανεξάρτητα του αν στη συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να εισπραχθεί ή να χορηγηθεί νομισματικό εξισωτικό ποσό.
Η καταβολή πλήρους νομισματικού εξισωτικού ποσού δεν σημαίνει ότι εγκρίνεται χρησιμοποίηση αντίθετη προς το στόχο του κανονισμού 1259/72. Οι διατάξεις περί νομισματικών εξισωτικών ποσών είναι ουδέτερες και συνδέονται με μια ορισμένη τιμή, χωρίς να είναι σημαντικό το πώς προέκυψε η τιμή αυτή. Ο νομοθέτης αποβλέπει μόνο στο να χρησιμοποιείται κατά τον καθορισμένο τρόπο το εμπόρευμα που πωλήθηκε σε μειωμένη τιμή. Διαφορετικά, πρέπει να αρθεί η μείωση της τιμής, πράγμα που πραγματοποιείται με τη μη απελευθέρωση της εγγυήσεως για τη μεταποίηση.
Μια άλλη κύρωση, δηλαδή η μη καταβολή του πλήρους νομισματικού εξισωτικού ποσού για το εμπόρευμα που χρησιμοποιήθηκε αντίθετα προς τον προορισμό του, δεν είναι σύμφωνη με τον ουδέτερο μηχανισμό προσαρμογής προς τις τιμές, ο οποίος περιλαμβάνεται στις διατάξεις περί νομισματικής εξισώσεως, ούτε είναι σύμφωνη με την αρχή της νομικής ασφάλειας κατά την οποία ένα μέτρο συνεπαγόμενο επιβάρυνση πρέπει να καθορίζεται από το νόμο και κατά συνέπεια να μπορεί να προβλεφθεί. Οι διατάξεις περί νομισματικής εξισώσεως δεν περιλαμβάνουν ρύθμιση ανάλογη προς εκείνη του άρθρου 18, παράγραφος 2, του κανονισμού 1259/72, δυνάμει της οποίας η κύρωση επιβάλλεται ανεξάρτητα του ποιος είναι υπεύθυνος για την αντίθετη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό χρησιμοποίηση των εμπορευμάτων.
Γ — Παρατηρήσεις της Επιτροπής
Κατά την Επιτροπή, οι περιπτώσεις της εισπράξεως και της εκ των υστέρων καταβολής της διαφοράς μεταξύ του μειωμένου και του πλήρους νομισματικού εξισωτικού ποσού δεν είναι δυνατό να παραβληθούν. Όσον αφορά την είσπραξη μειωμένου νομισματικού εξισωτικού ποσού, το βούτυρο που διατίθεται κατ' εφαρμογή του κανονισμού 1259/72 μπορεί να τύχει της μειώσεως μόνο υπό τον όρο ότι αναφορικά προς τους περιορισμούς που επιβάλλονται στη χρησιμοποίηση του, το προϊόν διατηρεί πράγματι μέχρι την τελική μεταποίηση του τη μειωμένη αξία που του αποδίδεται δυνάμει του εν λόγω κανονισμού. Αυτό εδέχθη το Δικαστήριο στην ανωτέρω απόφαση της 28ης Ιουνίου 1979.
Όσον αφορά τη χορήγηση νομισματικού εξισωτικού ποσού ανώτερου από εκείνο που προβλέπεται στο άρθρο 20 του κανονισμού 1259/72, δεν υπάρχει a priori κανένα δικαίωμα προς τούτο. Η ύπαρξη τέτοιου δικαιώματος έρχεται πράγματι σε αντίθεση προς το σκοπό των άλλων διατάξεων του κανονισμού, που αποβλέπουν ακριβώς στο να εξασφαλιστεί ότι το βούτυρο δεν χρησιμοποιείται για σκοπούς άλλους από τους προβλεπόμενους.
Ένα τέτοιο δικαίωμα δεν απορρέει επίσης από τους γενικούς κανόνες περί νομισματικών εξισωτικών ποσών. Η χορήγηση των ποσών αυτών έχει ως στόχο τη διατήρηση της κοινοτικής προτιμήσεως υπέρ των προϊόντων των κρατών μελών των οποίων το επίπεδο τιμών που εκφράζονται σε εθνικό νόμισμα είνα ανώτερο από εκείνο των άλλων κρατών μελών λόγω ορισμένων τροποποιήσεων των κατευθυντήριων τιμών συναλλάγματος. Όταν το κοινοτικό δίκαιο περιορίζει τη χρησιμοποίηση ενός ορισμένου γεωργικού προϊόντος, τα νομισματικά εξισωτικά ποσά που καταβάλλονται για το προϊόν αυτό στις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών δεν μπορούν να έχουν άλλο στόχο από το να επιτρέψουν την πώληση του στο πλαίσιο της περιορισμένης χρησιμοποιήσεως του εντός της χώρας της οποίας το επίπεδο τιμών είναι χαμηλότερο. Αντίθετα, δεν υπάρχει κανένας λόγος αυξήσεως των νομισματικών εξισωτικών ποσών όταν το προϊόν χρησιμοποιείται για σκοπούς που του αποδίδουν ανώτερη αξία αλλά οι οποίοι δεν είναι σύμφωνοι με τον προορισμό του, γιατί η χρησιμοποίηση ίχυτή θα έπρεπε ακριβώς να αποκλεισθεί.
Απεναντίας, σοβαροί λόγοι συνηγορούν υπέρ της εκ των υστέρων εισπράξεως του πλήρους νομισματικού εξισωτικού ποσού όταν το βούτυρο χρησιμοποιείται για σκοπούς που του αποδίδουν επίσης ανώτερη αξία, αλλά οι οποίοι δεν είναι σύμφωνοι με τον προορισμό του. Πράγματι, η είσπραξη νομισματικού εξισωτικού ποσού έχει ως στόχο να αυξήσει την τιμή ενός εμπορεύματος που προέρχεται από κράτος μέλος, όπου το εθνικό επίπεδο τιμών είναι χαμηλότερο, μέχρι το επίπεδο που είναι αναγκαίο για να μην τίθεται σε κίνδυνο το υψηλότερο επίπεδο των τιμών που εκφράζονται σε εθνικό νόμισμα και το οποίο υψηλότερο επίπεδο υπάρχει στο κράτος μέλος εισαγωγής. Αν καταρχάς στην περίπτωση αυτή εισπράττεται νομισματικό εξισωτικό ποσό κατώτερο από το κανονικό ποσό, ο στόχος της εισπράξεως του νομισματικού εξισωτικού ποσού δεν επιτυγχάνεται αν το προϊόν χρησιμοποιείται για σκοπούς μη σύμφωνους προς τον προορισμό του, οι οποίοι όμως του αποδίδουν ανώτερη αξία.
Κατά την Επιτροπή, ο μόνος λόγος που είναι ικανός να προβληθεί υπέρ της εκ των υστέρων καταβολής της διαφοράς εν σχέσει προς το πλήρες νομισματικό εξισωτικό ποσό κατά την εφαρμογή των νομισματικών εξισωτικών ποσών σε περίπτωση αντικανονικής χρησιμοποιήσεως αποθεμα-τοποιημένου βουτύρου που πωλείται σε μειωμένη τιμή, είναι ότι ελλείψει της καταβολής αυτής ο ενδιαφερόμενος θα επιβαρυνόταν με ποσό ανώτερο από τη διαφορά μεταξύ της τιμής της αγοράς και της τιμής διαθέσεως του βουτύρου. Η Επιτροπή δέχεται ότι ένα τέτοιο αποτέλεσμα επέρχεται σε περιπτώσεις όπως η προκειμένη, κατά τις οποίες το βούτυρο διατίθεται από τον οργανισμό παρεμβάσεως σε κράτος μέλος στο οποίο η τιμή του πράσινου νομίσματος είναι κατώτερη από την πραγματική αξία του εθνικού νομίσματος και κατά τις οποίες το εμπόρευμα, μετά από διαμονή σε κράτος μέλος όπου η πραγματική αξία του εθνικού νομίσματος είναι ίση ή κατώτερη από την τιμή του πράσινου νομίσματος, χρησιμοποιείται στο πρώτο κράτος κατά τρόπο μη σύμφωνο προς την καθορισμένη χρησιμοποίηση.
Η Επιτροπή φρονεί πάντως ότι το επιχείρημα αυτό δεν είναι πειστικό. Καταρχάς, ο ενδιαφερόμενος επιχειρηματίας δεν μπορεί να ισχυρισθεί ότι έχει άξιο προστασίας συμφέρον να μην επιβαρυνθεί με ποσό ανώτερο από εκείνο που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ της τιμής της αγοράς και της τιμής διαθέσεως, όταν το βούτυρο δεν χρησιμοποιείται σύμφωνα με τον προορισμό του. Ένας τέτοιος περιορισμός δεν μπορεί να συναχθεί από τον κανονισμό 1259/72, γιατί αυτός περιλαμβάνει διατάξεις των οποίων η εφαρμογή συνεπάγεται την είσπραξη, εις βάρος του αγοραστή του βουτύρου, ποσού το οποίο υπερβαίνει καθαρά την ανωτέρω διαφορά, ιδίως τα άρθρα 9, παράγραφος 2, και 11, παράγραφος 2, κατά τα οποία, αφενός, η εγγύηση μεταποιήσεως προορίζεται να καλύψει τη διαφορά μεταξύ της τιμής της αγοράς του βουτύρου και της ελάχιστης τιμής πωλήσεως, αλλά, αφετέρου, ο υπερθεματιστής καταβάλλει την τιμή που αντιστοιχεί στην πραγματική προσφορά του και η οποία γενικά είναι ανώτερη από την ελάχιστη τιμή πωλήσεως. Η Επιτροπή δεν βλέπει για ποιο λόγο πρέπει σε άλλες περιπτώσεις να αποκλεισθεί η είσπραξη αυτού του ανώτερου ποσού.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει επιπλέον ότι το πρόσωπο που συνιστά την εγγύηση μεταποιήσεως δεν πρέπει κατ' ανάγκη να είναι το ίδιο με το πρόσωπο που πρέπει να καταβάλει ή να εισπράξει το νομισματικό εξισωτικό ποσό. Αυτό είναι δυνατό να συνεπάγεται ότι ένας ενδιάμεσος επιχειρηματίας μπορεί να λάβει εκ των υστέρων τη διαφορά εν σχέσει προς το πλήρες νομισματικό εξισωτικό ποσό, αν και δεν τον αφορά ούτε η απώλεια της εγγυήσεως μεταποιήσεως ούτε η πραγματοποίηση του κέρδους που απορρέει από τη χρησιμοποίηση του εμπορεύματος κατά τρόπο μη σύμφωνο προς τον προορισμό του. Το αποτέλεσμα αυτό είναι εντελώς παράλογο.
Εν συμπεράσματι, η Επιτροπή προτείνει στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα του Finanzgericht του Αμβούργου:
«Ούτε ο κανονισμός 974/71 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1971, ούτε ο κανονισμός 1259/72 της Επιτροπής, της 16ης Ιουνίου 1972, ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι η διαφορά μέχρι του πλήρους νομισματικού εξισωτικού ποσού πρέπει να καταβληθεί εκ των υστέρων όταν το μειωμένο νομισματικό εξισωτικό ποσό καταβλήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 20 του κανονισμού 1259/72 κατά την εξαγωγή αποθεματοποιημένου βουτύρου, ενώ το βούτυρο ή το συμπυκνωμένο βούτυρο που παρασκευάσθηκε από το βούτυρο αυτό δεν χρησιμοποιήθηκε προς το σκοπό και εντός της προθεσμίας που ορίζονται από τον εν λόγω κανονισμό. Αυτό ισχύει επίσης όταν το προϊόν υπέστη περισσότερες διαδοχικές μεταφορές από ένα κράτος μέλος σε άλλο και, σε περίπτωση εισπράξεως νομισματικού εξισωτικού ποσού, εισπράχθηκε εκ των υστέρων η διαφορά μέχρι του πλήρους νομισματικού εξισωτικού ποσού.»
IΙΙ — Προφορική διαδικασία
Κατά τη συνεδρίαση της 26ης Ιανουαρίου 1983, η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενη από τον Ρ. Wendt και η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον J. Sack, ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 9ης Μαρτίου 1983.
Σκεπτικό
1
Με διάταξη της 31ης Μαρτίου 1982, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 19 Μαΐου 1982, το Finanzgericht του Αμβούργου υπέβαλε, δυνάμει του άρ9ρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του κανονισμού 974/71 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1971, περί ορισμένων μέτρων συγκυριακής πολιτικής που πρέπει να ληφθούν στο γεωργικό τομέα ως συνέπεια της προσωρινής διευρύνσεως των περιθωρίων διακυμάνσεως των νομισμάτων ορισμένων κρατών μελών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 192), καθώς και του κανονισμού 1259/72 της Επιτροπής, της 16ης Ιουνίου 1972, περί της διαθέσεως βουτύρου σε μειωμένη τιμή σε ορισμένες κοινοτικές επιχειρήσεις μεταποιήσεως (JO L 139, σ. 18).
2
Το ζήτημα αυτό ανέκυψε στα πλαίσια διαφοράς μεταξύ των τελωνειακών αρχών της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και βελγικής επιχειρήσεως, η οποία το 1973 έκανε χρήση της δυνατότητας που της παρείχε ο ανωτέρω κανονισμός 1259/72 να αγοράσει βούτυρο σε μειωμένη τιμή από το γερμανικό οργανισμό παρεμβάσεως, με σκοπό να το μεταποιήσει σε συμπυκνωμένο βούτυρο και να το χρησιμοποιήσει στη συνέχεια για την παρασκευή προϊόντων εκλεκτής ζαχαροπλαστικής ή παγωτών.
3
Αφού εξήγαγε το βούτυρο αυτό στο Βέλγιο, όπου το μεταποίησε σε συμπυκνωμένο βούτυρο, η εν λόγω επιχείρηση το επανεισήγαγε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.
4
Κατά την εξαγωγή στο Βέλγιο και έπειτα κατά την επανεισαγωγή στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, οι γερμανικές τελωνειακές αρχές κατέβαλαν και εισέπραξαν αντίστοιχα εξισωτικά ποσά στο μειωμένο ποσοστό που προβλέπεται στο άρθρο 20 του κανονισμού 1259/72.
5
Αφού διαπίστωσαν ότι το βούτυρο δεν είχε χρησιμοποιηθεί σύμφωνα με τον προορισμό που προβλέπεται στον εν λόγω κανονισμό, οι γερμανικές αρχές, με διορθωτική πράξη, υπέβαλαν την επανεισαγωγή στη Γερμανία στην καταβολή ποσού ίσου προς τη διαφορά μεταξύ του μειωμένου νομισματικού εξισωτικού ποσού και του ποσού που κανονικά ισχύει εκτός του συστήματος που εισήγαγε ο κανονισμός 1259/72.
6
Με την απόφαση της 28ης Ιουνίου 1979 (Corman, 217/78, Recueil σ. 2287), το Δικαστήριο έκρινε ότι μια τέτοια διόρθωση βρίσκει τη νομική της βάση στους γενικούς κανόνες που διέπουν το σύστημα των νομισματικών εξισωτικών ποσών που εισήγαγε ο ανωτέρω κανονισμός 974/71.
7
Στη συνέχεια, η επιχείρηση, ισχυριζόμενη ότι οι σκέψεις του Δικαστηρίου στην ανωτέρω απόφαση ισχύουν κατά τον ίδιο τρόπο τόσο για τη χορήγηση όσο και για την είσπραξη των νομισματικών εξισωτικών ποσών, ζήτησε από τις γερμανικές αρχές να της καταβάλουν τη διαφορά μεταξύ του μειωμένου ποσού και του πλήρους ποσού για την εξαγωγή από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στο Βέλγιο.
8
Το Finanzgericht του Αμβούργου, ενώπιον του οποίου προσέφυγε η επιχείρηση, ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα:
«Ο κανονισμός 974/71 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1971, περί του συστήματος των νομισματικών εξισωτικών ποσών, λαμβανομένου υπόψη του κανονισμού 1259/72, ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες περί της εφαρμογής του συστήματος των νομισματικών εξισωτικών ποσών, πρέπει να καταβληθεί εκ των υστέρων η διαφορά μέχρι του πλήρους νομισματικού εξισωτικού ποσού αν κατά την εξαγωγή αποθεματοποιημένου βουτύρου καταβλήθηκε κατά το άρθρο 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 1259/72 μειωμένο νομισματικό εξισωτικό ποσό, το συμπυκνωμένο βούτυρο όμως που παρασκευάσθηκε από το βούτυρο αυτό δεν χρησιμοποιήθηκε προς το σκοπό και εντός της προθεσμίας που προβλέπονται από τον κανονισμό 1259/72 και ως εκ τούτου κατά την επανεισαγωγή προσεπιβαρύνθηκε με τη διαφορά μέχρι του πλήρους νομισματικού εξισωτικού ποσού,
ή δεν απαιτείται η εκ των υστέρων καταβολή της διαφοράς μέχρι του πλήρους νομισματικού εξισωτικού ποσού;»
9
Όπως εδέχθη ήδη το Δικαστήριο με την ανωτέρω απόφαση της 28ης Ιουνίου 1979, η εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο 20 του κανονισμού 1259/72, στο βούτυρο που έχει αποθεματοποιηθεί και πωλείται υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στον εν λόγω κανονισμό, σημαντικά μειωμένων εξισωτικών ποσών σε σχέση προς εκείνα που κανονικά προβλέπονται για το βούτυρο καταναλώσεως, δεν εντάσσεται στα μέτρα που εισάγονται από τον εν λόγω κανονισμό με σκοπό να προωθηθεί η διάθεση του αποθεματοποιημένου βουτύρου, αλλά υπάγεται στους γενικούς κανόνες που διέπουν το σύστημα των νομισματικών εξισωτικών ποσών.
10
Από τους κανόνες αυτούς και ιδίως από το άρθρο 2 του κανονισμού 974/71 προκύπτει ότι ο καθορισμός των νομισματικών εξισωτικών ποσών στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στις τιμές των σχετικών προϊόντων. Όπως αναφέρεται στην προτελευταία αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1259/72, το άρθρο 20 του εν λόγω κανονισμού αποσκοπεί συνεπώς στην προσαρμογή των εξισωτικών ποσών προς τις τιμές των οικείων προϊόντων, οι οποίες είναι αντιπροσωπευτικές της αγοραίας αξίας τους που είναι μειωμένη λόγω των περιορισμών όσον αφορά την τελική χρήση των προϊόντων. Αν δεν τηρηθούν οι περιορισμοί αυτοί, το βούτυρο επανακτά την κανονική αγοραία αξία του και εξαφανίζεται ο λόγος της μειώσεως των νομισματικών εξισωτικών ποσών.
11
Στην ανωτέρω αναφερόμενη απόφαση, το Δικαστήριο συνήγαγε βάσει των ανωτέρω σκέψεων το συμπέρασμα ότι εφόσον ο εισαγωγέας δεν προσκομίσει εντός των ταχθεισών προθεσμιών την απόδειξη ότι το εμπόρευμα διατέθηκε για τον προορισμό από τον οποίο εξαρτάται η μείωση των εξισωτικών ποσών των οποίων είναι οφειλέτης, απόκειται στις αρμόδιες τελωνειακές αρχές, δυνάμει του κανονισμού 974/71 του Συμβουλίου, να εφαρμόσουν τα εξισωτικά ποσά που προβλέπονται για το βούτυρο που διατίθεται στο εμπόριο στην κανονική τιμή της αγοράς και να αναμορφώσουν έτσι τα μειωμένα εξισωτικά ποσά που είχαν αρχικά εισπραχθεί.
12
Αν το εν λόγω εμπόρευμα εξήχθη επίσης, και για το λόγο αυτό χορηγήθηκαν μειωμένα εξισωτικά ποσά, οι ίδιες σκέψεις οδηγούν στη χορήγηση συμπληρωματικών ποσών.
13
Στις παρατηρήσεις που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, η Επιτροπή προέβαλε εντούτοις ότι μια τέτοια χορήγηση βρίσκεται σε αντίθεση προς το πνεύμα και το σκοπό των άλλων άρθρων του κανονισμού 1259/72, που αποσκοπούν ακριβώς να εξασφαλίσουν ότι το βούτυρο δεν θα διατεθεί για χρήσεις άλλες από εκείνες που αναγνωρίζονται ως θεμιτές από τον κανονισμό.
14
Το επιχείρημα αυτό δεν είναι όμως δυνατό να γίνει δεκτό. Όπως τόνισε το Δικαστήριο στην ανωτέρω απόφαση της 28ης Ιουνίου 1979, ο εν λόγω κανονισμός εισήγαγε ειδικά μέτρα για να διασφαλιστεί ότι το βούτυρο που διατέθηκε σε μειωμένη τιμή θα χρησιμοποιηθεί σύμφωνα με τον προορισμό του και δεν θα διατεθεί στο ελεύθερο εμπόριο. Για το σκοπό αυτό, προβλέπει σύστημα ελέγχων συνδυαζόμενο με τη σύσταση ασφάλειας όσον αφορά τη μεταποίηση, η οποία ελευθερώνεται μόνο υπό σαφώς καθορισμένες προϋποθέσεις. Με αυτά τα μέσα συνεπώς και όχι με τα νομισματικά εξισωτικά ποσά, των οποίων ο σκοπός είναι ξένος προς εκείνον που επιδιώκουν οι άλλες διατάξεις του κανονισμού, ο εν λόγω κανονισμός επιδιώκει την αποτροπή των καταχρήσεων.
15
Στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει συνεπώς να δοθεί η απάντηση ότι ο κανονισμός 974/71 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1971, και ο κανονισμός 1259/72 της Επιτροπής, της 16ης Ιουνίου 1972, έχουν την έννοια ότι πρέπει να καταβληθεί εκ των υστέρων η διαφορά μεταξύ του πλήρους νομισματικού εξισωτικού ποσού και του μειωμένου νομισματικού εξισωτικού ποσού που χορηγήθηκε κατά την εξαγωγή αποθεματοποιημένου βουτύρου, σύμφωνα με το άρθρο 20, παράγραφος 2, του κανονισμού 1259/72, όταν το βούτυρο δεν χρησιμοποιήθηκε μετά την επανεισαγωγή του σύμφωνα με τον προορισμό του και εντός των προθεσμιών που προβλέπονται από τον εν λόγω κανονισμό, και για το λόγο αυτό εισπράχθηκε εκ των υστέρων, μετά την επανεισαγωγή, η διαφορά σε σχέση προς το πλήρες νομισματικό εξισωτικό ποσό.
Επί των δικαστικών εξόδων
16
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Finanzgericht του Αμβούργου με διάταξη της 31ης Μαρτίου 1982 αποφαίνεται:
Ο κανονισμός 974/71 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1971, και ο κανονισμός 1259/72 της Επιτροπής, της 16ης Ιουνίου 1972, έχουν την έννοια ότι πρέπει να καταβληθεί εκ των υστέρων η διαφορά μεταξύ του πλήρους νομισματικού εξισωτικού ποσού και του μειωμένου νομισματικού εξισωτικού ποσού που χορηγήθηκε κατά την εξαγωγή αποθεματοποιημένου βουτύρου, σύμφωνα με το άρθρο 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 1259/72, όταν το βούτυρο δεν χρησιμοποιήθηκε μετά την επανεισαγωγή του σύμφωνα με τον προορισμό του και εντός των προθεσμιών που προβλέπονται από τον εν λόγω κανονισμό, και για το λόγο αυτό εισπράχθηκε εκ των υστέρων, μετά την επανεισαγωγή, η διαφορά σε σχέση προς το πλήρες νομισματικό εξισωτικό ποσό.
Menens de Wilmars
Evening
Mackenzie
Stuart Due
Galmot
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 11 Μαΐου 1983.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
J. Menens de Wilmars
Full & Egal Universal Law Academy