Στην υπόθεση 162/82,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Tribunal de police του Στρασβούργου προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της ποινικής δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου κατά
Paul Cousin και εταιρείας Woehl & Cie, Στρασβούργο,
Joseph Deltour,
Pierre Aidenbach και εταιρείας SA Allenbach, Andlau-Barr,
Paul Leclaire και εταιρείας SA Éts. Tricotage mécanique de Marmoltier, Marmoutier,
Jean Schmitt και εταιρείας Heppner, Στρασβούργο,
Jean-Daniel Seegmuller και εταιρείας SA Transports Seegmuller et cie, Στρασβούργο,
Wolfgang Hasenack και εταιρείας Wuppertaler Garnbleicherei und Färberei Eduard Goebel, Wuppertal,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 30 της συνθήκης ΕΟΚ και το κύρος του κανονισμού 749/78 της Επιτροπής, της 10ης Απριλίου 1978, περί καθορισμού της καταγωγής των υφαντουργικών προϊόντων των κεφαλαίων 51 και 53 έως 62 του Κοινού Δασμολογίου (ΕΕ ειδ. έκδ., 02/006, σ. 146),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
συγκείμενο από τους J. Menens de Wilmars, πρόεδρο, U. Evening, πρόεδρο τμήματος, Mackenzie Stuart, O. Due και Y. Galmot, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Sir Gordon Slynn
γραμματέας: P. Heim
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν δυνάμει του άρθρου 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΟΚ συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1.
Τα άρθρα 84 και 95 του γαλλικού τελωνειακού κώδικα ορίζουν ότι όλα τα εισαγόμενα στη Γαλλία εμπορεύματα υποοάλλονται σε λεπτομερή διασάφηση, η οποία πρέπει να περιέχει όλες τις αναγκαίες ενδείξεις για την εφαρμογή των τελωνειακών μέτρων και την κατάρτιση των τελωνειακών στατιστικών. Η δήλωση αυτή οφείλει να περιλαμβάνει, ιδίως, την καταγωγή των εμπορευμάτων.
Η παράβαση των διατάξεων αυτών συνιστά τελωνειακή παράβαση τιμωρουμένη με πρόστιμο.
Ο κανονισμός 802/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί του κοινού ορισμού της έννοιας της καταγωγής των εμπορευμάτων (ΕΕ ειδ. έκδ., 02/001, σ. 20), ορίζει στο άρθρο 5 ότι
«εμπόρευμα, στην παραγωγή του οποίου παρεμβάλλονται δύο ή περισσότερες χώρες, θεωρείται ως καταγόμενο από την χώρα όπου έγινε η τελευταία ουσιώδης μεταποίηση ή κατεργασία οικονομικώς δικαιολογημένη που επραγματοποιήθη σε επιχείρηση εξοπλισμένη για το σκοπό αυτόν και που κατέληξε στην κατασκευή ενός νέου προϊόντος ή ενός προϊόντος αντι-προσωπεύοντος σημαντικό στάδιο παραγωγής».
Ο κανονισμός 749/78 της Επιτροπής της 10ης Απριλίου 1978, περί καθορισμού της καταγωγής των υφαντουργικών προϊόντων των κεφαλαίων 51 και 53 έως 62 του Κοινού Δασμολογίου (ΕΕ ειδ. έκδ., 02/006, σ. 146), ο οποίος εκδόθηκε δυνάμει του προαναφερθέντος κανονισμού, ορίζει στο άρθρο 1 ότι
«τα υφαντουργικά προϊόντα των κεφαλαίων 51 και 53 έως 62 του Κοινού Δασμολογίου θεωρούνται καταγωγής μιας χώρας ή της Κοινότητας, εάν αυτά αποτέλεσαν σε αυτή αντικείμενο πλήρους μεταποιήσεως κατά την έννοια του άρθρου 2».
Κατά το άρθρο 2,
«ως πλήρεις θεωρούνται οι επεξεργασίες ή μεταποιήσεις:
α)
οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα την κατάταξη των προκυπτόντων προϊόντων σε δασμολογική κλάση άλλη από εκείνη η οποία αντιστοιχεί σε καθένα από τα χρησιμοποιηθέντα προϊόντα, εξαιρέσει πάντως εκείνων τα οποία απαριθμούνται στον πίνακα Α και επί των οποίων εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις του πίνακος τούτου.
β)
οι απαριθμούμενες στον πίνακα Β».
Τα μη συσκευασμένα για τη λιανική πώληση νήματα εκ βάμβακος της δασμολογικής κλάσεως 55.05 περιλαμβάνονται στον πίνακα Α, ο οποίος προβλέπεται στην περίπτωση α) της διατάξεως αυτής και ο οποίος, ως προς το σημείο αυτό, αναφέρει ως «επεξεργασία ή μεταποίηση προσδί-δουσα το χαρακτήρα των “προϊόντων καταγωγής”», την «κατασκευή από προϊόντα των δασμολογικών κλάσεων 55.01 ή 55.03». Τα βαμβακερά νήματα δεν περιλαμβάνονται στον πίνακα Β.
Το τρίτο εδάφιο του άρθρου 2 του κανονισμού 749/78 απαριθμεί επί πλέον έναν ορισμένο αριθμό επεξεργασιών ή μεταποιήσεων, οι οποίες «θεωρούνται σε κάθε περίπτωση σαν ανεπαρκείς για να προσδώσουν το χαρακτήρα καταγωγής, ανεξαρτήτως εάν συντρέχει ή όχι αλλαγή δασμολογικής κλάσεως», όπως, μεταξύ άλλων, οι επεξεργασίες που αποσκοπούν στην εξασφάλιση της συντηρήσεως των προϊόντων κατά τη μεταφορά και την εναποθήκευση τους, οι απλές εργασίες αφαιρέσεως της κόνεως, κοσκινίσματος, διαλογής ή πλύσεως και οι αλλαγές συσκευασίας.
2.
Μεταξύ 1978 και Οκτωβρίου 1980, η εταιρεία Ets. Tricotage mécanique de Marmoutier και η εταιρεία Allenbach, εγκατεστημένες αμφότερες στη Γαλλία, αγόρασαν βαμβακερά νήματα μη συσκευασμένα για τη λιανική πώληση, υπαγόμενα στη δασμολογική κλάση 55.05 Β II, από την εταιρεία Wuppertaler Garnbleicherei und Färberei Eduard Goebel (αποκαλούμενη εφ' εξής WGF), η οποία έχει την έδρα της στο Wuppertal της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και αντιπρόσωπο της στη Γαλλία τον Deltour.
Τα έντυπα της διασαφήσεως για τις εισαγωγές αυτές συμπληρώθηκαν από τους εκτελωνιστές, δηλαδή τις εταιρείες Woehl, Heppner και Seegmuller αντιστοίχως, σύμφωνα με τις οδηγίες της WGF. Τα έντυπα ανάφεραν ως χώρα καταγωγής την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.
Σε μεταγενέστερη έρευνα, η γαλλική διεύθυνση τελωνείων διαπίστωσε ότι η WGF προέβαινε κυρίως σε τελική επεξεργασία βαμβακερών νημάτων σε νήματα γνωστά ως «fil d'Ecosse» και ότι, είχε αγοράσει ακατέργαστα νήματα από βαμβάκι, ιδίως στην Αίγυπτο και στις Ηνωμένες Πολιτείες, που τέθηκαν στην συνέχεια σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Η WGF είχε προβεί στις εξής εργασίες επί των νημάτων αυτών:
—
άτμιση, αν δεν είχε ήδη διενεργηθεί πριν την αγορά από την WGF·
—
μερσερισμό, δηλαδή επεξεργασία του βαμβακιού εντός ισχυρού υγρού με σύγχρονη έλξη, σκοπός δε της εργασίας αυτής είναι να προσδώσει στο νήμα στιλπνότητα παρόμοια προς την στιλπνότητα της μεταξάς και να βελτιώσει την ανθεκτικότητα του·
—
περιέλιξη του νήματος στις ατράκτους βαφής καθώς και βαφή, εργασία η οποία διενεργείται σε ειδικές συσκευές που εξασφαλίζουν ανθεκτικότητα στην πλύση σε θερμοκρασία άνω των 80 βαθμών έως αντοχή στο βρασμό·
—
νέα περιέλιξη του νήματος προς άμεση χρησιμοποίηση του για πλεκτά είδη ποιότητος.
Δεδομένου οτι η διεύθυνση, τελωνείων έκρινε ότι βάσει των εργασιών αυτών δεν μπορούσε, δυνάμει του κανονισμού 749/78, να θεωρηθεί η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας σαν χώρα καταγωγής των εισαγόμενων βαμβακερών νημάτων, διότι δεν είχαν ως αποτέλεσμα την κατάταξη των νημάτων αυτών σε άλλη δασμολογική κλάση, άσκησε ποινική δίωξη για ψευδή δήλωση ενώπιον των τελωνειακών αρχών κατά διαφόρων εταιρειών και προσώπων θεωρούμενων ως υπευθύνων για τις τελωνειακές δηλώσεις.
Οι διώξεις αυτές αποτελούσαν τμήμα ολόκληρης σειράς διώξεων, που ασκήθηκαν ενώπιον διαφόρων Tribunaux de police (πταισματοδικείων), λόγω ψευδούς ενδείξεως της καταγωγής κατά την εισαγωγή νημάτων από βαμβάκι πωλουμένων από την WGF. Σε μια περίπτωση, το Tribunal de police της Troyes απάλλαξε τους κατηγορουμένους διότι έκρινε ότι οι εργασίες που πραγματοποίησε η WGF είχαν προσδώσει στο νήμα ουσιώδεις ιδιότητες, που επέτρεπαν χρήση, η οποία αποκλειόταν πριν, και ότι το άρθρο 2 παράγραφος 3 του κανονισμού 749/78 επέτρεπε να δοθεί η ερμηνεία ότι οι εργασίες που πραγματοποίησε η WGF, ως σημαντικότερες από τις εργασίες που απαριθμούνται στην παράγραφο αυτή, μπορούσαν να προσδώσουν το χαρακτήρα καταγωγής. Σε μια άλλη περίπτωση, το Tribunal de police του Tourcoing κατεδίκασε τον εν λόγω εκτελωνιστή στην καταβολή 106 προστίμων, από 300 γαλλικά φράγκα το καθένα, και την WGF και το διευθυντή της Hasenack στην καταβολή 106 προστίμων, από 200 γαλλικά φράγκα το καθένα και απάλλαξε τους γάλλους εισαγωγείς.
3.
Ενώπιον του Tribunal de police του Στρασβούργου, η διεύθυνση τελωνείων υπεστήριξε ότι όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα όφειλαν να προβούν σε εύλογες έρευνες περί της πραγματικής καταγωγής των εμπορευμάτων και ότι, εν προκειμένω, όλοι οι εισαγωγείς, προειδοποιημένοι από τις διαφορές τιμών, μπορούσαν εύκολα να γνωρίζουν ότι χώρα καταγωγής των εισαγόμενων νημάτων δεν ήταν η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Η υποχρέωση αναγραφής της καταγωγής είχε κριθεί από το Δικαστήριο σύμφωνη προς το άρθρο 30 της συνθήκης ΕΟΚ, ακόμη και για τα εμπορεύματα που κυκλοφορούν ελεύθερα σε άλλο κράτος μέλος, με τις αποφάσεις του της 15ης Δεκεμβρίου 1976 (υπόθεση 41/76, Donckerwolcke, Recueil σ. 1921) και της 28ης Μαρτίου 1979 (υπόθεση 179/78, Rivoira, Recueil σ. 1147).
Οι εκτελωνιστές υποστήριξαν ότι δεν μπορεί να τους προσαφθεί η μη διενέργεια έρευνας επί των ενδείξεων καταγωγής που τους είχαν παρασχεθεί. Η WGF, ο Hasenack και ο Deltour υποστήριξαν ότι η υποχρέωση αναγραφής της χώρας καταγωγής, για στατιστικούς μόνο λόγους, ενώ είναι βέβαιος ότι τα εμπορεύματα μπορούσαν να εισαχθούν ελεύθερα και χωρίς καταβολή δασμών, συνιστούσε μέτρο ισοδύναμο προς ποσοτικό περιορισμό και ότι τα εξαγόμενα από την WGF προϊόντα είχαν επί πλέον υποβληθεί στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας σε ουσιώδη κατεργασία, υπό την έννοια του άρθρου 5 του κανονισμού 802/68, και ότι ο κανονισμός 749/78 αντέβαινε στο άρθρο 30 της συνθήκης ΕΟΚ. Οι γάλλοι εισαγωγείς υποστήριξαν επίσης ότι πραγματική καταγωγή του προϊόντος ήταν η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και ότι, εν πάση περιπτώσει, οι οδηγίες για τον εκτελωνισμό είχαν δοθεί στους μεταφορείς από το γερμανό προμηθευτή.
Το Tribunal de police του Στρασβούργου έκρινε ότι η διεύθυνση τελωνείων μπορούσε σε πρώτη εξέταση, χωρίς να παραβιάσει το κοινοτικό δίκαιο, να απαιτήσει την αναγραφή της αρχικής καταγωγής των εισαγόμενων εμπορευμάτων. Η γνώση όμως της καταγωγής αυτής έθετε το ζήτημα της ερμηνείας του κανονισμού 749/78 της Επιτροπής, και κυρίως του άρθρου του 2, το οποίο καθορίζει την έκταση της επεξεργασίας και των μεταποιήσεων σε επίπεδο δασμολογικής κλάσεως και όχι μόνο σε επίπεδο υλικών εργασιών που έχουν διενεργηθεί επί των εμπορευμάτων, υπό την έννοια των κανονισμών 802/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968 και 1039/71 της Επιτροπής, της 24ης Μαΐου 1971, περί του καθορισμού της καταγωγής ορισμένων υφαντουργικών προϊόντων (ΕΕ ειδ. έκδ., 02/001, σ. 125). Μπορούσε συνεπώς να τεθεί το ερώτημα μήπως οι εξαιρέσεις που ορίζονται από το άρθρο 2 του κανονισμού 749/78 συνιστούν μέτρο απαγορευόμενο από το άρθρο 30 της συνθήκης ΕΟΚ.
Με απόφαση της 15ης Μαρτίου 1982, το Tribunal de police του Στρασβούργου, κατ'εφαρμογή του άρθρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ, ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Η ερμηνεία της συνθήκης ΕΟΚ, και ιδίως του άρθρου της 30, οδηγεί μήπως στη σκέψη ότι οι όροι που επιβάλλει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 749/78 της Επιτροπής της 10ης Απριλίου 1978, στα άρθρα του 1 και 2, για να προσδώσει σε ορισμένα υφαντουργικά προϊόντα, σε σχέση προς την τελωνειακή ρύθμιση, το νομικό χαρακτηρισμό προϊόντων καταγωγής κράτους μέλους της ΕΟΚ, αποτελεί ή όχι μέτρο ισοδύναμο προς ποσοτικό περιορισμό;»
4.
Η απόφαση περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 28 Μαΐου 1982.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΟΚ, κατάθεσαν γραπτές παρατηρήσεις η εταιρεία Wuppertaler Garnbleicherei und Färberei Eduard Goebel, o Wolfgang Hasenack και o Joseph Deltour, εκπροσωπούμενοι από τους Jean-Claude Woog και Jean-François Durand, δικηγόρους Παρισιού, o Pierre Allenbach και η εταιρεία Allenbach καθώς και ο Paul Leclaire και η εταιρεία Éts. Tricotage mécanique de Marmoutier, εκπροσωπούμενοι από τον Daniel Ohi, δικηγόρο Στρασβούργου, ο Paul Cousin και η εταιρεία Woehl, ο Jean Schmitt και η εταιρεία Heppner καθώς και ο Jean-Daniel Seegmuller και η εταιρεία Seegmuller, εκπροσωπούμενοι από τον F. Girard, δικηγόρο Παρισιού, η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από τον avvocato dello Stato Aldo Linguiti, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το νομικό της σύμβουλο Rolf Wägenbaur.
Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, αποφάσισε, με διάταξη της 28ης Οκτωβρίου 1982, σύμφωνα με το άρθρο 95 του κανονισμού διαδικασίας, την ανάθεση της εκδικάσεως της υποθέσεως στο πέμπτο τμήμα και την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Το Δικαστήριο ζήτησε όμως από την WGF και την Επιτροπή να απαντήσουν εγγράφως, πριν από την επ'ακροατηρίου συζήτηση, σε ορισμένα ερωτήματα που αφορούν τις εργασίες που πραγματοποίησε η WGF και τις αιτιολογικές σκέψεις που στηρίζουν τον κανονισμό 749/78.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ
1. Παρατηρηθείς τΐ]ς εταιρείας Wuppertaler Garnbleicherei und Färberei Eduard Goebel τον Hasenack και rov Deltom
Η εταιρεία WGF, οι Hasenack και Deltour παρατηρούν ότι, δυνάμει του άρθρου 5 του κανονισμού 802/68, η καταγωγή των προϊόντων που προκύπτουν από εισαγόμενα προϊόντα είναι οικονομικής προ πάντων φύσεως διότι προϋποθέτει ουσιώδη μεταποίηση ή κατεργασία και οικονομικώς δικαιολογημένη μεταποίηση. Στα υφαντουργικά προϊόντα, κυρίως δε για το «fil d'Écosse», η Επιτροπή θεώρησε ότι τα κριτήρια αυτά πληρούνται όταν τα προϊόντα έχουν υποστεί πλήρη μεταποίηση που αντιπροσωπεύει ένα στάδιο της κατασκευής, όπως είναι η περίπτωση κατά την οποία η πλήρης μεταποίηση έχει ως αποτέλεσμα την υπαγωγή του προϊόντος σε δασμολογική κλάση, διαφορετική από εκείνη που αντιστοιχεί σε καθένα από τα χρησιμοποιηθέντα προϊόντα.
Από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 749/78 διαφαίνεται η βούληση της Επιτροπής να επιφέρει παρεκκλίσεις στον κανόνα του άρθρου 5 του κανονισμού 802/68. Η εξέταση των διατάξεων του κανονισμού 749/78 δείχνει ότι οι περιπτώσεις στις οποίες οι επεξεργασίες ή μεταποιήσεις πρέπει να θεωρούνται ως μη πλήρεις είναι πολύ περισσότερες από τις θεωρούμενες ως πλήρεις. Τα πολυάριθμα, ιδίως, προϊόντα που έχει υπόψη του ο πίνακας Α, μεταξύ των οποίων και τα νήματα από βαμβάκι μη συσκευασμένα για τη λιανική πώληση, υπόκεινται σε καθεστώς που εισάγει εξαιρέσεις και παρεκκλίσεις και το οποίο ορίζει αυστηρότερες προϋποθέσεις για την απόκτηση της κοινοτικής καταγωγής.
Η εξαίρεση αυτή είναι ακόμη περισσότερο αυστηρή και αδικαιολόγητη διότι οι εργασίες στο νήμα, που πραγματοποίησε η WGF, ήταν πολύ σημαντικές. Υπό την έννοια του άρθρου 5 του κανονισμού 802/68, οι εργασίες ατμίσεως, μερσερισμού και βαφής είναι «ουσιώδης επεξεργασία», «αντιπροσωπεύουσα σημαντικό στάδιο παραγωγής». Η άποψη αυτή ενισχύεται από το περιεχόμενο του κανονισμού 1039/71 του Συμβουλίου, της 24ης Μαΐου 1971, περί του καθορισμού της καταγωγής ορισμένων υφαντουργικών προϊόντων (ΕΕ ειδ. έκδ., 02/001, σ. 125), κατά το οποίο νέα καταγωγή προσδίδει στο προϊόν, ιδίως, η «βαφή, εφόσον συνοδεύεται από οιαδήποτε εργασία τελειοποιήσεως, η οποία έχει ως αποτέλεσμα να καταστήσει το βαμμένο προϊόν αμέσως χρησιμοποιήσιμο στην κατάσταση που ευρίσκεται». Η WGF είναι επιχείρηση ιδιαίτερα εξοπλισμένη για τις εργασίες βαφής, ατμίσεως και μερσερισμού. Πρόκειται για σύνθετες εργασίες, υψηλού τεχνικού επιπέδου, οι οποίες επιτρέπουν τη δημιουργία ενός υφαντουργικού προϊόντος ανώτερης τεχνικής και εμπορικής αξίας και το οποίο είναι χρησιμοποιήσιμο στην κατάσταση που βρίσκεται ενώ αυτό θα ήταν αδύνατο πριν από τις εργασίες αυτές.
Ο κανονισμός 749/78 και ο πίνακας του Α καταλήγουν, συνεπώς, αυθαίρετα, να στερούν από το προϊόν που εξάγει η WGF την ιδιότητα του προϊόντος κοινοτικής καταγωγής προκειμένου να προστατεύσουν εθνικά συμφέροντα αντίθετα προς το πνεύμα της συνθήκης.
Η περιγραφή, άλλωστε, στο άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 749/78, των τεχνικών εργασιών που δεν μπορούν να προσδώσουν σε ένα προϊόν το χαρακτήρα καταγωγής δεν έχει καμία σχέση με τις διεργασίες στις οποίες η WGF υποβάλλει τις υφαντικές ίνες, γεγονός το οποίο αποδεικνύει a contrario ότι τα προϊόντα αυτά μπορούν να θεωρούνται ότι έχουν υποστεί εργασίες επαρκείς για να προσδώσουν το χαρακτήρα κοινοτικής καταγωγής.
Ο κανονισμός 749/78 δεν ανταποκρίνεται ούτε στους στόχους ούτε στις απαιτήσεις του κανονισμού 802/68, κατ' εφαρμογή του οποίου εξεδόθη, καθόσον δε λαμβάνει υπόψη τις ιδιαίτερες υλικές ιδιότητες του προϊόντος που προκύπτει μετά τη μεταποίηση.
Η Επιτροπή, χωρίς να είναι αρμοδία, έλαβε νέα μέτρα πιο περιοριστικά από τα προβλεπόμενα στο άρθρο 5 του κανονσμού 802/68 και παραμόρφωσε την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως. Το άρθρο 2 του κανονισμού 749/78 καθώς και τα παραρτήματα είναι συνεπώς ανίσχυρα.
Ο κανονισμός αυτός συνιστά, επί πλέον, μέτρο ισοδύναμο προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών. Αφενός, αντιθέτως προς την απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Δεκεμβρίου 1976 (υπόθεση 41/76, Donckerwolcke, Recueil σ. 1921), έχει ως αποτέλεσμα να υποχρεώνει τον εισαγωγέα να δηλώνει άλλη καταγωγή από αυτήν που δύναται λογικώς να γνωρίζει. Αφετέρου, επιτρέπει στις εθνικές τελωνειακές αρχές να εφαρμόζουν μέτρα περιοριστικά επί των εισαγωγών. Εξαιτίας του κανονισμού αυτού, η εισαγωγή των προϊόντων αυτών στο γαλικό έδαφος υπόκειται σε άδεια εισαγωγής (D 1), παρόλον ότι πρόκειται για προϊόντα που κυκλοφορούν ελεύθερα. Η χορήγηση αυτής της άδειας εισαγωγής απαιτεί γενικώς τουλάχιστον ένα μήνα και τα εμπορεύματα εναποθηκεύονται από το τελωνείο επί δύο έως έξι εβδομάδες, δημιουργώντας έτσι δαπάνες υπό μορφή αποθηκεότρων και παρεμποδίζοντας την ταχύτητα στη διάθεση στο εμπόριο που είναι ιδιαιτέρως αναγκαία στην υφαντουργική βιομηχανία.
Η WGF, ο Hasenack και ο Deltour προτείνουν να δοθεί, συνεπώς, στο ερώτημα που υποβλήθηκε η ακόλουθη απάντηση:
1.
Η Επιτροπή, θεσπίζοντας με τον κανονισμό 749/78, υπό το πρόσχημα εφαρμογής μέτρα πιο περιοστικά από τα περιεχόμενα στον κανονισμό 802/68, με την εφαρμογή του οποίου είχε επιφορτισθεί, υπερέβη την εξουσία της και, κατά συνέπεια, ο κανονισμός 749/78, ιδιαιτέρως δε τα άρθρα του 1 και 2, είναι ανίσχυρος.
2.
Οι περιοριστικές διατάξεις που επέβαλε η Επιτροπή με τον κανονισμό της 749/78, οι οποίες ελήφθησαν κατά παράβαση του κανονισμού 802/68 του Συμβουλίου, δημιουργούν υλικά, εμπορικά και οικονομικά εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και συνιστούν, επομένως, μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος απαγορευόμενα από το άρθρο 30 της συνθήκης.
2. Παρατηρηθείς τον Piene Allenbaé και της εταιρείας Alienbach καθώς και τον Paul Lee/aire και της εταιρείας Éts. Tricotage mécanique de Marmonner
Οι γάλλοι εισαγωγείς βαμβακερών νημάτων που τους παραδίδει η WGF, εταιρείες Allebach και Éts. Tricotage mécanique de Marmoutier και οι διευθύνοντες τες, παρατηρούν, καταρχάς, ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η υποχρέωση αναγραφής στο έγγραφο διασαφήσεως της χώρας καταγωγής δεν συνιστά μέτρο ισοδύναμο προς ποσοτικό περιορισμό υπό τον όρο ότι πρόκειται για εμπορεύματα που υπάγονται σε μέτρα εμπορικής πολιτικής, τα οποία το κράτος μέλος εισαγωγής έλαβε σύμφωνα με τη συνθήκη. Η Γαλλία, όμως, κατά την κρίσιμη περίοδο, δεν είχε ζητήσει την εφαρμογή του άρ9ρου 115 της συνθήκης ΕΟΚ για τα νήματα προελεύσεως Αιγύπτου και Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Επομένως, η εποπτεία που ασκείται βάσει εθνικών διατάξεων είναι παράνομη και αντίθετη προς το άρ9ρο 30 της συνθήκης ΕΟΚ. Μελλοντικά μέτρα προστασίας δεν μπορούν να συνιστούν τη νομική θεμελίωση ούτε γενικής και συνεχούς υποχρεώσεως των εισαγωγέων να ζητούν άδεια ούτε υποχρεώσεως να παρέχουν την ένδειξη της χώρας καταγωγής των εισαγόμενων προϊόντων.
Η εφαρμογή του κανονισμού 749/78, οδηγεί περαιτέρω στην υποχρέωση του εισαγωγέα να δηλώνει περί της καταγωγής, αντίθετα προς την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Donckenvolcke, πλέον αυτών που γνωρίζει ή μπορεί λογικά να γνωρίζει. Μολονότι ο εισαγωγέας μπορεί να γνωρίζει ότι το βασικό προϊόν κατειργάσθη στη Γερμανία, του είναι αδύνατο ή εξαιρετικά δύσκολο να γνωρίζει την κατάσταση στην οποία η WGF προμηθεύθηκε αυτό το ίδιο βασικό προϊόν και ο ρόλος του δεν είναι να διενεργεί έρευνες εντός των εγκαταστάσεων της WGF. Η κανονιστική ρύθμιση περί της καταγωγής των νημάτων από βαμβάκι, δημιουργώντας για τον εισαγωγέα εξαιρετικά σοβαρές δυσκολίες στην έρευνα για τον προσδιορισμό της χώρας καταγωγής, έχει ως αποτέλεσμα, αν όχι ως στόχο, τον περιορισμό των συναλλαγών. Η ρύθμιση αυτή, όμως, δεν αποσκοπεί σε εμπορική άμυνα ούτε εμφανίζεται ως μέσο προστατευτισμού. Στη ρύθμιση αυτή προστίθεται, εν προκειμένω, ένα μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος που έλαβε η Γαλλία, δηλαδή η υποχρεωτική άδεια εισαγωγής.
Όσον αφορά τα κριτήρια περί της καταγωγής, η Επιτροπή χρησιμοποίησε στον κανονισμό 749/78 την έννοια της «πλήρους μεταποιήσεως», ενώ ο κανονισμός του Συμβουλίου 802/68 απαιτούσε μόνο «ουσιώδη κατεργασία ή μεταποίηση». Πρόκειται, άρα, προφανώς, περί πολύ πιο περιοριστικού όρου. Μεταξύ των εναλλακτικών κριτηρίων του άρθρου 5 του κανονισμού 802/68, η Επιτροπή έχει επιλέξει σκοπίμως το κριτήριο της «κατασκευής ενός νέου προϊόντος». Η περιοριστική αυτή αντίληψη της καταγωγής και η αναφορά στο Κοινό Δασμολόγιο ως αποφασιστικού κριτηρίου, αμφισβητουμένου ενόψει της «ουσιώδους μεταποιήσεως», αντιβαίνουν στο άρθρο 5 του κανονισμού 802/68 του Συμβουλίου, υπέρτερο νομικό κανόνα.
Σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου της 26ης Ιανουαρίου 1977 (υπόθεση 49/76, Gesellschaft für Überseehandel, Recueil σ. 41), για την εφαρμογή των γενικών κριτηρίων που θέτει ο κανονισμός 802/68, η στήριξη στην καθαρώς αφηρημένη θεώρηση της τελωνειακής ονοματολογίας είναι απρόσφορη και ελλιπής. Οι εργασίες που πραγματοποίησε η WGF συνιστούν ουσιώδη κατεργασία εφόσον ήταν κάπως πολύπλοκες, διαδραμάτιζαν σημαντικό ρόλο στη διαδικασία παραγωγής του νήματος και κατάληγαν στη μεταβολή της εμφανίσεως και των ουσιωδών ιδιοτήτων αντοχής και στερεότητας του έτοιμου νήματος. Επρόκειτο για τις τελευταίες εργασίες που πραγματοποιήθηκαν επί του προϊόντος πριν την πώληση του στην κατάσταση που βρίσκεται και για κατεργασία οικονομικώς δικαιολογημένη χωρίς την οποία το νήμα δεν ήταν χρησιμοποιήσιμο. Η κατεργασία αυτή πραγματοποιήθηκε σε επιχείρηση ειδικώς εξοπλισμένη για το σκοπό αυτόν. Ο κανονισμός 749/78, λαμβάνοντας υπόψη μόνο τα βασικά προϊόντα που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή του βαμβακερού νήματος, παρέβη κατ' ανάγκη τις διατάξεις του άρθρου 5 του κανονισμού 802/68.
Ο Allebach και η εταιρεία Alienbach καθώς και ο Leclaire και η εταιρεία Éts. Tricotage mécanique de Marmoutier προτείνουν, επομένως, να δοθεί, στο ερώτημα που υποβλήθηκε η ακόλουθη απάντηση:
Η συνθήκη της Ρώμης και ιδιαιτέρως τα άρθρα της 9 επ. 30, 110 και 115 καθώς και άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η αρχή, σύμφωνα με την οποία απαιτείται η δήλωση καταγωγής των εμπορευμάτων κατά τον εκτελωνισμό, είναι παράνομη και συνιστά μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος προς προσοτικό περιορισμό.
Εν πάση περιπτώσει, ο κανονισμός 749/78 θέτει κριτήρια για τον καθορισμό της καταγωγής των εμπορευμάτων, τα οποία αντιβαίνουν προς τους γενικούς κανόνες του κανονισμού 802/68 και συνιστούν μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς.
3. Παρανηρήαεις νου Cousin και νης εταιρείας Woehl, vov Schmitt και νης εταιρείας Heppner κααώς και vov Seegmuller και νης εναιρείας Seegmuller
Οι εκτελωνιστές, Cousin και η εταιρεία Woehl, Schmitt και η εταιρεία Heppner καθώς και ο Seegmuller και η εταιρεία Seegmuller, υποστηρίζουν ότι με τους ενώπιον του Tribunal de police ισχυρισμούς της διευθύνσεως τελωνείων επιχειρείται να αφαιρεθεί κάθε περιεχόμενο από την έννοια «εύλογος», την οποία χρησιμοποίησε το Δικαστήριο, ιδίως στην απόφαση του Donckerwolcke, διότι ο εκτελωνιστής υποχρεώνεται να ερευνά την ακρίβεια των οδηγιών που λαμβάνει και δημιουργείται αυτόματα ευθύνη του, ανεξάρτητα αν είχε τη δυνατότητα να γνωρίζει την καταγωγή των εμπορευμάτων. Η άποψη αυτή δεν αντιβαίνει μόνο προς την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Donckerwolcke, αλλά, επί πλέον, στις διαβεβαιώσεις που έδωσε η γαλλική διεύθυνση τελωνείων σε επιστολή που απεύθυνε στην ομοσπονδία εκτελωνιστών, σύμφωνα με την οποία, εκτός από τις περιπτώσεις ιδίου πταίσματος, δεν θα ασκείται ποινική δίωξη κατά των εκτελωνιστών. Οι ισχυρισμοί αντιβαίνουν επίσης στην αρχή της ασφάλειας του δικαίου, την οποία έθεσε το Δικαστήριο με την απόφαση του της 9ης Ιουλίου 1981 (υπόθεση 169/80, Gondrand, Recueil σ. 1931).
Οι διατάξεις του κανονισμού 749/78 δεν επιτυγχάνουν να αποκρύψουν τις παρεκκλίσεις από την αρχή του άρδρου 5 του κανονισμού 802/68 τις οποίες εθέσπισε. Ενώ ο κανονισμός 802/68 έθετε δύο εναλλακτικές προϋποθέσεις, δηλαδή την κατασκευή ενός νέου προϊόντος ή προϊόντος αντιπροσωπεύοντας σημαντικό στάδιο παραγωγής, ο κανονισμός 749/78 χρησιμοποιεί τις προϋποθέσεις αυτές σωρευτικώς, απαιτώντας τα προϊόντα να έχουν υποστεί πλήρη μεταποίηση που να αντιπροσωπεύει στάδιο κατασκευής. Η WGF έχει επαυξήσει σημαντικά την αξία του εισαγόμενου νήματος και το προϊόν είναι νέο από εμπορικής απόψεως, υπό την έννοια ότι προορίζεται προς πώληση για άλλη κατηγορία εμπόρων.
Οι εισαγόμενες από τον κανονισμό 749/78 παρεκκλίσεις αυτές πρέπει να ληφθούν υπόψη για τον έλεγχο της νομιμότητας του: είτε ο κανονισμός 749/78 όφειλε να εφαρμόσει τον κανονισμό 802/68 και δεν μπορεί να περιέχει κανέναν κανόνα που να εισάγει παρέκκλιση από το άρθρο του 5 είτε πρόκειται για διατάξεις που παρεκκλίνουν από τον κανονισμό 802/68 και στην περίπτωση αυτή δεν θα μπορούσαν να ληφθούν παρά μόνο κατ' εφαρμογή του άρθρου 235 της συνθήκης ΕΟΚ.
Επί πλέον, αν ο κανονισμός 749/78 δεν συνιστά μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος, η πρακτική των γαλλικών αρχών συνιστά τέτοια μέτρα τα οποία απαγορεύονται, καθόσον διώκονται ποινικώς πρόσωπα που αποδεικνύουν την καλή πίστη τους και την αδυναμία τους να γνωρίζουν την πραγματική καταγωγή των εμπορευμάτων.
Ο Cousin και η εταιρεία Woelil, ο Schmitt και η εταιρεία Heppner καθώς και ο Seegmuller και η εταιρεία Seegmuller προτείνουν, επομένως, να δοθεί, στο ερώτημα που υποβλήθηκε η ακόλουθη απάντηση:
Ο κανονισμός 749/68 είναι παράνομος διότι ελήφθη από αναρμόδια αρχή και χωρίς να τηρηθεί η δέουσα διαδικασία που επιβάλλει το άρθρο 235 της συνθήκης ΕΟΚ.
Ανεξάρτητα από την καταγωγή των εμπορευμάτων τα οποία, βρισκόμενα σε ελεύθερη κυκλοφορία, διατίθενται στην κατανάλωση εντός άλλου κράτους μέλους της Κοινότητας, κάθε υποχρέωση, περί αναγραφής της πρώτης πραγματικής ή υποτιθέμενης καταγωγής, συνοδευόμενη από ποινικές κυρώσεις, εφόσον ο καθού η ποινική δίωξη δύναται να αντιτάξει ακριβείς οδηγίες και ενδείξεις, συνιστά μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό. Η υποχρέωση διενέργειας έρευνας, προκειμένου να γίνει η δήλωση της καταγωγής των εμπορευμάτων, δεν επιβάλλει στο συντάκτη της δηλώσεως να καθορίζει την έκταση της κατεργασίας που πραγματοποιήθηκε στη χώρα που εξήγαγε τα εμπορεύματα.
4. ϋαρατηρήσεις της κνΰερνήοεως τηςίνα-Αικής Δ7]μοκρανίας
Η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας παρατηρεί ότι το ζήτημα που ανέκυψε έχει λάβει ήδη απάντηση στη νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1976, υπόθεση 41/76, Donckerwolcke, Recueil σ. 1921). Πρόκειται για την κατ' ειδικότερο τρόπο αξιολόγηση του σε σχέση προς τις διατάξεις του κανονισμού 749/78.
Έχει αναγνωρισθεί η νομιμότητα της υποχρεώσεως δηλώσεως της χώρας καταγωγής. Στον τομέα των υφαντουργικών προϊόντων η δήλωση καταγωγής είναι καθοριστικής σημασίας για την αποτελεσματική λειτουργία της κοινοτικής πολιτικής, η οποία βασίζεται στην καθιέρωση ποσοστώσεων αυτοπεριορισμού των εξαγωγών που κατανέμονται με ακρίβεια μεταξύ των διαφόρων κρατών μελών, για να καταστεί δυνατή η ενδεχόμενη προσφυγή σε μέτρα διασφαλίσεως, τα οποία προβλέπει το άρθρο 115 της συνθήκης ΕΟΚ. Αν, όμως, ζητηθεί από τον εισαγωγέα να δηλώνει πλέον των όσων γνωρίζει ή δύναται λογικώς να γνωρίζει, η υποχρέωση αυτή θα μπορούσε τότε να καταστεί ασυμβίβαστη προς το άρθρο 30.
Δεν καθίσταται, επομένως, σαφές κατά ποιο τροόπο τα άρθρα 1 και 2 του κανονισμού 749/78 μπορούν να έρχονται σε αντίθεση προς το άρθρο 30. Αντιθέτως, οι διατάξεις αυτές, καθιερώνοντας ακριβή κριτήρια για την εξακρίβωση της καταγωγής, που ισχύουν σε όλα τα κράτη μέλη, συμβάλλουν στη δημιουργία καλύτερων συνθηκών για την τήρηση της υποχρεώσεως υποβολής δηλώσεως. Ο ενδεχομένως δυσανάλογος χαρακτήρας της υποχρεώσεως αυτής δεν προκύπτει καθόλου από την εφαρμογή του κανονισμού αυτού, αλλά μόνο από ειδικές συνθήκες που πρέπει να αξιολογούνται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.
Σε απάντηση στο ερώτημα που υποβλήθηκε προσήκει, επομένως, να επιβεβαιωθούν οι αρχές που αναφέρονται στην απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1976 και να αποκλεισθεί ότι οι διατάξεις του κανονισμού 749/78 δημιουργούν κατάσταση, η οποία απαγορεύεται από το άρθρο 30 της συνθήκης.
5. Παρατηρήσεις της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Η Επιτροπή παρατηρεί καταρχάς ότι, λαμβανομένων υπόψη των διαφόρων ερμηνειών στις οποίες οδηγεί η κατ' ανάγκη πολύ γενική διατύπωση του κανονισμού 802/68, καθίστατο αναγκαία η λήψη διατάξεων εφαρμογής. Ο κανονισμός 749/78 ανταποκρίνεται στην ανάγκη ακριβούς καθορισμού για κάθε υφαντουργικό προϊόν, μέσω της ερμηνείας του άρθρου 5 του κανονισμού 802/68, των μεταποιήσεων που του προσδίδουν την καταγωγή μιας χώρας ή της Κοινότητας. Η επιλογή του συστήματος που καθιέρωσε ο κανονισμός 749/78 υπαγορεύθηκε από τη σκέψη ότι το σύστημα αυτό είχε ήδη επιλεγεί για την εφαρμογή γενικευμένων προτιμήσεων υπέρ των υπό ανάπτυξη χωρών, δηλαδή από τον κανονισμό 2966/77 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1977, περί του καθορισμού της έννοιας των καταγόμενων προϊόντων για την εφαρμογή των δασμολογικών προτιμήσεων εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας για ορισμένα προϊόντα υπό ανάπτυξη χωρών (JO L 350, σ. 1).
Όσον αφορά την προκειμένη περίπτωση, οι διεργασίες, συνιστάμενες στην «άτμιση, μερσερισμό, περιέλιξη προ της βαφής και νέα περιέλιξη» των βαμβακερών νημάτων, δεν προσδίδουν το χαρακτήρα «προϊόντων καταγωγής».
Το ερώτημα που υπέβαλε το Tribunal de police του Στρασβούργου αφορά αποκλειστικά την ερμηνεία του άρθρου 30 και ιδίως, δεν αποβλέπει στο αν ο κανονισμός 749/78 συμβιβάζεται με το άρθρο 5 του κανονισμού 802/68. Εφόσον το Tribunal δεν υπέβαλε κανένα ερώτημα περί του κανονισμού 802/68, παρέλκει η διερεύνηση της ερμηνείας του άρθρου 5 του κανονισμού αυτού. Πρέπει, πάντως, να επιστηθεί η προσοχή του Tribunal επί της ενδεχόμενης εφαρμογής του άρθρου 5 του κανονισμού 802/68 στις εισαγωγές που διενεργήθηκαν προ της θέσεως σε ισχύ του κανονισμού 749/78, την 1η Μαΐου 1978.
Το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει στα όργανα της Κοινότητας κάποια ελευθερία κατά την άσκηση των νομοθετικών αρμοδιοτήτων τους, εφόσον τα εν λόγω μέτρα εντάσσονται σε ένα πλαίσιο ευνοϊκό για την ελευθερία των συναλλαγών. Αν και βάσει των οικονομικών κριτηρίων του κανονισμού 802/68 υποστηρίζεται ότι ορισμένες μεταποιήσεις ή κατεργασίες προσδίδουν την καταγωγή του εν λόγω κράτους μέλους, ενώ αυτό αποκλείεται βάσει του ειδικού κανόνα του κανονισμού 749/78, ο τελευταίος αυτός κανονισμός δεν αντιβαίνει, για το λόγο αυτό, προς το άρθρο 30. Συνιστά μέτρο εφαρμογής του άρδρου 5 του κανονισμού 802/68, του οποίου τα γενικά κριτήρια προκάλεσαν διαφορετικές ερμηνείες. Η διευκρίνιση του κανονισμού 749/78 χαρακτηρίζεται αναμφιβόλως από έλλειψη ελαστικότητας. Αντιστρόφως, όμως, ο κανονισμός αυτός ανταποκρίνεται πλήρως στο στόχο του δημιουργώντας βέβαια ασφάλεια δικαίου. Η Επιτροπή, δεν παρέβη επομένως, τα καθορισμένα όρια κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της.
Η Επιτροπή παρατηρεί εξάλλου ότι δεν είναι σαφές κατά ποιο τρόπο η εξαιτίας του κανονισμού 749/78 μεταβολή νομικού καθεστώτος συνεπάγεται εμπόδια στις συναλλαγές. Η εισαγωγή στη Γαλλία βαμβακερών νημάτων μη συσκευασμένων για τη λιανική πώληση, τα οποία κυκλοφορούν ελευθέρως στη Γερμανία, αλλά κατάγονται από τις Ηνωμένες Πολιτείες ή την Αίγυπτο, είναι ελεύθερη και διενεργείται άνευ καταβολής δασμών, εφόσον η Γαλλία δεν έχει θεσπίσει μέτρα διασφαλίσεως βάσει του άρθρου 115 της συνθήκης ΕΟΚ.
Η Επιτροπή προτείνει επομένως να δοθεί, η ακόλουθη απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε το Tribunal de police του Στρασβούργου:
Κατά την έννοια του άρθρου 30 της συνθήκης ΕΟΚ, ο κανονισμός της Επιτροπής 749/78 που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή του κανονισμού 802/68 του Συμβουλίου και ισχύει από 1ης Μαΐου 1978, κατά τον οποίο βαμβακερά νήματα μη συσκευασμένα για τη λιανική πώληση (δασμολογική κλάση 55.05) δεν θεωρούνται καταγωγής μιας χώρας παρά μόνο αν έχουν κατασκευαστεί από προϊόντα των δασμολογικών κλάσεων 55.01 ή 55.03 του Κοινού Δασμολογίου, δεν αφορά τη διάταξη αυτή της Συνθήκης.
III — Απαντήσεις στα ερωτήματα που υπέβαλε το Δικαστήριο
1.
Η WGF, εις απάντηση των ερωτημάτων που της υπέβαλε το Δικαστήριο, παρέσχε τις ακόλουθες διευκρινίσεις επί των εργασιών που έχει η ίδια πραγματοποιήσει:
Η άτμιση του ακατέργαστου νήματος είναι μέθοδος τελειοποιήσεως κατά την οποία τα μικρά χνούδια και οι μικρές ίνες που εξέχουν από το στριμμένο νήμα καίγονται. Το βαμβακερό νήμα, έτσι, γίνεται πιο λείο και αποκτά απαλότερη αφή και ωραιότερη όψη. Η άτμιση γίνεται με τη βοήθεια καυστήρων αερίου στο κινούμενο νήμα.
Ο μερσερισμός είναι η επεξεργασία του βαμβακιού εντός ισχυρού υγρού με σύγχρονη έλξη. Σκοπός του είναι να προσδώσει στο νήμα στιλπνότητα παρόμοια με αυτήν του μεταξιού και να βελτιώσει την ανθεκτικότητα του.
Η βαφή την οποία διενεργεί η WGF γίνεται σε ένα από τα πιο σύγχρονα συυστήματα βαφής, όπου δύνανται να βάφονται μέχρι 800 κιλά, το δε σύστημα είναι εξοπλισμένο με έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή για να εξασφαλίζεται συνεχώς η ακρίβεια των χρωμάτων και επιτυγχάνεται αντοχή στην πλύση σε θερμοκρασία 80 βαθμών ή ακόμη και σε βρασμό. Με την επεξεργασία αυτή η WGF είναι σε θέση να επιτυγχάνει τους υψηλότερους βαθμούς αντοχής στον ιδρώτα και στην τριβή. Οι προδιαγραφές χρωμάτων που προσφέρει είναι μοναδικές στην Ευρώπη.
Η αύξηση της αξίας του τελικού προϊόντος σε σχέση με το ακατέργαστο νήμα, κατόπιν των εργασιών αυτών, ανέρχεται σε 159 °/ο. Οι εργασίες βαφής μόνο επιφέρουν αύξηση αξίας κατά 99 %.
Αυτές οι εργασίες τελειοποιήσεως καταλήγουν σε καθοριστική μεταβολή των ακατέργαστων νημάτων, όσον αφορά την οπτική τους εμφάνιση, αντοχή στη χρήση και ποιότητα καθαρισμού. Το ίδιο το ακατέργαστο νήμα δεν έχει ειδική χρησιμότητα. Δύναται να χρησιμοποιηθεί μόνο μετά από τις εργασίες τελειοποιήσεως για την παραγωγή, παραδείγματος χάρη, καλσών, T-Shirts ή πουλόβερ με γυριστό γιακά.
2.
Εις απάντηση ερωτήματος που της υπεβλήθη, η Επιτροπή εξέθεσε ως ακολούθως τους λόγους για τους οποίους επέλεξε την κλάση του Κοινού Δασμολογίου, στο πλαίσιο του κανονισμού 749/78, και απόκλεισε από την κατηγορία των εργασιών που προσδίδουν στο προϊόν το χαρακτήρα καταγωγής τις εργασίες ατμί-σεως, μερσερισμού, βαφής και επαναπεριελί-ξεως.
Το άρθρο 5 του κανονισμού 802/68 απαιτεί ερμηνεία των χρησιμοποιουμένων κριτηρίων για την οποία όμως ο κανονισμός δεν παρέχει διευκρινίσεις. Κατά συνέπεια, τα μέτρα εφαρμογής δύνανται να πραγματοποιηθούν με αρκετές μεθόδους, η καθεμιά από τις οποίες έχει ήδη εφαρμοστεί στο παρελθόν για ορισμένες περιπτώσεις. Μία πρώτη μέθοδος συνίσταται σε λεπτομερή περιγραφή της ουσιώδους επεξεργασίας ή κατεργασίας· μία δεύτερη μέθοδος συνίσταται στον καθορισμό του ποσοστού της προστιθέμενης αξίας που κρίνεται αναγκαία για την ύπαρξη ουσιώδους επεξεργασίας ή κατεργασίας' η τρίτη μέθοδος είναι η αλλαγή της δασμολογικής κλάσεως, συμπληρωμένη κατά περίπτωση με πρόσθετα κριτήρια. Η Επιτροπή επέλεξε αυτήν την τελευταία μέθοδο στον κανονισμό 749/78.
Η επιλογή του συστήματος αυτού δεν έγινε για λόγους οικονομικής φύσεως, αλλά λόγω των πρακτικών πλεονεκτημάτων που παρέχει. Παρόμοιο σύστημα είχε επιλεγεί από το 1971 για την εφαρμογή γενικευμένων προτιμήσεων υπέρ των αναπτυσσόμενων χωρών και, συνεπώς, οι επιχειρηματίες το εγνώριζαν καλά (πρβλ. κανονισμό 2966/77 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1977, περί καθορισμού της έννοιας του καταγόμενου προϊόντος για την εφαρμογή παρεχόμενης δασμολογικής προτιμήσεως από την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα προς ορισμένα προϊόντα αναπτυσσόμενων χωρών — JO L 350, σ. 1), Ένα υφαντουργικό προϊόν, εισαγόμενο από αναπτυσσόμενη χώρα, πρέπει να είναι σύμφωνο προς τις διατάξεις των συμφωνιών στον τομέα της υφαντουργίας, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων περί καταγωγής του κανονισμού 749/78, και, συγχρόνως, να συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις για προτίμηση, σύμφωνα με το σύστημα γενικευμένων προτιμήσεων, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων περί καταγωγής. Το σύστημα που επιλέγεται είναι επί πλέον απλό στην εφαρμογή του και παρέχει στους επιχειρηματίες ασφάλεια δικαίου.
Ο κανονισμός 749/78 αναφέρεται, στη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του, στην έννοια «πλήρης μεταποίηση που αντιποσωπεύει ένα στάδιο της κατασκευής». Στον τομέα της υφαντουργίας, για κάθε στάδιο κατασκευής (βαμβάκι σε μάζες — βαμβάκι λαναρισμένο ή κτενισμένο — νήμα — ύφασμα — ένδυμα), στο δασμολόγιο αντιστοιχεί νέα δασμολογική κλάση. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η άτμιση, ο μερσερισμός και η βαφή δεν αποτελούν πράγματι «ουσιώδη» κατεργασία γιατί το προϊόν συνίσταται, πριν και μετά, από βαμβακερά νήματα. Εν πάση περιπτώσει, δεν είναι δυνατό να γίνεται σχετικώς λόγος για «πλήρη μεταποίηση», όρο με τον οποίο ο κανονισμός 749/78 διευκρινίζει τις λέξεις «ουσιώδης μεταποίηση ή κατεργασία» του άρθρου 5 του κανονισμού 802/68.
IV — Προφορική διαδικασία
Κατά τη συνεδρίαση της 12ης Ιανουαρίου 1983, ο Cousin και η εταιρεία Woehl, ο Schmitt και η εταιρεία Hoppner καθώς και o Seegmuller και η εταιρεία Seegmuller εκπροσωπούμενοι από το δικηγόρο F. Girard, ο Allenbach και η εταιρεία Allenbach καθώς και o Leclaire και η εταιρεία Éts. Tricotage mécanique de Marmoutier, εκπροσωπούμενοι από το δικηγόρο Bollecker, o Hasenack και η εταιρεία Wuppertaler Garnbleicherei und Färberei Eduard Goebel καθώς και o Deltour εκπροσωπούμενοι από τους δικηγόρους Woog και Durand, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Wägenbaur ανάπτυξαν τις προφορικές παρατηρήσεις τους.
Ο γενικός εισαγγελέας ανάπτυξε τις προτάσεις του στη συνεδρίαση της 9ης Φεβρουαρίου 1983.
Σκεπτικό
1
Με απόφαση της 15ης Μαρτίου 1982, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 28 Μαΐου 1982, το Tribunal de police του Στρασβούργου υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 30 της συνθήκης ΕΟΚ και το κύρος του κανονισμού (ΕΟΚ) 749/78 της Επιτροπής, της 10ης Απριλίου 1978, περί καθορισμού της καταγωγής των υφαντουργικών προϊόντων των κεφαλαίων 51 και 53 έως 62 του Κοινού Δασμολογίου (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/006, σ. 146), για να μπορέσει να κρίνει αν συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο η ποινική δίωξη για ψευδείς δηλώσεις καταγωγής κατά την εισαγωγή βαμβακερών νημάτων.
2
Η δίωξη αυτή ασκήθηκε κατά ενός γερμανού προμηθευτή βαμβακερών νημάτων και του αντιπροσώπου του στη Γαλλία, δύο γάλλων πελατών του προμηθευτή αυτού, καθώς και κατά των εκτελωνιστών που ήταν επιφορτισμένοι με τις τελωνειακές διατυπώσεις για διάφορες εισαγωγές στη Γαλλία βαμβακερών νημάτων από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, για παράβαση των διατάξεων της γαλλικής τελωνειακής νομοθεσίας οι οποίες, προς το σκοπό συντάξεως τελωνειακών στατιστικών, επιβάλλουν να αναγράφεται η καταγωγή του εισαγόμενου εμπορεύματος επί των τελωνειακών εντύπων.
3
Ο προμηθευτής των βαμβακερών νημάτων, η εταιρεία Wuppertaler Garnbleicherei und Färberei Eduard Goebel (στο εξής WG F), Wuppertal της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, επί σειρά ετών και κυρίως μεταξύ 1978 και Οκτωβρίου 1980, παρέδωσε σε διάφορους γάλλους πελάτες, μεταξύ των οποίων στην εταιρεία Éts. Tricotage mécanique de Marmoutier και στην εταιρεία Allenbach, εγκατεστημένες αμφότερες στη Γαλλία, βαμβακερά νήματα μη συσκευασμένα για τη λιανική πώληση, υπαγόμενα στη δασμολογική κλάση 55.05 Β II του Κοινού Δασμολογίου. Τα έντυπα της διασαφήσεως είχαν συμπληρωθεί από εκτελωνιστές, τις εταιρείες Woehl, Heppner 'και Seegmuller, σύμφωνα με τις οδηγίες της WGF. Τα έντυπα ανέφεραν ως χώρα καταγωγής την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.
4
Σε μεταγενέστερη έρευνα, η γαλλική διεύθυνση τελωνείων διαπίστωσε ότι η WGF, επιχείρηση της υφαντουργικής βιομηχανίας τελικής επεξεργασίας, αγόραζε ακατέργαστα βαμβακερά νήματα, κυρίως από την Αίγυπτο και τις Ηνωμένες Πολιτείες, και, αφού τα έθετε σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, προτού τα πωλήσει προς χρήση, τα υπέβαλλε σε διάφορες εργασίες τελικής επεξεργασίας, δηλαδή σε βαφή και γενικά επίσης σε άτμιση και μερσερισμό. Η γαλλική διεύθυνση τελωνείων, κρίνοντας ότι οι εργασίες αυτές δεν επέτρεπαν, δυνάμει του κανονισμού 749/78, να θεωρηθεί η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας σαν χώρα καταγωγής των βαμβακερών νημάτων, άσκησε ποινική δίωξη, ενώπιον διάφορων Tribunaux de police (πταισματοδικείων), κατά της WGF και των διάφορων εταιρειών και προσώπων που αφορούσαν οι εν λόγω εισαγωγές.
5
Το Tribunal de police της Troyes, που επελήφθη μιας τέτοιας ποινικής διώξεως, έκρινε ότι οι επεξεργασίες που είχε πραγματοποιήσει η WGF ήταν ουσιώδεις και είχαν προσδώσει τη γερμανική καταγωγή στο νήμα και επομένως απάλλαξε τους κατηγορούμενους. Το Tribunal de police του Tourcoing, που επελήφθη άλλης διώξεως, καταδίκασε την WGF και το διευθυντή της, για κάθε περίπτωση εισαγωγής νημάτων, σε 106 πρόστιμα των 200 γαλλικών φράγκων το καθένα και τον εν λόγω εκτελωνιστή σε 106 πρόστιμα των 300 γαλλικών φράγκων το καθένα για τα οποία η WGF και ο διευθυντής της κηρύχθηκαν επί πλέον υπόχρεοι εις ολόκληρον, απάλλαξε δε τους οικείους γάλλους εισαγωγείς.
6
Το Tribunal de police του Στρασβούργου, που επελήφθη μιας παρόμοιας διώξεως στο πλαίσιο της κύριας δίκης, υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Η ερμηνεία της συνθήκης ΕΟΚ, και ιδίως του άρθρου της 30, οδηγεί στη σκέψη ότι οι όροι που επιβάλλει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 749/78 της Επιτροπής, της 10ης Απριλίου 1978, με τα άρθρα του 1 και 2, προκειμένου να προσδώσει σε ορισμένα υφαντουργικά προϊόντα, σε σχέση προς την τελωνειακή ρύθμιση, το νομικό χαρακτηρισμό προϊόντων καταγωγής κράτους μέλους της ΕΟΚ, αποτελούν ή όχι μέτρο ισοδύναμο προς ποσοτικό περιορισμό;»
Επί της σχετικής κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως
7
Το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 802/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί του κοινού ορισμού της έννοιας της καταγωγής των εμπορευμάτων (ΕΕ ειδ. έκδ., 02/001, σ. 20) ορίζει ότι
«εμπόρευμα, στην παραγωγή του οποίου παρεμβάλλονται δύο ή περισσότερες χώρες, θεωρείται ως καταγόμενο από τη χώρα όπου έγινε η τελευταία ουσιώδης μεταποίηση ή κατεργασία, οικονομικώς δικαιολογημένη, που επραγματοποιήθη σε επιχείρηση εξοπλισμένη για το σκοπό αυτό και που κατέληξε στην κατασκευή ενός νέου προϊόντος ή ενός προϊόντος αντιπροσωπεύοντας σημαντικό στάδιο παραγωγής».
Το άρθρο 14 του κανονισμού αυτού προβλέπει τη δυνατότητα της Επιτροπής, στο πλαίσιο της διαδικασίας που ορίζεται στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου αυτού και κατόπιν γνώμης της επιτροπής καταγωγής, να θεσπίζει τις αναγκαίες διατάξεις για την εφαρμογή του προαναφερόμενου άρθρου 5.
8
Η Επιτροπή, κάνοντας χρήση της δυνατότητας αυτής , με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 749/78 όρισε ότι τα υφαντουργικά προϊόντα, τα οποία αφορά ο κανονισμός αυτός, θεωρούνται καταγωγής μιας χώρας ή της Κοινότητας «εάν τα προϊόντα αποτέλεσαν σε αυτή αντικείμενο πλήρους μεταποιήσεως κατά την έννοια του άρθρου 2». Δυνάμει του τελευταίου αυτού άρθρου,
«ως πλήρεις θεωρούνται οι επεξεργασίες ή μεταποιήσεις:
α)
οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα την κατάταξη των προκυπτόντων προϊόντων σε δασμολογική κλάση άλλη από εκείνη η οποία αντιστοιχεί σε καθένα από τα χρησιμοποιηθέντα προϊόντα, εξαιρέσει πάντως εκείνων τα οποία απαριθμούνται στον πίνακα Α και επί των οποίων εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις του πίνακος τούτου.
β)
οι απαριθμούμενες στον πίνακα Β».
9
Η διάταξη αυτί] συμπληρώνεται από τους δύο πίνακες Α και Β που προσαρτώνται στον κανονισμό. Ο πίνακας Α απαριθμεί τις επεξεργασίες ή μεταποιήσεις που επιφέρουν αλλαγή δασμολογικής κλάσεως, αλλά δεν προσδίδουν το χαρακτήρα των προϊόντων καταγωγής στα προϊόντα που τις υφίστανται ή που δεν τον προσδίδουν παρά υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Αντίθετα, ο πίνακας Β απαριθμεί τις επεξεργασίες ή μεταποιήσεις που δεν συνεπάγονται αλλαγή δασμολογικής κλάσεως, αλλά που προσδίδουν πάντως το χαρακτήρα προϊόντων καταγωγής στα προϊόντα που τις υφίστανται. Τα εν λόγω προϊόντα, δηλαδή τα βαμβακερά νήματα που δεν είναι συσκευασμένα για τη λιανική πώληση της δασμολογικής κλάσεως 55.05 του Κοινού Δασμολογίου, δεν αναφέρονται παρά μόνο στον πίνακα Α με την πρόσθετη προϋπόθεση στο βασικό κανόνα για την πρόσδοση της καταγωγής: «κατασκευή από προϊόντα των δασμολογικών κλάσεων 55.01 ή 55.03», δηλαδή από βάμβακα σε μάζες ή από απορρίματα βάμβακος (συμπεριλαμβανομένων και των προερχομένων εκ της ξάνσεως νημάτων) μη κτενισμένα ούτε λαναρισμένα.
10
Τα μη συσκευασμένα για τη λιανική πώληση βαμβακερά νήματα, είτε πρόκειται για νήματα ακατέργαστα είτε για νήματα ατμισμένα, μερσερισμένα και βαμμένα, υπάγονται όλα στη δασμολογική κλάση 55.05 του Κοινού Δασμολογίου. Από αυτό προκύπτει ότι οι εργασίες ατμίσεως, μερσερισμού και βαφής δεν συνεπάγονται την κατάταξη του προϊόντος που αποκτάται με τον τρόπο αυτό σε δασμολογική κλάση διαφορετική από αυτή που αντιστοιχεί στο βασικό προϊόν. Δεδομένου ότι οι εργασίες αυτές που πραγματοποιούνται σε ακατέργαστο νήμα δεν αναφέρονται στο παράρτημα Β του κανονισμού (ΕΟΚ) 749/78, ο κανονισμός αυτός αποκλείει, επομένως, το να μπορούν οι εν λόγω εργασίες να προσδίδουν στο βαμβακερό νήμα νέα καταγωγή.
11
Πρέπει να προστεθεί ότι, όπως προκύπτει από τις παρατηρήσεις της WGF, η γερμανική καταγωγή των βαμβακερών νημάτων που η ίδια παρέδιδε δεν είχε αμφισβητηθεί ποτέ προτού τεθεί σε ισχύ ο κανονισμός 749/78 και ότι μόνο μετά την έναρξη της ισχύος του οι γαλλικές αρχές άσκησαν ποινική δίωξη για ψευδείς δηλώσεις καταγωγής κατ' εφαρμογή του κανονισμού αυτού.
12
Συναφώς, όπως προκύπτει από την απόφαση παραπομπής, με το ερώτημα που έχει θέσει το Tribunal de police του Στρασβούργου ερωτάται, στην ουσία, αφενός μεν αν ο κανονισμός (ΕΟΚ) 749/78 της Επιτροπής είναι έγκυρος στο μέτρο που αποκλείει το να προσδίδουν οι εργασίες ατμίσεως, μερσερισμού και βαφής την κοινοτική καταγωγή σε ακατέργαστα βαμβακερά νήματα που εισάγονται από τρίτες χώρες, αφετέρου δε αν στο άρθρο 30 της συνθήκης ΕΟΚ, πρέπει να δοθεί η ερμηνεία ότι η ποινική δίωξη που έχει ασκηθεί, κατ' εφαρμογή του κανονισμού αυτού, για ψευδείς δηλώσεις καταγωγής συνιστά μέτρο ισοδύναμο προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών και ότι το άρθρο αυτό θέτει περιορισμούς στις κυρώσεις που μπορούν να επιβληθούν στο πλαίσιο παρόμοιας ποινικής διώξεως.
Επί του κύρους του κανονισμού (ΕΟΚ) 749/78
13
Κατά τους κατηγορούμενους ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 749/78 της Επιτροπής είναι ανίσχυρος στο μέτρο που αποκλείει την κτήση της κοινοτικής καταγωγής λόγω των εν λόγω εργασιών. Αφενός μεν ο αποκλεισμός αυτός αντιβαίνει στο άρθρο 30 της συνθήκης ΕΟΚ, αφετέρου δε η Επιτροπή, θεσπίζοντας τη διάταξη αυτή, έχει υπερβεί την εξουσία που της παρέχει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 802/68 του Συμβουλίου.
14
Η Επιτροπή, η οποία υποστηρίζεται από την ιταλική κυβέρνηση, ισχυρίζεται ότι έκανε νόμιμη και ορθή χρήση της εξουσίας της να ερμηνεύει τους ασαφείς όρους του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 802/68, υιοθετώντας ένα απλό και σαφές κριτήριο και σύμφωνο, επί πλέον, με τα κριτήρια που προβλέπονται από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2966/77 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1977, περί του καθορισμού της έννοιας των καταγόμενων προϊόντων για την εφαρμογή των δασμολογικών προτιμήσεων εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας για ορισμένα προϊόντα υπό ανάπτυξη χωρών (JO L 350, σ. 1). Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 749/78 δεν περιέχει κανένα εμπόδιο στο εμπόριο για τα προϊόντα που κυκλοφορούν ελεύθερα μέσα στην Κοινότητα και, επομένως, δεν αντιβαίνει στο άρθρο 30 της συνθήκης ΕΟΚ.
15
Ως προς το σημείο αυτό, πρέπει πρώτα να παρατηρηθεί, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο με αποφάσεις του της 31ης Ιανουαρίου 1979 (Yoshida Nederland κατά Kamer van Koophandel en Fabrieken voor Friesland, υπόθεση 34/78, Recueil σ. 115' Yoshida κατά Industrie und Handelskammer Kassel, υπόθεση 114/78, Recueil σ. 151), ότι η Επιτροπή, κατά την έκδοση εκτελεστικών διατάξεων δυνάμει του άρθρου 14 του κανονισμού (ΕΟΚ) 802/68 του Συμβουλίου, οφείλει να μην υπερβεί τις εξουσίες που της παρέχει το Συμβούλιο για την εκτέλεση των κανόνων που το ίδιο έχει θέσει με τον κανονισμό αυτό και, ακριβέστερα, η Επιτροπή οφείλει να ορίσει ειδικά κριτήρια καταγωγής που να συμφωνούν με τα αντικειμενικά κριτήρια του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 802/68 του Συμβουλίου, νομικό έρεισμα του εκτελεστικού κανονισμού και πηγή των εξουσιών που άσκησε η Επιτροπή εκδίδοντας τον.
16
Επειδή τα ειδικά κριτήρια καταγωγής που θέσπισε η Επιτροπή με τον κανονισμό της (ΕΟΚ) 749/78 αντλούνται, κατά πρώτο λόγο, από τη δασμολογική κατάταξη των μεταποιημένων προϊόντων, πρέπει να σημειωθεί, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο με την απόφαση του της 26ης Ιανουαρίου 1977 (Gesellschaft für Überseehandel κατά Handelskammer Hamburg, υπόθεση 49/76, Recueil σ. 41), ότι για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΟΚ) 802/68 δεν αρκεί η αναζήτηση των κριτηρίων που καθορίζουν την καταγωγή των εμπορευμάτων στη δασμολογική κατάταξη των μεταποιημένων προϊόντων γιατί το Κοινό Δασμολόγιο έχει συνταχθεί σε συνάρτηση με ιδιαίτερες ανάγκες και όχι ανάλογα με τον προσδιορισμό της καταγωγής των προϊόντων. Αντίθετα, ο προσδιορισμός της καταγωγής των εμπορευμάτων, για να ανταποκρίνεται στο σκοπό και στις επιταγές του κανονισμού (ΕΟΚ) 802/68, πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενική και πραγματική διάκριση μεταξύ 6ασικού και μεταποιημένου προϊόντος, η οποία να εξαρτάται κυρίως από τις ειδικές υλικές ιδιότητες καθενός από τα προϊόντα αυτά.
17
Ωστόσο, οι αρχές αυτές δεν αντιτίθενται στο να διαθέτει η Επιτροπή, προκειμένου να ασκήσει την εξουσία που της έχει παράσχει το Συμβούλιο για την εφαρμογή του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 802/68, περιθώριο εκτιμήσεως, που να της επιτρέπει να διευκρινίζει τις αφηρημένες έννοιες της διατάξεως αυτής ενόψει ειδικών μεταποιήσεων ή επεξεργασιών. Η Επιτροπή δεν θεώρησε την αλλαγή δασμολογικής κλάσεως παρά σαν βασικό κανόνα, ο οποίος δικαιολογείται, αφενός μεν, από το ενδιαφέρον για την ασφάλεια του δικαίου, αφετέρου δε, από τις δυσχέρειες για τον προσδιορισμό πολύπλοκων οικονομικών καταστάσεων. Η Επιτροπή συμπλήρωσε και βελτίωσε αυτόν το βασικό κανόνα με τους προαναφερόμενους πίνακες Α και Β προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητες ειδικών μεταποιήσεων ή επεξεργασιών. Η επιλογή ενός τέτοιου συστήματος δεν αντιβαίνει καθαυτή στο άρθρο 5 του κανονισμού 802/68.
18
Εν προκειμένω, είναι 6έβαιο ότι ο κανονισμός (ΕΟΚ) 749/78 αποκλείει το να προσδίδουν στα νήματα οι εν λόγω εργασίες, που διενεργούνται επί ακατέργαστων νημάτων, το χαρακτήρα προϊόντος καταγωγής. Αντίθετα, ο πίνακας Β, ο οποίος απαριθμεί τις επεξεργασίες ή μεταποιήσεις που προσδίδουν το χαρακτήρα προϊόντων καταγωγής στα προϊόντα που τις υφίστανται χωρίς αλλαγή της δασμολογικής κλάσεως, περιλαμβάνει την «τύπωση ή βαφή συνοδευομένη από τις εργασίες τελειώματος ή φινιρίσματος (λεύκανση, χημικομηχανικό φινίρισμα, εμπότιση, τεχνική κατεργασία για να διατηρεί το ύφασμα σταθεράς τας διαστάσεις του κατά τη χρήση, μερσερισμός) υφασμάτων ακατέργαστων εις φυσικό χρώμα ή υφασμάτων πλεκτών ακατέργαστων εις φυσικό χρώμα». Ομοίως, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1039/71 της Επιτροπής, της 24ης Μαΐου 1971, περί του καθορισμού της καταγωγής ορισμένων υφαντουργικών προϊόντων (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/001, σ. 125), του οποίου οι διατάξεις έχουν αντικατασταθεί από τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 749/78, είχε ήδη προβλέψει σαν εργασία που προσδίδει το χαρακτήρα προϊόντων καταγωγής σε υφάσματα και σε πλεκτά υφάσματα τη «βαφή, εφόσον συνοδεύεται από οιαδήποτε εργασία τελειοποιήσεως, η οποία έχει ως αποτέλεσμα να καταστήσει το βαμμένο προϊόν αμέσως χρησιμοποιήσιμο στην κατάσταση που ευρίσκεται».
19
Η εκτίμηση αυτή, σχετικά με τη βαφή που συνοδεύεται από άλλες εργασίες φινιρίσματος υφασμάτων και πλεκτών, έρχεται σε πρόδηλη αντίθεση με την αυστηρότητα των κριτηρίων για τον ορισμό της καταγωγής των βαμβακερών νημάτων. Πράγματι, τα βαμβακερά νήματα όχι μόνο δεν περιλαμβάνονται στον πίνακα Β, αλλά μνημονεύονται στον πίνακα Α, κατά τρόπο που, για να είναι δυνατό να θεωρούνται ότι κατάγονται από μία χώρα, πρέπει ακόμη και να κατασκευάζονται σ' αυτή από βαμβάκι σε μάζες ή από απορρίμματα βαμβακιού μη κτενισμένα ούτε λαναρισμένα.
20
Η Επιτροπή δεν έχει παράσχει καμία επεξήγηση, σχετική με τα χαρακτηριστικά των εν λόγω προϊόντων και επεξεργασιών, για να δικαιολογήσει μια τέτοια διαφορετική μεταχείριση μεταξύ της εργασίας βαφής και των άλλων εργασιών φινιρίσματος που διενεργούνται επί υφασμάτων αφενός και επί βαμβακερών νημάτων αφετέρου.
21
Υπό τις συνθήκες αυτές φαίνεται αντιφατικό και σαν γεγονός που δημιουργεί δυσμενή διάκριση το ότι ο κανονισμός (ΕΟΚ) 749/78 προβλέπει κριτήρια σημαντικά αυστηρότερα για τον ορισμό της καταγωγής βαμβακερών νημάτων παρά για τον ορισμό της καταγωγής υφασμάτων. Αν και η Επιτροπή διαθέτει διακριτική ευχέρεια για την εφαρμογή των γενικών κριτηρίων του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 802/68 σε ειδικές επεξεργασίες και μεταποιήσεις, ωστόσο δεν μπορεί, ελλείψει αντικειμενικής αιτιολογίας, να υιοθετεί εντελώς διαφορετικές λύσεις για παρόμοιες επεξεργασίες και μεταποιήσεις.
22
Επιβάλλεται, επομένως, η διαπίστωση ότι ο κανονισμός (ΕΟΚ) 749/78 της Επιτροπής, της 10ης Απριλίου 1978, περί καθορισμού της καταγωγής των υφαντουργικών προϊόντων των κεφαλαίων 51 και 53 έως 62 του Κοινού Δασμολογίου, είναι ανίσχυρος στο μέτρο που αποκλείει τις εργασίες βαφής, οι οποίες συνοδεύονται σε ενδεχόμενη περίπτωση από μερσερισμό και άτμιση, από το να προσδίδουν στο ανεπεξέργαστο βαμβακερό νήμα το χαρακτήρα προϊόντος καταγωγής της χώρας όπου διενεργούνται οι εργασίες αυτές.
23
Υπό τις συνθήκες αυτές παρέλκει να εξεταστεί αν ο κανονισμός αυτός συμβιβάζεται με το άρθρο 30 της συνθήκης ΕΟΚ.
24
Εξάλλου, καθόσον το ερώτημα που υπέβαλε το Tribunal de police του Στρασβούργου αφορά την ερμηνεία του άρθρου 30 της συνθήκης ΕΟΚ, προκειμένου να καθοριστεί αν η ποινική δίωξη που ασκείται από τις εθνικές αρχές κατ' εφαρμογή του κανονισμού (ΕΟΚ) 749/78 συμβιβάζεται με το άρθρο αυτό και αν το άρθρο αυτό θέτει περιορισμούς στις κυρώσεις που μπορούν να επιβληθούν στο πλαίσιο τέτοιας ποινικής διώξεως, το ερώτημα αυτό είναι άνευ αντικειμένου, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η αναγνώριση του κανονισμού αυτού ως ανίσχυρου, στο μέτρο που αφορά τις εν λόγω επεξεργασίες και μεταποιήσεις, αποκλείει στα όρια της αποφάσεως που αναγνωρίζει το ανίσχυρο, την εφαρμογή του από τις εθνικές αρχές. Παρέλκει, επομένως, η απάντηση στο τμήμα αυτό του ερωτήματος που έχει υποβληθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
25
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η ιταλική κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατάθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται ν' αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Tribunal de police του Στρασβούργου, με απόφαση της 15ης Μαρτίου 1982, αποφαίνεται:
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 749/78 της Επιτροπής, της 10ης Απριλίου 1978, περί καΌ-ορισμού της καταγωγής των υφαντουργικών προϊόντων των κεφαλαίων 51 και 53 έως 62 του Κοινού Δασμολογίου (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/006, σ. 146) είναι ανίσχυρος στο μέτρο που αποκλείει τις εργασίες βαφής, οι οποίες συνοδεόονται σε ενδεχόμενη περίπτωση από μερσερισμό και άτμιση, από το να προσδίδουν στο ανεπεξέργαστο 6αμ6ακερό νήμα το χαρακτήρα προϊόντος καταγωγής της χώρας όπου διενεργούνται οι εργασίες αυτές.
Menens de Wilmars
Everling
Mackenzie Stuart
Due
Galmot
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 23 Μαρτίου 1983.
Ο γραμματεύς κ.α.α.
J. A. Pompe
Βοηθός γραμματεύς
Ο πρόεδρος
J. Mertens de Wilmars
Full & Egal Universal Law Academy