Στην υπόθεση 166/82,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το νομικό της σύμ-6ουλό G. Campogrande, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Ο. Montako, μέλος την νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από την κυβέρνηση της διά του Ι. Μ. Braguglia, Avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Ιταλίας,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ ορισμένες διατάξεις του νόμου 306, της 8ης Ιουλίου 1975 σχετικά με τη διαμόρφωση της τιμής πωλήσεως του γάλακτος στην παραγωγή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον κανονισμό 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους J. Mertens de Wilman, πρόεδρο, Τ. Koopmans, Κ. Bahlmann και Y. Galmot, προέδρους τμήματος, P. Pescatore, A. O'Keeffe, G. Bosco, O. Due και U. Everling, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Reischl
γραμματέας: Η. Α. Rühl, κύριος υπάλληλος διοίκησης
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, η εξέλιξη της διαδικασίας, τα αιτήματα, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων συνοψίζονται ως εξής:
I — Πραγματικά περιστατικά και έγγραφη διαδικασία
1.
Ο ιταλικός νόμος 306, της 8ης Ιουλίου 1975 (GURI [Επίσημη Εφημερίδα της Ιταλικής Δημοκρατίας] αριθ. τεύχους 194 της 23. 7. 1975, σ. 5012), προβλέπει μέτρα υπέρ των ενώσεων των γεωργικών παραγωγών στον τομέα της ζωοτεχνικής, καθώς και διατάξεις για τη διαμόρφωση της τιμής πωλήσεως του γάλακτος στην παραγωγή.
Η εν λόγω τιμή καθορίζεται για κάθε γεωργική περίοδο και για κάθε περιφέρεια με συμφωνία μεταξύ των ενδιαφερόμενων επαγγελματικών τάξεων (παραγωγών, βιομηχανιών μεταποίησης και εγκαταστάσεων συγκέντρωσης γάλακτος), με βάση τα κριτήρια που ορίζουν τα άρθρα 8 και 9 του νόμου. Αν τα μέρη δεν αναλάβουν σχετική πρωτοβουλία και υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει αίτηση ενός από αυτά, εναπόκειται στην περιφέρεια, βάσει του άρθρου 10, να τα συγκαλέσει, προκειμένου να διαπραγματευθούν τον καθορισμό της τιμής. Κατά το ίδιο αυτό άρθρο, η τιμή που συμφωνείται δημοσιεύεται στο Bollettino Ufficiale della Regione (Επίσημο Δελτίο της Περιφέρειας) και είναι «δεσμευτική για τα συμβαλλόμενα μέρη».
Εφόσον δεν επιτευχθεί σχετική συμφωνία, την τιμή καθορίζει ειδική επιτροπή που διορίζει ο πρόεδρος της Giunta Regionale και περιλαμβάνει τους εκπροσώπους των ενδιαφερόμενων επαγγελματικών τάξεων. Η τιμή αυτή δημοσιεύεται στο Bollettino Ufficiale della Regione και έτσι γίνεται δεσμευτική για τους ενδιαφερόμενους (άρθρο 11).
Το άρθρο 12 του νόμου περιλαμβάνει μεταβατική διάταξη που προσαρμόζει τους προαναφερθέντες κανόνες ανάλογα με την κατάσταση που επικρατεί στις περιπτώσεις που οι ενώσεις των παραγωγών δεν λειτουργούν ακόμη.
2.
Εκτιμώντας ότι η μονομερής παρέμβαση των κρατών μελών στο μηχανισμό διαμόρφωσης της τιμής πωλήσεως του γάλακτος στην παραγωγή συνιστά παράβαση των κοινοτικών διατάξεων για την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (κανονισμός 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82), η Επιτροπή, εφαρμόζοντας το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, κάλεσε, με έγγραφο της 28ης Ιουλίου 1977, την ιταλική κυβέρνηση να υποβάλει τις παρατηρήσεις της εντός δύο μηνών.
3.
Η ιταλική κυβέρνηση απάντησε με έγγραφο της 4ης Νοεμβρίου 1977, ισχυριζόμενη ότι το θεσπισθέν με το νόμο 306 σύστημα δεν σήμαινε καθορισμό της τιμής πωλήσεως του γάλακτος στην παραγωγή με εξουσιαστική πράξη. Ο νόμος αποσκοπούσε στο να συμβάλει στη σταθερότητα της αγοράς, ενθαρρύνοντας τη δημιουργία ενώσεων παραγωγών και τη σύναψη επαγγελματικών συμφωνιών.
4.
Εν τω μεταξύ, στο πλαίσιο της προβλεπόμενης από το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ διαδικασίας, το Tribunale Amministrativo Regionale per il Veneto έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου το ερώτημα αν ένα σύστημα καθορισμού της τιμής του γάλακτος στην παραγωγή, σαν το προβλεπόμενο από το νόμο 306 συμβιβάζεται με την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων. Με απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 1979 (υπόθεση 10/79, Toffoli, Racc, σ. 3301), το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι ο έμμεσος ή άμεσος καθορισμός από τα κράτη μέλη της τιμής του γάλακτος στην παραγωγή δεν συμβιβάζεται με την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων.
5.
Στη συνέχεια, η Επιτροπή κοινοποίησε στις 26 Μαΐου 1981 στην Ιταλική Δημοκρατία την προβλεπόμενη από το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ αιτιολογημένη γνώμη και την κάλεσε να συμμορφωθεί προς αυτή εντός δύο μηνών.
6.
Με τηλετύπημα της 5ης Οκτωβρίου 1981, η ιταλική κυβέρνηση γνωστοποίησε στην Επιτροπή ότι αναλάμβανε την υποχρέωση να καταθέσει στο Κοινοβούλιο νομοσχέδιο για την κατάργηση του άρθρου 11 του νόμου 306 και την αντικατάσταση των άρθρων 11 και 12 με άλλες διατάξεις.
7.
Το νομοσχέδιο κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή στις 19 Νοεμβρίου 1981. Προβλέπει την αντικατάσταση, σε περιφερειακό επίπεδο, του ισχύοντος καθορισμού της υποχρεωτικής τιμής πωλήσεως του γάλακτος στην παραγωγή από μια τιμή αναφοράς που συμφωνείται μεταξύ των οργανισμών του εν λόγω τομέα, η τήρηση της οποίας παρέχει στους επιχειρηματίες δικαίωμα για λήψη κατά προτεραιότητα κρατικών ή περιφερειακών ενισχύσεων ή δανείων. Το ίδιο δικαίωμα χορηγείται στα αναγνωρισμένα σωματεία παραγωγών που συμμετέχουν στη σύναψη της συμφωνίας για τον καθορισμό της τιμής αναφοράς.
8.
Εκτιμώντας ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν θέσπισε τα αναγκαία μέτρα για να θέσει τέρμα στην παράβαση και ότι το κείμενο του νομοσχεδίου περιέχει, αντίθετα, νέα και ακόμη σοβαρότερη μονομερή παρέμβαση του κράτους μέλους στον καθορισμό της τιμής πωλήσεως του γάλακτος στην παραγωγή, η Επιτροπή κάλεσε στις 9 Μαρτίου 1982 για μια ακόμη φορά την ιταλική κυβέρνηση να διευθετήσει την κατάσταση αυτή, παρέχοντας της συμπληρωματική προθεσμία ενός μηνός.
9.
Με έγγραφο της 15ης Απριλίου 1982, η ιταλική κυβέρνηση απάντησε στην Επιτροπή, αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός που προβάλλεται με την αιτιολογημένη γνώμη της 26ης Μαΐου 1981 ότι η παράβαση έχει γίνει ακόμη βαρύτερη.
10.
Ύστερα από την απάντηση αυτή, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 4 Ιουνίου 1982.
11.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Το Δικαστήριο, πάντως, ζήτησε από την Επιτροπή και από την ιταλική κυβέρνηση να προβούν σε ορισμένες διευκρινίσεις ως προς το ακριβές αντικείμενο της προσφυγής.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, εφαρμόζοντας το μηχανισμό καθορισμού της τιμής πωλήσεως του γάλακτος στην παραγωγή, τον οποίο θέσπισε ο νόμος 306/75, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας,
—
να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Η ιταλική κνδέρνηση ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την αιτίαση που της προσάπτεται ότι δεν 9έσπισε μέτρα ικανά να εξασφαλίσουν στην πράξη τη μη εφαρμογή του συστήματος που προβλέπει το άρθρο 11 του νόμου 306/75 μέχρι να καταργηθεί και τυπικά,
—
να απορρίψει ως απαράδεκτο το αίτημα της προσφεύγουσας να συμπεριλάβει στο αντικείμενο της διαφοράς και τα «μέτρα» η θέσπιση των οποίων προτάθηκε στο ιταλικό κοινοβούλιο σε αντικατάσταση των άρθρων 11 και 12 του νόμου 306/75, τα οποία πρέπει να καταργηθούν.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
1.
Με την προσφυγή της, η Επιτροπή επικαλείται την απόφαση Toffoli που προαναφέρθηκε, με την οποία το Δικαστήριο ανέλυσε το σύστημα καθορισμού της τιμής πωλήσεως του γάλακτος στην παραγωγή που καθιέρωσε ο νόμος 306/75, ενόψει των διατάξεων που διέπουν την κοινή οργάνωση αγορών στον εν λόγω τομέα. Αναφέροντας τη σκέψη 12 της εν λόγω απόφασης, η Επιτροπή υπογραμμίζει ιδίως το χωρίο, σύμφωνα με το οποίο «η εθνική νομοθεσία που αποσκοπεί στην προώθηση και ενθάρρυνση με οιαδήποτε μέθοδο της καθιέρωσης ενιαίας τιμής του γάλακτος στην παραγωγή, σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο, με σύμβαση ή εξουσιαστική πράξη, δεν εμπίπτει από την ίδια της τη φύση στις αρμοδιότητες που εξακολουθούν να έχουν τα κράτη μέλη, προσκρούει δε στην αρχή, την οποία καθιερώνει ο κανονισμός 804/68 και ιδίως το άρθρο του 3, της επίτευξης ενδεικτικής τιμής στην παραγωγή για το πωλούμενο από τους παραγωγούς της Κοινότητας γάλα κατά τη διάρκεια της γαλακτοκομικής περιόδου, σύμφωνα με τις διεξόδους διαθέσεως προϊόντων που προσφέρονται στην αγορά της Κοινότητας καθώς και στις εξωτερικές αγορές».
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η απλή κατάθεση νομοσχεδίου στο εθνικό κοινοβούλιο για την κατάργηση εθνικής διάταξης ασυμβίβαστης προς τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου δεν αρκεί για να θέσει τέρμα στην παράβαση στο μέλλον. Πράγματι, είναι αναγκαίο να παύσει όντως να υφίσταται η αντικανονική κατάσταση και να εκπληρωθούν στο ακέραιο οι υποχρεώσεις που επιβάλλει το κοινοτικό δίκαιο. Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλεστούν διατάξεις ή την πρακτική της εσωτερικής έννομης τάξης τους για να δικαιολογήσουν τη μη τήρηση ή την όψιμη τήρηση των υποχρεώσεων τους. Η Ιταλική Δημοκρατία όμως εξακολουθεί, κατά την Επιτροπή, να διατηρεί σε ισχύ τις διατάξεις του άρθρου 11 του νόμου 306/75 και δεν έλαβε κανένα μέτρο ικανό να εξασφαλίσει στην πράξη τη μη εφαρμογή τους μέχρι να καταργηθούν και τυπικά.
Τέλος, η Επιτροπή παρατηρεί ότι ούτε το νομοσχέδιο που κατατέθηκε στο ιταλικό κοινοβούλιο προς αντικατάσταση του εν λόγω άρθρου 11 συνάδει προς το εφαρμοστέο στη συγκεκριμένη περίπτωση κοινοτικό δίκαιο.
2.
Με το υπόμνημα αντίκρουσης της, η ιταλική κυοέρνηση δεν αμφισβητεί ότι το άρθρο 11 του ιταλικού νόμου 306/75 είναι ασυμβίβαστο προς τις σχετικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου. Υπογραμμίζει όμως ότι η παράβαση που της καταλογίζεται συνίσταται στο γεγονός ότι εξακολουθεί να διατηρεί σε ισχύ τις διατάξεις του άρθρου 11 του νόμου 306/75, καθώς και στο ότι δεν θέσπισε κανένα μέτρο ικανό να εξασφαλίσει στην πράξη τη μη εφαρμογή τους μέχρι να καταργηθούν και τυπικά. Από την άποψη όμως αυτή, η ιταλική κυοέρνηση, καταθέτοντας το εν λόγω νομοσχέδιο στο εθνικό Κοινοβούλιο, το οποίο εξακολουθεί να το μελετά, είχε ουσιαστικά την πρόθεση να συμμορφωθεί προς την αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής.
Επιπλέον, οι διατάξεις του άρθρου 11 στην πραγματικότητα εφαρμόστηκαν σπανιότατα, μάλιστα δε ο υπουργός γεωργίας και δασών, ύστερα από διαβουλεύσεις με τις περιφέρειες και τις επαγγελματικές οργανώσεις, κάλεσε τις περιφέρειες, προς τις οποίες απευθυνόταν το άρθρο 11, να μην το εφαρμόζουν στο μέλλον. Η ιταλική κυβέρνηση σημειώνει ότι, παρόλο ότι οι σχετικές διατάξεις τυπικά εξακολουθούν να ισχύουν επειδή δεν έχουν καταργηθεί, αντίθετα δεν ευσταθεί το ότι δεν ελήφθη κανένα μέτρο που να «εξασφαλίζει πράγματι τη μη εφαρμογή τους μέχρι να καταργηθούν και τυπικά».
Απαντώντας σε ερώτηση του Δικαστηρίου, η ιταλική κυβέρνηση διευκρίνισε ότι οι κεντρικές και περιφερειακές αρχές συμφώνησαν να μην εφαρμόζουν στο εξής το προαναφερθέν άρθρο 11. Παραδέχεται ότι η εν λόγω συμφωνία δεν έχει ισχύ νόμου και δεν έχει δεσμευτικό χαρακτήρα για τις περιφερειακές αρχές. 'Οσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 11 στο παρελθόν, η ιταλική κυβέρνηση υπέβαλε στο Δικαστήριο πίνακα με τις περιπτώσεις κατά τις οποίες εφαρμόστηκε η εν λόγω διάταξη.
Κατά την ιταλική κυβέρνηση, τα προτεινόμενα στο εθνικό Κοινοβούλιο μέτρα προς αντικατάσταση των άρθρων 11 και 12 του νόμου 306/75 πρόκειται να θέσουν τέρμα στην παράβαση. Θεωρεί πάντως ότι δεν είναι δυνατό και δεν πρέπει να συζητώνται, στο πλαίσιο της παρούσας δίκης, εθνικά μέτρα τα οποία δεν έχουν ακόμη ψηφιστεί και δεν ισχύουν.
3.
Με την απάντηση της, η Επιτροπή παρατηρεί ότι το υπόμνημα αντίκρουσης της ιταλικής κυβέρνησης επιβεβαιώνει ότι οι διατάξεις του εν λόγω νόμου εξακολουθούν να ισχύουν, ενώ ένα νομοσχέδιο που προβλέπει την τυπική κατάργηση τους μελετάται ακόμη από το ιταλικό κοινοβούλιο.
Επιπλέον, η Επιτροπή θεωρεί ότι, σε αντίθεση με όσα βεβαιώνει η ιταλική κυβέρνηση, τα προτεινόμενα προς αντικατάσταση των άρθρων 11 και 12 μέτρα δεν είναι καθόλου άσχετα προς την παρούσα υπόθεση. Κατ' αυτήν, η δραστηριότητα στην οποία επιδίδεται το κράτος μέλος κατά τη διάρκεια δίκης λόγω παραβάσεως σαν την προκειμένη, ειδικότερα όσον αφορά τις διατυπούμενες με την αιτιολογημένη γνώμη αιτιάσεις, αποτελεί έναν από τους λόγους για την άσκηση της προσφυγής δυνάμει του άρθρου 169, παράγραφος 2, της Συνθήκης. Πράγματι, η δραστηριότητα αυτή δεν αποτελεί παρά την έκφραση, υπό τη μορφή της εκδόσεως σχετικών πράξεων, της opinio juris του εν λόγω κράτους σχετικά με το αντικείμενο της διαφοράς, ή ακόμα και την απάντηση στα νομικά επιχειρήματα που προβάλλει η Επιτροπή με το έγγραφο στο οποίο διαπιστώνεται η παράβαση, καθώς και με την αιτιολογημένη γνώμη.
Κατά την άποψη της Επιτροπής, αφού η διάταξη του άρθρου 171 σημαίνει ότι η απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει να εξαλείψει όλες τις νομικές αμφιβολίες στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Δικαστήριο πρέπει επίσης αναπόφευκτα να ασχολη9εί και με τα νομικά ζητήματα τα συναφή με τη συμπεριφορά του κράτους μέλους κατά τη φάση που προηγείται της δίκης.
Το νομοσχέδιο που κατατέθηκε προς αντικατάσταση των άρθρων 11 και 12 απηχεί την άποψη σύμφωνα με την οποία τα κράτη μέλη μπορούν να παρεμβαίνουν μονομερώς για να ενθαρρύνουν τη συμβατική διαμόρφωση της τιμής του γάλακτος στην παραγωγή. Απηχεί την άποψη ότι ο καθορισμός σε περιφερειακό επίπεδο τιμής αναφοράς για το γάλα, η οποία συμφωνείται στο επίπεδο της παραγωγής μεταξύ των διαφόρων οργανώσεων του τομέα και η τήρηση της οποίας παρέχει στους επιχειρηματίες κατά προτεραιότητα δικαίωμα για τη λήψη ενισχύσεων ή δανείων από το κράτος ή την περιφέρεια, συμβιβάζεται με την κοινή οργάνωση των αγορών.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η άποψη αυτή είναι αβάσιμη. Κατ' αυτήν επομένως είναι αναγκαίο το Δικαστήριο να αποφανθεί και επί της διαφοράς αυτής ως προς την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, η οποία είναι δυνατό να επηρεάσει συγκεκριμένα και σε βάθος τα μέτρα που ενδεχομένως θα χρειαστεί να θεσπίσει το ιταλικό κράτος για να συμμορφωθεί με την απόφαση του Δικαστηρίου.
4.
Με την ανταπάντηση της, η ιταλική κυβέρνηση τονίζει ιδίως ότι αντικείμενο της παρούσας υποθέσεως είναι το ζήτημα αν η Ιταλική Δημοκρατία εξακολουθεί να παραβιάζει το κοινοτικό δίκαιο, επειδή δεν κατάργησε ούτε νομοθετικά ούτε στην πράξη το σύστημα καθορισμού της τιμής του γάλακτος στην παραγωγή το οποίο προβλέπει το άρθρο 11 του νόμου 306/75. Η Επιτροπή δεν μπορεί να τροποποιήσει ή να επεκτείνει το αντικείμενο αυτό, προκειμένου να συμπεριλάβει το νομοσχέδιο, την ψήφιση του οποίου πρότεινε στο Κοινοβούλιο η ιταλική κυβέρνηση προς αντικατάσταση των επίδικων άρθρων 11 και 12. Η ιταλική κυβέρνηση παρατηρεί ότι οποιαδήποτε τέτοια τροποποίηση ή επέκταση δεν θα ήταν επιτρεπτή, ακόμη και αν το νομοσχέδιο είχε ήδη ψηφιστεί. Προς στήριξη της άποψης της, παραθέτει την απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Μαρτίου 1970 (Επιτροπή κατά Ιταλίας, υπόθεση 7/69, Racc σ. Ill, σκέψη 5).
Είναι εσφαλμένο να υποστηρίζεται, όπως κάνει η Επιτροπή, ότι το νομοσχέδιο εκφράζει την «opinio juris» της Ιταλίας ως κράτους μέλους. Επιπλέον, οι προσφυγές λόγω παραβάσεως αφορούν προφανώς παραβάσεις που έχουν ήδη διαπραχθεί και όχι την άποψη των κρατών μελών.
Τέλος, η ιταλική κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι το νομικό ζήτημα που εγείρει η εξέταση των προβλεπόμενων από το εν λόγω νομοσχέδιο «μέτρων» είναι πολύ ευρύτερο και εντελώς διαφορετικό από εκείνο που οδήγησε στην παρούσα δίκη λόγω παραβάσεως, η οποία έχει ως αντικείμενο το άρθρο 11 του ιταλικού νόμου 306/75.
5.
Απαντώντας σε ερώτηση του Δικαστηρίου, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι η προσφυγή δεν αφορά αποκλειστικά το εν λόγω άρθρο 11. Επαναλαμβάνει το προαναφερθέν χωρίο της απόφασης Toffoli και παρατηρεί ότι «η προσφυγή επομένως αφορά όλες τις διατάξεις του νόμου 306/75 οι οποίες προβλέπουν παρέμβαση των κρατικών αρχών με σκοπό την ενθάρρυνση της διαμόρφωσης, με σύμβαση ή εξουσιαστική πράξη ομοιόμορφης τιμής του γάλακτος στην παραγωγή, δηλαδή τα άρθρα 10 και 11».
IV — Προφορική διαδικασία
Κατά τη συνεδρίαση της 4ης Οκτωβρίου 1983, η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από τον Ι. Μ. Braguglia, και η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον G. Campogrande, ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 8ης Νοεμβρίου 1983.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 4 Ιουνίου 1982, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ ορισμένες διατάξεις του νόμου 306, της 8ης Ιουλίου 1975 (GURI αριθ. τεύχους 194, της 23. 7. 1975, σ. 5012), σχετικά με τη διαμόρφωση της τιμής πωλήσεως του γάλακτος στην παραγωγή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον κανονισμό 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82).
2
Σύμφωνα με τα άρθρα 8 και 9 του προαναφερθέντος ιταλικού νόμου, η τιμή πωλήσεως του γάλακτος στην παραγωγή καθορίζεται για κάθε γεωργική περίοδο και για κάθε περιφέρεια με συμφωνίες μεταξύ των ενδιαφερόμενων επαγγελματικών τάξεων (παραγωγών, βιομηχανιών μεταποίησης και εγκαταστάσεων συγκέντρωσης γάλακτος). Αν οι διαπραγματεύσεις για την επίτευξη της συμφωνίας αυτής δεν αρχίσουν έγκαιρα και εφόσον ένα από τα ενδιαφερόμενα μέρη το ζητήσει, οφείλει η περιφέρεια, βάσει του άρθρου 10, να συγκαλέσει τα μέρη προκειμένου να διαπραγματευτούν τη διαμόρφωση της τιμής. Σύμφωνα με το ίδιο άρθρο, η τιμή που συμφωνείται δημοσιεύεται στο Bollettino Ufficiale της περιφέρειας και έτσι γίνεται «δεσμευτική για τα συμβαλλόμενα μέρη». Σε περίπτωση μη επιτεύξεως συμφωνίας κατά τις διατάξεις του άρθρου 10, το άρθρο 11 ορίζει ότι την τιμή καθορίζει ειδική επιτροπή, την οποία διορίζει με decreto (απόφαση) ο πρόεδρος της περιφέρειας, συμμετέχουν δε σ' αυτή εκπρόσωποι των ενδιαφερόμενων μερών. Η απόφαση της επιτροπής δημοσιεύεται στο Bollettino Ufficiale της περιφέρειας και έτσι γίνεται «δεσμευτική για τους ενδιαφερόμενους».
3
Θεωρώντας ότι το σύστημα αυτό καθορισμού και δημοσίευσης της τιμής του γάλακτος στην παραγωγή συνιστά στην πραγματικότητα δεσμευτική εθνική ρύθμιση, η οποία είναι ασυμβίβαστη προς τις κοινοτικές διατάξεις για την κοινή οργάνωση αγορών στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, η Επιτροπή, κατ' εφαρμογή του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προέβη, με έγγραφο της 28ης Ιουλίου 1977, σε όχληση της Ιταλικής Δημοκρατίας.
4
Η ιταλική κυβέρνηση απάντησε με έγγραφο της 4ης Νοεμβρίου 1977, ισχυριζόμενη ότι το σύστημα που είχε εισαγάγει ο προαναφερθείς νόμος απέβλεπε στη σύναψη διεπαγγελματικών συμφωνιών μεταξύ παραγωγών και μεταποιητών μέσω συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η δημοσίευση στο Bollettino Ufficiale της περιφέρειας δεν απέβλεπε στην επικύρωση της δεσμευτικότητας της συμφωνημένης τιμής.
5
Στο μεταξύ, το Δικαστήριο, στην απάντηση του σε προδικαστικό ερώτημα που είχε υποβάλει το Tribunale Amministrativo Regionale per il Veneto στο πλαίσιο διαφοράς σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 11 του προαναφερθέντος νόμου, δέχτηκε με την απόφαση του της 6ης Νοεμβρίου 1979 (υπόθεση 10/79, Toffoli, Race. σ. 3301) ότι η άμεση ή έμμεση διαμόρφωση της τιμής του γάλακτος στην παραγωγή από τα κράτη μέλη δεν συμβιβάζεται με την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων που καθιέρωσε ο προαναφερθείς κανονισμός 804/68. Σύμφωνα με τη σκέψη 12 της εν λόγω απόφασης: «Στους τομείς που υπάγονται σε κοινή οργάνωση αγοράς, κατά μείζονα δε λόγο όταν η εν λόγω οργάνωση στηρίζεται σε κοινό καθεστώς τιμών, τα κράτη μέλη δεν μπορούν πλέον να παρεμβαίνουν με εθνικές διατάξεις που θεσπίζονται μονομερώς στο μηχανισμό της διαμόρφωσης των τιμών οι οποίες διέπονται στο ίδιο στάδιο παραγωγής ή εμπορίας από την κοινή οργάνωση. Επομένως η εθνική νομοθεσία που αποσκοπεί στην προώθηση Kat ενθάρρυνση με οιαδήποτε μέθοδο της καθιέρωσης ενιαίας τιμής του γάλακτος στην παραγωγή, με σύμβαση ή εξουσιαστική πράξη, σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο, δεν εμπίπτει από την ίδια της τη φύση στις αρμοδιότητες που εξακολουθούν να έχουν τα κράτη μέλη, προσκρούει δε στην αρχή, την οποία καθιερώνει ο κανονισμός 804/68 και ιδίως το άρθρο του 3, της επίτευξης ενδεικτικής τιμής στην παραγωγή για το πωλούμενο από τους παραγωγούς της Κοινότητας γάλα κατά τη διάρκεια της γαλακτοκομικής περιόδου, σύμφωνα με τις διεξόδους διαθέσεως προϊόντων που προσφέρονται στην αγορά της Κοινότητας καθώς και στις εξωτερικές αγορές.»
6
Στη συνέχεια, στις 26 Μαΐου 1981, η Επιτροπή κοινοποίησε στην Ιταλική Δημοκρατία την προβλεπόμενη από το άρθρο 169 της Συνθήκης αιτιολογημένη γνώμη, την κάλεσε δε να συμμορφωθεί προς τη γνώμη αυτή εντός δύο μηνών. Με την αιτιολογημένη γνώμη της, η Επιτροπή παραπέμπει στην προαναφερθείσα απόφαση, παραθέτοντας τα παραπάνω χωρία, και συμπεραίνει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, εφαρμόζοντας το μηχανισμό διαμόρφωσης της τιμής πωλήσεως του γάλακτος στην παραγωγή που καθιερώνει ο νόμος 306/75, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη.
7
Με τηλετύπημα της 5ης Οκτωβρίου 1981, η ιταλική κυβέρνηση γνωστοποίησε στην Επιτροπή ότι αναλάμβανε την υποχρέωση να καταθέσει στο ιταλικό κοινοβούλιο νομοσχέδιο για την κατάργηση του άρθρου 11 του νόμου 306/75. Το κείμενο του εν λόγω νομοσχεδίου διαβιβάστηκε στην Επιτροπή με έγγραφο της 19ης Νοεμβρίου 1981. Το εν λόγω κείμενο, στην τελική διατύπωση του, προέβλεπε την αντικατάσταση του κατά το άρθρο 11 καθορισμού της τιμής από την περιφερειακή επιτροπή από ένα σύστημα τιμών αναφοράς, στις οποίες θα συμφωνούσαν οι οργανώσεις του εν λόγω τομέα και η τήρηση των οποίων θα παρείχε στους επιχειρηματίες κατά προτεραιότητα δικαίωμα να λάβουν εθνικές ενισχύσεις ή κρατικά ή περιφερειακά προνομιακά δάνεια.
8
Θεωρώντας ότι το σύστημα που προτεινόταν με το επίδικο νομοσχέδιο ήταν ικανό να επιτείνει ακόμη περισσότερο τη βαρύτητα της παράβασης που είχε διαπιστωθεί με την αιτιολογημένη γνώμη, η Επιτροπή κάλεσε, με έγγραφο της 9ης Μαρτίου 1982, την ιταλική κυβέρνηση να αντικαταστήσει το συντομότερο δυνατό το νομοσχέδιο με κείμενο που να καταργεί το άρθρο 11, και να μην εφαρμόζει το άρθρο αυτό μέχρι την κατάργηση του. Κάλεσε επίσης την ιταλική κυβέρνηση να λάβει τα αναγκαία μέτρα, προκειμένου να αποφευχθεί, κατά τη δημοσίευση των τιμών του γάλακτος στα Bollettini Regionali, οιαδήποτε αμφιβολία ως προς το ότι ο καθορισμός των τιμών ανάγεται στο ιδιωτικό δίκαιο.
9
Με έγγραφο της 15ης Απριλίου 1982, η ιταλική κυβέρνηση απάντησε στην Επιτροπή υπογραμμίζοντας μεταξύ άλλων ότι το προβλεπόμενο με το νομοσχέδιο σύστημα δεν περιείχε στοιχεία ασκήσεως δημόσιας εξουσίας και συμβιβαζόταν απόλυτα με τους κανόνες της ελεύθερης αγοράς.
10
Μετά από την αλληλογραφία αυτή, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή στις 4 Ιουνίου 1982. Στην προσφυγή της επαναλαμβάνει τη σκέψη 12 της προαναφερθείσας απόφασης. Επιπλέον, αναφέρεται στην αλληλογραφία σχετικά με το νομοσχέδιο και υποστηρίζει ότι η απλή κατάθεση νομοσχεδίου στο Κοινοβούλιο δεν αρκεί για να δέσει τέρμα στην παράβαση, ότι η ιταλική κυβέρνηση δεν είχε θεσπίσει κανένα μέτρο ικανό να εξασφαλίσει τη μη εφαρμογή του άρθρου 11 του νόμου 306/75 μέχρι να καταργηθεί και τυπικά και ότι η προτεινόμενη με το νομοσχέδιο τροποποίηση δεν ήταν ικανή να εξαλείψει την παράβαση.
11
Στο υπόμνημα αντίκρουσης της, η ιταλική κυβέρνηση ερμηνεύει την επιχειρηματολογία της Επιτροπής υπό την έννοια ότι η προβαλλόμενη παράβαση συνίσταται στο γεγονός ότι η Ιταλική Δημοκρατία εξακολουθεί να διατηρεί σε ισχύ τις διατάξεις του άρθρου 11 του νόμου 306/75 και δεν έχει θεσπίσει κανένα μέτρο ικανό να εξασφαλίσει τη μη εφαρμογή του στην πράξη μέχρι να καταργηθεί και τυπικά. Επ' αυτού η ιταλική κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι το εν λόγω άρθρο εφαρμόστηκε σε ελάχιστες περιπτώσεις και ότι ο αρμόδιος υπουργός, αφού διαβουλεύτηκε με τις περιφέρειες και τις επαγγελματικές οργανώσεις, κάλεσε τις περιφέρειες αυτές να μην το εφαρμόζουν πλέον στο μέλλον. Επίσης, υποστηρίζει ότι το νομοσχέδιο είναι άσχετο με την παρούσα προσφυγή και δεν πρέπει συνεπώς να συζητηθεί στο πλαίσιο αυτό.
12
Στην απάντηση της, η Επιτροπή δεν σχολιάζει την περιγραφή στην οποία προέβη η ιταλική κυβέρνηση σχετικά με την παράβαση που προσάπτεται στην Ιταλική Δημοκρατία. Αντίθετα, υποστηρίζει ότι η παρούσα προσφυγή αφορά και το κατατεθέν στο ιταλικό κοινοβούλιο νομοσχέδιο. Υποστηρίζει ότι η δραστηριότητα την οποία αναπτύσσουν τα κράτη μέλη κατά τη διάρκεια της δίκης λόγω παραβάσεως και η οποία αφορά το αντικείμενό της και τις αιτιάσεις που διατυπώνονται στην αιτιολογημένη γνώμη, αποτελεί έναν από τους λόγους για την άσκηση της προσφυγής, δυνάμει του άρθρου 169, παράγραφος 2.
13
Με την ανταπάντηση της, η ιταλική κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι η Ιταλική Δημοκρατία διέπραξε παράβαση του κοινοτικού δικαίου, επειδή θέσπισε και διατήρησε τυπικά σε ισχύ το προβλεπόμενο από το άρθρο 11 του νόμου 306/75 σύστημα. Ζητεί πάντως από το Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη κατά τα λοιπά.
14
Στη γραπτή απάντηση της σε ερώτηση του Δικαστηρίου, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι, ως προς το ισχύον κείμενο του επίδικου νόμου, η προσφυγή αφορά τα άρθρα 10 και 11. Κατά την προφορική διαδικασία, η Επιτροπή υπογράμμισε ότι οι διατάξεις του άρθρου 10 για σύγκληση των ενδιαφερόμενων και δημοσίευση της συμφωνημένης τιμής προβλέπουν, κατά την άποψη της, παρεμβάσεις εκ μέρους των περιφερειακών αρχών που δεν συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο. Η ιταλική κυβέρνηση ενέμεινε στην άποψη της ότι η προσφυγή δεν μπορεί να αφορά παρά μόνο το άρθρο 11.
15
Επομένως, προτού εισέλθει στην ουσία της υπόθεσης, το Δικαστήριο οφείλει να αποφανθεί επί του παραδεκτού των αιτημάτων της Επιτροπής, προκειμένου να προσδιορίσει το αντικείμενο της προσφυγής.
Επί του παραδεκτού
16
Επ' αυτού πρέπει να υπομνηστεί ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το αντικείμενο προσφυγής που ασκείται βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης προσδιορίζεται από τη διαδικασία που προηγείται της ασκήσεως της προσφυγής και την οποία προβλέπει η εν λόγω διάταξη, καθώς και από τα αιτήματα της προσφυγής, ενώ τόσο η προσφυγή όσο και η αιτιολογημένη γνώμη πρέπει να στηρίζονται στους ίδιους λόγους και ισχυρισμούς.
17
Η διαπίστωση αυτή αρκεί για να αποκλείσει την εξέταση του νομοσχεδίου που προορίζεται να αντικαταστήσει το άρθρο 11 του νόμου 306/75. Το νομοσχέδιο αυτό, το οποίο διαβιβάστηκε στην Επιτροπή μετά τη διατύπωση της αιτιολογημένης γνώμης της, δεν αποτέλεσε αντικείμενο της διαδικασίας πριν από την άσκηση της προσφυγής, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην είναι σε θέση να το εξετάσει στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής.
18
Δεν μπορεί όμως να γίνει δεκτή ούτε η άποψη της ιταλικής κυβέρνησης, σύμφωνα με την οποία η προσφυγή αφορά αποκλειστικά το άρθρο 11 του νόμου 306/75 και καμία άλλη διάταξη του.
19
Σύμφωνα με το έγγραφο της οχλήσεως, η παράβαση που προσάπτεται στην Ιταλική Δημοκρατία αφορά «τις διατάξεις του ιταλικού νόμου που προβλέπουν τον καθορισμό τιμών του γάλακτος σε κάθε περιφέρεια». Στην αιτιολογημένη γνώμη και στην προσφυγή τα αιτήματα αφορούν το «μηχανισμό καθορισμού της τιμής πωλήσεως του γάλακτος στην παραγωγή που θέσπισε ο νόμος 306/75», ενώ με το δικόγραφο της προσφυγής η Επιτροπή ορίζει εισαγωγικά ως αντικείμενο της προσφυγής τη θέσπιση και διατήρηση σε ισχύ «ορισμένων διατάξεων του νόμου 306, της 8ης Ιουλίου 1975, σχετικά με τη διαμόρφωση της τιμής πωλήσεως του γάλακτος στην παραγωγή». Παρόλον ότι με τη διατύπωση αυτή δεν διευκρινίζεται, όπως θα ήταν ευκταίο, ποιες είναι οι διατάξεις που αφορά η διαδικασία, πάντως είναι σαφές ότι το αντικείμενό της εκτείνεται πέραν του άρθρου 11.
20
Είναι γεγονός ότι από τη στιγμή της διαβίβασης του νομοσχεδίου στην Επιτροπή, οι συζητήσεις μεταξύ των μερών και τα επιχειρήματα που προέβαλε η Επιτροπή αφορούσαν κυρίως το άρθρο 11 και τις τροποποιήσεις που το εν λόγω νομοσχέδιο επρόκειτο να επιφέρει στο άρθρο αυτό. Πάντως, το γεγονός ότι όχι μόνο η αιτιολογημένη γνώμη αλλά και η προσφυγή αναφέρονται στην απόφαση του Δικαστηρίου της 6ης Νοεμβρίου 1979 και ιδίως το γεγονός ότι παρατίθενται χωρία από τις σκέψεις της εν λόγω απόφασης αποδεικνύουν ότι η προσφυγή δεν αφορά μόνο τον εξουσιαστικό τρόπο καθορισμού που προβλέπει το άρθρο 11, αλλ' επεκτείνεται και στις λοιπές διατάξεις του επίμαχου νόμου, στο βαθμό που προορίζονται να προωθήσουν και να ενθαρρύνουν την καθιέρωση ενιαίας τιμής συμβατικώς.
21
Το γενονός ότι η Επιτροπή με την απάντηση της δεν εκφράζεται επί των ισχυρισμών που η ιταλική κυβέρνηση προβάλλει με το υπόμνημα αντίκρουσης της όσον αφορά τον περιορισμένο χαρακτήρα της προσφυγής, δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή περιόρισε πράγματι το αντικείμενο της προσφυγής σύμφωνα με τους εν λόγω ισχυρισμούς.
22
Υπό τις περιστάσεις αυτές, πρέπει να λογισθεί η προσφυγή ότι αφορά το άρθρο 11, καθώς και το άρθρο 10 του ισχύοντος ιταλικού νόμου, στο μέτρο που το άρθρο αυτό προβλέπει τη σύγκληση των ενδιαφερόμενων μερών από την περιφέρεια και τη δημοσίευση της συμφωνούμενης τιμής στο Bollettino Ufficiale της περιφέρειας. Πρέπει, λοιπόν, να εξεταστούν οι αιτιάσεις της Επιτροπής κατά των εν λόγω διατάξεων, ενώ κατά τα λοιπά η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Επί της ουσίας
23
Με την προαναφερθείσα απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 1979, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι εθνικές νομοθεσίες που αποσκοπούν στην προώθηση και ενθάρρυνση με οιαδήποτε μέθοδο της καθιέρωσης ενιαίας τιμής του γάλακτος στην παραγωγή, με σύμβαση ή εξουσιαστική πράξη, σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο, από τη φύση τους δεν εμπίπτουν στις αρμοδιότητες που εξακολουθούν να έχουν τα κράτη μέλη, προσκρούουν δε στην αρχή, την οποία καθιερώνει ο κανονισμός 804/68 και ιδίως το άρθρο του 3, της επίτευξης ενδεικτικής τιμής στην παραγωγή για το πωλούμενο από τους παραγωγούς της Κοινότητας γάλα. Τα επιχειρήματα που προέβαλε η ιταλική κυβέρνηση κατά τη διάρκεια της παρούσας δίκης δεν είναι ικανά να αλλάξουν την ερμηνεία αυτή των κοινοτικών κανόνων.
24
Από την εν λόγω ερμηνεία συνάγεται ότι το άρθρο 11 του νόμου 306/75, το οποίο προβλέπει τον καθορισμό ενιαίας τιμής του γάλακτος στην παραγωγή από επιτροπή που διορίζει ο πρόεδρος της περιφέρειας με απόφαση του, συνιστά παράβαση του κοινοτικού δικαίου. Πρέπει να προστεθεί ότι ούτε το γεγονός ότι η εν λόγω διάταξη εφαρμόστηκε σε ελάχιστες περιπτώσεις ούτε η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των κεντρικών και περιφερειακών αρχών για τη μη περαιτέρω εφαρμογή της εν λόγω διάταξης αρκούν, όπως άλλωστε αναγνώρισε και η ίδια η ιταλική κυβέρνηση, για να εξαλείψουν την παράβαση αυτή.
25
Για τους ίδιους λόγους, είναι αντίθετες προς το κοινοτικό δίκαιο όλες οι νομοθετικές διατάξεις που προβλέπουν την παρέμβαση δημόσιας αρχής, εθνικής ή περιφερειακής, με σκοπό την προώθηση ή την ενθάρρυνση της καθιέρωσης συμ-βατικώς ενιαίας τιμής του γάλακτος στην παραγωγή. Αυτό συμβαίνει κατ' ουσία με τις διατάξεις του άρθρου 10, το οποία προβλέπει τη σύγκληση των ενδιαφερόμενων από την περιφέρεια και την υποχρεωτική δημοσίευση της συμφωνούμενης τιμής στο Bollettino Ufficiale της περιφέρειας.
26
Πρέπει, λοιπόν, να γίνει δεκτό ότι η ιταλική κυβέρνηση, θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ το νόμο 306 της 8ης Ιουλίου 1975, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον κανονισμό 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, καθόσον το άρθρο 10 του εν λόγω νόμου προβλέπει ότι η περιφέρεια συγκαλεί τα ενδιαφερόμενα μέρη, προκειμένου να διαπραγματευθούν τον καθορισμό της τιμής του γάλακτος στην παραγωγή και ότι η συμφωνούμενη τιμή δημοσιεύεται υποχρεωτικά στο Bolletino Ufficiale της περιφέρειας και καθόσον το άρθρο 11 προβλέπει ότι, σε περίπτωση μη επιτεύξεως συμφωνίας, την τιμή καθορίζει επιτροπή που διορίζει ο πρόεδρος της περιφέρειας.
Επί των δικαστικών εξόδων
27
Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Πάντως, σύμφωνα με την παράγραφο 3, εδάφιο 1, του ίδιου άρθρου, το Δικαστήριο μπορεί να συμψηφίσει τα έξοδα ολικώς ή μερικώς σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων.
28
Επειδή και οι δύο διάδικοι ηττήθηκαν μερικώς, συντρέχει περίπτωση συμψηφισμού των εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Η ιταλική κυβέρνηση, θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ το νόμο 306, της 8ης Ιουλίου 1975, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον κανονισμό 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, καθόσον το άρθρο 10 του εν λόγω νόμου προβλέπει ότι η περιφέρεια συγκαλεί τα ενδιαφερόμενα μέρη, προκειμένου να διαπραγματευθούν τον καθορισμό της τιμής του γάλακτος στην παραγωγή και ότι η συμφωνούμενη τιμή δημοσιεύεται υποχρεωτικά στο Bollettino Ufficiale της περιφέρειας και καθόσον το άρθρο 11 προβλέπει ότι, σε περίπτωση μη επιτεύξεως συμφωνίας, την τιμή καθορίζει επιτροπή που διορίζει ο πρόεδρος της περιφέρειας.
2)
Κατά τα λοιπά, απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
3)
Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Mertens de Wilmars
Koopmans
Bahlmann
Galmot
Pescatore
O'Keeffe
Bosco
Due
Everling
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 7 Φεβρουαρίου 1984.
Ο γραμματέας
P. Heim
Ο πρόεδρος
J. Mertens de Wilmars
Full & Egal Universal Law Academy