Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 186 και 187/82,
που έχουν ως αντικείμενο αίτηση του Corte d'appello της Κατάνης, Πολιτικό Τμήμα, προς το Δικαστήριο κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο των διαφορών που εκκρεμούν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Ministero delle finanze, αντιπροσωπευομένου από τον υπουργό pro tempore,
και
Esercizio Magazzini Generali SpA, υπό εκκαθάριση, Κατάνη,
και
Mellina Agosta Srl, Κατάνη,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του όρου «ανωτέρα βία» κατά την έννοια του κοινοτικού τελωνειακού δικαίου,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Α. O'Keeffe, πρόεδρο τμήματος, Ρ. Pescatore, G. Bosco, Τ. Koopmans και Κ. Bahlmann, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. F. Mancini
γραμματέας: Ρ. Heim
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Η απόφαση περί παραπομπής, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν δυνάμει του άρθρου 20 του οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΟΚ συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά και έγγραφη διαδικασία
1.
Κατά την ισχύουσα ιταλική τελωνειακή νομοθεσία, «όσον αφορά τα υποκείμενα σε δασμούς εμπορεύματα, η φορολογική ενοχή γεννάται, για τα αλλοδαπά εμπορεύματα, με την διάθεση τους στην κατανάλωση επί του τελωνειακού εδάφους...» (άρθρο 36, παράγραφος 1, του ενιαίου κειμένου τελωνειακής νομοθεσίας, που εκυρώθη με το υπ' αριθ. 43 διάταγμα του Προέδρου της Δημοκρατίας, της 23. 1. 1973, GU 80, του 1973). «Για την εφαρμογή της παραγράφου 1, θεωρούνται ως οριστικώς διατεθέντα στην κατανάλωση, με μόνη εξαίρεση τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 37, τα εμπορεύματα ή μέρος αυτών που παρανόμως διέφυγαν τις δασμολογικές υποχρεώσεις ή που, εν πάση περιπτώσει δεν υποβλήθηκαν εντός των τασσομένων προθεσμιών στις τελωνειακές επαληθεύσεις και ελέγχους ή δεν ανευρέθηκαν για να υποβληθούν στις εν λόγω διαδικασίες...» (παράγραφος 5 του εν λόγω άρθρου). Η εξαίρεση από την παράγραφο 5 διατυπώνεται ως εξής στο άρθρο 37: «η φορολογική ενοχή θεωρείται ότι δεν γεννάται όταν ο υπόχρεος αποδεικνύει ότι η μη τήρηση των δασμολογικών του υποχρεώσεων ή η μη υποβολή όλων ή μέρους των εμπορευμάτων στο τελωνείο ή στις τελωνειακές επαληθεύσεις και ελέγχους, έστω και μεταγενεστέρως της καταθέσεως της δηλώσεως προορισμού όσον αφορά την κατανάλωση, οφείλονται στην απώλεια ή στην καταστροφή του εμπορεύματος λόγω τυχαίου περιστατικού ή ανωτέρας βίας ή λόγω γεγονότος που αποδίδεται σε ελαφρά αμέλεια τρίτου ή του ίδιου του υπόχρέου». Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 37, η φορολογική ενοχή δεν γεννάται επίσης και στην περίπτωση που τα υποκείμενα σε τελωνειακούς δασμούς εμπορεύματα υφίστανται απώλειες εκ λόγων φυσικών ή τεχνικών.
Ο νόμος 891 της 22ας Δεκεμβρίου 1980 (GU 355 του 1980) προβλέπει στο άρθρο 22ter ότι «ο όρος “απώλεια” που αναφέρεται στο... άρθρο 37 του ενιαίου κειμένου των τελωνειακών νόμων, όπως εκυρώθη με το υπ'αριθ. 43 διάταγμα του Προέδρου της Δημοκρατίας, της 23ης Ιανουαρίου 1973 έχει την έννοια της «εξαφανίσεως» (disperzione) και όχι της στερήσεως της δυνατότητος διαθέσεως ενός προϊόντος. Η διάταξη του προηγουμένου εδαφίου αποτελεί την αυθεντική ερμηνεία του... άρθρου 37 του ενιαίου κειμένου των τελωνειακών νόμων, όπως εκυρώθη με το υπ' αριθ. 43 διάταγμα του Προέδρου της Δημοκρατίας, της 23ης Ιανουαρίου 1983».
2.
Το άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας του Συμβουλίου 69/74, της 4ης Μαρτίου 1969, περί εναρμονίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν το καθεστώς της τελωνειακής αποταμιεύσεως (ΕΕ, ειδ. έκδ. 02/001, σ. 41) προέβλεπε ήδη ότι «ο αποταμιευτής και ο εκμεταλλευόμενος ή διαχειριζόμενος αποθήκες πρέπει να δύναται να απολαύει της ολικής απαλλαγής από δασμούς, φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος και εισφορές, για απώλειες που επισυνέβησαν κατά τη διάρκεια της παραμονής σε αποταμίευση και οφείλονται σε τυχαία περιστατικά, σε περιπτώσεις ανωτέρας βίας ή σε λόγους που εξαρτώνται από το είδος των εμπορευμάτων». Παρόμοια διάταξη υπήρχε στην οδηγία 69/73 περί τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή.
Το άρθρο 34 του κανονισμού 222/77 του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, περί της κοινοτικής διαμετακομίσεως (ΕΕ, ειδ. έκδ. 02/003, σ. 3), που αντικατέστησε τον κανονισμό 542/69 του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1969 (JO L 77, σ. 1) ορίζει και αυτό, ότι: «υπό την επιφύλαξη εθνικών διατάξεων που προδλέπουν και άλλες περιπτώσεις απαλλαγής ο κυρίως υπόχρεος απαλάσσεται από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών της πληρωμής των δασμών και των λοιπών επιβαρύνσεων που συνδέονται με εμπορεύματα που:
α)
κατεστράφησαν αποδεδειγμένως εκ λόγων ανωτέρας βίας ή εκ τυχαίου συμβάντος·
6)
ανεγνωρίσθησαν ως ελλείποντα εκ λόγων που ανάγονται στη φύση των εμπορευμάτων αυτών».
Οι αρχές αυτές κωδικοποιούνται με την οδηγία του Συμβουλίου 79/623 της 25ης Ιουνίου 1979, περί εναρμονίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί δασμολογικών οφειλών (JO L 179, σ. 31), που υπογραμμίζει στις αιτιολογικές σκέψεις 4 και 9, «... ότι το ποσό των εισαγωγικών και των εξαγωγικών δασμών στους οποίους υπόκειται ένα εμπόρευμα κατ εφαρμογή των ισχυουσών διατάξεων πρέπει να εξοφλείται από ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο λόγω του ότι το πρόσωπο αυτό φέρει την υποχρέωση καταβολής του εν λόγω ποσού, που ονομάζεται κατωτέρω “δασμολογική οφειλή” ... ότι, εκτός της καταβολής της δασμολογικής οφειλής ή της παραγραφής της σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις οι λόγοι (της) αποσβέσεως (της δασμολογικής οφειλής) πρέπει να στηρίζονται στη διαπίστωση ότι το εμπόρευμα δεν είχε εν τέλει τον οικονομικό προορισμό που δικαιολογεί την επιβολή εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών». Η εν λόγω οδηγία ορίζει στο άρθρο 4 ότι:
«Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 2, ουδεμία δασμολογική οφειλή λόγω εισαγωγής θεωρείται ότι γεννάται για ένα συγκεκριμένο εμπόρευμα:
α)
εφόσον ο ενδιαφερόμενος αποδεικνύει επαρκώς κατά την κρίση των αρμοδίων αρχών ότι η μη τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν...» (από τα διάφορα τελωνειακά συστήματα που έχουν ως αποτέλεσμα να καθυστερήσουν τη διάθεση του εμπορεύματος στην κατανάλωση) «οφείλεται στην ολική καταστροφή ή στην οριστική απώλεια του εκ λόγων αναγομένων στη φύση του εμπορεύματος ή λόγω τυχαίου συμβάντος ή ανωτέρας βίας·
...»
3.
Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, κατά τη νύκτα της 11ης προς 12ης ή της 12ης προς 13η Νοεμβρίου 1978 άγνωστοι αφαίρεσαν ορισμένη ποσότητα επεξεργασμένου καπνού αλλοδαπής καταγωγής και ουίσκυ που ανήκαν στην εταιρία Mellina Agosta, από την τελωνειακή αποθήκη αρ. 1, που ευρίσκεται στις γενικές αποθήκες τις οποίες διευθύνει η εταιρία Esercizio Magazzini Generali, εντός του τελωνειακού χώρου της Κατάνης, στο εσωτερικό του λιμένος.
Η κλοπή αυτή διεπράχθη κατόπον παραβιάσεως του μεταλλικού παραπετάσματος της αποθήκης και διαφυγής της προσοχής της «Pubblica Sicurezza» και της «Guardia di finanza».
Η εταιρία Esercizio Magazzini Generali, που φυλάσσει το κλειδί μιας από τις κλειδαριές της αποθήκης (ενώ το κλειδί της άλλης κλειδαριάς φυλάσσεται από τη διοικητική αρχή της Κατάνης), κατάγγειλε την κλοπή στα όργανα της λιμενικής αστυνομίας και ειδοποίησε την Guardia di finanza καθώς και το τελωνείο της Κατάνης.
Πάντως, η τελωνειακή αρχή, δεχθείσα ότι υπάρχει τεκμήριο οριστικής διαθέσεως προς κατανάλωση των εν λόγω εμπορευμάτων εζήτησε, με έγγραφο της 31ης Ιανουαρίου 1979, από την εταιρία Esercizio Magazzini Generali, που διαχειρίζεται την τελωνειακή αποθήκη και από την εταιρία Mellina Agosta, ιδιοκτήτρια του κλαπέντος εμπορεύματος, την καταβολή του ποσού των 78205695 λιρών ως τελωνειακών δασμών και φόρων προστιθέμενης αξίας για τα εμπορεύματα αυτά καθώς και τόκων και εξόδων σε σχέση με τους τελωνειακούς δασμούς. Κατά της αιτήσεως αυτής, η εταιρία Esercizio Magazzini Generali άσκησε ιεραρχικώς προσφυγή η οποία απερρίφθη. Εν συνεχεία, το τελωνείο της Κατάνης κοινοποίησε, στις 14 Ιουνίου 1979 ένταλμα για την καταβολή του εν λόγω ποσού εντόκως και μετά των σχετικών εξόδων.
Οι ενδιαφερόμενες εταιρίες άσκησαν ανακοπή κατά του εντάλματος αυτού ενώπιον του tribunal της Κατάνης. Με αποφάσεις της 16ης Ιανουαρίου — 24 Φεβρουαρίου 1981, το δικαστήριο αυτό εδέχθη την ανακοπή, κρίνοντας ότι το αιτούμενο από το τελωνείο ποσό δεν οφείλετο, κατεδίκασε δε το Ministero delle finanze στα δικαστικά έξοδα.
4.
Το τελευταίο άσκησε έφεση κατά των αποφάσεων αυτών. Το Corte d'appello της Κατάνης, αφού ερύθμισε το ζήτημα που είχανε εγείρει οι εν λόγω εταιρίες, κατά τις οποίες δεν οφείλετο δασμός για το κλαπέν εμπόρευμα επειδή η κλοπή συνέβη εντός αποθήκης «επισήμως κλεισμένη», ιδιότητα την οποία δεν έχει, κατά το δικαστήριο αυτό, η αποθήκη που διαχειρίζεται η εταιρία Esercizio Magazzini Generali, εδέχθη ότι ανακύπτει ζήτημα κοινοτικού δικαίου και, επομένως, με διάταξη της 18ης Ιουνίου 1982, αποφάσισε να αναβάλει την έκδοση οριστικής αποφάσεως και να παραπέμψει στο Δικαστήριο, κατ εφαρμογή του άρθρου 177 της συνθήκης, το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα
«η κλοπή εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμό, υπό τις πιο πάνω συνθήκες ή γενικά και αφηρημένα υπό συνθήκες οι οποίες σύμφωνα με τα προεκτεθέντα την εξομοιώνουν με ανωτέρα βία δυνάμει των αρχών της εσωτερικής εννόμου τάξεως, αποτελεί ανωτέρα βία υπό την έννοια του κοινοτικού τελωνειακού συστήματος;»
5.
Οι διατάξεις περί παραπομπής περιήλθαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Ιουλίου 1982.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου του Οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΟΚ, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν στις 14 Οκτωβρίου 1982 η εταιρία Esercizio Magazzini Generali, εκπροσωπουμένη από τον Ugo Monterosso, δικηγόρο Κατάνης, στις 21 Οκτωβρίου 1982 η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από την Avvocatura dello Stato, διά του Ivo Braguglia και στις 25 Αυγούστου 1982 η Επιτροπή των ΕΚ., εκπροσωπουμένη από τον Alberto Prozzillo.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή, και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξααγωγή αποδείξεων.
Με διάταξη της 19ης Ιανουαρίου 1982, το Δικαστήριο αποφάσισε την ένωση και την συνεκδίκαση των δύο υποθέσεων προς διευκόλυνση της διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.
Με διάταξη της 19ης Ιανουαρίου 1982, αφού διεπίστωσε ότι κανένα κράτος μέλος και κανένα όργανο δεν είχε ζητήσει την εκδίκαση της υποθέσεως εν ολομέλεια, το Δικαστήριο, κατ εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού διαδικασίας, αποφάσισε να αναθέσει τις υποθέσεις στο τέταρτο τμήμα.
ΙΙ — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
1. Παρατηρήσεις της εταιρίας Esercizio Magazzini Generali
Η εταιρία Esercizio Magazzini Generali υποστηρίζει ότι η κλοπή του εμπορεύματος αίρει την υποχρέωση καταβολής δασμών.
Σχετικώς, αντλεί επιχείρημα από το ότι το υπ' αριθ. 43 διάταγμα του Προέδρου της Δημοκρατίας, της 23ης Ιανουαρίου 1973, αναφέρεται στην ειδική νομοθεσία περί γενικών αποθηκών, η οποία προβλέπει ρητώς την ανωτέρα βία ως λόγο απαλλαγής από την ευθύνη της φυλάξεως των εμπορευμάτων που κατατίθενται στις αποθήκες αυτές (βασιλικό νομοθετικό διάταγμα 2290 της 1. 7. 1926 που κατέστη ο νόμος 1158 της 9. 6. 1927) και από την υποχρέωση καταβολής των δασμών που υπολογίζονται αναλόγως της διαπιστουμένης κατά τη θέση σε παρακαταθήκη ποιότητας και ποσότητας των εμπορευμάτων (βασιλικό διάταγμα 126 της 16. 1. 1927). Όμως, κατά την ενδιαφερόμενη εταιρία, στην έκθεση της Guardia di finanza και στην απόφαση του Tribunale της Κατάνης, που επαναλαμβάνεται στη διάταξη του Corte d'appello περί παραπομπής τονίζεται ότι ουδεμία αμέλεια έστω και ελαφρά δεν ηδύνατο να αποδοθεί στην εταιρία όσον αφορά την κλοπή (σύμφωνα με τη διάταξη περί παραπομπής «... η κλοπή διαπράχθηκε υπό τέτοιες συνθήκες ώστε να φαίνεται ότι συντρέχει περίπτωση ανωτέρας βίας, σύμφωνα με τις εν προκειμένω συγκλίνουσες απόψεις της επιστήμης και της νομολογίας (6λ. Cass. 26. 10. 1955, No. 3494) και απροβλέπτου συμβάντος» (βλ. Cass. 26. 4. 1954, No. 1274). Η ιταλική επιστήμη (Il Messineo nel Trattato di diretto civile e commerciale ) θεωρεί και αυτή την κλοπή ως περίπτωση τυχαίου συμβάντος και ανωτέρας βίας.
Σύμφωνα με τον προσανατολισμό αυτό, η ιταλική νομολογία έχει δεχθεί την απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής δασμών στην περίπτωση κλοπής διαπραττομένης από τρίτους χωρίς δόλο ή πταίσμα του υπόχρεου της φορολογικής οφειλής (Corte di cassazione, πρώτο πολιτικό τμήμα, αποφάσεις υπ' αριθ. 6148 της 22ας Δεκεμβρίου 1978 και 431 της 18ης Ιανουαρίου 1980).
Βάσει του νέου νόμου 891 το Corte di Cassazione τροποποίησε τη νομολογία του και δέχτηκε στην απόφαση 5769 της 31ης Οκτωβρίου 1981 ότι οφειλόταν ο δασμός για εμπόρευμα που εκλάπη μεταφερόμενο επί φορτηγού αυτοκινήτου. Αλλά σε μία ανάλογη υπόθεση, η ενδιαφερόμενη εταιρία, θεωρώντας αντισυνταγματικό το άρθρο 37 του ενιαίου κειμένου υπ' αριθμ. 43 όπως ερμηνεύεται υπό το φως του νόμου 891, πέτυχε την παραπομπή της υποθέσεως από το Tribunale της Κατάνης στο συνταγματικό δικαστήριο.
Η ενδιαφερόμενη εταιρία αντλεί επίσης επιχείρημα και από το κοινοτικό δίκαιο, εκ του ότι, κατά τη γνώμη της, η προαναφερθείσα οδηγία θεωρεί την απώλεια του εμπορεύματος λόγω τυχαίου συμβάντος ή ανωτέρας βίας ως περίπτωση εξαιρέσεως και «απαλλαγής» από την εκπλήρωση της φορολογικής υποχρεώσεως. Υπογραμμίζει ότι το Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο, στη γνωμοδότηση του επί της προτάσεως οδηγίας του Συμβουλίου προέβλεψε την περίπτωση της «απαλλαγής» από την καταβολή των δασμών υπό ευρύτερη έννοια την οποία δέχθηκε το άρθρο 11 της οδηγίας 69/74, παρά τη βραχυλογία του.
Τον ίδιο προσανατολισμό έχει ακολουθήσει και το Δικαστήριο, το οποίο απεφάνθη όσον αφορά την ανωτέρα βία, στις αποφάσεις επί των υποθέσεων 158/73 (Kampffmeyer, Race. 1974, σ. 101)- 149/78 (Luciano Rumi, Race. 1979, σ. 2523) 808/79 (Fratelli Pardini, Race. 1980, σ. 2103). Ομοίως και το ιταλικό συνταγματικό δικαστήριο.
Η εταιρία Esercizio Magazzini Generali υποστηρίζει ότι το άρθρο 22ter του νόμου 891 δεν συμβιβάζεται προς τους κοινοτικούς κανόνες, κατά το ότι περιορίζει υπερβολικά την έννοια της απώλειας λόγω «ανωτέρας βίας», που προβλέπεται ρητώς, όσον αφορά τις τελωνειακές αποθήκες, από το προαναφερθέν άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας 69/74 και, όσον αφορά τα υποκείμενα σε δασμούς εμπορεύματα υπό κοινοτική διαμετακόμιση, από το άρθρο 4 της οδηγίας 79/623.
2. Παρατηρηθείς της ιταλικής κυοερνήαεως
Η ιταλική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η αφαίρεση εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμούς, συνεπεία κλοπής ή άλλου παρομοίου περιστατικού, δεν ισοδυναμεί με καταστροφή ή απώλεια των εμπορευμάτων αυτών.
Κατά την άποψη της, η διατύπωση του υποβληθέντος ερωτήματος δεν αντιστοιχεί με την πραγματική φύση του προβλήματος του κοινοτικού δικαίου που εγείρει ο εθνικός δικαστής. Πράγματι, το θέμα δεν είναι να διαπιστωθεί αν — και στο πλαίσιο του κοινοτικού τελωνειακού συστήματος — η κλοπή που διαπράττεται υπό ορισμένες συνθήκες εμπίπτει στην έννοια της ανωτέρας βίας αλλά να κριθεί αν έχει ως αποτέλεσμα να αποκλείσει τη γένεση της δασμολογικής οφειλής ακόμα και αν θεωρηθεί ότι οφείλεται σε ανωτέρα βία.
Σχετικώς, το άρθρο 4 της οδηγίας 79/623 είναι θεμελιώδους σημασίας. Συγκεκριμένα, η διάταξη αυτή αποκλείει τη γένεση της δασμολογικής οφειλής μόνο στην περίπτωση που η μη εκπλήρωση των σχετικών υποχρεώσεων οφείλεται στην «ολική καταστροφή» ή στην «οριστική απώλεια» του εμπορεύματος. Επομένως η διάταξη αυτή σκοπεί να αναφερθεί αποκλειστικά σε περιστατικά που, όταν πραγματοποιούνται, καθιστούν αντικειμενικά αδύνατη τη διάθεση του εμπορεύματος στην κατανάλωση. Πράγματι, η βούληση του κοινοτικού νομοθέτη είναι να δεχθεί ως λόγο αποκλείοντα τη γένεση της δασμολογικής οφειλής μόνο τα περιστατικά που εμποδίζουν τον υπόχρεο να χρησιμοποιήσει αντικειμενικώς το εμπόρευμα και καθιστούν επομένως αδύνατη τη διάθεση του στην κατανάλωση και όχι να διαθέσει το εμπόρευμα υποκειμενικώς. Όμως η — συνεπεία κλοπής — στέρηση της δυνατότητας διαθέσεως του εμπορεύματος δεν έχει τα ανωτέρω χαρακτηριστικά. Μάλιστα, κατά την ιταλική κυβέρνηση, η σκοπιμότης της κλοπής είναι ακριβώς η διάθεση στην κατανάλωση του εμπορεύματος που διέφυγε της υποχρεώσεως. Εξάλλου, αν γίνει δεκτό ότι η στέρηση συνεπεία κλοπής συνεπάγεται την «οριστική απώλεια» του εμπορεύματος, πρέπει κατ' ανάγκη να γίνει δεκτό ότι στην περίπτωση αυτή δεν γεννάται δασμολογική οφειλή πράγμα που θα είχε ως συνέπεια ότι δεν θα ήταν δυνατό να απαιτηθεί η καταβολή των δασμών ή άλλων φόρων από τον αυτουργό της κλοπής ή της διαθέσεως των εμπορευμάτων στην κατανάλωση.
Η ιταλική κυβέρνηση θεωρεί ότι καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα με την εξέταση της οδηγίας 69/74η οποία, για την Ιταλία, αφορά όλα τα είδη τελωνειακών αποθηκών. Πράγματι, το άρθρο 11, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής αποκλείει ότι οι «αντικανονικές αναλήψεις εμπορευμάτων» δύνανται να περιληφθούν στην έννοια της απώλειας, αφού προβλέπει ότι στις περιπτώσεις αυτές, οι δασμοί κλπ. εισπράττονται «επί των αναληφθέντων εμπορευμάτων» βάσει των συντελεστών που ισχύουν κατά την ημερομηνία της αναλήψεως, θεωρώντας έτσι ότι η αντικανονική ανάληψη (ανεξαρτήτως του προσώπου που την πραγματοποιεί) συμπίπτει με τη διάθεση στην κατανάλωση.
Το άρθρο 34 του κανονισμού 222/77 του Συμβουλίου βαίνει προς την αυτή κατεύθυνση αφού απαλάσσει γενικώς τον κυρίως υπόχρεο της πληρωμής των δασμών κλπ. αποκλειστικά στην περίπτωση που τα εμπορεύματα καταστράφηκαν ή που αναγνωρίσθηκαν ως ελλείποντα εκ λόγων αναγομένων στη φύση τους.
Το συμπέρασμα αυτό συνδέεται με τον κίνδυνο που αναλαμβάνει ο ενδιαφερόμενος καθυστερώντας τη διάθεση των εμπορευμάτων στην κατανάλωση και με τις υποχρεώσεις που φέρει συνεπεία της καθυστερήσεως αυτής. Ακόμη και αν ο υπόχρεος απέδειξε συνήθη επιμέλεια, η δολία αφαίρεση του εμπορεύματος δεν δικαιολογεί την εκ μέρους του μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που του επιβάλλουν τα διάφορα εφαρμοζόμενα τελωνειακά συστήματα (αποταμίευση, προσωρινή φύλαξη, διαμετακόμιση, κλπ.). Είναι λοιπόν εύλογο να γίνει δεκτό ότι φέρει την ευθύνη γεγονότων, όπως η κλοπή, που συνεπάγονται τη διάθεση του εμπορεύματος στην κατανάλωση. Κάθε άλλο συμπέρασμα όχι μόνο θα έβλαπτε σοβαρά το κοινοτικό και το εθνικό συμφέρον, όσον αφορά την είσπραξη δασμών, αλλά επί πλέον θα άνοιγε το δρόμο για «κλοπές κατά παραγγελία» που δύσκολα ελέγχονται και που διαπράττονται προς το σκοπό της διαφυγής από την καταβολή δασμών και άλλων τελωνειακών επιβαρύνσεων.
Η ιταλική κυβέρνηση θεωρεί ότι αν γίνει δεκτή η άποψη της παρέλκει τελείως η έρευνα του αν η κλοπή συνιστά περίπτωση ανωτέρας βίας κατά το κοινοτικό δίκαιο. Πράγματι, η έρευνα αυτή θα ήταν χρήσιμη μόνο αν εγένετο δεκτό ότι η αφαίρεση συνεπεία κλοπής ισοδυναμεί με «ολική καταστροφή» ή με «οριστική απώλεια» του αφαιρεθέντος εμπορεύματος πράγμα που ήδη απεκλείσθη.
3. Παρατηρήσεις της Επιτροπής
Η Επιτροπή φρονεί ότι η κλοπή δεν δύναται, στο πλαίσιο του κοινοτικού τελωνειακού δικαίου και ιδίως της οδηγίας 69/74, να θεωρηθεί ως περίπτωση ανωτέρας βίας, ανεξαρτήτως των συνθηκών υπό τις οποίες διεπράχθη.
Πράγματι, για να εμπίπτει στην έννοια «ανωτέρας βίας», ένα περιστατικό πρέπει είτε να παρουσιάζει ορισμένα χαρακτηριστικά είτε να έχει τα έννομα αποτελέσματα που ο νομοθέτης αποδίδει στην ανωτέρα βία. Η ανωτέρα βία όμως έχει ως αποτέλεσμα την απαλλαγή από την ευθύνη: αν η ισχύουσα νομοθεσία αποκλείει το αποτέλεσμα αυτό σε ένα συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ένα περιστατικό, έστω και απρόοπτο, αναπόφευκτο και μη αποδιδόμενο στον υπόχρεο δεν ανταποκρίνεται στην έννοια της «ανωτέρας βίας». Στο πλαίσιο του κοινοτικού τελωνειακού δικαίου, το απαλλακτικό αποτέλεσμα επέρχεται μόνο αν τα υπό αποταμίευση εμπορεύματα «απωλέσθησαν»: όμως, τα κλαπέντα εμπορεύματα δεν «απωλέσθησαν» κατά την έννοια της οδηγίας. Επομένως, υπό τις συνθήκες αυτές, η κλοπή δεν αποτελεί περίπτωση ανωτέρας βίας.
Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί επανειλημμένως επί του θέματος της ανωτέρας βίας, αλλά δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να εξετάσει το πρόβλημα που ανέκυψε εν προκειμένω στην κυρία δίκη. Φαίνεται, πάντως, ότι η ανωτέρω εκτεθείσα θεωρία ενέπνευσε το Δικαστήριο σε όλες τις περιπτώσεις που έκρινε ότι ένα περιστατικό συνιστούσε περίπτωση ανωτέρας βίας: συγκεκριμένα, πρόκειται γενικώς για διαφορές στο γεωργικό τομέα, στο πλαίσιο των οποίων μια νομοθετική πράξη προέβλεπε την απόσβεση κάποιας υποχρεώσεως λόγω, ακριβώς, περιπτώσεως ανωτέρας βίας. Ακόμη και σε μια περίπτωση, στην οποία έγινε επίκληση της ανωτέρας βίας βάσει των γενικών αρχών του δικαίου και όχι μιας νομοθετικής πράξεως (υπόθεση 149/78, Ru-Mi, Racc. 1979, σ. 2523), είχε ως αποτέλεσμα την απόσβεση της υποχρεώσεως.
Η Επιτροπή προσθέτει ότι όλα τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τις εν λόγω διατάξεις κατά την εκτεθείσα έννοια. Οι κοινοτικοί κανόνες στηρίζονται σε διεθνείς κανόνες. Η σύμβαση του Kyoto για την απλοποίηση και την εναρμόνιση των τελωνειακών συστημάτων, προβλέπει στο παράρτημα Ε 3, σημείο 22 ότι «τα υπό αποταμίευση εμπορεύματα που κατεστράφησαν ή απωλέσθησαν οριστικώς, συνεπεία ατυχήματος ή ανωτέρας βίας δεν υπόκεινται σε εισαγωγικούς δασμούς και φόρους ...». Το παράρτημα Β 1 της συμβάσεως διευκρινίζει ότι «τα κλαπέντα εμπορεύματα δεν θεωρούνται καταστραφέντα ή οριστικώς απολεσθέντα». Η απόφαση του Συμβουλίου 75/199 της 18ης Μαρτίου 1975 (JO L 100, σ. 1) υιοθέτησε τη σύμβαση αυτή και εδέχθη το παράρτημά της Ε 3 που αφορά την τελωνειακή αποταμίευση. Φαίνεται πάντως ότι η Κοινότητα δεν έχει ακόμα δεχθεί το παράρτημα Β 1 της συμβάσεως αυτής.
Όσον αφορά πλέον συγκεκριμένα το σύστημα της τελωνειακής αποθηκεύσεως, η ανωτέρω οδηγία περιέχει επίσης στο άρθρο 11, παράγραφος 3, μια ειδική διάταξη που αφορά τις «αντικανονικές αναλήψεις εμπορευμάτων»: όταν διαπιστούται η ανάληψη, οι δασμοί οφείλονται και δεν προβλέπεται καμία απαλλαγή. Η Επιτροπή διερωτάται μήπως η κλοπή εμπίπτει στις διατάξεις αυτές μάλλον παρά στις διατάξεις του άρθρου 11, παράγραφος 1. Η αρνητική απάντηση στην ερώτηση αυτή προκύπτει τόσο από τις προπαρασκευαστικές εργασίες (ιδίως την έκθεση της Επιτροπής που συνοδεύει την πρόταση οδηγίας) όσο και από τη γραμματική ερμηνεία: μια διάταξη που αναφέρεται «στις αντικανονικές αναλήψεις» αφήνει να εννοηθεί η δυνατότητα «κανονικών αναλήψεων»· οι αναλήψεις αυτές δύνανται να πραγματοποιηθούν μόνο από τον κύριο των εμπορευμάτων· είναι, άρα, δυνατό να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η διάταξη αυτή απευθύνεται στον κύριο των εμπορευμάτων.
III — Προφορική διαδικασία
Κατά τη συνεδρίαση της 23ης Μαρτίου 1983, η εταιρία Esercizio Magazzini Generali, εκπροσωπούμενη από τον Ugo Monterosso, δικηγόρο Κατάνης, η ιταλική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Ivo Braguglia, Avvocato dello Stato, και η Επιτροπή των ΕΚ, εκπροσωπούμενη από τον Alberto Prozzillo, ανέπτυξαν προφορικά της παρατηρήσεις τους.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 6ης Ιουλίου 1983.
Σκεπτικό
1
Με δύο διατάξεις της 18ης Ιουνίου 1982, που περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 23 Ιουλίου 1982, το Corte d'appello της Κατάνης υπέοαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς το νόημα της ανωτέρας 6ίας κατά την έννοια του κοινοτικού τελωνειακού δικαίου.
2
Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο δύο δικών μεταξύ του Ministero delle finanze, της εταιρίας Esercizio Magazzini Generali SpA και της εταιρίας Mellina Agosta Sri. Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, το 1978 εκλάπη, από την τελωνειακή αποθήκη που διευθύνει στο λιμάνι της Κατάνης η εταιρία Esercizio Magazzini Generali, ορισμένη ποσότητα επεξεργασμένου καπνού αλλοδαπής καταγωγής και ουίσκυ που ανήκαν στην εταιρία Mellina Agosta. Για να διαπράξουν την κλοπή, οι κλέπτες παραβίασαν ένα μεταλλικό παραπέτασμα που ασφαλιζόταν με δύο κλειδαριές, τα κλειδιά των οποίων φύλασσαν το ένα η εταιρία Esercizio Magazzini Generali και το άλλο το τελωνείο του λιμένος. Το τελωνείο της Κατάνης ζήτησε και από την εταιρία Esercizio Magazzini Generali και από την εταιρία Mellina Agosta την καταβολή 78000000 λιρετών περίπου για δασμούς και φόρους προστιθέμενης αξίας επί του κλαπέντος εμπορεύματος καθώς και νόμιμους τόκους και έξοδα.
3
Τον Ιούνιο του 1979, οι τελωνειακές αρχές κοινοποίησαν στις δύο εταιρίες ένταλμα για την καταβολή του πιο πάνω ποσού. Οι δύο εταιρίες άσκησαν ανακοπή ενώπιον του Tribunale της Κατάνης που δέχθηκε ότι δεν υπήρχε οφειλή για το ποσό αυτό. Η διοίκηση άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής.
4
Κατά την ιταλική νομοθεσία, για τα εμπορεύματα που υπόκεινται σε δασμούς, η ενοχή γεννάται με τη διάθεσή τους στην κατανάλωση επί του τελωνειακού εδάφους. Θεωρούνται ότι έχουν διατεθεί οριστικά στην κατανάλωση τα εμπορεύματα που διέφυγαν παρανόμως τις δασμολογικές υποχρεώσεις. Πάντως, θεωρείται ότι δεν γεννάται φορολογική ενοχή όταν ο υπόχρεος αποδεικνύει ότι η μη τήρηση των δασμολογικών του υποχρεώσεων ή η αφαίρεση των εμπορευμάτων οφείλονται στην απώλεια ή στην καταστροφή τους λόγω τυχαίου περιστατικού ή ανωτέρας βίας ή σε περιστατικά που αποδίδονται σε ελαφρά αμέλεια τρίτου ή του ίδιου του υπόχρεου.
5
Κατόπιν ορισμένων αποφάσεων των ιταλικών δικαστηρίων σχετικά με τον όρο «απώλεια» που απαντάται στη νομοθεσία, ο ιταλός νομοθέτης θέσπισε το νόμο 891 της 22ας Δεκεμβρίου 1980 που δίνει την αυθεντική ερμηνεία του όρου αυτού, ο οποίος πρέπει να νοείται ως εξαφάνιση και όχι ως στέρηση της δυνατότητας διαθέσεως του προϊόντος. Το Corte d'appello έκρινε συνεπώς ότι η στέρηση της δυνατότητας διαθέσεως του προϊόντος (δηλαδή η κλοπή) δεν ενέπιπτε στις περιπτώσεις που προβλέπει το εθνικό δίκαιο και δέχθηκε, κατά συνέπεια, ότι δεν συνέτρεχε η προϋπόθεση για την απαλλαγή από τη φορολογική οφειλή.
6
Πάντως, οι καθών υποστήριξαν ότι η κοινοτική έννομη τάξη ρυθμίζει διαφορετικά την περίπτωση. Η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση προβλέπει απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής δασμών και άλλων επιβαρύνσεων στην περίπτωση που τα εμπορεύματα καταστράφηκαν λόγω ανωτέρας βίας ή τυχαίου περιστατικού. Βάσει των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως, η κλοπή του εμπορεύματος διαπράχθηκε υπό τέτοιες συνθήκες ώστε να φαίνεται ότι πρόκειται για περίπτωση ανωτέρας βίας κατά την έννοια του κοινοτικού δικαίου.
7
Το Corte d'appello ανέβαλε τις δύο δίκες και, με τις παραπάνω διατάξεις, υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Ερωτάται το Δικαστήριο αν η κλοπή εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμό, υπό τις πιο πάνω συνθήκες ή, πιο γενικά και αφηρημένα, υπό συνθήκες οι οποίες σύμφωνα με τα προεκτεθέντα την εξομοιώνουν με ανωτέρα δία δυνάμει των αρχών της εσωτερικής εννόμου τάξεως, αποτελεί ανωτέρα βία κατά την έννοια του κοινοτικού τελωνειακού συστήματος.»
8
Η οδηγία 69/74 του Συμβουλίου, της 4ης Μαρτίου 1969, περί εναρμονίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν το καθεστώς της τελωνειακής αποταμιεύσεως (ΕΕ, ειδ. έκδ. 02/001, σ. 41) ορίζει τους κανόνες που πρέπει να περιέχουν οι σχετικές νομοθετικές κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις των κρατών μελών. Σύμφωνα με το άρθρο 2, το καθεστώς της τελωνειακής αποταμιεύσεως έχει ως αποτέλεσμα τη μη είσπραξη κατά τη διάρκεια της αποθηκεύσεως των εμπορευμάτων, των δασμών, φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος και των εισφορών.
9
Σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας, ο αποταμιευτής και ο εκμεταλλευόμενος ή διαχειριζόμενος αποθήκες πρέπει να μπορούν να απολαύουν της ολικής απαλλαγής από δασμούς, φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος και εισφορές, για απώλειες που επισυνέδησαν κατά τη διάρκεια της παραμονής σε αποταμίευση και οφείλονται σε τυχαία περιστατικά, σε περιπτώσεις ανωτέρας βίας ή σε λόγους που εξαρτώνται από τη φύση των εμπορευμάτων.
10
Το άρθρο 11, παράγραφος 3, ορίζει ότι σε περίπτωση αντικανονικής αναλήψεως εμπορευμάτων εισπράττονται επί των αναληφθέντων εμπορευμάτων οι δασμοί, οι φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος και οι γεωργικές εισφορές, βάσει των συντελεστών και των ποσών τα οποία ισχύουν κατά την ημερομηνία της αναλήψεως.
11
Η οδηγία 79/623 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου του 1979, περί εναρμονίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί δασμολογικών οφειλών (GU L 1979, σ. 31) ορίζει τους κανόνες που πρέπει να περιέχουν οι νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις των κρατών μελών που αφορούν, μεταξύ άλλων, τη γένεση της δασμολογικής οφειλής.
12
Η εν λόγω οδηγία ορίζει στο άρθρο 2 ότι η δασμολογική οφειλή λόγω εισαγωγής γεννάται με:
...
γ)
την αφαίρεση ενός εμπορεύματος που υπόκειται σε εισαγωγικούς δασμούς από την τελωνειακή εποπτεία που συνεπάγεται η προσωρινή θέση του σε αποταμίευση ή η θέση του υπό τελωνειακό καθεστώς που περιλαμβάνει την εν λόγω εποπτεία.
13
Το άρθρο 4 της οδηγίας προβλέπει ότι, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 2, ουδεμία δασμολογική οφειλή λόγω εισαγωγής θεωρείται ότι γεννάται για ένα συγκεκριμένο εμπόρευμα:
α)
εφόσον ο ενδιαφερόμενος αποδεικνύει επαρκώς κατά την κρίση των αρμοδίων αρχών ότι η μη τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν:
—
είτε από τις διατάξεις που έχουν εκδοθεί για την εφαρμογή του άρθρου 2 της οδηγίας 68/312·
—
είτε από την παραμονή του συγκεκριμένου εμπορεύματος σε προσωρινή αποταμίευση·
—
είτε από το τελωνειακό καθεστώς υπό το οποίο έχει τεθεί το εν λόγω εμπόρευμα,
οφείλεται στην ολική καταστροφή ή στην οριστική απώλειά του εκ λόγων που ανάγονται στη φύση του εμπορεύματος ή λόγω τυχαίου περιστατικού ή ανωτέρας δίας.
14
Όπως προκύπτει από το πιο πάνω άρθρο καθώς και από την ένατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, οι λόγοι αποσβέσεως πρέπει να στηρίζονται στη διαπίστωση ότι το εμπόρευμα δεν είχε τελικά τον οικονομικό προορισμό που δικαιολογεί την επιβολή εισαγωγικών δασμών. Στην περίπτωση της κλοπής, μπορεί να υποτεθεί ότι το εμπόρευμα εισέρχεται στο εμπορικό κύκλωμα της Κοινότητας. Άρα, η απώλεια του εμπορεύματος κατά την έννοια της οδηγίας δεν περιλαμβάνει την κλοπή, ανεξαρτήτως συνθηκών υπό τις οποίες διαπράχθηκε.
15
Επομένως, στο ερώτημα που υπέβαλε το Corte d'appello της Κατάνης πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, σύμφωνα με τους ισχύοντες κοινοτικούς δασμολογικούς κανόνες, η αφαίρεση από τρίτους, έστω και χωρίς πταίσμα του οφειλέτη, εμπορευμάτων που υπόκεινται σε δασμό, δεν αποσβένει τη σχετική υποχρέωση.
Επί των δικαστικών εξόδων
16
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας, καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπακών Κοινοτήτων που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται· δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του Corte d'appello της Κατάνης, στο δικαστήριο αυτό εναπόκειται να αποφανθεί για τα δικαστικά έξοδα.
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε, με διάταξη της 18ης Ιουνίου 1982, το Corte d'appello της Κατάνης αποφαίνεται:
Σύμφωνα με τους ισχύοντες δασμολογικούς κοινοτικούς κανόνες, η αφαίρεση από τρίτους, έστω και χωρίς πταίσμα του οφειλέτη, εμπορευμάτων που υπόκεινται σε δασμό δεν αποσβένει τη σχετική υποχρέωση.
O'Keeffe
Pescatore
Bosco
Koopmans
Bahlmann
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 5 Οκτωβρίου 1983.
Ο γραμματέας
J. Α. Pompe
Βοηθός γραμματέας
Ο πρόεδρος του τέταρτου τμήματος
Α. O'Keeffe
Full & Egal Universal Law Academy