Στην υπόθεση 190/82,
Adam Ρ. Η. Blomefield, υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτοικος Incourt (Βέλγιο), εκπροσωπούμενος από τον Edmond Lebrun, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Tony Biever, 83, boulevard Grande-Duchesse-Charlotte,
προσφεύγων,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Hendrik Van Lier, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον Daniel Jacob, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Oreste Montako, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως με την οποία η Επιτροπή αρνήθηκε να κατατάξει τον προσφεύγοντα σε ανώτερο κλιμάκιο του βαθμού του,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
συγκείμενο από τους Κ. Bahlmann, πρόεδρο τμήματος, Ρ. Pescatore και Ο. Due, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: S. Rozès
γραμματέας: J. Α. Pompe, 6οη9ός γραμματέας
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, η εξέλιξη της διαδικασίας, τα αιτήματα, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά
Ο Adam P.H. Blomefield, βρετανός υπήκοος, περιλήφθηκε στον πίνακα επιτυχόντων που καταρτίστηκε μετά τις εξετάσεις του διαγωνισμού COM/LA/141 για τη δημιουργία εφεδρικού πίνακα για μελλοντικές προσλήψεις βοηθών μεταφραστών και με έγγραφο της 22ας Απριλίου 1977 η Επιτροπή τον ειδοποίησε ότι είχε αποφασίσει να τον προσλάβει ως δόκιμο υπάλληλο με 6αθμό LA 8, κλιμάκιο 2.
Μετά από παρέμβαση του Blomefield, στην οποία προέβαλε την επαγγελματική του πείρα στον τομέα της μετάφρασης, η Επιτροπή, με απόφαση της 23ης Αυγούστου 1977, τον διόρισε στο βαθμό LA 7, κλιμάκιο 1, από την ημέρα που ανέλαβε υπηρεσία την 1η Αυγούστου 1977.
Με απόφαση της 26ης Απριλίου 1978, ο Blomefield μονιμοποιήθηκε από 1ης Μαΐου 1978 στο βαθμό και το κλιμάκιο αυτό.
Το Μάρτιο του 1981 ο Blomefield έλαβε γνώση μιας απόφασης της Επιτροπής της 6ης Ιουνίου 1973, «περί των κριτηρίων που εφαρμόζονται για το διορισμό σε βαθμό και την κατάταξη σε κλιμάκιο κατά την πρόσληψη». Από τη μελέτη του εγγράφου αυτού ο Blomefield θεώρησε ότι, λόγω της επαγγελματικής του πείρας, έπρεπε κατά την πρόσληψη του να του αναγνωριστεί αρχαιότητα δύο κλιμακίων και επομένως να καταταγεί στο κλιμάκιο 3 του βαθμού ΙΑ 7.
Με υπηρεσιακό σημείωμα της 6ης Ιουνίου 1981, που πρωτοκολλήθηκε στις 11 Ιουνίου, ο Blomefield ζήτησε, κατ'εφαρμογή του άρθρου 90, παράγραφος 1, του κανονισμού, να του απονείμει η Επιτροπή αναδρομικά, από την ημέρα που ανέλαβε υπηρεσία την 1η Αυγούστου 1977, το κλιμάκιο 3 του βαθμού LA 7.
Η επιτροπή κατάταξης επανεξέτασε το ζήτημα της αρχικής του κατάταξης και η Επιτροπή, με έγγραφο της 7ης Ιανουαρίου 1982, απέρριψε το αίτημα του Blomefield.
Στις 8 Ιανουαρίου 1982, ο Blomefield υπέβαλε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού, διοικητική ένσταση κατά της απόφασης που απέρριψε το αίτημα του της 6ης Ιουνίου 1981.
Στην ένσταση αυτή η Επιτροπή δεν έδωσε ρητή απάντηση.
II — 'Εγγραφη διαδικασία
Ο Blomefield άσκησε την παρούσα προσφυγή στις 28 Ιουλίου 1982 κατά της σιωπηρής απορριπτικής απόφασης της ένστασης του η οποία τεκμαίρεται από τη σιωπή της Επιτροπής.
Η έγγραφη διαδικασία εξελίχθηκε κανονικά.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Οι διάδικοι κλήθηκαν να εξετάσουν κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ειδικότερα, τρία ερωτήματα που τους κοινοποιήθηκαν στις 27 Απριλίου 1983.
III — Αιτήματα των διαδίκων
Ο προσφεύγων ζηζά από το Δικαστήριο:
—
να κρίνει την προσφυγή παραδεκτή και βάσιμη·
—
κατά συνέπεια,
α)
να ακυρώσει την απόφαση που κοινοποιήθηκε στις 7 Ιανουαρίου 1982, η οποία απορρίπτει το αίτημα που υπέβαλε στις 11 Ιουνίου 1981, και τη σιωπηρή απορριπτική απόφαση της ένστασης του που υπέβαλε στις 8 Ιανουαρίου 1982 ·
6)
να ακυρώσει την απόφαση η οποία τον κατέταξε, κατά το διορισμό του ως μόνιμου υπάλληλου, στο κλιμάκιο 1 του 6αθμού LÁ 7 και να κρίνει ότι έπρεπε να είχε καταταγεί στο κλιμάκιο 3 του βαθμού LA 7 ή, επικουρικώς, να υποχρεώσει την καθής να του αναγνωρίσει αρχαιότητα δύο κλιμακίων από την ημερομηνία που θα καθορίζει η απόφαση που θα εκδοθεί·
—
να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
Η Επιτροπή'ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη·
—
να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα.
IV — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων κατά την έγγραφη διαδικασία
Α — Ως προς το παραδεκτό της προσφυγής
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι ο προσφεύγων, προτού ακόμη αναλάβει υπηρεσία, αμφισβήτησε επιτυχώς την κατάταξη του είχε δείξει επ' ευκαιρία ότι γνώριζε καλά τα κριτήρια που εφαρμόζονται για την κατάταξη. Ο προσφεύγων επομένως αποδέχθηκε τη νέα του κατάταξη έχοντας πλήρη επίγνωση της κατάστασης.
Υπό τις συνθήκες αυτές, υπάρχουν τουλάχιστον αμφιβολίες για το παραδεκτό της προσφυγής η οποία ασκήθηκε πέντε έτη μετά την πρόσληψη του προσφεύγοντος και σε συνέχεια αιτήματος που υποβλήθηκε τρία έτη περίπου μετά την πρόσληψη του.
Ο προοφεν}>ων υποστηρίζει ότι κατά το χρόνο της πρόσληψης του αγνοούσε την ύπαρξη της απόφασης της Επιτροπής, της 6ης Ιουνίου 1973, περί των κριτηρίων που εφαρμόζονται για το διορισμό σε βαθμό και την κατάταξη σε κλιμάκιο, της οποίας έλαβε γνώση μόνο κατά τη δημοσίευση της από την Επιτροπή το Μάρτιο 1981. Εμφανίζεται νέο πραγματικό περιστατικό από το οποίο αρχίζει να τρέχει νέα προθεσμία για την άσκηση προσφυγής: από την απόφαση αυτή, που περιέχει διατάξεις για την αναγνώριση αρχαιότητας ως προς το κλιμάκιο, απορρέουν δικαιώματα για το προσωπικό που έχει προσληφθεί.
Οι αμφιβολίες της Επιτροπής ως προς το παραδεκτό της προσφυγής δεν είναι βάσιμες.
Β — Ως προς την ουσία
Ο προοφεΰ}>ων, προς υποστήριξη της προσφυγής του, επικαλείται παράβαση του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, ιδίως των άρθρων 5, παράγραφος 3, και 32, παράγραφος 2, της απόφασης της Επιτροπής της 6ης Ιουνίου 1973, ιδίως του άρθρου 5, παράγραφος 1, καθώς και παραβίαση των γενικών κανόνων και αρχών του δικαίου, ιδίως των αρχών της ισότητας, της αντικειμενικότητας και της διανεμητικής δικαιοσύνης.
Κατά το διορισμό του δεν έπρεπε να καταταγεί στο πρώτο κλιμάκιο του βαθμού LA 7 αλλά, δυνάμει αυτών των διατάξεων και αρχών και ενόψει της επαγγελματικής του πείρας, έπρεπε να του αναγνωριστεί χρόνος προϋπηρεσίας δύο κλιμακίων.
α)
Το άρθρο 5, παράγραφος 1, εδάφιο Ι, της απόφασης της Επιτροπής της 6ης Ιουνίου 1973 ορίζει:
Προκειμένου να ληφθεί υπόψη η επαγγελματική πείρα του υποψήφιου, η οποία υπερβαίνει αυτήν που έχει ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό που βαθμού διορισμού, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή αναγνωρίζει αρχαιότητα ως προς το κλιμάκιο σύμφωνα με τον πίνακα του παραρτήματος.
Από τον πίνακα αυτό προκύπτει ότι επαγγελματική πείρα τουλάχιστον πέντε ετών, για το βαθμό LA 7, παρέχει δικαίωμα για αναγνώριση αρχαιότητας 48 μηνών, δηλαδή δύο κλιμακίων.
Το παράρτημα II, αφετέρου, της απόφασης της 6ης Ιουνίου 1973, υπό τον τίτλο «σταδιοδρομία LA 7/LA 6», ορίζει:
γ)
Αναγνωρίζεται σε ποσοστό 100 % η σχετική με τα καθήκοντα πείρα εφόσον είναι επιπέδου Α (πείρα μεταφραστή, οικονομολόγου, νομικού ...).
Για τον καθορισμό του κλιμακίου μπορεί να ληφθεί υπόψει μόνο η επαγγελματική πείρα που υπερβαίνει αυτή που έχει υπολογιστεί κατά τον προσδιορισμό του βαθμού' πρέπει να πρόκειται άλλωστε για ειδική, σχετική πείρα, σε σχέση επομένως με την προς πλήρωση θέση.
6)
Ο προσφεύγων όμως, κατά την πρόσληψη του, αποδείκνυε επαγγελματική πείρα νομικού και μεταφραστή 9 ετών μετά την απόκτηση του πτυχίου νομικής του πανεπιστημίου της Οξφόρδης.
γ)
Ο προσφεύγων έχει προσληφθεί σε θέση όπου μεταφράζονται κυρίως νομικά κείμενα στον αγροτικό τομέα- η υπηρεσία επομένως έχει επωφεληθεί όχι μόνο από την επαγγελματική του πείρα ως νομικού και μεταφραστή, αλλά επίσης από την πείρα του στον αμπελοοινικό τομέα, όπως μαρτυρεί γι' αυτό η έκθεση κρίσης για την περίοδο από 1ης Ιουλίου 1979 έως 30 Ιουνίου 1981. Ο προσφεύγων μπορεί επομένως αναμφίβολα να επικαλεστεί ειδική πείρα.
δ)
Το γεγονός ότι η προκήρυξη του διαγωνισμού COM/LA/141 σημείωνε ότι το κλιμάκιο 3 του βαθμού LA 7 μπορούσε να χορηγηθεί μόνο κατ' εξαίρεση δεν μπορεί να θίγει τα δικαιώματα που απορρέουν από τη γενικής ισχύος απόφαση της 6ης Ιουνίου 1973.
Ορισμένοι επιτυχόντες αφετέρου του διαγωνισμού αυτού κατατάχθηκαν πράγματι στο κλιμάκιο 3 του βαθμού LA 7, προφανώς διότι είχαν πείρα ίδια με αυτή του προσφεύγοντος, «την οποία όμως είχαν αποκτήσει ως μεταφραστές, με την πλήρη έννοια του όρου». Πρέπει να σημειωθεί επί του σημείου αυτού ότι για την επιμόρφωση ενός μεταφραστή μια όχι τόσο αποκλειστικά μεταφραστική δραστηριότητα μπορεί να αντισταθμιστεί, και μάλιστα υπεραρκετά, από την πρακτική πείρα σε τομείς στους οποίους χρειάζεται μεταφραστική εργασία.
ε)
Επειδή για την κατάταξη στο βαθμό LA 7 λαμβάνεται υπόψη ένα έτος ειδικής επαγγελματικής πείρας, ο προσφεύγων αποδεικνύει για την κατάταξη σε κλιμάκιο, πλέον ή επαρκώς, επαγγελματική πείρα τουλάχιστον πέντε ετών, η οποία, δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 1, εδάφιο 1, της απόφασης της 6ης Ιουνίου 1973, παρέχει δικαίωμα για την αναγνώριση δύο κλιμακίων.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι κατά το άρθρο 32, δεύτερη παράγραφος, του κανονισμού
... η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δύναται, προκειμένου να λάβει υπόψη την κατάρτιση και την ειδική επαγγελματική πείρα του ενδιαφερομένου, να του αναγνωρίσει αρχαιότητα στο βαθμό αυτό. Ο αναγνωριζόμενος χρόνος αρχαιότητας δεν δύναται να υπερβαίνει τους 72 μήνες στους βαθμούς ΑΙ έως Α4, LA3 και LA4 και τους 48 μήνες στους άλλους βαθμούς.
α)
Από τη διάταξη αυτή, όπως και από το άρθρο 5, παράγραφος 1, και από τις «γενικές παρατηρήσεις» που περιλαμβάνονται στο παράρτημα II της απόφασης της 6ης Ιουνίου 1973 προκύπτει ότι για τον καθορισμό του κλιμακίου λαμβάνεται υπόψη μόνο πείρα ειδική, σχετική με τα καθήκοντα, και η οποία υπερβαίνει αυτήν που έχει υπολογιστεί κατά τον προσδιορισμό του βαθμού.
Είναι χρήσιμο να αναφερθεί ως προς το σημείο αυτό ότι η διατύπωση της προκήρυξης του διαγωνισμού COM/LA/141 διευκρίνιζε ότι η απονομή συμπληρωματικών κλιμακίων ήταν σε εξάρτηση με την επιμόρφωση και με την ειδική επαγγελματική πείρα του υποψηφίου και ότι το κλιμάκιο 3 του βαθμού LA 7 μπορούσε να απονεμηθεί μόνο κατ' εξαίρεση.
6)
Η επαγγελματική πείρα επομένως του προσφεύγοντος δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη παρά μόνο στο μέτρο που ήταν ειδική για την υπό πλήρωση θέση, εν προκειμένω θέση μεταφραστή.
Παρόλον που η πείρα ως νομικού συνιστά πλεονέκτημα τόσο για την υπηρεσία όσο και για τη μελλοντική σταδιοδρομία του προσφεύγοντος, δεν ήταν δυνατό να ληφθεί υπόψη στον προσδιορισμό του κλιμακίου· άλλωστε, η ανακοίνωση κενής θέσης για την οποία προσελήφθη ο προσφεύγων διευκρίνιζε ότι τα εκτελούμενα καθήκοντα συνίστανται στη «μετάφραση κειμένων οιασδήποτε φύσης για τις υπηρεσίες της Επιτροπής».
Ο επακριβής καθορισμός των καθηκόντων ενός υπαλλήλου γίνεται μετά την πρόσληψη του ο προσφεύγων δεν μπορεί επομένως να υποστηρίζει ότι προσελήφθη προκειμένου να μεταφράζει «κυρίως» νομικά κείμενα στο γεωργικό τομέα.
γ)
Μεταξύ 1968 και 1977, ο προσφεύγων έχει πραγματοποιήσει ορισμένες μεταφραστικές εργασίες, απασχολήθηκε δε μερικώς από τον Ιούλιο 1972' οι μεταφράσεις αυτές είχαν παρεπόμενο χαρακτήρα σε σχέση με τη δραστηριότητα του ως νομικού συμβούλου και ισοδυναμούσαν με ειδική επαγγελματική πείρα ενός έτους μόνο η οποία του επέτρεπε να προσληφθεί στο βαθμό LA 7.
Στο μέτρο που ο προσφεύγων δεν έχει προσληφθεί για να μεταφράζει διαρκώς κείμενα σε συγκεκριμένο τομέα, η πείρα που έχει αποκτήσει ως νομικός δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ειδική για την κατάταξη σε κλιμάκιο.
δ)
Ο προσφεύγων δεν αποδεικνύει επομένως ειδική επαγγελματική πείρα τουλάχιστον 5 ετών και είναι αβάσιμο το αίτημα του να του αναγνωριστεί αρχαιότητα δύο κλιμακίων.
V — Προφορική διαδικασία
Ο προσφεύγων, εκπροσωπούμενος από το δικηγόρο Lebrun, και η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από το δικηγόρο Jacob, ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους στη συνεδρίαση της 7ης Ιουλίου 1983, κυρίως επί των τριών ερωτημάτων που τους είχε υποβάλει το Δικαστήριο.
α)
Ο προοφεύ}>ων υποστήριξε ότι ο υπάλληλος μπορεί εκ των υστέρων να αμφισβητήσει τους όρους εργασίας που έχει αποδεχθεί κατά την πρόσληψη του εφόσον αναφαίνεται νέο πραγματικό περιστατικό' αυτό συμβαίνει όταν αγνοούσε, κατά την πρόσληψη του, δεσμευτικές διατάξεις — εν προκειμένω την απόφαση της Επιτροπής της 6ης Ιουνίου 1973 — που διέπουν αυτούς τους όρους εργασίας. Η επανεξέταση αυτή μπορεί να ζητηθεί «ex tunc» αν το νέο περιστατικό, όπως εν προκειμένω, είναι περιστατικό προγενέστερο του καθορισμού των όρων εργασίας.
Η Επιτροπή ανέφερε ότι η έννομη σχέση μεταξύ του υπαλλήλου και της διοίκησης του απορρέει από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης και δεν είναι συμβατική: ο υπάλληλος μόλις προσλαμβάνεται υπόκειται σε όλες τις διατάξεις του κανονισμού και των εκτελεστικών του αποφάσεων που λαμβάνει το κοινοτικό όργανο- η συναίνεση του υπαλλήλου δεν απαιτείται ούτε σε ό,τι αφορά την κατάταξη του ούτε σε ό,τι αφορά τους άλλους όρους εργασίας. Κατά της απόφασης που καθόρισε την κατάταξη ο υπάλληλος έχει τη δυνατότητα να υποβάλει αίτημα, δυνάμει του άρθρου 25 του κανονισμού, και σε περίπτωση απόρριψης του να υποβάλει ένσταση αν δεν ικανοποιηθεί, πρέπει εντός τριών μηνών από της απορρίψεως της ένστασης του να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου, επί ποινή εκπροθέσμου της προσφυγής. Δεν μπορεί να υποβάλει αργότερα δεύτερο αίτημα με το ίδιο αντικείμενο και στη συνέχεια δεύτερη ένσταση μετά την παρέλευση της πρώτης προθεσμίας για την άσκηση δικαστικής προσφυγής. Είναι καθαρά επιβεβαιωτική και δεν μπορεί να προσβληθεί με προσφυγή απόφαση με περιεχόμενο επί της ουσίας ταυτόσημο με το περιεχόμενο προηγούμενης απόφασης, έστω και αν η δεύτερη απόφαση έχει εκδοθεί μετά από νέα εξέταση.
Επί του σημείου αυτού, ο προσφεύγων αμφισβήτησε την ύπαρξη πρώτου αιτήματος ή ένστασης εκ μέρους του μετά την πρόσληψη του όσον αφορά την κατάταξη του σε κλιμάκιο.
6)
Ο προσφεύγων θεωρεί ότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, εδάφιο 1, της απόφασης της Επιτροπής της 6ης Ιουνίου 1973 γεννά υποχρέωση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής. Το άρθρο 32, δεύτερη παράγραφος, του κανονισμού παρέχει στην αρχή αυτή διακριτική ευχέρεια για την αναγνώριση αρχαιότητας ως προς το κλιμάκιο' η ίδια η Επιτροπή όμως, με την απόφαση της της 6ης Ιουνίου 1973, έχει περιορίσει ως προς το σημείο αυτό την εξουσία της και την έχει μεταβάλει σε δέσμια αρμοδιότητα.
Η Επιτροπή δέχεται επίσης ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή έχει περιορίσει τη διακριτική της ευχέρεια εκδίδοντας την απόφαση της 6ης Ιουνίου 1973· εντούτοις έχει διατηρήσει την εξουσία να εκτιμά την επαγγελματική πείρα που είναι ικανή να δικαιολογεί αναγνώριση αρχαιότητας ως προς το κλιμάκιο.
γ)
Οι δύο διάδικοι διαπίστωσαν ότι η σταδιοδρομία LA 8/LA 7 έχει καταργηθεί από τον κανονισμό 912/78 του Συμβουλίου, της 2ας Μαΐου 1978, περί τροποποιήσεως του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων (JO L 119, σ. 1).
Η γενική εισαγγελέας ανέπτυξε τις πρότασης της στη συνεδρίαση της 20ής Οκτωβρίου 1983.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18 Ιουλίου 1983, ο Adam Ρ. Η. Blomefield, υπάλληλος της Επιτροπής με βαθμό LA 7, άσκησε προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση της απόφασης της Επιτροπής, της 7ης Ιανουαρίου 1982, η οποία απέρριψε το αίτημα του προσφεύγοντος περί αναθεωρήσεως της κατάταξης του σε κλιμάκιο κατά το διορισμό του την 1η Αυγούστου 1977.
2
Από τη δικογραφία προκύπτει ότι ο προσφεύγων πέτυχε στο διαγωνισμό COM/LA/141 (JO C 127, 1976, σ. 6) και προσελήφθη το έτος 1977 σε θέση βοηθού μεταφραστή για την οποία είχε εκδοθεί η ανακοίνωση κενής θέσης 54/77. Στην ανακοίνωση αυτή, η φύση των καθηκόντων οριζόταν ως εξής: «Μετάφραση κειμένων οιασδήποτε φύσης για τις υπηρεσίες της Επιτροπής»'όσον αφορά τα απαιτούμενα προσόντα, η ανακοίνωση απαιτούσε, μεταξύ άλλων, «ορισμένη μεταφραστική πείρα».
3
Αρχικά, όπως προκύπτει από έγγραφο της 22ας Απριλίου 1977, η Επιτροπή είχε αντιμετωπίσει την κατάταξη του προσφεύγοντος στο βαθμό LA 8, δεύτερο κλιμάκιο. Με επιστολή της 6ης Μαΐου 1977, ο Blomefield υποστήριξε ότι, λαμβανομένης υπόψη της ηλικίας του — ήταν 31 ετών τότε — και της προηγούμενης επαγγελματικής του πείρας σε ιδιωτική επιχείρηση, η οποία περιελάμβανε επαφές με τις κοινοτικές υπο9έσεις και μεταφραστικές εργασίες κοινοτικών πράξεων, έπρεπε να καταταγεί στο βαθμό LA 7.
4
Η Επιτροπή έκρινε ευνοϊκά το αίτημα αυτό και ο προσφεύγων διορίστηκε ως δόκιμος υπάλληλος στο βαθμό LA 7, πρώτο κλιμάκιο, από της 1ης Αυγούστου 1977. Αργότερα μονιμοποιήθηκε στον ίδιο βαθμό και κλιμάκιο με απόφαση της 26ης Απριλίου 1978.
5
Το Μάρτιο 1981 ο γενικός διευθυντής προσωπικού κυκλοφόρησε στο σύνολο του προσωπικού εγκύκλιο με το κείμενο απόφασης «περί των κριτηρίων που εφαρμόζονται για το διορισμό σε βαθμό και την κατάταξη σε κλιμάκιο κατά την πρόσληψη», η οποία είχε εκδοθεί αρχικά στις 6 Ιουνίου 1973, με συνημμένα δύο παραρτήματα, που αποτέλεσαν, αντίστοιχα, τα παραρτήματα II και III της εγκυκλίου, σχετικά με την πρακτική που ακολουθείται κατ' εφαρμογή της απόφασης και με τη σύνθεση της «επιτροπής κατάταξης», η οποία προβλέπεται στο άρθρο 6 της απόφασης.
6
Αφού του γνωστοποιήθηκε η εγκύκλιος αυτή, ο προσφεύγων, με υπηρεσιακό σημείωμα της 6ης Ιουνίου 1981, υπέβαλε στην Επιτροπή αίτημα, δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων, με το οποίο ζήτησε να καταταγεί στο κλιμάκιο 3 του βαθμού LA 7 από την ημέρα που ανέλαβε υπηρεσία. Αναφέρει ότι αγνοούσε την ύπαρξη της απόφασης της 6ης Ιουνίου 1973 κατά την πρόσληψη του και υποστηρίζει ότι όταν ανέλαβε υπηρεσία ήταν σε θέση να αποδείξει σχεδόν επτά έτη επαγγελματικής πείρας σε ιδιωτική επιχείρηση στο Ηνωμένο Βασίλειο. Λαμβανομένης υπόψη της πείρας αυτής, έπρεπε να του αναγνωριστεί αρχαιότητα ως προς το κλιμάκιο 48 μηνών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 της απόφασης και του παραρτήματος II της εγκυκλίου.
7
Με έγγραφο της 7ης Ιανουαρίου 1982, το υπεύθυνο για τις υποθέσεις προσωπικού μέλος της Επιτροπής απάντησε στο αίτημα του προσφεύγοντος ως εξής:
«Υπό την ιδιότητα μου ως αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, απαντώ στο αίτημα σας για ανακατάταξη ...
Η επιτροπή κατάταξης επανεξέτασε την περίπτωση σας υπό το φως των κριτηρίων που ορίζονται στην απόφαση της 6ης Ιουνίου 1973 και της νομολογίας σχετικά με την εφαρμογή των κριτηρίων αυτών κατά το χρόνο που προσελήφθησαν οι υποψήφιοι οι οποίοι επέτυχαν στο διαγωνισμό COM/LA/141.
Στη συνεδρίαση της 11ης Νοεμβρίου 1981, η επιτροπή κατάταξης επιβεβαίωσε ότι ο βαθμός LA 7, κλιμάκιο 1, αντιστοιχεί στα κριτήρια που είχαν εφαρμογή κατά το χρόνο της πρόσληψης σας και στην απονομή βαθμού και κλιμακίου σε άλλους επιτυχόντες του ίδιου διαγωνισμού και κατέληξε, για το λόγο αυτό, στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε λόγος να αναθεωρηθεί η αρχική σας κατάταξη.
Σας πληροφορώ με λύπη ότι εγκρίνω την πρόταση της επιτροπής και οφείλω, κατά συνέπεια, να απορρίψω το αίτημα σας για ανακατάταξη.»
8
Κατά της απόφασης αυτής ο προσφεύγων υπέβαλε ένσταση, δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού, η οποία πρωτοκολλήθηκε στις 8 Ιανουαρίου 1982. Επειδή στην ένσταση αυτή δεν δόθηκε απάντηση εντός της προθεσμίας που τάσσει ο κανονισμός, ο προσφεύγων άσκησε προσφυγή στις 28 Ιουλίου 1982, η οποία στηρίζεται στο άρθρο 32, δεύτερη παράγραφος, του κανονισμού, καθώς και στο άρθρο 5, παράγραφος 1, της απόφασης της 6ης Ιουνίου 1973 και στον αριθμό 3, στοιχείο γ, του παραρτήματος II της εγκυκλίου του Μαρτίου 1981.
Επί του παραδεκτού
9
Η Επιτροπή αμφισβήτησε το παραδεκτό της προσφυγής. Αναφέρει ότι ο προσφεύγων, ήδη κατά την πρόσληψη του, είχε αμφισβητήσει την κατάταξη του προβάλλοντας ακριβή επιχειρήματα, τα οποία έδειχναν ότι γνώριζε καλά τα κριτήρια που έχουν εφαρμογή στην κατάταξη και ότι το αίτημα αυτό είχε άλλωστε τελεσφορήσει εφόσον ο προσφεύγων προσελήφθη τελικά στο βαθμό LA 7, κλιμάκιο 1, αντί του βαθμού LA 8, κλιμάκιο 2, που είχε προβλεφθεί αρχικά. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή θεωρεί ότι η προσφυγή που ασκείται 5 έτη μετά την πρόσληψη του προσφεύγοντος και αφορά ζήτημα το οποίο έχει ήδη συζητηθεί και τακτοποιηθεί το 1977 πρέπει να κριθεί όψιμη.
10
Η παρατήρηση αυτή της Επιτροπής είναι καταρχήν δικαιολογημένη. Είναι πράγματι απαράδεκτο ένας υπάλληλος να επανέρχεται στους όρους της αρχικής του πρόσληψης μετά την οριστικοποίηση της. Κατά μείζονα λόγο δεν μπορεί γι' αυτό να προβάλλει αναδρομικές διεκδικήσεις σχετικά με την κατάταξη του και, κατά συνέπεια, με τις παρελθούσες και μέλλουσες αποδοχές του.
11
Εντούτοις, οι σκέψεις αυτές δεν πρέπει να οδηγήσουν εν προκειμένω στο απαράδεκτο της προσφυγής. Συγκεκριμένα, από το ιστορικό της υπόθεσης φαίνεται ότι η εκ μέρους της Επιτροπής παρουσίαση το 1981 της απόφασης της της 6ης Ιουνίου 1973, συνιστά νέο πραγματικό περιστατικό, ικανό να στηρίξει καλόπιστα διατυπωμένα αιτήματα ορισμένων υπαλλήλων για αναθεώρηση της σταδιοδρομίας τους. Πρέπει να σημειωθεί επιπλέον ότι η Επιτροπή επιληφθείσα αιτήματος του προσφεύγοντος, δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 1, του κανονισμού, το θεώρησε ως παραδεκτό και έλα6ε ρητή απόφαση επί του θέματος.
12
Για τους λόγους αυτούς, η προσφυγή πρέπει να κριθεί παραδεκτή και να εξεταστεί η ουσία της διαφοράς.
Επί της ουσίας
13
Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, της απόφασης της 6ης Ιουνίου 1973 αναγνωρίζεται αρχαιότητα ως προς το κλιμάκιο στον υποψήφιο που κατέχει επαγγελματική πείρα η οποία υπερβαίνει την πείρα που έχει υπολογιστεί για τον καθορισμό του βαθμού διορισμού και ότι από το συνημμένο στην απόφαση πίνακα προκύπτει ότι επαγγελματική πείρα ίση ή ανώτερη των 5 ετών παρέχει δικαίωμα για τη μέγιστη αναγνώριση αρχαιότητας ως προς το κλιμάκιο, η οποία επιτρέπεται από το άρθρο 32, δεύτερη παράγραφος, του κανονισμού, δηλαδή 48 μήνες. Ο προσφεύγων αναφέρει ότι κατά την πρόσληψη του διέθετε επαγγελματική πείρα σχεδόν 7 ετών, σχετική υπό την έννοια του αριθμού 3, στοιχείο γ, του παραρτήματος II, της εγκυκλίου του Μαρτίου 1981. Κατά το διορισμό του, επομένως, έπρεπε να διοριστεί απευθείας στο κλιμάκιο 3 του βαθμού LA 7.
14
Αντίθετα προς την άποψη αυτή, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι από τις διατάξεις που επικαλείται ο προσφεύγων δεν προκύπτει καθόλου ότι οιαδήποτε επαγγελματική πείρα επιπέδου κατηγορίας Α μπορεί να λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό του κλιμακίου. Η Επιτροπή αναφέρει ότι κατά το άρθρο 32, δεύτερη παράγραφος, του κανονισμού πρέπει να πρόκειται για «ειδική» πείρα και ότι, κατά το παράρτημα II, αριθμός 3, στοιχείο γ, της εγκυκλίου, λαμβάνεται υπόψη μόνο πείρα «σχετική με τα καθήκοντα».
15
Η Επιτροπή αναγνωρίζει μεν ότι ο προσφεύγων μπορούσε να προβάλει κάποια επαγγελματική πείρα κατά το χρόνο της πρόσληψης του, αλλά δεν δέχεται ότι η πείρα αυτή μπορεί να θεωρηθεί ως ειδική και σχετική με τα καθήκοντα, υπό την έννοια του άρθρου 32 του κανονισμού, διότι επρόκειτο για την πλήρωση θέσης μεταφραστή με καθήκοντα, κατά την ανακοίνωση κενής θέσης, τη μετάφραση κειμένων «οιασδήποτε φύσης» για τις υπηρεσίες της Επιτροπής. Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί όμως το γεγονός ότι ο προσφεύγων, κατά την προηγούμενη απασχόληση του σε ιδιωτική επιχείρηση, είχε πραγματοποιήσει ορισμένες μεταφραστικές εργασίες σχετικές με περιορισμένο αριθμό κοινοτικών κειμένων. Η Επιτροπή τονίζει ότι είχε ήδη λάβει υπόψη την πείρα αυτή και του αναγνώρισε επαγγελματική πείρα ενός έτους πράγμα που επέτρεψε την πρόσληψη του στο βαθμό LA 7, αντί του βαθμού LA 8. Ελλείψει πάντως ειδικής επαγγελματικής πείρας που να υπερβαίνει αυτή που έχει ληφθεί υπόψη για τον προσδιορισμό του βαθμού, δεν μπορούσε να γίνει λόγος να χορηγηθεί στον προσφεύγοντα συμπληρωματικό κλιμάκιο, χωρίς να γίνει παρέκκλιση από το άρθρο 5, παράγραφος 1, της απόφασης της 6ης Ιουνίου 1973.
16
Προκειμένου να επιλυθεί η διαφορά αυτή, είναι αναγκαίο να εξεταστεί προκαταρκτικά ο χαρακτήρας και η νομική ισχύς της απόφασης της 6ης Ιουνίου 1973 και της εγκυκλίου του Μαρτίου 1981, σε σχέση με τον κανονισμό.
17
Κατά το προοίμιο της, η απόφαση εκδόθηκε βάσει κυρίως των άρθρων 5, παράγραφος 3, 29, 30, 31 και 32 του κανονισμού, προς διασφάλιση υπέρ των υπαλλήλων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία ή στον ίδιο κλάδο, ιδίων συνθηκών πρόσληψης και εξέλιξης της σταδιοδρομίας όσον αφορά τον καθορισμό του βαθμού και την κατάταξη σε κλιμάκιο κατά την πρόσληψη.
18
Σύμφωνα με τα στοιχεία που προσκόμισε η Επιτροπή, η απόφαση δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1977 σε ατελή μορφή, κατά τα φαινόμενα, στον «Ταχυδρόμο του προσωπικού». Η απόφαση κυκλοφόρησε πάλι με την εγκύκλιο, που έχει ήδη μνημονευτεί, του γενικού διεθυντή προσωπικού, το Μάρτιο του 1981.
19
Όπως σημειώθηκε παραπάνω, η εν λόγω εγκύκλιος, πλην του κειμένου της κυρίως απόφασης και του πίνακα στον οποίο παραπέμπει το άρθρο της 5, περιλαμβάνει παράρτημα, το οποίο φέρει τον αριθμό II και τον τίτλο «πρακτική εφαρμογή και γενικές παρατηρήσεις». Πρόκειται για περιγραφικό έγγραφο το οποίο συνοψίζει την πρακτική που έχει ακολουθηθεί κατά την εφαρμογή της απόφασης από την «επιτροπή κατάταξης».
20
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η εν λόγω απόφαση, και αν ακόμα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως γενική εκτελεστική διάταξη υπό την έννοια του άρθρου 110 του κανονισμού, συνιστά εσωτερική οδηγία. Όπως όμως έχει δεχθεί το Δικαστήριο (απόφαση της 30. 1. 1974, Louwage κατά Επιτροπής, 148/73, Recueil σ. 81), τέτοια εσωτερική οδηγία πρέπει να θεωρείται ως κανόνας ενδεικτικής συμπεριφοράς τον οποίο επιβάλλει η ίδια η διοίκηση στον εαυτό της και από τον οποίο δεν μπορεί να παρεκκλίνει χωρίς να διευκρινίζει τους λόγους που την έχουν οδηγήσει σε αυτό, επί ποινή παραβιάσεως της αρχής της ίσης μεταχείρισης.
21
Πρέπει να σημειωθεί ότι εν προκειμένω η Επιτροπή δεν έχει επικαλεστεί καμιά ιδιαίτερη περίσταση η οποία θα της επέτρεπε να αποκλίνει από τους κανόνες συμπεριφοράς που έχει θέσει η ίδια για τον εαυτό της. Εξαιτίας όμως της παρατήρησης αυτής δεν πρέπει να λησμονείται ότι οι εσωτερικές οδηγίες που εκδίδουν τα κοινοτικά όργανα δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να θέτουν νόμιμα κανόνες που να παρεκκλίνουν από τις διατάξεις του κανονισμού.
22
Πρέπει να υπομνησθεί επί του θέματος αυτού ότι κατά το άρθρο 32, δεύτερη παράγραφος, του κανονισμού, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορεί να αναγνωρίζει αρχαιότητα στο βαθμό «προκειμένου να λάβει υπόψη την κατάρτιση και την ειδική επαγγελματική πείρα του ενδιαφερομένου».
23
Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, της απόφασης της 6ης Ιουνίου 1973, «προκειμένου να ληφθεί υπόψη η επαγγελματική πείρα του υποψηφίου η οποία υπερβαίνει αυτή που έχει ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό του βαθμού διορισμού, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή αναγνωρίζει αρχαιότητα στο κλιμάκιο σύμφωνα με τον πίνακα που επισυνάπτεται σε παράρτημα». Αυτή η αρχαιότητα μπορεί να αναγνωριστεί για κάθε περίοδο δώδεκα μηνών επαγγελματικής πείρας με ανώτατο όριο 48 μήνες, επιπλέον του ενός έτους πείρας που απαιτείται εν πάση περιπτώσει για το διορισμό στο βαθμό LA 7.
24
Οι ενδείξεις αυτές που παρέχονται από την απόφαση της 6ης Ιουνίου 1973, αν εξεταστούν υπό το φως του άρθρου 32 του κανονισμού, δεν είναι δυνατό να αφορούν παρά μόνο επαγγελματική πείρα που μπορεί να χαρακτηριστεί ως «ειδική» σε σχέση με την προς πλήρωση θέση. Ορθώς επομένως η Επιτροπή στο άρθρο 2 της ίδιας απόφασης, για ανάλογη κατάσταση, αναφέρει ότι η «επαγγελματική πείρα εκτιμάται σε σχέση με την προς πλήρωση θέση»- ομοίως, το παράρτημα II της εγκυκλίου του Μαρτίου 1981 αναφέρει ότι για τη σταδιοδρομία μεταφραστή LA 7/LA 6 αναγνωρίζεται στην πρακτική μόνο πείρα «σχετική με το καθήκοντα», υπό την προϋπόθεση ακόμη να είναι επιπέδου Α, δηλαδή να πρόκειται για πείρα πανεπιστημιακού επιπέδου.
25
Αντίθετα, αντιβαίνει στο άρθρο 32 του κανονισμού οιαδήποτε πρακτική η οποία συνίσταται στην αναγνώριση προηγούμενης επαγγελματικής πείρας μη ειδικής για την προς πλήρωση θέση, όπως φαίνεται να υπονοούν στον αριθμό 3, στοιχείο γ, του παραρτήματος II, οι λέξεις: «πείρα μεταφραστή, οικονομολόγου, νομικού...».
26
Έτσι, καταφαίνεται ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν μπορεί να αναγνωρίζει προηγούμενη επαγγελματική πείρα παρά μόνο στην περίπτωση που η πείρα αυτή μπορεί να αναγνωριστεί ως ισοδυνάμου επιπέδου και χαρακτήρα ειδικά κατάλληλου για την εν λόγω θέση. Λαμβανομένης υπόψη της μεγάλης ποικιλίας επαγγελματικής πείρας που παρουσιάζουν οι υποψήφιοι για την κοινοτική δημόσια διοίκηση, πρέπει να αναγνωριστεί στην αρμόδια αρχή διακριτική ευχέρεια από όλες τις απόψεις που μπορούν να έχουν σημασία για την αναγνώριση προηγούμενης πείρας όσον αφορά τόσο τη φύση και τη διάρκεια της όσο και τη σχέση, λίγο ως πολύ στενή, που μπορεί να εμφανίζει με τις ανάγκες της υπό πλήρωση θέσης.
27
Από τη δικογραφία προκύπτει όμως ότι στην υπό κρίση διαφορά η Επιτροπή, ενεργώντας σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής κατάταξης, έχει λάβει υπόψη την προηγούμενη επαγγελματική πείρα του προσφεύγοντος, και μάλιστα δύο φορές, κατά την πρώτη ένσταση για την κατάταξη σε βαθμό και κατά τη δεύτερη αίτηση που ακολούθησε τη νέα κυκλοφορία της απόφασης της 6ης Ιουνίου 1973. Από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε ο προσφεύγων κατά την παρούσα διαδικασία δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να δημιουργήσει την πεποίθηση ότι η Επιτροπή, επειδή δεν δέχθηκε να αναγνωρίσει ειδική πείρα που να υπερβαίνει το αναγκαίο έτος για την απονομή του βαθμού LA 7, υπέπεσε σε προφανή πλάνη ή ότι διαπνεόταν από κίνητρα ξένα προς την αντικειμενικότητα που επιβάλλεται σε παρόμοιες περιστάσεις. Συγκεκριμένα, από τη δικογραφία προκύπτει ότι η προηγούμενη απασχόληση του προσφεύγοντος, όπως την είχε περιγράψει ο ίδιος ο ενδιαφερόμενος κατά το χρόνο της πρόσληψης του, είχε μόνο μερική μακρινή σχέση με τα καθήκοντα που στη συνέχεια ανέλαβε στην Κοινότητα ως μεταφραστής τοπο9ετημένος σε γενική υπηρεσία.
28
Επομένως η προσφυγή είναι απορριπτέα.
Επί των δικαστικών εξόδων
29
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα.
30
Σύμφωνα όμως με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας, προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων των Κοινοτήτων, τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν.
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
κρίνει και αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
ΚάΦε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Bahlmann
Pescatore
Due
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο την 1η Δεκεμβρίου 1983.
Ο γραμματέας
κ.α.α.
J. Α. Pompe
Βοηθός γραμματέας
Ο πρόεδρος του δευτέρου τμήματος
Κ. Bahlmann
Full & Egal Universal Law Academy