Στην υπόθεση 203/82,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την Marie-José Jonczy, επικουρούμενη από τον Eugenio de March, αμφότερους μέλη της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Oreste Montako, μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον Ignazio Francesco Caramazza, μέλος της Avvocatura dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Ιταλίας,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας να συμμορφωθεί, εντός της προθεσμίας που της είχε ταχθεί, με την απόφαση 80/932/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 15ης Σεπτεμβρίου 1980, περί του συστήματος μερικής αναλήψεως από το δημόσιο των εργοδοτικών εισφορών στο σύστημα ασφαλίσεως κατά των κινδύνων ασθένειας στην Ιταλία, παρέβη υποχρέωση που υπέχει από τη συνθήκη,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους J. Meitēns de Wilmars, πρόεδρο, Ρ. Pescatore, A. O'Keeffe και U. Everling, προέδρους τμήματος, Mackenzie Stuart, G. Bosco, T. Koopmans, O. Due και Κ. Bahlmann, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: S. Rozès
γραμματέας: Ρ. Heim
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά και τα επιχειρήματα των διαδίκων, τα οποία αναπτύχθηκαν κατά την έγγραφη διαδικασία, συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά και έγγραφη διαδικασία
Με το Decret Loi (νομοθετικό διάταγμα) 353, της 6ης Ιουλίου 1978 (GU αριθ. 192 της 11ης Ιουλίου 1978), το οποίο μετατράπηκε στο νόμο 502 της 5ης Αυγούστου 1978 (GU αριθ. 246 της 2ας Σεπτεμβρίου 1978), η ιταλική κυβέρνηση θέσπισε τη μερική ανάληψη από το δημόσιο των εργοδοτικών εισφορών που οφείλουν να καταβάλουν για τους μισθωτούς τους για ασφάλιση κατά των κινδύνων ασθένειας οι βιομηχανικές επιχειρήσεις και ορισμένες επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών' η ανάληψη αυτή από το δημόσιο, η οποία αρχικά είχε προβλεφθεί για μεταβατική περίοδο 6 μηνών, παρατάθηκε διαδοχικά κατ' επανάληψη και οριστικοποιήθηκε με το νομοθετικό διάταγμα 663 της 30ής Δεκεμβρίου 1979 (GU 355 της 31. 12. 1979).
Το άρθρο 22, πρώτη παράγραφος, του ανωτέρω νομοθετικού διατάγματος ορίζει ότι:
«Από της περιόδου καταβολής που έπεται της τρέχουσας κατά την 31η Δεκεμβρίου 1979 περιόδου, τα συνολικά ποσοστά της εισφοράς των επιχειρήσεων για την υποχρεωτική ασφάλιση κατά των κινδύνων ασθένειας ... μειώνονται κατά 4 μονάδες για το ανδρικό προσωπικό και κατά 10 μονάδες για το γυναικείο προσωπικό.»
Δεδομένου ότι η ανάληψη αυτή από το δημόσιο συνεπάγεται μεγαλύτερη μείωση των εργοδοτικών εισφορών στο σύστημα ασφαλίσεως κατά των κινδύνων ασθένειας για τις γυναίκες μισθωτούς παρά για τους άνδρες μισθωτούς, με τον τρόπο αυτό ευνοεί την παραγωγή ορισμένων ιταλικών προϊόντων όπου το γυναικείο εργατικό δυναμικό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, όπως κυρίως οι κλάδοι της υφαντουργίας, των έτοιμων ενδυμάτων, της υποδηματοποιίας και της επεξεργασίας δέρματος.
Η Επιτροπή θεωρώντας ότι το σύστημα αυτό συνιστούσε ενίσχυση που είναι ασυμβίβαστη προς την Κοινή Αγορά, υπό την έννοια του άρθρου 92 της συνθήκης, έλαβε απόφαση, στις 15 Σεπτεμβρίου 1980, δυνάμει του άρ9ρου 93, παράγραφος 2, εδάφιο 1, περί του συστήματος της μερικής αναλήψεως από το κράτος των εργοδοτικών εισφορών στο σύστημα ασφαλίσεως κατά των κινδύνων ασθένειας στην Ιταλία (απόφαση της Επιτροπής αριθ. 80/932/ΕΟΚ, GUL 264, 1980, σ. 28).
Η απόφαση αυτή ορίζει:
«Άρϋρο πρώτο
Η Ιταλική Δημοκρατία να καταργήσει εντός προθεσμίας 6 μηνών τη διαφοροποίηση του ποσοστού μειώσεως των εργοδοτικών εισφορών στο σύστημα ασφαλίσεως κατά των κινδύνων ασθένειας, ανάλογα για το αν πρόκειται για ανδρικό ή γυναικείο εργατικό δυναμικό, η οποία προβλέπεται από το άρθρο 22 του νομοθετικού διατάγματος 663 της 30ής Δεκεμβρίου 1979.
Άρθρο 2
Η Ιταλική Δημοκρατία να ανακοινώσει στην Επιτροπή τις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις, που θα εκδοθούν προκειμένου να συμμορφωθεί με την παρούσα απόφαση, το αργότερο κατά τη λήξη της προθεσμίας που ορίζεται στο άρθρο 1.»
Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στην Ιταλική Δημοκρατία με έγγραφο της 17ης Σεπτεμβρίου 1980.
Με έγγραφο της μόνιμης της αντιπροσωπείας, της 18ης Φεβρουαρίου 1981, η ιταλική κυβέρνηση εξέφρασε την πρόθεση της να συμμορφωθεί με την απόφαση της Επιτροπής της 15ης Σεπτεμβρίου 1980. Με έγγραφο της 12ης Μαΐου 1981, η Επιτροπή επέτρεψε, κατ' εξαίρεση, παράταση μέχρι τις 30 Ιουνίου 1981 της προθεσμίας που είχε ταχθεί στην Ιταλική Δημοκρατία για να συμμορφωθεί με την ανωτέρω απόφαση.
Έκτοτε, και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της Επιτροπής, κατ' αυτήν, δεν ελήφθη κανένα μέτρο σε εκτέλεση της ανωτέρω αποφάσεως.
Με δικόγραφο της 5ης Αυγούστου 1982, η Επιτροπή άσκησε προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου. Η προσφυγή αυτή πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία στις 8 Αυγούστου του ίδιου έτους.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση της γενικής εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Η διαδικασία εξελίχτηκε κανονικά, πλην του ότι η Ιταλική Δημοκρατία γνωστοποίησε τηλεφωνικώς ότι δεν θα κατέθετε υπόμνημα ανταπαντήσεως.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Η Επιτροπή ζψά από το Δικαστήριο:
«1.
να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας να συμμορφωθεί εντός της προθεσμίας που της είχε ταχθεί με την απόφαση της Επιτροπής, της 15ης Σεπτεμβρίου 1980, περί του συστήματος της μερικής αναλήψεως από το δημόσιο των εργοδοτικών εισφορών στο σύστημα ασφαλίσεως κατά των κινδύνων ασθένειας στην Ιταλία, παρέβη υποχρέωση που υπέχει από τη συνθήκη ·
2.
να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.»
Η Ιταλική Δημοκρατία δεν διατύπωσε ρητά τα αιτήματα της.
III — Λόγοι και επιχειρήματα των διαδίκων
Η Επιτροπή υποστηρίζει στην προσφυγή της ότι στο πλαίσιο της διαδικασίας που προβλέπεται από το άρθρο 93, παράγραφος 2, της συνθήκης διαπίστωσε ότι η εν λόγω ενίσχυση δεν συμβιβάζεται προς την Κοινή Αγορά κατά το άρθρο 92. Είχε επομένως την υποχρέωση, βάσει της πρώτης παραγράφου της ανωτέρω διατάξεως, να αποφασίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία όφειλε να την καταργήσει ή να την τροποποιήσει εντός προθεσμίας που η ίδια η Επιτροπή καθορίζει.
Η Επιτροπή αναφέρει ότι, δυνάμει του άρθρου 189 της συνθήκης, οι αποφάσεις είναι δεσμευτικές ως προς όλα τα μέρη τους για τους αποδέκτες που ορίζουν και, δυνάμει του άρθρου 191, αποκτούν ενέργεια με την κοινοποίηση τους. Δεδομένου ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μέχρι την ημέρα που ασκήθηκε η προσφυγή, δεν έχει συμμορφωθεί με απόφαση που της έχει κοινοποιηθεί με έγγραφο της 17ης Σεπτεμβρίου 1980, είναι αναμφισβήτητο ότι παρέβη υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 93, παράγραφος 2, εδάφιο 1, της συνθήκης.
Η ιταλική κυβέρνηση στο υπόμνημα αντικρούσεως υπογραμμίζει ότι, κατά τη μετατροπή του νομοθετικού διατάγματος 663 σε νόμο (νόμος 33 της 29. 2.1980), το ανωτέρω πρώτο εδάφιο του άρθρου 22 τροποποιήθηκε και αρχίζει με την ακόλουθη διατύπωση:
«Εν αναμονή της οργανικής αναδιαρθρώσεως όλου του τομέα περί μειώσεων και αναλήψεως από το δημόσιο των κοινωνικών 6αρών, αρχίζοντας από την περίοδο καταβολής που έπεται της τρέχουσας κατά την 31η Δεκεμβρίου 1979 περιόδου και μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1980..»
Η ιταλική κυβέρνηση διευκρινίζει ότι κατά τη λήξη της παραταθείσας προθεσμίας εκτελέσεως στις 30 Ιουνίου 1981, τουλάχιστον τυπικά, η Ιταλία έπρεπε να θεωρηθεί ότι είχε συμμορφωθεί, τουλάχιστον «Pro parte», με την απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 1980, δεδομένου ότι ο νόμος 782 της 28ης Νοεμβρίου 1980 περιείχε προσωρινή ρύθμιση (μέχρι τις 30. 6. 1981) η οποία προέβλεπε μεταγενέστερη μείωση.της διαφοράς ελαττώνοντας τα ποσοστά σε ίσο μέτρο για τους άνδρες και τις γυναίκες κατά 6,64 ο/ο.
Η βούληση του ιταλού νομοθέτη, όχι μόνο δεν επεδίωκε να παγιώσει μια κατάσταση, που δεν συμβιβαζόταν πλήρως προς την κοινοτική έννομη τάξη, αλλά αντίθετα αποσκοπεί πράγματι να ρυθμίσει προσωρινά έναν ευαίσθητο τομέα μέσα στα περιορισμένα περιθώρια χειρισμού που του παρέχει μια δυσχερής οικονομική κατάσταση, μέχρις ότου καταστεί το ταχύτερο δυνατή η οργανική αναδιάρθρωση όλου του τομέα των εισφορών, η οποία να επιτρέπει την πλήρη επίτευξη του ουσιαστικού, καθώς και του τυπικού αποτελέσματος που επιδιώκεται με την εν λόγω απόφαση.
Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται από τις αλλεπάλληλες ρυθμίσεις του θέματος, ρητώς προσωρινές και βραχυπρόθεσμες. Η ιταλική κυβέρνηση προσθέτει ότι κατά τη μετατροπή του τελευταίου σχετικού νομοθετικού διατάγματος (νομοθετικό διάταγμα 694 της 1. 10. 1982) — αν συντρέχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις — μπορεί να προταθεί πάλι, έστω κατά τη φάση μιας προσωρινής διευθετήσεως, θεσπιστεί ρύθμιση για ουσιαστική και πλήρη προσαρμογή προς την απόφαση της Επιτροπής.
Η Επιτροπή στην απάντηση της υποστηρίζει ότι παρά την προειδοποίηση που περιείχε το έγγραφο της της 12ης Μαΐου 1981, το οποίο χορηγούσε κατ' εξαίρεση παράταση μέχρι τις 30 Ιουνίου 1981 για τη συμμόρφωση προς την εν λόγω απόφαση, οι ιταλικές αρχές παρέτειναν την ανωτέρω προθεσμία μέχρι τις 31 Οκτωβρίου 1981 με άλλο νομοθετικό διάταγμα, το 395 της 28ης Ιουλίου 1981 (που μετατράπηκε σε νόμο με το νόμο 534 της 25. 9. 1981), ακολούθως δε μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1981 με το νομοθετικό διάταγμα 646 της 16ης Νοεμβρίου 1981 (που μετατράπηκε σε νόμο με το νόμο 3 της 15. 1. 1982).
Με έγγραφο της 23ης Νοεμβρίου 1981, η Επιτροπή υπενθύμισε στην ιταλική κυβέρνηση τις υποχρεώσεις που υπέχει από την επίδικη απόφαση. Στο στάδιο αυτό μπορούσε να ελπίζει ότι μετά τις 31 Δεκεμβρίου 1981 η κατάσταση 9α είχε επιτέλους τακτοποιηθεί. Εντούτοις όμως, με το νομοθετικό διάταγμα 91 της 24ης Μαρτίου 1982, η ιταλική κυβέρνηση επαναθέσπισε άνισες μειώσεις των ποσοστών των εισφορών για την περίοδο από 1ης Φεβρουαρίου 1982 μέχρι 31ης Μαρτίου 1982.
Με έγγραφο της 10ης Μαΐου 1982, η Επιτροπή υπενθύμισε στην ιταλική κυβέρνηση τις υποχρεώσεις της και της ανακοίνωσε την πρόθεση της να απευθυνθεί στο Δικαστήριο. Κατά τη μετατροπή όμως σε νόμο του νομοθετικού διατάγματος της 24ης Μαρτίου 1982, ο νόμος 267 της 21ης Μαΐου 1982 δεν περιορίστηκε απλώς να επικυρώσει τις άνισες μειώσεις μόνο για τους μήνες Φεβρουάριο και Μάρτιο 1982, αλλά επεξέτεινε αναδρομικά και χωρίς διακοπή την ισχύ των άνισων αυτών μειώσεων για την περίοδο μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1982 και 30ής Ιουνίου 1982. Η ισχύς αυτή παρατάθηκε στη συνέχεια μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1982 με το νομοθετικό διάταγμα 492 της 2ας Αυγούστου 1982.
Ενώ η Επιτροπή υπέθετε ότι η κατάσταση είχε τακτοποιηθεί αναδρομικά από 1ης Ιουλίου 1982 διότι, ενόσω ακόμη εκκρεμούσε η προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου (5 Αυγούστου 1982), το νομοθετικό διάταγμα 492, μη έχοντας μετατραπεί σε νόμο εντός της προθεσμίας που ορίζει το ιταλικό σύνταγμα, έπαυσε να ισχύει, η ιταλική κυβέρνηση εξέδωσε την 1η Οκτωβρίου 1982 νέο νομοθετικό διάταγμα, το 694, το οποίο για μία ακόμη φορά παρέτεινε μέχρι τις 30 Νοεμβρίου 1982 τις άνισες μειώσεις των εισφορών που ίσχυαν στις 30 Ιουνίου 1982.
Από τα παραπάνω η Επιτροπή συνάγει επομένως το συνεχή και εσκεμμένο χαρακτήρα της μη εκτελέσεως από την Ιταλία της υποχρεώσεως που πηγάζει από την απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 1980.
IV — Προφορική διαδικασία
Οι διάδικοι ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους στη συνεδρίαση της 11ης Μαΐου 1983.
Η γενική εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις της στη συνεδρίαση της 22ας Ιουνίου 1983.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 9 Αυγούστου 1982, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 93, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας να συμμορφωθεί, εντός της προθεσμίας που της είχε ταχθεί με την απόφαση 80/932/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 15ης Σεπτεμβρίου 1980, περί του συστήματος μερικής αναλήψεως από το δημόσιο των εργοδοτικών εισφορών στο σύστημα ασφαλίσεως κατά των κινδύνων ασθένειας στην Ιταλία (GU L 264, 1980, σ. 28), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη συνθήκη.
2
Με το νομοθετικό διάταγμα 353 της 6ης Ιουλίου 1978 (GURI αριθ. 192), το οποίο μετατράπηκε στο νόμο 502 της 5ης Αυγούστου 1978 (GURI αριθ. 246), η ιταλική κυβέρνηση θέσπισε τη μερική ανάληψη από το δημόσιο των εργοδοτικών εισφορών τις οποίες οφείλουν να καταβάλλουν για τους μισθωτούς τους για ασφάλιση κατά των κινδύνων ασθένειας οι βιομηχανικές επιχειρήσεις και ορισμένες επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών. Η ανάληψη αυτή από το δημόσιο, η οποία αρχικά είχε προβλεφθεί για μεταβατική περίοδο έξι μηνών, παρατάθηκε διαδοχικά κατ' επανάληψη και οριστικοποιήθηκε με το νομοθετικό διάταγμα 663 της 30ής Δεκεμβρίου 1979 (GURI αριθ. 355).
3
Το άρθρο 22, πρώτη παράγραφος, του ανωτέρω νομοθετικού διατάγματος ορίζει ότι:
«Από της περιόδου καταβολής που έπεται της τρέχουσας κατά την 31η Δεκεμβρίου 1979 περιόδου, τα συνολικά ποσοστά της εισφοράς των επιχειρήσεων για την υποχρεωτική ασφάλιση κατά των κινδύνων ασθένειας... μειώνονται κατά 4 μονάδες για το ανδρικό προσωπικό και κατά 10 μονάδες για το γυναικείο προσωπικό.»
4
Η Επιτροπή θεώρησε ότι το σύστημα αυτό αποτελούσε ενίσχυση που είναι ασυμβίβαστη προς την Κοινή Αγορά, υπό την έννοια του άρθρου 92 της συνθήκης, διότι η ανάληψη αυτού του βάρους από το δημόσιο συνεπαγόταν μεγαλύτερη μείωση των εργοδοτικών εισφορών στο σύστημα ασφαλίσεως κατά των κινδύνων ασθένειας για τις γυναίκες μισθωτούς παρά για τους άνδρες μισθωτούς και ευνοούσε, επομένως, με τον τρόπο αυτό ορισμένα ιταλικά προϊόντα όπου το γυναικείο εργατικό δυναμικό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, όπως συμβαίνει κυρίως στους κλάδους της υφαντουργίας, των έτοιμων ενδυμάτων, της υποδηματοποιίας και της επεξεργασίας δέρματος. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή έλαβε στις 15 Σεπτεμβρίου απόφαση (που κοινοποιήθηκε στην ιταλική κυβέρνηση στις 17 Σεπτεμβρίου 1980), η οποία ορίζει:
«Άρθρο πρώτο
Η Ιταλική Δημοκρατία οφείλει να καταργήσει εντός προθεσμίας 6 μηνών τη διαφοροποίηση του ποσοστού μειώσεως των εργοδοτικών εισφορών στο σύστημα ασφαλίσεως κατά των κινδύνων ασθενείας, ανάλογα για το αν πρόκειται για ανδρικό ή γυναικείο εργατικό δυναμικό, η οποία προβλέπεται από το άρθρο 22 του νομοθετικού διατάγματος 663 της 30ής Δεκεμ6ρίου 1979.
Άραρο 2
Η Ιταλική Δημοκρατία οφείλει να ανακοινώσει στην Επιτροπή τις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις, που θα εκδοθούν προκειμένου να συμμορφωθεί με την παρούσα απόφαση, το αργότερο κατά τη λήξη της προθεσμίας που ορίζεται στο άρθρο 1.»
5
Η ιταλική κυβέρνηση δεν αμφισβητεί την απόφαση αυτή. Αντίθετα, με έγγραφο της 18ης Φεβρουαρίου 1981, γνωστοποίησε στην Επιτροπή ότι έλαβε γνώση της αποφάσεως και ότι είχε την πρόθεση να συμμορφωθεί προς αυτή στο πλαίσιο της αναθεωρήσεως των διατάξεων που διέπουν τις εισφορές για την ιατρική ασφάλιση.
6
Με έγγραφο της 12ης Μαΐου 1981, η Επιτροπή κατ' εξαίρεση, επέτρεψε την παράταση μέχρι τις 30 Ιουνίου 1981 της προθεσμίας για τη συμμόρφωση προς την απόφαση, «εξυπακουομένου ότι από της ημερομηνίας αυτής θα καταργηθεί οριστικά οιαδήποτε διαφοροποίηση του ποσοστού της ανωτέρω μειώσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών».
7
Με διαδοχικά νομοθετικά διατάγματα, τα οποία μετατράπηκαν μεταγενέστερα σε νόμους, και τελικά με το νομοθετικό διάταγμα 17 της 29ης Ιανουαρίου 1983, το οποίο μετατράπηκε στο νόμο 79 της 25ης Μαρτίου 1983, η Ιταλία παρέτεινε κατ' επανάληψη την προθεσμία πραγματικής λήξεως του προσβαλλόμενου μέτρου. Κατά την ιταλική κυβέρνηση, η παράταση αυτή ήταν αναγκαία λόγω της σχεδιαζόμενης αναμορφώσεως του όλου συστήματος.
8
Οι διευκρινίσεις που παρέχονται από την ιταλική κυβέρνηση δεν αλλοιώνουν καθόλου το γεγονός ότι η υπό κρίση ενίσχυση, αντίθετα προς την απόφαση της Επιτροπής, διατηρήθηκε σε ισχύ μετά τις 30 Ιουνίου 1981 και μάλιστα μέχρι την ημέρα της προφορικής διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου.
9
Πρέπει επομένως να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας να συμμορφωθεί, εντός της προθεσμίας που της είχε ταχθεί, προς την απόφαση 80/932/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 15ης Σεπτεμβρίου 1980, περί του συστήματος μερικής αναλήψεως από το δημόσιο των εργοδοτικών εισφορών στο σύστημα ασφαλίσεως κατά των κινδύνων ασθένειας στην Ιταλία (GU L 264, 1980, σ. 28), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη συνθήκη ΕΟΚ.
Επί των δικαστικών εξόδων
10
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα' επειδή η καθής ηττήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
κρίνει και αποφασίζει:
1)
Η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας να συμμορφωθεί, εντός της προθεσμίας που της είχε ταχθεί με την απόφαση 80/932/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 15ης Σεπτεμβρίου 1980, περί του συστήματος μερικής αναλήψεως από το δημόσιο των εργοδοτικών εισφορών στο σύστημα ασφαλίσεως κατά των κινδύνων ασθένειας στην Ιταλία (GU L 264, 1980, σ. 28), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη συνθήκη ΕΟΚ.
2)
Καταδικάζει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Mertens de Wilmars
Pescatore
O'Keeffe
Everling
Mackenzie Stuart
Bosco
Koopmans
Due
Bahlmann
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 14 Ιουλίου 1983.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
J. Mertens de Wilmars
Full & Egal Universal Law Academy