Στην υπόδεση 217/82,
Charles Η. V. Depoortere, υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτοικος 1200 Βρυξελλών, rue des Floralies 5, εκπροσωπούμενος από τον Guy Dieudonnć, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Yves Prussen, 15, Côte d'Eicli,
προσφεύγων,
κατά
Επιτροπές των Ευρωπαϊκών Κοινοτιιτων, εκπροσωπούμενης από τον Auke Haagsma, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Oreste Montako, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο τα αιτήματα που περιλαμβάνει η προσφυγή
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Υ. Galmot, πρόεδρο τμήματος, U. Everling και Κ. Κακούρη, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Ρ. VerLoren van Themaat
γραμματέας: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματέας
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, η εξέλιξη της διαδικασίας, τα αιτήματα, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά και έγγραφη διαδικασία
1.
Η σχετική με το συνάλλαγμα νομοθεσία του Λουξεμβούργου και του Βελγίου χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη δύο χωριστών αγορών συναλλάγματος και συγκεκριμένα από τη ρυθμιζόμενη αγορά, όπου τα περιθώρια διακύμανσης του φράγκου Βελγίου και Λουξεμβούργου σε σχέση με τα άλλα νομίσματα δεν υπερβαίνουν ορισμένα όρια, λόγω της παρεμβάσεως της Κεντρικής Τράπεζας του Βελγίου, και από την ελεύθερη αγορά, όπου η συναλλαγματική ισοτιμία διαμορφώνεται ανάλογα με την προσφορά και τη ζήτηση, χωρίς την παρέμβαση της Εθνικής Τράπεζας. Κατά συνέπεια, οι τιμές συναλλάγματος που ισχύουν στις δύο αγορές εξελίσσονται χωριστά, η δε τιμή του φράγκου Βελγίου και Λουξεμβούργου στη ρυθμιζόμενη αγορά είναι κατά κανόνα υψηλότερη από την τιμή που διαμορφώνεται στην ελεύθερη αγορά. Τα σχετικά εν προκειμένω νομοθετικά κείμενα απαριθμούν τις συναλλαγές και τους όρους υπό τους οποίους μπορούν ή πρέπει να διενεργούνται η αγορά ή η πώληση ξένου νομίσματος είτε στη ρυθμιζόμενη αγορά είτε στην ελεύθερη αγορά συναλλάγματος.
Οι αρχές του Βελγίου και του Λουξεμβούργου έκριναν, πάντως, ότι η εφαρμογή, χωρίς καμιά τροποποίηση, της κανονιστικής αυτής ρύθμισης στους υπαλλήλους των Κοινοτήτων, οι οποίοι δεν είναι υπήκοοι Βελγίου ή Λουξεμβούργου, είναι ανεπιεικής. Επινόησαν λοιπόν ένα ειδικό σύστημα για τους υπαλλήλους αυτούς. Αρχικά, το σύστημα αυτό παρείχε στους εν λόγω υπαλλήλους τη δυνατότητα να μεταφέρουν από ένα συνήθη λογαριασμό, λογαριασμό δηλαδή που μπορούν να ανοίξουν και οι υπήκοοι Βελγίου ή Λουξεμβούργου («ημεδαποί»), χρηματικά ποσά στο εξωτερικό και να αγοράζουν ξένο νόμισμα στη ρυθμιζόμενη αγορά, υπό τη μόνη προϋπόθέση ότι δεν θα χρησιμοποιούνται για το σκοπό αυτό ποσά μεγαλύτερα από τις αποδοχές που τους καταβάλλει η Κοινότητα.
Για να διευκολυνθεί ο έλεγχος, αποφασίστηκε, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 60, η σύσταση ειδικών μετατρέψιμων λογαριασμών συναλλάγματος, με 6άση τους οποίους 3α ήταν δυνατή η διενέργεια όλων των σχετικών με το συνάλλαγμα πράξεων στη ρυθμιζόμενη αγορά. Οι λογαριασμοί αυτοί τροφοδοτούνταν μόνο από τις αποδοχές που κατέβαλλαν οι Κοινότητες και από ποσά που μεταφέρονταν από άλλους μετατρέψιμους λογαριασμούς. Τέτοιους λογαριασμούς μπορούσαν πάντως να ανοίξουν μόνο οι υπάλληλοι των Κοινοτήτων, οι οποίοι δεν ήταν υπήκοοι Βελγίου ή Λουξεμβούργου, οι δε υπάλληλοι με υπηκοότητα Βελγίου ή Λουξεμβούργου μπορούσαν να ανοίξουν μόνο «συνήθεις» λογαριασμούς, βάσει των οποίων ήταν δυνατή η διενέργεια ορισμένων μόνο συναλλαγών στη ρυθμιζόμενη αγορά.
Τελικά, έγινε συνήθης πρακτική πολλοί υπάλληλοι να χρησιμοποιούν τις δυνατότητες που τους παρείχαν οι ειδικοί μετατρέψιμοι λογαριασμοί συναλλάγματος για την αγορά στη ρυθμιζόμενη αγορά ξένου συναλλάγματος, που μεταπωλούσαν αμέσως στην ελεύθερη αγορά («πρόκριση νομισματικής συναλλαγής») arbitrage, κερδίζοντας, κατά τον τρόπο αυτό, τη διαφορά μεταξύ των δύο τιμών («συναλλαγματικό κέρδος»).
Για να θέσει τέρμα στην πρακτική αυτή, που χαρακτήρισε ως κακή χρήση, το Institut bclgo-luxembourgeois des changes (Ινστιτούτο Συναλλάγματος Βελγίου και Λουξεμβούργου) (IBLC) τροποποίησε το Δεκέμβριο του 1981 το υφιστάμενο σύστημα, κατά τρόπο που στο εξής μόνο το 25 ο/ο των αποδοχών μπορούσε να κατατίθεται σε ειδικό μετατρέψιμο λογαριασμό συναλλάγματος, το δε υπόλοιπο έπρεπε να κατατίθεται σε λογαριασμό εξομοιούμενο, όπως αποκαλείται, με τους λογαριασμούς των ημεδαπών.
Η νέα αυτή ρύθμιση είχε, εντούτοις, ως αποτέλεσμα να στερήσει τους υπαλλήλους από την απεριόριστη δυνατότητα να αποφασίζουν για τη διάθεση των αποδοχών τους, είτε στο έδαφος της οικονομικής ένωσης Βελγίου-Λουξεμβούργου (UEBL) είτε στο εξωτερικό, και να απολαύουν, στην τελευταία αυτή περίπτωση, των τιμών της ρυθμιζόμενης αγοράς. Επίσης, τα κοινοτικά όργανα, εκπροσωπούμενα από τους διευθυντές διοίκησης, προέβησαν σε διαβήματα στο IBLC, προκειμένου να επαναφερθεί η δυνατότητα, για τους υπαλλήλους που δεν ήταν υπήκοοι Βελγίου ή Λουξεμβούργου, να καταθέτουν το σύνολο των αποδοχών τους σε μετατρέψιμο λογαριασμό.
Την 1η Ιουνίου 1982, το IBLC δημοσίευσε εγκύκλιο, σύμφωνα με την οποία οι ενδιαφερόμενοι υπάλληλοι, οι οποίοι δεν ήταν υπήκοοι Βελγίου ή Λουξεμβούργου, μπορούσαν να καταθέτουν και πάλι το σύνολο των αποδοχών τους σε ειδικό μετατρέψιμο λογαριασμό συναλλάγματος, υπό την προϋπόθεση ότι το όργανο στο οποίο υπηρετούσαν θα προσυπέγραψε δήλωση με την οποία ο δικαιούχος του λογαριασμού θα αναλάμβανε την υποχρέωση να μην προβαίνει, κυρίως,
«σε συναλλαγές, οι οποίες αποβλέπουν στην καταστρατήγηση των εν λόγω διατάξεων, όπως η πρόκριση νομισματικής συναλλαγής, δηλαδή η αγορά ξένων νομισμάτων στη ρυθμιζόμενη αγορά ή η μεταφορά ποσών σε μετατρέψιμους λογαριασμούς συναλλάγματος με σκοπό τη δημιουργία μέσων πληρωμής που προορίζονται για την κάλυψη τρεχουσών δαπανών στην UEBL».
2.
Ο Depoortere, προσφεύγων, έχει τη βελγική ιθαγένεια και από το 1972 είναι υπάλληλος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έχει δε τώρα το βαθμό A4. Η Επιτροπή κατέθετε τις αποδοχές του σε «συνήθη» λογαριασμό, δηλαδή σε μη μετατρέψιμο λογαριασμό, τον οποίο είχε υποδείξει σχετικά ο Depoortere.
Θεωρώντας ότι για το λόγο αυτό η Επιτροπή παρέλειψε «να προστατεύσει τα έννομα συμφέροντα του, όσον αφορά την καταβολή των ποσών που του οφείλονται, επειδή δεν έλαβε εγκαίρως τα επιβαλλόμενα από τις πραγματικές συνθήκες και το δίκαιο μέτρα», υπέβαλε στις 17 Νοεμβρίου 1981 ένσταση, σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων. Η ένσταση αυτή απορρίφθηκε ως αβάσιμη με έγγραφο της Επιτροπής της 18ης Μαίου 1982.
Με δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 12 Αυγούστου 1982, ο Depoortere άσκησε την παρούσα προσφυγή.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Ο προσφεύγων tpfiú, από το Δικαστήριο:
—
να κρίνει την προσφυγή παραδεκτή και βάσιμη'
—
κατά συνέπεια,
—
να κρίνει άκυρη και χωρίς έννομο αποτέλεσμα την απάντηση που επεφύλαξε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 18 Μαΐου 1982 στην ένσταση που υπέβαλε ο προσφεύγων στην Επιτροπή στις 17 Νοεμβρίου 1981·
—
να διατάξει την εξαφάνιση της διάκρισης, όσον αφορά την καταβολή, καθώς και των σχετικών μηχανισμών, εντέλλοντας ιδίως την Επιτροπή να διενεργεί τις πληρωμές σε όμοιους λογαριασμούς με τις ίδιες δυνατότητες χρησιμοποίησης για όλους τους υπαλλήλους·
—
να διατάξει την παύση της παράβασης του άρθρου 12 του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών
—
να διατάξει την καταβολή στον προσφεύγοντα του διαφυγόντος κέρδους του από το Φεβρουάριο του 1981, δηλαδή 125500 βελγικά φράγκα, ποσό που μπορεί ενδεχομένως να αυξηθεί κατά τη διάρκεια της δίκης·
—
να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να κρίνει την προσφυγή αβάσιμη
—
να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
1. Παράβαση τον άραρου 63 τον κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων και του άρθρον 17, παράγραφος 1, τον παραρτήματος VII του εν λόγω κανονισμού
α)
Ο Depoortere ισχυρίζεται ότι, δυνάμει των ανωτέρω διατάξεων, οι αποδοχές των υπαλλήλων καταβάλλονται «στο νόμισμα της χώρας στην οποία ο υπάλληλος ασκεί τα καθήκοντα του». Με τον κανόνα αυτό καθιερώνεται και η αρχή της ίσης μεταχείρισης των υπαλλήλων, όσον αφορά την καταβολή των αποδοχών τους. Η έκφραση «καταβάλλεται» σημαίνει κατά νόμο το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο υπάλληλος έχει στη διάθεση του τα ποσά που του καταβλήθηκαν ιδιοχείρως ή πίστωση του τρέχοντος λογαριασμού του.
Κατά συνέπεια, η Επιτροπή όφειλε να εξασφαλίσει ότι θα καταβάλλεται τελικά στους δικαιούχους το ίδιο καθαρό ποσό, της ίδιας δηλαδή αξίας, ανεξάρτητα από την ιθαγένεια τους. Η επιταγή αυτή δεν ικανοποιείται ως προς τη μεταχείριση των βέλγων υπαλλήλων που εργάζονται στο Βέλγιο, γιατί η Επιτροπή δεν φροντίζει να ενημερώνεται σχετικά με το τι μεσολαβεί μεταξύ της μεταφοράς των ποσών που διενεργεί (εντολές πληρωμής στους οικονομικούς οργανισμούς) και της εκτέλεσης των εντολών πληρωμής με την πίστωση των λογαριασμών των δικαιούχων.
Ο προσφεύγων αναφέρει σχετικά ότι υπάρχουν, πράγματι, στο Βέλγιο, λόγω της υπάρξεως δύο αγορών συναλλάγματος, δύο είδη βελγικού φράγκου, η αξία των οποίων μπορεί να διαφέρει αισθητά, δηλαδή, αφενός, το μετατρέψιμο φράγκο που αντιστοιχεί στην τιμή συναλλάγματος στη ρυθμιζόμενη αγορά και, αφετέρου, το ελεύθερο ή «financier» φράγκο, που αντιστοιχεί στην τιμή συναλλάγματος στην ελεύθερη αγορά. Η διαφορά μεταξύ των δύο, η οποία αποκαλείται «συναλλαγματικό κέρδος», ποικίλλει ορισμένες φορές μεταξύ 5o/ο και 12 0/0.
Ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης δεν ορίζει σε ποιο φράγκο πρέπει να καταβάλλονται οι αποδοχές των υπαλλήλων στο Βέλγιο. Θα πρέπει πάντως να γίνει δεκτό ότι πρόκειται κανονικά για το νόμισμα που χρησιμοποιείται στις πληρωμές που διενεργούνται εντός της χώρας. Η ερμηνεία αυτί] εξασφαλίζει ότι ίσες αποδοχές έχουν την ίδια αγοραστική δύναμη.
6)
Η Επιτροπή απαντά ότι οι αποδοχές των υπαλλήλων που υπηρετούν στο Βέλγιο καταβάλλονται σε βελγικά φράγκα, χωρίς να γίνεται καμιά διάκριση με 6άση την ιθαγένεια του υπαλλήλου.
Η Επιτροπή διευκρινίζει σχετικά ότι, κατά τη γνώμη της, δεν υπάρχουν δύο διαφορετικά βελγικά φράγκα, αλλά μόνο δύο είδη τραπεζικών λογαριασμών, δηλαδή, αφενός, οι λογαριασμοί των ημεδαπών ή κατοι-κούντων και των εξομοιουμένων με αυτούς, στους οποίους παρέχεται η δυνατότητα διενεργείας ορισμένων μόνο συναλλαγών σε ξένο νόμισμα στη ρυθμιζόμενη αγορά, και, αφετέρου, οι μετατρέψιμοι λογαριασμοί, οι οποίοι παρέχουν την εν λόγω δυνατότητα για όλες τις συναλλαγές σε ξένο νόμισμα. Επίσης, η διαφορά δεν έγκειται στη φύση του νομίσματος, αλλά στη φύση του λογαριασμού στον οποίο κατατίθεται το νόμισμα αυτό. Επομένως, καταθέτοντας τα οφειλόμενα ποσά στο λογαριασμό που έχει υποδείξει ο υπάλληλος, η Επιτροπή εκπληρώνει τις υποχρεώσεις που υπέχει απέναντι του. Σε καμιά περίπτωση, δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για την ύπαρξη στο Βέλγιο δύο χωριστών αγορών συναλλάγματος, ούτε για τη νομοθεσία του Βελγίου που προβλέπει δύο είδη τραπεζικών λογαριασμών.
Η Επιτροπή προσθέτει ότι, δυνάμει του άρθρου 45 του κανονισμού της 75/375, της 30ής Ιουνίου 1975, περί των λεπτομερειών εκτελέσεως ορισμένων διατάξεων του δημοσιονομικού κανονισμού της 25ης Απριλίου 1973 (PB L 170, σ. 1), η καταβολή των μηνιαίων αποδοχών πρέπει να διενεργείται είτε με επιταγή, είτε με ταχυδρομική ή τραπεζική εντολή μεταφοράς· συμμορφούμενη με τη διάταξη αυτή, η Επιτροπή επέλεξε να διενεργεί τις καταβολές με τραπεζική εντολή μεταφοράς.
2. ϋαραΰίαση της αρχής της απαγόρενοΐβ των οιακρίοεων με 6άαη την lêayévsia
α)
Ο Depoortere υποστηρίζει σχετικά ότι η ρύθμιση του IBLC για το συνάλλαγμα εισάγει διακρίσεις, επειδή οι μη βέλγιοι υπάλληλοι των Κοινοτήτων θεωρούνται ως «αλλοδαποί» μόνον λόγω της ιθαγενείας τους. Κατά τον προσφεύγοντα, όλοι οι υπάλληλοι των Κοινοτήτων, ανεξάρτητα από την ιθαγένεια τους, είναι «ημεδαποί», δεδοιμένου ότι υποχρεούνται όλοι, δυνάμει του άρθρου 20 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, να διαμένουν στον τόπο όπου υπηρετούν.
Η Επιτροπή παρέβη την υποχρέωση περί απαγορεύσεως των διακρίσεων που υπέχει έναντι του βελγικής ιθαγενείας προσωπικού της, γιατί δεν αντετάχθη, ευθύς εξαρχής, στην αμφισβητούμενη διαδικασία που ακολούθησε το IBLC. Ο προσφεύγων υποστηρίζει επιπλέον ότι η επίδικη εθνική ρύθμιση δεν υποχρεώνει την Επιτροπή να καταθέτει τις αποδοχές των υπαλλήλων, που δεν έχουν τη βελγική ιθαγένεια, σε ειδικούς μετατρέψιμους λογαριασμούς συναλλάγματος, αλλ' αντίθετα επιτρέπει να τις καταθέτει, όπως και τις αποδοχές των βέλγων υπαλλήλων, σε λογαριασμούς που εξομοιώνονται με τους λογαριασμούς των ημεδαπών.
Ο Depoortere προσθέτει ότι οι υπάλληλοι που δεν έχουν την ιθαγένεια του Βελγίου ή του Λουξεμβούργου λαμβάνουν επίδομα αποδημίας και εμπίπτουν στη ρύθμιση που αφορά τις μεταφορές ποσών όπως προβλέπεται στο παράρτημα VII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης για τις πληρωμές που δικαιολογούν ότι πρέπει να διενεργήσουν στο εξωτερικό. Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει επίκληση του γεγονότος ότι έχουν ορισμένες οικονομικές υποχρεώσεις στη χώρα καταγωγής τους, για να τύχουν, επιπλέον, προνομιακής μεταχείρισης και ως προς το υπόλοιπο τμήμα των αποδοχών τους.
6)
Η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν παραβιάζεται η αρχή της ισότητας. Καμιά διάκριση δεν γίνεται, όσον αφορά την καταβολή των μισθών, μεταξύ υπαλλήλων υπηκόων Βελγίου ή Λουξεμβούργου και των άλλων υπαλλήλων, εφόσον και οι δύο κατηγορίες πληρώνονται σε βελγικά φράγκα.
Συγκεκριμένα, δεν συντρέχει παράβαση του άρθρου 48, παράγραφος 2, της συνθήκης και του άρθρου 7, εδάφιο 1, του κανονισμού 1612/68, δεδομένου ότι οι διατάξεις αυτές αφορούν μόνο τη διάκριση ως προς την απασχόληση, την αμοιβή και τους άλλους όρους εργασίας.
Η διαφορετική μεταχείριση στη συγκεκριμένη περίπτωση αφορά τη φύση των τραπεζικών λογαριασμών, που οι υπάλληλοι μπορούν να ανοίξουν, και τις δυνατότητες που οι λογαριασμοί αυτοί προσφέρουν για την αγορά ξένων νομισμάτων.
Εν πάση περιπτώσει, δεν υπάρχει παράνομη διάκριση. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ως διάκριση νοείται η διαφορετική μεταχείριση παρεμφερών καταστάσεων ή όμοια μεταχείριση, μη παρεμφερών καταστάσεων (απόφαση της 17. 7. 1963, Ιταλία κατά Επιτροπής, 13/63, Jurispr. σ. 349). Στην παρούσα υπόθεση, δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ, αφενός, των υπαλλήλων που δεν είναι υπήκοοι Βελγίου ή Λουξεμβούργου, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στο Βέλγιο λόγω της εισόδου τους στην υπηρεσία των Κοινοτήτων και οι οποίοι έχουν ακόμη ορισμένες υποχρεώσεις στη χώρα καταγωγής τους ή επιθυμούν να έχουν εκεί χρήματα για άλλους λόγους, και, αφετέρου, των υπαλλήλων υπηκόων Βελγίου ή Λουξεμβούργου, οι υποχρεώσεις των οποίων είναι ανάλογες με εκείνες των συμπατριωτών τους, οι οποίοι δεν υπηρετούν στις Κοινότητες.
Ο ισχυρισμός αυτός επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι οι συνταξιούχοι υπάλληλοι, οι οποίοι δεν έχουν την ιθαγένεια του Βελγίου ή Λουξεμβούργου και οι οποίοι διαμένουν οικειοθελώς στο Βέλγιο ή στο Λουξεμβούργο, δεν μπορούν να έχουν ειδικό μετατρέψιμο λογαριασμό παρά μόνο επί τρία έτη μετά την αποχώρηση τους από την υπηρεσία. Μετά την εκπνοή της περιόδου αυτής, τα εν λόγω πρόσωπα εξομοιώνονται, όσον αφορά τη σχετική με το συνάλλαγμα ρύθμιση, με τους άλλους κατοίκους του Βελγίου ή του Λουξεμβούργου, εφόσον εξακολουθούν να διαμένουν εκεί.
3. Παράοαοη της πρώτης οδηγίας τον ζνμοουλίου, της 11ης Μαίου 1960, περί της εφαρμογής του άρθρου 67 της Συνθήκης
α)
Ο Depoortere ισχυρίζεται ότι παραβιάζονται οι γενικές αρχές που αφορούν την εφαρμογή των άρθρων 1 και 2 της εν λόγω οδηγίας, επειδή η Επιτροπή ανέχεται, κατά παράβαση των διατάξεων αυτών, «σημαντικές και διαρκείς» αποκλίσεις μεταξύ των τιμών της επίσημης αγοράς συναλλάγματος και των τιμών της ελεύθερης αγοράς.
Δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 2, της πρώτης οδηγίας, οι ισοτιμίες που ισχύουν σε μια αγορά συναλλάγματος, στην οποία δεν υφίστανται επίσημα όρια στις διακυμάνσεις των ισοτιμιών, «δεν πρέπει να παρουσιάζουν σημαντικές και διαρκείς αποκλίσεις από εκείνες που εφαρμόζονται για τις πληρωμές τις σχετικές με τις τρέχουσες συναλλαγές». Στην ίδια παράγραφο ορίζεται, επιπλέον, ότι η Νομισματική Επιτροπή επιτηρεί την εξέλιξη των συναλλαγματικών ισοτιμιών και υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή επί του δέματος αυτού. Αν η Επιτροπή διαπιστώσει ότι οι ισοτιμίες αυτές παρουσιάζουν «σημαντικές και διαρκείς αποκλίσεις», θέτει σε εφαρμογή τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 169 της συνθήκης.
Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι πρέπει εν προκειμένω να επιληφθεί του δέματος η Νομισματική Επιτροπή, δεδομένου ότι το Βέλγιο δεν τηρεί προφανώς την υποχρέωση που απορρέει από την προαναφερθείσα διάταξη.
6)
Η Επιτροπή απαντά ότι, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες διατάξεις, απαγορεύονται μόνο οι «σημαντικές και διαρκείς» αποκλίσεις. Για να κρίνει αν συντρέχει η περίπτωση αυτή, η Επιτροπή επικουρείται από τη Νομισματική Επιτροπή. Εν προκειμένω, η Νομισματική Επιτροπή δεν της υπέβαλε καμία έκθεση, από την οποία να προκύπτει «σημαντική και διαρκής» απόκλιση.
Επιπλέον, η Επιτροπή διαθέτει περιθώριο εκτίμησης, τόσο σε σχέση με την ύπαρξη μιας τέτοιας απόκλισης, όσο και με την κίνηση της διαδικασίας επί παραβάσει. Το Δικαστήριο έκρινε σχετικά με την απόφαση της 1ης Μαρτίου 196 (Liitticke, 48/65, Jurispr. σ. 27) ότι ένας ιδιώτης δεν μπορεί να αξιώσει από την Επιτροπή να κινήσει τη διαδικασία επί παραβάσει σε μια συγκεκριμένη περίπτωση.
4. Παράβαση του άρ&ρου 12, στοιχείο γ, τον πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
α)
Ο Depoortere αναφέρει ότι, δυνάμει της ανωτέρω διατάξεως «στην επικράτεια κάθε κράτους μέλους και ανεξαρτήτως ιθαγενείας, οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων ... απολαύουν, όσον αφορά τις νομισματικές ρυθμίσεις ή τις ρυθμίσεις συναλλάγματος, των διευκολύνσεων που αναγνωρίζονται από την καθιερωμένη πρακτική στους υπαλλήλους των διεθνών οργανισμών». Ο κανόνας αυτός ετέθη σε εφαρμογή με τον κανονισμό 549/69 του Συμβουλίου, της 25ης Μαρτίου 1969, περί καθορισμού των κατηγοριών των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, στους οποίους εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 12, 13 παράγραφος 2, και 14 του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Κοινοτήτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/001, σ. 124). Στο εν λόγω άρθρο ορίζεται σαφώς ότι η διάταξη του άρθορυ 12, στοιχείο γ, του πρωτοκόλλου αφορά όλους τους υπαλλήλους.
Το σύστημα που καθιέρωσε το IBLC συνιστά «διευκόλυνση που αναγνωρίζεται από την καθιερωμένη πρακτική στους υπαλλήλους των διεθνών οργανισμών», κατά την έννοια του άρθρου 12, στοιχείο γ, του πρωτοκόλλου. Ο προσφεύγων δέχεται ότι το πλεονέκτημα αυτό είναι μοναδικό στο είδος του, εφόσον συνδέεται με την ύπαρξη δύο αγορών συναλλάγματος στο Βέλγιο, φαινόμενο που δεν απαντάται στις άλλες χώρες που φιλοξενούν μεγάλους διεθνείς οργανισμούς. Το πλεονέκτημα πάντως αυτό, που παρέχεται εκουσίως, έλαβε τη μορφή διευκόλυνσης που αναγνωρίζεται από την καθιερωμένη πρακτική, τουλάχιστον στη χώρα που το παρέχει, λόγω ιδίως του μακρόχρονου χαρακτήρα του, της αναγνώρισης της νομιμότητας του από την Επιτροπή και του γεγονότος ότι ο υπουργός εξωτερικών του Βελγίου αναγνώρισε ότι χορηγείται κατ' εφαρμογή του άρθρου 12, στοιχείο γ, του πρωτοκόλλου. Επομένως, το ίδιο το Βέλγιο δημιούργησε μια παρεπόμενη διευκόλυνση που το δεσμεύει και την οποία δεν μπορεί πλέον να αναθεωρήσει χωρίς τροποποίηση του πρωτοκόλλου. Η αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων επιβάλλει την εφαρμογή της διευκόλυνσης αυτής και στους οέλγους υπαλλήλους.
Στην Επιτροπή προσάπτεται ότι δεν αξίωσε την εφαρμογή του συστήματος που εισήγαγε το IBLC στον προσφεύγοντα με την απαιτούμενη επιμέλεια και σύμφωνα με το καθήκον της να μεριμνά για την τήρηση των συνθηκών. Επιπλέον, η Επιτροπή όφειλε να ενεργήσει, σύμφωνα με το άρθρο 19 του πρωτοκόλλου περί προνομίων και ασυλιών, για την εξάλειψη της άνισης μεταχείρισης μεταξύ υπαλλήλων, απαιτώντας είτε την κατάργηση της διευκόλυνσης, είτε την εφαρμογή της και στους βέλγους υπαλλήλους που υπηρετούν στο Βέλγιο.
6)
Η Επιτροπή δέχεται ότι ούτε το άρθρο 12 του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών ούτε το άρθρο 1 του κανονισμού 549/69 διακρίνουν μεταξύ των υπαλλήλων που έχουν την ιθαγένεια του κράτους στο οποίο ασκούν τα καθήκοντα τους και των άλλων υπαλλήλων.
Εντούτοις, η συγκεκριμένη έννοια των προνομίων και ασυλιών που απαριθμούνται στο άρθρο 12 του πρωτοκόλλου εξαρτάται από το περιεχόμενο κάθε υποδιαίρεσης του άρθρου αυτού. Συγκεκριμένα, τα πλεονεκτήματα που αναφέρονται στο στοιχείο γ παρέχονται μόνο στο βαθμό που η καθιερωμένη διεθνής πρακτική αναγνωρίζει τέτοιου είδους διευκολύνσεις στους υπαλλήλους των διεθνών οργανισμών. Από συγκριτική έρευνα της κατάστασης των υπαλλήλων ορισμένων διεθνών οργανισμών προέκυψε ότι, σύμφωνα με τη διεθνή πρακτική, οι διευκολύνσεις συναλλαγματικής φύσεως δεν παρέχονται στους υπαλλήλους που έχουν την ιθαγένεια του κράτους στο οποίο υπηρετούν.
Η Επιτροπή αναφέρει σχετικά το άρθρο 5, παράγραφος 18, της Σύμβασης περί προνομίων και ασυλιών των Ηνωμένων Εθνών και το άρθρο 6 της Σύμβασης που εφαρμόζεται στους υπαλλήλους των ειδικευμένων οργανισμών, καθώς και ότι παρόμοιες διατάξεις αρκετών οργανισμών της Δυτικής Ευρώπης, όπως το Συμβούλιο της Ευρώπης, ο ΟΟΣΑ, η ΕΔΕ και ο ΕΟΔ, ορίζουν ότι οι υπάλληλοι των οργανισμών αυτών απολαύουν, όσον αφορά τις διευκολύνσεις συναλλαγματικής φύσεως, των ιδίων προνομίων με τους υπαλλήλους ανάλογου βαθμού που ανήκουν σε διπλωματικές αποστολές, διαπιστευμένες στην εκεί κυβέρνηση. Από το άρθρο 38 της Σύμβασης της Βιέννης, περί διπλωματικών σχέσεων, προκύπτει ότι το κράτος στο οποίο είναι διαπιστευμένοι οι διπλωματικοί υπάλληλοι, δεν υποχρεούται να παρέχει διευκολύνσεις συναλλαγματικής φύσεως, εφόσον οι εν λόγω υπάλληλοι έχουν την ιθαγένεια του κράτους αυτού ή κατοικούν εκεί.
Επομένως, στη συγκεκριμένη υπόθεση, δεν μπορεί να γίνει επίκληση του άρθρου 12, στοιχείο γ, του πρωτοκόλλου, για να προβληθεί από τους υπαλλήλους που υπηρετούν στο Βέλγιο ή στο Λουξεμβούργο και έχουν την ιθαγένεια μιας από τις εν λόγω δύο χώρες αξίωση παροχής διευκολύνσεων συναλλαγματικής φύσεως.
Η Επιτροπή προσθέτει ότι τα προνόμια, των οποίων απολαύουν οι διεθνείς υπάλληλοι, χορηγούνται αποκλειστικά προς το συμφέρον του οργανισμού για την εξασφάλιση της ανεξαρτησίας του. Κατά συνέπεια, ο υπάλληλος δεν μπορεί να τα επικαλείται προς όφελος του. Στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, πρέπει να θεωρηθεί ότι είναι προς το συμφέρον των Κοινοτήτων η εξασφάλιση στους υπαλλήλους, που δεν έχουν την ιθαγένεια του Βελγίου ή του Λουξεμβούργου και οι οποίοι έρχονται στο Βέλγιο ή στο Λουξεμβούργο για να προσληφθούν στις Κοινότητες, λαμβάνουν δε τις αποδοχές τους σε βελγικά φράγκα, της δυνατότητας να μεταφέρουν στη χώρα καταγωγής τους χρηματικά ποσά με την επίσημη τιμή συναλλάγματος που ισχύει στη ρυ9μιζόμενη αγορά. Αντίθετα, οι Κοινότητες δεν έχουν το συμφέρον αυτό, όσον αφορά τους υπαλλήλους που έχουν την ιθαγένεια του Βελγίου ή του Λουξεμβούργου, οι οποίοι δεν αντιμετωπίζουν παρόμοιο νομισματικής φύσης πρόβλημα.
5. Παράβαση της απάφααης της 21ης Απριλίου 1970 περί αντικαταστάσεως των χρηματικών εισφορών των κρατών μελών από ιοίονς πόρους των Κοινοτήτων
α)
Ο Depoortere υποστηρίζει σχετικά ότι όλοι οι ίδιοι πόροι των Κοινοτήτων αποτελούν ipso facto για το Βέλγιο στοιχεία ενεργητικού σε συνάλλαγμα και είναι, κατά συνέπεια, εφόσον εκφράζονται σε βελγικά φράγκα, μετατρέψιμα βελγικά φράγκα. Πράγματι, οι λογαριασμοί σε βελγικά φράγκα της Επιτροπής είναι ειδικοί λογαριασμοί συναλλάγματος.
Καταθέτοντας σε λογαριασμούς ημεδαπών τα ποσά που καταβάλλονται σε υπαλλήλους, κατοίκους Βελγίου ή Λουξεμβούργου, η Επιτροπή συντελεί στην άμεση μετατροπή των μετατρέψιμων φράγκων σε ελεύθερα φράγκα (φράγκα «financier»). Με άλλα λόγια, η Επιτροπή συντελεί στη μετατροπή των ιδίων πόρων της, ελεύθερα μετατρέψιμων στη ρυθμιζόμενη αγορά, σε φράγκα «financier», τα οποία δεν μπορούν πλέον να μετατρέπονται ελεύθερα.
Η πρακτική αυτή ισοδυναμεί ουσιαστικά με την άποψη ότι το τμήμα των ιδίων πόρων που προέρχονται από το Βέλγιο αποτελείται ειδικά από φράγκα «financier» και πρέπει να χρησιμοποιείται για την καταβολή των ποσών που οφείλονται στους υπαλλήλους που έχουν την ιθαγένεια του Βελγίου ή του Λουξεμβούργου. Αυτό αντίκειται στην αρχή του μη ειδικού προορισμού των εσόδων που εμφαίνονται στον προϋπολογισμό (άρθρο 3 του δημοσσιονο- μικού κανονισμού της 21ης Δεκεμβρίου 1977, που εφαρμόζεται επί του γενικού προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/002, σ. 77), σύμφωνα με την οποία αποκλείεται η χρησιμοποίηση εισφορών σε συνάλλαγμα των κρατών μελών για ειδικούς σκοπούς και, κατά μείζονα λόγο, η καταβολή ανάλογα με την ιθαγένεια.
6)
Η Επιτροπή αμφισβητεί ότι ο τρόπος καταβολής των αποδοχών ποικίλλει ανάλογα με την ιθαγένεια του υπαλλήλου. Μπορεί να ποικίλλει μόνο η φύση του τραπεζικού λογαρισμού στον οποίο κατατίθενται οι αποδοχές. Η διαφορά αυτή δικαιολογείται, αφενός, και απορρέει, αφετέρου, από την εφαρμοστέα βελγική νομοθεσία και όχι από τον τρόπο καταβολής των αποδοχών που εφαρμόζει η Επιτροπή.
6. Επί της αξιώσεως αποζημιώσεως
α)
Ο Depoortere αναφέρει σχετικά ότι η αξίωση αυτή δεν στηρίζεται στη μισθολογική σχέση μεταξύ υπαλλήλων και οργάνου, αλλ' αφορά την εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας (άρθρο 215 της συνθήκης ΕΟΚ). Η Επριτροπή παρέλειψε να προασπίσει τα οικονομικά συμφέροντα του προσφεύγοντος και, ως εκ τούτου, επέδειξε αμέλεια, η οποία είχε ζημιογόνα αποτελέσματα.
Η ζημία, για την οποία είναι υπεύθυνη η επιτροπή, ανέρχεται σε 125000 βελγικά φράγκα, ποσό που μπορεί να αυξηθεί, ενδεχομένως, κατά τη διάρκεια της δίκης. Η ζημία αυτή συνίσταται στο διαφυγόν κέρδος που υπολογίζεται εφαρμόζοντας στις μηνιαίες αποδοχές, από τις 15 Φεβρουαρίου 1981, το συναλλαγματικό κέρδος, δηλαδή την ποσοστιαία διαφορά μεταξύ της τιμής πώλησης από τις τράπεζες του νομίσματος στη ρυθμιζόμενη αγορά και της τιμής αγοράς που εφάρμοζαν οι τράπεζες για το εν λόγω νόμισμα στην ελεύθερη αγορά. Στο δικόγραφο της προσφυγής επισυνάπτεται πίνακας που περιέχει τα συναλλαγματικά κέρδη που ίσχυαν μεταξύ Φεβρουαρίου και Νοεμβρίου 1981 (παράρτημα 6).
Κατά τον προσφεύγοντα, την εν λόγω ζημία προκάλεσε η Επιτροπή, η οποία, αντίθετα προς την αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων, επέλεξε σκόπιμα να καταθέτει τις αποδοχές σε διάφορους λογαριασμούς και παρέλειψε να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την εξαφάλιση της ίσης μεταχείρισης των υπαλλήλων της στο Βέλγιο.
Η Επιτροπή προβάλλει, πρώτον, ότι η άμεση διενέργεια πρόκρισης νομισματικής συναλλαγής, σε σχέση με την οποία ο προσφεύγων υπολογίζει τη φερόμενη ζημία, θεωρούνταν πάντοτε ως κακή χρήση των παρεχόμενων δυνατοτήτων, παρόλον ότι ουδέποτε κρίθηκε ως παράνομη από τις βελγικές ή κοινοτικές αρχές.
Επιπλέον, επειδή η πρόκριση νομισματικής συναλλαγής ήταν δυνατή βάσει της νομοθεσίας του Βελγίου και του Λουξεμβούργου, εναπέκειτο στις αρχές των χωρών αυτών και όχι στην Επιτροπή να λάβουν σχετικά τα αναγκαία μέτρα, πράγμα που εξάλλου έγινε με τη δημοσίευση της από 1ης Ιουνίου 1982 εγκυκλίου του IBLC.
Τέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, εφόσον ένας ιδιώτης δεν μπορεί να αξιώσει την κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 169 της συνθήκης, δεν έχει ούτε το δικαίωμα να ζητήσει την αποκατάσταση ζημίας που απορρέει από τη μη κίνηση της διαδικασίας αυτής.
IV — Προφορική διαδικασία
Οι διάδικοι ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους κατά τη συνεδρίαση της 15ης Δεκεμβρίου 1983.
Οι γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 27ης Οκτωβρίου 1983.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 12 Αυγούστου 1982, ο Depoortere, υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με βαθμό Α 4, άσκησε κατ' αυτής προσφυγή, που αφορά την ισχύουσα στο Βέλγιο και το Λουξεμβούργο κανονιστική ρύθμιση των συναλλαγών σε ξένο νόμισμα και ειδικότερα τη ρύθμιση που διέπει τους ειδικούς μετατρέψιμους λογαριασμούς σε συνάλλαγμα.
2
Πρέπει να υπομνηστεί ότι, όσον αφορά τα φράγκα Βελγίου και Λουξεμβούργου, υπάρχουν δύο χωριστές αγορές συναλλάγματος και συγκεκριμένα η ρυθμιζόμενη αγορά αφενός, όπου τα περιθώρια διακύμανσης σε σχέση με τα άλλα νομίσματα δεν υπερβαίνουν ορισμένα όρια, λόγω της παρεμβάσεως της Εθνικής Τράπεζας του Βελγίου, και αφετέρου η ελεύθερη αγορά, όπου η συναλλαγματική ισοτιμία διαμορφώνεται ανάλογα με την προσφορά και τη ζήτηση, χωρίς καμία παρέμβαση της Εθνικής Τράπεζας. Επειδή, λοιπόν, οι ισχύουσες στις δύο αγορές τιμές συναλλάγματος ακολουθούν ανεξάρτητη πορεία, η τιμή των φράγκων Βελγίου και Λουξεμβούργου στη ρυθμιζόμενη αγορά είναι κατά κανόνα υψηλότερη από την τιμή της ελεύθερης αγοράς. Τα σχετικά κείμενα απαριθμούν τις συναλλαγές και τους όρους υπό τους οποίους μπορούν ή πρέπει να διενεργούνται η αγορά ή η πώληση ξένων νομισμάτων στη ρυθμιζόμενη ή στην ελεύθερη αγορά συναλλάγματος.
3
Θεωρώντας ότι η εφαρμογή, χωρίς καμιά τροποποίηση, της κανονιστικής αυτής ρύθμισης στους υπαλλήλους των Κοινοτήτων που δεν είναι υπήκοοι του Βελγίου ή του Λουξεμβούγου ήταν ανεπιεικής, οι αρχές του Βελγίου και του Λουξεμβούργου θέσπισαν κατά τη δεκαετία του 60 ειδική κανονιστική ρύθμιση για τους υπαλλήλους αυτούς υπό τη μορφή ειδικών μετατρέψιμων λογαριασμών συναλλάγματος. Η ιδιομορφία των εν λόγω λογαριασμών συνίσταται αφενός στο ότι δεν μπορούν να τροφοδοτηθούν παρά μόνο με τις αποδοχές που καταβάλλει η Κοινότητα και τα ποσά που μεταφέρονται από άλλους μετατρέψιμους λογαριασμούς και αφετέρου ότι επιτρέπει τη διενέργεια όλων των συναλλαγών σε ξένο νόμισμα στη ρυθμιζόμενη αγορά. Τους λογαριασμούς όμως αυτούς δεν μπορούν να ανοίξουν υπάλληλοι των Κοινοτήτων που έχουν την ιθαγένεια του Βελγίου ή του Λουξεμβούγου· οι τελευταίοι έχουν την ευχέρεια να ανοίγουν μόνο μη μετατρέψιμους λογαριασμούς που επιτρέπουν μόνο τη διενέργεια ορισμένων συγκεκριμένων συναλλαγών στη ρυθμιζόμενη αγορά.
4
Σύμφωνα με την παραπάνω κανονιστική ρύθμιση, η Επιτροπή κατέβαλε το μισθό του προσφεύγοντος, που έχει βελγική ιθαγένεια, σε μη μετατρέψιμο λογαριασμό, τον οποίο ο ίδιος είχε υποδείξει σχετικά. Θεωρώντας ότι για το λόγο αυτό η Επιτροπή «παρέλειψε να προστατεύσει τα έννομα συμφέροντα του, όσον αφορά την καταβολή των ποσών που του οφείλονται, επειδή δεν έλαβε εγκαίρως τα επιβαλλόμενα από τις πραγματικές συνθήκες και το δίκαιο μέτρα», υπέβαλε στις 17 Νοεμβρίου 1981 ένσταση, δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων.
5
Επειδή η Επιτροπή με την από 18ης Μαΐου 1982 απόφαση της απέρριψε την εν λόγω ένσταση, ο προσφεύγων άσκησε την παρούσα προσφυγή, με την οποία επιδιώκει κατ'ουσία να επιτύχει αφενός, την καταβολή του μισθού του σε ειδικό μετατρέψιμο λογαριασμό συναλλάγματος και αφετέρου, την επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους από το Φεβρουάριο 1981, λόγω της καταβολής του μισθού του σε μη μετατρέψιμο λογαριασμό.
6
Όσον αφορά το σκέλος της προσφυγής περί καταβολής του μισθού σε μετατρέψιμο λογαριασμό, πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά τα άρθρα 90, παράγραφος 2, και 91, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων, οι διαφορές μεταξύ των Κοινοτήτων και ενός από τα πρόσωπα που αναφέρονται στον κανονισμό και οι οποίες αφορούν τη νομιμότητα βλαπτικής κατά του προσώπου αυτού πράξης, μπορούν να υποβληθούν στο Δικαστήριο είτε γιατί το οικείο όργανο έλαβε απόφαση, είτε γιατί παρέλειψε να λάβει μέτρο, όπως επιβάλλει ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης. Επιπλέον, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 91, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, η προσφυγή δεν είναι παραδεκτή παρά μόνο αν ασκήθηκε μετά από ρητή ή σιωπηρή απόρριψη ένστασης, η οποία, όταν υποβάλλεται κατά της παράλειψης του οργάνου να λάβει κάποιο μέτρο, πρέπει να ακολουθεί την υποβολή αιτήσεως, κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 90, με την οποία η ΑΔΑ καλείται να λάβει απόφαση.
7
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι εν λόγω προϋποθέσεις δεν πληρούνται. Πράγματι, ο προσφεύγων δεν αναφέρει καθόλου ούτε στην προσφυγή του ούτε κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου σε τι συνίσταται η βλαπτική γι' αυτόν πράξη, επιπλέον δε δεν ζήτησε προηγουμένως από την ΑΔΑ να λάβει ως προς αυτόν σχετική απόφαση.
8
Συνεπώς, το σκέλος αυτό της προσφυγής πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο.
9
Όσον αφορά το σκέλος της προσφυγής, με το οποίο επιδιώκεται η επιδίκαση στον προσφεύγοντα του διαφυγόντος κέρδους κατά το οποίο ισχυρίζεται ότι ζημιώθηκε, ο προσφεύγων διευκρίνισε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ότι το αίτημα αυτό πρέπει να θεωρηθεί ως αγωγή αποζημιώσεως, δυνάμει του άρθρου 215, παράγραφος 2, της συνθήκης.
10
Όπως έκρινε επανειλημμένα το Δικαστήριο, ιδίως με τις αποφάσεις του της 2ας Ιουλίου 1974 (Holtz και Willemsen, υποθ. 153/73 Jurispr. 1974, σ. 675) και της 4ης Μαρτίου 1980 (Pool, υποθ. 49/79, Jurispr. 1980, σ. 569), η ευθύνη της Κοινότητας προϋποθέτει ότι συντρέχει ένα σύνολο προϋποθέσεων, όσον αφορά την έλλειψη νομιμότητας στη συμπεριφορά που προσάπτεται στα όργανα, την πραγματική ύπαρξη της ζημίας και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη ο ενάγων.
11
Ο προσφεύγων αναφέρει ότι το διαφυγόν κέρδος κατά το οποίο ισχυρίζεται ότι ζημιώθηκε και που αναβιβάζει σε 125000 βελγικά φράγκα αντιστοιχεί στο ποσό που προκύπτει από τον υπολογισμό, από το Φεβρουάριο του 1981, επί των μηνιαίων αποδοχών του του συναλλαγματικού κέρδους, της ποσοστιαίας δηλαδή διαφοράς μεταξύ της τιμής των ξένων νομισμάτων κατά την πώληση στη ρυθμιζόμενη αγορά και της τιμής κατά την αγορά στην ελεύθερη αγορά. Πάντως, το διαφυγόν αυτό κέρδος, αν υποτεθεί ότι είναι αποδεδειγμένο, αποτελεί συνέπεια του ότι ο προσφεύγων δεν μπορεί να ανοίξει μετατρέψιμο λογαριασμό που να του επιτρέπει να πραγματοποιεί όλες τις συναλλαγές σε ξένο νόμισμα στη ρυθμιζόμενη αγορά. Συνεπώς, η πραγματική αυτή κατάσταση απορρέει από την κανονιστική ρύθμιση του Βελγίου και του Λουξεμβούργου που αφορά τις συναλλαγές σε ξένο νόμισμα και δεν προέρχεται από οποιαδήποτε συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που μπορούν να βαρύνουν την Επιτροπή.
12
Υπό τις περιστάσεις αυτές, ο προσφεύγων δεν απέδειξε την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ κάποιας παράνομης συμπεριφοράς της Επιτροπής και της ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη· άρα και το σκέλος αυτό της προσφυγής πρέπει να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
13
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
14
Σύμφωνα όμως με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας, προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων, τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν.
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
κρίνει και αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
ΚάΦε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Galmot
Eveiüng
Κακούρης
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο την 1η Δεκεμβρίου 1983.
Κατ' εντολή του γραμματέα
Η. Α. Riihi
Κύριος υπάλληλος διοικήσεως
Ο πρόεδρος του τρίτου τμήματος
Υ. Galmot
Full & Egal Universal Law Academy