Στην υπόθεση 224/82,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Verwaltungsgericht της Φραγκφούρτης προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Meiko-Konservenfabrik, Gergweis
και
Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενης από το Bundesamt für Ernährung und Forstwirtschaft (Ομοσπονδιακή υπηρεσία τροφίμων και δασοπονίας), Φραγκφούρτη,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς το κύρος του κανονισμού 2546/80 της Επιτροπής, της 2ας Οκτωβρίου 1980, περί ενδέκατης τροποποιήσεως του κανονισμού 1530/78 περί καθορισμού λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος ενισχύσεως για ορισμένα μεταποιημένα προϊόντα με βάση τα οπωροκηπευτικά (ΕΕ ειδ. έκδ., 03/021, σ. 235),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
συγκείμενο από τους U. Everling, πρόεδρο τμήματος, Υ. Galmot και Κ. Κακούρη, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: S. Rozès
γραμματέας: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματέας
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία και οι γραπτές παρατηρήσεις, που κατατέθηκαν δυνάμει του άρθρου 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΟΚ, συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Η εφαρμοστέα κοινοτική κανονιστική ρύ& μιοη
Ο κανονισμός 516/77 του Συμβουλίου, της 14ης Μαρτίου 1977, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των μεταποιημένων οπωροκηπευτικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/017, σ. 226), θέσπισε σύστημα ενισχύσεων στην παραγωγή των προϊόντων που αναφέρονται στο παράρτημα Ια, που προστέθηκε στον εν λόγω κανονισμό με τον κανονισμό 1152/78 του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 1978 (ΕΕ ειδ. έκδ, 03/021, σ. 94). Ο κανονισμός 1639/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, επέκτεινε το σύστημα ενισχύσεων στην παραγωγή και στις κονσέρβες κερασιών σε σιρόπι, με σημείο ενάρξεως την περίοδο εμπορίας 1980-1981 (ΕΕ ειδ. έκδ, 03/026, σ. 5).
Σύμφωνα με το άρθρο 36, παράγραφος 4, του κανονισμού 516/77 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1152/78, «η ενίσχυση στην παραγωγή παρέχεται στους μεταποιητές που έχουν συνάψει συμβάσεις σύμφωνα με το άρθρο 3α». Βάσει της παραγράφου 2 της διατάξεως αυτής «οι συμβάσεις αυτές συνάπτονται για μια ελάχιστη διάρκεια που θα προσδιορισθεί, πρέπει να ορίζουν επακριβώς τις ποσότητες των πρώτων υλών, στις οποίες αναφέρονται, την κλιμάκωση των παραδόσεων στους μεταποιητές και την τιμή που θα καταβληθεί στους παραγωγούς».
Από τη διάταξη του άρθρου 3α, παράγραφος 2, τελευταία φράση, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 3fi, παράγραφοι 5 και 6, συνάγεται ότι το ύψος της ενισχύσεως, που καθορίζεται προ της ενάρξεως κάθε περιόδου εμπορίας, καταβάλλεται στους μεταποιητές, κατόπιν αιτήσεως τους, μόλις οι αρμόδιοι οργανισμοί παρεμβάσεως των ενδιαφερομένων κρατών μελών, στους οποίους θά έχουν διαβιβαστεί οι συμβάσεις, προβούν στους σχετικούς με την εκτέλεση τους ελέγχους.
Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του εν λόγω συστήματος ενισχύσεων καθορίστηκαν από την Επιτροπή με τον κανονισμό 1530/78, της 30ής Ιουνίου 1978 (ΕΕ ειδ. έκδ, 03/021, σ. 235). Ο κανονισμός αυτός τροποποιήθηκε με τους κανονισμούς της Επιτροπής 1348/80, της 30ής Μαΐου 1980 (ABl L 135, σ. 66), 1964/80, της 24ης Ιουλίου 1980 (ΕΕ ειδ. έκδ, 03/029, σ. 212) και 2546/80, της 2ας Οκτωβρίου 1980 (ABl. L 260, σ. 14).
Από τις διατάξεις της κανονιστικής αυτής ρυθμίσεως συνάγεται ότι ο μεταποιητής μπορεί να απαιτήσει την καταβολή της ενισχύσεως μόνον όταν οι κύριες και οι τροποποιητικές συμβάσεις, αφενός μεν, υπογράφηκαν, αφετέρου δε, διαβιβάστηκαν στους αρμόδιους εθνικούς οργανισμούς εντός των προθεσμιών που καθόρισε η Επιτροπή.
Δυνάμει του άρθρου 1 του κανονισμού 1530/78, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1348/80, οι συμβάσεις περί μεταποιήσεως πετροκερασιών και γλυκών κερασιών και οι ενδεχόμενες τροποποιητικές συμβάσεις θα έπρεπε να έχουν αντίστοιχα συναφθεί το αργότερο στις 10 και στις 30 Ιουλίου 1980. Λόγω της καθυστερήσεως στη συγκομιδή κερασιών το 1980, η οποία οφειλόταν σε δυσχερείς κλιματολογικές συνθήκες, δεν ήταν δυνατό να υπογραφούν έγκαιρα οι κύριες και οι τροποποιητικές συμβάσεις. Η Επιτροπή, με τον κανονισμό 1964/80 της 24ης Ιουλίου, παρέτεινε τις προθεσμίες υπογραφής των συμβάσεων και των τροποποιήσεων μέχρι τις 31 Ιουλίου και 15 Αυγούστου, αντίστοιχα.
Σύμφωνα με το άρ9ρο 2 του κανονισμού 1530/78, αντίγραφο της συμβάσεως, και ενδεχομένως των τροποποιήσεων της, έπρεπε να διαβιβαστεί στον εθνικό οργανισμό που είναι επιφορτισμένος με τη διαχείριση του συστήματος ενισχύσεων και με τον έλεγχο της πρώτης ύλης πριν από την εκτέλεση της συμβάσεως, «πριν από την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος τους», δηλαδή πριν από την πρώτη παράδοση της πρώτης όλης.
Λόγω των δυσχερειών που προαναφέρθηκαν, οι συμβάσεις που είχαν συναφΜ καθυστερημένα έπρεπε να εκτελεστούν αμέσως, γιατί υπήρχε κίνδυνος χειροτερεόσεως της ποιότητας της πρώτης ύλης. Λόγω των ειδικών αυτών συνθηκών, το άρθρο 2 του κανονισμού 1530/78 συμπληρώθηκε στις 2 Οκτωβρίου 1980 από τον κανονισμό 2546/80, ο οποίος ορίζει:
«Εντούτοις, για την περίοδο 1980-1981 οι συμβάσεις που έχουν συναφθεί για τα κεράσια δύνανται να διαβιβαστούν, ακόμη και μετά την έναρξη της ισχύος τους, στον αναφερθέντα οργανισμό το αργότερο στις 31 Ιουλίου 1980.»
Πραγματικά περιανανικά και όιαόικασία
Η επιχείρηση Meiko-Konservenfabrik, η οποία ασχολείται κυρίως με τη μεταποίηση φρούτων σε κονσέρβες, συνήψε στις 21 Ιουλίου 1980, συμβάσεις προμήθειας με παραγωγούς κερασιών. Στις 31 Ιουλίου 1980 υπέγραψε τροποποίηση των εν λόγω συμβάσεων.
Οι πρώτες ύλες παραδόθηκαν κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 23ης και 31ης Ιουλίου 1980' επειδή φοβόταν χειροτέρευση της ποιότητας, οφειλόμενη στις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε η συγκομιδή, η επιχείρηση Meiko προέβη αμέσως στη μεταποίηση των κερασιών.
Στηριζόμενη στα άρθρα 3α και 36 του κανονισμού 516/77 του Συμβουλίου, της 13ης Μαρτίου 1977, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1152/78, της 30ής Μαΐου 1978, η επιχείρηση Meiko ζήτησε από το Bundesamt für Ernährung und Forstwirtschaft να της καταβάλει, για το έτος 1980, ενίσχυση στην παραγωγή για 17785 χιλιόγραμμα γλυκών κερασιών, που προορίζονταν να διατηρηθούν σε σιρόπι.
Επειδή οι κύριες και τροποποιητικές συμβάσεις διαβιβάστηκαν καθυστερημένα στο Bundesamt, στο οποίο κοινοποιήθηκαν αντίστοιχα στις 7 και 19 Αυγούστου 1980, το Bundesamt, βάσει του άρθρου 1 του αναφερθέντος κανονισμού. 2546/80, με απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 1980 απέρριψε την αίτηση περί χορηγήσεως ενισχύσεως στην παραγωγή, την οποία επιβεβαίωσε στις 17 Νοεμβρίου 1980, με την απάντηση του στην ένσταση της επιχειρήσεως Meiko.
Ενόψει της αρνήσεως αυτής, η επιχείρηση Meiko άσκησε προσφυγή κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενης από το Bundesamt für Ernährung und Forstwirtschaft, ενώπιον του Verwaltungsgericht της Φραγκφούρτης (Main), το οποίο, με διάταξη της 3ης Αυγούστου 1982, αποφάσισε να αναβάλει την έκδοση οριστικής αποφάσεως, για να ζητήσει από το Δικαστήριο να εκδώσει προδικαστική απόφαση στο ακόλουθο ερώτημα:
«Αντιβαίνει το άρθρο 1 του κανονισμού ΕΟΚ 2546/80 της Επιτροπής, της 2ας Οκτωβρίου 1980 (ABl. L 260 της 3. 10. 1980, σ. 14), στις αρχές της αναλογικότητας και της ίσης μεταχειρίσεως, όταν ορίζει αναδρομικά προθεσμία — μέχρι την 31η Ιουλίου 1980 — εντός της οποίας θα έπρεπε να διαβιβαστούν στον αρμόδιο οργανισμό αντίγραφα των συναφθεισών συμβάσεων;»
Από το σκεπτικό της διατάξεως περί παραπομπής προκύπτει ότι το γερμανικό δικαστήριο, που αναφέρεται σε ορισμένες αποφάσεις του Δικαστηρίου, σχετικές με τις αρχές της αναλογικότητας και της ίσης μεταχειρίσεως, κρίνει ότι, ορίζοντας εκ των υστέρων την 31η Ιουλίου ως τελευταία ημέρα της προθεσμίας διαβιβάσεως των συμβάσεων, ο κανονισμός 2546/80, της 2ας Οκτωβρίου 1980, θεσπίζει αυθαίρετο μέτρο το οποίο, χωρίς αντικειμενικό λόγο, θέτει σε μειονεκτική θέση ορισμένη ομάδα επιχειρήσεων, μεταξύ των οποίων και την επιχείρηση Meiko, έναντι ανταγωνιστών οι οποίοι, ενώ μεταποίησαν τα εμπορεύματα αμέσως μετά την παράδοση, διαβίβασαν κατά τύχη τις συμβάσεις τους πριν από την 31η Ιουλίου.
Εξάλλου, το γερμανικό δικαστήριο φρονεί ότι η διάταξη αυτή, επειδή θεσπίζει γενικά κριτήρια, αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας, καθόσον δεν επιτρέπει την προσαρμογή της κυρώσεως, η οποία συνίσταται στην άρνηση καταβολής των ενισχύσεων, σε συμπεριφορά καταλογιστή στον ενδιαφερόμενο.
Η διάταξη περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Αυγούστου 1982.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Jörn Sack και την Christine Berardis-Kayser, μέλη της νομικής της υπηρεσίας. Με επιστολές της 29ης Σεπτεμβρίου 1982 και της 5ης Οκτωβρίου 1982 το Bundesamt für Ernährung und Forstwirtschaft και η γερμανική κυβέρνηση γνωστοποίησαν στο Δικαστήριο ότι δεν θα καταθέσουν γραπτές παρατηρήσεις.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο διέταξε, βάσει των άρθρων 21 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου και 45 του κανονισμού διαδικασίας, τη διεξαγωγή αποδείξεων.
Με επιστολή της 10ης Φεβρουαρίου 1983, ο γραμματέας του Δικαστηρίου ζήτησε από την κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας να απαντήσει εγγράφως, πριν από τις 4 Μαρτίου 1983, στα ακόλουθα ερο)τήματα:
«Με τον κανονισμό 2546/80, της 2ας Οκτοβρίου 1980 (ABI. L 260, σ. 14), η Επιτροπή όρισε την 31η Ιουλίου 1980 ως τελευταία ημέρα της προθεσμίας για τη διαβίβαση των συμβάσεων μεταποιήσεως κερασιών στους αρμόδιους εθνικούς οργανισμούς. Με τις γραπτές παρατηρήσεις της, που κατέθεσε στο Δικαστήριο, η Επιτροπή δήλωσε ότι, δεδομένου ότι επρόκειτο για εξαιρετική διάταξη που η θέσπιση της ζητήθηκε από τα κράτη μέλη «για να καθοριστεί αντικειμενικά εύλογη ημερομηνία, μπορούσε ουσιαστικά να βασιστεί μόνον στις πληροφορίες που της παρέσχαν τα κράτη μέλη σχετικά με την πραγματική κατάσταση που επικρατούσε, αντίστοιχα, στις χώρες τους. Για να επιλυθεί το πρόβλημα, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ζήτησε να καθοριστεί η 31η Ιουλίου» (γραπτές παρατηρήσεις, σ. 5, στο τέλος).
1.
Ποιοι είναι οι λόγοι για τους οποίους η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας πρότεινε να καθοριστεί η 31η Ιουλίου 1980 ως τελευταία ημέρα της προθεσμίας διαβιβάσεως των συμβάσεων μεταποιήσεως κερασιών στο Bundesamt für Ernährung und Forstwirtschaft;
2.
Υπάρχουν άλλες γερμανικές επιχειρήσεις, οι οποίες, όπως η Meiko-Konservenfabrik, δεν διαβίβασαν εμπρόθεσμα τις συμβάσεις μεταποιήσεως και οι οποίες, για το λόγο αυτόν, βρίσκονται στην ίδια κατάσταση που βρίσκεται και η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη;»
Με την ίδια επιστολή, ο γραμματέας, σύμφωνα με την επιθυμία του Δικαστηρίου, ζήτησε από τη γερμανική κυβέρνηση να διορίσει εκπρόσωπο ή να στείλει εμπειρογνώμονα στη δημόσια συνεδρίαση της 21ης Απριλίου 1983.
Η γερμανική κυβέρνηση κατέθεσε τις παρατηρήσεις της στις 3 Μαρτίου 1983. Με επιστολή της 4ης Μαρτίου 1983, η γερμανική κυβέρνηση γνωστοποίησε ότι στη δικάσιμο της 21ης Απριλίου 1983 Sa παρίστατο ο Ulrich Mass, Oberregierungsrat του γερμανικού υπουργείου τροφίμων, γεωργίας και δασών. Ενδεχομένως ο Mass θα επικουρείτο από έναν εκπρόσωπο του Bundesamt für Ernährung und Forstwirtschaft της Φραγκφούρτης (Main ).
Με διάταξη της 2ας Φεβρουαρίου 1983, το Δικαστήριο αποφάσισε, σύμφωνα με το άρθρο 95, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού διαδικασίας, να αναθέσει την υπόθεση στο τρίτο τμήμα.
II — Περίληψη των γραπτών παρατηρήσεων που κατέθεσε στο Δικαστήριο η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν είναι δυνατό να αμφισβητηθεί το κύρος του κανονισμού 2546/80 βάσει των αρχών της αναλογικότητας και της ίσης μεταχειρίσεως.
Όσον αφορά τη δήθεν παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, η Επιτροπή παρατηρεί ότι, ορίζοντας αναδρομικά την 31η Ιουλίου ως τελευταία ημέρα της προθεσμίας για τη διαβίβαση στον αρμόδιο εθνικό οργανισμό των συμβάσεων μεταποιήσεως, που ήδη είχαν αρχίσει να ισχύουν, ο κανονισμός 2546/80, της 2ας Οκτωβρίου 1980, επέτρεψε σε μεγάλο αριθμό επιχειρήσεων να λάβουν ενίσχυση, που δεν θα μπορούσαν να λάβουν υπό το καθεστώς του άρθρου 2 του κανονισμού 1530/78, το οποίο ίσχυε κατά την ημέρα συνάψεως των εν λόγω συμβάσεων.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η παρασχεθείσα κατ' αυτό τον τρόπο διευκόλυνση δεν περιέχει κανένα σφάλμα εκτιμήσεως εκ μέρους της, δεδομένου ότι, επειδή πρόκειται για εξαιρετική διάταξη, που η θέσπιση της ζητήθηκε από τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, μεταξύ των οποίων η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας που είχε ιδιαίτερες δυσχέρειες το 1980, η Επιτροπή δεν μπορούσε να καθορίσει αντικειμενικά εύλογη ημερομηνία, παρά βάσει των πληροφοριών που παρέσχαν τα κράτη αυτά για την πραγματική κατάσταση που αντίστοιχα επικρατούσε στις χώρες τους. Δεδομένου ότι η ίδια η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία ζήτησε να καταστεί δυνατή η διαβίβαση των κύριων και των τροποποιητικών συμβάσεων μεταποιήσεως στους εθνικούς οργανισμούς μετά την έναρξη της ισχύος τους και μέχρι την 31η Ιουλίου 1980, η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος, τουλάχιστον στη συγκεκριμένη περίπτωση, να παραταθούν οι προταθείσες προθεσμίες.
Η Επιτροπή θεωρεί, εξάλλου, ότι η ενδεχόμενη ελλιπής παρουσίαση των περιστατικών από τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη δεν είναι δυνατό να επιφέρει την ακυρότητα ενός κοινοτικού κανονισμού. Επ' αυτού του σημείου, η Επιτροπή τονίζει ότι, σύμφωνα με τηλετύπημα (επισυναπτόμενο στις γραπτές παρατηρήσεις), που της απεύθυνε το ομοσπονδιακό υπουργείο τροφίμων στο πλαίσιο προτάσεων τροποποιήσεως του κανονισμού 1530/78, το Bundesamt «γνώριζε εν πάση περιπτώσει από καιρό τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις». Επίσης, το γεγονός ότι ένας μικρός αριθμός αιτούντων δεν ελήφθη υπόψη από τις εθνικές αρχές και ότι η περίπτωση τους δεν γνωστοποιήθηκε στην Επιτροπή δεν είναι, κατ' αυτήν, δυνατό να οφείλεται σε παράβαση, από τον αμφισβητούμενο κανονισμό, της αρχής της αναλογικότητας.
Όσον αφορά την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, η Επιτροπή τονίζει ότι, εφόσον κατά την ημέρα της υπογραφής των συμβάσεων μεταποιήσεως ίσχυε ο κανονισμός 1530/78, όπως συμπληρώθηκε από τον κανονισμό 1964/80, δικαίως η Επιτροπή πίστευε ότι, ακόμη και αν οι επιχειρήσεις μεταποιήσεως δεν μπόρεσαν να συμμορφωθούν με τη διάταξη περί διαβιβάσεως των συμβάσεων πριν από την έναρξη της ισχύος τους, θα προέβαιναν στη διαβίβαση αυτή το αργότερο μέχρι την 31η Ιουλίου 1980, προκειμένου να συμμορφωθούν κατά το δυνατό με τις κανονιστικές διατάξεις του κανονισμού.
Κατά την Επιτροπή, το γεγονός ότι οι αιτούντες που απέστειλαν τις συμβάσεις τους πριν από την παρέλευση της προθεσμίας βρίσκονται σε πλεονεκτικότερη θέση απ' αυτούς που διαβίβασαν τις συμβάσεις τους μετά την 31η Ιουλίου 1980 αποτελεί αναπόφευκτη συνέπεια κάθε νομοθεσίας που θεσπίζει γενικά κριτήρια.
Η Επιτροπή προτείνει στο Δικαστήριο να δώσει την εξής απάντηση στο ερώτημα που έθεσε το Verwaltungsgericht της Φραγκφούρτης (Main ):
«Από την εξέταση του ερωτήματος που υποβλήθηκε δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος του κανονισμού (ΕΟΚ.) 2546/80 της Επιτροπής, της 2ας Οκτωβρίου 1980.»
III — Παρατηρήσεις που κατέθεσε η γερμανική κυβέρνηση σε απάντηση των ερωτήσεων του Δικαστηρίου
Απαντώντας στην πρώτη ερώτηση, που θέτει το ζήτημα για ποιους λόγους η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας πρότεινε να καθοριστεί η 31η Απριλίου ως τελευταία ημέρα της προθεσμίας διαβιβάσεως των συμβάσεων μεταποιήσεως κερασιών στο Bundesamt für Ernährung und Forstwirtschaft, η γερμανική κυβέρνηση τονίζει καταρχήν ότι η καθυστέρηση διαβιβάσεως των συμβάσεων που συνέβη το 1980 οφειλόταν κυρίως στο γεγονός ότι η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση περί ενισχύσεων στην παραγωγή κερασιών εφαρμόστηκε στη Γερμανία για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της εμπορικής περιόδου 1980-1981 και συνεπώς δεν υπήρχαν πρότυπα για την κατάρτιση των συμβάσεων. Προτείνοντας την 31η Ιουλίου 1980, η γερμανική κυβέρνηση έκρινε ότι η ημερομηνία αυτή ήταν εύλογη απο δύο πλευρές:
—
αφενός, συνέπιπτε με την τελευταία ημέρα της προθεσμίας υπογραφής των συμβάσεων μεταποιήσεως, που προβλεπόταν από τον κανονισμό της Επιτροπής 1964/80 της 24ης Ιουλίου 1980·
—
αφετέρου, η γερμανική κυβέρνηση πίστευε ότι οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις διέθεταν έτσι επαρκή χρόνο τόσο για να προσαρμοστούν στους νέους κανόνες όσο και για να λάβουν τα αναγκαία από πρακτικής απόψεως μέτρα.
Η γερμανική κυβέρνηση προσθέτει ότι, εφόσον το μόνο που επιθυμούσε ήταν μια εύλογη παρέκκλιση από την αρχή βάσει της οποίας οι συμβάσεις πρέπει να διαβιβάζονται στον αρμόδιο οργανισμό πριν από την έναρξη της ισχύος τους, πίστεψε ότι ήταν ενδεδειγμένο να επιλέξει μια εύλογη προθεσμία, χωρίς να αμφισβητηθεί η αρχή που θέτει το άρθρο 2 του κανονισμού 1530/78 της Επιτροπής.
Η γερμανική κυβέρνηση δίνει καταφατική απάντηση στη δεύτερη ερώτηση που αφορά το αν και άλλες γερμανικές επιχειρήσεις βρίσκονται στην ίδια κατάσταση με την επιχείρηση Meiko.
Η γερμανική κυβέρνηση δηλώνει ότι, από τις 207 συμβάσεις που διαβιβάστηκαν στο Bundesamt für Ernährung und Forstwirtschaft μετά την έναρξη της εκτελέσεως τους, μόνον 169 έτυχαν της εξαιρέσεως που θέσπισε η Επιτροπή με τον κανονισμό 2546/80, της 2ας Οκτωβρίου 1980. Επίσης, για τις 38 συμβάσεις μεταποιήσεως, που διαβιβάστηκαν μετά την 31η Ιουλίου 1980, δεν χορηγήθηκε η ενίσχυση στην παραγωγή.
IV — Προφορική διαδικασία
Η γερμανική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Ulrich Maass, Oberregierungsrat στο ομοσπονδιακό υπουργείο τροφίμων, γεωργίας και δασών, εμπειρογνώμονα, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την Christine Berardis-Kayser, αγόρευσαν κατά τη συνεδρίαση της 21ης Απριλίου 1983.
Η γενική εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 9ης Ιουνίου 1983.
Σκεπτικό
1
Με διάταξη της 3ης Αυγούστου 1982, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 23 Αυγούστου 1982, το Verwaltungsgericht της Φραγκφούρτης υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ, ερώτημα ως προς το κύρος του κανονισμού 2546/80 της Επιτροπής, της 2ας Οκτωβρίου 1980 (ABl. L 260, σ. 4), περί ενδέκατης τροποποιήσεως του κανονισμού 1530/78 περί καθορισμού λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος ενισχύσεως για ορισμένα μεταποιημένα προϊόντα με βάση τα οπωροκηπευτικά (ΕΕ ειδ. έκδ., 03/021, σ. 235).
2
Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της επιχειρήσεως Meiko-Konservenfabrik και του Bundesamt für Ernährung und Forstwirtschaft (Ομοσπονδιακής υπηρεσίας τροφίμων και δασοπονίας), Φραγκφούρτη, επειδή η ανωτέρω υπηρεσία αρνήθηκε, βασιζόμενη στον παραπάνω κανονισμό 2546/80, να καταβάλει στην ενδιαφερόμενη την ενίσχυση που είχε ζητήσει για τη μεταποίηση γλυκών κερασιών που προορίζονταν να διατηρηθούν σε σιρόπι.
3
Το αναφερθέν σύστημα ενισχύσεως θεσπίστηκε με τον κανονισμό 516/77 του Συμβουλίου, της 14ης Μαρτίου 1977, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των μεταποιημένων οπωροκηπευτικών (ΕΕ ειδ. έκδ., 03/017, σ. 226), που αναφέρονται στο παράρτημα Ια του ίδιου κανονισμού, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τους κανονισμούς του Συμβουλίου 1152/78, της 30ής Μαΐου 1978, (ΕΕ ειδ. έκδ., 03/021, σ. 94) και 1639/79, της 24ης Ιουλίου 1979 (ΕΕ ειδ. έκδ., 03/021, σ. 94) και 1639/79, της 24ης Ιουλίου 1979 (ΕΕ ειδ. έκδ., 03/021, σ. 94) και 1639/79, της 24ης Ιουλίου 1979 (ΕΕ ειδ. έκδ., 03/026, σ. 5).
4
Από το άρθρο 3α του κανονισμού του Συμβουλίου 516/77 και από τις αιτιολογικές σκέψεις 1 και 2 του κανονισμού του Συμβουλίου 1152/78 συνάγεται ότι το σύστημα ενισχύσεως λόγω παραγωγής μεταποιημένων προϊόντων με βάση τα οπωροκηπευτικά θεσπίστηκε με σκοπό να καταστήσει τα κοινοτικά αυτά προϊόντα περισσότερο ανταγωνιστικά απ' ό,τι τα προϊόντα των τρίτων χωρών, όπου το κόστος παραγωγής είναι αισθητά χαμηλότερο. Το εν λόγω σύστημα ενισχύσεως βασίζεται σε ένα σύστημα συμβάσεων, οι οποίες, αφενός, συνάπτονται μεταξύ παραγωγών και μεταποιητών οπωροκηπευτικών της Κοινότητας και, αφετέρου, εξασφαλίζουν τον κανονικό εφοδιασμό των βιομηχανιών μεταποιήσεως και συγχρόνως μια κατώτατη τιμή, πληρωτέα από τους μεταποιητές στους παραγωγούς. Ο κανονισμός 1639/79 του Συμβουλίου επέκτεινε το εν λόγω σύστημα ενισχύσεως στα πετροκέρασα και σ' άλλα γλυκά κεράσια, με σημείο ενάρξεως την περίοδο εμπορίας 1980-1981.
5
Σύμφωνα με τα άρθρα 3γ και 20 του κανονισμού 516/77 του Συμβουλίου, οι λεπτομέρειες εφαρμογής αυτού του συστήματος ενισχύσεων καθορίστηκαν με τον κανονισμό της Επιτροπής 1530/78 της 30ής Ιουνίου 1978, που τροποποιήθηκε με τους κανονισμούς της Επιτροπής 1348/80 της 30ής Μαΐου 1980 (ABI. L 135, σ. 66), 1964/80 της 24ης Ιουλίου 1980 (ΕΕ ειδ. έκδ., 03/029, σ. 212) και τον αναφερθέντα κανονισμό 2546/80, της 2ας Οκτωβρίου 1980.
6
Από τις διατάξεις της εν λόγω ρυθμίσεως συνάγεται καταρχήν ότι ο μεταποιητής μπορεί να απαιτήσει την καταβολή της ενισχύσεως μόνο αν οι κύριες και οι ενδεχόμενες τροποποιητικές συμβάσεις υπογράφηκαν εντός ορισμένων προθεσμιών που έταξε η Επιτροπή. Βάσει του κανονισμού 1348/80 της 30ής Μαΐου 1980, ως τελευταία ημέρα υπογραφής των συμβάσεων καθορίστηκε, για την περίοδο εμπορίας 1980-1981, η 10η Ιουλίου 1980. Επειδή, όμως, η συγκομιδή των πετροκερασιών και των άλλων γλυκών κερασιών καθυστέρησε το 1980, ο κανονισμός 1964/80, της 24ης Ιουλίου 1980, καθόρισε την 31η Ιουλίου 1980 ως τελευταία ημέρα της νέας προθεσμίας.
7
Το άρθρο 2 του κανονισμού 1530/78 της Επιτροπής θέτει δεύτερη προϋπόθεση για την καταβολή της ενισχύσεως, απαιτώντας να διαβιβάζεται αντίγραφο των συμβάσεων «πριν από την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος τους», δηλαδή πριν από την έναρξη παραδόσεως της πρώτης ύλης, στον εθνικό οργανισμό του τόπου μεταποιήσεως που είναι επιφορτισμένος με τη διαχείριση του συστήματος ενισχύσεων και με τον έλεγχο της πρώτης ύλης πριν από την εκτέλεση της συμβάσεως.
8
Φαίνεται ότι οι μετεωρολογικές συνθήκες, υπό τις οποίες έγινε η συγκομιδή του 1980, δυσκόλεψαν τους μεταποιητές να τηρήσουν τις προθεσμίες κοινοποιήσεως των συμβάσεων, οι οποίες είχαν ταχθεί με το άρθρο 2 του κανονισμού 1530/78. Ενόψει των δυσκολιών αυτών και αφού η Επιτροπή δέχτηκε να λάβει υπόψη την εξαιρετική αυτή κατάσταση, συμπλήρωσε το άρθρο 2 του κανονισμού 1530/78 με τον κανονισμό 2546/80 της 2ας Οκτωβρίου 1980, του οποίου το άρθρο 1 ορίζει ότι:
«Για την περίοδο εμπορίας 1980-1981 όμως οι συμβάσεις που συνάπτονται για τα κεράσια μπορούν να διαβιβαστούν, ακόμη και μετά από την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος τους, στον αναφερθέντα οργανισμό, το αργότερο στις 31 Ιουλίου 1980.»
9
Βάσει της προαναφερθείσας διατάξεως και λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι οι κύριες και οι τροποποιητικές συμβάσεις που συνήψε η επιχείρηση Meiko στις 21 και 31 Ιουλίου 1980 του διαβιβάστηκαν αντίστοιχα στις 7 και 19 Αυγούστου 1980, το Bundesamt für Ernährung und Forstwirtschaft απέρριψε την αίτηση χορηγήσεως ενισχύσεως που υπέβαλε η επιχείρηση Meiko.
10
Το εθνικό δικαστήριο, στο οποίο προσέφυγε η επιχείρηση Meiko, ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί, βάσει του άρθρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ, επί του ακόλουθου ερωτήματος:
«Αντιβαίνει το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2546/80 της Επιτροπής, της 2ας Οκτωβρίου 1980 (ABl. L 260 της 3ης Οκτωβρίου 1980, σ. 14), στις αρχές της αναλογικότητας και της ίσης μεταχειρίσεως, όταν ορίζει αναδρομικά προθεσμία — μέχρι την 31η Ιουλίου 1980 — εντός της οποίας θα έπρεπε να διαβιβαστούν στον αρμόδιο οργανισμό αντίγραφα των συναφθεισών συμβάσεων;»
11
Από τη διατύπωση που χρησιμοποίησε το εθνικό δικαστήριο συνάγεται ότι το προδικαστικό ερώτημα στην ουσία αφορά το κύρος των διατάξεων του άρθρου 1 του κανονισμού 2546/80 της 2ας Οκτωβρίου 1980 σε σχέση προς τις γενικές αρχές του δικαίου, την τήρηση των οποίων εξασφαλίζει το Δικαστήριο.
12
Όπως έκρινε το Δικαστήριο με τις αποφάσεις του της 25ης Ιανουαρίου 1979, Račke (98/78, Sig. σ. 69) και Decker (99/78, Sig. σ. 101), κατά κανόνα, αντιβαίνει στην αρχή της ασφάλειας του δικαίου να καθορίζεται ως έναρξη ισχύος μιας κοινοτικής πράξεως ημερομηνία προηγούμενη της δημοσιεύσεως της. Αυτό μπορεί να συμβεί, κατ' εξαίρεση, όταν το απαιτεί ο επιδιωκόμενος σκοπός και όταν έχει δεόντως ληφθεί υπόψη η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων.
13
Η τήρηση της γενικής αυτής αρχής του δικαίου απαιτεί την εξέταση της καταστάσεως που επρόκειτο να ρυθμιστεί με τον κανονισμό 2546/80, σε σχέση προς τους κανόνες δικαίου που ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο. Υπενθυμίζεται σχετικά ότι, κατά το χρόνο που οι ενδιαφερόμενοι συνήψαν τις συμβάσεις, η χορήγηση της ενισχύσεως εξηρτάτο από την τήρηση των δύο προϋποθέσεων που είχαν τεθεί με τους κανονισμούς 1530/78, της 30ής Ιουνίου 1978, και 1964/80, της 24ης Ιουλίου 1980, δηλαδή από την υπογραφή των συμβάσεων το αργότερο στις 31 Ιουλίου 1980 και από τη διαβίβαση τους στον αρμόδιο εθνικό οργανισμό πριν από την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος τους. Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι μεταποιητές που περίμεναν επιτρεπτώς την 31η Ιουλίου 1980, τελευταία ημέρα της προθεσμίας, για να υπογράψουν τη σύμβαση τους, δεν ήταν δυνατό να διαβιβάσουν τα έγγραφα την ίδια μέρα, σύμφωνα με τη νέα απαίτηση του κανονισμού 2546/80 της 2ας Οκτωβρίου 1980.
14
Πρέπει, επίσης να γίνει δεκτό ότι, εξαρτώντας, εκ των υστέρων, τη χορήγηση της ενισχύσεως από τη διαβίβαση των συμβάσεων το αργότερο στις 31 Ιουλίου 1980, η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των ενδιαφερομένων, οι οποίοι, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων που ίσχυαν κατά το χρόνο συνάψεως των συμβάσεων, δεν ήταν δυνατό να αναμένουν εύλογα ότι θα απαιτείτο απ' αυτούς μεταγενέστερα να έχουν τηρήσει την προθεσμία διαβιβάσεως των εν λόγω συμβάσεων, της οποίας η τελευταία ημέρα συμπίπτει με την τελευταία ημέρα της προθεσμίας υπογραφής τους.
15
Επιβάλλεται, εξάλλου, η διαπίστωση ότι η Επιτροπή παραβίασε επίσης την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των μεταποιητών πετροκερασιών και άλλων γλυκών κερασιών, στους οποίους, βάσει του κανονισμού 2546/80, η ενίσχυση χορηγήθηκε μόνο κατά τύχη, η οποία οφείλεται στο γεγονός ότι οι συμβάσεις υπογράφηκαν σχετικά εσπευσμένα και κοινοποιήθηκαν σχετικά γρήγορα. Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, εξάλλου, ότι επί 207 συμβάσεων που υποβλήθηκαν στο Bundesamt für Ernährung und Forstwirtschaft, για τις 38 δεν χορηγήθηκε ενίσχυση επειδή δεν είχαν διαβιβαστεί στις 31 Ιουλίου 1980.
16
Βέβαια όπως ισχυρίστηκε η Επιτροπή ενώπιον του Δικαστηρίου, ο επίδικος κανονισμός επέτρεψε να χορηγηθεί ενίσχυση σε μεγάλο αριθμό επιχειρήσεων, οι οποίες δεν θα μπορούσαν να τύχουν της ενισχύσεως αυτής βάσει της ρυθμίσεως του άρθρου 2 του κανονισμού 1530/78, που ίσχυε κατά το χρόνο της συνάψεως των συμβάσεων. Είναι επίσης αληθές ότι η Επιτροπή δεν είχε καμία υποχρέωση να τροποποιήσει αναδρομικά τον κανονισμό 1530/78.
17
Επιβάλλεται όμως η παρατήρηση ότι, κατά το μέτρο που η Επιτροπή δέχτηκε να λάβει υπόψη τις δυσκολίες των μεταποιητών και να απαμβλόνει τις συνέπειες τους, όφειλε να θεσπίσει τις απαραίτητες διατάξεις τηρώντας τις αρχές της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ίσης μεταχειρίσεως των ενδιαφερομένων.
18
Σχετικά, η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι, θεσπίζοντας τον επίδικο κανονισμό, έλαβε υπόψη τις επιθυμίες που εξέφρασαν τα κράτη μέλη και ότι, αφού επρόκειτο να θεσπίσει εξαιρετική διάταξη, την οποία ζήτησε κυρίως η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, δεν υπήρχε αντικειμενικός λόγος να παρατείνει τις προθεσμίες που πρότειναν οι ίδιες οι γερμανικές αρχές.
19
Μολονότι είναι αληθές ότι η στάση των γερμανικών αρχών συνέβαλε στη δημιουργία της επίδικης διαφοράς, αφού προφανώς αυτές πρότειναν την 31η Ιουλίου 1980 ως τελευταία ημέρα της προθεσμίας, χωρίς να έχουν προβεί σε εξαντλητική μελέτη των εκκρεμουσών αιτήσεων, αυτό και μόνο το γεγονός δεν αρκεί για να καταστήσει έγκυρο τον κανονισμό 2546/80. Πράγματι, η Επιτροπή όφειλε να εξακριβώσει αν η ημερομηνία που πρότειναν οι γερμανικές αρχές συμβιβαζόταν με τους κανονισμούς που είχε εκδώσει η ίδια προηγουμένως.
20
Βάσει των παραπάνω σκέψεων, στο ερώτημα που υπέβαλε το Verwaltungsgericht της Φραγκφούρτης προσήκει η απάντηση ότι το άρθρο 1 του κανονισμού 2546/80 της Επιτροπής, της 2ας Οκτωβρίου 1980, είναι άκυρο, καθόσον μ' αυτό καθορίστηκε η 31η Ιουλίου 1980 ως τελευταία ημέρα της προθεσμίας, εντός της οποίας οι συναφθείσες συμβάσεις έπρεπε να είχαν διαβιβαστεί στον αρμόδιο εθνικό οργανισμό.
Επί των δικαστικών εξόδων
21
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίποντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε το Verwaltungsgericht της Φραγκφούρτης, με διάταξη της 3ης Αυγούστου 1982, αποφαίνεται:
Το άρθρο 1 του κανονισμού 2546/80 της Επιτροπής, της 2ας Οκτωβρίου 1980, είναι άκυρο καθόσον μ' αυτό καθορίστηκε η 31η Ιουλίου 1980 ως τελευταία ημέρα της προθεσμίας, εντός της οποίας οι συναφθείσες συμβάσεις έπρεπε να είχαν διαβιβαστεί στον αρμόδιο εθνικό οργανισμό.
Everling
Galmot
Κακούρης
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 14 Ιουλίου 1983.
Κατ' εντολή του γραμματέα
Η. Α. Rühi
Κύριος υπάλληλος διοικήσεως
Ο πρόεδρος του τρίτου τμήματος
U. Everling
Full & Egal Universal Law Academy