Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 228 και 229/82,
Ford of Europe Incorporated, με έδρα το Wilmington (County of Newcastle), Delaware (ΗΠΑ),
και
Ford-Werke Aktiengesellschaft, με έδρα την Κολωνία (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας),
αμφότερες εκπροσωπούμενες από τους J. Lever Q. C, και Ch. Vajda, μέλη του Gray's Inn, Λονδίνο, κατόπιν παραγγελίας του P. G. Η. Collins, solicitor Λονδίνου, και από τον Ρ. Sambuc, δικηγόρο του δικηγορικού γραφείου Boden, Oppenhoff & Schneider της 'Κολωνίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο J.-C. Wolter, 2, rue Goethe,
προσφεύγουσες,
υποστηριζόμενες από τις εταιρείες
James Α. Laidlaw (Holdings) Limited, με έδρα το Εδιμβούργο (Σκοτία), εκπροσωπούμενη από τους P. L. Ο. Leaver κατ Durrant Piesse, solicitors Λονδίνου,
και
Stormont Limited, με έδρα το Kent (Αγγλία), εκπροσωπούμενη από τους P. L. Ο. Leaver και Travers Smith, Braithwaite & Co., solicitors Λονδίνου,
αμφότερες με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Ε. Arendt, 34 Β, rue Philippe-Il,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από το νομικό της σύμβουλο John Temple Lang, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Ο. Montako, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
υποστηριζομενης από το
Bureau européen des unions de consommateurs (BEUC), με έδρα τις Βρυξέλλες, εκπροσωπούμενο από τον Stanley Α. Crossick, solicitor του Supreme Court Αγγλίας και Ουαλίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο E. Arendt, 34 Β, rue Philippe-II,
που έχουν ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, της 18ης Αυγούστου 1982, περί διαδικασίας σύμφωνα με το άρθρο 85 της συνθήκης ΕΟΚ (IV/30.696 Σύστημα διανομής των Ford-Werke AG — Προσωρινά μέτρα), η οποία έχει δημοσιευτεί στην ΕΕ L 256, σ. 20,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους J. Menens de Wilman, πρόεδρο, Τ. Koopmans, Κ. Bahlmann και Y. Galmot, προέδρους τμήματος, P. Pescatore, Mackenzie Stuart, G. Bosco, O. Due και U. Everling, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Sir Gordon Slynn
γραμματέας: P. Heim
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
Περιστατικά
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Α — Ο όμιλος Ford και τα μέλη του
Β — Η κατασκευή και η εμπορία αυτοκινήτων Ford στην Ευρώπη
Γ — Οι δραστηριότητες των προσφευγουσών εντός του ομίλου Ford
Δ — Η κίνηση της διαδικασίας
Ε — Η επίδικη απόφαση
ΣΤ — Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
II — Αιτήματα των διαδίκων
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Εισαγωγή
Α — Επί του παραδεκτού της προσφυγής (υπό9. 228/82)
1. Τα επιχειρήματα της Επιτροπής
2. Τα επιχειρήματα της Ford of Europe Inc
Β — Επί της ουσίας
Επί του πρώτου λόγου
i) Τα επιχειρήματα των προσφευγουσών
ii) Τα επιχειρήματα της Επιτροπής
Επί του δευτέρου λόγου
i) Τα επιχειρήματα των προσφευγουσών
ii) Τα επιχειρήματα της Επιτροπής
Επί του τρίτου λόγου
i) Τα επιχειρήματα των προσφευγουσών
ii) Τα επιχειρήματα της Επιτροπής
Οι παρατηρήσεις των παρεμβαινόντων διαδίκων
1. Οι παρατηρήσεις του Bureau européen des consommateurs
2. Οι παρατηρήσεις των εταιρειών Stormont Limited και James Α. Laidlaw (Holdings) Limited
IV — Προφορική διαδικασία
Σκεπτικό
Σκεπτικό
Επί του παραδεκτού
Επί της ουσίας
Επί των δικαστικών εξόδων
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, η εξέλιξη της διαδικασίας, τα αιτήματα, οι λόγοι και τα επιχειρήματα των διαδίκων συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Α — Ο όμιλος Ford και τα μέλη του
1.
Η προσφεύγουσα στην υπόθεση 228/82, Ford of Europe Incorporated (εφεξής ονομαζόμενη Ford of Europe), είναι εταιρεία η οποία έχει συσταθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και είναι εγκατεστημένη στο Ηνωμένο Βασίλειο, το Βέλγιο και στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Είναι θυγατρική της Ford Motor Company.
2.
Άλλες θυγατρικές της Ford Motor company είναι η προσφεύγουσα στην υπόθεση 229/82, δηλαδή η Ford-Werke Aktiengesellschaft (εφεξής ονομαζόμενη Ford AG), η οποία είναι εταιρεία γερμανικού δικαίου, η Ford Motor Company Limited (εφεξής ονομαζόμενη Ford Britain) και η Henry Ford & Son Limited (εφεξής ονομαζόμενη Ford Ireland).
3.
Στις υπό κρίση υποθέσεις οι ευρωπαϊκές θυγατρικές εταιρείες της Ford Motor Company σημειώνονται υπό τον όρο «ο όμιλος Ford».
4.
Ο όμιλος Ford κατασκευάζει και παραδίδει επιβατικά και άλλα οχήματα. Είναι βέβαιο ότι ούτε ο όμιλος Ford ούτε οιοδήποτε από τα μέλη του κατέχει δεσπόζουσα θέση στην πώληση αυτοκινήτων εντός της κοινής αγοράς.
Β — Η κατασκευή και η εμπορία αυτοκινήτων Ford οτην Ευρώπη
1.
Στην Ευρώπη, τα αυτοκίνητα Ford κατασκευάζονται στο Ηνωμένο Βασίλειο από την Ford Britain, στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και στο Βέλγιο από την Ford AG και στην Ισπανία από την Ford España.
2.
Σε κάθε ευρωπαϊκή χώρα, με εξαίρεση το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, η εμπορία των αυτοκινήτων Ford διεξάγεται από μια εταιρεία του ομίλου Ford, η οποία έχει την ευθύνη της αγοράς εντός του γεωγραφικού αυτού χώρου. Στην περίπτωση του Μεγάλου Δουκάτου, η εμπορία διεξάγεται από την εταιρεία Ford Motor Company (Belgique) NV. Από την άλλη πλευρά, η μεν Ford Britain έχει την ευ9ύνη της εμπορίας στο Ηνωμένο Βασίλειο η δε Ford AG στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.
Κάθε εταιρεία εμπορίας καταρτίζει το δικό της πρόγραμμα πωλήσεως και το δικό της δίκτυο διανομής.
Γ — Οι δραοτηριότητες των προοφευ-γουοών εντός του ομίλου Ford
1.
Η Ford of Europe συντονίζει την κατανομή των οικονομικών δραστηριοτήτων όπως, παραδείγματος χάρη, την κατασκευή Kat την πώληση αυτοκινήτων μεταξύ των εταιρειών του ομίλου Ford.
2.
Αντίθετα, η Ford AG κατασκευάζει αυτοκίνητα Ford και είναι επίσης επιφορτισμένη με την πώληση αυτοκινήτων στην αγορά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
2.1.
Η Ford AG ως κατασκευάστρια εταιρεία, εκτός του ότι διασφαλίζει την παραγωγή προς ικανοποίηση μέρους των δικών της αναγκών ως εταιρείας εμπορίας του ομίλου Ford στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, είναι επιφορτισμένη με την κατασκευή αυτοκινήτων τα οποία προορίζονται για εξαγωγή κυρίως προς ορισμένα κράτη μέλη όπου η εμπορία τους διεξάγεται από άλλες επιχειρήσεις του ομίλου. Η Ford AG παράγει κανονικά ταυτόχρονα αυτοκίνητα αριστερής διευθύνσεως (εφεξής ονομαζόμενα αυτοκίνητα ΑΔ) και αυτοκίνητα δεξιάς διευθύνσεως (εφεξής ονομαζόμενα αυτοκίνητα ΔΔ), τα τελευταία δε αυτά ανταποκρίνονται στις βρετανικές και στις γερμανικές προδιαγραφές. Οι διαφορές στις προδιαγραφές των αυτοκινήτων ΔΔ είναι μικρής σημασίας και αφορούν ουσιαστικά το σύστημα φώτων και την ένδειξη της ταχύτητας στο ταχύμετρο των αυτοκινήτων. Η Ford AG κατασκευάζει και πωλεί απευθείας στην Ford Britain και στην Ford Ireland αυτοκίνητα ΔΔ για να διατεθούν στο εμπόριο στο Ηνωμένο Βασίλειο και στην Ιρλανδία. Οι πωλήσεις της Ford AG προς τη Ford Britain αντιπροσωπεύουν σημαντικό ποσοστό της παραγωγής της.
2.2.
Οι δραστηριότητες της Ford AG ως εταιρείας πωλήσεων μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως:
2.2.1.
Στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας η Ford AG καταρτίζει το δικό της πρόγραμμα πωλήσεων το οποίο είναι διαμορφωμένο για να ανταποκρίνεται κυρίως στις ανάγκες της Εσωτερικής αγοράς. Οι παραγγελίες των αυτοκινήτων διενεργούνται στο πλαίσιο του συστήματος της Ford AG το οποίο ονομάζεται «Regular Production Ordering».
2.2.2.
Για να αντιμετωπίσει τις ειδικές παραγγελίες οι οποίες δεν εντάσσονται, κατά τις προσφεύγουσες, στο πρόγραμμα πωλήσεων, η Ford AG καθιέρωσε δύο συστήματα ειδικών παραγγελιών:
α)
το «Special Vehicle Order System» (εφεξής ονομαζόμενο σύστημα SVO), το οποίο παρέχει τη δυνατότητα στους διανομείς και στους άλλους πελάτες να παραγγέλλουν αυτοκίνητα με ειδικές προδιαγραφές. Παραδείγματος χάρη, η Ford AG, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν από τις γερμανικές αστυνομικές δυνάμεις, παρέδωσε μεγάλο αριθμό αυτοκινήτων τέτοιων που να ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές της αστυνομίας οι οποίες δεν περιλαμβάνονται σε κανένα μέρος του προγράμματός της κατασκευής.
β)
Στο πλαίσιο επίσης του «Visit Europe Plan», η Ford AG παρέδωσε αυτοκίνητα, τα οποία δεν περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα πωλήσεών της για τη γερμανική αγορά, σε άτομα που διαμένουν προσωρινά στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία, όπως παραδείγματος χάρη σε διπλωμάτες και σε προσωπικό πρεσβειών.
2.2.3.
Για την πραγματοποίηση του προγράμματος πωλήσεων στη γερμανική αγορά, η Ford AG καθιέρωσε ένα σύστημα επιλεκτικής διανομής υπό τη μορφή ενός «Haupthändler-Vertrag» που τη συνδέει με τους γερμανούς διανομείς της. 'Οπως αναφέρεται παρακάτω, η σύμβαση' αυτή κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή το 1976.
2.2.4.
Μέχρι την 1η Μαΐου 1982, στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας πωλήθηκαν επίσης ορισμένα αυτοκίνητα ΔΔ με προδιαγραφές είτε βρετανικές είτε γερμανικές.
Δ — Η κίνηση της διαδικασίας
1.
Στις 14 Μαΐου 1976, σύμφωνα με το άρθρο 4. του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962 (ΕΕ, ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25, εφεξής ο κανονισμός αριθ. 17), η Ford AG κοινοποίησε το προαναφερθέν σύστημα επιλεκτικής διανομής, δηλαδή το «Haupthändler-Vertrag», στην Επιτροπή. Η σύμβαση κοινοποιήθηκε προκειμένου να της χορηγηθεί η υπό την έννοια του άρθρου 2 του κανονισμού 17 αρνητική πιστοποίηση ή, επικουρικώς, η υπό την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 3, της συνθήκης ΕΟΚ απαλλαγή. Παρά τις έκτοτε επαφές μεταξύ της Ford AG και της Επιτροπής, μέχρι το Μάιο του 1982η Επιτροπή δεν είχε λάβει ακόμη ρητή απόφαση για τη σύμβαση αυτή.
2.
Με εγκύκλιο της 27ης Απριλίου 1982, η Ford AG ανήγγειλε στους γερμανούς διανομείς Ford ότι από την 1η Μαΐου 1982 δεν θα δεχόταν πλέον παραγγελίες αυτοκινήτων ΔΔ που θα της διαβίβαζαν οι διανομείς και ότι το «Visit Europe Plan» διατηρείται μόνο για αυτοκίνητα ΔΔ. Οι παραγγελίες αυτοκινήτων ΔΔ για τουρίστες, διπλωμάτες και ταξιδεύοντες για επαγγελματικούς λόγους έπρεπε στο εξής να παραλαμβάνονται από μια θυγατρική εταιρεία της Ford Britain, δηλαδή από τη Ford Personal Import/Export Limited, η οποία εδρεύει στο Λονδίνο.
3.
Κατόπιν της εγκυκλίου αυτής, η Επιτροπή αποφάσισε «να κινήσει κατά της Ford,AG στις 2 Ιουλίου 1982 τη βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 17 διαδικασία» και αυθημερόν απηύθυνε στην Ford AG ανακοίνωση των σχετικών αιτιάσεων. Στην ανακοίνωση αυτή η Επιτροπή τόνισε τα ακόλουθα:
«Ενόψει της σπουδαιότητας και του επείγοντος της υποθέσεως, η Επιτροπή σκοπεύει να λάβει προσωρινή απόφαση με την οποία η Ford AG να εντέλλεται να αποσύρει την εγκύκλιο της 27ης Απριλίου 1982 που έχει αποστείλει στους γερμανούς διανομείς Ford και στη σειρά των προϊόντων πού προσφέρονται από την εταιρεία αυτή να επανασυμπεριλάβει τα αυτοκίνητα δεξιάς διεύθυνσης. Μετά τη βάσει της προσωρινής διαδικασίας απόφαση, προβλέπεται ότιη Επιτροπή θα αποφασίσει οριστικά στο πλαίσιο της κύριας διαδικασίας ότι'το σύστημα διανομής που εφαρμόζεται από τη Ford AG αντιβαίνει στο άρθρο 85, παράγραφος 1, της συνθήκης ΕΟΚ και ότι δεν μπορεί να τύχει απαλλαγής βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 3, της συνθήκης ΕΟΚ.»
4.
Κατόπιν ακροάσεως των ενδιαφερομένων στις 23 Ιουλίου 1982, η Επιτροπή, αφού ενημέρωσε τη Συμβουλευτική Επιτροπή Συμπράξεων και Δεσποζουσών Θέσεων, έλαβε την απόφαση IV/30.696 υπό τον τίτλο: «Σύστημα διανομής Ford-Werke AG — Προσωρινά μέτρα (ΕΕ L 256, σ. 20)», η οποία προσβάλλεται με τις παρούσες προσφυγές.
Ε — Η επίοικη απόφαοη
1.
Με την προαναφερθείσα απόφαση της 18ης Αυγούστου 1982, η Επιτροπή αποφάσισε:
«Άρθρο 1
Στη Ford-Werke AG επιβάλλεται η υποχρέωση
α)
να ανακαλέσει την εγκύκλιο της 27ης Απριλίου 1982 προς τους γερμανούς μεταπωλητές (διανομείς),
6)
να πληροφορήσει τους γερμανούς μεταπωλητές της Ford ότι τα αυτοκίνητα οχήματα δεξιάς διευθύνσεως εξακολουθούν να αποτελούν μέρος του συμβατικού προγράμματος προμηθειών της Ford AG,
εντός δέκα ημερών από την ημερομηνία κοινοποιήσεως της παρούσας αποφάσεως.
Η Ford AG οφείλει να παραλείψει στο μέλλον πράξεις που μπορούν να έχουν το ίδιο αποτέλεσμα με την εγκύκλιο.
Αρθρο 2
Για κάθε μέρα καθυστερήσεως, όσον αφορά τα μέτρα που ορίζονται στο άρθρο 1, επιβάλλεται στην Ford AG πρόστιμο 1000 ECU.
Άρθρο 3
Η παρούσα απόφαση ισχύει ως την έκδοση αποφάσεως που 8α περατώσει οριστικά τη διαδικασία.
...»
2.
Στις αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεως η Επιτροπή έκρινε μεταξύ άλλων:
«Πραγματικά περιστατικά
...
1.
Η εταιρεία Ford-Werke AG εφαρμόζει στη Γερμανία σύστημα διανομής που βασίζεται στη σύμβαση κυρίου (εμπορικού) αντιπρόσωπου η οποία έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή στις 14 Μαΐου 1976...
2.
Οι κύριες διατάξεις που προβλέπονται από την παρούσα διαδικασία είναι οι διατάξεις της συμβάσεως κυρίου [εμπορικού] αντιπρόσωπου που αφορούν το πρόγραμμα πωλήσεων της Ford AG καθώς και τα δικαιώματα διανομής που παρέχονται στους αποκλειστικούς αντιπρόσωπους της Ford. Οι σχετικές διατάξεις αυτές έχουν ως εξής (πρόκειται για μετάφραση από τα γερμανικά):
Άρθρο 1, παράγραφος 1
“Με τη λέξη προϊόντα, νοούνται όλα τα σχήματα και όλα τα αρχικά μέρη [ανταλλακτικά] του ίδιου εργοστασίου-όπως ορίζονται παρακάτω — καθώς και τα αμαξώματα και τα λοιπά εξαρτήματα οχημάτων που αναφέρονται στο πρόγραμμα παραδόσεως της εταιρείας. Τα υπόλοιπα προϊόντα που αναφέρονται στο πρόγραμμα παραδόσεως αποτελούν αντικείμενο ανεξάρτητων συμβάσεων και δεν εμπίπτουν στην έννοια προϊόντα που χρησιμοποιείται στη σύμβαση αυτή.”
Άρθρο 1, παράγραφος 2
“Με τη λέξη οχήματα νοούνται οι συνηθισμένες σειρές όλων των επιβατικών αυτοκινήτων, [ελαφρών] επαγγελματικών αυτοκινήτων μικρού μήκους και βασικά πλαίσια που αναφέρονται στο παράρτημα 1 της παρούσας συμβάσεως κυρίου εμπορικού αντιπρόσωπου.”
...
Άρθρο 2, παράγραφος 1
“Η εταιρεία αναλαμβάνει την υποχρέωση να πωλεί τα προϊόντα της στον κύριο εμπορικό αντιπρόσωπο. Ο κύριος [εμπορικός] αντιπρόσωπος αναλαμβάνει την υποχρέωση να πωλεί τα προϊόντα αυτά στους τελικούς καταναλωτές ή στους μεταπωλητές.
α)
Ο κύριος εμπορικός αντιπρόσωπος έχει το δικαίωμα να πωλεί οχήματα στους τελικούς καταναλωτές, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του αν είναι ή όχι εγκατεστημένοι στην περιοχή του...
β)
Ο κύριος εμπορικός αντιπρόσωπος έχει το δικαίωμα να πωλεί σε δίκτυο διανομής του και σε άλλους κύριους αντιπροσώπους οχήματα για μεταπώληση επίσης σε μεταπωλητές οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι σε άλλη χώρα της ΕΟΚ καν είναι εξουσιοδοτημένοι από εταιρεία Konzern να πωλούν τέτοιου είδους οχήματα...”
...
17.
Κατά τη συνεδρίαση της 23ης Ιουλίου 1982, οι επιχειρήσεις του ομίλου Ford δήλωσαν χωρίς περιστροφές ότι στόχος της διακοπής των πωλήσεων οχημάτων δεξιάς διευθύνσεως στην ηπειρωτική Ευρώπη ήταν να διατηρηθεί το επίπεδο τιμών των νέων αυτοκινήτων Ford στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η απεριόριστη δυνατότητα πραγματοποιήσεως παράλληλων εισαγωγών θα προκαλούσε σοβαρή μείωση των εσόδων, ιδίως της Ford Britain αλλά και της Ford AG. Στην περίπτωση αυτή η μείωση θα οφειλόταν στο ότι οι τιμές που η Ford AG θα τιμολογούσε στη Ford Britain θα ήταν υψηλότερες από τις τιμές που τιμολογούνται στους γερμανούς διανομείς
...
Η Ford AG δήλωσε στην Επιτροπή ότι σε περίπτωση που θα ληφθούν προσωρινά μέτρα, η εταιρεία θα αναγκαστεί για οικονομικούς λόγους να καθορίσει τις τιμές στη Γερμανία οχημάτων δεξιάς διευθύνσεως κατά τέτοιο τρόπο που να μη συμφέρουν οι παράλληλες εξαγωγές προς το Ηνωμένο Βασίλειο.
...
21.
To Bureau européen des unions des consommateurs (BEUC) ζήτησε από την Επιτροπή στις 12 Μαΐου 1982 να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπεται από το άρθρο 3 του κανονισμού 17 κατά τεσσάρων κατασκευαστών αυτοκινήτων μεταξύ των οποίων και η Ford AG.
...»
3.
Η Επιτροπή δηλώνει στην απόφασή της ότι αυτή εκδόθηκε «έχοντας υπόψη τον κανονισμό 17..., και ιδίως το άρθρο 3, παράγραφος 1, και το άρθρο 6, παράγραφος 1». Η Επιτροπή επιπλέον υπογραμμίζει ότι η απόφαση συνιστά προσωρινό και πρόσκαιρο μέτρο το οποίο δεν προδικάζει την απόφαση που θα λάβει η Επιτροπή για την παύση της παραβάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 17. Η απόφαση περί προσωρινών μέτρων δεν διαπιστώνει καμιά παράβαση αλλά απλώς σημειώνει ότι είναι πολύ πιθανή η ύπαρξη παραβάσεως. Η απόφαση στηρίζεται στη σκέψη ότι είναι σφόδρα πιθανό ότι το Haupthändler-Vertrag αντιβαίνει στις απαγορεύσεις του άρθρου 85, παράγραφος 1, και ότι, επομένως, λόγω των μέτρων που περιέχονται στην προαναφερθείσα εγκύκλιο της 27ης Απριλίου 1983, δεν μπορεί να τύχει απαλλαγής υπό την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 3. Σημειώνεται ότι η απόφαση αυτή, όπως έχει ήδη αναφερθεί στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, συνιστά αναλογική εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 3, στοιχείο δ), του κανονισμού 17.
4.
Η απόφαση κοινοποιήθηκε στη Ford AG στις 27 Αυγούστου 1982.
ΕΤ — Η διαδικασία ενώπιον του Δικα-οτηρίου
1.
Με δικόγραφα που κατατέθηκαν στη γραμματεία που Δικαστηρίου στις 3 Σεπτεμβρίου 1982, οι προσφεύγουσες Ford of Europe και Ford AG άσκησαν δύο προσφυγές με αμφότερες τις οποίες ζητούν την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της 18ης Αυγούστου 1982.
2.
Με ξεχωριστά δικόγραφα, τα οποία κατατέθηκαν στη γραμματεία ίου Δικαστηρίου την ίδια μέρα, οι προσφεύγουσες υπέβαλαν, κατ' εφαρμογή του άρθρου 185 της συνθήκης ΕΟΚ και του άρθρου 83, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας, δύο αιτήσεις περί αναστολής της εκτελέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
3.
Μετά από ακρόαση των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση επί των ασφαλιστικών μέτρων στις 23 Σεπτεμβρίου 1982, ο πρόεδρος του Δικαστηρίου, με διάταξη της 29ης Σεπτεμβρίου 1982, διέταξε:
α)
την αναστολή εκτελέσεως του άρθρου 1 της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά το μέτρο που υποχρεώνει τη Ford-Werke να παραδίδει, είτε απευθείας είτε μέσω των γερμανών διανομέων της, αυτοκίνητα ΔΔ με βρετανικές προδιαγραφές εντός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ή να εκτελεί τις παραγγελίες τους'.
6)
τη διατήρηση της ισχύος της ίδιας διατάξεως όσον αφορά την υποχρέωση της Ford-Werke να εκτελεί τις παραγγελίες των γερμανών διανομέων της με τους ίδιους όρους, όπως και προ της 1ης Μαίου 1982, για αυτοκίνητα ΔΔ με γερμανικές προδιαγραφές που περιλαμβάνονταν στο πρόγραμμα πωλήσεων στο οποίο αναφέρεται το Haupthändler-Vertrag, υπό ορισμένες προϋποθέσεις που αναφέρονται στη διάταξη και στις οποίες περιλαμβάνεται, ιδίως, ο περιορισμός του αριθμού των αυτοκινήτων για τα οποία ισχύει η υποχρέωση
γ)
ότι η κατ' αυτόν τον τρόπο περιορισμένη υποχρέωση ισχύει, μέχρις ότου η Επιτροπή λάβει απόφαση που να περατώνει τη συνεχιζόμενη διοικητική διαδικασία ή μέχρις ότου εκδοθεί απόφαση στην κύρια δίκη
δ)
την απόρριψη, κατά τα λοιπά, των αιτήσεων λήψεως ασφαλιστικών μέτρων.
4.
Με διάταξη της 17ης Νοεμβρίου 1982, το Δικαστήριο αποφάσισε να ενώσει και να συνεκδικάσει τις δυο υποθέσεις προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.
5.
Με διάταξη του Δικαστηρίου της 1ης Δεκεμβρίου 1982 έγινε δεκτή η παρέμβαση στις παρούσες υποθέσεις Bureau européen des unions des consommateurs (BEUC) προς υποστήριξη των αιτημάτων της καθής. Τέλος, με διατάξεις του Δικαστηρίου της 2ας Φεβρουαρίου 1983, έγινε επίσης δεκτή η παρέμβαση υπέρ των προσφευγουσών δύο διανομέων αυτοκινήτων Ford στο Ηνωμένο Βασίλειο, δηλαδή των εταιρειών James Α. Laidlaw (Holdings) Ltd. και Stormörn Limited.
6.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, τα Δικαστήριο αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Αιτήματα των διαδίκων
1.
Οι προσφεύγουσες ζητούν από το Δικαστήριο:
α)
να ελέγξει, σύμφωνα με το άρθρο 173 της συνθήκης, τη νομιμότητα της αποφάσεως·
6)
να κηρύξει, σύμφωνα με το άρθρο 174 της συνθήκης, την απόφαση άκυρη ·
γ)
να υποχρεώσει την Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 176 της συνθήκης, να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου'
δ)
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα της Ford και
ε)
να διατάξει υπέρ των προσφευγουσών οιοδήποτε άλλο μέτρο που το Δικαστήριο κρίνει κατάλληλο.
2.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
α)
να απορρίψει τις προσφυγές, και
β)
να καταδικάσει τις προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα.
III — Λόγοι και επιχειρήματα των διαδίκων
Εισαγωγή
1.1.1.
Οι προσφεύγουσες αναφέρουν ότι οι διανομείς της Ford AG δίδουν τις παραγγελίες τους σύμφωνα με μία από τις δυο ακόλουθες μεθόδους:
α)
τα αυτοκίνητα που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα πωλήσεων της Ford AG κατασκευάζονται όλα σύμφωνα με προδιαγραφές' κανονικής σειράς και παραγγέλλονται στο πλαίσιο του συστήματος κανονικών παραγγελιών
β)
τα αυτοκίνητα που αποτελούν αντικείμενο ειδικών παραγγελιών δεν κατασκευάζονται εξ ορισμού σύμφωνα με τις προδιαγραφές κανονικής σειράς και πρέπει να παραγγέλλονται είτε στο πλαίσιο του συστήματος παραγγελιών ειδικών αυτοκινήτων (σύστημα SVO) είτε κατ' εφαρμογή του «Visit Europe Plan».
1.1.2.
Επιπλέον οι οικονομικές δραστηριότητες κατασκευής και πωλήσεων των διαφόρων μελών του ομίλου Ford είναι ξεχωριστές και ανεξάρτητες. 'Ετσι, το γεγονός ότι ορισμένες εταιρείες του ομίλου, όπως η Ford AG, είναι συγχρόνως κατασκευάστριες εταιρείες και εταιρείες πωλήσεων δεν δημιουργεί ή δεν συνεπάγεται καμιά σχέση ή εξάρτηση ανάμεσα στις δραστηριότητες κατασκευής και στο πρόγραμμα πωλήσεων. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει ούτε σχέση ούτε εξάρτηση ανάμεσα στα κατασκευαζόμενα αυτοκίνητα και στη μέθοδο προωθήσεως του προγράμματος πωλήσεων, δηλαδή το σύστημα διανομής.
1.1.3.
Κατά τις προσφεύγουσες, τα αυτοκίνητα' ΔΔ δεν έχουν περιληφθεί ποτέ στο πρόγραμμα πωλήσεων για τη γερμανική εσωτερική αγορά. Αυτά παραδίδονταν είτε στο πλαίσιο του «Visit Europe Plan», τις περισσότερες φορές απευθείας στους καταναλωτές και κατ' εξαίρεση μέσω ενός γερμανού διανομέα που εισέπραττε τότε προμήθεια μεσάζοντα, είτε κατόπιν παραγγελίας των γερμανών διανομέων στο πλαίσιο του συστήματος παραγγελίας ειδικών αυτοκινήτων, το. οποίο αφορά αυτοκίνητα που δεν περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα πωλήσεων, επί των οποίων όμως, όταν είναι σε θέση να ανταποκριθεί, εφαρμόζει τους όρους του Haupthändler-Vertrag. To 1976, εποχή που η Ford AG κοινοποίησε τη σύμβαση της στην Επιτροπή, δεν είχε γίνει καμιά παραγγελία αυτοκινήτων ΔΔ από διανομείς στην Ford AG και η Ford AG δεν είχε παραδώσει τέτοια αυτοκίνητα στους διανομείς της.
1.2.1.
Αντιστρόφως, την εποχή που οι προσφεύγουσες έλαβαν την απόφαση αυτή, τον Απρίλιο του 1982, για οικονομικούς λόγους που ξέφευγαν από τον έλεγχο του ομίλου Ford (ουσιαστικά, κατόπιν των νομισματικών διακυμάνσεων), οι διανομείς της Ford AG ήταν σε θεση να μεταπωλούν τα αυτοκίνητα ΔΔ που τους προμήθευε η Ford AG σε τιμές πολύ κατώτερες από τις τιμές που ίσχυαν στο Ηνωμένο Βασίλειο. Κατά συνέπεια, ένας αυξανόμενος αριθμός βρετανών πελατών αγόραζε τα αυτοκίνητα αυτά από τους γερμανούς διανομείς. Η εξακολούθηση, επομένως, των πωλήσεων αυτών κινδύνευε να υπονομεύσει τη θέση της Ford Britain και του δικτύου διανομής της προκαλώντας έτσι, αν τυχόν διατηρούνταν η κατάσταση αυτή, μόνιμη και ανεπανόρθωτη ζημία στην Ford Britain, το σημαντικότερο πελάτη της Ford AG για τα αυτοκίνητα που αυτή κατασκευάζει. Οι προσφεύγουσες παρατηρούν επίσης ότι τα περιθώρια κέρδους της Ford Britain και των διανομέων της είναι πολύ μέτρια.
1.2.2.
Οι τακτικές αυτές πωλήσεις αυτοκινήτων ΔΔ από τη Ford AG στους γερμανούς διανομείς της 3α προτρέπουν επίσης τους διανομείς να εκτραπούν από το αρχικό τους έργο το οποίο είναι η εμπορία των αυτοκινήτων Ford στη γερμανική αγορά στην οποία η συμμετοχή της Ford έχει ελαττωθεί σημαντικά.
1.2.3.
Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι υπό τις συνθήκες αυτές ήταν αναγκαίο και νόμιμο να αποφασίσουν τον Απρίλιο του 1982 να παύσει η Ford AG να παραδίδει αυτοκίνητα ΔΔ στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.
2.1.1.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η σύμβαση κυρίου εμπορικού αντιπρόσωπου της Ford AG με τους γερμανούς μεταπωλητές δεν κάνει διάκριση αν τα αυτοκίνητα οχήματα έχουν το τιμόνι στη δεξιά ή στην αριστερή πλευρά ούτε αν ανταποκρίνονται στις γερμανικές ή στις βρετανικές προδιαγραφές.
2.1.2.
Στην πραγματικότητα, πριν από την εγκύκλιο της 27ης Απριλίου 1982, η Ford AG πωλούσε αυτοκίνητα ΔΔ και ΑΔ, τα οποία ανταποκρίνονταν στις γερμανικές προδιαγραφές, προς τους γερμανούς διανομείς οι οποίοι μετείχαν στη σύμβαση παραχωρήσεως αποκλειστικής αντιπροσωπίας. Στο πλαίσιο του Visit Europe Plan, η Ford AG είχε παραδώσει στους διανομείς αυτοκίνητα ΔΔ και ΑΔ με βρετανικές προδιαγραφές· τα αυτοκίνητα αυτά είχαν πωληθεί νόμιμα σε ιδιώτες αγοραστές και οι γερμανοί διανομείς ενεργούσαν ως πράκτορες των αγοραστών.
2.1.3.
Η Επιτροπή, διαπιστώνοντας ότι οι προσφεύγουσες εμμένουν στην άποψη ότι το σύστημα διανομής της Ford AG δεν περιελάμβανε το «Visit Europe Plan», αντιτάσσει ότι «σύστημα» διανομής δεν περιλαμβάνει μόνο τη σύμβαση κύριου εμπορικού αντιπρόσωπου, αλλά επίσης όλες τις συμφωνίες, προγράμματα πωλήσεων και παρεπόμενες εγγυήσεις, κλπ. που μπορούν οποτεδήποτε να έχουν εφαρμογή στις σχέσεις μεταξύ κατασκευαστή και διανομέων. To Visit Europe Plan αποτελεί τμήμα του συστήματος διανομής όπως ακριβώς η σύμβαση κύριας εμπορικής αντιπροσωπίας. Η ίδια η εγκύκλιος άλλωστε φανερώνει ότι οι προσφεύγουσες θεωρούσαν και εκείνες ότι η ενέργειά τους αφορούσε τα άλλα συμβαλλόμενα μέρη και αποτελούσε μεταβολή της πρακτικής έναντι των μερών αυτών.
2.2.1.
Τέλος, η Επιτροπή τονίζει ότι οι προσφεύγουσες δεν αρνούνται ότι η μη παράδοση αυτοκινήτων ΔΔ απέβλεπε να παρεμποδίσει τις παράλληλες εισαγωγές στο Ηνωμένο Βασίλειο αυτοκινήτων αγορασμένων σε τιμές γερμανικές οι οποίες ήταν κατά μέσο όρο κατώτερες κατά 20 °/ο των βρετανικών τιμών. Ο στόχος αυτός αντιβαίνει στον ανταγωνισμό και είναι αντίθετος στις βασικές αρχές του κοινοτικού δικαίου.
2.2.2.
Κατά την άποψη της Επιτροπής, ένας κατασκευαστής αυτοκινήτων ο οποίος έχει συνάψει εντός κράτους μέλους συμφωνίες διανομής στις οποίες εφαρμόζεται το άρθρο 85, παράγραφος 1, δεν μπορεί να τύχει απαλλαγής, βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 3, για τις συμφωνίες αυτές αν τυχόν παύσει να πωλεί στο κράτος αυτό αυτοκίνητα ΔΔ σε τοπική τιμή πωλήσεως προκειμένου να παρεμποδίσει τον ανταγωνισμό μεταξύ των αυτοκινήτων της ίδιας μάρκας στα κράτη μέλη όπου υπάρχει ζήτηση για παρόμοια αυτοκίνητα και όπου οι τιμές με τις οποίες πωλεί προς τους διανομείς του είναι ανώτερες περίπου κατά 20 0/0 από τις τιμές που ισχύουν στο εν λόγω κράτος.
2.2.3.
Η Επιτροπή έχει επίσης τη δυνατότητα, με τη λήψη προσωρινών μέτρων, να διατάξει την επιχείρηση να επαναλάβει τις παραδόσεις αυτοκινήτων ΔΔ στους διανομείς που είναι εγκατεστημένοι στο κράτος όπου οι τιμές είναι κατώτερες και όπου η επιχείρηση πωλούσε τα αυτοκίνητα αυτά μέχρι τότε, προκειμένου οι αγοραστές των χωρών όπου χρησιμοποιούνται τα αυτοκίνητα αυτά να μην υποστούν σοβαρή ζημία επειδή για την αγορά νέου αυτοκινήτου εξαναγκάζονται να καταβάλουν τίμημα άσκοπα υψηλό.
Α — Επί του παραδεκτού της προσφυγής στην υπόθεση 228/82
1.
Η Επιτροπή αμφισβητεί το παραδεκτό της προσφυγής της Ford of Europe. Υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση απευθύνεται σε εταιρεία διαφορετική από την προσφεύγουσα και ότι η προσφεύγουσα δεν ισχυρίζεται ότι αυτή η ίδια (ανεξάρτητα από τη Ford Britain και τη Ford AG) έχει υποστεί ζημίες που προκύπτουν άμεσα από την εφαρμογή της αποφάσεως. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή δεν φρονεί ότι η απόφαση αφορά' τη Ford of Europe «άμεσα και ατομικά» υπό την έννοια του άρθρου 173 της συνθήκης, ακόμη κι αν η Ford of Europe εκπροσωπεί τον όμιλο Ford. Η Επιτροπή, εκφράζοντας την άποψη ότι η Ford of Europe δικαιούνταν πιθανώς να παρέμβει στην προσφυγή που άσκησε η Ford AG, έχει εντούτοις ενδοιασμούς για τις συνέπειες αν τυχόν το Δικαστήριο δεχθεί να ασκούνται ενώπιόν του ξεχωριστές προσφυγές ή παρεμβάσεις από ξεχωριστές εταιρείες που ανήκουν στον ίδιο όμιλο, ενώ οι εταιρείες αυτές θα μπορούσαν βέβαια να εκθέσουν τις πάψεις τους μόνο με μια προσφυγή. Ο πολλαπλασιασμός των αιτημάτων θα επιμήκυνε και θα περιέπλεκε τη γραπτή επιχειρηματολογία. Επιπλέον θα συνέβαλε στην αύξηση των δικαστικών εξόδων.
2.
Η Ford of Europe υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση την αφορά άμεσα και ατομικά. Τονίζει ότι η απόφαση για την παύση της πωλήσεως αυτοκινήτων ΔΔ στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας είχε ληφθεί από τις προσφεύγουσες από κοινού με τη Ford Britain τον Απρίλιο του 1982, η δε συμμετοχή της Ford of Europe στην απόφαση αυτή συνιστούσε ουσιαστικό τμήμα της ευθύνης της στο συντονισμό της κατανομής των οικονομικών δραστηριοτήτων των μελών του ομίλου Ford. Δεν μπορεί αφετέρου να αμφισβητηθεί (και φαίνεται ότι ούτε η Επιτροπή το αμφισβητεί) ότι η απόφαση που έλαβε η Ford of Europe τον Αύγουστο του 1982 ενδιέφερε άμεσα και ατομικά τον όμιλο Ford. Για το λόγο αυτό, το μόνο ζήτημα θα ήταν κατά πόσο η Ford of Europe είναι αρμόδια να εκπροσωπεί τον όμιλο αυτό κατά την παρούσα δίκη. Και η Επιτροπή, δεν αμφισβητεί ότι η Ford of Europe είναι ο εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος του ομίλου. Υπό τις συνθήκες αυτές και λαμβανομένης υπόψη της ζημίας που η απόφαση προκαλεί στο έργο της Ford of Europe να συντονίζει τις οικονομικές δραστηριότητες εντός του ομίλου Ford, δεν είναι ορθό να απορριφθεί η προσφυγή της.
Β — Επί της ουσίας
Οι προσφεύγουσες, τονίζοντας ότι η Επιτροπή δηλώνει ότι στην πραγματικότητα μπορεί να λάβει ένα προσωρινό μέτρο προκειμένου να απαγορεύσει μια πράξη ή παράλειψη η οποία δεν είναι παράνομη καθεαυτή, αν είναι πολύ πιθανό ότι μια τέτοια πράξη ή παράλειψη καθιστά μια κοινοποιηθείσα σύμβαση ακατάλληλη να τύχει απαλλαγής, προβάλλουν ουσιαστικά τρεις λόγους:
1.
Δεν είναι ούτε πιθανό ούτε λογικό, εκ πρώτης όψεως, ότι το γεγονός ότι δεν προμηθεύονται αυτοκίνητα ΔΔ στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας καθιστά τη συμφωνία που έχει κοινοποιηθεί από τη Ford AG ακατάλληλη να τύχει απαλλαγής.
2.
Ακόμη κι αν η σύμβαση παραχωρήσεως αποκλειστικής αντιπροσωπίας της Ford AG δεν μπορούσε να τύχει απαλλαγής, εκτός αν η Ford AG επαναρχίσει την παράδοση αυτοκινήτων ΔΔ στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η Επιτροπή δεν μπορεί με τη λήψη προσωρινού μέτρου 6άσει του άρθρου 3 του κανονισμού 17 να επιβάλει στη Ford AG την υποχρέωση να επαναρχίσει την πώληση τέτοιων αυτοκινήτων στο προαναφερόμενο κράτος, σε τιμές που πράγματι ισχύουν, διότι η παράλειψη πράξεως δεν συνιστά παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της συνθήκης.
3.
Η απόφαση της Επιτροπής της 18ης Αυγούστου 1982 δεν ανταποκρίνεται σε όλες τις άλλες νόμιμες αναγκαίες προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινών μέτρων, ιδίως τις προϋποθέσεις που έχει θέσει το Δικαστήριο με τη διάταξη του της 17ης Ιανουαρίου 1980 (Camera Care Ltd. κατά Επιτροπής, υπόθ. 792/79R, Recueil 1980, σ. 119).
Επί του πρώτον λόγου
ί) Τα επιχειρήματα των προσφευγουσών
1.
Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι οι αιτιολογίες της Επιτροπής για την άρνηση χορηγήσεως απαλλαγής στη σύμβαση παραχωρήσεως αποκλειστικής αντιπροσωπίας την οποία κοινοποίησε η Ford AG δεν είναι εκ πρώτης όψεως εύλογα ισχυρές, διότι το ζήτημα είναι κατά πόσο η μη προμήθεια ορισμένων αυτοκινήτων στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας είναι αποφασιστικός παράγοντας ή στοιχείο που η Επιτροπή οφείλει ή δικαιούται να λάβει υπόψη όταν εφαρμόζει την ενδεδειγμένη διαδικασία βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 3, της συνθήκης.
1.1.
Κατά τις προσφεύγουσες, θεωρείται αποφασιστικό για το σκοπό αυτό ένα γεγονός ή ένα περιστατικό μόνον 1) αν έχουν προκληθεί από την εν λόγω συμφωνία ή 2) αν καταργούν ή μειώνουν τα όφέλη που προκύπτουν από τη συμφωνία ή επαυξάνουν ενδεχομένως τα μειονεκτήματα.
1.1.1.
Όσον αφορά επομένως την ύπαρξη της αιτιώδους συνάφειας, η ύπαρξη της συμβάσεως δεν αποτελεί ούτε αναγκαία προϋπόθεση ούτε αποφασιστική αιτία για τη διακοπή της προμήθειας αυτοκινήτων ΔΔ στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.
1.1.2.
Ως προς το αποτέλεσμα της διακοπής των προμηθειών επί των πλεονεκτημάτων και των μειονεκτημάτων της κοινοποιηθείσας συμφωνίας, αφότου διακόπηκαν οι προμήθειες αυτοκινήτων ΔΔ, τα μεν πλεονεκτήματα είχαν εφαρμογή στα αυτοκίνητα που παραδίδονται δυνάμει της συμβάσεως κύριας εμπορικής αντιπροσωπίας κατά τον ίδιο τρόπο και στον ίδιο βαθμό όπως και προηγουμένως, τα δε μειονεκτήματα, αν υποτεθεί ότι υπάρχουν, δεν έχουν επηρεαστεί καθόλου.
1.2.
Όσον αφορά τις οκτώ βασικές περιπτώσεις στις οποίες η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι μπορεί να αρνηθεί τη χορήγηση απαλλαγής, οι προσφεύγουσες παρατηρούν ότι ένας μεγάλος αριθμός από τις περιπτώσεις αυτές δεν αναφέρεται ούτε στην ανακοίνωση των αιτιάσεων ούτε στην απόφαση. Δεν παρασχέθηκε, επομένως, καμιά ευκαιρία στις προσφεύγουσες, στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας, να προβάλουν επιχειρήματα τα οποία να βασίζονται στις προβαλλόμενες περιπτώσεις. Η Επιτροπή, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να τις επικαλείται για να ενισχύσει την απόφαση της. Εν πάση περιπτώσει, μετά από εξέταση αποδεικνύεται ότι οι οκτώ περιπτώσεις δεν δικαιολογούν με κανένα τρόπο την άρνηση χορηγήσεως απαλλαγής στη σύμβαση κυρίου εμπορικού αντιπροσώπου της Ford AG δεν φαίνεται πουθενά στην προκειμένη υπόθεση ότι οιοσδήποτε περιορισμός που περιλαμβάνεται στη σύμβαση θα είχε ως συνέπεια κάποια υπερβολική ανελαστικότητα της αγοράς, ακόμη κι αν συνδεθεί με άλλους παρόμοιους περιορισμούς σε συμφωνίες επιλεκτικής διανομής άλλων προμηθευτών αυτοκινήτων. Επιπλέον, η ίδια η Επιτροπή δέχεται ότι μέχρι τις 30 Απριλίου 1982 η συμφωνία που είχε κοινοποιηθεί από τη Ford AG θα μπορούσε πολύ πιθανόν να είχε τύχει απαλλαγής.
1.2.1.
Η διακοπή αφετέρου προμηθειών αυτοκινήτων ΔΔ από τη Ford AG στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν μπορεί να εξομοιωθεί, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή, με απαγόρευση εξαγωγής: η απαγόρευση εξαγωγής αφορά κυκλοφο-. ρούντα εμπορεύματα ενώ η απλή παράλειψη προμήθειας ή η άρνηση παραδόσεως είναι καθαρά μονομερείς και δεν αφορούν εμπορεύματα που κυκλοφορούν στην αγορά. Οι προσφεύγουσες προσθέτουν ότι μια μονομερής απόφαση, η οποία λαμβάνεται από έναν προμηθευτή που δεν κατέχει δεσπόζουσα θέση και η οποία συνίσταται στο να παραδίδει στους διανομείς του ορισμένα μόνο από τα εμπορεύματα που κατασκευάζει, δεν είναι συμφωνία ή εναρμονισμένη πρακτική που μπορούν να παρεμποδίσουν, να περιορίσουν ή να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό υπό την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1, της συνθήκης. Το ίδιο συμβαίνει ακόμη κι αν η εν λόγω απόφαση έχει ληφθεί έπειτα από συζητήσεις μεταξύ ορισμένων εταιρειών οι οποίες, όπως ο όμιλος Ford, συνιστούν ενιαία επιχείρηση έναντι του κοινοτικού δικαίου περί ανταγωνισμού, διότι το άρθρο 85 δεν έχει εφαρμογή σε τέτοια περίπτωση. Το κοινοτικό δίκαιο επιπλέον δεν επιβάλλει καμία υποχρέωση προς παράδοση δυνάμει του άρθρου αυτού.
2.
Οι προσφεύγουσες αποκρούουν την άποψη της Επιτροπής κατά την οποία η Επιτροπή θα μπορούσε να εκδώσει προσωρινή απόφαση βάσει του άρθρου 15, παράγραφος 6, του κανονισμού 17. Το έρεισμα μιας τέτοιας αποφάσεως είναι το ίδιο ελλιπές όπως το έρεισμα της παρούσας προσβαλλόμενης αποφάσεως.
3.
Οι προσφεύγουσες παρατηρούν εν συνεχεία ότι για τη χορήγηση απαλλαγής στο σύστημα επιλεκτικής διανομής ενός κατασκευαστή, δυνάμει του άρθρου 85, παράγραφος 3, της συνθήκης, δεν μπορεί να αποτελεί προϋπόθεση το ότι ο κατασκευαστής παραδίδει στους διανομείς του σε ένα κράτος μέλος όλα τα προϊόντα που κατασκευάζει.
3.1.
Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η συνθήκη δεν επιβάλλει στους κατασκευαστές (ή γενικά στους προμηθευτές) καμιά υποχρέωση να λαμβάνουν θετικά μέτρα που να επιτρέπουν τον ανταγωνισμό μεταξύ των διανομέων, αλλά ότι απλώς τους απαγορεύει να επιβάλλουν περιορισμούς στην ανταγωνιστική ικανότητα των διανομέων. Κατά τις προσφεύγουσες, η απόφαση της Επιτροπής εξαναγκάζει αντίθετα τη Ford AG να παραδίδει προϊόντα στους γερμανούς διανομείς με αποκλειστικό σχεδόν σκοπό να αποκομίσουν βραχυπρόθεσμα κέρδη από τις οικονομικές συγκυρίες θέτοντας όμως σε κίνδυνο την αποδοτικότητα της Ford Britain, σημαντικότατο πελάτη της Ford AG, και του δικτύου διανομής της. Οι προσφεύγουσες φρονούν ότι η συνθήκη δεν επιβάλλει στους κατασκευαστές μια τέτοια υποχρέωση αυτοκαταστροφής.
3.2.
Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχει κανένα προηγούμενο στο κοινοτικό δίκαιο, ούτε καν ο μοναδικός κανονισμός που καθορίζει τις προϋποθέσεις για την απαλλαγή ενός συστήματος διανομής δυνάμει του άρθρου 85, παράγραφος 3, δηλαδή ο κανονισμός 67/67 της Επιτροπής, της 22ας Μαρτίου 1967 (ΕΕ, ειδ. έκδ. 08/001, σ. 65), που να ενισχύει το επιχείρημα της Επιτροπής σύμφωνα με το οποίο προϋπόθεση για την απαλλαγή ενός συστήματος διανομής είναι η διάθεση όλων των προϊόντων μιας σειράς.
4.
Οι προσφεύγουσες συμπεραίνουν ότι η διακοπή παραδόσεων αυτοκινήτων ΔΔ από τη Ford AG στους γερμανούς διανομείς της δεν συνιστά αυτή καθεαυτή παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1, και ότι η Επιτροπή, για τη σύμβαση κύριου εμπορικού αντιπρόσωπου, δεν μπορεί να αρνηθεί την απαλλαγή που έχει ζητηθεί λόγω αυτής της διακοπής παραδόσεων. Εφόσον η Επιτροπή δεν ισχυρίζεται ότι η ίδια η σύμβαση δεν ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την απαλλαγή, πρέπει, επομένως, να χορηγηθεί η απαλλαγή. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή στηριζομένη στην εσφαλμένη υπόθεση ότι δεν πρέπει να χορηγηθεί απαλλαγή για τη σύμβαση, στερείται οιουδήποτε ερείσματος για να λάβει το εν λόγω προσωρινό μέτρο.
ii) Τα επιχειρήματα της Επιτροπής
1.
Η Επιτροπή αποκρούει την άποψη των προσφευγουσών κατά την οποία η Επιτροπή μπορεί να λάβει υπόψη ένα γεγονός ή ένα περιστατικό κατά τη διαδικασία απαλλαγής αποκλειστικά μόνο αν αυτά προκύπτουν από τη σύμβαση κύριου εμπορικού αντιπρόσωπου ή αν αυτά έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση του οφέλους ή την αύξηση της ζημίας που προκύπτουν από τη σύμβαση. Η Επιτροπή φρονεί ότι η νομολογία του Δικαστηρίου δεν της επιβάλλει καμιά υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη μόνο το είδος των περιστατικών που ορίζουν οι προσφεύγουσες. Το επιχείρημα τους θα είχε ως αποτέλεσμα η Επιτροπή να αδυνατεί να λαμβάνει υπόψη άλλες παρεμφερείς συμβάσεις που έχουν συναφθεί με τον ίδιο προμηθευτή. Το επιχείρημα επιπλέον θα απέκλειε να λαμβάνεται υπόψη οιαδήποτε δομική ανελαστικότητα η οποία οφείλεται στο γεγονός ότι ορισμένοι κατασκευαστές διαθέτουν δίκτυα επιλεκτικής διανομής για τα ανταγωνιστικά προϊόντα, πράγμα το οποίο αντιβαίνει σε αυτό που έχει γίνει δεκτό από το Δικαστήριο.
1.1.
Η Επιτροπή αναφέρει ότι η μεταβολή της πολιτικής της Ford AG και η άρνηση της να παραδίδει αυτοκίνητα ΔΔ, όπως κατά το παρελθόν, μειώνουν αναμφισβήτητα τα οφέλη που προκύπτουν από τη συμφωνία. Η εγκύκλιος επίσης έχει επαυξήσει τα μειονεκτήματα που προκύπτουν από τα περιοριστικά αποτελέσματα της συμβάσεως παραχωρήσεως αποκλειστικής αντιπροσωπίας διότι μειώνει τον αριθμό διανομέων Ford εντός της Κοινότητας οι οποίοι μπορούν να παραδίδουν αυτοκίνητα ΔΔ.
1.2.
Η Επιτροπή φρονεί ότι μπορεί χωρίς καμιά αμφιβολία να μη χορηγεί απαλλαγή όταν:
1)
οι διαφορές ανάμεσα στις τιμές που ισχύουν σε δύο κράτη είναι ουσιώδεις και τα έξοδα μεταφοράς όπως και το κόστος οιασδήποτε μεταβολής των χαρακτηριστικών του προϊόντος που πρέπει να πραγματοποιήσει ο καταναλωτής δεν είναι υψηλά·
2)
αυτοκίνητα ΔΔ κατασκευάζονται σε ένα κράτος προκειμένου να πωλούνται σε άλλο κράτος όπου οι τιμές είναι υψηλότερες του πρώτου'
3)
η επιχείρηση έχει πωλήσει ΔΔ σε χαμηλότερες τιμές στο κράτος όπου ισχύουν αυτές οι ίδιες χαμηλότερες τιμές
4)
το κόστος κατασκευής των αυτοκινήτων ΑΔ είναι το ίδιο ή παρόμοιο με το κόστος των αυτοκινήτων ΔΔ'
5)
η κατασκευή των αυτοκινήτων ΑΔ προσομοιάζει πολύ από τεχνική άποψη με την κατασκευή των αυτοκινήτων ΔΔ και τα δύο είδη μπορούν εύκολα να κατασκευαστούν στις ίδιες αλυσίδες παραγωγής
6)
η επιχείρηση έχει παύσει να πωλεί αυτοκίνητα ΔΔ στο κράτος όπου οι τιμές είναι χαμηλότερες, για τον αποκλειστικό λόγο ότι επιδιώκει τη διατήρηση των τιμών στο κράτος όπου οι τιμές είναι υψηλότερες·
7)
η παύση των πωλήσεων αυτοκινήτων ΔΔ μπορεί να θεωρηθεί επομένως ως ο ακρογωνιαίος λίθος ενός συστήματος τεχνητής στεγανοποιήσεως των αγορών
8)
οι περισσότεροι από τους άλλους κατασκευαστές αυτοκινήτων εφαρμόζουν συστήματα περιοριστικής διανομής στα περισσότερα κράτη μέλη, παρόλο που η δομή όλης της αγοράς αυτοκινήτων είναι εξαιρετικά ανελαστική.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν και οι οκτώ αυτές κύριες προϋποθέσεις.
1.2.1.
Η Επιτροπή προσθέτει ότι για να αποφασιστεί αν ενδείκνυται η χορήγηση απαλλαγής μπορεί να ληφθεί υπόψη μια άρνηση παραδόσεως ή οιαδήποτε άλλη μονομερής πράξη η οποία παρεμποδίζει τις εξαγωγές, διότι έχει τα ίδια οικονομικά αποτελέσματα με μια απαγόρευση εξαγωγής και στεγανοποιεί την αγορά. Η Επιτροπή αναφέρει ότι είναι άνευ σημασίας κατά πόσο η άρνηση παραδόσεως είναι καθεαυτή νόμιμη ή όχι. Η απόφαση περί μη παραδόσεως ορισμένων προϊόντων στους κύριους εμπορικούς αντιπρόσωπους δεν μπορεί να απομονωθεί από τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έχει ληφθεί. Όταν η Επιτροπή καλείται να αποφασίσει για τη χορήγηση απαλλαγής δυνάμει του άρθρου 85, παράγραφος 3, της συνθήκης, πρέπει να λαμβάνει υπόψη συγκεκριμένα γεγονότα και ως προς το σημείο αυτό έχει μικρή σημασία αν τα γεγονότα αυτά προκύπτουν από «μονομερή» πράξη της Ford ή από. σύμβαση κύριου εμπορικού αντιπρόσωπου της Ford AG ή από οιαδήποτε άλλη πράξη. Η Επιτροπή επιπλέον δεν έχει διατάξει τη Ford AG να προμηθεύει αυτοκίνητα ΔΔ στους γερμανούς αποκλειστικούς αντιπρόσωπους της, αλλά έχει διατάξει τη Ford να επανέλθει στην κατάσταση που ίσχυε πριν από την αποστολή της εγκυκλίου του Απριλίου 1982.
2.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι αναμφίβολα εν προκειμένω μπορούσε να λάβει νόμιμα προσωρινή απόφαση δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 6, του κανονισμού 17 αν τυχόν η εγκύκλιος του Απριλίου 1982 περιείχε απαγόρευση εξαγωγής. Αλλά η εγκύκλιος αυτή είχε ευρύτερη σημασία αποκλείοντας κάθε λόγο για ενδεχόμενη εφαρμογή, στο σύστημα περιοριστικής διανομής της Ford AG, του άρθρου 85, παράγραφος 3, της συνθήκης. Αν η συμφωνία διανομής της Ford AG όταν συνδέεται με την άρνηση της να παραδίδει αυτοκίνητα ΔΔ στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία είναι παράνομη, όπως τη θεωρεί η Επιτροπή, η οριστική απόφαση της Επιτροπής θα συνίστατο στο να υποχρεώσει τη Ford AG είτε να επαναλάβει τις παραδόσεις αυτοκινήτων ΔΔ είτε να επιφέρει αλλαγές στη σύμβαση της κατά τρόπο που να μην εμπίπτει πλέον στο άρθρο 15, παράγραφος 1, της συν-, θήκης. Η Επιτροπή όμως θεωρεί ότι το αποτέλεσμα θα ήταν ουσιαστικά το ίδιο αν είχε εκδώσει προσωρινή απόφαση δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 6, του κανονισμού 17 εκτός αν η επιχείρηση αποφάσιζε να συνεχίσει και να αναλάβει τον κίνδυνο να της επιβληθεί πρόστιμο. Μια προσωρινή απόφαση που διατάζει τη Ford AG να επανέλθει στην προηγούμενη πρακτική της δεν θα επηρέαζε το σύστημα διανομής της και θα ήταν επομένως λιγότερο επαχθής γι' αυτήν απ' όσο μία από τις δύο προαναφερόμενες αποφάσεις. Κατά την Επιτροπή, αν η Ford AG πίστευε σοβαρά ότι ήταν επαχθέστερο να επαναλάβει την πρακτική που ίσχυε μέχρι τον Απρίλιο του 1982, θα μπορούσε να τροποποιήσει ή να αναστείλει τις συμβάσεις κύριου εμπορικού αντιπροσώπου που είχε συνάψει στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά τρόπο που το άρθρο 85, παράγραφος 1, να μην έχει πλέον εφαρμογή στις συμφωνίες αυτές. Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι επέλεξε τη λήψη αποφάσεως περί προσωρινών μέτρων διότι επιθυμούσε να προστατεύσει το περισσότερο δυνατό τα συμφέροντα των καταναλωτών και διότι το αποτελεσματικότερο μέσο για να το επιτύχει ήταν να εκδώσει απόφαση που να διατάζει τη Ford AG να επαναλάβει τις παραδόσεις της.
3.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι δεν έχει επιβάλει καμιά υποχρέωση στη Ford AG να πωλεί στους γερμανούς κύριους εμπορικούς αντιπρόσωπους της όλα τα αυτοκίνητα Ford που κατασκευάζονται από τον όμιλο Ford ούτε καν όλα τα αυτοκίνητα που κατασκευάζονται από τη Ford AG, αλλά ότι απλώς επανέφερε το status quo υποχρεώνοντας τη Ford AG να παραδίδει αυτοκίνητα ΔΔ τα οποία ήδη παρέδιδε στο πλαίσιο του «Visit Europe Plan» καθώς επίσης και στους γερμανούς κύριους εμπορικούς αντιπρόσωπους της.
3.1.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι προσφεύγουσες επιδίδονται σε μια απαρχαιωμένη επιχειρηματολογία υπέρ του δικαιώματος στεγανοποιήσεως της κοινής αγοράς με σκοπό να απολαμβάνουν χωρικής προστασίας έναντι των δικών τους προϊόντων που κατασκευάζονται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, σε όφελος του βρετανικού εργοστασίου τους του οποίου οι τιμές κόστους είναι υψηλότερες. Στην πραγματικότητα ζητούν προστασία έναντι του ανταγωνισμού υποχρεώνοντας τους αγοραστές αυτοκινήτων στο Ηνωμένο Βασίλειο να επιβαρύνονται με το υψηλό κόστος παραγωγής το οποίο οι προσφεύγουσες πρέπει να αντιμετωπίζουν στη χώρα αυτή αντί να μπορούν να αγοράζουν τα ίδια αυτοκίνητα στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία σε καλύτερες τιμές. Κατά την Επιτροπή, δεν μπορεί να γίνει δεκτή καμιά επιχειρηματολογία του είδους αυτού ούτε στο πλαίσιο του άρθρου 85 ούτε των άρθρων 30 έως 37 της συνθήκης.
3.2.
Ως προς τα προηγούμενα στο κοινοτικό δίκαιο η Επιτροπή παρατηρεί ότι ο προαναφερθείς κανονισμός 67/67 δεν αφορά τις συμφωνίες επιλεκτικής διανομής. Δέχεται ότι εν προκειμένω πρόκειται για την πρώτη απόφαση περί λήψεως προσωρινών μέτρων την οποία λαμβάνει η Επιτροπή βάσει της συνθήκης, αλλά η εν λόγω απόφαση συνιστά καινοτομία μόνον κατά την έννοια αυτή. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι υπάρχει πλουσιότατη νομολογία όπου το Δικαστήριο κατά πάγιο τρόπο απαγορεύει τα μέτρα οιασδήποτε φύσεως, δημόσιου ή ιδιωτικού χαρακτήρα, τα οποία παράγουν αποτελέσματα ισοδύναμα προς απαγορεύσεις εξαγωγής και προς ποσοτικούς περιορισμούς των εισαγωγών.
4.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται τέλος ότι αν υπάρχει συμφωνία στην οποία έχει εφαρμογή το άρθρο 85, παράγραφος 1, για άλλους λόγους, η μη παράδοση ισοδυναμεί με οιοδήποτε άλλο μέτρο το οποίο παρεμποδίζει τις παράλληλες εισαγωγές και μπορεί να συνιστά επαρκή λόγο για να μη χορηγηθεί απαλλαγή δυνάμει του άρθρου 85, παράγραφος 3, της συνθήκης. Υπό την έννοια αυτή η μη παράδοση, παρόλο που δεν συνιστά η ίδια παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1, έχει το ίδιο αποτέλεσμα με απαγόρευση εξαγωγής. Κατά συνέπεια, το ζήτημα αυτό αφορά αποκλειστικά την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3, και η Επιτροπή έχει τη διακριτική ευχέρεια για την εφαρμογή του άρθρου αυτού. Κατά την άποψη της, εκτιμώντας τα συγκεκριμένα περιστατικά, είχε επομένως βάσιμους λόγους να μη χορηγήσει την απαλλαγή για την εν λόγω σύμβαση.
Επί τον δεντέρου λόγου
i) Τα επιχειρήματα των προσφευγουσών
1.
Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι ακόμη κι αν η σύμβαση κύριου εμπορικού αντιπρόσωπου της Ford AG δεν μπορεί να τύχει απαλλαγής δυνάμει του άρθρου 85, παράγραφος 3, της συνθήκης, εκτός αν η Ford AG επαναρχίσει την παράδοση αυτοκινήτων ΔΔ στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η Επιτροπή δεν έχει το δικαίωμα να διατάξει, ούτε προσωρινά ούτε οριστικά, την επιχείρηση αυτή, -η οποία δεν κατέχει δεσπόζουσα θέση, να επαναλάβει τις προμήθειες της. Πράγματι, η άρνηση παραδόσεως δεν αποτελεί παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της συνθήκης, και η Επιτροπή δεν μπορεί να απαιτεί από τις επιχειρήσεις να προβαίνουν σε καθορισμένες ενέργειες εφόσον το γεγονός ότι δεν ενεργούν σύμφωνα δεν συνιστά παράβαση στο άρθρο 85 ή 86. Ως προς το σημείο αυτό, οι προσφεύγουσες αναφέρουν ότι η Επιτροπή δεν έχει λάβει ακόμη απόφαση με την οποία να αποφαίνεται οριστικά επί της αιτήσεως της Ford AG με την οποία ζητεί τη χορήγηση αρνητικής πιστοποιήσεως, ή, επικουρικά, απαλλαγή για τη σύμβαση κύριου εμπορικού αντιπροσώπου. Μέχρις ότου τουλάχιστον αποδειχθεί οριστικά ότι το άρθρο 85, παράγραφος 1, δεν έχει εφαρμογή στη σύμβαση αυτή, είναι πρώιμο να γίνεται λόγος για τις προϋποθέσεις του άρθρου 85, παράγραφος 3.
2.
Αν συνέτρεχαν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις, πράγμα το οποίο άλλωστε αμφισβητούν οι προσφεύγουσες, η Επιτροπή θα μπορούσε να λάβει ένα προσωρινό μέτρο με το οποίο να απαγορεύει στα ενδιαφερόμενα μέρη να κάνουν χρήση της συμβάσεως κύριου εμπορικού αντιπρόσωπου της Ford AG, εκτός αν η επιχείρηση αυτή επαναλάβει τις προμήθειες αυτοκινήτων ΔΔ στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Ένα τέτοιο μέτρο όμως θα είχε έννομα αποτελέσματα εντελώς διαφορετικά από τα αποτελέσματα του προσωρινού μέτρου που έχει πράγματι λάβει εν προκειμένω η Επιτροπή.
2.1.
'Ετσι, αν η Επιτροπή είχε απαγορεύσει τη λειτουργία της συμβάσεως κύριου εμπορικού αντιπροσώπου της Ford AG (εκτός αν αυτή επαναλάμβανε τις παραδόσεις αυτοκινήτων ΔΔ στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας), η Ford AG θα μπορούσε, απλούστατα να παύσει να θέτει σε λειτουργία, να εφαρμόζει ή να επιδιώκει την εφαρμογή της συμβάσεως κύριου εμπορικού αντιπρόσωπου. Ακόμα και αν στη συνέχεια το Δικαστήριο ακύρωνε την απόφαση της Επιτροπής, η ύπαρξη της αποφάσεως θα είχε παράσχει στη Ford AG απόλυτη προστασία από αγωγές των κύριων εμπορικών αντιπρόσωπων της για μη εκτέλεση της συμβάσεως εκ μέρους της Ford AG αν, σύμφωνα με την απόφαση, επιλέγοντας να μην επαναλάβει τις προμήθειες αυτοκινήτων ΔΔ στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία, είχε αθετήσει τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από τη σύμβαση αυτή δυνάμει του άρθρου 85, παράγραφος 1, ενόσω ίσχυε η απόφαση.
2.2.
Κατά τις προσφεύγουσες, η απόφαση επιβάλλει αντίθετα στη Ford AG υποχρέωση δημοσίου δικαίου να επαναρχίσει τις προμήθειες αυτοκινήτων ΔΔ στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και η Ford AG οφείλει είτε να εκπληρώσει την υποχρέωση αυτή είτε, κατά την Επιτροπή, να μην την εκπληρώσει διατρέχοντας τον κίνδυνο να αθετήσει τις αστικές υποχρεώσεις που υπέχει από τη σύμβαση κύριου εμπορικού αντιπρόσωπου, σύμβαση η οποία μπορεί στη συνέχεια να τύχει απαλλαγής αναδρομικώς δυνάμει του άρθρου 85, παράγραφος 3, και να κριθεί επομένως έγκυρη αναδρομικώς.
3.
Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται τέλος ότι ακόμη κι αν η σύμβαση κύριου εμπορικού αντιπρόσωπου της Ford AG δεν μπορούσε να τύχει απαλλαγής (εκτός αν αυτή επαναλάμβανε τις παραδόσεις αυτοκινήτων ΔΔ στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία), η Επιτροπή δεν μπορούσε να την επιβάλει με προσωρινό μέτρο, δυνάμει του άρθρου 3 του κανονισμού 17 το οποίο έχει εφαρμογή μόνο σε περίπτωση παραβάσεως του άρθρου 85 ή του άρθρου 86 της συνθήκης, να επαναλάβει την πώληση αυτοκινήτων ΔΔ στο εν λόγω κράτος σε τιμές που πράγματι ισχύουν.
ii) Τα επιχειρήματα της Επιτροπής
1.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι στο πλαίσιο, μιας προσωρινής αποφάσεως, αν καθίσταται αναγκαίο για τη διατήρηση του status quo, δικαιούται να απαγορεύει τα επίμεμπτα στοιχεία μιας συμφωνίας ή πρακτικής τα οποία αντιβαίνουν στο άρθρο 85, παράγραφος 1. Σε αντίθετη περίπτωση, η εξουσία για την έκδοση αποφάσεως περί λήψεως προσωρινών μέτρων δεν θα διέφερε από την αρμοδιότητα που έχει ήδη αναγνωριστεί από το άρθρο 15, παράγραφος 6, του κανονισμού 17. Η Επιτροπή προσθέτει ότι διατάσσοντας προσωρινά μέτρα έχει ευρύτερη εξουσία από όσο κατά τη λήψη τελικής αποφάσεως, διότι τα δύο αυτά είδη αποφάσεων καθώς και οι στόχοι τους είναι εντελώς διαφορετικοί. 'Ετσι, αν οι συμβαλλόμενοι σε σύμβαση αποκλειστικής διανομής αρχίσουν να παρεμποδίζουν τις παράλληλες εισαγωγές, η Επιτροπή μπορεί με προσωρινή απόφαση να τους διατάξει να παύσουν τις ενέργειες αυτές. Από αυτό συνάγεται ότι αν ένας συμβαλλόμενος σε σύμβαση αποκλειστικής διανομής αρνείται να προμηθεύει ένα διανομέα για το λόγο ότι εξάγει ή εισάγει παράλληλα, η Επιτροπή μπορεί να διατάξει την επανάληψη των παραδόσεων, αν ένα τέτοιο μέτρο είναι αναγκαίο για την επαναφορά του status quo και την προστασία του εν λόγω διανομέα, ακόμη και αν η μη παράδοση δεν συνιστά αφεαυτής παράβαση του άρθρου 85. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι το γεγονός ότι δεν έχει ακόμη απορρίψει τη χορήγηση αρνητικής πιστοποιήσεως ή απαλλαγής για τη σύμβαση δεν έχει καμιά σημασία: η έκδοση τελικής αποφάσεως δεν αποτελεί προϋπόθεση για την έκδοση αποφάσεως λήψεως προσωρινών μέτρων. Στην προκειμένη περίπτωση η απόφαση που έχει εκδοθεί έχει καταστεί αναγκαία από την εγκύκλιο του Απριλίου 1982 και όχι από την κοινοποίηση της συμβάσεως.
2.
Η Επιτροπή έχει τη γνώμη ότι μπορούσε να εκδώσει προσωρινό μέτρο με το οποίο να απαγορεύει στους συμβαλλομένους να εφαρμόζουν τη σύμβαση διανομής ενόσω η Ford AG δεν είχε επαναλάβει τις παραδόσεις της αυτοκινήτων ΔΔ. Η απόφαση όμως που έχει εκδοθεί τον Αύγουστο 1982 είναι καλύτερη από την υποθετική απόφαση που αναφέρεται ανωτέρω. Με τον τρόπο αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση έχει επαναφέρει το status quo αντί να το μεταβάλει, και δεν έχει επηρεάσει τη λειτουργία της συμβάσεως κύριου εμπορικού αντιπρόσωπου. Επιπλέον έχει ως άμεσο αποτέλεσμα την αποφυγή της ζημίας που προκαλείται στους αγοραστές αυτοκινήτων ΔΔ και στα συμφέροντα της Κοινότητας από την άρνηση της Ford AG να παραδίδει αυτοκίνητα ΔΔ. Η απόφαση, αφετέρου, δεν στερεί τη δυνατότητα στη Ford AG να παύσει να εφαρμόζει τη σύμβαση διανομής. Η Επιτροπή προσθέτει ότι το είδος του «υποθετικού» προσωρινού μέτρου που δέχονται οι προσφεύγουσες θα ήταν πολύ επαχθέστερο απ' όσο μια απόφαση που θα είχε ληφθεί δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 6, του κανονισμού 17' απόφαση η οποία θα επέτρεπε στη Ford AG να συνεχίζει να εφαρμόζει τη σύμβαση της με μοναδικό κίνδυνο να της επιβληθεί πρόστιμο.
3.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται τέλος ότι είχε δικαίωμα να λάβει το προσωρινό μέτρο, έστω κι αν η άρνηση της Ford AG να παραδίδει αυτοκίνητα ΔΔ στους γερμανούς διανομείς της δεν αποτελεί αυτή η ίδια παράβαση του άρθρου 85 της συνθήκης.
Επί του τρίτου λόγου
i) Τα επιχειρήματα των προσφευγουσών
1.
Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι από την απόφαση της Επιτροπής ανακύπτουν νέα και πολύπλοκα ζητήματα χωρίς νομολογιακό προηγούμενο τα οποία αφορούν το κοινοτικό δίκαιο και δεν μπορούν να εξεταστούν διεξοδικά σε προσωρινή απόφαση.
2.
Υποστηρίζουν στη συνέχεια ότι η Επιτροπή δεν έχει τηρήσει τις νόμιμες προϋποθέσεις που έχει θέσει το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση Camera Care και οι οποίες της επιτρέπουν να ασκεί έγκυρα κάθε αρμοδιότητα λήψεως προσωρινού μέτρου στην προκειμένη υπόθεση. Προς υποστήριξη της απόψεως αυτής όι προσφεύγουσες προβάλλουν τα ακόλουθα επιχειρήματα.
2.1.
Τα προσωρινά μέτρα πρέπει να είναι απαραίτητα, προκειμένου η άσκηση του δικαιώματος λήψεως αποφάσεως, που προβλέπεται στο άρθρο 3 του κανονισμού 17, να μην καταλήξει να είναι ατελέσφορη, δηλαδή μάταιη.
2.1.1.
Μια σύντομη διακοπή των παραδόσεων αυτοκινήτων ΔΔ από τη Ford AG δεν της παρέχει τη δυνατότητα να εμποδίσει να επαναληφθούν οι αγορές και οι εισαγωγές έπειτα από οριστική απόφαση της Επιτροπής, εφόσον μια τέτοια απόφαση εκδοθεί και διατηρήσει την ισχύ της.
2.1.2.
Κατά συνέπεια, τα προσωρινά μέτρα που έχει λάβει εν προκειμένω η Επιτροπή δεν είναι απαραίτητα.
2.2.
Επιπλέον, η Επιτροπή δεν μπορεί να λαμβάνει προσωρινά μέτρα χωρίς να λαμβάνει υπόψη τα έννομα συμφέροντα της επιχειρήσεως που θίγεται από τέτοια μέτρα.
2.2.1.
Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι η Ford AG, ως επιχείρηση που δεν κατέχει δεσπόζουσα θέση, έχει το δικαίωμα να επιλέγει ή να πωλεί τα προϊόντα της καθώς και ότι οφείλει να διαφυλάττει την αποδοτικότητα της Ford Britain, του σημαντικότερου πελάτη της Ford AG, και του δικτύου διανομής της. Οι προσφεύγουσες φρονούν ότι αν εξαναγκαστούν να συμμορφωθούν με την απόφαση της Επιτροπής, θα υποστούν, όπως και ο όμιλος Ford, ανεπανόρθωτες ζημίες.
2.3.
Ως προς τα έννομα συμφέροντα της ενδιαφερόμενης επιχειρήσεως, σημασία έχει εξάλλου ότι προσωρινά μέτρα λαμβάνονται μόνο σε περίπτωση αποδεδειγμένα επείγουσα, προκειμένου να αποφευχθεί κατάσταση ικανή να προκαλέσει ζημία σοβαρή και ανεπανόρθωτη για το διάδικο που ζητεί τη λήψη τους ή απαράδεκτη για το γενικό συμφέρον.
2.3.1.
Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι, μέχρι την απάντηση της Επιτροπής στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, κανείς δεν είχε αναφέρει ότι η απόφαση της 18ης Αυγούστου 1982 είχε εκδοθεί έπειτα από αίτημα του BEUC ή οιουδήποτε άλλου ενδιαφερομένου. Η Επιτροπή επομένως δεν μπορεί να στηρίζεται τώρα στην προσφυγή του BEUC.
2.3.2.
Δεύτερον, ο τωρινός ισχυρισμός της Επιτροπής περί σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας για τους τρίτους στηρίζεται εν πάση περιπτώσει σε αβάσιμο συλλογισμό · δεν μπορεί να εξομοιωθεί με επείγουσα ζημία η ζημία που υφίστανται οι βρετανοί αγοραστές επειδή στερούνται της δυνατότητας να βελτιώσουν τη θέση τους αγοράζοντας αυτοκίνητα Ford ΔΔ είτε απευθείας ή έμμεσα από γερμανούς διανομείς είτε βάσει του «Visit Europe Plan». To προσωρινό μέτρο, επομένως, δεν προστατεύει τους βρετανούς αγοραστές από ανεπανόρθωτη, αναπόφευκτη ή άλλη ζημία' αντίθετα, τους εγγυάται κέρδος που δεν θα μπορούσε να τους εξασφαλίσει καμιά άλλη οριστική απόφαση.
2.3.3.
Τέλος, οι προσφεύγουσες σημειώνουν ότι στην προκειμένη περίπτωση μπορεί να συντρέχει η προϋπόθεση του επείγοντος μόνο αν υπάρχει αφόρητη κατάσταση για το δημόσιο συμφέρον. Το δημόσιο συμφέρον όμως, το οποίο υποτίθεται προστατεύεται από τους κανόνες περί ανταγωνισμού της συνθήκης, έγκειται στη διατήρηση καθεστώτος ανόθευτου ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς' το δημόσιο συμφέρον δεν ωφελείται μακροπρόθεσμα από μια κατάσταση η οποία στην πραγματικότητα οδηγεί σε υποχρεωτικές μειώσεις τιμών.
2.4.
Ενδείκνυται επιπλέον τα προσωρινά μέτρα να είναι προσωρινού και συντηρητικού χαρακτήρα και να περιορίζονται στο αναγκαίο μέτρο στη δεδομένη κατάσταση.
2.4.1.
Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η απόφαση της Επιτροπής απαιτεί η Ford AG να πράξει ό,τι δεν είχε πράξει προηγουμένως:
α)
να δεχθεί μια συμβατική υποχρέωση που της επιβάλλει κατά νόμο να θέτει αυτοκίνητα ΔΔ στη διάθεση των κύριων εμπορικών αντιπρόσωπων
6)
να δέχεται παραγγελίες αυτοκινήτων ΔΔ με βρετανικές προδιαγραφές, τα οποία δεν είχε ποτέ πωλήσει προηγουμένως σε διανομείς·
γ)
να προμηθεύει περισσότερα αυτοκίνητα ΔΔ από όσα είχε ποτέ προμηθεύσει (διότι η απόφαση δεν καθορίζει όριο στον αριθμό των αυτοκινήτων που πρέπει να παραδίδονται).
2.4.2.
Επιπλέον, οι πωλήσεις αυτοκινήτων ΔΔ από τους γερμανούς διανομείς σε βρετανούς πελάτες, οι οποίες παρόλο που αυξάνονταν εντούτοις είχαν μικρό όγκο προ της 1ης Μαΐου 1982, μεταβλήθηκαν σε παλίρροια η οποία ενισχύθηκε από τον προσωρινό χαρακτήρα των μέτρων που διέταξε η Επιτροπή.
2.4.3.
Οι προσφεύγουσες συνάγουν από τα παραπάνω ότι η απόφαση της Επιτροπής δεν έχει συντηρητικό χαρακτήρα.
2.5.
Τέλος, η Επιτροπή κατά τη λήψη προσωρινών μέτρων οφείλει να τηρεί τις στοιχειώδεις εγγυήσεις που παρέχονται στους ενδιαφερομένους, συγκεκριμένα από το άρθρο 19 του κανονισμού 17.
2.5.1.
Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι η Επιτροπή ούτε κατά την ανακοίνωση των αιτιάσεων ούτε κατά τη διάρκεια της ακροάσεως δεν ενημέρωσε τη Ford AG περί του ότι είχε την πρόθεση να στηριχθεί στο άρθρο 3 του κανονισμού 17. Κατά συνέπεια, οι προσφεύγουσες ουδέποτε γνωστοποίησαν στην Επιτροπή την άποψη τους σχετικά με την εξουσία της να εφαρμόσει το άρθρο αυτό στην προκειμένη περίπτωση.
2.5.1.1.
Οι προσφεύγουσες συμπεραίνουν από τα παραπάνω ότι η Επιτροπή δεν συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από τον κανονισμό 99/63 της Επιτροπής της 25ης Ιουλίου 1963, περί των ακροάσεων που προβλέπονται στο άρθρο 19, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 17 του Συμβουλίου (ΕΕ, ειδ. έκδ. 08/001, σ. 37), ιδίως τις υποχρεώσεις που περιέχονται στα άρθρα 2 και 4, και ότι η Επιτροπή δεν τήρησε την αρχή του κοινοτικού δικαίου περί ακροάσεως των ενδιαφερομένων.
2.5.2.
Σημειώνουν επίσης την έλλειψη διαβουλεύσεως με τη συμβουλευτική επιτροπή κατά το άρθρο 15, παράγραφοι 3 και 5, του κανονισμού 17.
2.5.2.1.
Κατά το ανωτέρω άρθρο, η Επιτροπή διαβουλεύεται με τη συμβουλευτική επιτροπή πριν λάβει οιαδήποτε απόφαση κατά τη διαδικασία που έχει κινηθεί για να διαπιστωθεί, μεταξύ άλλων, παράβαση του άρθρου 85. Επειδή όμως η Επιτροπή δεν είχε δηλώσει, ούτε κατά την ανακοίνωση των αιτιάσεων ούτε κατά την ακρόαση, ότι είχε την πρόθεση να στηριχθεί στο άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 17, οι προσφεύγουσες δεν είχαν άλλη επιλογή παρά να υποθέσουν ότι η Επιτροπή δεν είχε ειδοποιήσει τη συμβουλευτική επιτροπή για την πρόθεση αυτή. 'Αλλωστε, ακόμη κι αν η επιτροπή είχε την ευκαιρία να εξετάσει τη νεά άποψη βάσει της αποφάσεως της Επιτροπής, αυτό θα μπορούσε να το κάνει μόνο κατά την ακρόαση, όπου όμως δεν πρόκειται για κατάλληλη περίσταση σύμφωνη με τις επιταγές του άρθρου 10 του κανονισμού 17.
2.5.3.
Οι προσφεύγουσες' σημειώνουν ότι ορισμένος αριθμός διανομέων της Ford Britain ζήτησαν με τηλετύπημα να τους ακούσει η Επιτροπή στο πλαίσιο της διαδικασίας που είχε κινηθεί κατά της Ford AG και ότι η Επιτροπή δεν αρνείται ότι οι διανομείς αυτοί είχαν επαρκές συμφέρον για να ακουστούν. Εντούτοις η Επιτροπή δεν αντέδρασε στα τηλετυπήματα αυτά προτού λάβει την απόφαση, και αν υποτεθεί ακόμη ότι τα είχε λάβει υπόψη της, αποφάσισε να μην παράσχει στους διανομείς την ευκαιρία να υποβάλουν γραπτές παρατηρήσεις.
2.5.3.1.
Από τα παραπάνω οι προσφεύγουσες συνάγουν ότι η Επιτροπή λαμβάνοντας την απόφαση παρέβη το άρθρο 19, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και το άρθρο 5 του κανονισμού 99/63 που έχει προαναφερθεί.
3.
Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι η Επιτροπή στις παρατηρήσεις της στην υπόθεση Camera Care υποστήριξε ότι για να μπορούν να ληφθούν τα αντιμετωπιζόμενα προσωρινά μέτρα πρέπει εκ πρώτης όψεως να παρίστανται πολύ δικαιολογημένα. Η απόφαση όμως δεν σημειώνει πουθενά ρητώς ότι η Επιτροπή έχει εξετάσει το ζήτημα αυτό και οι προσφεύγουσες συνεπώς συνάγουν ότι η εν λόγω.προϋπόθεση δεν συντρέχει.
4.
Τέλος, οι προσφεύγουσες φρονούν ότι η Επιτροπή παρέβη εν πάση περιπτώσει την αρχή του κοινοτικού δικαίου σύμφωνα με την οποία απόφαση η οποία διατάσσει κάποια πράξη οφείλει να είναι διατυπωμένη με ακρίβεια.
4.1.
Υποστηρίζουν ότι η απόφαση δεν τους υποδεικνύει:
α)
τους τύπους αυτοκινήτων που η Ford AG οφείλει να παραδίδει
β)
την τιμή και τους όρους με τους οποίους η Ford AG οφείλει να παραδίδει τα αυτοκίνητα αυτά·
γ)
την έκταση της υποχρεώσεως παραδόσεως.
ii) Τα επιχειρήματα της Επιτροπής
1.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι η άποψη των προσφευγουσών κατά την οποία δεν πρέπει να λαμβάνεται καμιά προσωρινή απόφαση όταν αυτή συνιστά «καινοτομία», ισοδυναμεί με τον ισχυρισμό ότι η Επιτροπή δεν πρέπει να εκδίδει προσωρινά μέτρα παρά μόνο πολύ σπάνια, αν όχι ποτέ. Κατά την Επιτροπή, αυτό δεν προβλέπεται από το δίκαιο.
2.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η απόφασή της της 18ης Αυγούστου 1982 συγκεντρώνει όλες τις απαιτούμενες προϋποθέσεις οι οποίες της παρέχουν την εξουσία να διατάξει προσωρινά μέτρα, όπως αυτές προκύπτουν από τη διάταξη του Δικαστηρίου της 17ης Ιανουαρίου 1980 στην προαναφερθείσα υπόθεση Camera Care.
2.1.
Υποστηρίζει ότι είναι αδύνατο να λάβει οριστική απόφαση σε σύντομο χρόνο. Μια οριστική απόφαση είναι επομένως «χωρίς πρακτικό αποτέλεσμα» υπό την έννοια της διατάξεως Camera Care αν επέρχεται πολύ καθυστερημένα για να αποφευχθεί η ζημία την οποία άμεσα μέτρα θα είχαν αποτρέψει ή περιορίσει.
2.1.1.
Στην προκειμένη περίπτωση η Επιτροπή φρονεί ότι μια οριστική απόφαση 9α ήταν χωρίς πρακτικό αποτέλεσμα για να αποφευχθούν σοβαρές ζημίες των βρετανών αγοραστών αυτοκινήτων κατά το χρόνο πριν από την έκδοση της.
2.1.2.
Η Επιτροπή συνάγει από τα παραπάνω ότι μια προσωρινή απόφαση ήταν απαραίτητη για την πρόληψη τέτοιων ζημιών.
2.2.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι η έννοια του «εννόμου συμφέροντος» δεν εμφανίζεται στη διάταξη Camera Care ως εντελώς ξεχωριστό κριτήριο.
2.2.1.
Η Επιτροπή δέχεται ότι η Ford AG έχει έννομο συμφέρον το σύστημα διανομής της να λειτουργεί τόσο στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας όσο και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το συμφέρον όμως αυτό δεν της επιτρέπει να απαγορεύει στους γερμανούς διανομείς της να πραγματοποιούν εξαγωγές. Η Επιτροπή προσθέτει ότι οι προσφεύγουσες δεν έχουν προσκομίσει κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι διέτρεχαν κίνδυνο να υποστούν σοβαρές ζημίες αν οι γερμανοί διανομείς πραγματοποιούσαν πρόσθετα κέρδη διενεργώντας πρόσθετες πωλήσεις στο Ηνωμένο Βασίλειο.
2.3.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι έπρεπε να ληφθούν προσωρινά μέτρα εναντίον της Ford AG διότι συνέτρεχε επείγων λόγος οι γερμανοί διανομείς να διατηρήσουν το ρόλο τους ως μεσάζοντες για τις παραδόσεις αυτοκινήτων ΔΔ στο Ηνωμένο Βασίλειο και να αποφευχθεί στεγανοποίηση της αγοράς, κατάσταση απαράδεκτη για το γενικό συμφέρον.
2.3.1.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει το γεγονός ότι το BEUC, στην καταγγελία που υπέβαλε, ζήτησε μεταξύ άλλων τη λήψη προσωρινών μέτρων κατά της Ford AG η οποία αρνούνταν να παραδίδει. Είχε επομένως αρμοδιότητα να διατάξει προσωρινά μέτρα προς αποφυγή προκλήσεως σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας σε σημαντικό αριθμό σαφώς καθορισμένων προσώπων, δηλαδή στους αγοραστές αυτοκινήτων στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το γεγονός ότι στην απόφαση δεν αναφέρεται σαφώς η καταγγελία του BEUC δεν εμποδίζει την Επιτροπή να αναφέρεται στην καταγγελία αυτή με τα υπομνήματα της στις παρούσες υποθέσεις.
2.3.2.
Κατά την Επιτροπή, η στέρηση της δυνατότητας εξοικονομήσεως χρημάτων κατά την αγορά ενός αναγκαίου πράγματος ισοδυναμεί με πρόκληση ζημίας. Οι βρετανοί αγοραστές Ford εν προκειμένω έχουν πράγματι υποστεί μια τέτοια ζημία, παρόμοια με τη ζημία που προκαλείται από απαγόρευση εξαγωγής ή από περιοριστική σύμβαση που απαγορεύει πωλήσεις σε συμφέρουσες τιμές.
2.3.3.
Η Επιτροπή αποκρούει την άποψη ότι η απόφαση «εξαναγκάζει» σε μείωση των τιμών: η απόφαση αποκαθιστά τον ανταγωνισμό μεταξύ των προϊόντων της ίδιας μάρκας και τον απαλλάσσει από ένα μέτρο το οποίο εμποδίζει όλες τις παράλληλες εισαγωγές αυτοκινήτων ΔΔ και το οποίο στερεί απ' όλους τους αγοραστές της Κοινότητας τη δυνατότητα να αγοράζουν τα αυτοκίνητα αυτά στη χαμηλότερη τιμή στην οποία ήταν διαθέσιμα κατά το παρελθόν.
2.4.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι μια απόφαση περί λήψεως προσωρινών μέτρων είναι συντηρητική εφόσον διατηρεί την υφιστάμενη κατάσταση.
2.4.1.
Ισχυρίζεται ότι η υπό κρίση απόφαση γεννά υποχρέωση για μεταχείριση που να μην εισάγει διακρίσεις ανάμεσα στα αυτοκίνητα ΑΔ και ΔΔ, όπως έπραττε η Ford AG μέχρι το Μάιο 1982. Η απόφαση δεν επιβάλλει στην Ford AG να δεχθεί μια νέα συμβατική υποχρέωση παραδόσεως «όλων των αυτοκινήτων» στους διανομείς της' η απόφαση υποχρεώνει τη Ford AG να αποσύρει την εγκύκλιο και επομένως να παραδίδει πάλι αυτοκίνητα ΔΔ μέσω των γερμανών διανομέων στο πλαίσιο του «Visit Europe Plan». Ακόμη κι αν η Ford AG δεν είχε συμβατική υποχρέωση όσον αφορά τα αυτοκίνητα ΔΔ πριν από την έκδοση της αποφάσεως, η πρακτική ήταν ότι τα αυτοκίνητα αυτά παραδίδονταν στους γερμανούς αποκλειστικούς αντιπρόσωπους. Ορθώς εξάλλου η απόφαση δεν επιβάλλει ποσοτικό περιορισμό για τον αριθμό αυτοκινήτων που πρέπει να παραδίδει η Ford AG: η ζημία την οποία προσπαθεί να αποφύγει η Ford AG δεν είναι τόσο άμεση, επικείμενη και βέβαιη ώστε να χρειάζεται ο καθορισμός ενός τέτοιου ορίου το οποίο δεν υπήρχε προηγουμένως και το οποίο δεν συμβιβάζεται με τη διατήρηση του status quo.
2.4.2.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ακόμη ότι απόφαση περί λήψεως προσωρινών μέτρων δεν παύει να είναι συντηρητική για τον απλό λόγο ότι πολύ μεγάλος αριθμός προσώπων μπορεί να εκμεταλλεύεται τις δυνατότητες που τους παρέχει μια δεδομένη κατάσταση.
2.4.3.
Από τα ανωτέρω συνάγει ότι η απόφαση που έχει εκδοθεί έχει πράγματι συντηρητικό χαρακτήρα.
2.5.
Όσον αφορά την υποχρέωση να τηρούνται οι θεμελιώδεις εγγυήσεις, η Επιτροπή ισχυρίζεται τα ακόλουθα.
2.5.1.
Διαδικασία την οποία κινεί η Επιτροπή προκειμένου να εκδοθούν προσωρινά μέτρα εντάσσεται κατ' ανάγκη στο πλαίσιο μιας κύριας διαδικασίας. Ορθώς επομένως η Επιτροπή, στη γνωστοποίηση των αιτιάσεων, ανέφερε ότι είχε κινηθεί διαδικασία δυνάμει του άρθρου 6 του κανονισμού 17· άλλωστε, από το κείμενο της ανωτέρω ανακοινώσεως καθώς και από τα πρακτικά της ακροάσεως προκύπτει σαφώς ότι η Επιτροπή είχε την πρόθεση να εκδώσει απόφαση λήψεως προσωρινών μέτρων, πράγμα το οποίο ήταν προφανώς δυνατό δυνάμει του άρθρου 3 και όχι δυνάμει του άρθρου 6 του κανονισμού 17.
2.5.1.1.
Από τα παραπάνω η Επιτροπή συμπεραίνει ότι δεν στέρησε από τις προσφεύγουσες το δικαίωμα τους να της εκθέσουν τις απόψεις τους επί της εφαρμογής στις παρούσες υποθέσεις του άρθρου 3 του κανονισμού 17.
2.5.2.
Φρονεί ότι δεν έχει καμία υποχρέωση να ακούσει την άποψη της συμβουλευτικής επιτροπής προτού λάβει απόφαση περί λήψεως προσωρινών μέτρων δεν υποχρεούται επίσης να διαβουλεύεται με την επιτροπή αυτή σε περίπτωση προσωρινών αποφάσεων βάσει του άρθρου 15, παράγραφος 6, του ίδιου κανονισμού.
2.5.2.1.
Η Επιτροπή εντούτοις είχε παράσχει την ευκαιρία στη συμβουλευτική επιτροπή, η οποία είχε γνώση της γνωστοποιήσεως των αιτιάσεων, να υποβάλει τις παρατηρήσεις της μετά την ακρόαση στις 23 Ιουλίου 1982, και υποτίθεται ότι η συμβουλευτική επιτροπή γνώριζε ότι μια προσωρινή απόφαση βασίζεται στο άρθρο 3 του κανονισμού 17 διότι αυτό προκύπτει σαφώς από τη διάταξη στην υπόθεση Camera Care.
2.5.3.
Η Επιτροπή αποκρούει την άποψη ότι οι διανομείς της Ford έχουν επαρκές έννομο συμφέρον το οποίο- να τους παρέχει το δικαίωμα να ακουστούν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας που καταλήγει σε προσωρινή απόφαση. Επιπλέον, και αν ακόμα οι διανομείς νομιμοποιούνται να υποβάλλουν γραπτές παρατηρήσεις κατά την κύρια διαδικασία, δεν έχουν το δικαίωμα να επιμένουν και να καθυστερούν τη διαδικασία υποβάλλοντας γραπτές παρατηρήσεις κατά την προσωρινή διαδικασία. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι εντούτοις οι διανομείς υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις τις οποίες και έχει λάβει υπόψη' δεν είχαν ζητήσει απλώς να ακουστούν. Η Επιτροπή προσθέτει ότι οι προσφεύγουσες δεν στηρίζονται σε κανένα ιδιαίτερο επιχείρημα που προβάλλουν οι κύριοι εμπορικοί αντιπρόσωποι: το συμφέρον των βρετανών εμπορικών αντιπρόσωπων της Ford να διατηρούνται οι λιανικές τιμές όσο το δυνατό υψηλότερες είναι πάντοτε προφανές και οι προσφεύγουσες το έχουν υπαινιχθεί σχετικά κατά τη διάρκεια της ακροάσεως.
3.
Όσον αφορά το υπόμνημα της στην υπόθεση Camera Care, η Επιτροπή παρατηρεί ότι οι αιτιάσεις εναντίον Ford AG είναι αρκετά σοβαρές για να δικαιολογούν τη λήψη προσωρινών μέτρων. Παραπέμπει στις παρατηρήσεις της που παραθέτει ανωτέρω.
4.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι μια προσωρινή απόφαση δεν οφείλει να προβλέπει με ακρίβεια όλες τις πιθανές καταστάσεις. Όταν η Επιτροπή διατάσσει σε μια επιχείρηση να επανέλθει στην προηγούμενη πρακτική της, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, δεν χρειάζεται να είναι τόσο ακριβής όσο και σε άλλες περιπτώσεις. Σε περίπτωση υπάρξεως πραγματικής αμφιβολίας η επιχείρηση μπορούσε πάντοτε να συμβουλευτεί την Επιτροπή και σε περίπτωση αντίθετης ερμηνείας οιαδήποτε πραγματική αμφιβολία θα ερμηνευόταν υπέρ της επιχειρήσεως.
4.1.
Η Επιτροπή προσθέτει ότι είναι σαφές ότι η επίδικη απόφαση διατάσσει τη Ford AG να επανέλθει στην πρακτική που ακολουθούσε πριν από το Μάιο 1982. Κατά συνέπεια, η Ford AG οφείλει να πωλεί στους κύριους εμπορικούς αντιπροσώπους της αυτοκίνητα ΔΔ με γερμανικές προδιαγραφές (ή βρετανικές) τα οποία να ανταποκρίνονται στις ανάγκες των ιδιωτών αγοραστών, όπως έπραττε μέχρι την 1η Μαΐου 1982. Η Ford AG οφείλει επίσης να πωλεί κυρίως σε γερμανικές τιμές, προσαυξημένες με όλα τα πραγματικά αναγκαία έξοδα για να καλύπτουν τις πρόσθετες δαπάνες στις οποίες υποβάλλεται για την προμήθεια των αυτοκινήτων αυτών.
Επίσης, οι προθεσμίες για την παράδοση πρέπει να είναι περίπου οι ίδιες με αυτές που προβλέπονται για τις παραδόσεις αυτοκινήτων ΔΔ, δηλαδή όπως πριν από την 1η Μαΐου 1982. Τέλος, η απόφαση δεν επιβάλλει την υποχρέωση πωλήσεως αυτοκινήτων με γερμανικές προδιαγραφές σε αγοραστές που δεν εμπίπτουν στο Visit Europe Plan όπως ίσχυε πριν από το Μάιο 1982. Αντίθετα, όμως, η Ford Britain οφείλει να μειώσει τις τιμές της και να παραδίδει η ίδια αυτοκίνητα στο μέτρο που η Ford AG δεν μπορεί να ανταποκρίνεται στη ζήτηση αυτοκινήτων ΔΔ σε γερμανικές τιμές.
Οι παρατηρηθείς των παρεμοαινόντων δια-οίκων
1.
Το Bureau européen des unions des consommateurs (BEUC), το οποίο εκπροσωπεί τους καταναλωτές ενώπιον των οργάνων της ΕΟΚ, τονίζει ότι η Επιτροπή είναι η μόνη αρμόδια, ενόψει των πραγματικών περιστατικών της προκειμένης περιπτώσεως, να καθορίσει αν έπρεπε ή όχι να εκδοθεί η απόφαση. Το Δικαστήριο μπορεί να κρίνει ότι η Επιτροπή, λαμβάνοντας προσωρινά μέτρα, έχει υποπέσει σε νομική πλάνη, μόνο αν το Δικαστήριο θεωρήσει ότι κανένα πραγματικό στοιχείο δεν δικαιολογούσε τη λήψη τους.
1.2.
Κατά το BEUC, όταν η Επιτροπή διατάσσει ένα προσωρινό μέτρο οφείλει αφενός μεν να λαμβάνει υπόψη α) το έννομο συμφέρον της Ford, αφετέρου δε να κρίνει είτε ότι 6) το BEUC και τα συμφέροντα που εκπροσωπεί θα υποστούν σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία, είτε ότι γ) η κατάσταση που εμφανίζεται είναι απαράδεκτη για το δημόσιο συμφέρον.
α)
Το BEUC τονίζει ότι οι παράλληλες ατομικές εισαγωγές αφορούν μόνο ένα μικρό ποσοστό της βρετανικής αγοράς της Ford και ότι σημαντικό μέρος αυτού του ποσοστού αγοραστών καταφεύγει σε «μί-σθωση-πώληση» (location-vente, hire-purchase). Επειδή δε σημαντικός αριθμός των υπόλοιπων αγοραστών αναγκάζεται να ανταλλάσσει το παλιό του αυτοκίνητο, δεν απομένει παρά μόνο μικρό ποσοστό αγοραστών που είναι σε θέση να αγοράζουν αυτοκίνητα στην ηπειρωτική Ευρώπη.
6)
Ανεξάρτητα του αν η κατάσταση είναι απαράδεκτη ή όχι για το δημόσιο συμφέρον, το BEUC θεωρεί ότι είναι σαφές ότι οι καταναλωτές τους οποίους εκπροσωπεί υφίστανται σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία.
γ)
Όσον αφορά το δημόσιο συμφέρον, το BEUC υποστηρίζει ότι το δημόσιο συμφέρον δεν το εκπροσωπούν τα άτομα που αγοράζουν αυτοκίνητο αλλά όλοι όσοι έχουν τη δυνατότητα αυτή. Το δημόσιο συμφέρον στο δίκαιο του ανταγωνισμού είναι να εξασφαλίζεται η ύπαρξη της επιλογής αυτής. Κατά συνέπεια, το δημόσιο συμφέρον δεν επωφελείται από μια στεγανοποίηση της αγοράς, όπως αυτή που εφαρμόζει η Ford AG.
1.3.
To BEUC ζητεί από το Δικαστήριο να καταδικάσει τις προσφεύγουσες στα δικαστικά του έξοδα.
2.
Ο.ι εταιρείες Stormont Limited και James Α. Laidlaw (Holdings) Limited (εφεξής Stormont και Laidlaw), αμφότερες διανομείς και κύριοι εμπορικοί αντιπρόσωποι της Ford Britain παρατηρούν ότι η Επιτροπή δεν τήρησε τους διαδικαστικούς τύπους σχετικά με το δικαίωμα των τρίτων προτού λάβει απόφαση περί προσωρινών μέτρων.
2.1.
Πρώτον, η Επιτροπή έσφαλε με το να αρνηθεί να ακούσει τις απόψεις τους. Παρόλο που επιχειρεί να κάνει διάκριση ανάμεσα στο δικαίωμα των τρίτων να εκθέσουν τις απόψεις τους κατά τη διοικητική διαδικασία που προηγείται της λήψεως προσωρινών μέτρων και στο ίδιο δικαίωμα τους κατά την κύρια διοικητική διαδικασία, η διάκριση αυτή δεν έχει έρεισμα, ούτε στη διατύπωση του άρθρου 19 του κανονισμού 17 ούτε στη διάταξη του Δικαστηρίου στην υπόθεση Camera Care. Πιθανολογείται πράγματι ότι οι τρίτοι βλάπτονται περισσότερο από προσωρινές αποφάσεις που λαμβάνονται προτού ακόμη ληφθούν πλήρως υπόψη τα πραγματικά περιστατικά. Οι Stormont και Laidlaw θεωρούν ότι αμφότερες είχαν επαρκές έννομο συμφέρον να εκθέσουν τις απόψεις τους κατά τη διοικητική διαδικασία η οποία προηγήθηκε της λήψεως προσωρινών μέτρων. Τονίζουν ότι η χρονική απόσταση ανάμεσα στα διάφορα στάδια της διαδικασίας αυτής δείχνει με σαφήνεια ότι η επίδικη απόφαση δεν αφορά επείγουσα περίπτωση. Απολύτως αβάσιμα, κατά συνέπεια, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ο διαθέσιμος χρόνος ήταν ανεπαρκής για να δοθεί η δυνατότητα στους διανομείς της Ford Britain να υποβάλουν γραπτές ή προφορικές παρατηρήσεις.
2.2.
Οι Stormont και Laidlaw υποστηρίζουν ότι, σύμφωνα με καθιερωμένο κανόνα, κάθε δικαστήριο επιφορτισμένο με την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, προκειμένου να διατάξει η όχι προσωρινά μέτρα, οφείλει να σταθμίσει και να εκτιμήσει τα αντιτιθέμενα συμφέροντα, συμπεριλαμβανομένων των συμφερόντων των τρίτων. Η μη ακρόαση επομένως των διανομέων εμπόδισε την Επιτροπή να εκτιμήσει το σύνολο των αντιτιθέμενων συμφερόντων.
2.3.
Οι Stormont και Laidlaw έχουν την γνώμη ότι αυτή η ίδια η απόφαση της Επιτροπής δεν έχει συντηρητικό χαρακτήρα. 'Ετσι, απέχοντας πολύ το να διατηρεί το status quo, αν δεν είχε ανασταλεί η εφαρμογή της, το status quo θα είχε διακυβευθεί αμετάκλητα. Κακώς η Επιτροπή _ διατείνεται ότι οι προσφεύγουσες μπορούσαν να προσκομίσουν τις αποδείξεις προς υποστήριξη του ισχυρισμού τους σύμφωνα με τον οποίο η απόφαση θα έθετε σε κίνδυνο την αποδοτικότητα της Ford Britain και του δικτύου διανομής της: δεδομένου ότι το Δικαστήριο έχει διατάξει τη μερική αναστολή εφαρμογής της αποφάσεως, μοναδική απόδειξη που μπορούσε να προσκομιστεί ήταν η μαρτυρία που στηρίζεται στην εμπορική ικανότητα και πείρα της Ford και των διανομέων της.
2.4.
Οι Stormont και Laidlaw διατείνονται ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι η Επιτροπή προτού λάβει την απόφαση της είχε αντιμετωπίσει εναλλακτικές λύσεις όπως η μη έκδοση προσωρινής αποφάσεως ή η έκδοση διαφορετικής αποφάσεως ή ακόμη η εφαρμογή του άρθρου 15, παράγραφος 6, του κανονισμού 17 ή η επιτάχυνση της κύριας διοικητικής διαδικασίας.
2.5.
Οι Stormörn και Laidlaw καταλήγουν ότι επειδή η Επιτροπή παρέβη τους ουσιώδεις τύπους της διαδικασίας, η απόφαση φέρει το στίγμα της ακυρότητας. Ζητούν από το Δικαστήριο να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα της παρεμβάσεώς τους.
IV — Προφορική διαδικασία
Στη συνεδρίαση της 18ης Οκτωβρίου 1983 οι προσφεύγουσες, εκπροσωπούμενες από τους J. Lever και P. Sambuc, και οι παρεμβαίνουσες James Α. Laidlaw (Holdings) Limited και Stormont Limited, εκπροσωπούμενες από τον Leaver, καθώς και η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον J. Temple Lang, ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους και απάντησαν σε ερωτήσεις που υπέβαλε το Δικαστήριο.
Κατά τη συνεδρίαση οι προσφεύγουσες τόνισαν ιδίως ότι η προσωρινή απόφαση της Επιτροπής ήταν άνευ όρων και επέβαλε στη Ford υποχρέωση, η οποία δεν ήταν δυνατό να περιέχεται στην οριστική απόφαση της Επιτροπής. Δεν μπορούσε επομένως να επεκταθεί τόσο η αρμοδιότητα της Επιτροπής για τη λήψη προσωρινών μέτρων. Πράγματι, αν η Επιτροπή είχε τη δυνατότητα, στο πλαίσιο προσωρινών μέτρων, να επιβάλλει υποχρεώσεις που δεν μπορεί να επιβάλει με οριστική απόφαση βάσει του άρθρου 3 του κανονισμού 17, τότε θα επιβάλλονταν στις επιχειρήσεις εξαιρετικές υποχρεώσεις για περιόδους υπερβολικά μεγάλες και οι οποίες δεν ρυθμίζονται από κανονισμό. Αν συνεπώς η Επιτροπή είχε την πρόθεση να αποκαταστήσει το «statu quo ante», η μόνη ενέργεια που όφειλε ήταν να εκδώσει απόφαση στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που της παρέχει ρητά το άρθρο 15, παράγραφος 6, του κανονισμού 17.
Η Επιτροπή υπογράμμισε ότι αν μια συμφωνία είναι παράνομη, αν μια πράξη προκαλεί ζημία και αν συντρέχουν οι υπόλοιπες προϋποθέσεις που δικαιολογούν τη λήψη προσωρινών συντηρητικών μέτρων, μπορεί να διατάξει να πάψει η ενέργεια που προκαλεί τη ζημία. Στον τομέα αυτό οι αρμοδιότητες της Επιτροπής είναι οι ίδιες ανεξάρτητα αν ot επιχειρήσεις έχουν κοινοποιήσει ή όχι τη σύμβαση τους κυρίου εμπορικού αντιπρόσωπου. Η ορθή νομική βάση των προσωρινών μέτρων δεν είναι το άρθρο 8 του κανονισμού 17, αλλά το άρθρο 3 του κανονισμού αυτού, καθώς και η απόφαση στην υπόθεση Camera Care η οποία έχει προαναφερθεί. Επιπλέον, δεν ενδείκνυται εν προκειμένω η προσφυγή στο άρθρο 15, παράγραφος 6. Πρώτον, δεν συμβάλλει καθόλου στην αποτροπή της ζημίας που προκαλείται στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας, συγκεκριμένα για τους βρετανούς καταναλωτές δεύτερον, μια τέτοια απόφαση θα είχε ευρύτερες και επιβλαβέστερες συνέπειες στο σύστημα διανομής της Ford στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία και δεν φαίνεται αναγκαία ή πρόσφορη αφενός μεν για να αποκαταστήσει το status quo, αφετέρου δε για να αποτρέψει τη ζημία που φοβόταν η Επιτροπή.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του στη συνεδρίαση της 15ης Δεκεμβρίου 1983.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφα, που κατέθεσαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 3 Σεπτεμβρίου 1982, η Ford of Europe Incorporated, με έδρα το Wilmington, Delaware (Ηνωμένες Πολιτείες) και η Ford-Werke Aktiengesellschaft, με έδρα την Κολωνία, άσκησαν, δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερη παράγραφος, της συνθήκης ΕΟΚ, δυο προσφυγές με τις οποίες ζητούν την ακύρωση της απόφασης 82/628 της Επιτροπής, της 18ης Αυγούστου 1982, περί διαδικασίας σύμφωνα με το άρθρο 85 της συνθήκης ΕΟΚ (IV 30696 — Σύστημα διανομής των Ford-Werke AG — Προσωρινά μέτρα, ΕΕ L 256, σ. 20).
2
Με διάταξη της 17ης Νοεμβρίου 1982, λόγω της συνάφειας των δύο υποθέσεων, το Δικαστήριο διέταξε την ένωση και τη συνεκδίκασή τους προς διευκόλυνση της διαδικασίας και έκδοση κοινής απόφασης.
3
Οι προσφεύγουσες είναι θυγατρικές εταιρείες της Ford Motor Company, εταιρείας που εδρεύει στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Η προσφεύγουσα Ford of Europe Incorporated (στο εξής Ford οf Europe) είναι εταιρεία που έχει συσταθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες και είναι εγκατεστημένη στο Ηνωμένο Βασίλειο, το Βέλγιο και την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ενώ η προσφεύγουσα Ford-Werke Aktiengesellschaft (στο εξής Ford AG) είναι εταιρεία γερμανικού δικαίου εγκατεστημένη στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και, ως παραγωγική εταιρεία, επίσης στο Βέλγιο.
4
Η Ford of Europe συντονίζει την κατονομή των οικονομικών δραστηριοτήτων μεταξύ των ευρωπαϊκών θυγατρικών της Ford Motor Company (στο εξής «όμιλος Ford»). Η Ford AG κατασκευάζει αυτοκίνητα Ford μέρος των οποίων εμπορεύεται η ίδια η εταιρεία στην αγορά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, τα υπόλοιπα δε τα εξάγει σε ορισμένα ιδίως κράτη μέλη όπου άλλες επιχειρήσεις του ομίλου τα διαθέτουν στο εμπόριο. Η Ford AG πωλεί σημαντικό τμήμα της παραγωγής της απευθείας στη Ford Motor Company Limited (στο εξής «Ford Britain») στο Ηνωμένο Βασίλειο για να το διαθέτει η τελευταία στο εμπόριο της χώρας αυτής· η εταιρεία αυτή, όπως ακριβώς η Ford AG, έχει οργανώσει το δικό της πρόγραμμα πωλήσεων και το δικό της δίκτυο διανομής. Συνεπώς, η Ford AG παράγει τακτικά ταυτόχρονα αυτοκίνητα αριστερής διεύθυνσης και αυτοκίνητο δεξιάς διεύθυνσης (στο εξής αυτοκίνητα ΔΔ).
5
Για να θέσει σε λειτουργία το πρόγραμμα πωλήσεων της στη γερμανική αγορά η Ford AG έχει καθιερώσει ένα σύστημα επιλεκτικής διανομής που βασίζεται σε σύμβαση κύριου εμπορικού αντιπρόσωπου (Haupthändler-Vertrag) που τη συνδέει με τους γερμανούς διανομείς της. Η σύμβαση αυτή' κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή στις 14 Μαιου 1976 και η Ford AG ζήτησε να της χορηγηθεί αρνητική πιστοποίηση υπό την έννοια του άρθρου 2 του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962 (ΕΕ, ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25) ή, επικουρικώς, απαλλαγή υπό την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 3, της συνθήκης. Κατά το χρόνο των περιστατικών που αφορούν την παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή δεν είχε λάβει ακόμα ρητή απόφαση επί της αίτησης αυτής, αλλά οι διάδικοι δεν αμφισβητούν ότι η σύμβαση, η οποία στηρίζεται τόσο σε ποσοτικά όσο και σε ποιοτικά κριτήρια, είναι παρόμοια με άλλες συμβάσεις κύριας εμπορικής αντιπροσωπίας στον κλάδο των αυτοκινήτων για τις οποίες η Επιτροπή έχει χορηγήσει ή προτίθεται να χορηγήσει απαλλαγή δυνάμει της ευεργετικής διάταξης του άρθρου 85, παράγραφος 3.
6
Μέχρι την 1η Μαΐου 1982 η Ford AG προμήθευσε στους αναγνωρισμένους γερμανούς διανομείς της ορισμένο αριθμό αυτοκινήτων ΔΔ — άλλα με βρετανικές και άλλα με γερμανικές προδιαγραφές — τα οποία και πουλήθηκαν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Από την άνοιξη του 1981 αυξήθηκε σημαντικά η ζήτηση στην αγορά αυτοκινήτων ΔΔ διότι οι τιμές, εν μέρει λόγω νομισματικών διακυμάνσεων, ήταν πολύ κατώτερες των τιμών που ίσχυαν στη βρετανική αγορά και για το λόγο αυτό αυξανόμενος αριθμός βρετανών πελατών αγόραζε τα αυτοκίνητα αυτά από τους γερμανούς διανομείς.
7
Επειδή η Ford AG ανησύχησε για τις συνέπειες που είχαν οι πωλήσεις αυτές στην κατάσταση της Ford Britain και του δικτύου διανομής της, με εγκύκλιο της 27ης Απριλίου 1982 πληροφόρησε τους γερμανούς διανομείς Ford ότι από 1ης Μαΐου 1982 δεν θα δεχόταν πλέον τις παραγγελίες τους για αυτοκίνητα ΔΔ και ότι στο εξής όλα τα αυτοκίνητα αυτά θα έπρεπε να αγοράζονται είτε από τους γενικούς αντιπρόσωπους Ford στο Ηνωμένο Βασίλειο είτε από μια θυγατρική επιχείρηση της Ford Britain.
8
Η εγκύκλιος αυτή προκάλεσα καταγγελία του Bureau européen des unions des consommateurs, που είναι παρεμβαίνων διάδικος στις παρούσες υποθέσεις, προς την Επιτροπή στις 12 Μαΐου 1982 και ζητούσε λήψη προσωρινών μέτρων. Στις 2 Ιουλίου 1982 η Επιτροπή αποφάσισε «να κινήσει... διαδικασία βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 17», διάταξης που αφορά την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3, της συνθήκης, και απηύθυνε στη Ford AG ανακοίνωση των σχετικών αιτιάσεων. Στην ανακοίνωση αυτή η Επιτροπή τόνισε ότι προετίθετο να κρίνει ότι το σύστημα διανομής που εφαρμόζεται από τη Ford AG αντιβαίνει στο άρθρο 85, παράγραφος 1, και ότι δεν μπορούσε να τύχει απαλλαγής βάσει της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου, αλλά ότι σκόπευε να λάβει εν τω μεταξύ προσωρινή απόφαση με την οποία η Ford AG να εντέλλεται να αποσύρει την εγκύκλιο της 27ης Απριλίου 1982 και να επανασυμπερι-λάβει τα αυτοκίνητα ΔΔ στην κλίμακα των προϊόντων που προσφέρει η εταιρεία αυτή.
9
Κατόπιν ακροάσεως της εταιρείας και των ενδιαφερομένων τρίτων και αφού παρασχέθηκε η ευκαιρία στη συμβουλευτική επιτροπή να υποβάλει τις παρατηρήσεις της, η Επιτροπή έλαβε στις 18 Αυγούστου 1982 την επίδικη απόφαση, η οποία επιβάλλει στη Ford AG την υποχρέωση να αποσύρει την εγκύκλιο της 27ης Απριλίου 1982 και να ανακοινώσει στους γερμανούς διανομείς Ford ότι τα αυτοκίνητα ΔΔ συνεχίζουν να αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του συμβατικού προγράμματος παραδόσεων της Ford AG εντός προθεσμίας δέκα ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης. Απογορεύθηκαν επιπλέον οιαδήποτε μέτρα που έχουν το ίδιο αποτέλεσμα με την εγκύκλιο και για κάθε ημέρα καθυστέρησης της εκτέλεσης των επιβαλλόμενων μέτρων επιβλήθηκε στη Ford AG χρηματική ποινή. Η απόφαση ίσχυε μέχρις ότου εκδοθεί απόφαση που να περατώνει οριστικά τη διαδικασία.
10
Στην απόφαση, η οποία έχει ληφθεί βάσει του κανονισμού 17 και συγκεκριμένα των άρθρων 3, παράγραφος 1, και 6, παράγραφος 1, η Επιτροπή σημειώνει ότι το σύστημα διανομής της Ford αντιβαίνει κατά πάσα πιθανότητα προς το άρθρο 85, παράγραφος 1, είναι όμως πολύ πιθανό ότι το σύστημα, όπως εφαρμοζόταν πριν από την 1η Μαΐου 1982, θα μπορούσε να τύχει απαλλαγής υπό την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 3. Αν όμως η σύμβαση είχε τύχει απαλλαγής, θα ήταν δυνατόν να απαγορευτούν αναδρομικά στη Ford AG ορισμένες ενέργειες σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 3, στοιχείο δ), του κανονισμού 17, προκειμένου να παύσει η κατάχρηση της απαλλαγής. Επειδή η κατάσταση στην προκειμένη περίπτωση είναι παρόμοια με την κατάσταση στην οποία θα μπορούσε να έχει εφαρμογή το άρθρο 8, παράγραφος 3, στοιχείο δ), και επειδή συντρέχουν οι προϋποθέσεις που επιτρέπουν τη λήψη προσωρινών μέτρων, στις οποίες έχει αναφερθεί το Δικαστήριο στη διάταξη του της 17ης Ιανουαρίου 1980 (Camera Care Limited) κατά Επιτροπής, 892/79 R, ECR 1980, σ. 119), η Επιτροπή είχε τη δυνατότητα να διατάξει τη Ford AG να επαναφέρει το σύστημα διανομής της όπως το εφάρμοζε μέχρι την 1η Μαΐου 1982.
11
Κατόπιν των αιτήσεων που υπέβαλαν οι προσφεύγουσες στο Δικαστήριο, ο πρόεδρος του Δικαστηρίου, με διάταξη της 29ης Σεπτεμβρίου 1982, ανέστειλε εν μέρει την εκτέλεση της απόφασης της Επιτροπής.
Επί του παραδεκτού
12
Η Επιτροπή αμφισβητεί το παραδεκτό της προσφυγής της Ford of Europe. Υποστηρίζει ότι η επίδικη απόφαση απευθύνεται σε άλλη εταιρεία και ότι η Ford of Europe δεν ισχυρίζεται ότι αυτή η ίδια — ανεξάρτητα από τη Ford AG και τη Ford Britain — υφίσταται ζημίες από την εφαρμογή της απόφασης. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή θεωρεί ότι η απόφαση δεν αφορά άμεσα και ατομικά την Ford of Europe.
13
Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Πράγματι, τα ζητήματα που προκύπτουν από το γεγονός ότι διατίθενται απευθείας στους βρετανούς καταναλωτές, μέσω του γερμανικού δικτύου διανομής, αυτοκίνητα ΔΔ που κατασκευάζει η Ford AG και προορίζονται προς πώληση στη βρετανική αγορά μέσω των διανομέων της Ford Britain είναι ζητήματα το οποία άπτονται αναμφισβήτητα των δραστηριοτήτων με τις οποίες είναι επιφορτισμένη η Ford of Europe ως συντονιστής των εταιρειών του ομίλου Ford για την κατασκευή και τις πωλήσεις. Έπεται ότι η επίδικη απόφαση, παρόλο που απευθύνεται μόνο προς τη Ford AG και αφορά την εγκύκλιο που η ίδια απέστειλε στους γερμανούς διανομείς Ford, αφορά άμεσα και ατομικά τη Ford of Europe υπό την έννοια του άρθρου 173, δεύτερη παράγραφος, της συνθήκης.
14
Η προσφυγή επομένως της Ford of Europe είναι παραδεκτή.
Επί της ουσίας
15
Οι προσφεύγουσες παραδέχονται ότι στόχος της εγκυκλίου ήταν να εξασφαλιστούν ότι οι βρετανοί πελάτες θα αγοράζουν αυτοκίνητα Ford μέσω του δικτύου διανομής της Ford Britain και να περιοριστεί συνεπώς ο ανταγωνισμός στην κοινή αγορά σχετικά με την πώληση αυτοκινήτων Ford στους κατοίκους του Ηνωμένου Βασιλείου. Ισχυρίζονται όμως ότι το μέτρο αυτό δεν αντιβαίνει ούτε στο άρθρο 85 ούτε στο άρθρο 86 της συνθήκης και ότι με τη σύμβαση κύριου εμπορικού αντιπρόσωπου, που έχει κοινοποιηθεί, το μέτρο αυτό δεν συνδέεται τόσο στενά ώστε να επηρεάζει την κρίση βάσει των πιο πάνω διατάξεων. Εν πάση περιπτώσει, μια προσωρινή απόφαση που αφορά ειδικά την άρνηση παράδοσης μέρους της παραγωγής στους αναγνωρισμένους διανομείς υπερβαίνει το όρια των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής. Η επίδικη απόφαση εξάλλου δεν ανταποκρίνεται στις αναγκαίες προϋποθέσεις που έχει θέσει η διάταξη του Δικαστηρίου της 17ης Ιανουαρίου 1980 για τη λήψη προσωρινών μέτρων. Ως προς το σημείο αυτό, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η προσωρινή απόφαση δεν ήταν απαραίτητη για να εξασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα της οριστικής απόφασης και ότι υπερέβαινε τα όρια συντηρητικού μέτρου. Εφόσον δε η εγκύκλιος δεν έχει προκαλέσει στους καταναλωτές καμιά σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία, δεν συντρέχει επίσης περίπτωση κατεπείγοντος. Τέλος, η Επιτροπή δεν τήρησε ορισμένες δικονομικές εγγυήσεις. Ειδικότερα, η Επιτροπή δεν παρέσχε τη δυνατότητα σε δυο βρετανούς διανομείς, παρεμβαίνοντες διαδίκους στην παρούσα υπόθεση, να υποβάλουν γραπτές παρατηρήσεις, παρόλο που είχαν ζητήσει ακρόαση και είχαν αποδείξει εύλογο συμφέρον υπό την έννοια του άρθρου 19, παράγραφος 2, του κανονισμού 17.
16
Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι κανένα από τα μέλη του ομίλου Ford δεν κατέχει δεσπόζουσα θέση, υπό την έννοια του άρθρου 86 της συνθήκης, στις πωλήσεις αυτοκινήτων εντός της κοινής αγοράς ή εντός σημαντικού τμήματός της. Παραδέχεται επίσης ότι η μη παράδοση από τη Ford AG αυτοκινήτων ΔΔ στους γερμανούς διανομείς, κι αν ακόμη είναι απόρροια συντονισμένης δράσης εντός του ομίλου Ford, δεν συνιστά ούτε συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων, ούτε απόφαση ενώσεων επιχειρήσεων, ούτε περίπτωση εναρμονισμένης πρακτικής υπό την έννοια του άρθρου 85 της συνθήκης. Η Επιτροπή αναγνωρίζει κατά συνέπεια ότι δεν θα μπορούσε να παρέμβει κατά της άρνησης αυτής αν δεν υπήρχε μεταξύ της Ford AG και των διανομέων της σύμβαση κύριου εμπορικού αντιπρόσωπου η οποία, από ορισμένες απόψεις, αντέβαινε στο άρθρο 85. Στην προκειμένη περίπτωση όμως υπάρχει τέτοια σύμβαση και η μη παράδοση επηρεάζει τις εμπορικές σχέσεις μεταξύ της Ford AG και των διανομέων της και έτσι εντάσσεται στο πλαίσιο εντός του οποίου πρέπει να κριθεί η σύμβαση αυτή ενόψει ενδεχόμενης απαλλαγής δυνάμει του άρθρου 85, παράγραφος 3. Δεδομένου ότι η άρνηση αυτή έχει τις ίδιες οικονομικές συνέπειες με απογόρευση εξαγωγής και, επομένως, στεγανοποιεί την αγορά, η Επιτροπή είχε δικαίωμα να μη χορηγήσει απαλλαγή για την εν λόγω σύμβαση ή να χορηγήσει απολλαγή υπό τον όρο να επαναρχίσουν οι παραδόσεις. Αν είχε χορηγηθεί τέτοια απαλλαγή, η μη παράδοση θα συνιστούσε κατάχρηση που θα επέτρεπε στην Επιτροπή να λάβει απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 3, του κανονισμού 17. Υπό τις συνθήκες αυτές, η λήψη ανάλογου προσωρινού μέτρου, αναμένοντας την οριστική απόφαση επί της απαλλαγής της σύμβασης, είναι σύμφωνη με τις αρχές που έχει θέσει το Δικαστήριο, με τη διάταξη της 17ης Ιανουαρίου 1980. Η Επιτροπή εξάλλου φρονεί ότι τήρησε τις προϋποθέσεις που έχει θέσει το Δικαστήριο στην προαναφερόμενη διάταξη και αρνείται ότι αγνόησε τα ουσιώδη δικαιώματα που εγγυώνται στις προσφεύγουσες και στους κύριους εμπορικούς αντιπρόσωπους τους οι κοινοτικές διατάξεις.
17
Ενόψει της επιχειρηματολογίας αυτής των διαδίκων, πρέπει να εξεταστεί πρώτον αν η Επιτροπή, λαμβάνοντας το επίδικο προσωρινό μέτρο, ενήργησε εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων της, όπως καθορίζονται από τις κοινοτικές διατάξεις και την ερμηνεία που έχει προσδώσει σε αυτές το Δικαστήριο με τη διάταξη του της 17ης Ιανουαρίου 1980.
18
Στην εν λόγω διάταξη το Δικαστήριο δεν εξέτασε λεπτομερώς τη μορφή και το χαρακτήρα των προσωρινών μέτρων που μπορεί να λαμβάνει η Επιτροπή. Όπως προκύπτει από τη διάταξη, η αρμοδιότητα για τη λήψη των μέτρων αυτών στηρίζεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 17, το οποίο αναφέρει επίσης η Επιτροπή μεταξύ των ληφθέντων υπόψη από την επίδικη απόφαση στοιχείων.
19
Η διάταξη αυτή προβλέπει ότι «αν η Επιτροπή διαπιστώσει, κατόπιν αιτήσεως ή αυτεπαγγέλτως, παράβαση των διατάξεων του άρθρου 85 ή του άρθρου 86 της συνθήκης, δύναται να υποχρεώσει με απόφαση τις συμμετέχουσες επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων να παύσουν τη διαπιστωθείσα παράβαση». Όπως δέχθηκε το Δικαστήριο με την πιο πάνω διάταξη του, τα συντηρητικά μέτρα, που μπορεί να λαμβάνει η Επιτροπή προσωρινά, είναι τα μέτρα τα οποία κρίνονται απαραίτητα προκειμένου η άσκηση του δικαιώματος για λήψη απόφασης που προβλέπεται στο άρθρο 3 να μην καταλήξει να είναι ατελέσφορη, ή ακόμη μάταιη, εξαιτίας των ενεργειών ορισμένων επιχειρήσεων. Από αυτό έπεται ότι τα προσωρινά μέτρα πρέπει να εντάσσονται στο πλαίσιο της απόφασης που μπορεί να ληφθεί οριστικά δυνάμει του άρθρου 3.
20
Αντικείμενο της κύριας διαδικασίας στην προκειμένη περίπτωση είναι η σύμβαση κύριου εμπορικού αντιπρόσωπου. Η Επιτροπή είναι σε θέση να διαπιστώσει παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1, μόνο σε σχέση με τη σύμβαση αυτή και η οριστική απόφαση που μπορεί να λάβει η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, είναι να υποχρεώσει τη Ford AG να παύσει να εφαρμόζει τη σύμβαση αυτή.
21
Η επίδικη προσωρινή απόφαση όμως δεν αφορά τη σύμβαση αυτή αλλά μόνο την άρνηση της Ford AG να παραδίδει αυτοκίνητο ΔΔ στους γερμανούς διανομείς, η οποία, κατά την Επιτροπή, δεν αντιβαίνει ούτε στο άρθρο 85 ούτε στο άρθρο 86 της συνθήκης. Το μέτρο επομένως που επιβάλλει η απόφαση αυτή δεν εντάσσεται στο πλαίσιο ενδεχόμενης οριστικής απόφασης. Λαμβανομένης υπόψη της σαφήνειας και ιδίως της ρητής επιταγής προς τη Ford AG να απέχει από οιοδήποτε μέτρο που έχει το ίδιο αποτέλεσμα με την εγκύκλιο, δεν είναι δυνατό η Επιτροπή κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι δηλαδή επιτρέπει στην εταιρεία να εξακολουθεί να αρνείται τις παραδόσεις υπό τον όρο να παύσει να εφαρμόζει τη σύμβαση κύριου εμπορικού αντιπρόσωπου.
22
Κι αν ακόμη γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή λαμβάνοντας απόφαση εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 3, σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 8 του κανονισμού 17, μπορεί να θεωρήσει τη μη παράδοση ως περιστατικό που αποκλείει απαλλαγή της σύμβασης κύριου εμπορικού αντιπρόσωπου ή μπορεί να εξαρτά την απαλλαγή αυτή ή τη διατήρηση της από την επανάληψη των παραδόσεων, δεν της επιτρέπεται για το λόγο αυτό να διαμορφώσει την προϋπόθεση αυτή σε χωριστή εκτελεστή επιταγή μέσω προσωρινής απόφασης, χωρίς να παρέχει στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση καμιά δυνατότητα επιλογής.
23
Πρέπει να τονιστεί ότι η Επιτροπή, εκδίδοντας την επίδικη απόφαση, υπερέβη μεν τα όρια των αρμοδιοτήτων της, δεν στερούνταν όμως οιασδήποτε δυνατότητας να αντιδράσει, άμεσα και κατά τρόπο που να επηρεάζει τη στάση της Ford AG, κατά της εγκυκλίου που είχε αποστείλει στους διανομείς της. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 15, παράγραφος 6, του κανονισμού 17, η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα να επιβάλει πρόστιμο για συνεχιζόμενη εφαρμογή συμφωνίας που έχει κοινοποιηθεί αν γνωστοποιήσει στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις ότι μετά από πρώτη εξέταση κρίνει πως οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, της συνθήκης πληρούνται και πως δεν δικαιολογείται εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3.
24
Πρέπει επομένως να γίνει δεκτός ο λόγος περί αναρμοδιότητας που προβάλλουν οι προσφεύγουσες και να ακυρωθεί η υπό κρίση απόφαση, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων της προσφυγής.
Επί των δικαστικών εξόδων
25
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η Επιτροπή ηττήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στο δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων καθώς και των εξόδων των παρεμβαι-νουσών James Α. Laidlaw (Holdings) Limited και Stormont Limited. To Bureau européen des unions de consommateurs το οποίο παρενέβη προς υποστήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής, πρέπει να φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Ακυρώνει την απόφαση 82/628 της Επιτροπής, της 18ης Αυγούστου 1982, περί διαδικασίας σύμφωνα με το άρθρο 85 της συνθήκης ΕΟΚ (IV/30.696 — Σύστημα διανομής της Ford-Werke AG — Προσωρινά μέτρα).
2)
Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων καθώς και των εξόδων των παρεμβαινουσών James Α. Laidlaw (Holdings) Limited και Stormont Limited. To Bureau européen des unions des consommateurs φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Mertens de Wilmars
Koopmans
Bahlmann
Glamot
Pescatore
Mackenzie Stuart
Bosco
Due
Everling
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο, στις 28 Φεβρουαρίου 1984.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
J. Mertens de Wilmars
Full & Egal Universal Law Academy